ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Απουσίασα από την Αθήνα για ένα τριήμερο ταξίδι. Έτσι, όχι μόνο δεν κατέβηκα στο Σύνταγμα, αλλά έζησα ένα κάποιο πλήθος συσσωρευμένων εμπειριών τελείως άσχετων με τις συγκεντρώσεις της πλατείας. Συνεπώς φρεσκάρισε το μυαλό μου: τα προηγούμενα είχαν μια ευκαιρία να κατακάτσουν και ίσως, κάπως, να ωριμάσουν.

Και σκέφτηκα: Τι ακριβώς κάνω όλον αυτό τον καιρό στο Σύνταγμα; Τι είναι αυτό που με έχει απορροφήσει τόσο πολύ στην «επανάσταση»; Το κεντρικό αίτημα, η άμεση δημοκρατία, δε με έχει πείσει −αυτό είναι φανερό και από τα προηγούμενα κείμενά μου· η διαμαρτυρία και η αγανάκτησή μου είναι εξίσου γνήσια με του καθενός, ωστόσο το αντικείμενό τους είναι κάπως θολό στο μυαλό μου, γιατί οι ικανότητές μου στις πολιτικοοικονομικές αναλύσεις είναι ιδιαίτερα περιορισμένες. Οπότε, τι;

Για να είμαι ακριβέστερος, τις μέρες που το μυαλό μου άλλαζε αέρα δε σκεφτόμουν ακριβώς αυτά τα ερωτήματα, σκέφτηκα όμως την απάντηση. Τα ερωτήματα τώρα που γράφω μου ήρθαν.

Στο Σύνταγμα υπάρχει ελευθερία. Δεν ισχύουν απαγορεύσεις. Η ζωή μας είναι γεμάτη απαγορεύσεις, όπως επίσης και γεμάτη με περιττά τιμήματα που πρέπει να καταβάλεις για να κάνεις το καθετί. Αυτό άρχισα να το νιώθω, νομίζω, τα χρόνια που ήμουν στην Κάρπαθο. Πρώτον, γιατί εκεί ξεκίνησα την καριέρα μου στο σχολείο, και ήμουν υποχρεωμένος να επιβάλλω στα παιδιά ένα πλήθος απαγορεύσεων. Δεύτερον, γιατί σ' ένα μέρος με πιο αραιή κατοίκηση η ζωή είναι πιο απλή, τα περιττά τιμήματα (του τύπου φάε δέκα ώρες στην αναμονή για να πας οπουδήποτε να κάνεις οτιδήποτε) είναι πολύ λιγότερα, κι έτσι συνειδητοποίησα πόσο έντονη και παράλογη είναι η παρουσία τους στην Αθήνα.
Η απαγόρευση συνιστά τρομοκρατία. Ιδίως όταν υπάρχουν πάρα πολλές και όχι ξεκάθαρα γνωστές. Όμως η απαγόρευση είναι μια λανθασμένη στη βάση της ιδέα. Αυτό φαίνεται ολοκάθαρα στην περίπτωση του στρατού: πουθενά αλλού δεν υπάρχουν τόσο πολλές, τόσο αναίτιες και τόσο θολές απαγορεύσεις, είναι δυνατόν λ.χ. να τιμωρηθεί κανείς επειδή δεν έχει κουμπώσει τη στολή του όπως προβλέπεται, και το αποτέλεσμα είναι ότι στο στρατό δε λειτουργεί απολύτως τίποτε, από το σημαντικότερο (άμυνα της πατρίδας) μέχρι τη μικρότερη λεπτομέρεια της καθημερινότητας. Όσο διαλυμένο ήταν το αντιαρματικό όπλο που κουβαλούσα στις ασκήσεις, τόσο ήταν και οι ραφές στις στολές μας. Το μόνο που λειτουργεί αδιαλείπτως είναι η μόνιμη ανησυχία της καμπάνας. Στα λογοπαίγνια των φαντάρων η παρουσία οποιουδήποτε υψηλού βαθμοφόρου είναι ταυτόσημη του ύψους των ποινών που μπορεί να επιβάλει.
Αυτό λοιπόν που γίνεται στο στρατό σε ακραίο βαθμό, γίνεται λίγο πιο μαζεμένα και στην κοινωνία. Οδηγείς, σε σταματάει η τροχαία, δεν έχεις πιει, δεν έχεις περάσει με κόκκινο, δεν κουβαλάς όπλα και ναρκωτικά, κι όμως δεν αισθάνεσαι ασφαλής: άμα θέλουν, κάπου θα σε τσακώσουν ένοχο. Ακόμη και ο κανονισμός της πολυκατοικίας μπορεί να σε καθιστά ένοχο παραβάσεων που δε γνωρίζεις. Αθώος δεν είναι όποιος, πράττοντας κατά συνείδηση, αποφεύγει καθετί κακό, αλλά όποιος έχει την τύχη να μην καταγγελθεί, να μη συλληφθεί, ή να κάνει τους κατάλληλους ελιγμούς ώστε να ξελασπώσει.

Στο Σύνταγμα λοιπόν είδα αιφνιδίως να λάμπει ο ήλιος της ελευθερίας. Απλές μικρές δραστηριότητες της ζωής, που παντού αλλού τις απαγορεύει είτε κάποιος νόμος / κανόνας / ρύθμιση είτε η ίδια η δική μας συνήθεια, ξαφνικά ξανατέθηκαν στη σωστή τους βάση και επιτράπηκαν.
Λίγο πριν το Σύνταγμα είχα δει σε μια σύντομη φλασιά ένα άλλο τέτοιο μέρος. Ήταν το Πάρκο στα Εξάρχεια: ένα άδειο οικόπεδο, πρώην πάρκινγκ, που το κατέλαβαν οι κάτοικοι, έφτιαξαν ένα υπέροχο παρκάκι με παρτέρια, δέντρα και μια παιδική χαρά, και βρέθηκα μία μοναδική φορά, σ' ένα πάρτι. Στο Πάρκο μαζεύεται ο καθένας, είναι ένα είδος πλατείας του χωριού, ένας τόπος συνάντησης όπου μπορείς να «βγεις» χωρίς αυτό να σε περιορίζει σ' ένα συγκεκριμένο μαγαζί όπου κάτι πρέπει να πάρεις, και όπου με θαυμαστό τρόπο κανείς δεν ενοχλεί κανέναν. Πουθενά δεν έγραφε λ.χ. ότι απαγορεύονται οι μηχανές πάνω στο πάρκο, κι όμως δεν υπήρχε ούτε μία, παρόλο που σίγουρα πολλοί έρχονται με μηχανές. Σε κάποια γωνιά γινόταν το πάρτι όπου ήμουν κι εγώ, και σ' όλο τον υπόλοιπο χώρο συνεχιζόταν η καθημερινότητα του πάρκου, όπου άνθρωποι που δεν είχαν σχέση με το πάρτι μας δεν ενοχλούνταν και δε μας ενοχλούσαν. Ο σεβασμός ήταν αυθόρμητος, γιατί οι περισσότεροι εκειπέρα ήταν −εικάζω− από τους ανθρώπους που το είχαν φτιάξει οι ίδιοι, οπότε φυσικά σέβονταν το δημιούργημά τους, και οι υπόλοιποι ήταν κόσμος που αν δεν είχαν διάθεση να το σεβαστούν δε θα έρχονταν καν. Το να απευθύνεις το λόγο στον διπλανό σου ή να του χαμογελάσεις ήταν πολύ πιο απλό απ' ό,τι στο δρόμο, σ' ένα καφενείο ή σε οποιονδήποτε άλλο δημόσιο χώρο.
Έτσι λοιπόν είναι και στο Σύνταγμα. Μπορείς να κατέβεις μια βόλτα και να βρεις γνωστούς χωρίς να έχεις κανονίσει τίποτε με κανέναν. Μπορείς να κάτσεις σταυροπόδι στο γκαζόν και να πίνεις μπίρες μαζί με μια παρέα από γνωστούς ή και πρώην αγνώστους. Μπορείς να τραγουδήσεις, να παίξεις μουσική, να χορέψεις. Μπορείς να μιλήσεις στον διπλανό σου. Μπορεί να έρθει κάποιος, να σου πει «να κάνω μια ερώτηση», και η ερώτηση να μην είναι μήπως σου περισσεύει ένα ευρώ. Και φυσικά, και όλα τα σημαντικότερα: μπορείς να έχεις το μερίδιό σου από το χρόνο του δημόσιου βήματος, μπορείς να προτείνεις αυτό που θεωρείς καλό για τα κοινά, μπορείς να συμμετάσχεις στις ομάδες που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους για να λειτουργήσει αυτή η κοινότητα. Δε συμμετέχω σε καμία κι έτσι δεν ξέρω από πρώτο χέρι τι γίνεται εκειμέσα, αλλά σίγουρα δε θα λειτουργούν με τους περιορισμούς ενός εργασιακού χώρου (ωράριο, ιεραρχία, υποχρεώσεις και δικαιώματα, απαγορεύσεις).
Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις. Αλλά μαζεύονται άνθρωποι που σε γενικές γραμμές θέλουν παρόμοια πράγματα. Έτσι η ελευθερία δεν είναι ασυδοσία. Ο φασιστικός παραλογισμός ότι η ελευθερία μου συναντάει ένα φράχτη εκεί όπου αρχίζει η ελευθερία του αλλουνού, εκεί καταργείται: οι ελευθερίες του καθενός δεν είναι μικρά αγροτεμάχια ιδιωτικής περιουσίας, αλλά ένας μεγάλος κάμπος που τον έχουμε εξ αδιαιρέτου, και άρα χωρίς εσωτερικούς φράχτες. Στο Σύνταγμα μπορείς να περάσεις μερικές ώρες χωρίς να φοβάσαι μήπως ό,τι κάνεις ανά πάσα στιγμή υπόκειται σε κάποια άγνωστη απαγόρευση, χωρίς την απειλή ποινών σε περίπτωση που συλληφθείς να παραβιάζεις αυτή την απαγόρευση, χωρίς σύννεφα να σκιάζουν τον ουρανό της ελευθερίας.

Ε λοιπόν, αυτό φαίνεται ότι τους ενοχλούσε αφόρητα. Έτσι μας το έσπασαν. Μετά τα δύο μεγάλα μπάχαλα, στις 15 και το διήμερο στις 28-29 Ιουνίου, αυτή η πρωτόπλαστη ξεγνοιασιά δεν υπάρχει πια. Ήδη στο κείμενο για την επομένη της 29ης έγραφα ότι μόλις ξέσπασε ένα σούσουρο σε κάποιο σημείο εκτός οπτικού πεδίου, η άμεση αντίδραση ήταν «αμάν, πέσιμο». Όλοι μιλάν για ασφαλίτες που κυκλοφορούν ανάμεσα στους ανθρώπους −και κάποιοι όντως έχουν γίνει τσακωτοί. Και όπως είναι φυσικό η παρουσία της Ασφάλειας δημιουργεί ανασφάλεια (όπως έγραφε κάποιος, μας έκλεψαν τις λέξεις: παλιά η Ελλάς ήταν η πατρίδα μας, τώρα ΕΛ.ΑΣ. είναι η αστυνομία...): δεν μπορείς με την ίδια άνεση όπως πριν να απευθύνεις το λόγο στον διπλανό σου, αντιθέτως πολλοί χαμηλώνουν τον τόνο της φωνής τους όταν μιλάν στο φίλο τους και κάποιος περνάει δίπλα. Άμα συναντήσεις κάποιον που είχες μέρες να δεις, η πιο κλασική κουβέντα για να ξεκινήσεις θα είναι: «ήσουν στα μπάχαλα; ήπιες δακρυγόνο; είδες το ξύλο; εσύ τις έφαγες; έριξες και καμιά;». Συνέλαβαν μερικούς διαδηλωτές, και μας έριξαν στη λούμπα να συζητάμε «συμφωνήσατε όλοι να πάμε στα δικαστήρια για συμπαράσταση και δεν ήρθε κανείς − όχι ήρθα εγώ − κλπ.»

Αυτό είναι ό,τι πιο άσχημο μπορούν να μας κάνουν. Ή ίσως να μην είναι το χειρότερο, ίσως να μην είναι πιο σκληρό από τα μέτρα του Μεσοπρόθεσμου, αλλά είναι κάτι που το καταλαβαίνω πιο άμεσα, με το μικρό μου το μυαλό. Είχαμε ένα χώρο να βαδίζουμε με την πλάτη ίσια και το μέτωπο αζάρωτο, και μας τον πήραν. Καμιά θυσία δεν είναι υπερβολική προκειμένου να τον πάρουμε πίσω, και να τον επεκτείνουμε μέχρι όλη μας η ζωή, στη δουλειά, στην οικογένεια, στο δρόμο, στην οποιαδήποτε επαφή μας με έναν ή πολλούς συνανθρώπους, να γίνει Σύνταγμα. Το Σύνταγμα ήταν η μεγαλύτερη ανθρώπινη κατάκτηση από τότε που ζω. Με όλα του τα στραβά, με όλη μου τη δυσπιστία προς τα αιτούμενά του, το Σύνταγμα ήταν ένα μέρος όπου δε φοβόμουν, δεν ήμουν ούτε ύποπτος ούτε καχύποπτος, ο άλλος άνθρωπος δεν ήταν ο δυνάμει εχθρός μου.

Πρέπει να το πάρουμε πίσω.

Δεν υπάρχουν σχόλια: