ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2012

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ

Για ποιο λόγο ο υποψήφιος βουλευτής κ. Κασιδιάρης της Χρυσής Αυγής μπουγέλωσε την κ. Δούρου του ΣΥΡΙΖΑ και έδειρε την κ. Κανέλλη του ΚΚΕ ζωντανά μπροστά στις κάμερες χτες 7/6/2012;

Κατά τη γνώμη μου υπάρχει μία και μοναδική απάντηση: γιατί μπορούσε.

Το ίδιο θα έκανε και πέρσι, και πριν δέκα ή είκοσι χρόνια, αν είχε την ευκαιρία. Αλλά η ευκαιρία με όλες της τις λεπτομέρειες, δηλαδή και να είναι υποψήφιος βουλευτής (και ταυτόχρονα πρώην βουλευτής) και να γίνουν αυτά σε ζωντανή εκπομπή, μόνο τώρα δόθηκε. Όλα τα προηγούμενα χρόνια γινόταν σταδιακά η προετοιμασία για να υπάρχει σήμερα αυτή η δυνατότητα.

Το να δέρνει κομμουνιστές και Συριζαίους ένα μέλος της Χρυσής Αυγής δεν προξενεί καμία κατάπληξη. Αν στο πάνελ υπήρχε κι ένας Πακιστανός, θα τις έτρωγε κι εκείνος. Γι' αυτό ακριβώς τους ψηφίσαμε: για να δέρνουν μετανάστες και αριστερούς, καθώς και πάσης φύσεως ανθέλληνες, μη έλληνες, μη επαρκώς έλληνες, και γενικά τους πάντες. Μπορεί να μην ξέραμε όλοι ότι ο βασικός πυρήνας της οργάνωσης αποτελείται από εγκληματίες του κοινού Ποινικού Δικαίου, άλλους υπόδικους ή φυγόδικους και άλλους με  καταδίκες και φυλακές στο παρελθόν τους, αλλά ότι δέρνουν το ξέραμε. Ποτέ δεν προσπάθησαν να μας το αποκρύψουν. Άλλωστε το περιστατικό επανέφερε στην επικαιρότητα κι ένα παλαιότερο περιστατικό με τον ίδιο τον αρχηγό της οργάνωσης να εκσφενδονίζει ...καρύδες κατά συνομιλητού του, πάλι ζωντανά σε τηλεοπτική εκπομπή, καθώς και  άλλο πιο πρόσφατο όπου ο ίδιος ο κ. Κασιδιάρης σχεδόν κλείνει ραντεβού για ξύλο με τον θεωρητικό του ελληνικού νεοναζισμού κ. Πλεύρη, πάντα σε ζωντανή εκπομπή (αν και εκεί η πρωτοβουλία ήταν του κ. Πλεύρη, που του πρότεινε «πάμε έξω να σε ξαπλώσω κάτω»).

Πέραν αυτού, πλήθος αν όχι όλες οι τηλεοπτικές εμφανίσεις του κ. Κασιδιάρη καταλήγουν σε καβγά, όπου μπορεί να μην έτυχε να εκδηλωθεί σωματική βία αλλά η φραστική όχι απλώς είναι παρούσα αλλά αποτελεί το μοναδικό συστατικό της συζήτησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι επιθέσεις του, είτε φραστικές είτε, αυτή την τελευταία φορά, και φυσικές, απευθύνονται αδιακρίτως σε κυρίες, σε άτομα της διπλής του ηλικίας, στους οικοδεσπότες του δημοσιογράφους, γενικά σε κατηγορίες ατόμων που το παραδοσιακό σαβουάρ βιβρ τούς αποδίδει κάπως αυξημένο σεβασμό. Σημειωτέον ότι ο κ. Κασιδιάρης, με την ιδιότητα του εκπροσώπου τύπου της οργάνωσης, προβάλλεται ως ο διαβασμένος, ο διαθέτων λόγο και επιχειρηματολογία, ο εκπολιτισμένος ούτως ειπείν της Χρυσής Αυγής, και όχι ως ένα κοινό ΚΔΟΑ (κτηνώδης δύναμη - ογκώδης άγνοια). Αυτό το προφίλ πολιτισμένου έρχεται σε κάποια φαινομενική αντίφαση με το ότι όλη την ώρα τραμπουκίζει, αλλά από την άλλη ας σοβαρευτούμε -δεν τους ψηφίσαμε για να φέρονται πολιτισμένα, για τραμπούκους τους ψηφίσαμε, οπότε πάλι καλά που κρατάνε μια συνέπεια: γιατί να δω τον Κασιδιάρη να μιλάει ευγενικά, να επιχειρηματολογεί, να συμμετέχει σε διαλόγους και όλα αυτά τα φλώρικα, αυτά τα έβλεπα και χωρίς Κασιδιάρη. Άλλη λαϊκή εντολή έλαβε η Χρυσή Αυγή, και ευτυχώς την τιμά. (Δυστυχώς δεν την τιμά, αυτό όμως θα το δούμε παρακάτω.)

Τα ερωτήματα που εγείρονται είναι δύο. Πρώτον, πώς φτάσαμε να ψηφίζουμε τραμπούκους για μόνο τον λόγο ότι είναι τραμπούκοι, χωρίς την επίφαση καμιάς άλλης αιτιολογίας. Δεύτερον, πώς ο τραμπουκισμός αυτός έφτασε από το δρόμο, που είναι ο πιο φυσικός του χώρος, μέχρι τα στούντιο των ζωντανών εκπομπών.

Η απάντηση για τα δύο είναι κοινή. Και τα δύο φαινόμενα (όπως και πλείστα άλλα των ημερών μας) φανερώνουν περίτρανα το έλλειμμα δημοκρατίας στην Ελλάδα, και άρα τα δύο ερωτήματα μπορούν να συνοψιστούν σε ένα: πού πήγε η Δημοκρατία;

Η δημοκρατία έχει μία και μόνη προϋπόθεση: τη δημοκρατική αγωγή. Άνθρωπος που να μην έχει βιωματική γνώση των δημοκρατικών του δικαιωμάτων, δεν πρόκειται ποτέ να τα διεκδικήσει. Αν δεν έχει βιωματική γνώση των δημοκρατικών διαδικασιών, δε θα μπορέσει να τις ακολουθήσει. Ακόμα κι αν στο μυαλό του είναι υπέρ αυτών των δικαιωμάτων και διαδικασιών.

Αν ξεφυλλίσει κανείς την αρχική έκδοση του Συντάγματος της Ελλάδας, του 1974, θα εντυπωσιαστεί από το πόσο δημοκρατικό και φιλελεύθερο (όχι με την οικονομική έννοια, με την κανονική) είναι. Ήταν προϊόν μιας εποχής όπου η βιωματική γνώση της δημοκρατίας, με τη μορφή ακριβώς της βάναυσης και απροκάλυπτης στέρησης αυτών των δικαιωμάτων, ήταν βαθιά. (Βέβαια το ίδιο Σύνταγμα έχουμε και τώρα, και δημοκρατία δεν έχουμε. Φταίνε οι αναθεωρήσεις του; οι ερμηνείες των μη αναθεωρημένων άρθρων; οι παραβιάσεις του; δεν είμαι σε θέση να το πω. Τα νομικά είναι πονηρή επιστήμη κι εγώ νομικές γνώσεις δεν έχω. Το Σύνταγμα όμως το έχω σπίτι μου.)

Ενώ όμως το 1974 μια αναγεννώμενη χώρα κάνει ένα τόσο ωραίο και δημοκρατικό ξεκίνημα, κάπου στην πορεία χάνεται το πράγμα. Και ένα πολύ σημαντικό μερίδιο ευθύνης πέφτει, κατά τη γνώμη μου, στους φορείς του δημόσιου λόγου. Μεταξύ των σημαντικότερων φορέων δημόσιου λόγου είναι οι πολιτικοί και τα ΜΜΕ.

Οι πολιτικοί είχαν κατά παράδοση ένα τρόπο να εκφράζονται, ο οποίος μπορεί κατά περίπτωση να ήταν λαϊκίστικος, απατεωνίστικος κλπ., αλλά πάντως τηρούσε κάποια εξωτερικά γνωρίσματα. Κάποια στοιχεία κοσμιότητας. Το πρώτο ρήγμα στην εξωτερική επιφάνεια του δημόσιου πολιτικού λόγου που θυμάμαι ήρθε με τον Βαγγέλη Γιαννόπουλο του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος είχε γίνει διάσημος για την απρέπεια των εκφράσεών του. Αυτή η απρέπεια είχε προβληθεί ως παρρησία. Χαρακτηρισμοί όπως «σαπιοκοιλιάδες» παρουσιάζονταν ως τολμηρός λόγος κάποιου που δε χαρίζεται, δεν υποκρίνεται.

Στην πορεία αυτή η σύγχυση μεταξύ αντισυμβατικής τόλμης και κοινού θράσους καλλιεργήθηκε κι από άλλους ρήτορες. Ακόμη και ο Χριστόδουλος, κάνοντας το τρομερό άλμα να ξεφύγει από την ένρινη και στρόγγυλη παραδοσιακή καθαρεύουσα του ιερατείου και να αρχίσει να λέει «σας πάω», να διηγείται ανέκδοτα κλπ., σ' αυτή την κατεύθυνση εργάστηκε. Από το σημερινό πολιτικό καστ, έχουμε και Πάγκαλο, έχουμε και Ψαριανό, έχουμε ακόμη και την ίδια την κ. Κανέλη σε κάποιο βαθμό, διερωτώμαι δε μήπως θα έπρεπε να βάλω στην ίδια χορεία ακόμη και τον Απόστολο Γκλέτσο. Δημόσια πρόσωπα που έχουν νομιμοποιήσει τον κοινό νεοελληνικό τσαμπουκά του δρόμου. Δε θα ισχυριστώ ότι κανείς απ' όσους ανέφερα δεν έχει κάτι να πει, και ότι εξαντλούνται στο περίβλημα. Ούτε ότι αυτοί είναι οι μόνοι ή οι χειρότεροι -είναι απλώς αυτοί που μου 'ρχονται προχείρως στο μυαλό. Το ζήτημα είναι ότι είτε έχεις κάτι να πεις είτε όχι, η νομιμοποίηση του τσαμπουκά και η ηθελημένη σύγχυση μεταξύ του «βρίζω και ωρύομαι» και του «δεν χαϊδεύω αφτιά» υποσκάπτει και τελικά τείνει να καταργήσει ολωσδιόλου το αίτημα να μπορείς να υποστηρίξεις αυτό που τυχόν έχεις να πεις. Πιο απλά: όσο αντισυμβατικότερος είναι ο ομιλητής, τόσο ειλικρινή και τίμιο τον θεωρούμε. 

Ο κόσμος επηρεάζεται πάρα πολύ από αυτά. Το πόσο πολλοί συμπολίτες μας θαυμάζουν τον ρήτορα που φωνάζει δυνατότερα από τους άλλους, τον πιο «αμάσητο», φαίνεται π.χ. στα σχόλια κάτω από τέτοια βιντεάκια. Πρόκειται ουσιαστικά για πολίτες που κολακεύονται βλέποντας ότι ο αγοραίος τρόπος με τον οποίο οι ίδιοι βρίζουν και απειλούν τους πάντες μόλις π.χ. πιάσουν ένα τιμόνι (ακόμη και αν βρίζουν κάποιον που στ' αλήθεια τους αδίκησε) είναι ο ίδιος που χρησιμοποιούν και οι μεγάλοι στα μεγάλα ζητήματα. Για πολίτες που δε θα διστάσουν να ταυτίσουν την τήρηση βασικών κανόνων κοινωνικής συνύπαρξης, όπως η στοιχειώδης ευπρέπεια, με την υποκρισία.

Ένα το κρατούμενο.

Πάμε στους δημοσιογράφους. Το βράδυ των τελευταίων εκλογών προσπάθησα να παρακολουθήσω τις εκπομπές που μετέδιδαν τα αποτελέσματα και όλες τις σχετικές συζητήσεις. Ήταν ένα δράμα. Γυρνώντας από κανάλι σε κανάλι, το μόνο που ακουγόταν ήταν μια μόνιμη διάχυτη βαβούρα από 5-6 φωνές που φώναζαν ταυτόχρονα -αλλά όχι συντονισμένα- «αφήστε με να ολοκληρώσω» και «μη με διακόπτετε». Αν ο κάθε καλεσμένος είχε κι ένα κλάξον μαζί του, θα το είχε μόνιμα πατημένο. Ήμασταν καμιά δεκαριά άτομα παρέα, με πίτσες και μπίρες, ο καθένας με την άποψή του και την ανάλυσή του,  συν διάφορες εξωεκλογικές συζητήσεις που ανεφύοντο κάθε τόσο, σπάγαμε όλη την ώρα σε επιμέρους πηγαδάκια, και όμως, τόση φασαρία δεν κάναμε! Και ήμασταν σε ιδιωτικό χώρο, έτσι; δε μας τράβαγε κάμερα ώστε να έχουμε κανένα εξωτερικό κίνητρο να μετριάσουμε λίγο την ορμή μας.

Αυτός είναι ο μόνιμος τρόπος με τον οποίο διεξάγονται οι τηλεοπτικές συζητήσεις. Ο ένας προσπαθεί να καπακώσει τον άλλο, και το «μη με διακόπτεις», μακριά από κάθε έννοια δεοντολογίας,  ότι και καλά δεν είναι σωστό κανείς να διακόπτει τον άλλο, έχει περιοριστεί στο «μη με διακόπτεις εμένα -ξέρεις ποιος είμαι εγώ;».

Χωρίς ειδική έρευνα, μόνο από ό,τι μπορώ να θυμηθώ, μου φαίνεται ότι αυτό το στυλ είναι ελάχιστα νεότερο από την ιδιωτική τηλεόραση. Όσο υπήρχαν τα δύο κρατικά κανάλια οι συζητήσεις διεξάγονταν με άλλους όρους. Μόλις ιδρύθηκαν τα πρώτα ιδιωτικά, αρχικά ακολούθησαν την πεπατημένη. Οι πρώτες εκπομπές με ξεκατινιάσματα, κραυγές, και όλο αυτό το γελοίο μπάχαλο όπου η κόντρα δεν είναι πια στο τι θα πει ο καθένας αλλά στο ποιος θα μιλήσει, θεωρούνταν τότε trash tv. Δεν ήταν ούτε πολιτικές ούτε ενημερωτικές, ήταν κάτι καλτ καρναβάλια όπου μαζευόταν ο κάθε τελευταίος και γίνονταν γατοκαβγάδες. Α, και προβάλλονταν αργά τη νύχτα!

Σιγά σιγά αυτό το στυλ πέρασε και σε εκπομπές με θέματα ευρύτερου ενδιαφέροντος, και σε ώρες υψηλότερης (και απαιτητικότερης) τηλεθέασης, και φυσικά και στα κρατικά κανάλια. Η εικόνα μου γι' αυτή την εξέλιξη είναι πολύ αποσπασματική, γιατί τα μόνα χρόνια της ζωής μου που έχω ζήσει σε σπίτι με τηλεόραση ήταν τα 2-3 πρώτα αφότου ξεκίνησε η ιδιωτική τηλεόραση. Συνεπώς τηλεόραση βλέπω μια φορά στα τόσα, και επί πολλά χρόνια κάθε φορά που τύχαινε αυτή η μια στα τόσα, σοκαριζόμουν: κάθε φορά ήταν τόσο πιο χάλια από την προηγούμενη, ώστε ποτέ δε θα περίμενα να υπάρχει τόσο χαμηλό επίπεδο. Φυσικά δεν εννοώ μόνο το να μιλάνε όλοι ταυτόχρονα. Είναι και οι συζητήσεις χωρίς κανένα απολύτως θέμα, είναι και τα αστεία χωρίς χιούμορ, είναι και η απουσία κάθε αίσθησης γελοίου και ακαλαίσθητου, και η μανία να προβληθεί η γκάφα ή η κακή στιγμή του αλλουνού, υπήρξε η κάντιντ κάμερα, υπήρξε ο μπιγκ μπράδερ, υπήρξε ο αδύνατος κρίκος, το άλλο το πώς το λέγανε με το τεστ αλήθειας, διάφορα ριάλιτι με ταλέντα τα οποία πάνε οικειοθελώς να υποστούν τον εξευτελισμό κάποιας επιτροπής, γενικά μια αχαλίνωτη πορεία προς το τίποτα -τίποτα εκτός από την κακία. Και φυσικά, μέσα στη γενικότερη αυτή πορεία, υπήρξε και η σταδιακή αποδόμηση των κανόνων συζήτησης. Σήμερα πια, ακόμη και σε μία επιστημονική συζήτηση μεταξύ προσώπων που δεν έχουν κάποια επίσημη αντιπαλότητα, ούτε τους χωρίζουν αντίθετα συμφέροντα, το ρεφρέν «αφήστε με να ολοκληρώσω» θα τραγουδηθεί μια δυο φορές ανά μισάωρο.

Όταν λοιπόν ο άνευ όρων σεβασμός στον συνομιλητή σταδιακά καταργείται, όταν το να υψώσεις τον τόνο της φωνής, να διακόψεις, να προσβάλεις, να τσαμπουκαλευτείς, πλέον δεν ξενίζουν, και από περιθωριακές δακτυλοδεικτούμενες εξαιρέσεις γίνονται κανόνας, το να πέσει και ξύλο σε ζωντανή εκπομπή ήταν το φυσικό επόμενο βήμα. Η λογική συνέχεια είναι ότι σύντομα θα πέφτει πλέον ξύλο σε κάθε τηλεοπτική συζήτηση, και το πρώτο λάιβ μαχαίρωμα θα προκαλέσει κάποια αίσθηση. Μετά θα συνηθίσουμε και τα μαχαιρώματα, οπότε για να σε προσέξουν θα πρέπει πλέον να ρίξεις χειροβομβίδα στο στούντιο, και ούτω καθεξής. Υπερβολή; Για θυμηθείτε την αρχαία Ρώμη...

Αυτός όμως ο άνευ όρων σεβασμός στον συνομιλητή είναι ένα από τα θεμέλια της δημοκρατικής αγωγής. Τώρα πάει πια, ανήκει στο παρελθόν. Θα πρέπει να είναι κανείς πολύ εκκεντρικός για να σιωπά την ώρα που μιλάει κάποιος άλλος.

Να λοιπόν γατί ένας χρυσαυγίτης, ενώ πάντα θα έδερνε έναν αριστερό, ωστόσο μόνο τώρα μπορεί να το κάνει στην τηλεόραση και υπό την ιδιότητα του βουλευτή (έστω του πρώην βουλευτή): γιατί παλιότερα οι μεν χρυσαυγίτες δεν ήταν βουλευτές, οι δε βουλευτές και όσοι άλλοι έβγαιναν στην τηλεόραση δεν έδερναν. Τώρα είναι αλλιώς.

Με όλα τα παραπάνω δεν ισχυρίζομαι ότι φταίει η τηλεόραση που ένα ακροδεξιό κόμμα, μέχρι πρόσφατα περιθωριακό, πλέον μπήκε στη Βουλή. Φταίει βέβαια κι αυτή, γιατί έχει εργαστεί με συνέπεια στην υπόθεση του αποδημοκρατισμού του Έλληνα (αν και σαφώς όχι μόνη της), αλλά φυσικά φταίνε και οι συνθήκες φτώχειας, ανασφάλειας κλπ., μέσα στις οποίες ευδοκιμούν οι φασιστικές, ρατσιστικές και κάθε είδους ιδεολογίες του μίσους. Κυρίως όμως ήθελα να δείξω πώς βλέπω την πορεία που έφερε ένα κόμμα τραμπούκων στη Βουλή. Τραμπούκοι θα μπορούσαν να είναι και άλλοι εκτός από τους ακροδεξιούς. Ακόμα κι ένα μετριοπαθές κεντρώο κόμμα θα μπορούσε να είναι τραμπούκικο -άλλο η ιδεολογία και άλλο η μέθοδος. Η έμφασή μου λοιπόν είναι στη μέθοδο.

_________________________________________
Να πιάσω και μερικές ακόμη λεπτομέρειες του περιστατικού που μου έκαναν εντύπωση. Μία είναι ότι στα τελευταία δευτερόλεπτα πριν τις καρπαζιές, η κ. Κανέλη είπε τον κ. Κασιδιάρη και το κόμμα του «φασισταριά», κι εκείνος τής το ανταπέδωσε αποκαλώντας την «παλιοκουμούνι». Δηλαδή τι της ανταπέδωσε, προσπάθησε να της το ανταποδώσει. Είναι βλακώδες να αποκαλείς τον κομμουνιστή κομμουνιστή προσπαθώντας να τον μειώσεις: ε ναι ρε μάγκα, φυσικά και είμαι κουμούνι, τι νομίζεις ότι ανακάλυψες τώρα; Ενώ το να αποκαλείς τον χρυσαυγίτη φασίστα έχει κάποιο νόημα, γιατί πρόκειται για μια ιδιότητα που επισήμως απαρνούνται και προσπαθούν να τη συγκαλύψουν, τουλάχιστον μέχρι να φτάσει κι αυτή να γίνει αποδεκτή (ήδη βροντοφωνάζουν τον όρο «εθνικιστές», που μέχρι πριν μερικά χρόνια ήταν βρισιά). Το «φασίστας» θεωρείται ακόμη βρισιά, ενώ το «κομμουνιστής» ποτέ δεν ήταν -κι αν είναι για κάποιους, σίγουρα όχι για τους ίδιους τους κομμουνιστές!

Παρά ταύτα, «παλιοκουμούνι» είναι ένας βίαιος χαρακτηρισμός που ποτέ μέχρι τώρα -όσο έχω αντιληφθεί- δεν είχε ακουστεί δημόσια, ούτε είχε εκτοξευθεί από μέλος του πολιτικού σκηνικού σε άλλο μέλος. Παρ' ότι οι κομμουνιστές εν γένει και το ΚΚΕ ειδικά βρίσκονται σε μόνιμη πολιτική αντιπαλότητα με τους πάντες. Πώς γίνεται να τη σπάνε σ' όλο τον κόσμο και κανείς μέχρι τώρα να μην τους έχει βρίσει;

Γνώμη μου: γιατί οι κομμουνιστές, σε γενικές γραμμές, έχουν δημοκρατική αγωγή. Δημοκράτες δεν είναι -τουλάχιστον την κοινοβουλευτική δημοκρατία στην παρούσα της μορφή δεν τη δέχονται και δεν την επιθυμούν, αυτό είναι δηλωμένο. Τη σέβονται όμως. Η Δημοκρατία λοιπόν έχει χώρο και γι' αυτούς, που την αμφισβητούν μεν αλλά που εφόσον αυτή υπάρχει δέχονται τους όρους λειτουργίας της: δεν είναι ανταμοιβή, είναι φυσική συνέπεια. Γι' αυτό και έχουν κερδίσει το σεβασμό κάθε πολιτικού τους αντιπάλου, που μπορεί να τους μισεί, να τους παλεύει, να τους θεωρεί ενόχους για κι εγώ δεν ξέρω τι, ή να τους έχει γραμμένους και να τους βλέπει σαν γραφικά απολιθώματα, αλλά ποτέ δε διανοήθηκε να θίξει την ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους, όπως οι ίδιοι δεν έθιξαν κανενός την αξιοπρέπεια. Κάτι που δε συμβαίνει με τους χρυσαυγίτες, οι οποίοι προσβάλλουν αξιοπρέπειες όπως αναπνέουν. Ούτε οι χρυσαυγίτες είναι δημοκράτες. Όμως αφενός αυτό δεν το έχουν ακόμα δηλώσει πλήρως, απερίφραστα και επίσημα, αφετέρου αποτελούν μια απροσάρμοστη οντότητα μέσα στη δημοκρατία που αυτή τη στιγμή, έστω και βαθύτατα τραυματισμένη, επισήμως υπάρχει ακόμα στη χώρα μας. Έτσι, το πολυεπαναλαμβανόμενο σοφιστικό  ερώτημα «πόση ελευθερία απόψεων χωράει στη δημοκρατία; δεν είναι φασισμός ο αποκλεισμός των φασιστών;» νομίζω ότι μπορεί να λάβει μια συγκεκριμένη και ουδόλως σοφιστική απάντηση.

____________________________
Είχαμε αφήσει νωρίτερα μια εκκρεμότητα, σχετικά με το ότι η Χρυσή Αυγή δεν τιμά τη λαϊκή εντολή. Μια άλλη διαπίστωση λοιπόν που κάνω είναι ότι τα δύο τηλεοπτικώς κεντρικότερα πρόσωπα της Χρυσής Αυγής, ο αρχηγός και ο κ. Κασιδιάρης, διαψεύδουν συνέχεια το προφίλ που προσπαθούν να καλλιεργήσουν, ότι και καλά μπορεί ως κόμμα να μη διαθέτουμε έναρθρο λόγο αλλά διαθέτουμε τσαμπουκά. Και ο τσαμπουκάς τους ακόμα είναι φτωχής ποιότητας. Δες τους με το κριτήριο που θα ήθελαν οι ίδιοι να τους βλέπεις, και πες μου αν δεν απογοητεύεσαι οικτρά. 

Από τη μια, ωρύονται και παραφέρονται όποτε ο συνομιλητής τους θελήσει να τους φέρει σ' αυτή την κατάσταση. Ιδιαίτερα το παλιό βιντεάκι με τον κ. Μιχαλολιάκο και τον  Κολλάτο στη «Ζούγκλα» του κ. Τριανταφυλλόπουλου, είναι εναργέστατο: ο Κολλάτος από την αρχή έχει αποφασίσει ότι, αντί να μας αποδείξει πως οι ηγετικές ικανότητες του συνομιλητή του δε φτάνουν ούτε για να επιβληθεί στον εαυτό του, θα βάλει τον ίδιο να το αποδείξει μόνος του. Διατηρώντας λοιπόν κάθε ψυχραιμία, τον διακόπτει ανά δευτερόλεπτο, καταντώντας εκνευριστικός σαν κουνούπι. Αρχικά ο άλλος δεν τσιμπάει, οπότε τελικά ο Κολλάτος καταφεύγει στο έσχατο μέσο: απαιτεί να μην τον λέει ο άλλος Δημήτρη! Η παγίδα είναι απελπιστικά προφανής. Ο κ. Μιχαλολιάκος θα μπορούσε να του απαντήσει χίλια δυο, όπως «μα Δημήτρη σε λένε», ή «αν εννοείς τον ενικό, κι εσύ στον ενικό μου μιλάς», ή οτιδήποτε, μα οτιδήποτε δηλαδή - κι όμως πέφτει στην παγίδα! Του πετάει μια καρύδα (ως γνήσιος απόγονος των αρχαίων ημών προγόνων -όχι των Ελλήνων, πιο πίσω), που βρίσκει το ποτήρι που έχει μπροστά του ο Κολλάτος κάνοντας ένα θεαματικό εφέ, και φυσικά ο άλλος έχει την ατάκα έτοιμη: «Να ποιοι είστε!».  Στημένο να το είχανε με κασκαντέρ, ο σκηνοθέτης Κολλάτος δε θα μπορούσε να εικονογραφήσει τόσο γλαφυρά αυτό που ήθελε. Και με τον κ. Κασιδιάρη στο χτεσινό, πάλι το ίδιο έγινε. Όποτε ο αντίπαλος θέλει να κάνει μια επίδειξη του χαμηλού επιπέδου της Χρυσής Αυγής, η Χρυσή Αυγή συνεργάζεται με δουλική προθυμία.

Από την άλλη, ο τσαμπουκάς τους συνδυάζεται πάντοτε με δειλία. Ο τσαμπουκάς βέβαια εκ φύσεως συνιστά θρασυδειλία ούτως ή άλλως, αλλά εδώ μιλάμε για κάτι παραπάνω. Δέρνει ο κ. Κασιδιάρης την κ. Κανέλη, και ποια είναι η επίσημη απάντηση του αρχηγού; «Κύριε η Λιάνα άρχισε πρώτη, του πέταξε κάτι χαρτιά!!» Έλεος ρε φίλε, κι εμείς στο δημοτικό λέγαμε κάτι τέτοια αλλά μετά η δασκάλα μάς εξήγησε ότι αυτό είναι αναξιοπρεπές, γιατί ό,τι κι αν μας πέταξε η Λιάνα, την επιλογή αν θα την βαρέσουμε ή όχι την κάναμε μόνοι μας, οπότε μην τη φορτώνουμε τώρα στη Λιάνα! Στον δε κορυφαίο διάλογο μεταξύ των κυρίων Πλεύρη και Κασιδιάρη, ο άλλος πύργος της Δημοκρατίας και αγλάισμα του πολιτικού μας κόσμου εξηγεί ότι ένας από τους λόγους που δεν συντάσσεται -όπως θα αναμενόταν- με τη Χρυσή Αυγή είναι επειδή αυτοί βαράνε είκοσι μαζί έναν φουκαρά Πακιστανό, και κάτι τέτοιο δεν αρμόζει στο δικό του αγωνιστικό ήθος -δηλαδή τους λέει κότες-, και ο κ. Κασιδιάρης αντεπιχειρηματολογεί πάνω σ' αυτή τη θέση χωρίς να αρνηθεί το γεγονός. Μα πόση κατάντια! Ρε φίλε, δε σου ζητάμε πολλά: ένα σού ζητάμε, αυτό το μόνο ένα που μας έταξες, λίγο γνήσιο νταηλίκι! Ας μην είσαι καλός στο ρόλο του μορφωμένου της παρέας, δεν τρέχει τίποτα. Μια σφαλιάρα που θα ρίξεις, μπορείς να την υποστηρίξεις με τη στάση σου;

Εξώφυλλο βιβλίου του επικεφαλής στο ψηφοδέλτιο
Επικρατείας του ΛάΟΣ, στις κοινοβουλευτικές εκλογές


Μέσα από όλες αυτές τις διαπιστώσεις, καταλήγω ότι δεν είναι η Χρυσή Αυγή που απειλεί τα δημοκρατικά μας ήθη. Τα μεν δημοκρατικά μας ήθη ήταν ήδη προ καιρού διάτρητα, η δε Χρυσή Αυγή ούτε τον ίσκιο της δεν μπορεί να απειλήσει.


Εντωμεταξύ οι δημοκρατικοί θεσμοί δουλεύουν άγρυπνα.

Σάββατο 21 Απριλίου 2012

Η ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΔΕΞΙΟΥ ΛΟΓΟΥ: Αποκωδικοποιώντας μια προεκλογική ομιλία.

Προεισαγωγικά: η Χρυσή Αυγή - μερικές σκέψεις

Τη Χρυσή Αυγή ποιοι την υποστηρίζουν; Εκτός από τους γνήσιους χρυσαυγίτες, που πιστεύω ότι ακόμη και σήμερα είναι μια θλιβερή ανθυπομειοψηφία (τύποι του ξύλου και του μπαλτά, με αυθόρμητα ρατσιστικά, ναζιστικά και βίαια ένστικτα), κυρίως είναι οι τρομοκρατημένες κυριούλες του Αγ. Παντελεήμονα και όλης της υπόλοιπης Ελλάδας, που το μυαλό τους δε φτάνει πιο πέρα από τη λογική ότι:
-ο τόπος έχει γεμίσει ξένους
-ο τόπος έχει γεμίσει εγκληματικότητα και ανασφάλεια
-άρα έξω οι ξένοι
-άρα ψήφο σ' αυτούς που έχουν δείξει ότι θέλουν στ' αλήθεια να διώξουν τους ξένους.

Άνθρωποι δηλαδή που δεν είναι κατ' ανάγκην ρατσιστές και εθνικιστές, πόσο μάλλον βίαιοι, απλώς γυρεύουν μια ομαλή ζωή όπως παλιά.

Αυτοί οι άνθρωποι δεν ενοχλούνται από το γεγονός ότι η Χρυσή Αυγή, εκτός από πολιτικό κόμμα, είναι μια εγκληματική συμμορία; (Δύο παραδείγματα εδώ.) Θα την υποστήριζαν εξίσου αν υποσχόταν κάτι ακόμη πιο ακραίο, π.χ. θάνατο στους λαθρομετανάστες;


Είναι δυνατόν να μην ξέρουν ότι ο τρόπος που ασκεί η Χρυσή Αυγή τη μεταναστευτική πολιτική της είναι η σκέτη και απροκάλυπτη βία; Ότι κατεβαίνουν ακριβώς όπως οι στρατοί, με στολή, εξοπλισμό, παράταξη, και ανοίγουν (στην καλύτερη περίπτωση) κεφάλια; Η Χρυσή Αυγή δεν προπαγανδίζει απλώς τον πόλεμο, τον έχει ήδη ξεκινήσει.
Ίσως αυτά να μην είναι τόσο γνωστά στους απλούς τηλεθεατές και αναγνώστες εφημερίδων. Ίσως να προβάλλονται μόνο μέσα από το διαδίκτυο, το οποίο δεν είναι για όλους πηγή ενημέρωσης. Δεν ξέρω τι δείχνει η τηλεόραση και οι εφημερίδες. Στο διαδίκτυο, και μάλιστα όχι σε κανένα κρυφό σάιτ που να το ξέρουν μόνο οι μυημένοι αλλά φόρα παρτίδα, στο ΥΤ και αλλού, η Χρυσή Αυγή καθόλου δεν προσπαθεί να αποκρύψει ποια είναι. Αν δεν έχετε δει τέτοια βιντεάκια, δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να τα μάθετε από μένα. Απλώς πιστέψτε με ότι υπάρχουν.
Ίσως ο μέσος «φιλήσυχος πολίτης» να δέχεται περισσότερα ερεθίσματα προς την κατεύθυνση άλλων πτυχών της πολιτικής της Χρυσής Αυγής, όπως:
-τον εθνικισμό, που, αν προβληθεί σε μια πιο ήπια και όχι κατάφωρα βίαιη μορφή, μπορεί να κολακεύσει τη φιλαυτία κάθε Έλληνα που να έχει γαλουχηθεί με το ιδεώδες των περασμένων μεγαλείων και διηγώντας τα να κλαις.
-τον αντίλογο στο δικομματικό κατεστημένο: η άκρα δεξιά είναι αντιμνημονιακή. Προσφέρει μια εναλλακτική σ' όποιον, ενώ έχει ήδη αγανακτήσει από την πολιτική των κυρίως συστημικών δυνάμεων, εντούτοις δεν είναι αριστερός.

Οπότε, τελικά, η Χρυσή Αυγή εμφανίζεται υπό δύο πρόσωπα: αφενός το πραγματικό, τις ένοπλες επιθέσεις κατά ξένων και αλληλέγγυων προς τους ξένους, τους ναζιστικούς χαιρετισμούς, τη στρατιωτική οργάνωση κλπ.. Αφετέρου ένα πολύ γενικό πλαίσιο ιδεών στο οποίο εγγράφονται αυτές οι πρακτικές, ιδεών με τις οποίες -αν τις δούμε αδιαβάθμιστα- δε χρειάζεται να είσαι πολύ ακραίος για να συμφωνήσεις: με δυο λόγια, ότι η ζωή μας είναι υποβαθμισμένη.
Το κόλπο έγκειται στην απόκρυψη της διαβάθμισης. Αν η κυριούλα από τον Άγιο Παντελεήμονα, που νοσταλγεί την παλιά όμορφη ζωή της με τις ξεκλείδωτες πόρτες, δει τα παλικάρια με τα ξυρισμένα κεφάλια, τους σβαστικοειδείς μαιάνδρους, τα ρόπαλα, και της πουν «τους ψηφίζεις αυτούς; ετοιμάζονται τώρα να υλοποιήσουν αυτά που σου υποσχέθηκαν» δε θα πει απλώς όχι, θα πάθει και κάνα καρδιακό προηγουμένως. Το μυστήριο είναι ότι, παρά ταύτα, το πραγματικό της πρόσωπο δεν το έχει πια και τόσο πολύ μυστικό!


Κλικ στην εικόνα για να τη δείτε σε μέγεθος που να διαβάζεται.

____________________________________________

Και τώρα, ας δούμε αυτό:


Προεκλογικό σποτ της ΝΔ (αν δεν ανοίγει, κλικ εδώ.)

1. Ο Σαμαράς τρέχει να μαζέψει όση κρίσιμη μάζα ψηφοφόρων θα διέρρεαν προς τη Χρυσή Αυγή αλλά δεν είναι ακόμη αμετάκλητα βαμμένοι φασίστες. Υιοθετεί τα στοιχεία εκείνα από τον ακροδεξιό λόγο που είναι ελκυστικά στον φιλήσυχο πολίτη, αφαιρώντας τα καθαρά χρυσαυγίτικα στοιχεία που τρομάζουν τον καθένα εκτός από τους βέρους ναζί χουλιγκάνους.
Μιλάει για φυλακίσεις / απελάσεις ξένων (κέντρα φύλαξης στα οποία μετ' ολίγον προσθέτει «παύλα φιλοξενίας»!!), για νόμο και τάξη (κάτι που ακούγεται σαν εύλογο αίτημα κάθε πολίτη φυσιολογικής χώρας αλλά δεν παύει να ήταν ένα από τα συνθήματα του Χίτλερ), για άνοιγμα νέων φυλακών (τώρα που έκλεισαν πολλά σχολεία), για μια αστυνομία που να διαθέτει ακόμη πιο σύγχρονα μέσα, κάνει λόγο για καθάρισμα (άλλος ένας όρος με ανατριχιαστικούς συνειρμούς) των πόλεων, κλπ..
Δε μιλάει όμως καθόλου (ευθέως τουλάχιστον) για βία, για καταστολή, για αίμα, για φυλές, για οτιδήποτε χωρίζει τον συνειδητό νεοναζί από τον απλό, φιλήσυχο, από σπόντα ψηφοφόρο της Χρυσής Αυγής. Αντίθετα όλα θα γίνουν με διάλογο, αναδεικνύοντας τις ωφέλειες που θα έχουν οι δήμοι και οι δημότες από τα κέντρα κράτησης, και, φυσικά, πάντα με επίκεντρο τον Ηλία, το Φώτη, την Πέγκυ από τη Ρόδο (χαμογελάκι - αχ τι μου θύμισε), την κυρία που τη λήστεψαν έξι φορές και είπε «ρε Αντώνη ήμαρτον», εσένα, εμένα και τον άνθρωπο της διπλανής πόρτας.
Ρατσιστές δεν είμαστε. Και για να μη μας πουν ρατσιστές (γιατί αν μας πουν είμαστε, αν δε μας πουν δεν είμαστε) θα πρέπει να συνεννοηθούμε με άλλες χώρες της νότιας Ευρώπης ώστε να κάνουμε όλοι τα ίδια, να υπάρξει δηλαδή συνενοχή και ομερτά.

2. Βέβαια παρατηρούμε εμβόλιμα και μερικά δείγματα παραδοσιακού δικομματικού λόγου:

-Τι εξωθεί όλους αυτούς τους ανθρώπους στο έγκλημα;
(Καμία απάντηση - το ερώτημα παρασιωπάται)
-Γιατί υπάρχουν όλοι αυτοί οι άνθωποι εδώ μέσα;
Δουβλίνο 2
-Και αφού, καλώς ή κακώς, υπάρχουν και εγκληματούν, γιατί τους αφήνουμε να γίνουν κράτος εν κράτει;
Γιατί μέχρι τώρα (δηλαδή άκρες μέσες επί ΠΑΣΟΚ -λες και το ΠΑΣΟΚ ήταν στα πράγματα από κτίσεως κόσμου) η μεν αστυνομία δεν κάνει σκούπες, επειδή δεν είναι σε κατάλληλη διάθεση, οι δε φυλακές, δεν ξέρω γιατί, δεν έχουν ανοιξει και οι παλιές δεν επαρκούν. Προφανώς μόλις έρθουμε εμείς στα πράγματα η αστυνομία θα αλλάξει διάθεση και οι φυλακές θα ανοίξουν διάπλατα τις αγκαλιές τους σε όλους.

Το στυλ που τα έχωνε η ΝΔ στο ΠΑΣΟΚ και αντιστρόφως από τον καιρό του Χάρρυ Κλυνν.

3. Εξωγλωσσικά στοιχεία ρητορικής:

-Δεν πουλάω κύρος και εξουσία. Κάθομαι στραβοχυμένος σε μια καρέκλα λες και αράζω στο καφενείο του Βαγγέλη. Είμαι ένας από σας. Άλλωστε έχω προσωπική επικοινωνία με τον Ηλία, το Φώτη, την Πέγκυ από τη Ρόδο (βρε την ατιμούλα!). Γυναίκες σαν τη μάνα σας μ' έχουν σαν παιδί τους, και μου λένε «ρε Αντώνη κλπ». Αφουγκράζομαι τον παλμό της κοινωνίας.
-Δεν είμαι άγριος, βίαιος, ορμητικός. Είμαι απλά ρεαλιστής και λογικός, παράλληλα δε και ένας άνθρωπος πλούσιος σε συγκινήσεις. Μιλώ σε χαμηλούς τόνους, αργά, ήρεμα. Δε συνθηματολογώ, εξηγώ -ακόμη και την αποφασιστικότητά μου δεν την προβάλλω, απλώς την αφήνω να διαφανεί. Ανεπαίσθητες αλλαγές στο χρωματισμό της φωνής μου και στη ματιά μου προδίδουν κάθε τόσο και μια συγκίνηση που δονεί την ευαίσθητη (προσπαθώ να το κρύψω αλλά κρύβεται;) ψυχή μου. Ξέρετε, ήμουν και στον Πρετεντέρη προχτές (ξέρω ότι το είδατε, άρα είναι σχεδόν σα να το είδαμε όλοι μαζί από τον ίδιο καναπέ, όπως κάνει η κάθε οικογένεια - ή αλλιώς: ξέρω ότι ξέρετε πού ήμουν προχτές, σάμπως τι έχω να σας κρύψω;).

____________________________________

Σούμα:

Όσα είδαμε στο 3 είναι η συνταγή του Γιωργάκη Παπανδρέου. Μπορεί ο Σαμαράς να κοπιάρει από εκείνον, ή μπορεί να την καλλιέργησαν μαζί. Είναι στοιχεία που σαφώς τους διαφοροποιούν από άλλους ρήτορες όπως ο Βενιζέλος, ο Καρατζαφέρης, ο Πάγκαλος.
Στο 2 είναι απίστευτο και όμως αληθινό ότι η ρητορική της εποχής της Μεταπολίτευσης επιζεί ακόμη σαν την κατσαρίδα. Την πιστεύυμε ακόμα; Μα είναι δυνατόν; Φαίνεται πως ναι. Αν έτσι νομίζει ο Σαμαράς και οι προπονητές του, πολύ φοβούμαι ότι κάτι θα ξέρουν.
Στο 1 όμως βρίσκεται όλη η φρίκη. Αφού επί χρόνια η ΝΔ έχανε κόσμο που διέρρεε προς τα δεξιότερα και προς τον Καρατζαφέρη, αφού στη συνέχεια ο Καρατζαφέρης έχασε πολύ από αυτό τον κόσμο που διέρρευσε ακόμη δεξιότερα στη Χρυσή Αυγή, τώρα ο Σαμαράς προσπαθεί να υφαρπάξει αυτό τον κόσμο πουλώντας τους ότι «ελάτε, κι εμείς μια Χρυσή Αυγή είμαστε στο κάτω κάτω». Δεν προσπαθεί να τους φέρει προς το μέρος του, τρέχει προς το δικό τους μέρος κυνηγώντας τους. Εκεί δηλαδή στην άκρα δεξιά.
Βέβαια είναι ιδιαίτερα πιθανόν να μην πρόκειται για πραγματικά ακροδεξιές πολιτικές, αλλά απλώς για έναν λαϊκίστικο ελιγμό ψηφοθηρίας, σαν του ίδιου του Καρατζαφέρη που πλέον κανείς δεν αμφιβάλλει ότι μόνο καιροσκόπος είναι και όχι συνεπής φασίστας ή οτιδήποτε άλλο με συνέπεια. Ακόμη κι έτσι όμως, το αποτέλεσμα είναι ότι ο Σαμαράς κάνει ένα περαιτέρω βήμα προς τη νομιμοποίηση του ακροδεξιού λόγου. Ο αναποφάσιστος φιλήσυχος, που μπορεί μέχρι τώρα να άκουγε τη Χρυσή Αυγή με επιφυλακτικότητα (έξω οι ξένοι; μωρέ σωστό, δε λέω, αλλά κάπως σκληρό / αίμα, βία, φυλετική καθαρότητα; μωρέ δεν ξέρω, εγώ φοβάμαι με κάτι τέτοια), θα ακούσει τώρα από τον Σαμαρά το πρώτο σκέλος χωρίς το τρομακτικό δεύτερο και θα του φανεί, συγκριτικά, ό,τι πιο ήπιο και ανθρωπιστικό.
Συνδυάζοντας αυτό το συμπέρασμα με τις πρόσφατες σκούπες της αστυνομίας, την Αμυγδαλέζα κλπ., βλέπουμε τις δύο δυνάμεις που παραδοσιακά βρίσκονταν γύρω από το κέντρο (λίγο δεξιότερα και λίγο αριστερότερα αντίστοιχα) να συναγωνίζονται ποια θα είναι η ακροδεξιότερη. Το κέντρο του πολιτικού φάσματος ήδη βρίσκεται στην άκρα δεξιά. Οπότε και η αυθεντική ακροδεξιά δεν είναι πια καμιά εξτρεμιστική επιλογή, ένα κλικ παραδίπλα από τα μέινστριμ κόμματα είναι.

__________________________________________________
Παρεμπιπτόντως, μία παρατήρηση για τα κέντρα φιλοξενίας λαθρομεταναστών:

Είναι γνωστό ότι το Σύνταγμα απαγορεύει να συλλαμβάνεται κανείς χωρίς συγκεκριμένη κατηγορία. Ωστόσο σε κάθε πορεία συλλαμβάνεται σωρηδόν κόσμος προληπτικά. Αυτό γίνεται νόμιμα. Πώς; Με το να μην το ονομάζουν σύλληψη (που απαγορεύεται) αλλά προσαγωγή (που το Σύνταγμα δε σκέφτηκε να την προβλέψει). Αντίστοιχα, δεν μπορείς να μπεις φυλακή αν δεν έχεις καταδικαστεί για κάτι. Μπορείς όμως κάλλιστα να φυλακιστείς σ' ένα χώρο που δε γράφει απέξω «Φυλακή» αλλά κάποια άλλη λέξη, π.χ. «Καλωσήλθατε αγαπημένοι μας λαθρομετανάστες».



__________________________________________________
Προσθήκη: 3 μέρες αργότερα δημοσιεύθηκε στο tvxs ένα κείμενο πάνω στην ίδια ακριβώς λογική, αν και πολύ αυστηρότερο και στηριγμένο σε ευρύτερο σώμα παραδειγμάτων.






__________________________________________________
Νεότερη προσθήκη: Τις σκέψεις μου τις γράφω κυρίως για να τις ξεκαθαρίσω. Αυτό το κείμενο εντάσσεται στον προβληματισμό που απασχολεί εμένα και κάθε Έλληνα αυτές τις προεκλογικές μέρες. Επρόκειτο να είναι το πρώτο από μια σειρά, αλλά μέσα στις επόμενες ημέρες γέμισε ο τόπος από κείμενα πάνω στον ίδιο προβληματισμό, κάποια από τα οποία περιλαμβάνουν αυτά περίπου που θα ήθελα κι εγώ να γράψω. Συνεπώς περιττεύει να τα γράψω κι εγώ, μη φορτώνουμε αδίκως το ίντερνετ.




Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011

ΕΜΦΥΛΙΟΣ (20/10/2011)

Η διαδήλωση της 20ής Οκτωβρίου 2011 ήταν ό,τι πιο μαύρο και τρομαχτικό έχω δει. Πιο μαύρη και πιο τρομαχτική από εκείνην της 29ης Ιουνίου, που επίσης ήταν ό,τι πιο μαύρο και πιο τρομαχτικό είχα δει μέχρι τότε. (Σας θυμίζω πώς τα πέρασα.)

Σ' αυτήν εδώ, μέχρι κάποια στιγμή το χαρακτηριστικότερο πράγμα που υπήρχε ήταν η παρουσία του ΠΑΜΕ. Πολλές άλλες φορές την παρουσία του ΠΑΜΕ την έχω αισθανθεί ως κάτι εχθρικό ή τουλάχιστον ξένο. Σε κάποιες περιπτώσεις με έχουν κάνει να νιώσω τρομερή οργή. Διαθέτουν ορισμένα όπλα, όπως η πειθαρχία, η διαδηλωτική αγωγή και εμπειρία, η ασφάλεια στις περιφρουρήσεις τους, που συνήθως τα χρησιμοποιούν για να διαχωρίσουν τον εαυτό τους από όλους τους υπολοίπους. Μια μορφή διαχωρισμού είναι "εσείς τρώτε ξύλο, εμείς όχι". Μια άλλη είναι "εσείς είστε εδώ και τρώτε ξύλο, εμείς πάμε αλλού και δεν τρώμε".
Αυτή τη φορά το ΠΑΜΕ έθεσε τα όπλα του στη διάθεση όλης της διαδήλωσης και όχι μόνο της δικής του. Αυτή την αίσθηση αποκόμισα, παρόλο που ξέρω ότι πολλοί μένουν με την ακριβώς αντίθετη. Ανθρώπινες αλυσίδες του ΠΑΜΕ είχαν περικυκλώσει τη Βουλή. Δεν ξέρω αν η περικύκλωση της Βουλής ήταν ο κοινός στόχος στον οποίο είχαν συμφωνήσει όλες οι εκατοντάδες χιλιάδων που κατέβηκαν. Μπορεί κάποιοι να προτιμούσαν να μπούμε στη Βουλή. Αν όμως επιχειρούσαμε κάτι τέτοιο, είναι απολύτως προφανές ότι δε θα γινόταν παρά ένα ακόμη μπάχαλο, και φυσικά κανείς δε θα έμπαινε στη Βουλή.
Δεν είναι λίγοι πλέον αυτοί που λένε ότι οι ειρηνικές διαδηλώσεις δεν έχουν νόημα. ΟΚ, είναι κι αυτή μια άποψη, αλλά αν η βία έχει κάποιο νόημα, η άσκοπη σπατάλη βίας δεν έχει κανένα.
Το ΠΑΜΕ λοιπόν έκρινε -έτσι μου φάνηκε εμένα- ότι προκειμένου να μην μπει κανείς στη Βουλή ούτως ή άλλως, θα ήταν προτιμότερο αυτό να γίνει χωρίς θύματα και απώλειες, χωρίς άσκοπη σπατάλη βίας, και διαδηλώνοντας για όσο περισσότερη ώρα γίνεται. Για να γίνει αυτό πρέπει κάποιος να κάνει κουμάντο. Ανέλαβε λοιπόν το ίδιο να κάνει κουμάντο. Ε ναι, γιατί όχι δηλαδή; Ποιος θα έκανε, εγώ; Αν ήξερα να κάνω τέτοια δουλειά θα την αναλάμβανα ευχαρίστως, αλλά, μέχρι να τη μάθω, καλύτερα ας την κάνει κάποιος που την ξέρει ήδη. Το ΠΑΜΕ την ξέρει.
Ανέλαβε κουμάντο λοιπόν με δύο τρόπους. Ο ένας ήταν αυτή η περιφρούρηση. Ο άλλος ήταν ότι είχαν μικρόφωνα και μεγάφωνα (όχι ντουντούκες) από τα οποία φώναζαν αδιάκοπα διάφορα που εμψύχωναν τον κόσμο και διατηρούσαν ζωντανό τον διαδηλωτικό παλμό -κάτι που έχει λείψει πολύ έντονα από άλλες πρόσφατες πορείες. Αυτά που έλεγαν δεν ήταν κνίτικα. Από όλα όσα πιστεύουν και θέλουν, έλεγαν εκείνα στα οποία συμφωνούσαμε άκρες-μέσες όλοι.
Φυσικά καταλαβαίνω και όσους σπάστηκαν από αυτή τη στάση. Σου λέει ο άλλος, η πορεία είναι ολωνών, η πλατεία είναι ολωνών, ποιος σας διόρισε εσάς ντερβεναγάδες; Κατανοητή άποψη, αλλά δεν είναι η δική μου.

Κάποια στιγμή βρισκόμουν στην Αμαλίας. Μεταξύ Αγνώστου και κυρίως Συντάγματος, πάνω στην Αμαλίας, ήταν η εν λόγω αλυσίδα του ΠΑΜΕ. Γύρω, ή τουλάχιστον από την πλευρά του Συντάγματος (από την άλλη δεν έβλεπα) ήταν κόσμος εκτός μπλοκ. Παντού αλλού, στην κάτω πλατεία και σε όλους τους γύρω δρόμους, ήταν επίσης κόσμος, σε άλλα μπλοκ και εκτός μπλοκ. Εγώ ήμουν στους εκτός μπλοκ εκεί πάνω. Όλοι οι επί της Αμαλίας μέτωπο προς Σταδίου, δηλαδή έχουμε τη Βουλή στο δεξί μας χέρι.
Γενικά είχε τόσο κόσμο ώστε, όπως συνήθως, κανείς δεν ήξερε τι γίνεται στα δέκα μέτρα. Εγώ είχα την περιέργεια να δω. Δεν υπήρχε εκεί γύρω κανένας στύλος ή πεζούλι για ν' ανέβω ψηλά να βιγλίσω. Στάθηκα όμως στα νύχια και, καθώς είμαι ψηλός, είδα λίγο παραπέρα.
Πέτρες ίπταντο από και προς διάφορες διευθύνσεις. Ορισμένες ήταν τεράστιες. Έρχεται πια κόσμος με σφεντόνες στην πορεία; Ή με καταπέλτη;
Οι περισσότερες έμοιαζαν να κατευθύνονται προς εκείνους που ήταν καμιά εικοσαριά μέτρα μπροστά μου. Λέω: ή κάπου εκεί, μπροστά από τους μπροστινούς του ΠΑΜΕ και τους εκτός ΠΑΜΕ, είναι παραταγμένη καμιά διμοιρία και δεν τη βλέπω (αλλά πώς την πετροβολάνε έτσι; δε θέλει και πολύ να φύγει καμιά αδέσποτη στους διαδηλωτές) ή κάτι δεν πάει καλά με την οπτική μου γωνία και οι πέτρες κατευθύνονται αλλού από εκεί που νομίζω.
Ή όχι; Ρε μπας και πετροβολάνε ΤΟΥΣ διαδηλωτές; Ποιοι όμως; Οι μπάτσοι; Όχι πως δεν έγινε κι αυτό τόσες φορές τελευταία, αλλά είχα την εντύπωση ότι συνήθως λίγοι μπάτσοι πετάνε λίγες πέτρες σε λίγους διαδηλωτές που πετάνε κι εκείνοι. Τόσο πολλές πέτρες (μιλάμε για βροχή) κατά ολόκληρης πορείας, λίγο ξεφεύγει από τα εσκαμμένα.
Τελικά όχι. Αυτό που οι αισθήσεις έδειχναν αλλά η λογική αρνούνταν να το δεχτεί, ήταν ότι διαδηλωτές πετροβολούσαν διαδηλωτές. Εκεί που στεκόμουν εγώ ήμουν σε μια σχετική ασφάλεια, εκτός βεληνεκούς (προς το παρόν τουλάχιστον). Πιο μπροστά όμως ήταν άνθρωποι που τις τρώγαν ωραιότατα, άνθρωποι χωρίς ασπίδες και κράνη. Και η πέτρα, αντίθετα από τα όπλα της αστυνομίας, δε σε προειδοποιεί ότι έρχεται. Πέφτει αθόρυβα ουρανόθεν.
Μια φίλη μου με ρώταγε τι βλέπω από κει πάνω. Τι να της πω; Ότι μας πετροβολάνε; Να το ακούσουν και παραδίπλα, να κυκλοφορήσει η φήμη σα φλόγα, και τελικά να μην ισχύει; Της είπα τα μόνα για τα οποία ήμουν σίγουρος: ότι πέτρες πετάνε προς διάφορες κατευθύνσεις, και προς εδώ πιο μπροστά. Μετά από λίγο όμως άκουσα τον διπλανό μου ψηλό να μεταδίδει στη δική του παρέα την είδηση αυτούσια. Τον ρώτησα: ρε φίλε, κι εμένα έτσι μου φάνηκε αλλά ...δεν μπορεί. Είσαι σίγουρος; Δεν ήταν κι εκείνος απόλυτα. Αν και το είχε δει ξεκάθαρα. Απλώς δεν το πίστευε.
Εν πάση περιπτώσει το γεγονός ήταν αυτό. Εξακολουθούσα να μην το πιστεύω μέχρι πολύ αργότερα, όταν το διασταύρωσα και με άλλους που ήταν εκεί και με ειδήσεις από τηλεόραση και σάιτ. Μάλιστα δεν ήταν μόνο πέτρερς, ήταν και μολότωφ.
Είχε αρχίσει όμως να με απασχολεί κάτι άλλο: Μέχρι εδώ, καλά πάμε. Έστω κι αν μας πετροβολούν, εγώ είμαι εκτός βολής. Άλλωστε και η παρουσία της συμπαγούς και συγκροτημένης αλυσίδας δίπλα μου μου δημιουργούσε κάποια αίσθηση ασφάλειας. Αν όμως προκύψει κάτι άλλο και χρειαστεί να φύγουμε σβέλτα, πού θα πάμε; Σ' ένα τέτοιο ενδεχόμενο η αλυσίδα δε μου φαινόταν ότι θα διευκόλυνε πολύ τα πράγματα. Λέω, ας πάω σε καμιά άλλη μεριά, σε κάνα σταυροδρόμι, να έχω επιλογές άμα χρειαστεί να το στρίψω.
Βέβαια, το να πας οπουδήποτε μέσα σε τόσο στριμωξίδι ήθελε πολλή ώρα. Τέλος πάντων, κάποια στιγμή βρέθηκα στην κάτω πλατεία, δε μου άρεσε γιατί είναι γούβα και δε βλέπεις τι γίνεται, και είχα την πανέξυπνη έμπνευση να κατευθυνθώ προς τη γωνία της Μεγάλης Βρετανίας.
Πώς διάολο τον λένε το δρόμο με τα ξενοδοχεία; Την ας πούμε συνέχεια της Βασιλίσσης Σοφίας; Καραγεώργη Σερβίας; Τέλος πάντων, βρέθηκα εκεί. Με το που πάτησα το πόδι μου, κατάλαβα ότι είμαι στο λάθος σημείο. Ήμουν ακριβώς εκεί όπου δεν έπρεπε να είμαι: στα μετόπισθεν εκείνων που πετροβολούσαν. Πλήθος κουκουλοφόρων γύρω. (Την απεχθάνομαι αυτή τη λέξη, έχει τύχει πολύ δόλιας μεταχείρισης, αλλά πώς αλλιώς να τους πεις όταν φοράνε κουκούλες;)
Συνήθως ο κουκουλοφόρος σκεπάζεται από τα μάτια και πάνω με κάτι (π.χ. μαντίλι) και από τα μάτια και κάτω με κάτι άλλο (π.χ. δεύτερο μαντίλι, γιακά από ζιβάγκο κλπ). Ή υπάρχει ένας ειδικός τρόπος που φοράνε στη μούρη τους την μπλούζα, μία μόνο, αφήνοντας ακάλυπτα τα μάτια. Ή κανονική κουκούλα σαν των ληστών στα έργα, με ένα άνοιγμα πάλι για τα μάτια. Είδα όμως κι έναν που δε φόραγε τίποτα απ' όλα αυτά, αλλά μία μαύρη κουκούλα με δύο στρογγυλές τρύπες για τα μάτια. Σαν μαύρος ΚουΚλουξΚλαν.



Ή σαν τα σκιτσάκια με τους καταδότες των Γερμανών στον πόλεμο.




Ή, ακόμη ακριβέστερα: σαν δήμιος.



Πήρα φύσημα ως τάχιστα από εκείνο το λάθος σημείο.

Πέρασα από διάφορα άλλα σημεία, είδα διάφορα κλπ.. Κάποια στιγμή αποφάσισα να φύγω. Δε μ' έπαιρνε να κάτσω άλλο. Είχα συνηθίσει από τις προηγούμενες φορές ότι άμα δε σε τρώει ο κώλος σου δεν κινδυνεύεις: βλέπεις τον εχθρό, δεν κάθεσαι μες στα πόδια του, βλέπεις και ποιοι τον προκαλούν με πέτρες, μπουκάλια με νερό, μολότωφ ή έστω με λόγια, και κρίνεις αν θες να είσαι εκεί ή κάπου αλλού. Μπορεί να εισπνεύσεις λίγο δακρυγόνο αλλά μέχρι εκεί. Δε θα σκάσει επάνω σου αν δεν είσαι εκεί όπου πρόκειται να το ρίξουν.
Εδώ ήμουν σε εντελώς νέες συνθήκες. Ο εχθρός δεν ήταν οι μπάτσοι (οι οποίοι κυρίως έξυναν τ' αρχίδια τους χαζεύοντας τον πετροπόλεμο). Δεν ήξερες ποιος ήταν ο εχθρός, ούτε πού είναι -μέχρι να βρεθείς μέσα στις τάξεις του όπως εγώ ή κάτω από την πέτρα του όπως μερικοί άλλοι. Κι άμα δεν ξέρεις ποιος είναι ο εχθρός, δεν ξέρεις και ποιοι είμαστε Εμείς. Δεν υπήρχαμε Εμείς. Όλοι ήταν δυνάμει Άλλοι.
Από διάφορα στενά βγήκα στη Σταδίου. Ήταν πλέον σχεδόν έρημη (πιο πριν έβραζε από κόσμο). Ανέβηκα σ' ένα κάθετο προς Κολωνάκι. Ξαφνικά, ποδοβολητά πίσω μου. Είναι μια παρέα και τρέχουν, αδειάζοντας πέτρες από τις τσέπες τους και φωνάζοντας "το νου σας πίσω, έρχονται μπάτσοι". Πίσω μας, στη Σταδίου, μια ομάδα ματατζήδες κυνηγούσαν μια ομάδα λιθοβολητές, εκείνοι έτρεχαν, και κάποιοι από εκείνους έκοψαν από το στενάκι μου. Οι μπάτσοι δεν έστριψαν: ή ακολούθησαν τους υπόλοιπους που ίσως ήταν περισσότεροι (δεν έβλεπα), ή ποιος ξέρει, ίσως τους άφησαν επίτηδες να ξεφύγουν παριστάνοντας για λίγο ότι τους κυνηγάνε για τα μάτια του κόσμου. Το θέμα είναι ότι τα χρειάστηκα για τα καλά: έστω ότι οι μπάτσοι θέλουν στ' αλήθεια να τους πιάσουν, και όχι βέβαια για να τους σφίξουν το χέρι. Έτσι και μπουν στο δικό μου δρόμο, σιγά μην κάτσουν να ψειρίσουν αν είμαι κι εγώ από αυτούς που κυνηγάνε ή όχι. Δεν έχω ιδέα τι θα έκανα σε μια τέτοια περίπτωση. Ευτυχώς δε χρειάστηκε να κάνω τίποτε, αφού οι μπάτσοι συνέχισαν στη Σταδίου. Ήταν όμως πλέον τελείως σαφές ότι δεν έχει καμία σημασία αν προσέχεις ή δεν προσέχεις. Ο κίνδυνος είναι παντού.

Κάτι ακόμα.

Άκουσα από πολλούς βαρύτατες κατηγορίες κατά του ΠΑΜΕ. Ότι φύλαγαν τους μπάτσους, ότι φύλαγαν τη Βουλή, ότι οι μπάτσοι τους φύλαγαν, κλπ.. Αν αυτά ισχύουν, είναι φοβερό το τι έκανε το ΠΑΜΕ. Αν δεν ισχύουν, είναι φοβερό το πώς σκέφτονται μρικοί άνθρωποι και το ποιοι μηχανισμοί έχουν λειτουργήσει για να στρέψουν τη σκέψη τους σ' αυτή την κατεύθυνση.
Αλλά αυτά δεν είναι τίποτα. Το μόνο πραγματικά φοβερό είναι ότι μια μεγάλη μερίδα διαδηλωτών τρέφει καχυποψία προς μια μεγάλη μερίδα συνδιαδηλωτών τους. Μου είναι απολύτως αδιάφορο αν ισχύουν οι υποψίες: το τι νομίζω εγώ για το ΠΑΜΕ το είπα πιο πάνω και έχω πλήρη συνείδηση ότι αυτή δεν είναι παρά η γνώμη μου και άλλος μπορεί να έχει την αντίθετη. Αλλά αυτή η διάσπαση της όποιας τυχόν ομόνοιας, αλληλεγγύης, ενότητας, είναι σημαντική επιτυχία του Εχθρού. Για άλλον ένα λόγο πέρα από τους προηγούμενους, "Εμείς" δεν υπάρχουμε, υπάρχουν μόνο Άλλοι.

Ότι σκοτώθηκε άνθρωπος, το έμαθα αργότερα, σπίτι μου.

__________________________________________
[Συμπλήρωση μερικες μέρες αργότερα]

Οι συζητήσεις και οι καβγάδες σχετικά με τα γεγονότα βράζουν. Μεταξύ άλλων, κυκλοφορούν φωτογραφίες και βίντεα που δείχνουν ροπαλοφόρους των ΚΝΑΤ να πλακώνουν διαδηλωτές.
Ό,τι δείχνει η φωτογραφία έχει γίνει (δε θα αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τώρα αν είναι φωτοσοπιά ή αν είναι από άλλο γεγονός, αυτό μας έλειπε). Αλλά αυτό απέχει από του να αποδεικνύει ποιο ήταν το συνολικό γεγονός.
Αυτά που εγώ προσωπικά είδα με τα μάτια μου ήταν δύο πράγματα: πρώτον, πέτρες να έρχονται πάνω στο ΠΑΜΕ. Δεύτερον, τους μπροστινούς ΠΑΜίτες να κάνουν κάποια στιγμή ένα ντου και μετά από λίγο να επιστρέφουν χειροκροτούμενοι. Τις πέτρες τις έβλεπα χωρίς να βλέπω αυτούς που τις έριχναν (στη φάση που ήμουν στην Καραγεώργη είδα ποιοι τις ρίχναν αλλά όχι πού έπεφταν, και αυτό κράτησε ελάχιστη ώρα γιατί έφυγα). Από το ντου είδα μόνο πλάτες ΠΑΜιτών να τρέχουν. Όταν έφτασαν στον προορισμό τους ήταν εκτός του οπτικού μου πεδίου. Αργότερα έμαθα ότι όντως έκαναν επίθεση και πλάκωσαν με τα στειλιάρια των σημαιών αυτούς που τους πετροβόλαγαν.
Το να πλακώσεις με τα στειλιάρια αυτόν που σε πετροβολάει δεν είναι βία. Είναι νόμιμη άμυνα. Είναι το στοιχειώδες που θα έκανε ο καθένας, εκτός βέβαια αν προτιμούσε να σηκωθεί να φύγει. Στις σκηνές που είδα, πρώτα οι άλλοι πετροβολούσαν και μετά από αρκετή ώρα τους την έπεσαν οι ΠΑΜίτες. Δεν ξέρω τι είχε προηγηθεί, δεν ξέρω τι ακολούθησε, και ακόμη κι εκείνες τις στιγμές δεν ξέρω τι γινόταν πέρα από εκεί όπου έφτανε το μάτι μου. Αν όμως γινόταν μια δίκη και με καλούσαν μάρτυρα και με ρωτούσαν τι είδα, θα έλεγα με καθαρότατη συνείδηση αυτά που είδα, από τα οποία δεν προκύπτει καμία απολύτως πρόκληση εκ μέρους του ΠΑΜΕ ενώ προκύπτει βαρύτατη πρόκληση εις βάρος του.
Να υποθέσω ότι πιο πριν, την ώρα που ήμουν αλλού, το ΠΑΜΕ είχε προβεί σε κάποια ενέργεια τόσο κατάφωρα προκλητική ώστε κανένας άνθρωπος στον κόσμο δεν θα είχε περιθώριο για οποιαδήποτε άλλη αντίδραση παρά, εκών-άκων, να πετάξει πέτρα ; Ε ωραία, ας το υποθέσω. Το υπέθεσα ήδη. Σαν τι μπορεί να ήταν αυτή η τόσο προκλητική ενέργεια;...

Οι πάντες στην πορεία, με μοναδικές εξαιρέσεις εμένα και τα 10-20 άτομα που ήταν ακριβώς δίπλα μου, είχαν διαφορετικό οπτικό πεδίο από το δικό μου. Διαφορετικό και μεταξύ τους φυσικά. Κάποιοι θα είχαν προνομιακή θέα, και θα είδαν πολλά πράγματα καθαρότερα από εμένα. Άλλοι θα είχαν εξίσου κακή θέα με τη δική μου αλλά όχι την ίδια. Άλλοι πάλι θα βρίσκονταν σε εντελώς διαφορετικό σημείο και θα έβλεπαν καλά ή κακά τι άλλο συνέβαινε ταυτόχρονα.
Η απορία μου είναι πώς τόσες χιλιάδες συμπολίτες μας έχουν την πεποίθηση ότι τα είδαν όλα και ότι ξέρουν μετά βεβαιότητος τι συνέβη, και βγάζουν ακράδαντα συμπεράσματα είτε περί ροπαλοφόρων των ΚΝΑΤ είτε περί του αντιθέτου. Φίλε, ακόμη κι αν σε βάλουν ολομόναχο σ' ένα αδειανό καλοφωτισμένο δωμάτιο 2Χ2, όλο δε θα το βλέπεις. Κάποιο σημείο θα είναι πίσω από την πλάτη σου ή κάτω από τις πατούσες σου.
Άιντε τώρα, όλοι οι φωτισμένοι παντογνώστες...

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2011

ΠΕΡΙ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 8

1η Αυγούστου 2011:
Πορεία στο Δημαρχείο

Σύμφωνα με απόφαση της χτεσινής Συνέλευσης, έγινε σήμερα πορεία από το Σύνταγμα προς το Δημαρχείο για να διαμαρτυρηθούμε για το ξήλωμα των σκηνών. Δε συνέβη τίποτε συγκλονιστικό: συγκεντρωθήκαμε με πανώ και τύμπανα, περπατήσαμε φωνάζοντας συνθήματα, σταματήσαμε για όχι πολλή ώρα έξω από το Δημαρχείο, επιστρέψαμε στην πλατεία, και εκεί στήθηκε η σημερινή Συνέλευση που ξεκίνησε μετά από λίγη ώρα. Όλη η πορεία πρέπει να κράτησε γύρω στη μιάμιση ώρα, το δε πλήθος διάβασα κάπου ότι ήταν γύρω στα 250 άτομα και μου φαίνεται σωστή προσέγγιση.
Η είσοδος του Δημαρχείου φυλασσόταν από μερικά ΜΑΤ. Ίσως μισή διμοιρία. Αργότερα, επιστρέφοντας στο Σύνταγμα, ενώ ήμασταν στη Σταδίου και κοντεύαμε την πλατεία, ξεπρόβαλαν δυο κλούβες μπροστά μας και παρατάχτηκαν κάμποσα ΜΑΤ ακόμη. Κοίταγα τις φάτσες τους και έχω την εντύπωση, χωρίς να παίρνω όρκο, πως ήταν οι ίδιοι! Όταν τελικά φτάσαμε στην πλατεία, και πριν κατέβουμε για τη συνέλευση σταθήκαμε λίγο στην Αμαλίας, είχε πάλι ΜΑΤ και νομίζω ότι και πάλι ήταν οι ίδιοι. Είναι συμπαθητικό. Σε λίγο θα πιάσουμε φιλίες και κουβέντες, που θα τις συνεχίζουμε σε κάθε στάση.

Φυσικά ήμασταν λίγοι. Εδώ και καιρό είμαστε πάντα λίγοι, και αν σήμερα, που ήταν ένα ιδιαίτερο κάλεσμα, ισχύει η εκτίμηση για 250 άτομα, στις απλές καθημερινές προφανώς είμαστε ακόμη λιγότεροι.
Όμως:
Στη συνέλευση της προηγουμένης είχε συζητηθεί το δρομολόγιο της πορείας, και είχαν προταθεί διάφορες ιδέες, όλες με κριτήριο το πού θα βρίσκαμε περισσότερο κόσμο είτε για να ενωθεί κανείς μαζί μας είτε τουλάχιστον για να γίνουμε αντιληπτοί. Επιλέχτηκε η διαδρομή που, κατά την εκτίμηση της πλειοψηφίας, θα κάλυπτε καλύτερα αυτό το κριτήριο. Συγκεκριμένα πήγαμε από Ερμού - Μοναστηράκι - Αθηνάς και γυρίσαμε από Ομόνοια - Σταδίου. Ε λοιπόν, ούτε στο πήγαινε, που θα είχε τουρίστες και καφεπότες, ούτε στο έλα, που θα είχε αυτοκίνητα και περαστικούς, δε συναντήσαμε ούτε γάτα. Έμοιαζε λες και ήταν στημένο, να απομακρύνουν τους πολίτες από όπου θα περνάγαμε! Αλλά δεν ήταν στημένο φυσικά.
Επιστρέφοντας στην πλατεία, λίγο αργότερα κατά τη διάρκεια της Συνέλευσης, συνάντησα ένα ζευγάρι φίλους από επαρχία που είχαν μόλις έρθει. Μου είπαν για μια βόλτα που έκαναν σε άλλες περιοχές του κέντρου, και έμειναν έκπληκτοι (δυσάρεστα έκπληκτοι) από την ερημιά: χολέρα έπεσε; με ρώτησαν. Δεν είχε λεωφορεία, δεν είχε τρόλεϊ, κατεβασμένα ρολά, και δεν είχε και περαστικούς. Βέβαια είναι Δευτέρα απόγευμα (κλειστά μαγαζιά) και είναι και κατακαλόκαιρο, αλλά και τα παιδιά από την πλευρά τους ξέρουν από Αθήνα, είχαν μια ιδέα τι να περιμένουν τέτοια μέρα και ώρα, και όμως αιφνιδιάστηκαν.
Δεν ξέρω πού έχει πάει όλος ο κόσμος. Λεφτά δεν έχουμε, άρα διακοπές δεν πάμε. (...) Να κάθονται σπίτια τους να απολαύσουν τη ζέστη; Να τους απήγαγαν εξωγήινοι; Να συνέβη κάποιο τρομερό γεγονός την ώρα της πορείας που δεν το 'μαθα; Πάντως το θέμα είναι ότι αν η Αθήνα είναι τόσο έρημη, ίσως τελικά 250 άτομα για πορεία και μετά συνέλευση δεν είναι και τόσο λίγα.
Μ' αυτή τη σκέψη αναθάρρησα.

ΠΕΡΙ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 7

Γ. Καμίνης - Το ξήλωμα των σκηνών από την πλατεία

Πολύ αργά τη νύχτα Παρασκευής 29 προς Σάββατο 30 Αυγούστου 2011 συνεργεία του Δήμου Αθηναίων, με τη βοήθεια των ΜΑΤ και κατ' εντολή του δημάρχου, σήκωσαν από την πλατεία Συντάγματος όλες τις σκηνές και τα πανώ.
Στις σκηνές, εκτός από ανθρώπους, στεγάζονταν τα οιονεί γραφεία των διάφορων ομάδων. Υπήρχε σκηνή-γραμματεία, σκηνή-ιατρείο, κλπ. Δε γνωρίζω τι απέγιναν οι σκηνές και τα υλικά που υπήρχαν μέσα. Επιδόθηκαν στους νόμιμους κατόχους;
Ο δήμαρχος Αθηναίων Γ. Καμίνης είχε δηλώσει ότι στο Σύνταγμα δεν έχουν απομείνει παρά μερικοί περιθωριακοί, πρεζάκηδες κλπ., που η παρουσία τους και η παρουσία των σκηνών τους δεν είχε καμία σχέση με το νόμιμο δικαίωμα του συναθροίζεσθαι. Θέλησε λοιπόν να καθαρίσει την πλατεία από αυτούς. Προσωπικά δε νομίζω ότι στις γραμματείες και τα ιατρεία στεγάζονταν πρεζάκηδες. Φυσικά δε χρειάζεται να επαναλάβω κι εγώ μαζί με τόσους άλλους ότι σε δεκάδες άλλες πλατείες, όπως η ακόμη κεντρικότερη πλατεία Ομονοίας, υπάρχουν περιθωριακοί και πρεζάκηδες που δεν κρύβονται σε σκηνές και που δεν απομακρύνθηκαν.
Συνεπώς το επιχείρημα του δημάρχου (λες και χρειαζόταν να επιχειρηματολογήσει, αφού έτσι κι αλλιώς μόνος του αποφάσισε -τα επιχειρήματα έχουν κάποια χρησιμότητα μόνο σε περίπτωση διαλόγου) δεν πείθει. Αλλά λέμε, δεν πείθει καθόλου. Θα μπορούσε να σκεφτεί κάτι που να στέκει κάπως καλύτερα, αλλά δεν το έκανε. Γιατί;

Γιατί ο δήμαρχος είναι μαζί μας. Κι αν ακόμη δεν είναι, ωστόσο για μας δουλεύει. Προσέξτε:
Ο δήμαρχος διαπίστωσε ότι όσο δραστικότερα ήταν τα μέτρα της κρατικής καταστολής, τόσο πιο πολλοί και πιο αποφασισμένοι ήμασταν. Τις μέρες που στη Β. Σοφίας η αστυνομία ύψωσε το σιδηρόφρακτο τείχος, μαζεύτηκαν εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές. Όταν έπεσαν τα χημικά στην πλατεία, ο κάθε διαδηλωτής πολλές φορές έφυγε αναζητώντας κάπου παραπέρα καθαρό αέρα, κι όμως κάθε φορά ξαναγύρναγε στην πλατεία. Αντίθετα, όσο οι αρχές δε μας έδιναν σημασία, κι εμείς ατονούσαμε και χαλαρώναμε. Όταν η πλατεία Αγνώστου Στρατιώτη άνοιξε, και τα κάγκελα και τα ΜΑΤ που απέκλειαν την πρόσβαση απομακρύνθηκαν, οι «Αγανακτισμένοι» της πάνω πλατείας που μέχρι τότε συγκεντρώνονταν ακριβώς εκεί με συνθήματα, πανώ, τύμπανα και μούντζες, ξαφνικά δεν είχαν πού να πάνε και έσπασαν. Σήμερα είχε καμιά τριανταριά άτομα εκεί όλα κι όλα, που απλώς κάθονταν στο πεζούλι.
Ο δήμαρχος λοιπόν είδε ότι χρειαζόμαστε κάποια ερεθίσματα για να τονώνεται το ηθικό, η αποφασιστικότητα και η ενότητά μας. Ότι χρειαζόμαστε να μας δίνει έναν ορατό στόχο ο εχθρός για να μην ξεχνιόμαστε. Και προσφέρθηκε να καλύψει ο ίδιος αυτό το κενό. Έτσι, όχι μόνο ξερίζωσε τις σκηνές, αλλά προσέθεσε και μια σειρά καλομελετημένες λεπτομέρειες:
-το αποφάσισε πραξικοπηματικά
-το έκανε νύχτα σαν κλέφτης
-το έκανε σε εποχή που ο κόσμος της πλατείας είχε αραιώσει, σαν κλέφτης και πάλι (που χτυπάει στην Αθήνα το 15αύγουστο και στα εξοχικά το καταχείμωνο)
-το έκανε με συνοδεία ΜΑΤ
-το στήριξε σε καταφανώς αστήρικτη λογική.
Είναι φανερό ότι προσπάθησε συνειδητά να είναι όσο πιο προκλητικός μπορούσε: σου λέει, αν δε φτάσει η μία πρόκληση, ας υπάρχει εφεδρικά και μια δεύτερη και μια τρίτη. Τι στο διάβολο, στο τέλος θα ξυπνήσουν.
Το ίδιο είχαν κάνει στις 24 Μαΐου οι Ισπανοί Αγανακτισμένοι, με το περίφημο πανώ «Ησυχία μην ξυπνήσουμε τους Έλληνες», εξ αφορμής του οποίου ξεκίνησε ολόκληρο το κίνημα. Θυμάμαι καθαρά ότι την πρώτη μέρα, ίσως και τη δεύτερη, αυτό μάς είχε τσούξει. Ποιοι στο διάλο είναι αυτοί που θα μας την πουν; Φυσικά όταν είδαμε το αποτέλεσμα αυτού του εναύσματος αλλάξαμε γνώμη.
Έτσι και με τον δήμαρχο. Θέλω προσωπικά και εκ μέρους όλης της πλατείας να τον ευχαριστήσω. Σ' αυτόν οφείλω το ότι σήμερα ήμουν πάλι στο Σύνταγμα. Χτες, που από το πρωί μέχρι τις 9 το βράδυ ήμουν στο δρόμο της επιστροφής από ταξίδι και δεν μπόρεσα να πάω, πήγαν άλλοι, περισσότεροι. Κι αυτοί στο δήμαρχο το χρωστούν. Να 'ναι καλά ο άνθρωπος.

Γενικές σκέψεις για τα τεκταινόμενα

Μέσα στην πλατεία, στις συνελεύσεις, έχω ακούσει του κόσμου τις πίπες. Έξω από την πλατεία, σε ιδιωτικές συζητήσεις μεταξύ ατόμων που έχουν συστηματική και συνεπή παρουσία στην πλατεία, έχω ακούσει πολύ πιο ενδιαφέρουσες και σοβαρές γνώμες. Τέλος, στη συναναστροφή μου με άτομα που δεν έχουν καμία συμμετοχή στο κίνημα, διαπιστώνω ότι δεν έχουν ιδέα τι γίνεται αλλά δεν τους πολυενδιαφέρει κιόλας: δε συμμερίζονται τη γνώμη μου ότι στις πλατείες γίνεται κάτι κοσμοϊστορικό.
Αυτά τα τρία είναι αντιφατικά. Φυσικά αντιλαμβάνομαι ότι και μόνο η προσωπική μου εκτίμηση είναι από μόνη της αντιφατική: πόσο κοσμοϊστορικό μπορεί να είναι το ότι λέγονται ένα σωρό πίπες;
Και όμως, όλες οι αντιφάσεις πρέπει να έχουν κάποια εξήγηση. Ας ξεκινήσουμε από την πρώτη: άτομα από το ίδιο σύνολο, τους ανθρώπους της πλατείας, σκέφτονται και εκφράζονται πιο συγκροτημένα στην παρέα παρά στο δημόσιο βήμα. Έτσι από το δημόσιο βήμα λέγονται πράγματα που δίνουν την εικόνα ότι στην πλατεία συγκεντρώνονται άνθρωποι χωρίς συγκροτημένη άποψη, ενώ στις ιδιωτικές συζητήσεις δίνεται ακριβώς η αντίθετη εικόνα.
Ίσως αυτοί με την πιο συγκροτημένη άποψη δε σηκώνονται στο βήμα. Γιατί όμως; Ίσως επειδή ακριβώς έχουν πιο συγκροτημένη άποψη. Η πλατεία προσπαθεί να λειτουργήσει αμεσοδημοκρατικά. Δίνει λοιπόν στον καθένα το δικαίωμα να εκφραστεί και να θέσει τις απόψεις του στην κρίση της συνέλευσης. Δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω ότι όλοι όσοι παίρνουν το λόγο προσπαθούν για το καλύτερο. Αν όμως εγώ θέλω να γίνει το καλύτερο, παναπεί ότι θέλω να γίνει αυτό που νομίζω καλύτερο. Άρα θέλω να πω οπωσδήποτε τη γνώμη μου. Επειδή είμαι πολιτισμένος και δημοκράτης, δε θα προσπαθήσω να την επιβάλω σε κανέναν (αν και οπωσδήποτε αν εγκριθεί θα νοιώσω κολακευμένος). Τουλάχιστον όμως θα κάνω ό,τι μπορώ για να της δοθεί μια ευκαιρία. Δε θ' αφήσω το δικαίωμά μου σε ενάμιση λεπτό δημόσιου λόγου να πάει χαμένο.
Άρα τελικά στη σκέψη μου δεν πρυτανεύει το κοινό καλό αλλά ο εγωισμός. Ο εγωισμός φοράει πολλές παραπλανητικές μεταμφιέσεις: σπάνια θα ακούσουμε κάποιον να λέει «θα γίνει το δικό μου» έτσι απερίφραστα, και όμως πάρα πολύ συχνά φερόμαστε κατά τρόπο εγωιστικό χωρίς ούτε οι ίδιοι να το αντιλαμβανόμαστε.
Συνεπώς με κάτι τέτοια δεν υπηρετούμε το κοινό καλό, και άρα τελικά δε λειτουργούμε και τόσο δημοκρατικά. Πού είναι το πρόβλημα; Όχι στο πλαίσιο λειτουργίας. Εξυπακούεται ότι το δικαίωμα να ακουστούν όλοι πρέπει να παραμείνει αναμφισβήτητο. Πρέπει όμως ο καθένας να έχει και κάτι ουσιαστικό να πει, πέρα από το κοντό του και το μακρύ του. Και αν δεν έχει, να το κρίνει από μόνος του από πριν, και τελικά να μην πάρει το λόγο. Το πρόβλημα λοιπόν είναι η χαμηλή αυτοκριτική και αυτοπειθαρχία.
Οι έχοντες πιο συγκροτημένη άποψη είναι πιθανόν να μην έχουν αυτό το πρόβλημα: έχουν συγκροτημένη άποψη επειδή έχουν την απαιτούμενη παιδεία ώστε να τη διαμορφώσουν. Σ' αυτή την παιδεία περιλαμβάνεται και η αυτοκριτική και η αυτοπειθαρχία. Μιλάμε για άτομα που είναι σε θέση να σκεφτούν «δε θα χαλάσει ο κόσμος αν δεν προσθέσω κι εγώ την αποψάρα μου στην ατελείωτη συλλογή από αποψάρες». Την ικανότητά τους να σκέφτονται συγκροτημένα δεν την τσιγκουνεύονται, δεν τη στερούν από τον κοινό αγώνα, απλώς την αξιοποιούν στη μεν συνέλευση κρίνοντας και ψηφίζοντας, εκτός συνέλευσης δε συζητώντας και συμμετέχοντας έτσι στη διαμόρφωση κοινής γνώμης.
Οι υπόλοιποι λειτουργούν πιο παρορμητικά. Έχω ακούσει αρκετούς να ξεκινούν με την ομολογία ότι δεν ξέρουν να τα πουν ακριβώς. Μαγκιά τους που το αναγνωρίζουν, αλλά αν δεν ξέρεις να τα πεις ακριβώς τότε ούτε στο μυαλό σου τα έχεις πολύ ξεκάθαρα, φίλε. Καλό θα ήταν να τα ξεκαθαρίσεις πρώτα και μετά να έρθεις να μας τα πεις. Και τότε μην ανησυχείς για τις λέξεις, θα δεις ότι θα μπουν από μόνες τους στη σωστή σειρά.
Όμως εγώ για πάρτη μου θα υπερασπίζομαι για πάντα το δικαίωμά σου να λες το κοντό σου και το μακρύ σου. Όχι μόνο για να επιδείξω την ασύγκριτη ανωτερότητά μου που έχω διαβάσει Βολταίρο (άλλωστε, όπως οι πάντες, δεν έχω διαβάσει Βολταίρο, παρά μόνο αυτή τη συγκεκριμένη φράση), αλλά και για δύο πολύ πιο πρακτικούς λόγους:
Ο ένας είναι ότι αυτοί είμαστε στο Σύνταγμα, όχι άλλοι. Την όποια λύση εμείς θα τη δώσουμε: ναι, εμείς, που τόσα χρόνια τους ψηφίζαμε, που είχαμε βολευτεί στον καναπέ μας, και που τώρα ξυπνήσαμε επειδή το αγγούρι είναι πολύ βαθιά. Τι να κάνουμε ρε παιδιά; Ξέρετε καμιά χώρα με ώριμους πολίτες, ετοιμοπαράδοτους, να κάνουμε εισαγωγή; Μακάρι μεν ο Έλληνας να μην είχε όλα τα παραδοσιακά του ελαττώματα, γιατί τότε θα βρίσκαμε όλες τις λύσεις στο πιτς φυτίλι, αλλά από την άλλη αν δεν τα είχε δε θα υπήρχε και πρόβλημα να λύσουμε. Γιατί φυσικά το πρόβλημα δεν είναι το Μεσοπρόθεσμο και το χρέος, ούτε οι κλέφτες πολιτικοί. Είναι η άνευ κοινωνικής συνειδήσεως κοινωνία μας που επέτρεψε να φτάσουμε εκεί. Αυτό το πρόβλημα προσπαθούμε να λύσουμε. Το να κατέβεις στο Σύνταγμα, να σηκωθείς στο μικρόφωνο, και να πεις μια μπούρδα επειδή δε σκέφτεσαι ούτε κάτι καλύτερο να πεις ούτε ότι αυτή την μπούρδα θα ήταν προτιμότερο να μην την πεις, είναι μεν σημείο ότι η κοινωνική σου συνείδηση απέχει του τελείου, αλλά από την άλλη συνιστά τεράστια πρόοδο σε σχέση με το να μείνεις σπίτι σου. Οπότε, αντί να κοιτάμε μπροστά πόσος δρόμος μας λείπει μέχρι να πετύχουμε το τέλειο, γιατί να μην κοιτάμε πίσω πόσο δρόμο έχουμε ήδη καλύψει;
Ο δεύτερος λόγος είναι ότι την ωριμότητα και την κοινωνική συνείδηση που μας λείπει, μέσα από αυτές τις διαδικασίες θα την αποκτήσουμε. Αυτό όμως είναι μια διαδικασία μακροχρόνια. Κι εδώ καλό είναι να θυμόμαστε ότι άμεση δημοκρατία δε σημαίνει να γίνονται τα πράγματα αμέσως. Θέλει υπομονή. Όμως εγώ έχω καταλήξει ότι το σημαντικότερο που γίνεται στην πλατεία είναι ακριβώς το πλαίσιο. Στο περιεχόμενο χάνουμε, αλλά το περιεχόμενο δεν είναι και τόσο σημαντικό. Δεν έχουμε ασκηθεί να λέμε σταράτα τη γνώμη μας, ούτε καν να έχουμε μια σαφή γνώμη, γιατί δεν έχουμε συνηθίσει να έχουμε γνώμη. Δε μας ενδιέφερε να έχουμε γνώμη. Αυτό ήταν το πρόβλημα της κοινωνίας μας: εγώ να 'μαι καλά, και τι με νοιάζει τι θα γίνει παραέξω; Εδώ όμως βλέπουμε τα πράγματα να λειτουργούν αλλιώς. Η πλατεία είναι ένας οργανισμός που δε θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς τη συμμετοχή όλων. Έτσι όλοι συμμετέχουν. Όχι μόνο μιλώντας και ψηφίζοντας στη συνέλευση, αλλά και παίρνοντας μέρος σε όλες τις υποστηρικτικές λειτουργίες. Είναι η πλατεία ΜΑΣ, τη νοιαζόμαστε, και αυτό φαίνεται πολύ περιοσσότερο στην πράξη, στο πώς λειτουργούν όλες οι ομάδες, στο πώς ο χώρος μένει καθαρός και η λειτουργία της συνέλευσης αδιατάρακτη, παρά στο τι λέγεται. Το να σε νοιάζει για την πλατεία σου είναι το πρώτο βήμα. Όταν το εμπεδώσεις, αρχίζεις σταδιακά να νοιάζεσαι και για τη γειτονιά σου, την πόλη σου, τη χώρα σου, τον κόσμο σου.
Το να νοιάζεσαι δε σημαίνει αυτόματα ότι θα νοιάζεσαι και με τον σωστό, τον αποτελεσματικότερο τρόπο. Εδώ τίθεται το θέμα της παιδείας. Αλλά η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Μόλις πρωτομπείς στη θάλασσα δεν ξέρεις κολύμπι, σιγά σιγά όμως μαθαίνεις. Αν μείνεις για πάντα έξω δε θα μάθεις ποτέ.
Συνεπώς το ότι εκφράζονται ανώριμες, ασόβαρες, παρορμητικές απόψεις δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να μας αποθαρρύνει. Αν τις δούμε ως προτεινόμενες λύσεις για το άμεσα ορατό μέρος του προβλήματος, δηλαδή για το χρέος και τους κλέφτες, τότε φυσικά δεν είναι καλές λύσεις. Όμως αυτό δεν είναι παρά το εξωτερικό τους περίβλημα. Στην ουσία οι πίπες που λέγονται είναι οι δικαιολογημένα αδέξιες προσπάθειές μας να αρθρώσουμε λόγο, στο πλαίσιο του να πάψουμε να παραμένουμε σιωπηροί και αδιάφοροι. Δηλαδή τα πρώτα τσαλαβουτήματα μέχρι να μάθουμε άψογο κρόουλ. Είναι ανώριμο το κίνημα; Ε φυσικά είναι ανώριμο. Δυο μήνες έχει που ξεκίνησε, τι περιμένατε; Η συνέλευση δεν είναι κανένα μαγικό ραβδάκι. Έχουμε πάρα πολύ δρόμο μπροστά μας. Τα κινήματα που ανέτρεψαν τη ροή της ιστορίας ποτέ δεν ανδρώθηκαν από τη μια μέρα στην άλλη. Αλίμονο αν στους πρώτους δυο μήνες είχαν καταδικαστεί ως ανώριμα.

Να έρθω και στην άλλη αντίφαση, το ότι γίνονται κοσμογονικές αλλαγές που όσοι δε συμμετέχουν σ' αυτές δεν τις θεωρούν καθόλου κοσμογονικές:
Για όλους τους πραπάνω λόγους εγώ θεωρώ ότι οι πλατείες μπορούν όντως να ανατρέψουν την ιστορία. Μπορεί να συγκεντρωθήκαμε για να μην ψηφιστεί το Μεσοπρόθεσμο και το Μεσοπρόθεσμο τελικά να ψηφίστηκε, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είχαμε μια μοναδική ευκαιρία για ανατροπή και η ευκαιρία χάθηκε. Είναι ηλίου φαεινότερο ότι το Μεσοπρόθεσμο θα ψηφιζόταν ανεξάρτητα από τη δική μας θέληση.
Δεν είναι όμως αυτό το μόνο πεδίο ανατροπής. Ο απέξω, που δεν έρχεται στην πλατεία, αυτό βλέπει: δε θέλατε το Μνημόνιο, το Μνημόνιο πέρασε. Σας φταίνε οι κλέφτες, οι κλέφτες είναι στη θέση τους. Έχετε μαζευτεί εκειπέρα τρεις κι ο κούκος και αλληλοκολακεύεστε με το να έχετε όλοι δικαίωμα λόγου. Τι νομίζετε ότι θα βγάλετε; Να, σας είδαμε τώρα, λίγο έσφιξαν οι ζέστες κι όλοι λακίσατε από το Σύνταγμα προς τις παραλίες.
Δεν είναι έτσι. Αλλιώς είναι, αλλά αν δεν έρθεις από κοντά να δεις δε θα το καταλάβεις. Μας φταίει και το Μνημόνιο, μας φταίνε κι οι κλέφτες, αλλά μας φταίει κι ο εαυτός μας. Και αυτόν πολεμάμε ν' αλλάξουμε. Τις αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες δεν τις θέλουμε επειδή θα μας γλιτώσουν από το Μνημόνιο και τους κλέφτες, αλλά επειδή μέσα από αυτές θα μάθουμε να αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας. Θεωρώ ότι πρόκειται για την αυθόρμητη, μη συνειδητή αντίδραση αυτοΐασης ενός πάσχοντος ζωντανού οργανισμού, που είναι η κοινωνία μας.
Αυτό δεν είναι δηλωμένο πουθενά. Είναι δικό μου συμπέρασμα. Η πλατεία δεν το λέει αυτό, το κάνει όμως.
Από πού το συμπέρανα;
Για δείτε λίγο: αν σου φταίνε οι κλέφτες και το μνημόνιο, πόσο λογική αντίδραση είναι να πας να στήσεις ένα αυτοοργανωμένο ιατρείο, μια αυτοοργανωμένη ομάδα κοινωνικής αλληλεγγύης, μια αυτοοργανωμένη ομάδα σίτισης; Γιατί δεν πας καλύτερα να φτιάξεις μια (αυτοοργανωμένη ή όχι) ομάδα που να διώξει τους κλέφτες;
Ο καθένας εκειμέσα βλέπει κυρίως αυτό που τον τσούζει: το Μνημόνιο και τους κλέφτες, που χάριν συντομίας τους χρησιμοποιώ εδώ ως παράδειγμα, ή τις περικοπές στον προσωπικό του μισθό, ή τη δουλειά που ο ίδιος προσωπικά έχασε, κλπ. Είμαι όμως της γνώμης ότι η πλατεία ως σύνολο, ή μάλλον ο κόσμος όλων μαζί των πλατειών, κάπου παρακάτω από την επιφάνεια της άμεσα συνειδητής σκέψης, εντοπίζει την πραγματική ρίζα του προβλήματος και τη χτυπάει. Δεν μπορώ να φανταστώ άλλη εξήγηση για τα όσα έχουν γίνει στην πλατεία και που δεν έχουν προφανή σύνδεση με τους κλέφτες και το μνημόνιο: εννοώ όχι μόνο τις ομάδες αλλά και τη σταθερή επιμονή στον ειρηνικό χαρακτήρα της συγκέντρωσης, παρά την εμβληματική αγανάκτησή της, και στο πόσο η πλατεία έχει λειτουργήσει ως χώρος κοινωνικοποίησης με την απλή καθημερινή έννοια της πλατείας του χωριού όπου κατεβαίνεις και τους βρίσκεις όλους, και στα γλέντια που έγιναν εκεί, και στους έρωτες που διαδραματίστηκαν, και σε όλα όσα στοχειοθετούν την έκδηλη και διάχυτη καλή διάθεση που ακτινοβολεί η πλατεία και που την ένοιωσαν όσοι πήγαν αλλά φυσικά όχι όσοι δεν πήγαν.
Κάπου είχα διαβάσει: «Αν μπει κλέφτης στο σπίτι σας, μουντζώστε τον και χορέψτε του ένα καλαματιανό, να δούμε αν θα φύγει». Αυτός εννοούσε ότι αν αυτά είναι τα μόνα σας μέσα για έναν τέτοιο στόχο, δε θα κάνετε τίποτε. Αντίθετα εγώ πιστεύω ότι αν αυτά είναι τα μέσα, τότε μάλλον κάποιος άλλος είναι ο στόχος.
Αυτόν λοιπόν το στόχο διακρίνω εγώ: το να αλλάξουμε τους εαυτούς μας. Αν αυτό πετύχει, ασφαλώς και θα είναι ανατροπή της ιστορίας -μιλάμε για ένα έθνος που κατά παράδοση βουλιάζει στον αυτοθαυμασμό και στην επίρριψη ευθυνών στα «400 χρόνια σκλαβιάς» και δεν ξέρω σε ποιαν άλλη άσχετη αιτία. Αν δεν πετύχει, και μόνο που τέθηκε ως στόχος δεν είναι καθόλου αμελητέο.
Όποιος κάθεται απέξω, λογικό είναι να μην τα ξέρει αυτά και να βλέπει μόνο ένα αυτάρεσκο και αυτοαναλισκόμενο κίνημα γραφικών. Αυτό που δεν είναι λογικό είναι το να αρνείται στον εαυτό του τη δυνατότητα να έχει ιδία πείρα: τι διάολο ρε φίλε, στην πλατεία της πόλης σου είμαστε. Τι θα πάθεις να κατέβεις να δεις τι γίνεται; Εσύ μπορεί να πιστεύεις ότι δε θα γίνει ποτέ τίποτε επειδή ο Έλληνας είναι πίξας και δείξας, αλλά εδώ μιλάμε για συνθήκες στις οποίες ο Έλληνας δεν έχει ξαναδοκιμαστεί ώστε να ξέρουμε αν θα κάνει τίποτε της προκοπής.
Και στο κάτω κάτω, να σας πω και κάτι ακόμα. Έστω και δεν πετυχαίνουμε στο τέλος τίποτε. Ούτε σε επίπεδο μνημονίου και κλεφτών, ούτε σε επίπεδο διαμόρφωσης συνειδήσεων. Δε με νοιάζει τόσο. Δε ζω για ένα καλύτερο αύριο. Ή, εν πάση περιπτώσει, όχι μόνο γι' αυτό. Το αύριο είναι μια έννοια υπερβολικά αφηρημένη για να χωρέσει στο μικρό μου μυαλό. Σκεφτείτε το με προσοχή, απροκατάληπτα, και πολύ πιθανόν να συμβαίνει το ίδιο και μ' εσάς: τι θα πει αύριο; Μόνο όταν το αύριο πάψει να είναι αύριο θα το γνωρίσουμε. Εγώ στο Σύνταγμα ζω ένα καλύτερο σήμερα. Ακόμα και με τις φτωχές σε περιεχόμενο συνελεύσεις, ακόμα και με την όλο και μειούμενη προσέλευση, ακόμη και με το πεσμένο ηθικό, έχω την άνευ προηγουμένου χαρά να συμμετέχω στη διαμόρφωση της στιγμής που ζω μαζί με άλλους. Ένα καλύτερο σήμερα είναι το χτεσινό καλύτερο αύριο.



Παρασκευή 8 Ιουλίου 2011

ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Απουσίασα από την Αθήνα για ένα τριήμερο ταξίδι. Έτσι, όχι μόνο δεν κατέβηκα στο Σύνταγμα, αλλά έζησα ένα κάποιο πλήθος συσσωρευμένων εμπειριών τελείως άσχετων με τις συγκεντρώσεις της πλατείας. Συνεπώς φρεσκάρισε το μυαλό μου: τα προηγούμενα είχαν μια ευκαιρία να κατακάτσουν και ίσως, κάπως, να ωριμάσουν.

Και σκέφτηκα: Τι ακριβώς κάνω όλον αυτό τον καιρό στο Σύνταγμα; Τι είναι αυτό που με έχει απορροφήσει τόσο πολύ στην «επανάσταση»; Το κεντρικό αίτημα, η άμεση δημοκρατία, δε με έχει πείσει −αυτό είναι φανερό και από τα προηγούμενα κείμενά μου· η διαμαρτυρία και η αγανάκτησή μου είναι εξίσου γνήσια με του καθενός, ωστόσο το αντικείμενό τους είναι κάπως θολό στο μυαλό μου, γιατί οι ικανότητές μου στις πολιτικοοικονομικές αναλύσεις είναι ιδιαίτερα περιορισμένες. Οπότε, τι;

Για να είμαι ακριβέστερος, τις μέρες που το μυαλό μου άλλαζε αέρα δε σκεφτόμουν ακριβώς αυτά τα ερωτήματα, σκέφτηκα όμως την απάντηση. Τα ερωτήματα τώρα που γράφω μου ήρθαν.

Στο Σύνταγμα υπάρχει ελευθερία. Δεν ισχύουν απαγορεύσεις. Η ζωή μας είναι γεμάτη απαγορεύσεις, όπως επίσης και γεμάτη με περιττά τιμήματα που πρέπει να καταβάλεις για να κάνεις το καθετί. Αυτό άρχισα να το νιώθω, νομίζω, τα χρόνια που ήμουν στην Κάρπαθο. Πρώτον, γιατί εκεί ξεκίνησα την καριέρα μου στο σχολείο, και ήμουν υποχρεωμένος να επιβάλλω στα παιδιά ένα πλήθος απαγορεύσεων. Δεύτερον, γιατί σ' ένα μέρος με πιο αραιή κατοίκηση η ζωή είναι πιο απλή, τα περιττά τιμήματα (του τύπου φάε δέκα ώρες στην αναμονή για να πας οπουδήποτε να κάνεις οτιδήποτε) είναι πολύ λιγότερα, κι έτσι συνειδητοποίησα πόσο έντονη και παράλογη είναι η παρουσία τους στην Αθήνα.
Η απαγόρευση συνιστά τρομοκρατία. Ιδίως όταν υπάρχουν πάρα πολλές και όχι ξεκάθαρα γνωστές. Όμως η απαγόρευση είναι μια λανθασμένη στη βάση της ιδέα. Αυτό φαίνεται ολοκάθαρα στην περίπτωση του στρατού: πουθενά αλλού δεν υπάρχουν τόσο πολλές, τόσο αναίτιες και τόσο θολές απαγορεύσεις, είναι δυνατόν λ.χ. να τιμωρηθεί κανείς επειδή δεν έχει κουμπώσει τη στολή του όπως προβλέπεται, και το αποτέλεσμα είναι ότι στο στρατό δε λειτουργεί απολύτως τίποτε, από το σημαντικότερο (άμυνα της πατρίδας) μέχρι τη μικρότερη λεπτομέρεια της καθημερινότητας. Όσο διαλυμένο ήταν το αντιαρματικό όπλο που κουβαλούσα στις ασκήσεις, τόσο ήταν και οι ραφές στις στολές μας. Το μόνο που λειτουργεί αδιαλείπτως είναι η μόνιμη ανησυχία της καμπάνας. Στα λογοπαίγνια των φαντάρων η παρουσία οποιουδήποτε υψηλού βαθμοφόρου είναι ταυτόσημη του ύψους των ποινών που μπορεί να επιβάλει.
Αυτό λοιπόν που γίνεται στο στρατό σε ακραίο βαθμό, γίνεται λίγο πιο μαζεμένα και στην κοινωνία. Οδηγείς, σε σταματάει η τροχαία, δεν έχεις πιει, δεν έχεις περάσει με κόκκινο, δεν κουβαλάς όπλα και ναρκωτικά, κι όμως δεν αισθάνεσαι ασφαλής: άμα θέλουν, κάπου θα σε τσακώσουν ένοχο. Ακόμη και ο κανονισμός της πολυκατοικίας μπορεί να σε καθιστά ένοχο παραβάσεων που δε γνωρίζεις. Αθώος δεν είναι όποιος, πράττοντας κατά συνείδηση, αποφεύγει καθετί κακό, αλλά όποιος έχει την τύχη να μην καταγγελθεί, να μη συλληφθεί, ή να κάνει τους κατάλληλους ελιγμούς ώστε να ξελασπώσει.

Στο Σύνταγμα λοιπόν είδα αιφνιδίως να λάμπει ο ήλιος της ελευθερίας. Απλές μικρές δραστηριότητες της ζωής, που παντού αλλού τις απαγορεύει είτε κάποιος νόμος / κανόνας / ρύθμιση είτε η ίδια η δική μας συνήθεια, ξαφνικά ξανατέθηκαν στη σωστή τους βάση και επιτράπηκαν.
Λίγο πριν το Σύνταγμα είχα δει σε μια σύντομη φλασιά ένα άλλο τέτοιο μέρος. Ήταν το Πάρκο στα Εξάρχεια: ένα άδειο οικόπεδο, πρώην πάρκινγκ, που το κατέλαβαν οι κάτοικοι, έφτιαξαν ένα υπέροχο παρκάκι με παρτέρια, δέντρα και μια παιδική χαρά, και βρέθηκα μία μοναδική φορά, σ' ένα πάρτι. Στο Πάρκο μαζεύεται ο καθένας, είναι ένα είδος πλατείας του χωριού, ένας τόπος συνάντησης όπου μπορείς να «βγεις» χωρίς αυτό να σε περιορίζει σ' ένα συγκεκριμένο μαγαζί όπου κάτι πρέπει να πάρεις, και όπου με θαυμαστό τρόπο κανείς δεν ενοχλεί κανέναν. Πουθενά δεν έγραφε λ.χ. ότι απαγορεύονται οι μηχανές πάνω στο πάρκο, κι όμως δεν υπήρχε ούτε μία, παρόλο που σίγουρα πολλοί έρχονται με μηχανές. Σε κάποια γωνιά γινόταν το πάρτι όπου ήμουν κι εγώ, και σ' όλο τον υπόλοιπο χώρο συνεχιζόταν η καθημερινότητα του πάρκου, όπου άνθρωποι που δεν είχαν σχέση με το πάρτι μας δεν ενοχλούνταν και δε μας ενοχλούσαν. Ο σεβασμός ήταν αυθόρμητος, γιατί οι περισσότεροι εκειπέρα ήταν −εικάζω− από τους ανθρώπους που το είχαν φτιάξει οι ίδιοι, οπότε φυσικά σέβονταν το δημιούργημά τους, και οι υπόλοιποι ήταν κόσμος που αν δεν είχαν διάθεση να το σεβαστούν δε θα έρχονταν καν. Το να απευθύνεις το λόγο στον διπλανό σου ή να του χαμογελάσεις ήταν πολύ πιο απλό απ' ό,τι στο δρόμο, σ' ένα καφενείο ή σε οποιονδήποτε άλλο δημόσιο χώρο.
Έτσι λοιπόν είναι και στο Σύνταγμα. Μπορείς να κατέβεις μια βόλτα και να βρεις γνωστούς χωρίς να έχεις κανονίσει τίποτε με κανέναν. Μπορείς να κάτσεις σταυροπόδι στο γκαζόν και να πίνεις μπίρες μαζί με μια παρέα από γνωστούς ή και πρώην αγνώστους. Μπορείς να τραγουδήσεις, να παίξεις μουσική, να χορέψεις. Μπορείς να μιλήσεις στον διπλανό σου. Μπορεί να έρθει κάποιος, να σου πει «να κάνω μια ερώτηση», και η ερώτηση να μην είναι μήπως σου περισσεύει ένα ευρώ. Και φυσικά, και όλα τα σημαντικότερα: μπορείς να έχεις το μερίδιό σου από το χρόνο του δημόσιου βήματος, μπορείς να προτείνεις αυτό που θεωρείς καλό για τα κοινά, μπορείς να συμμετάσχεις στις ομάδες που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους για να λειτουργήσει αυτή η κοινότητα. Δε συμμετέχω σε καμία κι έτσι δεν ξέρω από πρώτο χέρι τι γίνεται εκειμέσα, αλλά σίγουρα δε θα λειτουργούν με τους περιορισμούς ενός εργασιακού χώρου (ωράριο, ιεραρχία, υποχρεώσεις και δικαιώματα, απαγορεύσεις).
Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις. Αλλά μαζεύονται άνθρωποι που σε γενικές γραμμές θέλουν παρόμοια πράγματα. Έτσι η ελευθερία δεν είναι ασυδοσία. Ο φασιστικός παραλογισμός ότι η ελευθερία μου συναντάει ένα φράχτη εκεί όπου αρχίζει η ελευθερία του αλλουνού, εκεί καταργείται: οι ελευθερίες του καθενός δεν είναι μικρά αγροτεμάχια ιδιωτικής περιουσίας, αλλά ένας μεγάλος κάμπος που τον έχουμε εξ αδιαιρέτου, και άρα χωρίς εσωτερικούς φράχτες. Στο Σύνταγμα μπορείς να περάσεις μερικές ώρες χωρίς να φοβάσαι μήπως ό,τι κάνεις ανά πάσα στιγμή υπόκειται σε κάποια άγνωστη απαγόρευση, χωρίς την απειλή ποινών σε περίπτωση που συλληφθείς να παραβιάζεις αυτή την απαγόρευση, χωρίς σύννεφα να σκιάζουν τον ουρανό της ελευθερίας.

Ε λοιπόν, αυτό φαίνεται ότι τους ενοχλούσε αφόρητα. Έτσι μας το έσπασαν. Μετά τα δύο μεγάλα μπάχαλα, στις 15 και το διήμερο στις 28-29 Ιουνίου, αυτή η πρωτόπλαστη ξεγνοιασιά δεν υπάρχει πια. Ήδη στο κείμενο για την επομένη της 29ης έγραφα ότι μόλις ξέσπασε ένα σούσουρο σε κάποιο σημείο εκτός οπτικού πεδίου, η άμεση αντίδραση ήταν «αμάν, πέσιμο». Όλοι μιλάν για ασφαλίτες που κυκλοφορούν ανάμεσα στους ανθρώπους −και κάποιοι όντως έχουν γίνει τσακωτοί. Και όπως είναι φυσικό η παρουσία της Ασφάλειας δημιουργεί ανασφάλεια (όπως έγραφε κάποιος, μας έκλεψαν τις λέξεις: παλιά η Ελλάς ήταν η πατρίδα μας, τώρα ΕΛ.ΑΣ. είναι η αστυνομία...): δεν μπορείς με την ίδια άνεση όπως πριν να απευθύνεις το λόγο στον διπλανό σου, αντιθέτως πολλοί χαμηλώνουν τον τόνο της φωνής τους όταν μιλάν στο φίλο τους και κάποιος περνάει δίπλα. Άμα συναντήσεις κάποιον που είχες μέρες να δεις, η πιο κλασική κουβέντα για να ξεκινήσεις θα είναι: «ήσουν στα μπάχαλα; ήπιες δακρυγόνο; είδες το ξύλο; εσύ τις έφαγες; έριξες και καμιά;». Συνέλαβαν μερικούς διαδηλωτές, και μας έριξαν στη λούμπα να συζητάμε «συμφωνήσατε όλοι να πάμε στα δικαστήρια για συμπαράσταση και δεν ήρθε κανείς − όχι ήρθα εγώ − κλπ.»

Αυτό είναι ό,τι πιο άσχημο μπορούν να μας κάνουν. Ή ίσως να μην είναι το χειρότερο, ίσως να μην είναι πιο σκληρό από τα μέτρα του Μεσοπρόθεσμου, αλλά είναι κάτι που το καταλαβαίνω πιο άμεσα, με το μικρό μου το μυαλό. Είχαμε ένα χώρο να βαδίζουμε με την πλάτη ίσια και το μέτωπο αζάρωτο, και μας τον πήραν. Καμιά θυσία δεν είναι υπερβολική προκειμένου να τον πάρουμε πίσω, και να τον επεκτείνουμε μέχρι όλη μας η ζωή, στη δουλειά, στην οικογένεια, στο δρόμο, στην οποιαδήποτε επαφή μας με έναν ή πολλούς συνανθρώπους, να γίνει Σύνταγμα. Το Σύνταγμα ήταν η μεγαλύτερη ανθρώπινη κατάκτηση από τότε που ζω. Με όλα του τα στραβά, με όλη μου τη δυσπιστία προς τα αιτούμενά του, το Σύνταγμα ήταν ένα μέρος όπου δε φοβόμουν, δεν ήμουν ούτε ύποπτος ούτε καχύποπτος, ο άλλος άνθρωπος δεν ήταν ο δυνάμει εχθρός μου.

Πρέπει να το πάρουμε πίσω.

Κυριακή 3 Ιουλίου 2011

ΠΟΤΕ ΘΑ ΚΑΝΕΙ ΞΑΣΤΕΡΙΑ

Το «Πότε θα κάνει ξαστεριά» έχει τραγουδηθεί τόσες φορές τον τελευταίο καιρό στην Πλατεία που, όπως εύστοχα το διατύπωσε κάποιος φίλος, έχει γίνει το leitmotiv του αγώνα.

Το «Πότε θα κάνει ξαστεριά» είναι δημοτικό τραγούδι της Κρήτης, ριζίτικο, από την ευρύτερη περιοχή Χανίων. Έγινε κοσμοαγάπητο και σύμβολο των λαϊκών αγώνων όταν το τραγούδησε ο Νίκος Ξυλούρης στο δίσκο «Ριζίτικα» του Μαρκόπουλου το 1971, μέσα στην προηγούμενη χούντα. Ωστόσο, τα λόγια του τραγουδιού περιλαμβάνουν και μερικούς στίχους που δεν υπάρχουν στην ηχογράφηση του Ξυλούρη, και συνεπώς δεν είναι τόσο γνωστοί. Νομίζω ότι όποιος τους ξέρει θα καταλάβει πολύ καλύτερα και το τραγούδι και το γιατί το τραγουδάει:

Πότε θα κάμει ξαστερια, πότε θα φλεβαρίσει
να πάρω το τουφέκι μου, την όμορφη πατρώνα,
να κατεβώ στον Ομαλό, στη στράτα τω' Μουσούρω',
να κάμω μάνες δίχως γιους, γυναίκες δίχως άντρες,
να κάμω και μωρά παιδιά να κλαιν δίχως μανάδες,
(να κλαιν τη νύχτα για βυζί και την αυγή για γάλα
και τ' αποδιαφωτίσματα για την καημένη μάνα,)
κι ας κάμω και την αγαπώ τα μαύρα να φορέσει.

Καταλάβατε κύριοι; Άμα λέμε τέτοια λόγια καλό είναι να τα εννοούμε, ή αλλιώς να μην τα λέμε.

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2011

ΠΕΡΙ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 6

Σύνταγμα, 29 Ιουνίου 2011

Συνεχίζω λοιπόν την αφήγησή μου... Αλλά για την Τετάρτη τι να πω; Τα γεγονότα ξεπερνούν τα λόγια που διαθέτω, και άλλωστε είναι γνωστά σε όλους. Την Τετάρτη ο πόλεμος δεν ήταν πια γιορτή, ήταν απλά πόλεμος. Όπως λέμε «η φρίκη του πολέμου» και άλλα παρόμοια κλισέ. Έγραφα ότι την Τρίτη δε φοβήθηκα. Την Τετάρτη σαφώς και φοβήθηκα. Όχι μόνο για τη ζωή μου και τη σωματική μου ακεραιότητα, ή για τη Δημοκρατία. Ένιωσα έναν σκοτεινό τρόμο, απέναντι σε κάτι που θέλει το κακό μου, και που μου επιτίθεται χωρίς λόγο, χωρίς λογική, χωρίς σεβασμό στους νόμους του πολέμου, χωρίς τίποτε άλλο εκτός από βία και πόθο για τη συντριβή μας.


Για τα ίδια τα γεγονότα θα περιοριστώ να σας παραπέμψω σε μερικές πηγές:
Εδώ ο Πιτσιρίκος έχει συγκεντρώσει μερικά χαρακτηριστικά βιντεάκια από σκηνές της μάχης. Πέρα από τις σκηνές βίας γενικώς, καταγράφονται επιθέσεις των ΜΑΤ σε καφετέριες του Μοναστηρακίου, στο σταθμό του Μετρό, κ.ά. Ένα από αυτά, που έχει κάνει πάταγο, δείχνει τα ΜΑΤ να φυγαδεύουν κουκουλοφόρους μέσα στη Βουλή. Μάλιστα ο ένας από τους κουκουλοφόρους έχει ταυτιστεί: είναι γνωστό το όνομά του, η ιδιότητά του (εργαζόμενος και συνδικαλιστής στα ΕΘΕΛ), και η ενεργή σχέση του με νεοναζιστικούς κύκλους (News 247).
Άλλο παρεμφερές σκηνικό είναι ο πολίτης με το δακρυγόνο (ή χειροβομβίδα κρότου-λάμψης;) στην τσέπη, που φωτογραφήθηκε να συνομιλεί με τα ΜΑΤ. Βλ. tvxs και News 247. Ακόμη, σ' αυτό το βίντεο βλέπουμε τον εμπρησμό των Μακντόναλντς του Συντάγματος: τα ΜΑΤ εμφανίζονται ξαφνικά από μια γωνία, την πέφτουν στους εμπρηστές, τουλάχιστον έναν τον ακινητοποιούν, και ...μετά τον παρατάν και φεύγουν. Μοιάζει σαν μέσα στην ορμή της μάχης να μην τον γνώρισαν αμέσως, να του την έπεσαν, μετά να του είπαν «έλα ρε, εσύ είσαι;» και να τον άφησαν.
Εδώ, εδώ, εδώ και εδώ υπάρχουν 4 συλλογές από φωτογραφίες ξένου ρεπόρτερ από τη μάχη. Είναι και από τις δύο ημέρες. Δεν εστιάζουν σε κάποια συγκεκριμένη πτυχή, παρουσιάζουν διάφορα στιγμιότυπα, είναι πολύ καθαρές (μεγάλη ανάλυση) και καλές ως φωτογραφίες.
Μερικά ακόμη πολυ χαρακτηριστικά βιντεάκια δείχνουν: τα ΜΑΤ να πετροβολάνε τους διαδηλωτές (όλοι το μάθαμε, αλλά καλό είναι να το δούμε και αποτυπωμένο)· τον πρόεδρο των φαρμακοποιών να επευθύνει έκκληση να σταματήσουν τα χημικά και στα μισά της έκκλησης να πνίγεται από ασφυξία· και τον βομβαρδισμό του σταθμού του Μετρό με χημικά.
Αυθημερόν ο εκπρόσωπος τύπου της Αστυνομίας Θανάσης Κοκαλάκης, σε μία παραληρηματική συζήτηση με δημοσιογράφους του Άλτερ, βεβαιώνει ότι ο βομβαρδισμός του αμέσως προηγούμενου βιντέου δε συνέβη ποτέ.*
O πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Χημικών ενημερώνει για την ακριβή φύση των συνεπειών της χρήσης τους στην υγεία μας, λύνει απορίες σχετικά με τα ληγμένα κλπ. (κείμενο στο News 247). Εδώ πάλι συλλέγονται υπογραφές για την παραπομπή στη Δικαιοσύνη των υπευθύνων για τον χημικό πόλεμο, μπορείτε να υπογράψετε κι εσείς άμα θέτε, και παρεμπιπτόντως ενημερωνόμαστε και για το διεθνές νομικό καθεστώς που ισχύει σχετικά (τα χημικά όπλα απαγορεύονται από το 1925, το 1965 ο ΟΗΕ υπήγαγε στη σχετική συμφωνία και τα δακρυγόνα, η χρήση τους σε καιρό πολέμου συνιστά έγκλημα πολέμου, κλπ.).
Τέλος, εξωφρενικές δηλώσεις του πρωθυπουργού (Νews 247) και του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως (tvxs) την επόμενη μέρα. Ο πρώτος ζει σε κάποιον άλλο κόσμο, πιο όμορφο, και ο δεύτερος επιδεικνύει στα ψεύδη την ίδια έλλειψη ορίων και αιδούς όπως και στη βία.

Η προσωπική μου ιστορία είναι ότι αυτή τη φορά φορούσα γυαλάκια κολυμβητηρίου, που τα πουλούσε ένας μες στην πλατεία 2 ευρώ. Προστατεύουν αρκετά αποτελεσματικά από τα δακρυγόνα, αλλά αλλοιώνουν και περιορίζουν το οπτικό πεδίο. Έτσι δεν ήξερα καλά πού πατάω και που βρίσκομαι. Τέσσερις-πέντε φορές, όταν έσκαγε το δακρυγόνο, πήγα προς μια συγκεκριμένη φωτιά να ανασάνω, και κάποια απ' όλες τις φορές μου πήρε αρκετή ώρα μέχρι να συνειδητοποιήσω, έκπληκτος, ότι δε βρισκόμουν στη φωτιά που νόμιζα αλλά σε μιαν άλλη σε άλλο σημείο της πλατείας. Τότε άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως δεν είμαι και τόσο αξιόμαχος πλέον. Κατόπιν τούτου, αντί να πέσω μαχόμενος ηρωικώς υπέρ της πλατείας, που θα μας την έπαιρναν έτσι κι αλλιώς, προτίμησα να ζήσω για να την ξαναπάρω.
Έτσι γύρω στις 4 το απόγευμα αποφάσισα να φύγω. Δεν είναι φυγομαχία, είναι απλή αλλαγή βάρδιας. Αλλά το να φύγω δεν ήταν τόσο απλή υπόθεση. Σε κάθε μεριά της Β. Σοφίας, της Πανεπιστημίου, της Αμαλίας, της Σταδίου, της Καραγεώργη Σερβίας, της Ερμού, της Μητροπόλεως και της Φιλελλήνων, όλων των δρόμων του Συντάγματος, υπήρχαν διμοιρίες σιδηρόφρακτων Νταρθ Βέιντερ. Εν πάση περιπτώσει, είδα κάποιους να περνάνε ανάμεσα στα ΜΑΤ στην Ερμού κι εκείνα να τους αφήνουν, και διάλεξα κι εγώ αυτή τη διαδρομή. Κατέβαινα και κατέβαινα την Ερμού, αναζητώντας κάποιο στενάκι που να είναι ελεύθερο, ώστε κάποια στιγμή, με όση βόλτα κι αν χρειαζόαν, να έβγαινα σε ειρηνικούς κεντρικούς δρόμους προς τη γειτονιά μου. Εντωμεταξύ η ίδια η Ερμού ήταν κι αυτή βομβαρδισμένη. Μετά από κάμποση πορεία, κάπου στο ύψος της Καπνικαρέας βρήκα ένα στενάκι που δεν είχε μπάτσους, κι έκοψα προς την περιοχή Αγίας Ειρήνης.
Μόλις άφησα τη μάχη πίσω μου βρέθηκα στο ακριβώς αντίθετο: παντέρημοι δρόμοι, είτε χωρίς γάτα είτε με καναδυό φοβισμένους διαβάτες που ίσα ίσα η παρουσία τους τόνιζε έτι μάλλον την ερημιά.
Όπως ίσως ξέρετε, σ' εκείνη την περιοχή οι δρόμοι δεν είναι παράλληλοι και κάθετοι αλλά μόνο λοξοί. Δεν είναι τόσο εύκολο να χαράξεις πορεία, αλλά δε μ' ένοιαζε τόσο το πού θα έφτανα όσο το από πού θα απομακρυνόμουν. Σε μια διασταύρωση κάνω να στρίψω δεξιά, αλλά βλέπω ένα κοπάδι Δίες ή Δελτάδες να ορμά προς αυτή την κατεύθυνση. Οπότε αποφασίζω να πάω αριστερά. Δεν κάνω δέκα βήματα, και να σου οι Δίες που έχουν αλλάξει γνώμη, έχουν κάνει μεταβολή κι έρχονται πάλι καταπάνω μου. Ρε τι διάλο, λέω, εμένα προσωπικώς κυνηγούν; Ας πάω από εδώ καλύτερα.
Δεν ξέρω αν ήταν η ίδια διμοιρία που συναντούσα κάθε φορά ή διάφορες, ούτε αν πήγαιναν κάπου ή είχαν χαθεί, αλλά για κάνα δεκάλεπτο ξεφύτρωναν από οποιο δρόμο διάλεγα να πάρω μέσα στο λαβύρινθο του ιστορικού κέντρου. Ήταν λίγο εφιαλτική κατάσταση. Τελικά κάποια στιγμή είχα τη φαεινή ιδέα να μπω σ' ένα καφενείο να πλύνω τη μούρη μου, ώστε να μην κυκλοφορώ με το Μαλόξ και καρφώνομαι ότι ήμουν στο Σύνταγμα. Διώχνοντας όλο αυτό το στρώμα μάσκαρας, άλλαξε και η ψυχολογία μου. Έδιωξα φαίνεται και το φόβο. Δεν ήμουν πλέον παρά ένας τυχαίος περαστικός. (Λες και πριν ήμουν κανένας ένοχος... Αλλά γενικά όπου υπάρχει αστυνομία στην Ελλάδα είμαστε όλοι ένοχοι, απλώς αντί να τιμωρηθούμε όλοι ο κλήρος πέφτει σε κάποιους κάθε φορά. Κάπου άκουγα ότι υπάρχουν άλλες χώρες που ο πολίτης βλέπει αστυνομία στο δρόμο και αισθάνεται μια ζεστασιά, μια ασφάλεια. Δεν μπορώ να το βιώσω, απέχει πολύ από τις παραστάσεις μου.)
Α, παρεμπιπτόντως να σας αναφέρω μια ιστοριούλα: κάποιος φίλος μου, είτε την Τρίτη είτε την Τετάρτη, είχε αράξει σε μια σχετικώς ήρεμη στιγμή σ' ένα από τα καφενεία της πλατείας. Δίπλα καθόταν μια οικογένεια. Η κόρη της οικογένειας, περίπου 15-16 χρονών, είχε φύγει με το μετρό από το Σύνταγμα, βγήκε σε κάποιον άλλο σταθμό και πήρε ταξί για το σπίτι της. Ο ταξιτζής, φιλήσυχος πολίτης, την είδε πασσαλειμμένη με Μαλόξ και θεώρησε σκόπιμο, αντί για το σπίτι της, να την πάει στο πλησιέστερο τμήμα, για να συμβάλει έτσι στην πάταξη των ταραξιών... Σε τι σουρεαλιστικό κόσμο ζούμε! Αν ήμουν η κόρη θα ερχόμουν πειθήνια μαζί του και θα έλεγα στους μπάτσους «Σας έφερα αυτό τον ταξιτζή, αρνήθηκε να με πάει εκεί που του ζήτησα, τώρα επιτρέψτε μου παρακαλώ να πλύνω τη μούρη μου».

Έφτασα αισίως σπίτι μου. Πλύθηκα, πλύηκα, πλύθηκα, κι είχα να λέω ότι καθάρισα. Ενώ αισθανόμουν πτώμα κι ήθελα να φάω και να κοιμηθώ για να ξανακατέβω πιο βράδυ, δεν μπορούσα ακόμη να παρατήσω την πλατεία. Μέσω διάφορων λάιβ μεταδόσεων στο ίντερνετ και τηλεφώνων με γνωστούς, ήθελα να παρακολουθώ τι γίνεται κάθε στιγμή. Εν πάση περιπτώσει μπόρεσα κάποτε να πέσω να ξεραθώ.
Όταν ξύπνησα ήταν αργά, περασμένες 10 το βράδυ. Πληροφορήθηκα ότι η διαλυμένη συγκέντρωση της πλατείας μεταφέρθηκε στο Μοναστηράκι, και αποφάσισα να πάω να τους εύρω εκεί. Μέχρι να καλοξυπνήσω, να κάνω πάλι μερικά τηλέφωνα κλπ., πήγε εντεκάμιση και.
Ξεκίνησα. Δεν ήξερα αν θέλω να περάσω από Σύνταγμα, που είναι κανονικά ο δρόμος μου, ή να το παρακάμψω. Τελικά πέρασα. Υπήρχαν κάποιοι λίγοι άνθρωποι, αλλά πραγματικά λίγοι. Η ατμόσφαιρα ήταν πολύ φορτωμένη με δακρυγόνο. Χρειάστηκε να κάνω στάση σε κάθε φωτιά που έβρισκα, για μερικές τζούρες αναζωογονητικού ντουμανιού. Οι μπάτσοι σε όλα τα γύρω σημεία ήταν άπειροι. Η Καραγεώργη Σερβίας ήταν η πιο βαριά βομβαρδισμένη απ' όλες, δεν υπήρχε ένα κομμάτι καθαρού επίπεδου δρόμου ούτε όσο ένα χαρτί Α4. Τα σκαλάκια της πλατείας ήταν κατάμαυρα, καρβουνιασμένα. Μας την είχαν ρημάξει, την όμορφη πλατεία μας. Ένας τελευταίος από το κάτω μέρος της πλατείας πετούσε με τη λιγοστή δύναμη που του απέμενε, πριν του σωθεί τελείως η μπαταρία, πέτρες στους μπάτσους της Ερμού που δεν του έδιναν σημασία.
Κατέβηκα από τη Μητροπόλεως. Ήταν κι αυτή καταβομβαρδισμένη μέχρι πολύ κάτω, με μάρμαρα, οδοφράγματα, φωτιές. Όταν έφτασα στο Μοναστηράκι δε βρήκα τίποτε. Κάποιοι λιγοστοί άνθρωποι κάθονταν παρέες παρέες, όπως συμβαίνει γενικά εκεί κάθε μέρα, και αυτό ήταν όλο. Η ατμόσφαιρα ήταν πένθιμη. Ήταν 12 τα μεσάνυχτα.
Ξαναανηφόρισα. Τι να κάνουμε, πάω σπίτι. Είχα ελπίδες ότι ο κόσμος της πλατείας θα ήταν κάπου, ότι θα διατηρούσε το ηθικό του, μπορεί να γινόταν πάλι κανένα γλέντι όπως τις άλλες φορές που χορεύαμε και παίζαμε κάτω από τα εχθρικά πυρά, ή ότι θα είχε γίνει συνέλευση, ή κάτι τέλος πάντων. (Είχαν όντως γίνει μερικά πράγματα, αλλά τα έχασα. Κάποια στιγμή είχαν φύγει από το Μοναστηράκι αλλά όχι για τα σπίτια τους: πήγαν στο Γκάζι όπου προσπάθησαν να μπουν στο στούντιο του 984. Αυτά τα έμαθα την άλλη μέρα.)
Στάθηκα στην Ερμού, πίσω από τους μπάτσους, μαζί με μερικούς άλλους. Διερωτώμασταν όλοι μαζί αν μπορούμε να περάσουμε και ν' ανέβουμε στην πλατεία ή αν θα πρέπει να κόψουμε από κάπου αλλού, και από πού άραγε; Δεν περάσαμε, εγώ τελικά πέρασα από κάποιο άλλο σημείο, και διέσχισα την πλατεία για να ξαναβγώ Αμαλίας, Β. Σοφίας κλπ το γνωστό σχεδόν καθημερινό ποδαρόδρομο.
Στα σκαλάκια βρήκα ένα φίλο. Δεν τον είχα δει, άκουσα όμως κάποιον να μου φωνάζει «δεν πιστεύω να έχεις πέτρες εκεί μέσα;». Όχι, είπα, μόνο ειρηνικά όπλα (κουβαλούσα έναν τορβά με την τσαμπούνα και το τουμπάκι). Του είπα ότι τα κουβάλαγα μπας και, αλλά ότι μάλλον το κλίμα δεν ήταν πλέον πολύ εορταστικό. Κάτσαμε να τα πούμε λίγο, και μετά φύγαμε παρέα μιας κι είχαμε περίπου τον ίδιο προορισμό.
Ο φίλος, ακριβώς όπως κι εγώ, είχε ελάχιστη εμπειρία διαδηλώσεων πριν το Σύνταγμα. Λίγο το Δεκέμβρη, αλλά και πάλι πιο πολύ ως παρατηρητής. Το Σύνταγμα όμως τον είχε ρουφήξει, τον είχε κερδίσει με τη ζεστασιά και την ομαδικότητά του. Κατεβαίνει σχεδόν κάθε μέρα, χωρίς ποτέ να έχει κανονίσει με κάποιον, και βρίσκει ή κάνει φίλους επιτόπου.
Ένας τέτοιος τύπος λοιπόν μού εξομολογήθηκε ότι σήμερα έριξε κι αυτός πέτρες. Την πρώτη στα κουτουρού, αλλά πέτυχε έναν μπάτσο στο κράνος, και τη δεύτερη σκοπίμως πια στον ίδιο μπάτσο.
Νομίζω ότι όποιος καθόταν σε όλη τη διάρκεια των επιχειρήσεων και δεν έφευγε στις 4 όπως εγώ ή στις 8-9-τι ώρα ήταν που πήγαν οι άλλοι στο Μοναστηράκι, πιθανότατα θα έφτανε στο ίδιο σημείο. Δε χριάζεται να είσαι βίαιος για να πετάξεις δυο πέτρες σε κάποιους που σε βομβαρδίζουν με χημικά εδώ και πάνω από ένα οχτάωρο.

.........................................................
* Τη συζήτηση σ' αυτό το βίντεο τη χαρακτηρίζω παραληρηματική όχι μόνο λόγω του Κοκκαλάκη αλλά και λόγω των ίδιων των δημοσιογράφων. Ωστόσο μέσα στο ντελίριό τους ακούστηκαν και μερικές ατάκες που αξίζουν να τις προσέξουμε.
Για παράδειγμα, ένας εξ αυτών λέει: «Η αστυνομία θα έπρεπε να βοηθήσει και να προστατεύσει την έξοδο των τραυματιών από το σταθμό του Μετρό, αντί να τους ρίχνει χημικά».
Μπορείτε να φανταστείτε μια αστυνομία που να προστατεύει τους ανθρώπους τη στιγμή που διαδηλώνουν; Και μάλιστα τους τραυματίες; Ωραία δε θα 'ταν;...


Σύνταγμα, 30 Ιουνίου 2011

Αυτή τη φορά ήμουν αποφασισμένος: θα την ξαναπάρουμε την πλατεία μας, θα την κάνουμε πάλι όμορφη όπως ήταν, και θα είμαι κι εγώ εκεί. Κάλεσμα στις 6; Από τις 5 εγώ εκεί.
Η πρώτη εικόνα ήταν κάτι το απίστευτο. Τα σκαλάκια ήταν άσπρα, η Καραγεώργη Σερβίας καθαρή και βατή, στη Βουλή δεν είχε μπάτσους, στη Β. Σοφίας μόνο μια κλούβα έκλεινε για λίγο το ένα ρεύμα. Καλά, μας δουλεύουν; Όνειρο είδα εγώ χτες; Ή μήπως έβλεπα όνειρο όλο τον προηγούμενο μήνα και τώρα, με την ψήφιση του μεσοπρόθεσμου, όλα ξαναγύρισαν στους παλιούς ρυθμούς τους;
Γύρω γύρω, στα ξενοδοχεία, τα μαγαζιά και την ίδια την πλατεία, συνεργεία δούλευαν στην αποκατάσταση. Άλλοι με σκούπες, άλλοι με γερανούς και ηλεκτρολογικό εξοπλισμό, άλλοι με το φορτηγάκι του τζαμτζή.
Μια ομάδα ξέπλενε το δακρυγόνο από την πλατεία, κι έπιασα δουλειά μαζί τους. Μια αλυσίδα μετέφερε κουβάδες με νερό από το σιντριβάνι και τους έχυνε στο σημείο όπου γινόταν κάθε στιγμή το καθάρισμα, μερικοί σ' εκείνο το σημείο έτριβαν με σκούπες, και μια δεύτερη αλυσίδα ξαναγύρναγε τους άδειους κουβάδες στο σιντριβάνι. Βέβαια το νερό του σιντριβανιού είχε πιει άπειρο δακρυγόνο αυτές τις μέρες, οπότε ίσως δεν ήταν ό,τι καλύτερο για καθάρισμα. Κάποια στιγμή κάποιος βρήκε μια μάνικα, και η δουλειά γινόταν πια πολύ καλύτερα. Πήραμε όλοι σκούπες και τρίβαμε. Μου φαινόταν απίστευτο ότι μ' αυτό τον τρόπο είχαν κάνει τα κατάμαυρα, χτες, σκαλάκια να ξανασπρίσουν. Αυτό που κάναμε εμείς, στο μάτι μεν έφερνε κάποιο αποτέλεσμα (όντως έβλεπα τη μαυρίλα σιγά σιγά να φεύγει), αλλά βέβαια αν το δακρυγόνο έφευγε στ' αλήθεια με λίγο νεράκι θα πλενόμασταν κι εμείς έτσι. Πάντως όταν αργότερα έκανα μια βόλτα πάνω στην Αμαλίας είδα ότι εκεί ο αέρας ακόμα έτσουζε στα μάτια, ενώ στην πλατεία όχι. Άρα κάτι είχαμε κάνει. (Βέβαια φήμες λένε ότι είχαν περάσει συνεργεία καθαρισμού του δήμου το πρωί.)
Άπειροι περαστικοί διέσχιζαν την πλατεία. Άλλοι με τα ψώνια τους, άλλοι από τη δουλειά τους, ομάδες τουριστών και ξένων σχολείων. Οι μαύροι με τις Λουΐ-Βιτόν είχαν απλώσει την πραμάτεια τους στα πλακάκια. Λες και δεν ήταν παρά η κεντρική πλατεία της πόλης. Τι διάλο, δεν είναι αυτό το Σύνταγμα που είχαμε τόσες μέρες, σκεφτόμουν.
Μόνο τώρα που γράφω συνειδητοποιώ ότι ποτέ όλο αυτό τον καιρό δεν είχα περάσει από το Σύνταγμα νωρίτερα από τις 6, εκτός αν υπήρχε κάλεσμα για το πρωί. Δεν αποκλείεται λοιπόν κάθε μέρα να ήταν σαν κι αυτό που τώρα έβλεπα.
Πάντως σιγά σιγά μαζεύτηκε κόσμος. Τους πήρα χαμπάρι πρώτα στην «πάνω πλατεία», στην Αμαλίας, όπου η εικόνα σύντομα έγινε λίγο πολύ σαν κι αυτήν όλων των προηγούμενων (προπολεμικά εννοώ) ημερών. Σιγά σιγά αρχίσαμε να πληθαίνουμε και κάτω. Τα κέφια ήταν πολύ ανεβασμένα σε σχέση με χτες. Φυσικά κανείς δε μίλαγε για κάτι άλλο εκτός από το χτεσινό μπάχαλο, όχι όμως με τόνο αποκαρδιωμένο και ηττημένο. Σίγουρα η καθαρισμένη όψη της πλατείας συνέβαλε σ' αυτό: είχαμε ένα λυπηρό χτες και προχτές, δεν τα βάφουμε μαύρα, η ζωή συνεχίζεται.
Πάντως υπήρχε τουλάχιστον ένα πράγμα που είχε αλλάξει. Πλέον ξέραμε ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί ο εχθρός να ξαναεπιτεθεί. Όποτε κάτι έντονο συνέβαινε σε μιαν άλλη άκρη της πλατείας, όλοι τινάζονταν: «αμάν, πέσιμο!». Τις τρεις πρώτες εβδομάδες, παρόλο που η πλατεία αστυνομευόταν από διακριτική απόσταση, ζούσαμε την εντελώς πρωτόγνορη κατάσταση μιας διαδήλωσης που δεν πάει κανείς να τη διαλύσει βίαια. Ήταν σαν ένα καινούργιο παιχνίδι, που τους ρόλους και τους κανόνες δεν τους ξέραμε ακόμη στην εντέλεια. Τι ακριβώς ήταν αυτοί οι μπάτσοι που δε βαρούσανε; Και μη γυρίσει κανείς και μου πει «καλά, πίστεψες ποτέ ότι ο μπάτσος είναι κάτι άλλο εκτός από μπάτσος;», γιατί υπάρχει πολύ σαφής απάντηση: «εσύ πίστεψες ποτέ ότι θα βλέπαμε αυτό που είδαμε;». Μετά τις 15 και κυρίως μετά τις δύο τελευταίες μέρες, ξέραμε πια ότι τα πράγματα δεν είναι παρά όπως ήταν πάντα. Ο μπάτσος βαράει, άρα υπάρχει.
Η συνέλευση θεωρούνταν ότι θα είναι κρίσιμη: η πρώτη μετά την ψήφιση και μετά το μπάχαλο. Γενικά δεν ήταν βέβαιο αν θα γινόταν. Άλλοι έλεγαν ναι, άλλοι όχι. Από μία άποψη δε θα μου φαινόταν και τελείως λάθος να μη γίνει: αμέσως μετά από τέτοια γεγονότα, ποιος θα είχε τη δέουσα ψυχραιμία να πει οτιδήποτε εκτός από «Μπάτσοι, Γουρούνια, Δολοφόνοι»; Από την άλλη βέβαια μια ανασύνταξη ήταν απαραίτητη.

Τελικά η συνέλευση έγινε, με τρελή (σε πλήθος) συμμετοχή, και υποδειγματικό τρόπο διεξαγωγής. Αλλά ήταν μάπα ρε παιδιά! Γαμώ το κέρατό μου, ήταν άχρηστη! Ένα μήνα και βάλε αφότου ξεκίνησε αυτή η ιστορία, οι άνθρωποι εξακολουθούν να χαραμίζουν τα νούμερα που μοιράζονται στους ομιλητές για να μην πούνε τίποτε!
-Χτες είχαμε μια μεγάλη νίκη...
Ποια νίκη βρε βούι; Το ψήφισαν το μεσοπρόθεσμο, δεν είδες τις ειδήσεις; Και μας δείραν κιόλας, και μας έδιωξαν κι από την πλατεία! Και να οι άλλοι να χειροκροτάνε...
Ένας είπε ότι το σημαντικότερο ήταν πόσο πολύς κόσμος συμμετείχε χτες. Καταχειροκροτήθηκε. Ένας άλλος, με τόνο κατηγόριας, εξέφρασε το παράπονό του ότι χτες ήμασταν πολύ λίγοι. Χειροκροτήθηκε εξίσου. Κάποιος άλλος, ξεκινώντας από τη ρητορική περί μαντρόσκυλων, τσοπάνηδων, προβάτων κλπ., κατέληξε με μια κορώνα στη φωνή του: «Δεν είμαστε πρόβατα!!!» Κι όλοι μαζί χειροκρότησαν λες και τους είχε πατήσει το κουμπί «χειροκρότημα». Α μπα, εμείς πρόβατα; Όχι, είμαστε πολίτες.
Τελικά οι πολίτες, οι περισσότεροι, χειροκροτούσαν όχι λόγια αλλά τόνους φωνής. Για παράδειγμα, κάποια στιγμή βγήκε μια ανακοίνωση από την ομάδα νομικής υποστήριξης. Διάβασαν ένα κείμενο που έλεγε τι ακριβώς απ' όσα έκανε χτες η αστυνομία ήταν παράνομο, και γιατί, και τι προβλέπεται νομικά ότι μπορούμε να κάνουμε. Το νόημα ήταν βέβαια «Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι». Επειδή όμως δεν ήταν διατυπωμένο με κραυγές αλλά με συγκεκριμένο επιστημονικό λόγο, λίγο μακροσκελέστερο από ένα σύνθημα, κι επειδή η αναγνώστρια δεν έκανε κορώνες, κρεσέντα και δραματικές παύσεις, δε χειροκροτήθηκε, αντιθέτως άκουσα να αδημονεί ο κόσμος και να λένε «μα είναι κείμενο αυτό;». Ναι, πολίτη, είναι κείμενο αυτό. Αυτό είναι ένα κείμενο: this is a text. Δις ιζ ε τεξτ. Το άλλο που χειροκροτούσες δεν ήταν κείμενο, ήταν κραυγές.
Διαπίστωσα επίσης ότι πολλοί από τους ομιλητές είχαν την τάση να εκφράζονται με κάποια στερεότυπα σχήματα: ξύλινες λέξεις του τύπου «πραιτωριανή φρουρά», στίχους από τραγούδια, ευφάνταστες αλληγορίες σαν αυτήν παραπάνω με τα μαντρόσκυλα και τα πρόβατα, κλπ. Αυτά όλα πατούσαν βέβαια το κουμπί των παλαμακίων όπως περίπου και οι φωνητικές κορώνες. Αλλά αυτό είναι καθαρά λαϊκίστικος τρόπος έκφρασης. Γιατί να μιλάμε λαϊκίστικα αφού εμείς οι ίδιοι είμαστε ο λαός; Ποιον θέλουμε να εξαπατήσουμε; Είναι δυνατόν η παιδεία μας να είναι τέτοια ώστε να χρησιμοποιούμε ασύνειδα μέσα εξαπάτησης ακόμη κι όταν δε θέλουμε να εξαπατήσουμε κανέναν;
Αναμφίβολα ένας από τους λόγους που η άμεση δημοκρατία φαντάζει τόσο ελκυστική σε μερίδα του κόσμου της πλατείας είναι ότι, αν δεν υπάρχει εκπροσώπηση και αρχηγός, τότε είμαστε όλοι αρχηγοί, οπότε είμαι κι εγώ λίγο αρχηγός. Έστω για ενάμισι λεπτό την ημέρα. Και μερικοί δε θέλουν να αφήσουν αυτό το ενάμισι λεπτό να περάσει χωρίς να αποκομίσουν ό,τι προλαβαίνουν: ας μην είναι λεφτά, εξουσία, δόξα. Λίγο χειροκρότημα μάς φτάνει.

Προς το τέλος της συνέλευσης ακούστηκε κάποια ταραχή από την πάνω πλατεία. Μερικοί σηκωθήκαμε όρθιοι να δούμε τι τρέχει. Όλων τα νεύρα ήταν τσιτωμένα, και κακοβάλαμε. Ο άνθρωπος που έτυχε να έχει το μικρόφωνο εκείνη τη στιγμή είπε «πρέπει να έγινε κάποια επίθεση». Βλακώδες εκ μέρους του, είναι ανεύθυνο να σπέρνεις έτσι τον πανικό χωρίς να ξέρεις τι έγινε, αλλά πάντως ενδεικτικό του πώς αισθανόταν ο πιο πολύς κόσμος: αν συμβεί κάτι, δεν μπορεί παρά να είναι επίθεση!
Εν πάση περιπτώσει δεν ήταν επίθεση. Ήταν η επιστροφή της μοτοπορείας που είχε πάει στον Αστέρα Βουλιαγμένης, όπου βρισκόταν σε κάποιο δείπνο ο πρωθυπουργός. Προφανώς ήθελαν να του σφίξουν το χέρι όπως κάνουν όλοι οι πολιτισμένοι αντίπαλοι στο τέλος μιας παρτίδας. Όμως δεν είχαν μπορέσει να φτάσουν μέχρι εκεί, γιατί εμποδίστηκαν από την αστυνομία.
Δύο αυθόρμητες σκέψεις μου από αυτό το περιστατικό:
α) Να γιατί το Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως πλέον λέγεται Προστασίας του Πολίτη. Προστατεύουν τον πολίτη. Δεν ονομάζεται Προστασίας των πολιτών, στον πληθυντικό, γιατί θα ήταν ψέμα. Οι πολίτες είναι πολλοί, πάνω από 10 μύρια, ποιον να πρωτοπροστατέψουν; Έναν-έναν πολίτη όμως μπορούν να τον προστατέψουν, και αυτό έκαναν εκείνο το βράδυ, ξεκινώντας δικαιωματικά με τον πρώτο πολίτη της χώρας.
β) Ο πρωθυπουργός είχε ταλαιπωρηθεί σκληρά τις δύο προηγούμενες μέρες κλεισμένος στο κοινοβούλιο, με όλο το θόρυβο από τους βομβαρδισμούς, πιθανόν και με κάποιες αναθυμιάσεις από τα χημικά να περνάνε μέσα από τις γρίλιες των παραθύρων και τα κλιματιστικά, και μέσα σ' αυτές τις αντίξοες συνθήκες εργάστηκε κοπιωδώς. Την τρίτη μέρα θα μπορούσε να κάτσει σπίτι του να ξεκουραστεί, όπως κάνει ακόμα κι ο Θεός. Είχε όμως υποχρέωση το βράδυ, είχε να βγει με κάποιους στον Αστέρα. Και όχι για χαβαλέ: η Σοσιαλιστική Διεθνής είχε εκεί συνάντηση με θέμα «Η δημοκρατική διακυβέρνηση στον 21ο αιώνα». Να 'μουν εγώ, θα έπαιρνα ένα τηλέφωνο την παρέα και θα τους έλεγα ότι είμαι βίδες, δεν μπορώ απόψε, σόρυ γκάιζ, ας το κάνουμε την άλλη βδομάδα. Όμως εκείνος δε σκέφτηκε έτσι, και τίμησε την υποχρέωσή του. Ο λόγος είναι συμβόλαιο, και εξάλλου η δημοκρατική διακυβέρνηση δεν μπορεί να περιμένει.