ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Μια ασκομαντούρα



Αυτή η ασκομαντούρα (κρητικιά τσαμπούνα) ανήκει σ' ένα φίλο μου. Την βρήκε στα κατάλοιπα του μακαρίτη του πατέρα του, σ' ένα μπαούλο μαζί με διάφορα αλλά οργανάκια (φλογέρες κλπ.). Ο μακαρίτης δεν ήταν από την Κρήτη. Ήταν ένας άνθρωπος που αγαπούσε τα πνευστά και την έψαχνε με διάφορα που έβρισκε σε ταξίδια. Η ασκομαντούρα όμως φαίνεται πως του έπεσε πιο δύσκολη, δεν μπόρεσε να τη μάθει όπως τις φλογέρες, κι έτσι την άφησε στο μπαούλο και η ύπαρξή της δεν έγινε γνωστή παρά μετά το θάνατό του.
Έτσι δεν έχουμε καμία πληροφορία για την προέλευσή της. Ο φίλος μου εκτιμά πως πρέπει να χρονολογείται γύρω στο 1980, κι εκεί τελειώνουν όλα όσα μπορούμε να ξέρουμε γι' αυτήν.

Όμως το όργανο είναι γεμάτο ιστορίες από μόνο του.

1. Η σκάφη.                                                                      




















Η σκάφη είναι από κάποιο χοντρό, πολύ βαρύ ξύλο, πελεκημένο με άκρα λιτότητα, χωρίς ίχνος στολιδιού. Οι Κρητικοί είναι από τους λίγους που συνηθίζουν να πελεκάνε περίτεχνες και ψιλολογημένες διακοσμήσεις στις τσαμπούνες τους -τους ευνοεί άλλωστε και η μονοκόμματη ξύλινη σκάφη χωρίς κέρατο-, αλλά βέβαια αυτό δε συμβαίνει πάντοτε.
Η σκάφη είναι αρκετά μεγάλη. Για να φανεί συγκριτικά το μέγεθος, ιδού μια φωτογραφία μαζί με άλλες δύο τσαμπούνες, μια καλύμνικη (πάνω αριστερά) και μια ναξιώτικη (κάτω), που και οι δύο είναι γενικά στο μέσο μέγεθος.




Οι απολήξεις των τριών οργάνων μπορεί να συσκοτίσουν το συσχετισμό μεγεθών. Ότι η κρητικιά είναι μεγαλύτερη φαίνεται στο μήκος των αυλών και στο συνολικό φάρδος. Είναι επίσης πολύ μασίφ, πελεκημένη με τρόπου που αφήνει πολύ «ψωμί» στη σκάφη, με αποτέλεσμα να είναι τόσο βαριά που θυμίζει ρόπαλο.



Στην αποπάνω φωτογραφία φαίνεται πόσο χοντρά είναι τα χείλη της καμπάνας, κι επίσης πόσο πολύ κερί έχει χρησιμοποιηθεί για να γεμίσει τα κενά. Το κερί αυτό είναι η μόνη κολλητική ουσία που χρησιμοποιούν οι τσαμπουνιέρηδες στις κατασκευές τους. Γεμίζει όλα τα κενά ανάμεσα στο ξύλο της σκάφης και τα καλάμια των αυλών, τα οποία κενά εδώ είναι μπόλικα. Ο σκοπός του κεριού είναι και να αποκλείσει τις διαρροές αέρα και να κολλήσει τα διάφορα μέρη μεταξύ τους. Αν χρειαστεί κάποια επισκευή ή αντικατάσταση, ό,τι είναι κολλημένο με κερί ξεκολλάει πολύ εύκολα, από την άλλη όμως δεν πρόκειται ποτέ να ξεκολλήσει μόνο του κατά λάθος.

2. Οι αυλοί.


Ο γενικός κανόνας είναι ότι οι 5 τρύπες των αυλών είναι ισομεγέθεις και ισαπέχουσες. Εδώ δεν είναι ακριβώς ισαπέχουσες, αλλά η απομάκρυνσή τους από τον κανόνα δεν είναι μεγάλη, κινείται μέσα στα όρια του προβλεπόμενου.
Θα φανταστεί κανείς ότι, αν οι τρύπες δεν ακολουθούν ένα αυστηρά μαθηματικό μοντέλο, το όργανο θα βγάζει φάλτσες νότες. Αυτό δεν ισχύει, για τον εξής λόγο: Προκειμένου για φυσικά υλικά με αστάθμητα όλα τα μεγέθη τους (μήκος, διαμέτρημα, πυκνότητα κλπ.), η μαθηματική ακρίβεια είναι ούτως ή άλλως αδύνατον να επιτευχθεί· κάποια μικροανωμαλία πάντα θα υπάρχει, και ο τσαμπουνιέρης εκμεταλλεύεται το περιθώριο που του αφήνουν όλες μαζί οι μικροανωμαλίες για να κουρδίσει πρακτικά. Με άλλα λόγια, αν κάπου του τα χαλάει το ύψος όπου βρίσκεται μια τρύπα, θα το διορθώσει αυξομειώνοντας το μέγεθος της τρύπας, ή με το κούρδισμα του γλωσσιδιού, ή επεμβαίνοντας στο διαμέτρημα του αυλού. Αν έκανε τις τρύπες με μαθηματική ακρίβεια, αυτό και πάλι δεν θα του εξασφάλιζε αυτόματα το σωστό κούρδισμα, αφού το εσωτερικό του αυλού δεν είναι ένας γεωμετρικά τέλειος κύλινδρος, οπότε το να επεμβαίνει στα υπόλοιπα μεγέθη για να κουρδίσει είναι κάτι που έτσι κι αλλιώς δεν αποφεύγεται.
Παρά ταύτα, στη συγκεκριμένη ασκομαντούρα υπάρχει ένα σημείο που μας απομακρύνει αισθητά από το στάνταρ. Αυτό είναι η απόσταση ανάμεσα στο τελευταίο ζευγάρι τρύπες, κάτω κάτω, και στην άκρη των αυλών. Ήδη η απόσταση που φαίνεται στο ορατό τμήμα των αυλών είναι μεγαλούτσικη· αν υπολογίσουμε ότι οι αυλοί συνεχίζουν ακόμη μερικά εκατοστά μέσα στην καμπάνα, η απόσταση μεγαλώνει ακόμα.
Έτσι το διάστημα ανάμεσα στις δύο χαμηλότερες νότες, που κανονικά είναι ένας τόνος (ας πούμε Σολ με όλες τις τρύπες κλειστές - Λα με το τελευταίο ζευγάρι ανοιχτό και τις υπόλοιπες κλειστές) αυξάνει πολύ, πλησιάζοντας προς τον ενάμιση τόνο. Αυτό διαταράσσει την κλίμακα, και δεν μπορώ να φανταστώ πώς το διαχειριζόταν ο μάστορης που την έφτιαξε και την έπαιζε. Αν το όργανο ήταν δικό μου θα άνοιγα κάτω από τις τελευταίες τρύπες άλλες δύο μικρές τρυπίτσες κουρδίσματος, μία σε κάθε αυλό, για να φέρω τη χαμηλότερη νότα εκεί που την θέλω, δηλαδή περίπου μισό τόνο ψηλότερα (σε σχέση με την επόμενη ψηλότερή της) απ' ό,τι είναι τώρα. Ο παλιός όμως δεν το έκανε. Θα είχε κάποιο λόγο. Δεν μπορώ να τον φανταστώ, αλλά πρέπει να τον σεβαστούμε.
Αυτή την ιδιορρυθμία την έχω δει και σ' άλλες παλιές ασκομαντούρες, καθώς και σε παλιές μαντούρες. Δεν την έχω συναντήσει σε κανένα όργανο που να το έχω δει να παίζεται. Πάντως δεν αποτελεί μοναδικότητα, άρα δεν πρέπει να θεωρηθεί λάθος. Είναι δε γεγονός ότι στους παραδοσιακούς κρητικούς σκοπούς της ασκομαντούρας η χαμηλότερη νότα, το ας-πούμε-Σολ (που εδώ είναι παράταιρο), χρησιμοποιείται από ελάχιστα έως καθόλου. Παρά ταύτα σ' όλους τους σημερινούς ασκομαντουράρηδες και σ' όσους παλιούς έτυχε να ηχογραφηθούν (οι οποίοι αποτελούν το μοναδικό διαθέσιμο πρότυπο και για τους καινούργιους) το διάστημα αυτό είναι τόνος, όπως ακριβώς και σ' όλες τις τσαμπούνες εκτός Κρήτης.
Η ιδιορρυθμία αυτής της απόστασης προσπαθεί να μας σφυρίξει κάποιο μυστικό σχετικά με το ρεπερτόριο και την τεχνική.

3. Τα μπιμπίκια.

Εδώ ανοίγει άλλη ιστορία. Τα μπιμπίκια της ασκομαντούρας είχαν χαλάσει. Ο κάτοχός της, ο φίλος μου, τα άλλαξε. Τα παλιά δεν τα έχω δει. Τα καινούργια τα έφτιαξε κάποιος που δεν τον γνωρίζω, αλλά που προφανώς δεν είναι παραδοσιακός κατασκευαστής, είναι κάποιος που την ψάχνει και με παραδοσιακές και με πειραματικές μεθόδους, πιθανότατα αντλώντας και από τα παραδείγματα οργάνων από άλλες παραδόσεις ή σύγχρονων.
Έφτιαξε λοιπόν ένα ζευγάρι μπιμπίκια όχι από καλάμι αλλά από μπαμπού. Το μπαμπού έχει πιο χοντρό τοίχωμα -επομένως πιο μικρό εσωτερικό διαμέτρημα-, και είναι και απείρως πιο σκληρό. 


Για να βρει το εσωτερικό κενό χρειάστηκε να τα κόψει πολύ βαθειά, σχεδόν στη μέση: βλέπουμε ότι τα κεφαλάκια των μπιμπικιών είναι σχεδόν ημικυκλικά, ενώ κανονικά είναι κύκλοι ή το πολύ πολύ κύκλοι μείον μια μικρή φέτα.
Για να μπορεί να πάλλεται ένα γλωσσίδι από τόσο σκληρό υλικό, το έχει κόψει πολύ πιο λεπτό από τα παραδοσιακά καλαμένια γλωσσίδια. Είναι τόσο λεπτά που αν ήταν καλαμένια θα ήταν μέχρις υπερβολής ευαίσθητα στην αλλαγή φυσήματος, και επιπλέον ευπαθή. Με το μπαμπού δεν υπάρχουν αυτά τα προβλήματα.
Εκεί όμως όπου κατεξοχήν φαίνεται η πιο μοντέρνα προσέγγιση αυτού του μπιμπικοποιού είναι στο ότι το γλωσσίδι δεν ενώνεται στη ρίζα του με το κυρίως μπιμπίκι, αλλά είναι ξεχωριστό κομμάτι, δεμένο εκ των υστέρων στο μπιμπίκι:


Όλα τα σύγχρονα μπιμπικόφωνα όργανα, από τις βουλγάρικες και σκοτσέζικες γκάιντες μέχρι τα κλαρινέτα, ακολουθούν αυτή τη λογική. Είναι ετερόγλωσσα, δηλαδή με το γλωσσίδι ως ξεχωριστό σώμα, και αυτό επιτρέπει στον παίχτη να έχει μεγαλύτερο έλεγχο στο κούρδισμα. Τα ομοιόγλωσσα όργανα είναι μόνο όσα παραμένουν σ' ένα παλαιινό μοντέλο κατασκευής, όπως οι ελληνικές τσαμπούνες.

Παρά ταύτα, το αποτέλεσμα δεν ήταν καλό. Τα μπαμπουδένια μπιμπίκια είναι πάρα πολύ «βαριά», απαιτούν δηλαδή τόσο πολύ αέρα για να παίξουν που σου βγαίνει η ψυχή. Ιδιαίτερα δε στην περίφημη εκτός κλίμακας χαμηλότερη νότα, αν το ήδη δυνατό φύσημα δεν είναι λίγο ακόμη πιο δυνατό, δηλ. τέρμα πλεμόνια, βγαίνει μια τσιρίδα που δεν έχει καμία σχέση ούτε με την (έστω περίεργη) κλίμακα του οργάνου ούτε με οποιαδήποτε έννοια μουσικότητας -μια απλή στριγγλιά. Ωστόσο, στο μέτρο που κατάφερνε κανείς να φυσήξεις και να βγουν σωστές νότες, αυτές ήταν εντυπωσιακά δυνατές και λαμπερές σε σχέση με μια συνηθισμένη τσαμπούνα.

4. Το τουλούμι.

Το τουλούμι είναι πολύ παλιό, καταταλαιπωρημένο. Είχε τόσες διαρροές, και από τους πόρους και από τρυπίτσες που είχαν ανοίξει, ώστε θα ήταν αδύνατο να παίξει έστω και με πιο εύκολα μπιμπίκια. Με τα σκληρά μπαμπουδένια δυο φορές αδύνατο. Χώρια που ήταν και αρκετά μικρό.
Χρειαζόταν λοιπόν ένα καινούργιο τουλούμι. Ο φίλος μού ζήτησε και του βρήκα ένα από την Κάλυμνο, το οποίο το διάλεξα σκοπίμως έτσι ώστε να είναι κατά το δυνατόν απολύτως στεγανό, μιας και θα έπρεπε να ανταποκριθεί σε πολύ απαιτητικό φύσημα λόγω των σκληρών μπιμπικιών.
Ορίστε η τσαμπούνα με το καινούργιο της τουλούμι:


Ο μάστορης που το έφτιαξε, ο Νικόλας Μίχας από το Χωριό της Καλύμνου, είναι ο ίδιος που έχει φτιάξει και την καλύμνικη τσαμπούνα που εικονίζεται σε προηγούμενη φωτογραφία. Βλέπουμε το χαρακτηριστικό καλύμνικο μασούρι / φυσηστήρι, δηλ. το επιστόμιο, που είναι ξύλινο και κωνικό.
Ακόμη και με ολοκαίνουργιο γερό ασκί, η ασκομαντούρα ήταν πάρα πολύ δύσκολο να παιχτεί. Ή τα μπαμπουδένια μπιμπίκια θέλουν ρεγουλάρισμα, ή θέλει κανονικά παραδοσιακά καλαμένια μπιμπίκια. Πάντως εντελώς αδύνατο δεν ήταν, απλώς πάρα πολύ κουραστικό. Ίσως με επίμονη εξάσκηση μπορεί κανείς να το συνηθίσει.
Το παλιό ασκί ήταν άχρηστο, κάτι λογικό αναλόγως της ηλικίας του. Ωστόσο είναι γεμάτο ενδιαφέρον  αν κάτσει κανείς να το παρατηρήσει.


Πρώτη διαπίστωση: είναι πολύ μικρό (αυτό φαίνεται καλύτερα στη φωτογραφία με τις τρεις τσαμπούνες). Προφανώς τον παίχτη δεν τον ένοιαζε να τραγουδάει ταυτόχρονα.
Δεύτερη διαπίστωση: το μασούρι είναι καλαμένιο και κυλινδρικό. Αυτό είναι κανόνας σ' ορισμένα νησιά. Σε άλλα ο κανόνας είναι το επίσης κυλινδρικό κόκκαλο (όπως στην ναξιώτικη). Στην Κρήτη δεν πρέπει να υπήρχε ποτέ κανόνας, ο καθένας όπως προτιμούσε. Και σε λίγα συγκριτικώς νησιά ο κανόνας είναι το ξύλινο κωνικό μασούρι. 
Τρίτη διαπίστωση: έτσι όπως είναι συναρμολογημένο, η τσαμπούνα κρατιέται κάτω από τον αριστερό αγκώνα. Συνήθως η συναρμολόγηση είναι αντίστροφη: το μασούρι μπαίνει στο άλλο ποδαράκι, αυτό που εδώ το βλέπουμε αδειανό, οπότε το πάνω (σε σχέση μ' αυτή τη φωτογραφία) γίνεται κάτω, και η τσαμπούνα κρατιέται στον δεξή αγκώνα, όπως δηλαδή οι άλλες δύο της ομαδικής φωτογραφίας πιο πάνω. (Να διευκρινίσουμε ότι το ασκί που βλέπουμε είναι το δέρμα ενός σχεδόν ολόκληρου κατσικιού: άκρη αριστερά είναι ο λαιμός, με το κεφάλι να λείπει και το άνοιγμα να είναι δεμένο· βλέπουμε τα δύο μπροστινά ποδαράκια, το ένα με το μασούρι και το άλλο αδειανό για να υποδεχτεί τη σκάφη· και βλέπουμε και το κορμί μέχρι λίγο πιο πριν από τα πίσω πόδια: σ' εκείνο το σημείο κόβεται, για να το βγάλουν από το κρέας, και δένεται).
Οι Κρητικοί κατά κανόνα συναρμολογούν τις τσαμπούνες τους όπως και οι περισσότεροι άλλοι νησιώτες -ενώ αντίθετα οι γκαϊτατζήδες φτιάχνουν τις γκάιντες τους ανάποδα. Έτσι οι περισσότερες τσαμπούνες παίζονται στον δεξή αγκώνα και οι περισσότερες γκάιντες στον αριστερό. Σε μερικά νησιά, όπως η Τζια και η Χίος, ισχύει ο αντίστροφος κανόνας (αριστερός αγκώνας). Ανεξάρτητα όμως από τη συναρμολόγηση, ειδικά οι Κρητικοί μερικές φορές κρατάνε τα όργανά τους ανάποδα απ' ό,τι υποδεικνύει (σύμφωνα με τη λογική των άλλων νησιών) η κατασκευή : σ' αυτό το βιντεάκι βλέπουμε μια ασκομαντούρα συναρμολογημένη σαν τη δικιά μας εδώ, που κάθε άλλος θα την κράταγε στον αριστερό αγκώνα, αλλά ο παίχτης την κρατάει στον δεξή, παρουσιάζοντας μια συνολική εικόνα που μόνο στην Κρήτη συναντιέται.
Τέταρτη διαπίστωση: είναι χιλιομπαλωμένο. Στο αδειανό ποδαράκι φαίνεται το πιο ευδιάκριτο μπάλωμα, που αποτελείται από ένα κομμάτι ξύλου. Είναι κολλημένο πάνω στο δέρμα, και από μέσα υπάρχει άλλο ένα όμοιο, κολλημένο στην άλλη όψη του δέρματος (την τριχωτή). Στο σημείο της τρύπας τα δύο κομμάτια ξύλο είναι κολλημένα μεταξύ τους.
Υπάρχουν άλλα τρία μπαλώματα, φτιαγμένα με τον παλιό παραδοσιακό τρόπο που έχω συναντήσει στη βιβλιογραφία, μου τον έχουν περιγράψει ηλικιωμένοι τσαμπουνιέρηδες από διάφορα νησιά, αλλά δεν τον είχα ξαναδεί με τα μάτια μου: με τη μέθοδο του βότσαλου.


Αυτή η φωτογραφία είναι λεπτομέρεια από ένα σημείο κοντά στο κάτω άκρο του ασκιού. Είχε ανοίξει μια τρυπίτσα εκεί όπου βλέπουμε το στρογγυλό γρομπαλάκι που μοιάζει με κουμπί. Ο ασκομαντουράρης έβαλε ένα μικρό στρογγυλό βοτσαλάκι στο σημείο της τρύπας από μέσα από το τουλούμι (έβγαλε τη σκάφη και το πέρασε από το άνοιγμά της). Από μέσα το ζούπαγε να μείνει στο ίδιο σημείο και να έρχεται εφαρμοστά στο δέρμα, κι απ' έξω το τύλιξε σφιχτά με ψιλό σπάγκο (ή πολύ γερή κλωστή), δημιουργώντας αυτό το σχήμα που βλέπουμε. Η μαύρη τελίτσα είναι το ίδιο το βότσαλο, που διακρίνεται μέσα από την τρύπα.


Δεύτερο ίδιο μπάλωμα, στο αντίστοιχο περίπου σημείο στην πίσω πλευρά του ασκιού.


Το τρίτο είναι κοντά στο μασούρι και είναι φτιαγμένο αντίστροφα: το βότσαλο είναι στην εξωτερική πλευρά και το δέσιμό του στην εσωτερική, με αποτέλεσμα τελικά το γρομπαλάκι να είναι κρυμμένο μέσα στο ασκί και να μη βλέπουμε παρά μόνο τις σούρες που δημιουργεί το δέσιμο.
Γιατί αυτό το μπάλωμα είναι ανάποδα από τα άλλα; Ο τσαμπουνιέρης προφανώς προτιμούσε να τα φτιάχνει έτσι, εσωτερικά. Στα άλλα δύο σημεία όμως δεν μπορούσε. Εδώ η τρύπα είναι αρκετά κοντά στο άνοιγμα του άλλου ποδιού, όπου δένει η σκάφη. Είχε λοιπόν τη δυνατότητα, αφαιρώντας τη σκάφη, να φέρει την εσωτερική μεριά κοντά στο άνοιγμα και να κάνει τα δεσίματά του από μέσα, σ' ένα σημείο που αν είναι πιο μακριά δεν έχει εσωτερική πρόσβαση (if you see what I mean... Καταλαβαίνω ότι τα λέω λίγο περίπλοκα αλλά πιο απλά δε γίνεται, μόνο αν το δεις τη στιγμή της διαδικασίας).
Σημειώνω ότι μερικές από τις λεπτομέρειες που ήθελα να τονίσω στις φωτογραφίες φαίνονται καλύτερα με φλας, οπότε το ασκί δείχνει πιο άσπρο, και άλλες χωρίς φλας, οπότε δείχνει πιο κίτρινο.
Παρόλο που τα ίδια τα βοτσαλάκια είναι πολύ μικρά, δημιουργούν τόσες σούρες ώστε μικραίνουν το συνολικό μέγεθος του ασκιού κατά ένα υπολογίσιμο ποσοστό. Δε θα απέκλεια το ασκί να ήταν αρχικά τόσο μεγάλο όσο σχεδόν το καινούργιο ή τα άλλα δύο της ομαδικής φωτογραφίας, και να τσουρούτεψε σταδιακά από τα μπαλώματα.
Εκτός από τις τέσσερις μπαλωμένες τρύπες, αυτή τη στιγμή το ασκί έχει κι άλλες, που καθιστούν τη χρήση του ανέφικτη. Πλέον έχει μόνο ιστορική αξία.
Αν η τσαμπούνα αποκτήθηκε γύρω στο 1980 και ήδη τότε είχε τέσσερα μπαλώματα, αυτό οδηγεί στην υποψία ότι ο μάστορης που την έφτιαξε την έπαιζε ήδη πολλά χρόνια τότε. Μέσα σε καμιά τριανταριά χρόνια αχρησίας άνοιξαν άλλες δυο-τρεις τρύπες ακόμα, έτσι μόνες τους, από την παλαιότητα. Οι άλλες τέσσερις, οι παλιές, δε θα πήραν, λέω εγώ, τουλάχιστον καμιά δεκαριά χρόνια χρήσης να γίνουν; Θα πρέπει λοιπόν να υπολογίσουμε ίσως την ηλικία του οργάνου αρκετά πιο πίσω από την εποχή της απόκτησης.
Μου κάνει εντύπωση το εξής: τα μπαλώματα έχουν γίνει από κάποιον που ολοφάνερα γνωρίζει πολύ καλά την τέχνη της κατασκευής και επισκευής τουλουμιών. Γιατί άραγε επέμενε να το μπαλώνει τρίτη και τέταρτη φορά αντί να φτιάξει ένα καινούργιο;...

5. Η βαλβίδα.

Συνήθως οι τσαμπούνες έχουν στην εσωτερική άκρη του επιστομίου κάποιο μηχανισμό που εμποδίζει τον αέρα να φύγει από το ασκί, επιτρέποντας έτσι στον τσαμπουνιέρη να φυσάει πολύ πιο ξεκούραστα και, υπό προϋποθέσεις, ακόμη και να τραγουδάει ενώ ταυτόχρονα παίζει. Αν δεν υπάρχει βαλβίδα θα πρέπει, τις υπόλοιπες στιγμές εκτός από όσες φυσάει, να κλείνει το επιστόμιο με τη γλώσσα του (ή με άλλους πιο περίπλοκους τρόπους).
Οι μηχανισμοί της βαλβίδας είναι εν μέρει παραδοσιακοί και εν μέρει αυτοσχέδιοι. Παλιά συνήθως χρησιμοοιούσαν ένα κρεμμυδόφυλο. Σήμερα αυτό έχει αντικατασταθεί από μπαλόνι, δάχτυλο πλαστικού γαντιού, ή προφυλακτικό. Άλλοι χρησιμοποιούν έτοιμες βαλβίδες από φουσκωτά στρώματα, μπουκάλες ποτών κλπ..
Εδώ ο μάστορης εφήρμοσε μια μέθοδο εντελώς παλαιού τύπου μεν, αλλά (τουλάχιστον για μένα) πρωτοφανή:


Είναι δύσκολο να φωτογραφηθεί -σαφέστερα δε γίνεται. Αυτό που βλέπουμε είναι το αδειανό πόδι όπου δένει η σκάφη, και από μέσα του να ξεπροβάλλει η εσωτερική άκρη του επιστομίου, από την οποία διακρίνεται αν προσέξετε λιγάκι καλάμι. Τα σύρματα σχηματίζουν στο στόμιο του καλαμιού ένα κλουβί, κάπως σαν εκείνο που κρατάει το φελλό της σαμπάνιας. Μέσα στο κλουβί υπάρχει ένα γκριζόμαυρο πραματάκι: είναι μια ροδέλα από χοντρό λάστιχο, κατά πάσα πιθανότητα από λάστιχο αυτοκινήτου. Είναι ένας κυκλικός δίσκος ελάχιστα μεγαλύτερος από το άκρο του καλαμένιου σωλήνα. Η ροδέλα δεν είναι πιασμένη πουθενά, χοροπηδάει ελεύθερα μέσα στον περιορισμένο χώρο του συρμάτινου κλουβιού της. Όταν ο παίχτης φυσά από το επιστόμιο, τη διώχνει, αυτή κολλάει στην άκρη του κλουβιού, και ο αέρας περνάει ανεμπόδιστα προς τα μέσα. Μόλις θελήσει να ξεκουραστεί χωρίς να σταματήσει το παίξιμο, αρκεί να ρουφήξει στιγμιαία: η ροδέλα έρχεται και κολλάει στα χείλη του καλαμιού, και μένει εκεί, εμποδίζοντας την έξοδο του αέρα, συγκρατούμενη από την πίεση που υπάρχει εσωτερικά του ασκιού. Σύμφωνα με κάποιον φυσικό κανόνα που δεν μπορώ να σκεφτώ, το παράδοξο αυτό σύστημα είναι απόλυτα αποτελεσματικό: το δοκίμασα και η εφαρμογή της ροδέλας στο καλάμι είναι τέλεια και αεροστεγής.
Κάποιος κάποτε μου είχε αναφέρει ότι την ίδια πατέντα είχε εφεύρει μόνος του ένας γκαϊτατζής. Σε τσαμπούνα δεν την έχω ξανακούσει, και ασφαλώς δεν την είχα δει άλλη φορά.
Βέβαια υπάρχει ένα πρόβλημα: οι μυτίτσες του σύρματος τραυματίζουν το δέρμα και ανοίγουν τρύπες, οπότε όλο το αεροστεγές σύστημα πάει περίπατο...

Επίλογος...

Ως ιστορικό τεκμήριο, αυτή η ασκομαντούρα αποδεικνύει εμπράκτως κάποιες πληροφορίες που ήταν γνωστές μόνο έμμεσα για τα παλιά όργανα, όπως αυτή για το βοτσαλάκι, και αποκαλύπτει κάποιες άλλες που ήταν ολωσδιόλου άγνωστες, όπως αυτή για τη βαλβίδα. Φέρει ακόμη πληροφορίες που συμφωνούν με όσα είναι ευρέως γνωστά χωρίς να τα αναιρούν ή να προσθέτουν κάτι, απλώς επιβεβαιώνοντάς τα, και τέλος ανοίγει και κάποια ερωτήματα χωρίς να μας δίνει την απάντηση, όπως κατεξοχήν στο ζήτημα του παράξενου διαστήματος ανάμεσα στις δύο χαμηλότερες νότες.
Πέρα από αυτό πρόκειται για ένα όργανο τόσο δουλεμένο και χιλιομανταρισμένο ώστε αναμφίβολα έχει περάσει μια πλούσια ζωή. Ποιος ξέρει πόσοι, ποιοι, πού και πότε το άκουσαν, το τραγούδησαν, το χόρεψαν και το γλέντησαν... Να είχε άραγε ένα κύκλο από θερμούς θιασώτες στο χωριό; Ή μήπως ο μάστοράς της, φτάνοντας κοντά στο τέλος της μακραίωνης παράδοσης της ασκομαντούρας, να είχε απομείνει μόνος του παίζοντας στο βουνό για τα οζά του, τις ραχούλες και τον εαυτό του;
Ως σημερινό όργανο πάλι, είναι έργο τουλάχιστον τριών μαστόρων: υπάρχει ο άγνωστος αρχικός Κρητικός κατασκευαστής, που το ασκί του και τα μπιμπίκια του δεν την έβγαλαν μέχρι σήμερα κι έτσι επιβιώνει μόνο η κυρίως τσαμπούνα, η σκάφη δηλαδή με τους αυλούς (συνήθως έτσι γίνεται, τα μπιμπίκια και ιδίως τα ασκιά δεν είναι για πάντα). Υπάρχει ο επίσης άγνωστος σε μένα μάστορης που έκανε τα σύγχρονα μπαμπουδένια μπιμπίκια, και υπάρχει και ο Καλύμνιος μάστορης που έκανε το ασκί. Και πάλι το όργανο δεν είναι έτοιμο να παίξει. Αν αυτός που έκανε τα μπιμπίκια δεν μπορέσει να τα ρεγουλάρει ικανοποιητικά, θα πρέπει ο ίδιος ή κάποιος άλλος να φτιάξει ξανά καινούργια μπιμπίκια. Και τότε, όταν η ασκομαντούρα θα μπορεί να βγάλει, χωρίς υπερβολικό ζόρι, τις έξι νότες της, θα ανοίξει ένα ακόμη ζήτημα: ο σημερινός της κάτοχος θα κρατήσει τις έξι νότες ως έχουν, με μια κλίμακα που είναι άγνωστο πώς χρησιμοποιόταν, και θα προσπαθήσει να ανιχνεύσει τα χαμένα μυστικά της; Ή θα προτιμήσει να κάνει άλλη μία επέμβαση, φέρνοντας την κλίμακα στο κούρδισμα που είναι σήμερα γνωστό, ώστε να παίξει αυτά που ο ίδιος ξέρει; Με άλλα λόγια, θα κάνει αυτός το βήμα προς το όργανο ή θα φέρει το όργανο ένα βήμα προς τον εαυτό του;