ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2008

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΠΑΙΝΩΝ ΚΑΙ ΠΟΙΝΩΝ

Σήμερα έκανα κάτι που χρειαζόταν, που γενικότερα χρειάζεται να γίνεται πού και πού, και που μ’ έκανε να νιώσω πολύ ωραία.

Το φετεινό μου σχολείο σε γενικές γραμμές είναι χάλια. Ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των μαθητών είναι βουτηγμένοι σε ένα βούρκο αδιαφορίας, θρασύτητας, αρπακτικότητας, αχαριστίας. Έχει τμήματα στα οποία ούτε μία φορά μέσα σε τρεις μήνες δεν έχω κάνει μάθημα −εννοώ μάθημα, αυτό που εκ παραδόσεως ξέρουμε όλοι ότι σημαίνει η λέξη. Στις καλύτερες μέρες κάνω κάτι που θυμίζει κάπως μάθημα, και στις υπόλοιπες κάνω τον μπάτσο, το δικαστή, το βρεφονηπιοκόμο. Και έχει και τμήματα όπου μπορώ μεν να κάνω μάθημα, αλλά και πάλι όχι καλό μάθημα. Καλό μάθημα δεν έχω κάνει ποτέ.

Αφού το κλίμα είναι αυτό, αντιλαμβάνεται κανείς ότι έχω συνέχεια μαθητές που προξενούν προβλήματα. Στην πραγματικότητα δεν είναι εύκολο να πεις ότι κάποιος ή κάποιοι μαθητές είναι αυτοί που δημιουργούν το πρόβλημα και οι άλλοι όχι, γιατί το πρόβλημα είναι διάχυτο. Αλλά οπωσδήποτε μέσα σ’ όλο το ενορχηστρωμένο μπάχαλο, ξεχωρίζουν κάποιοι σολίστ. Αυτοί τους οποίους αναγκάζομαι να πετάξω έξω ή να κατεβάσω στο γραφείο για τα περαιτέρω. Και μερικές φορές φωνάζω κάποιους να έρθουν μαζί μου στο γραφείο και αυτοί στο δρόμο διαρρέουν, οπότε το μόνο που μου μένει είναι να δώσω το όνομά τους στο Διευθυντή.

Γίνομαι έξαλλος όταν τα παιδιά με αναγκάζουν να υποδυθώ αυτό τον άσχημο ρόλο: όχι μόνο μπάτσος και δικαστής, αλλά και σχεδόν καταδότης. Αλλά κι απ’ την άλλη τι να κάνω; Κάπως πρέπει να εξασφαλιστεί η τήρηση των ορίων, όσο κουνημένα κι αν είναι αυτά. (Δε θέλω να ακούσω θεωρίες για άλλη, πιο φιλική αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων. Τις ξέρω καλύτερα από τον καθένα, και δεν πιάνουν. Ξέρετε γιατί; Γιατί δε θέλουν τα παιδιά.) Το αποτέλεσμα είναι ότι έχω στείλει αρκετό κόσμο για αποβολή.

Όμως μέσα σ’ όλο το χάλι, κάποια παιδιά ξεχωρίζουν. Από αρχές Οκτωβρίου έχω αναλάβει την ορχήστρα και τη χορωδία που θα έλεγαν τα τραγούδια στην 28η Οκτωβρίου και θα τα πουν και στη 17η Νοεμβρίου.

Για την πρώτη γιορτή, σας έχω γράψει πώς πήγαν τα πράγματα. Η δεύτερη είχε την επιπλέον δυσκολία ότι είχαμε στη διάθεσή μας μόνο δύο εβδομάδες για να την ετοιμάσουμε. Η 17 Νοέμβρη πέφτει Δευτέρα. Την προηγούμενη Παρασκευή (αύριο) θα πάμε για πρόβα τζενεράλε στο χώρο που μας παρέχει ο Δήμος για αυτές τις εκδηλώσεις, που βρίσκεται εκτός σχολείου. Σήμερα Πέμπτη ήταν η τελευταία πρόβα στο σχολείο. Κατόπιν ειδικής συνεννοήσεως με το διευθυντή, τόσο τα παιδιά όσο κι εγώ πήραμε για σήμερα απαλλαγή από κάθε άλλη υποχρέωση και κάναμε εφτά ώρες πρόβα.

Πήρα όμως την εξής πρωτοβουλία: έληξα την πρόβα στην έκτη ώρα, και έδιωξα όλα τα παιδιά εκτός από κάποια που είχα σταμπάρει. Μ’ αυτούς καθαρίσαμε και συγυρίσαμε το χώρο όπου επί δυο βδομάδες αφήναμε άδειους καφέδες, χαρτιά από σάντουιτς και λοιπά, και μετά τους είπα να με ακολουθήσουν.

−Πού;

−Θα δείτε.

−Ελάτε κύριε, πού;

−Δε σας λέω.

−Για τη φασίνα μας θέλατε;

−Όχι.

−Αλλά;

−Δε θα απαντήσω καμία ερώτηση.

Αφήνοντάς τους έτσι σε απορία, τους έφερα στο γραφείο του διευθυντή. Μόλις μας δέχτηκε, ζήτησα από τα παιδιά να πουν τα ονόματα και τα τμήματά τους, και μετά άρχισα:

−Με τα συγκεκριμένα παιδιά είχα εξαιρετική συνεργασία. Ποτέ δε χρειάστηκε να τους θυμίσω ποιος είναι ο καθηγητής εδώ μέσα. Ήταν όλοι πρόθυμοι να πάρουν αυτό που είχα να τους προσφέρω, να το εκτιμήσουν, και αντίστοιχα να προσφέρουν οι ίδιοι αυτό που είχαν. Πέρα από αυτό όμως: αυτός και αυτός έκατσαν κατ’ επανάληψη μετά το σχόλασμα να με βοηθήσουν με τα μικρόφωνα, τα κουβαλήματα και άλλα ζητήματα· εκείνος και εκείνη (κάποιοι που ξέρουν μουσική) έκατσαν και στην πρόβα αλλά και σε απογεύματα να δείξουν στους άλλους τα κομμάτια, κατά τρόπο συχνά πιο αποτελεσματικό από τον δικό μου· ο άλλος μας διέθεσε με δική του πρωτοβουλία όλο τον ηλεκτρονικό του εξοπλισμό, την (όποια) τεχνογνωσία του, τα αρχεία του με τραγούδια / κείμενα / βίντεο, και πολύ από τον χρόνο του· τέλος, εκείνη κι εκείνη αποτελούσαν ανεκτίμητο παράγοντα ηρεμίας στην ομάδα, και μπορούσαν να μαζεύουν τους υπόλοιπους ακόμη κι όταν εγώ έχανα τον έλεγχο. Και ήθελα ενώπιόν σας (λέω στο Διευθυντή) να τους συγχαρώ και να τους ευχαριστήσω.

Ο διευθυντής υπερθεμάτισε, και σημείωσε τα ονόματά τους στο βιβλίο Ποινών, που απ’ έξω γράφει Βιβλίο Επαίνων και Ποινών, αλλά σχεδόν κανείς δε θυμάται ότι είναι και για επαίνους.



Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2008

ΜΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΥΛΟΥΡΙΑ;

Πόσο κακός κουλουρτζής μπορεί να είναι κανείς;

Και όμως μπορεί. Θεωρώ μάλιστα ότι όλοι λίγο-πολύ οι κουλουρτζήδες που κυκλοφορούν σήμερα στην Αθήνα είναι ακριβώς εξίσου κακοί. Κάνουν τη δουλειά τους με τόση υποκρισία και με τόσο λίγο μεράκι, όσο δε φανταζόταν κανείς ότι χωράει σ’ ένα τέτοιο επάγγελμα. Και σε μία κοινωνία όπου η υποκρισία και η έλλειψη φαντασίας και στιλ έχει φτάσει μέχρι τους κουλουρτζήδες, μάλλον κάτι δεν πάει καλά γενικότερα.
Προσωπικά, προκειμένου να τσιμπήσω ένα σνακ στο δρόμο, συχνά προτιμώ το κουλούρι έναντι άλλων επιλογών. Όχι τόσο για την ανεπανάληπτη γεύση του −σιγά τ’ αβγά!− όσο γιατί συμπαθώ το θεσμό. Οι κουλουρτζήδες υπήρχαν στην πόλη μου (υποθέτω και σε άλλες) από τότε που τη θυμάμαι, και σίγουρα και πολύ πιο πριν. Και μαζί με τους λαχειοπώλες και τους καστανάδες, που το καλοκαίρι γίνονται καλαμποκάδες, αποτελούν χαρακτηριστικά στοιχεία της φυσιογνωμίας της πόλης. Επίσης, οι τρεις αυτές κατηγορίες αποδεικνύουν ότι μπορεί κανείς ακόμη και σήμερα να κυκλοφορεί στους δρόμους, χωρίς μαγαζί, πουλώντας κάτι φτηνό, και να παραμένει απόλυτα αξιοπρεπής, αντίθετα προς άλλους γυρολόγους που στην ουσία είναι σαφώς επαίτες (π.χ. αυτοί με τα στυλό και τα χαρτομάντηλα στο λεωφορείο, οι κωφάλαλοι με τους γελοίους αναπτήρες κλπ.).
Αλλά τον τελευταίο καιρό αισθάνομαι να έχω όλο και λιγότερα κίνητρα να συμπαθώ το θεσμό.
Κατ’ αρχήν, τα κουλούρια είναι άθλια. Τι διάολο, πάντα προχτεσινά είναι; Πώς το καταφέρνουν; Θα απαιτεί πολύ καλό προγραμματισμό. Για να φάω ένα διπλό, κυριολεκτικά κουράζω τις μασέλες μου. Αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Δεν άπτεται ούτε του μερακιού ούτε της υποκρισίας.
Παλιά θυμάμαι τον κουλουρτζή, όπως άλλωστε και το λαχειοπώλη, να διαλαλάει την πραμάτεια του. Και είχα παρατηρήσει ότι ανέπτυσσαν διάφορες τεχνικές με τη φωνή τους, ώστε να ακούγονται δυνατά χωρίς να φωνάζουν και να χαλάν τα λαρύγγια τους. Έτσι ο καθένας είχε διαμορφώσει το προσωπικό του φώναγμα. Τους ξεχώριζες όπως ξεχωρίζεις τα κοκόρια, που όλα κικιρίκου λένε, αλλά το καθένα με ένα συγκεκριμένο τρόπο που δεν τον αλλάζει. Τώρα δε φωνάζουν. Άλλωστε δεν περπατούν κιόλας. Κάθονται σαν μπάστακες και σε περιμένουν. Δηλαδή έχουν υποβαθμίσει τον εαυτό τους σε ταμία ή ταμειακή μηχανή του ταμπλά με τα κουλούρια. Φαίνεται ότι, παρόλο που η πόλη μας είναι απίστευτα θορυβώδης και γίνεται όλο και χειρότερη, εντούτοις το να φωνάζεις τι πουλάς δεν είναι πολιτικά ορθό. Πλέον οι μόνοι που το κάνουν είναι οι γύφτοι με τα ντάτσουν: μανάβηδες, ανθοπώλες, παλιατζήδες κλπ.. Οι γύφτοι γενικά δε σκοτίζονται τόσο για πολιτικές ορθότητες· αλλά κι αυτοί, συχνά δε φωνάζουν αυτοπροσώπως αλλά βάζουν κασέτα.
Ύστερα: τελευταία οι κουλουρτζήδες, για να σου δώσουν το κουλούρι, βάζουν εκείνο το αντιπαθέστατο πλαστικό γάντι, για να μην το πιάσουν με το χέρι τους, μην τυχόν κι έχουν ξύσει προηγουμένως τις αιμορροΐδες τους. Ήμαρτον! Λες και ξέρω εγώ αν τις έχουν ξύσει και με το γάντι! Το κουλούρι που εκτίθεται χύμα στους ρυπαρούς και μολυσμένους δρόμους της Αθήνας είναι ένα προϊόν που εξ ορισμού δεν απευθύνεται σε υποχόνδριους. Δεν είναι αυτονόητο; Υπάρχει κανείς που σιχαίνεται το γυμνό χέρι του κουλουρτζή, ενώ δε σιχαίνεται τίποτε άλλο απ’ όσα είναι δυνατόν να έχουν έρθει σ’ επαφή με το κουλούρι; Και στο κάτω κάτω, αν είναι να τηρούμε τα προσχήματα, υπάρχει και η τσιμπίδα που είναι λιγότερο αντιαισθητική.
Εμένα μ’ ενοχλεί και η ποικιλία που έξαφνα έχει κατακλύσει τους ταμπλάδες. Πρώτα ήταν μόνο κουλούρια. Μετά ήταν σκέτα και διπλά κουλούρια. Τα διπλά ήταν είτε απλώς μεγαλύτερα, είτε δύο κουλούρια στριμμένα μαζί. Καλά μέχρις εδώ. Άλλος πεινάει περισσότερο, άλλος λιγότερο. Άλλος θέλει την τραγανάδα του λεπτού κι άλλος την αφρατοσύνη του διπλού (λέμε τώρα, γιατί στην πράξη όλα κινούνται μεταξύ πέτρας και λάστιχου). Αλλά τώρα που βγάλανε και με σοκολάτα, και με τυρί και δεν ξέρω τι άλλο, ποιο το νόημα; Άμα είναι, κάν’ το μια και καλή τυροπιττάδικο. Αν δε σε προτιμάει η πελατεία, δε σου πέρασε από το νου μήπως φταίει η ποιότητα και όχι η ποικιλία; Ναι, εκσυγχρονίσου! Βάλε και χυμούς, βάλε και κανα καφέ, βάλε και ερκοντίσιον. Μόνο που τότε θα το κάνεις ένα Γρηγόρη, και ο κανονικός Γρηγόρης θα είναι πάντα καλύτερος. Αφεντικό, εμένα μου φτάνει που στο σουπερμάρκετ θέλω μισή ώρα για να βρω ένα σαμπουάν που να μην είναι ούτε για έντονο φιλάρισμα, ούτε για βαμμένα και ταλαιπωρημένα μαλλιά, ούτε για μοναδικό όγκο, να είναι απλώς για λούσιμο, και άλλη μισή ώρα για να διαλέξω τυρί για τοστ, και για να παραγγείλω ένα καφέ χρειάζομαι λεξικό (φραπουτσίνο, φρεντοτσίνο, μοκατσίνο, στρέτο, λούνγκο, κον λάτε, αλέγκρο μα νον τρόπο... Όπως έλεγε και ο κόκορας του Αρκά, τι γίνεται στην περίπτωση που θες απλώς να γαμήσεις;). Δεν είναι η ποικιλία επιλογών αυτό που λείπει από την καταναλωτική μου ζωή. Πούλα ένα πράμα, ή έστω δυο τρία, και να ’ναι καλά, και να έχεις και το στιλ σου, και κανείς δε θα διαμαρτυρηθεί αν δεν έχεις με σοκολάτα, ούτε αν δε φοράς γάντι.
Άειντε μπράβο!

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2008

ΔΥΟ ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΞ ΑΦΟΡΜΗΣ ΤΗΣ 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

1. Η 28η Οκτωβρίου είναι η επέτειος της εισόδου της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Γιατί η έναρξη ενός πολέμου θα έπρεπε να αποτελεί αφορμή εορτασμών;

Η γνώμη μου είναι η εξής:

Το '40 συνέβη στην Ελλάδα κάτι που είχε ξαναγίνει αρκετές φορές στην Ιστορία, αλλά που είναι ιδιαίτερα αμφίβολο αν θα το ξαναδούμε πια: έγινε ο τελευταίος καθαρός, αγνός πόλεμος. Το ποιος είναι ο εχθρός ήταν πολύ ξεκάθαρο, δεν ήταν -όπως σήμερα- κάποια απρόσωπη και απροσδιόριστη έννοια όπως η "τρομοκρατία", η "ασύμμετρη απειλή", η παγκοσμιοποίηση ή ακόμα και οι δημοκρατικά και νόμιμα εκλεγμένες κυβερνήσεις. Ήταν ένας συγκεκριμένος κατακτητής. Το τι απειλούσε αυτός ο κατακτητής ήταν επίσης πολύ σαφές: τη ζωή μας, την ελευθερία μας, το σπίτι μας, το χωράφι μας, το μέλλον των παιδιών μας. Ούτε την παγκόσμια έννομη τάξη ούτε άλλες τέτοιες άπιαστες έννοιες (ή μάλλον και αυτά, αλλά όχι μόνον αυτά).

Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα, ο ελληνικός λαός μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο είχε γίνει μια γροθιά. Παραμερίζοντας τις διόλου ευκαταφρόνητες πολιτικές ή άλλες διαφορές που τον δίχαζαν και το πλήθος των προβλημάτων που είχε σωρεύσει στην πλάτη του η ιστορία των προηγούμενων δεκαετιών, όλοι όρμησαν με αυθόρμητο ενθουσιασμό στον αγώνα.

Πότε λέτε να ξαναδούμε κάτι τέτοιο;

Προσωπικά, ανήκω στη γενιά που οι μεγαλύτεροι μακάριζαν ως την πρώτη που δεν πέρασε ούτε πόλεμο, ούτε κατοχή, ούτε προσφυγιά, ούτε πείνα, ούτε τίποτε. Στη γενιά μου λοιπόν, ήδη από αρκετά νεαρή ηλικία θυμάμαι να είναι πολύ διαδεδομένη η θέση "αν γίνει πόλεμος εγώ δεν πάω να σκοτωθώ για καμιά κυβέρνηση / για κανενός το συμφέρον / για κανένα αφεντικό" κλπ.. Έλλειψη ιδανικών σε μια μοσκαναθρεμμένη γενιά; Αν το εκλάβουμε έτσι, θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι ο πόλεμος και η δυστυχία χρειάζονται, για να αποκτάμε ιδανικά. Δεν είναι ελκυστικό το συμπέρασμα, αλλά πέρα από αυτό δεν αληθεύει κιόλας. Τι, όλοι οι βομβαρδισμένοι ή βομβαρδιστές των Βαλκανίων, επί παραδείγματι, εμφορούνται από αγνά και άδολα ιδεώδη;

Οι Έλληνες του '40 έζησαν και τον πόλεμο, και τη δυστυχία, και την κατοχή, και την πείνα, και την αδικία, και τον εξευτελισμό, και -οι περισσότεροι- όλα τα πριν και τα μετά, αλλά είχαν την ανεκτίμητη τύχη να ζουν μέσα σε τέτοιες ιστορικές συγκυρίες ώστε τα ιδανικά να υπάρχουν, και να είναι σαφή και αντιληπτά από τον καθένα, όχι μόνο από τους ψαγμένους ιδεολόγους.



2. Σήμερα, 29 Οκτωβρίου 2008, κάποιος (άγνωστος φυσικά) είχε σκορπίσει στο σχολείο φεϊγ βολάν της Χρυσής Αυγής, με τα συνθήματα "Τα ΟΧΙ χρειάζονται Μεταξάδες" και "Ψηλά τις σημαίες". Το σχολείο μας αποτελείται κατά μεγάλο ποσοστό από ξένους, αλλά και όλο Έλληνες να ήμασταν, η αιφνίδια εμφάνιση τέτοιων σλόγκαν το ίδιο σύγκρυο θα μου προκαλούσε. Στη σχετική συζήτηση που έκανα με τους μαθητές στην τάξη, τους είπα τα εξής περίπου:
Οι άνθρωποι αυτοί είναι εξαιρετικά επικίνδυνοι. Η αναφορά που κάνουν στο ΟΧΙ και τον Μεταξά είναι τελείως υποκριτική, γιατί ενώ αυτό που συνέβη το '40 ήταν η συσπείρωση όλων των κατοίκων της χώρας σε μία ενιαία δύναμη με εσωτερική ομόνοια και ομοψυχία, οι ίδιοι τώρα επιδιώκουν ακριβώς το αντίθετο: τη διάσπασή μας, το να φοβόμαστε και να υποπτευόμαστε τον διπλανό μας. Όταν είμαι Έλληνας, η προπαγάνδα ότι αναξιοπαθώ εξαιτίας των κακών μεταναστών -ποιος, εγώ, με τους ένδοξους προγόνους και τη λαμπρή ιστορία, εγώ ο νόμιμος κληρονόμος ενός φωτεινού μέλλοντος που δεν το βλέπω όμως πουθενά, άρα μου το έχουν αρπάξει οι ξένοι- είναι πολύ εύκολο να μου φουσκώσει τα μυαλά. Και θα με κολακέψει, και θα με οδηγήσει στη δαιμονοποίηση των ξένων.
Το '40 όλοι (ή σχεδόν όλοι) οι κάτοικοι της Ελλάδας ήταν Έλληνες. Τώρα δεν είναι. Η διαφορά αυτή ευνοεί μια τέτοια προπαγάνδα. Το νου σας, είπα στα παιδιά, μην τσιμπάτε! Αν βλέπουμε τον καθένα γύρω μας με καχυποψία, αν τον αναγορεύσουμε εχθρό, θα γίνουμε μία σκόρπια μάζα από ανάδελφα άτομα, ευάλωτη στην κάθε επιβουλή.
Ο εχθρός σήμερα δεν είναι ο Έλληνας, ο Αλβανός, ο Πακιστανός, ο Τούρκος, ο Αμερικάνος. Ο εχθρός είναι:
α) Η άγνοια, η αμορφωσιά και η πνευματική αδράνεια που θα μας καταστήσουν δεκτικούς στην προπαγάνδα.
β) Οι διάφοροι επιτήδειοι, όπως εν προκειμένω οι εθνικιστές / νεοναζί / νεοφασίστες κλπ. που, βρίσκοντάς μας μπόσικους λόγω πνευματικής αδράνειας, θα μας παραμυθιάσουν με τις διασπαστικές τους θεωρίες και θα μας καταντήσουν σκόρπια μάζα.
γ) Κάποιος πραγματικός εχθρός (δεν ξέρω ποιος είναι και αν υπάρχει, μακάρι να μη βρεθεί ποτέ κανένας αλλά ας μην επαναπαυόμαστε) που, όταν αποφασίσει να μας επιτεθεί, όχι κατ' ανάγκην με τα όπλα, θα μας βρει μια σκόρπια μάζα έτοιμη να πέσει.

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2008

28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2008 : Ο ΣΧΟΛΙΚΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ

Καλησπέρα σας.

Όπως έχουμε πει, φέτος μένω στην Αθήνα, όπου είναι και το καινούργιο μου σχολείο, ένα ΕΠΑΛ. Τα ΕΠΑΛ (Επαγγελματικά Λύκεια) είναι ένας αρκετά απαξιωμένος θεσμός: θεωρούνται τα λύκεια χαμηλών αξιώσεων. Δεν είναι τα εντελώς μπαζολύκεια, γιατί αυτά είναι οι ΕΠΑΣ (Επαγγελματικές Σχολές), αλλά οπωσδήποτε είναι χαμηλότερου επιπέδου από τα Ενιαία Λύκεια (τα κανονικά δηλαδή). Είναι δε οξύμωρο, αλλά όχι παράδοξο, ότι όσο χαμηλότερες αξιώσεις εγείρει ένα σχολείο από τους μαθητές του τόσο υψηλότερες είναι οι αντίστοιχες για τους διδάσκοντες.
Εν πάση περιπτώσει, σ’ αυτό το σχολείο, όπου −όπως μάλλον αντιλήφθηκε ήδη ο οξυδερκής αναγνώστης− έκανα κάπως ανώμαλη προσγείωση, γίνονται εθνικές γιορτές όπως σε όλα τα σχολεία. Συνέβη δε να είμαι εγώ αρμόδιος, μαζί με μία συνάδελφο που διδάσκει σχέδιο. Έτσι, μια μέρα ανακοινώσαμε ότι θα συγκροτηθεί χορωδία και ορχήστρα, και όσοι μαθητές ενδιαφέρονται να έρθουν να το δηλώσουν, ιδιαίτερα δε αν κάποιοι παίζουν όργανα. Για μεν το τραγούδι, εμφανίστηκε το αναμενόμενο ετερόκλητο πλήθος: κάποιοι που όντως τους αρέσει, κάποιοι που όχι μόνο τους αρέσει αλλά και έχουν ήδη ασχοληθεί και συμμετέχουν και σε άλλες χορωδίες, κάποιοι απλώς για να χάνουν μάθημα. Στα όργανα τώρα, εμφανίστηκαν τέσσερα πέντε παιδιά· εκτός από έναν που παίζει τουμπελέκι, οι άλλοι όλο με ηλεκτρικές κιθάρες, ντραμς και μπάσα.
−Κι εσύ τι παίζεις;
−Κιθάρα.
−Ωραία. Ηλεκτρική ή κλασική;
−Ηλεκτρική.
−Ωραία. Και τι μουσική παίζεις;
−Βασικά παίζω μέταλ, θρας και τέτοια.
−Τέλεια! Εμείς βασικά παίζουμε Βέμπο, Λοΐζο και τέτοια: θα τα βρούμε!

Και τα βρήκαμε. Σχηματίστηκε ένα συγκρότημα με δύο κιθάρες, μπάσο, ντραμς και τουμπελέκι (το τουμπελέκι ακούγεται λίγο άσχετο, αλλά ο τύπος πρέπει μάλλον να είναι επίδοξος ντράμερ που βρήκε ένα προσωρινό υποκατάστατο της ογκώδους, ακριβής και ανοικονόμητης ντραμς, και όχι κανονικός τουμπελεκιτζής με συνείδηση τσιφτετελά). Οι πιο δραστήριοι ήταν οι δύο κιθαρίστες. Φαίνεται ότι όσοι παίζουν ηλεκτρική κιθάρα χωρίς να έχουν πιάσει ποτέ κλασική κινούνται σε ένα διαφορετικό μουσικό σύμπαν, που μου ήταν άγνωστο, ανοίκειο αλλά και συναρπαστικό: παράξενες κλίμακες, πιασίματα που δεν αναγνώριζα, απροσδόκητες αρμονικές συνωδίες κλπ.. Κάθε κομμάτι που άκουγαν, το μετέφραζαν στη δική τους μουσική γλώσσα, επιφέροντας κάποιες μικροαλλαγές που εγώ ποτέ δε θα σκεφτόμουν, κάνοντας το κομμάτι καινούργιο αλλά συνάμα και αναγνωρίσιμο· φανταζόμουν ότι αν άκουγαν τις διασκευές τους οι αυθεντικοί συνθέτες των κομματιών θα ενθουσιάζονταν. Εντωμεταξύ, οι τύποι κατέβαζαν τις ιδέες βροχηδόν: εδώ ας κάνουμε το ένα, εκεί ας κάνουμε το άλλο. Είχα μαγευτεί με την πάρτη τους. Οι ιδέες τους ήταν και πολλές και καλές. Οι ίδιοι αντίθετα, χωρίς την παραμικρή έπαρση, έδειχναν να πιστεύουν ότι το παίζουν έτσι και όχι όπως είναι κανονικά επειδή «δεν ξέρουν»!
Τα παιδιά ήξεραν ότι ασχολούμαι μεν με τη μουσική, αλλά με τελείως άλλα είδη από τα δικά τους. Το ενδιαφέρον, η ενθάρρυνση και η εμπιστοσύνη που έδειξα στους ίδιους και τη δουλειά τους τους έδωσε φτερά. Από την άλλη, έβλεπαν κιόλας ότι δεν είμαι απλώς ένας άσχετος που θαμπώθηκε από το πρωτόγνωρο: υπήρχαν σημεία όπου τους έκανα πολύ συγκεκριμένες παρατηρήσεις, και κάποιες μεμονωμένες ιδέες που δε μου άρεσαν. Άρα, αφού ήξερα να τους πω και όχι, σήμαινε ότι το «ναι» μου ήταν το έγκυρο, βάσιμο «ναι» κάποιου που στ’ αλήθεια εκτιμά ευτό που έκαναν.
Το αποτέλεσμα ήταν ότι αναπτύξαμε μία εξαιρετική συνεργασία. Ποτέ δε χρειάστηκε να τους ανακαλέσω στην τάξη ή να τους θυμίσω ποιος είναι ο καθηγητής εδώ μέσα. Απλώς παίζαμε, δοκιμάζαμε, συζητούσαμε και προχωρούσαμε. Αισθανόμουν ότι μέσα στο ζόρικο και συχνά εχθρικό κόσμο του ΕΠΑΛ είχα βρει ένα παραδεισάκι, μία όαση όπου οι μαθητές είναι ώριμοι, συνεργάσιμοι, ευγενικοί (αλήθεια, αυτό μού έκανε εντύπωση: οι μαλλιάδες με τη βρώμικη μουσική και τις μπλούζες με τις νεκροκεφαλές ήταν τα πιο ευγενικά παιδιά!), έξυπνοι, δημιουργικοί και αναγνωρίζουν αυτό που κάνεις γι’ αυτούς και το ανταποδίδουν.
Οι πρόβες της χορωδίας γίνονταν χώρια. Η ιδέα που είχα και που ακολούθησα ήταν η εξής: πρώτα δείχνω ένα τραγούδι στη χορωδία· με μια κλασική κιθάρα που χρησιμοποιούσα στις πρόβες, έβρισκα τον τόνο που τους βόλευε καλύτερα· ύστερα, ξέροντας πλέον συγκεκριμένες συγχορδίες, το έδειχνα στους μαλλιάδες· μ’ αυτούς το επεξεργαζόμασταν, του πετάγαμε τα μάτια έξω, και τέλος, κάθε που ένα-δυο τραγούδια ήταν έτοιμα και από τους μεν και από τους δε, τους έσμιγα για μία πρόβα όλοι μαζί. Παράλληλα η συνάδελφος προχωρούσε τις δικές της πρόβες με τα κείμενα και τα ποιήματα (όπου συμμετείχαν κυρίως παιδιά που ήταν και στη χορωδία). Και, τις τελευταίες μέρες, αρχίσαμε να προβάρουμε όλο το σετ.
Η χορωδία μπορούσε να προβάρει σε οποιαδήποτε αίθουσα του σχολείου ήταν εύκαιρη. Με τα όργανα όμως ήταν πιο δύσκολο, γιατί είναι πολύ δυνατά. Ο μόνος χώρος που βρήκε το σχολείο να μας διαθέσει ώστε να μην ενοχλούμε το μάθημα ήταν μία αποθήκη με θρανία, στο υπόγειο, που ήταν τίγκα στη σκόνη, την μπίχλα και την πατζέχρα. Στην αρχή μού κακοφάνηκε. Μετά είδα τη ροκ πτυχή του θέματος: ήταν περίπου σαν να κάναμε πρόβα σε γκαράζ, όπως έκαναν στα πρώτα τους βήματα όλοι οι θρύλοι του εξήντα και εντεύθεν. Έτσι το παρουσίασα στα παιδιά της ορχήστρας σαν σπουδαίο τεφαρίκι. Έπιασε και δεν έπιασε... Εν πάση περιπτώσει, την πρώτη φορά που έφεραν τις κιθάρες και τους ενισχυτές κάναμε πρόβα εκεί. Πάνω που είχαν αρχίσει να συμπαθούν το χώρο, διαπιστώσαμε ότι ακριβώς από κάτω είχε βόθρο. Ο οποίος την πρώτη μέρα πέρασε απαρατήρητος, αλλά μετά άρχισε να βρωμεί ακατάσχετα. Αυτό μάς έδωσε την αφορμή να προσέξουμε επίσης ότι από τις σωλήνες που διέσχιζαν το δωματιάκι ακούγαμε πότε κάποιος τράβαγε καζανάκι. Στο τέλος οι σωλήνες άρχισαν να έχουν και διαρροές. Γενικά κάναμε πρόβες σ’ έναν ελεεινό χώρο που θα προσέβαλλε τον καθένα. Προσπάθησα (και νομίζω ότι το ψιλοπέτυχα) να τους μεταστρέψω την αγανάκτηση προς την κατεύθυνση της ιδέας ότι εργαζόμαστε μυστικά, υπόγεια, υπό αντίξοες συνθήκες, προετοιμάζοντας μία επανάσταση −τη θρας διασκευή του Ντούτσε− της οποίας το πολιτιστικό προϊόν θα χαρίζαμε μετά μεγαλόψυχα στην κοινωνία.
Τα παιδιά σχολίαζαν: «Σκατά ήχο θα έχουμε» ή «Σήμερα θα παίξουμε βρώμικα». Αλλά αφού είχαν πάψει να λένε, όπως στην αρχή, «Εδώ κύριε μας έχουν χεσμένους», σήμαινε ότι το ηθικό πήγαινε καλά.
Η συνεργασία με τη χορωδία δεν ήταν τόσο ονειρεμένη. Ξεκίνησα με τη φιλοδοξία να μάθω τραγούδι σε όσους δεν ήξεραν καν πότε κάνουν φάλτσα. Σύντομα φάνηκε ότι αυτό δεν επέπρωτο να συμβεί. Δεν πειράζει, είπα, ας έχουμε και φάλτσους. Σχολείο είμαστε, δεν είμαστε η χορωδία Τρικάλων. Τους εξήγησα ότι δε θέλω μόνο τους καλούς, ότι όλοι είναι ευπρόσδεκτοι γιατί όλοι οι άνθρωποι και όχι μόνο οι προικισμένοι έχουν δικαίωμα στο τραγούδι. Απλώς, παιδιά, όσοι αντιλαμβάνονται ότι δεν το ’χουν πιάσει σωστά ας τραγουδούν λίγο πιο διακριτικά· και αντίστοιχα, όσοι ξέρουν ότι το λένε καλά, ας κάνουν τον κόπο να τραγουδούν λίγο πιο δυνατά, για να καλύπτουν το κενό των φάλτσων: το ’να χέρι νίβει τ’ άλλο.
Όλα αυτά τους τα ’λεγα όχι μόνο για ένα καλύτερο μουσικό αποτέλεσμα, αλλά κυρίως για να εδραιώσω ένα κλίμα αποδοχής και να τους βγάλω από την ηλίθια νοοτροπία του «πρέπει - δεν πρέπει», «καλός - κακός» που γενικώς κουβαλάνε οι μαθητές. Αλήθεια σάς το λέω, απότυχα τελείως! Από τη δεύτερη ή τρίτη συνάντηση τα παιδιά συνειδητοποίησαν ότι εδώ είμαστε ένας καθηγητής και καμιά εικοσαριά παιδιά, και έχουμε κάτι να μάθουμε, δηλαδή περίπου το ίδιο όπως στην τάξη. Λοιπόν, τι κάνουμε στην τάξη για να το κάνουμε κι εδώ; Χαζοπαζαρεύουμε, μιλάμε με το διπλανό μας (κατεξοχήν όταν ο καθηγητής έχει πιάσει ατομικά κάποιον και του εξηγεί), κάνουμε ηλίθια πλάκα με τους στίχους (κι εσύ ησυχάζεις, το δάχτυλο βάζεις να βρεις την πληγή: τι εννοεί κύριε, πού το βάζει το δάχτυλο;), ενεργοποιούμε τη λειτουργία «ανίκανος να μάθει οτιδήποτε» και, κάθε τόσο, ρωτάμε −όλοι με τη σειρά, σε διαστήματα του μισού λεπτού περίπου− «Πού είμαστε;».
Εγώ μπορεί να είμαι ένας χαρισματικός νέος δάσκαλος γεμάτος έμπνευση, όρεξη, αγάπη, πρωτοτυπία και χίλα δυο άλλα ανεκτίμητα προσόντα, αλλά χάνω εύκολα την υπομονή και την ψυχραιμία μου. Στην τάξη, καμιά φορά, όταν γίνεται χαμός, κοπανάω την έδρα (που έχει πλούσια μπάσα) φανάζοντας «θα ησυχάσετε επιτέλους» ή κάτι παρόμοιο, και γενικά καταφέρνω να τους αποσπάσω για λίγο την προσοχή. Στο βόθρο όμως δεν είχε έδρες. Όταν λοιπόν ήρθε η στιγμή γι’ αυτό το εφέ, κοπάνησα ό,τι βρήκα πρόχειρο μπροστά μου. Έτυχε δε να είναι η κιθάρα μου. Αλλά οι κιθάρες δε φτιάχνονται από τόσο ανθεκτικά υλικά όσο οι έδρες, κι έτσι την έσπασα. Εκείνη την ημέρα τους παράτησα, δηλώνοντας ότι δε δικαιολογώ καμία απουσία, κι έφυγα βγάζοντας καπνούς από το κεφάλι.
Κατ’ ευτυχή συγκυρία, έχω κολλητό και γείτονα έναν πολύ καλό οργανοποιό. Έτρεξα λοιπόν βουρ στο εργαστήρι του, και μπουκάρησα φωνάζοντας «Μαλάκα, διώξε όλους τους πελάτες και σώσε με». Θα έπρεπε ίσως να έχω κοιτάξει πρώτα αν έχει πελάτες μέσα και ποιους: γιατί έτυχε να είναι εκεί ένας επιφανής μουσικός, ας τον πούμε για την ιστορία “Νταλάρα„. «Ναι, μου λέει ο δικός μου, το βρήκες: θα διώξω τον “Νταλάρα„ για να σου μαζέψω τα σπασμένα!»
Πάντως μου την έφτιαξε αυθημερόν. Την επόμενη μέρα στην πρόβα τα πνεύματα είχαν ηρεμήσει. Τα μεν παιδιά είχαν αντιληφθεί ότι το παρατράβηξαν και είχαν έρθει μεταμελημένοι και έτοιμοι για μια πιο καλή συνεργασία, εγώ δε −που στην ουσία επίσης το ’χα παρατραβήξει− αφού τους εξήγησα ότι δεν ήρθαμε εδω για καβγάδες και κόντρες αλλά για να περάσουμε καλά, τους έδειξα την επισκευασμένη κιθάρα και τους είπα ότι και όλα τ’ άλλα τα θεωρώ σαν να μη συνέβησαν −και εντάξει με τις απουσίες τους! Μου απήντησαν ότι κι εκείνοι θέλουν να συνεργαστούμε, ότι εκτιμούν πολύ ό,τι κάνω γι’ αυτούς, ότι θέλουν να συμμετάσχουν γιατί η εορτή είναι πολύ εθνική, αλλά και ότι θα έπρεπε ίσως να πετάξω έξω μερικούς ρεμπεσκιέδες. Εγώ όμως δεν το ήθελα αυτό. Τους εξήγησα ότι, αν δε με ανάγκαζαν οι ίδιοι, θα ήθελα να το αποφύγω· ξέρω βέβαια ότι μερικοί έρχονται μόνο για χαβαλέ και για να χάνουν μάθημα, και δεν προσφέρουν τίποτε στην ομάδα, αλλά το τραγούδι, όπως είναι εξίσου για καλλίφωνους και φάλτσους, έτσι είναι και για ώριμους και ανώριμους. Άλλωστε, το να χάνουν μάθημα και το να γίνεται μέσα σε κάποια λογικά όρια και λίγος χαβαλές, είναι σύμφυτα στοιχεία της χορωδίας η οποία οργανώνεται επίσημα από το σχολείο, δεν το κάνουν καταχρηστικά ούτε εις βάρος κανενός.
Μετά από αυτό το μανιφέστο των προωθημένων δημοκρατικών μου θέσεων, κάναμε την καλύτερη πρόβα μας έβερ. Βέβαια χρειάστηκε να πετάξω έναν έξω, αλλά κατά τα άλλα ήμασταν δημιουργικοί και αγαπημένοι.
Γενικώς έτσι πήγαινε το πράγμα. Παράλληλα, για να μην ξεστρατίσει η εκδήλωση σε καθαρά καλλιτεχνική και χαθεί ο εθνικός - ιστορικός της χαρακτήρας, τους εξηγούσα και διάφορα σχετικά ιστορικά στοιχεία. Και αυτό όμως, γινόταν με αφορμή τα τραγούδια. Είχα επιμείνει ότι ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ να τραγουδάμε κάτι αν δεν το έχουμε προηγουμένως κατανοήσει και αποδεχθεί. Αν λες μηχανικά τα λόγια χωρίς να τα έχεις προσέξει, αυτό μπορεί να αποβεί επικίνδυνο. Έτσι τούς έδινα στο περίπου το ιστορικό συμφραζόμενο ή τις αναφορές του κάθε τραγουδιού. Όπως γίνεται συνήθως, το βασικό σχέδιο της γιορτής ήταν ένα σύντομο κείμενο που καλύπτει πολύ περιληπτικά την ιστορία από την έναρξη του πολέμου μέχρι το τέλος της Κατοχής και δίνει και μία πρόταση για το σημερινό νόημα της επετείου, διανθισμένο με ποιήματα, λογοτεχνικά αποσπάσματα και τραγούδια που το εικονογραφούν. Καθώς τα παιδιά όλο και κάτι ξέρουν για το θέμα, έστω και πολύ χοντρά, από τα τόσα χρόνια εθνικών εορτών, ο σκοπός δεν ήταν να τους εξηγήσω τα πάντα −ποια πάντα; σάμπως και ποιος ξέρει τα πάντα στην Ιστορία;− αλλά να τους φωτίσω κάποιες λεπτομέρειες, οι οποίες θα συνέβαλλαν στο να συμπληρώσουν κάπως τη θολή εικόνα τους για τα πράγματα. Του χρόνου με κάποια άλλη αφορμή θα βρεθεί κάποιος να τους φωτίσει μια άλλη λεπτομέρεια. Αφού περάσουν αρκετά χρόνια, κάποιοι από αυτούς ίσως ενδιαφερθούν και προσπαθήσουν να σχηματίσουν μία πραγματικά κάπως ξεκάθαρη ιδέα· προς το παρόν, το να ξέρουν π.χ. γιατί τα τραγούδια της εποχής κοροϊδεύουν τον Μουσολίνι που μέχρι τότε ήταν σύμβολο τρόμου τούς είναι αρκετό, φρονώ.
Τελικά η γιορτή ήταν πετυχημένη. Το δύσκολο κοινό του ΕΠΑΛ την παρακολούθησε άνετα, χωρίς να βαρεθούν και να αρχίσουν τις αηδίες· οι συμμετέχοντες πέρασαν πολύ καλά, και απέδωσαν πιστεύω το καλύτερο που αντικειμενικά θα μπορούσαν. Φυσικά είχε φάλτσα, είχε κακή ποιότητα ήχου, είχε κάποιους που ξεχνούσαν πότε μπαίνουν ή που έκαναν σαρδάμ ή ξεκινούσαν να πουν λάθος τραγούδι ή κείμενο, αλλά αυτά είναι μέσα στο παιχνίδι. Εγώ έτρεχα όλη την ώρα πάνω κάτω στην πλατεία, στις κουΐντες του θεάτρου, εμπρός και πίσω από τη σκηνή, ρυθμίζοντας διάφορες λεπτομέρειες ή δίνοντάς τους το σύνθημα για το ένα ή το άλλο που έπρεπε να γίνει, ώστε να ξέρουν ότι η κατάσταση ελέγχεται, δεν τους έχουμε εγκαταλείψει μόνους στη σκηνή, και ταυτόχρονα τους ενθάρρυνα, τους χαμογελούσα και τους περικαμάρωνα σα γύφτικο σκεπάρνι. Από τους συναδέλφους κανείς δε βρέθηκε να γκρινιάξει για τις καινοτόμες μουσικές μας ιδέες (πράγμα που με ανησυχεί λίγο: μήπως τελικά δεν είναι τόσο καινοτόμες;), αντίθετα ήταν όλοι ευχαριστημένοι.
Γενικά όλα πήγαν καλά.
Και του χρόνου!

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008

ΜΕΤΑΘΕΣΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ

Άλλο ένα κείμενο αρχείου. Μιας κι αυτό τον καιρό δεν έχω πολύ χρόνο για γράψιμο, αυτά τα παλιότερα κείμενα είναι μια κάποια λύσις, παρά να μην υπάρχει καμία κίνηση στη στήλη.
Το έγραψα το Μάρτιο του 2008, την επομένη της ημέρας που έμαθα ότι πήρα μετάθεση από Κάρπαθο για Αθήνα. Επομένως εντάσσεται στον ίδιο κύκλο με το προηγούμενο: πάλι κάποια από τα όσα έχω αισθανθεί γι' αυτό το νησί. Όλα βέβαια είναι πολλά. Τόσο πολλά ώστε αναπόφευκτα υπάρχουν και αντιφάσεις.
Το κείμενο προοριζόταν για το πρώτο τεύχος ενός καρπάθικου περιοδικού που δε νομίζω ότι τελικά εκδόθηκε ποτέ.
Λέει:
Καλησπέρα σας.

Είναι μάλλον ανορθόδοξο να εγκαινιάζω τη στήλη, στο πρώτο πρώτο τεύχος, με έναν αποχαιρετισμό. Έλα όμως που μόλις χθες βγήκαν οι μεταθέσεις μας, και έμαθα ότι φεύγω από την Κάρπαθο. Πρόκειται βέβαια για ένα γεγονός της προσωπικής μου ζωής, που εκ πρώτης όψεως δεν αφορά όλο τον κόσμο. Όμως δε συνέβη μόνο σε μένα. Άλλωστε, σε μια δεύτερη ματιά οι μεταθέσεις των εκπαιδευτικών επηρεάζουν, έστω και λίγο ή εμμέσως, όλη τη ζωή στο νησί μας.
Στην Κάρπαθο συνυπάρχουν δύο −τουλάχιστον δύο− παράλληλες κοινωνίες: οι ντόπιοι Καρπάθιοι και οι «ξένοι» δημόσιοι υπάλληλοι: εκπαιδευτικοί, λιμενικοί κλπ.. Πιθανώς και άλλες ομάδες ξένων, όπως οι Αλβανοί, Γεωργιανοί και λοιποί μετανάστες να έχουν συγκροτήσει τις δικές τους παράλληλες μικροκοινωνίες, αλλά προς το παρόν ας ασχοληθούμε με τις δύο πρώτες, με έμφαση στους δασκάλους, αφού ο γράφων είναι δάσκαλος και αυτούς γνωρίζει καλύτερα.
Η βασική διαφορά μεταξύ του ξένου δασκάλου και του Καρπάθιου είναι ότι ο δεύτερος ζει μόνιμα (κατ’ αρχήν) στον τόπο του, ενώ ο πρώτος προσωρινά (κατ’ αρχήν πάλι) εκτός έδρας. Αυτό θέτει όλους τους μεν σε μία κοινή βάση, και τους διαφοροποιεί από τους δε. Έτσι οι δύο κοινωνίες ακολουθούν διαφορετικές πορείες, που φυσικά όμως συναντώνται και τέμνονται συχνά. Πολλές φορές δημιουργούνται φιλίες, αγάπες ή ακόμη και γάμοι μεταξύ ντόπιων και ξένων· οι πολυπρόσωπες όμως παρέες, ενώ μπορεί να αποτελούνται κυρίως από ντόπιους και από ένα ξένο, ή το αντίστροφο, μόνο κατ’ εξαίρεση είναι πραγματικά σύμμικτες.
Ο κυριότερος πάντως χώρος όπου οι πορείες τους συναντώνται είναι, φυσικά, το σχολείο. Όλα τα σχολεία της Καρπάθου στελεχώνονται κυρίως από νέους, μη Καρπάθιους εκπαιδευτικούς, που μένουν ένα ή δύο χρόνια, σπανίως περισσότερα, και μετά φεύγουν. Οι ντόπιοι ή οι μόνιμα εγκατεστημένοι είναι συγκριτικά πολύ λίγοι. Αυτό δίνει το πιο χαρακτηριστικό ίσως στίγμα στην εκπαίδευση της Καρπάθου, καθώς και όλων των άλλων παρόμοιων τόπων. Όπως στο στρατό, όπως παντού, έτσι και στο σχολείο, ο παλιός είναι αλλιώς αλλά ο νέος είναι ωραίος. Ο νέος εκπαιδευτικός έρχεται άμαθος, άπειρος, στου κασίδη το κεφάλι, και μόλις αρχίσει να μαθαίνει κάπως την τέχνη φεύγει, να πάει να την εφαρμόσει κάπου αλλού. Ο παλιός την ξέρει. Από την άλλη, συχνά ο νέος έρχεται με μια φόρα και μια όρεξη που στον παλιό μπορεί να έχει κοπάσει.
Το σύστημα λοιπόν των μεταθέσεων κάνει τους μαθητές και τους λίγους μόνιμα εγκατεστημένους δασκάλους να αποχαιρετούν κάθε χρόνο όσους φεύγουν και να υποδέχονται τους καινούργιους. Οι καινούργιοι φέρνουν ο καθένας την προσωπικότητα, το στιλ, τις γνώσεις και τις μεθόδους του, που μπορεί να είναι καλύτερες ή χειρότερες από του προηγούμενου αλλά σίγουρα θα είναι διαφορετικές. Δε θα αναλύσουμε εδώ αν αυτό είναι καλό ή κακό για τα σχολειά μας −θα ξεφεύγαμε από το θέμα μας. Βέβαιον είναι πάντως ότι τα χαρακτηρίζει. Και καθώς το σχολειό είναι ένα από τα βασικότερα κύτταρα στον οργανισμό της κοινωνίας, αυτή η αέναη εναλλαγή προσώπων που έρχονται και φεύγουν αφήνει τον αντίκτυπό της στη ζωή της Καρπάθου.
Στην προσωπική ζωή του ίδιου του μετατιθέμενου, ο αντίκτυπος είναι, προφανώς, ακόμη ισχυρότερος. Άλλο να χάσει ή να κερδίσει η Κάρπαθος ένα δάσκαλο, κι άλλο ο δάσκαλος να κερδίσει ή να χάσει ολόκληρη την Κάρπαθο!
Λένε για την Κάρπαθο, και για άλλα νησιά, ότι όλοι έρχονται κλαίγοντας και φεύγουν κλαίγοντας. Οι διορισμοί, οι μεταθέσεις, οι αποσπάσεις και όλες γενικώς οι μετακινήσεις των εκπαιδευτικών γίνονται με ένα σύστημα που για άλλους είναι κατάρα και για άλλους ευλογία. Όποιος άφησε πίσω στον τόπο το ταίρι του για να έρθει στην ξενιτιά να υπηρετήσει, όποια μάνα πήρε τα παιδιά από τον πατέρα τους για να τα φέρει σε ένα καινούργιο σχολείο και ένα καινούργιο περιβάλλον, που μόλις το συνηθίσουν θα πρέπει πάλι να το αποχωριστούν, όποιος γονιός άφησε πίσω τα παιδιά του και ήρθε μόνος, όποιος γενικά άφησε μια ζωή στρωμένη για να έρθει να αντιμετωπίσει το άγνωστο και το προσωρινό, έχει κάθε λόγο να έρθει κλαίγοντας. Οι άλλοι, όσοι είναι ελεύθεροι υποχρεώσεων, έχουν τη μοναδική ευκαιρία να ταξιδέψουν, να γυρίσουν, να γνωρίσουν γωνιές της χώρας μας (ακόμη και του εξωτερικού) που πιθανώς να μην επισκέπτονταν ποτέ υπό άλλες συνθήκες, και να ζήσουν τα προνόμια μιας ζωής που δεν επιφυλάσσεται σε πολλούς άλλους. Και αυτοί έχουν χρέος ιερό να χαρούν όλα τους τα προνόμια στο έπακρο, όχι μόνο γιατί είναι πολύ αμφίβολο αν θα τα ξαναέχουν αλλά και προς χάριν και τιμήν των συναδέλφων της προηγούμενης κατηγορίας, για τους οποίους αυτά τα προνόμια είναι καταδίκη.
Βέβαια η πρώτη εμπειρία μπορεί να είναι λίγο αποκαρδιωτική. «Τι, Κάρπαθο; Πού είναι αυτός ο βράχος; Δεν έχει δρομολόγια! Δεν έχει ούτε ένα γιατρό! Ερημιά, δεν έχει κόσμο! Πουλάν ληγμένα τρόφιμα! Δεν έχει κινηματογράφους, βιβλιοπωλεία −μην πω για θέατρα. Τα σχολεία είναι μικρά, δεν έχουν εργαστήρια, γήπεδα... Τι θα κάνουμε εδώ;» Τι θα κάνουμε; Θα τα καταφέρουμε! Εντάξει, δεν τα έχει αυτά, είναι αλήθεια. Έχει όμως άλλα. Εγώ τα κατάφερα. Κι εσύ τα κατάφερες, κι αυτός, κι αυτή. Κάθε φορά σχεδόν όλοι όχι απλώς τα καταφέρνουμε, αλλά μαζεύουμε εμπειρίες και ακριβές αναμνήσεις που μας συνοδεύουν σε όλη μας τη ζωή. Πολλοί ζούμε εδώ τη χρυσή μας περίοδο. Είμαστε σαν δεύτερη φορά φοιτητές, αλλά με πιο πολύ μυαλό στο κεφάλι μας και με δικά μας λεφτά. Ποιος τέλειωσε τις σπουδές του, ή έστω το σχολείο, και να μην ευχήθηκε να ’χε άλλα τόσα χρόνια να ξανακάνει τα ίδια, τώρα που ξέρει; Και ιδού, σε κάποιους ήρθε ένα τζίνι, βγαλμένο από το μπουκάλι με το λογότυπο του ΥΠΕΠΘ TRAVEL, και μας πραγματοποίησε την ευχή, μια ευχή που τόσες χιλιάδες γενιές ανθρώπων από τον Αδάμ και εντεύθεν έκαναν: να ’σαν τα νιάτα δυο φορές...!
Ξανά φοιτητές δε σημαίνει μόνο ρεμπελιό και ανμελιά, φραπέ και Ανώι και από Πάσχα μέχρι Νοέμβρη μπάνια. Είναι κι αυτά καλά και σημαντικά, και μην τα υποτιμάμε. Αλλά είναι και πολλά άλλα. Στον μικρό τόπο κουράζεσαι όσο χρειάζεται για τη δουλειά σου, αλλά δεν έχεις την άσκοπη φθορά της πόλης. Ξυπνάς το πρωί, βλέπεις ανθρώπους στο δρόμο και τους ξέρεις, σου γνέφουν καλημέρα· η διαδρομή σου μέχρι το σχολείο ξέρεις πόσο θα κρατήσει (συνήθως όχι πάνω από δέκα λεπτά, βία ένα τέταρτο), είναι ευχάριστη και πολιτισμένη, για πολλούς μέσα από το δάσος ή δίπλα από την παραλία· δεν ξεκινάς τη μέρα σου τελειωμένος, έχοντας τσακωθεί και βριστεί με κάθε αντίπαλο οδηγό, ταξιτζή και πεζό· η κόρνα στην Κάρπαθο χρησιμεύει αποκλειστικά και μόνο για να χαιρετάς· δε βασανίζεσαι μια ώρα να φτάσεις κι άλλη μια ώρα να παρκάρεις· το σουπερμάρκετ, η τράπεζα, το ταχυδρομείο είναι κοντά στο σπίτι σου· έχεις μπροστά σου τη θάλασσα, πίσω σου το βουνό και πάνω σου τον ουρανό· ανασαίνεις καθαρό αέρα, βρέχει και βρέχεσαι, όχι σαν την Αθήνα που πρέπει να το μάθεις από την τηλεόραση! Οι φίλοι σου μένουν κοντά, θα τους συναντήσεις χωρίς πολλά κανονίσματα. Στο μικρό σχολείο προλαβαίνεις να γνωρίσεις και να αγαπήσεις τα παιδιά σου, πράγμα πολύ δύσκολο στις τάξεις των 30-35 μαθητών επί έξι τμήματα που έχουν τα σχολεία των μεγάλων πόλεων. Αν δεν έχει γυμναστήρια και εργαστήρια, όμως το σχολείο είναι μέσα στα δέντρα και δε μοιάζει με φυλακή· δεν έχει απ’ έξω πρεζεμπόρους και παιδεραστές, ούτε από μέσα συμμορίες.
Με δυο λόγια: στην Κάρπαθο δε σκας για όσα δε χρειάζεται. Αφιερώνεις όσο χρόνο, όσο μυαλό και όση ψυχή χρειάζεται εκεί που χρειάζεται, και όλο το υπόλοιπο είναι για σένα. Ζεις! Δουλεύεις και ζεις, δε ζεις για να δουλεύεις. Γι’ αυτό όλοι εδώ, ή σχεδόν όλοι, δενόμαστε με τον τόπο και με τους ανθρώπους και πλουτίζουμε την ψυχή μας, γι’ αυτό ακόμα και ο απλός πρωινός καφές της Κυριακής με την παρέα (μια παρέα που στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα ή το Ηράκλειο μπορεί να ζούσε στην πολυκατοικία μας και να μην τη γνωρίζαμε ποτέ) είναι τόσο ξεχωριστός και δε θέλουμε να τον στερηθούμε: γιατί τον ζούμε.
Και ιδού, έρχεται η ώρα της μετάθεσης. Άλλος για Χίο τράβηξε, πήγε, κι άλλος για Μυτιλήνη. Άλλον τον έστειλαν εκεί που ήθελε, άλλον όχι· πολλοί πάνε εκεί όπου είχαν ζητήσει το Νοέμβριο (τότε γίνονται οι αιτήσεις), όταν ακόμα έκλαιγαν που ήρθαν, αλλά στο μεταξύ κατάλαβαν όσα τότε ήταν ακόμη νωρίς για να τα αντιληφθούν, και τώρα πάλι κλαίνε που θα φύγουν· δεν είναι λίγοι εκείνοι που, εν όψει της μετάθεσης στην πατρίδα τους, ζητούν απόσπαση για να ξανάρθουν στην Κάρπαθο, γιατί δεν πάει η καρδιά τους να αφήσουν τους φίλους, τα παιδιά τους, το νησί. Πού και πού κάποιοι ξωμένουν και για πάντα. Για κάποιους η μετάθεση είναι το περιπόθητο τέλος του ξενιτεμού και του αποχωρισμού από οικείους και αγαπημένους, για άλλους είναι η παράταση με ένα νέο ξενιτεμό. Όσοι οι άνθρωποι, τόσες κι οι περιπτώσεις.
Εγώ γυναίκα, παιδιά, σκυλιά δεν έχω· δεν ξέρω πώς είναι για όσους έχουν, σέβομαι τις ανάγκες και τους καημούς τους και τους εύχομαι ό,τι επιθυμούν. Αλλά για τους υπόλοιπους, η γνώμη μου είναι: όλες οι μεταθέσεις είναι καλές. Πήγες στην πατρίδα σου; Συγχαρητήρια, καλή πατρίδα! Επόμεινες στην Κάρπαθο; Και πάλι συγχαρητήρια, τώρα είσαι κατεχάρης, δεν έχεις να φοβηθείς τίποτε, ξέρεις ότι εδώ είναι καλά. Σ’ έστειλαν αλλού κι αλλού, στη Ζάκυνθο, στην Ιεράπετρα, στο Νευροκόπι, στα Ζαγοροχώρια; Συγχαρητήρια, η κατάκτηση του κόσμου συνεχίζεται. Ετοιμάσου για μια νέα Κάρπαθο −ξέρεις εσύ! Είσαι και πάλι απογοητευμένος; Ζήτα απόσπαση· κι αν την πάρεις, συγχαρητήρια, αλλιώς και πάλι συγχαρητήρια. Ό,τι και να γίνει, καλώς γενάμενο. Η ζωή είναι για μας. Το μόνο κακό είναι το τέρμα.

* * * * *

Κι εγώ; Πώς θα φύγω από εδώ για την Αθήνα, γελώντας ή κλαίγοντας;
Με την Κάρπαθο έχω μακράν ιστορία. Πρωτοήρθα παραθεριστής προ δέκα ετών, το 1999, μια βδομάδα στην Όλυμπο και μια στο Φοινίκι. Το ίδιο έκανα κάθε καλοκαίρι έκτοτε, μέχρι το 2003 (μόνο το 2001 δεν ήρθα, που ήμουνα φαντάρος). Το 2004 διορίστηκα εδώ δάσκαλος, κι από τότε έχω μείνει τέσσερα χρόνια. Ένα χρόνο κάτοικος Πηγαδιών, τρία Όθους. Έκανα εδώ, και τι δεν έκανα! Γύρισα τα χωριά, γνώρισα ανθρώπους. Φίλοι μου με παιδιά πιτσιρίκια, τώρα μου τα στέλνουν στο Γυμνάσιο κι αυτά κοντεύουν να στρίψουν μουστάκι. Αγάπησα με πάθος τον τόπο και τον πολιτισμό του, και εν τω μέτρω των δυνάμεών μου τον σπούδασα και τον ασπάστηκα. Έμαθα την καρπάθικη μουσική και το τραγούδι, έπαιξα και άκουσα με την ψυχή μου, γλέντησα με το γέλιο και με το δάκρυ. Λάλησα νύφες, έκλαψα πεθαμένους, έτριψα το Πιπέρι. Πήρα από τους παλιούς μερακλήδες ό,τι μπόρεσα, και ήδη ξεπληρώνω το χρέος μου στα παιδόγγονά τους, με τα μαθήματα μουσικής που κάνω στο χωριό μου. (Παιδιά, κακά τα ψέματα: το Όθος είναι το χωριό μου, −ή μήπως, λιγάκι, κι η Όλυμπος;− και η Κάρπαθος είναι το νησί μου.) Τέσσερις φουρνιές συναδέλφων γνώρισα, αγάπησα κι αποχαιρέτησα, μαζί με τη φετεινή, και άλλες τέσσερις μαθητών. Τη ζωή του ξένου στην Κάρπαθο την είδα από όλες της τις απόψεις: και στην πόλη, και στο χωριό· ανακατεύτηκα και με τους ντόπιους και με τους δικούς μου· έκανα και τα φοιτητηλίκια μου, Ανώι και φραπέ, έπαιξα και τον ντόπιο, να καλλιεργώ κουκιά και να πηγαίνω στο καφενείο. Το πετσί μου μυρίζει Κάρπαθο, και κολακεύομαι να πιστεύω ότι κι εγώ έχω αφήσει τη μυρωδιά μου στην Κάρπαθο.
Προ ημερών συνάντησα μια ντόπια, γνωστή μου ήδη από την πρώτη χρονιά που είχα έρθει διακοπές. Μέσα στην κουβέντα, μου ανέφερε ότι με έχει σε μια φωτογραφία με την κόρη της, που ήταν τοσηδούλα, εφτά χρονών. Φέτος η κόρη δίνει Πανελλαδικές. Μου ’ρθε ζάλη! Δέκα χρόνια! Πόσοι γεννήθηκαν και πόσοι πέθαναν, πόσοι παντρεύτηκαν και πόσοι χώρισαν, πόσοι πέρασαν, πόσοι ήρθαν κι έφυγαν μέσα σε δέκα χρόνια! Πόσα άλλαξαν στην Κάρπαθο και πόσα σε μένα, λίγο λίγο, ανεπαίσθητα αλλά και αμετάκλητα...
Αλλά στο μεταξύ στερήθηκα και την Αθήνα. Τέσσερα χρόνια μακριά από τον τόπο μου δεν είναι λίγα. Εκεί έχω τους ρυθμούς μου, εκεί είμαι στ’ αλήθεια ντόπιος. Πηγαίνω κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα, και τρέχω να προφτάσω όσα έγιναν κατά την απουσία μου, να καλύψω το χαμένο έδαφος. Και δεν είναι εύκολο. Οι δυο πατρίδες είν’ κακές, όπως και να το κάνεις. Κι εκεί γεννιούνται παιδιά, οι μικροί μεγαλώνουν και οι μεγάλοι πεθαίνουν· κι εκεί άλλοι παντρεύονται κι άλλοι χωρίζουν· κι εκεί αλλάζουν οι δρόμοι και οι γειτονιές, σπίτια χτίζονται, μαγαζιά ανοίγουν και κλείνουν, ερήμην μου. Δεν το δέχομαι εύκολα ότι αυτά γίνονται ερήμην μου, πρέπει να προλάβω τις εξελίξεις, να μην αποξενωθώ. Τρέχω... Άσε που εδώ είναι όλη μου η οικογένεια, οι παλιοί φίλοι... Άσε που εδώ και τέσσερα χρόνια είμαι μεταξύ δύο σπιτιών, χωρίς ποτέ να ξέρω με βεβαιότητα αν το τάδε βιβλίο ή ο δείνα δίσκος, το γκρι πουκάμισο ή η ριγιέ κάλτσα είναι στην Αθήνα ή στην Κάρπαθο. Άσε που μου ’χει λείψει η άνεση του να έχω στην πόλη μου βιβλιοπωλεία, κινηματογράφους, γιατρούς, μαγαζιά, επιλογές, να βρίσκω περίπτερο και βενζινάδικο ακόμη και στις τέσσερις το πρωί, να μη σώνονται οι εφημερίδες... Θέλω τον τόπο μου!
Τη στιγμή που έμαθα τη μετάθεσή μου ήμουν με συναδέλφους, με ανθρώπους που είχαμε τον ίδιο καημό. Μόλις άκουσα Αθήνα, η καρδιά μου πέταξε. Η πρώτη μου κουβέντα ήταν «πάμε να κεράσω». Πήγαμε να κεράσω. Στο δρόμο, συναντώ έναν από τους ντόπιους φίλους μου και του ανακοινώνω περιχαρής το μεγάλο νέο. Και μέχρι να τελειώσω τη φράση μου, τον κοίταζα και είδα την άλλη όψη της μετάθεσης: ναι μεν θα πάω εκεί, ζήτω, αλλά θα φύγω από εδώ, αλίμονο... Πού θα σας αφήσω, και πού θα σας ξανάβρω, όλους εσάς που είστε η ζωή μου εδώ, τόσα χρόνια, κι ας είστε και Καρπάθιοι κι ας είστε και «ξένοι», κι ας είστε και μαθητές μου ή σιομάλικοί μου ή μεγαλύτεροι ή γέροι... Σαν το Μάρτη το δίγνωμο, μια γελώ μια κλαίω για τη μετάθεση.
Θα φύγω. Απόσπαση δε ζητάω. Είναι η ώρα, έκλεισε αυτός ο κύκλος. Θ’ ακολουθήσω τη μοίρα μου. Πάμε γι’ άλλα. Αλλά δε θα φύγω με ελαφριά καρδιά. Την Κάρπαθο, με τους ανθρώπους της και ό,τι άλλο σέρνει μαζί της, θα την πάρω μαζί μου στην καρδιά μου και θα την κουβαλώ παντού.
Καλές αντάμωσες, σε όλους!

Σας ευχαριστώ.

Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2008

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΠΑΘΟΥ

Από το Σεπτέμβριο του 2008 δε μένω πια στην Κάρπαθο, αλλά στην Αθήνα, την πατρίδα μου.
Βρήκα κάπου ένα παλιό μέιλ που είχα γράψει σε κάποιον κάποτε, στα πλαίσια μιας συζήτησης που πια δε θυμάμαι, και που για κάποιο λόγο τελικά δεν το έστειλα. Σας το παραθέτω εδώ, γιατί συνοψίζει κάποια από τα πολλά που έχω νιώσει γι' αυτό το νησί.

Δεν είχα καμία πρόθεση να εκτραπώ από τα πλαίσια της κοσμιότητας και του σεβασμού! Αν κάποιος εξέλαβε έτσι τα γραφόμενά μου, δεν έχω παρά να του ζητήσω συγγνώμη και να τον διαβεβαιώσω καλόπιστα ότι έγινε παρανόηση.

Κατά τα άλλα: σίγουρα υπάρχει ο μύθος της Καρπάθου. Αυτός ήταν που με παρακίνησε να εγκατασταθώ εδώ, και μάλιστα σε χωριό. Το διάστημα της μέχρι τώρα παραμονής μου με έχει βοηθήσει μέχρι κάποιο σημείο να γκρεμίσω αυτό το μύθο, και είμαι στην ευχάριστη θέση να δηλώσω ότι αυτό δε με κάνει να μετανιώνω που ήρθα, απεναντίας μου δίνει πολύ πιο αληθινούς λόγους να εμμένω στην επιλογή μου. Από την άλλη μεριά, σίγουρα δεν είμαι και Καρπάθιος. Κανείς δε γίνεται μέσα σε τρία χρόνια Καρπάθιος! Άρα, όντως υπάρχει κάποια απόσταση ανάμεσα σε μένα και στο καθετί που παρατηρώ. Προσπαθώ βέβαια να τη μειώσω, γιατί θεωρώ πολύ πιο σημαντικό το να ζει κανείς παρά το να μελετά τη ζωή των άλλων. Αλλά αντικειμενικά δεν την έχω εκμηδενίσει. Με άλλα λόγια, ανακαλύπτω ακόμη πράγματα που για τους ντόπιους είναι δεδομένα και αυτονόητα.

Ωστόσο, δεν είμαι μόνο εγώ που ζω (έστω και λίγο) μέσα στο μύθο της Καρπάθου. Μέσα στην ίδια την Κάρπαθο, στις καρδιές των Καρπαθίων, ο μύθος αυτός είναι πολύ ισχυρός. Τα "ήθη και τα έθιμα" είναι ένας κοινός τόπος που πολύ συχνά επαναλαμβάνεται, χωρίς να γίνεται πολύ έντονη η διάκριση ανάμεσα σε έθιμα που διατηρούνται και σε εκείνα που ανήκουν στο παρελθόν. Σ' αυτή τη μυθοποίηση έχουν συντελέσει βέβαια πολύ όλες οι απειράριθμες μελέτες που έχουν γίνει από Έλληνες και ξένους για διάφορες πτυχές του τοπικού λαϊκού πολιτισμού (και κατεξοχήν του ολυμπίτικου). Είμαι όμως της γνώμης ότι ο ξενιτεμός είναι ένας άλλος σημαντικός παράγοντας μυθοποίησης. Το μεγαλύτερο ποσοστό των Καρπαθίων ζει έξω από το νησί, σε μέρη περισσότερο ή λιγότερο μακρινά. Εκεί συναναστρέφονται πολύ τους συντοπίτες τους, και όλοι μαζί συντηρούν και τροφοδοτούν τη νοσταλγία τους για την Κάρπαθο, και ειδικότερα για την Κάρπαθο της εποχής όπου ζούσαν κι εκείνοι εκεί. Ανάλογα με την ηλικία του καθενός, όσο πιο μακρινή είναι αυτή η εποχή τόσο περισσότερο την εξωραΐζει η ανάμηνση. Παράλληλα, οι ξενιτεμένοι καλλιεργούν ορισμένα από τα τοπικά έθιμα, κυρίως όσα είναι δυνατόν να συνεχίσουν να τελούνται σε αστικό περιβάλλον. Απ' ό,τι μάλιστα έχω αντιληφθεί, αυτό που κατεξοχήν καλλιεργείται είναι η μουσική παράδοση.

Εν τω μεταξύ, στην κυρίως Κάρπαθο η ζωή συνεχίζεται κούτσα κούτσα. Οι λίγοι που μένουν στο νησί είναι αφενός αυτοί που δεν μπόρεσαν ούτε καν να φύγουν, και αφετέρου όσοι τα κατάφεραν να αντεπεξέλθουν στις δυσκολίες του νεότερου τρόπου ζωής. Και επίσης οι συνταξιούχοι των παροικιών που επιστρέφουν. Γενικώς λίγοι άνθρωποι. Και μάλιστα πολλοί από αυτούς έχουν εγκαταλείψει τα χωριά τους και μένουν στα Πηγάδια.

Αυτοί οι παραμένοντες, για να μπορέσουν να τη βγάλουν, έχουν μοιραία στραφεί από τον παραδοσιακό τρόπο ζωής σε έναν πολύ πιο αστικοποιημένο. Άλλωστε πολλοί είναι παλιννοστούντες, επομένως έχουν ήδη ζήσει σε αστικά περιβάλλοντα. Γενικά από το Όθος και κάτω σχεδόν δε βλέπεις χωριάτες, εκτός αν είναι γέροι (νομίζω ότι από το Μεσοχώρι και την Όλυμπο αυτό το είδος δεν έχει ακόμη εκλείψει). Οι νέοι και τα παιδιά είναι σαν Αθηναίοι ή σαν Αμερικάνοι.

Κάποιες φορές το χρόνο όμως, οι ξενιτεμένοι έρχονται στον τόπο τους, μαζικά και για λίγο. Είναι ο καιρός που γίνονται τα μεγάλα καλοκαιρινά πανηγύρια, και με την ευκαιρία του ξανανταμώνατος γίνονται και αρκετοί γάμοι, βαφτίσεις και ανεπίσημα γλέντια. Αυτές τις μέρες οι μεν ξενιτεμένοι έρχονται να αγγίξουν για λίγο το όνειρό τους, και συχνά είναι τόσο αποφασισμένοι να το κάνουν αυτό ώστε παραβλέπουν την όποια πραγματικότητα και επιμένουν να φαντάζονται την Κάρπαθο των παιδικών τους αναμνήσεων. Οι δε μόνιμα εγκατεστημένοι ξαναζούν για λίγες μέρες μία κατάσταση όπου, όπως παλιά, όλα τα σπίτια έχουν φώτα το βράδυ, τα καφενεία είναι γεμάτα και τα σοκάκια γεμίζουν από τη φασαρία των παιδιών.

Μετά περνάει αυτή η εποχή, κι ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του.

"Το καλοκαόρι πέρασε, εφύασι κι οι ξένοι,
και ο χειμώνας έρχεται. Το τι μας περιμένει...!"

Για πολλούς ξενιτεμένους (σαφώς όχι όλους) έρχεται κάποια στιγμή που επιστρέφουν μόνιμα. Όμως και πάλι, όντας και οι ίδιοι συνηθισμένοι τόσα χρόνια σε έναν άλλο τρόπο ζωής και όχι τον παραδοσιακό καρπάθικο, και βρίσκοντας επιπλέον και το νησί αλλαγμένο, αδυνατούν να επιστρέψουν σ' εκείνα που θυμόντουσαν και ονειρεύονταν μια ζωή. Άλλωστε δεν έχει και νόημα. Όταν ο εικοστός πρώτος αιώνας έχει μπει σε κάθε χωριό και σε κάθε σπίτι, ποιος ο λόγος να ξαναβάλει κανείς τα ποτούρια και να ζέψει τα βόδια στο αλέτρι;

Αυτό που μένει τελικά είναι ότι η Κάρπαθος είναι ένα νησί με:
-λίγους κατοίκους, και περισσότερους γέρους παρά νέους.
-αστικό τρόπο ζωής για τον πιο πολύ κόσμο.
-λύρες, λαούτα, μαντινάδες, και κάποια μεμονωμένα παλαιινά έθιμα όπως τα Εφτά, το Πιπέρι, κάποια στάδια του γάμου κλπ.
-Οτιδήποτε άλλο αφορά μόνο τη γενιά που ετοιμάζεται να φύγει. Εκείνοι μιλούν τα καρπάθικα, εκείνοι έχουν ζήσει την παλιά Κάρπαθο με την αγροτιά, την τσομπανοσύνη, τις δυσκολίες της και τις χαρές της.
Αυτά νομίζω ότι ισχύουν εξίσου και για την Όλυμπο, με μόνη τη διαφορά ότι οι εκεί γέροι είναι πρεσβευτές ενός ακόμη παλιότερου τρόπου ζωής: φορούν ακόμη τις χειροποίητες παραδοσιακές φορεσιές (οι γυναίκες), θερίζουν με το δρεπάνι, αλέθουν στον ανεμόμυλο (ορισμένοι), η διάλεκτός τους είναι αρχαιοπρεπέστερη. Αυτό δε σημαίνει ότι η Όλυμπος είναι πιο πίσω, σημαίνει ότι πριν τρεις γενιές ήταν ίσως πιο πίσω. Τώρα είναι στο 2007 σαν όλο τον κόσμο.

Για όποιον αρνείται να αποδεχθεί αυτή την πραγματικότητα, και προτιμά να βαυκαλίζεται ότι το παρελθόν όλης της Ελλάδας συμβαίνει ειδικά στην Κάρπαθο να είναι παρόν, η Κάρπαθος δεν είναι τόπος αλλά μύθος.

Και, για να επανέλθω εκεί απ' όπου ξεκίνησα: μένω με την εντύπωση ότι είναι πολλοί οι Καρπάθιοι που ζουν μ' αυτό το μύθο. Που θεωρούν για παράδειγμα ότι το γλέντι δεν είναι απλώς ένας τρόπος ψυχαγωγίας, αλλά κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να το συνεχίσουν τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους, χωρίς να τα ρωτήσουν αν τα εκφράζει. Που τραγουδούν μαντινάδες στους γάμους των στενών συγγενικών τους προσώπων ακόμη κι αν δεν το έχουν ξανακάνει στη ζωή τους (γιατί προφανώς δεν αισθάνθηκαν την ανάγκη να το κάνουν), με αποτέλεσμα να μην το έχουν μάθει και να διαβάζουν τις μαντινάδες από το χαρτί. Που χτίζουν ροζ σπιταρώνες με μαρμάρινα κολωνάκια απέξω και με ένα παραδοσιακό καρπάθικο δωμάτιο μέσα, το δωμάτιο που παλιά ήταν ολόκληρο το σπίτι, στολισμένο με ένα πλήθος πανάκριβα πράγματα που έχουν χάσει όλη την παλιά τους πρακτική λειτουργικότητα.

Ή που πιστεύουν, και εξακολουθούν να το λένε, ότι το γλέντι γίνεται σύμφωνα με κάποιους συγκεκριμένους κανόνες κοσμιότητας. Αυτά είναι ανυπόστατα. Αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, μπορούμε να πούμε ότι γινόταν με κάποιους κανόνες. Σήμερα γίνεται με άλλους τρόπους, λιγότερο αυστηρούς. Ακόμη και στην Όλυμπο.

Όλα αυτά δεν τα λέω με μεμψιμοιρία. Είναι καλό που αλλάζουν τα πράγματα, όπως ακριβώς είναι καλό (αν και μερικές φορές δυσβάσταχτο) που οι γέροι πεθαίνουν. Δε θα θέλαμε, νομίζω, να γερνάμε για πάντα χωρίς να έχουμε την ευκαιρία να πεθάνουμε κάποια λογική στιγμή! Και αναμφισβήτητα η ζωή στην Κάρπαθο προσφέρει ορισμένες πολυτέλειες (όχι βέβαια υλικές) που αντισταθμίζουν με το παραπάνω τα όποια κακώς κείμενα. Αυτή είναι τουλάχιστον η γνώμη μου ως ξένου. Αυτά που νόμιζα ότι θα βρω εδώ δεν υπάρχουν, αλλά υπάρχουν άλλα και είναι εξίσου σημαντικά και δεν τα απαρνιέμαι.

Όμως οι μύθοι υπάρχουν. Και όποιος θεωρεί ότι κακώς υπάρχουν, ας μην ξεχνά ότι δεν είναι καθόλου εύκολο να τους βγάλουμε από τη μέση, και ας μην κρίνει πολύ αυστηρά όσους τους πιστεύουν.

Σάββατο, 1 Μαρτίου 2008

ΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ

Πάνε πολλά χρόνια, και δεν το καλοθυμούμαι με όλες του τις λεπτομέρειες. Ωστόσο ήταν μία εμπειρία που μου άφησε τόσο ισχυρές εντυπώσεις, ώστε αυτά που συγκρατώ ακόμη δεν είναι και λίγα.
Το καρναβάλι της Βασιλείας, το Φάσναχτ (Fasnacht), δεν είναι παγκοσμίως τόσο γνωστό όσο του Ρίου ή της Βενετίας. Κατά τη γνώμη μου όμως είναι τουλάχιστον εξίσου σημαντικό. Είναι ένα ολοκληρωμένο έθιμο, τόσο παραδοσιακό και αρχαιοπινές όσο και σύγχρονο, το οποίο, για τις μέρες που διαρκεί, κυριαρχεί απόλυτα στη ζωή της πόλης.
Η Βασιλεία είναι μια πόλη με μερικές δεκάδες χιλιάδες κατοίκους, στην Ελβετία, πολύ κοντά στο τριεθνές με Γαλλία και Γερμανία. Αποτελεί μόνη της καντόνι. Αυτό σημαίνει ότι είναι ημιαυτόνομο (ομόσπονδο) κρατίδιο. Όσο κατάλαβα από τις πληροφορίες των Ελβετών φίλων που μας φιλοξενούσαν, στην Ελβετία εφαρμόζεται ένα πολίτευμα που προσεγγίζει αρκετά την άμεση δημοκρατία: ορισμένα ζητήματα ρυθμίζονται με νόμους που ισχύουν σε όλο το κράτος, και άλλα με νόμους του κάθε καντονιού. Τους νόμους των καντονιών μπορεί να τους προτείνει οποιοσδήποτε πολίτης, με μόνη προϋπόθεση να έχει μαζέψει κάποιο αριθμό υπογραφών. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το εξής:
Οι Ελβετοί έχουν πολύ ανεπτυγμένη οικολογική συνείδηση. Κάποιος λοιπόν σκέφτηκε ότι τα αυτοκίνητα που είναι σταματημένα στα φανάρια παράγουν τζάμπα ρύπους. Μάζεψε τις απαιτούμενες υπογραφές, και πρότεινε ένα νομοσχέδιο βάσει του οποίου οι οδηγοί υποχρεούνται να σβήνουν τη μηχανή όταν δεν κινούνται. Το νομοσχέδιο τέθηκε σε ψήφιση από το αρμόδιο όργανο του καντονιού (δε θυμάμαι αν έχουν βουλή ή γίνεται δημοψήφισμα), εγκρίθηκε, και άρχισε να εφαρμόζεται. Ύστερα όμως διαπιστώθηκε ότι το άναψε-σβήσε όλη την ώρα τη μηχανή επιβαρύνει και το αυτοκίνητο και το περιβάλλον. Με την ίδια λοιπόν διαδικασία προτάθηκε και εγκρίθηκε η κατάργηση αυτού του νόμου, και ο Κ.Ο.Κ. του καντονιού επανήλθε στην προηγούμενη κατάσταση.
Πάμε λοιπόν στο καρναβάλι. Αργότερα θα επανέλθουμε στο θέμα της άμεσης δημοκρατίας.
Το καρναβάλι το κάνουν οι λεγόμενες «κλίκες». Οι κλίκες είναι ομάδες, όμιλοι, που σήμερα έχουν ως κύριο σκοπό ακριβώς αυτό, το να ετοιμάσουν την εμφάνιση που θα κάνουν στο Φάσναχτ. Η προέλευση όμως του θεσμού των κλικών ανάγεται στις μεσαιωνικές επαγγελματικές συντεχνίες. Ακόμη και σήμερα υπάρχουν μερικές κλίκες που αποτελούν άμεση συνέχεια κάποιου τέτοιου σιναφιού. Άλλες πάλι, νεότερες, δε συνδέονται με συγκεκριμένο επάγγελμα. Ορισμένες κλίκες έχουν εξαιρετικά αυστηρούς όρους για το ποιοι γίνονται δεκτοί ως μέλη: μόνο άνδρες, ή μόνο παιδιά μελών της κλίκας, ή μόνο γηγενείς Βασιλειώτες από μάνα και πατέρα. Αλλά οι περισσότερες είναι ανοιχτές στον καθένα. Πάντως ο κάθε Βασιλειώτης ή ανήκει σε μία κλίκα, ή σε άλλη, ή σε καμία. Δεν είναι κάτι που το κάνεις μόνο για μια χρονιά, για ένα καρναβάλι.
Η ετοιμασία διαρκεί σχεδόν από το τέλος του προηγούμενου καρναβαλιού. Επί έναν ολόκληρο χρόνο ράβουν στολές, κάνουν πρόβες, στολίζουν άρματα. Αλλά με μυστικότητα: τίποτε δεν πρέπει να αποκαλυφθεί πριν την επίσημη πρεμιέρα.
Το Φάσναχτ διαρκεί τέσσερις ημέρες. Η έναρξη τοποθετείται σε πολύ συγκεκριμένη στιγμή και τόπο: τέσσερις η ώρα το πρωί, στην πλατεία του Δημαρχείου. Ας σημειώσουμε ότι η Βασιλεία είναι μία υπέροχη πόλη, με υποδειγματική αρχιτεκτονική και ρυμοτομία. Προφανώς έχει ζήσει αιώνες ειρήνης, δεν έχει καεί ή βομβαρδιστεί, και έτσι διατηρούνται πλήθος ωραιότατα κτίρια ηλικίας αρκετών αιώνων, πλήρως ανακαινισμένα και λειτουργικά, ενώ και τα καινούργια δεν υπολείπονται αισθητικής. Όπως όλη η πόλη λοιπόν, έτσι και η πλατεία του Δημαρχείου είναι ένα κόσμημα.
Εκεί συγκεντρώνονται από λίγο πριν την ώρα έναρξης όλοι σχεδόν οι κάτοικοι. Το κέντρο της πόλης είναι αποκλεισμένο για τα τροχοφόρα. Η κάθε κλίκα έχει έρθει με μία συγκεκριμένη μεταμφίεση. Είναι δε πλήρως μεταμφιεσμένοι, από κορυφής μέχρις ονύχων, με μάσκες και στολές. Απολύτως αγνώριστοι: ο Λούκας, ο φίλος που μας φιλοξενούσε, μας εξήγησε ότι αν συναντήσει τη γυναίκα του, που ανήκει σε κλίκα (ενώ ο ίδιος όχι), αποκλείεται να τη γνωρίσει. Παρ' ότι συχνά βλέπουμε μάσκες σε μέγεθος ολόσωμο, που τα χέρια να βγαίνουν από τα αφτιά και τα πόδια από το λαιμό (φανταστείτε τι εξωπραγματική εικόνα δίνει ένας ολόκληρος στρατός από τέτοια κεφαλόποδα!), όλες έχουν ένα άνοιγμα εκεί όπου βρίσκεται το πραγματικό στόμα του ανθρώπου. Επικρατούν τα φανταχτερά χρώματα και το μη ρεαλιστικό στοιχείο: κανείς δεν ντύνεται π.χ. Ζορό ή Μαρία Αντουανέτα κατά τρόπον ώστε να τον περάσεις για αληθινό Ζορό ή Μαρία Αντουανέτα, ενώ είναι πιθανόν να δεις τερατόμορφες καρικατούρες του Ζορό ή της Μαρίας Αντουανέτας. Τερατόμορφες, αλλά όχι τρομαχτικές. Το όλο θέαμα μετέχει μεν του γκροτέσκου, αλλά η αισθητική θυμίζει κυρίως παραμύθι, καρτούν ή όνειρο, σε καμία περίπτωση εφιάλτη.
Οι μη ανήκοντες σε κλίκα είναι ντυμένοι κανονικά, όχι αποκριάτικα. Σε όλη τη Βασιλεία δε θα δεις ούτε έναν που να είναι μεν κατά βάση αμασκάρευτος, αλλά να έχει βάλει και μια περούκα ή μια πλαστική μάσκα έτσι για το χαβαλέ, όπως το κάνουμε στην Αθήνα. Το Φάσναχτ δεν είναι για χαβαλέ.
Όλο λοιπόν το συγκεντρωμένο πλήθος στέκει και παρακολουθεί το μεγάλο ρολόι του Δημαρχείου. Μόλις η ώρα πάει ακριβώς 4:00΄00΄΄, αρχίζει η μουσική.
Η μουσική αποτελείται από δύο μόνο όργανα: τύμπανα και πίφερα. Το πίφερο είναι ένα μικρό φλάουτο, με πολύ οξύ ήχο. Τα παίζουν οι ίδιες οι κλίκες. Πρέπει να πω ότι εντυπωσιάστηκα από το απίστευτα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων σ' αυτή την πόλη που παίζουν όργανα. Έτσι λοιπόν, έχει κλίκες που όλοι παίζουν τύμπανα και πίφερα, άλλες που κάποιοι παίζουν και κάποιοι όχι, και βέβαια και κάποιες χωρίς όργανα. Η ορχήστρα της κάθε κλίκας μπορεί να έχει από τέσσερα - πέντε μέχρι και καμιά τριανταριά μέλη. Και κάθε ορχήστρα έχει προετοιμάσει συγκεκριμένα κομμάτια (υποθέτω πως είναι σκοποί κάποιου τοπικού παραδοσιακού αποκριάτικου ρεπερτορίου).
Και, μία συγκεκριμένη στιγμή, στις τέσσερις ακριβώς, όλες οι ορχήστρες όλων των κλικών αρχίζουν να παίζουν ταυτόχρονα, η καθεμία το κομμάτι της (εδώ φαίνεται ο ρόλος του ανοίγματος στο στόμα: οι μασκοφόροι παίζουν πίφερα, μπορεί όμως το στόμα του ανθρώπου να βρίσκεται στο ύψος της μύτης ή του κούτελλου της μάσκας!). Ο θόρυβος που δημιουργείται είναι κάτι το απερίγραπτο. Πανζουρλισμός είναι το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς. Ίσως όποιος έχει βρεθεί στον Άη Συμιό, όπου πλήθος ζυγιές από εκκωφαντικούς ζουρνάδες και νταούλια παίζουν ταυτόχρονα διαφορετικά πράγματα, να μπορεί κάπως να το φανταστεί. Εγώ δεν έχω πάει στον Άη Συμιό, οπότε το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι ο ήχος βρίσκεται πολύ πέρα από τα όρια της μουσικής, πέρα και από τα όρια της παραφωνίας: από πάνω ένας συμπαγής συριγμός από εκατοντάδες πίφερα, όπου δεν ξεχωρίζουν νότες, και από κάτω ένας εξίσου συμπαγής ορυμαγδός τυμπάνων, όπου δεν ξεχωρίζει ρυθμός. Και όλο αυτό μπαίνει στο κεφάλι σου και σε μεθάει, σε δαιμονίζει, σε τρελαίνει. Και ο πιο ξενέρωτος, μετά από λίγα λεπτά έκθεσης σ' αυτό το απόκοσμο άκουσμα, θα αρχίσει να περιέρχεται σε έκσταση.
Ο κόσμος, κλίκες και πολίτες, αρχίζει να διαλύεται από την πλατεία και να σκορπίζει σ' όλη την πόλη. Σ' όποια κατεύθυνση κι αν πας, γύρω σου θα είναι η ονειρώδης πολυχρωμία των μασκοφόρων, που κυκλοφορούν πάντα ανά κλίκες, ομοιόμορφοι σαν χορός αρχαίας κωμωδίας, και ο διαπεραστικός ήχος των φλάουτων και των ταμπούρλων. Καθώς όμως οι ορχήστρες αρχίζουν να απομακρύνονται η μία από την άλλη, μπορεί κανείς να ακούσει πιο καθαρά πλέον τη μουσική της καθεμιάς. Εκεί θα παρατηρήσει πως πρόκειται για ορχήστρες πραγματικά επαγγελματικού επιπέδου, με άψογο συντονισμό που προδίδει άπειρες ώρες πρόβας. Δε φαλτσάρουν, δε βαράνε στο γάμο του Καραγκιόζη, δεν παίζουν ό,τι να 'ναι έτσι για το κέφι της στιγμής, αλλά και δεν έχουν ούτε ίχνος στείρας δεξιοτεχνίας. Η αίσθηση ότι στις οδούς και τα στενορρύμια της Βασιλείας ο ίδιος ο Παν παίζει τον αυλό του δε σε εγκαταλείπει στιγμή.
Από εδώ και πέρα, η οργιαστική αυτή γιορτή δε διακόπτεται καθόλου, επί τρεισήμισι εικοσιτετράωρα. Κάποιοι, πιο ανθεκτικοί, θα συνεχίσουν να κυκλοφορούν παίζοντας στους δρόμους μέχρι αργά το άλλο πρωί. Κάποιοι πάλι θα πάνε νωρίς για ύπνο, ώστε πριν διαλυθεί τελείως το καρναβάλι της πρώτης νύχτας να έχουν ξυπνήσει και ετοιμαστεί για τη δεύτερη μέρα.
Εμείς, συγκεκριμένα, κυκλοφορήσαμε πάνω κάτω για καμιά δυο τρεις ώρες και στο τέλος, αποκαμωμένοι, μπήκαμε σε μία μπιραρία. Νομίζω ότι θα ταίριαζε πιο πολύ η λέξη καπηλειό. Ήταν ένα μεσαιωνικό κτίριο, με μια τεράστια ψηλοτάβανη αίθουσα με τοιχογραφίες και ζωγραφιστά ταβάνια. Είχε μεγάλες τάβλες με πάγκους των είκοσι τόσων ατόμων, που θύμιζαν μοναστήρι, όπου καθόσουν μαζί με τις άλλες παρέες. Μπορούσες να φας και να πιεις διάφορα πράγματα, αλλά προτιμήσαμε την ειδική πατροπαράδοτη σπεσιαλιτέ της ημέρας, ένα είδος κρεμμυδόσουπας με τυρί. Αρκετοί από τους θαμώνες ήταν μεταμφιεσμένοι, αλλά χωρίς μάσκες, φυσικά. Όταν βγήκαμε είδαμε το παράδοξο θέαμα μιας σειράς από υπερφυσικά κεφάλια ακουμπισμένα στο δρόμο, στον τοίχο του καπηλειού.
Πήγαμε για ύπνο. Στο δρόμο μέχρι το σπίτι, βλέπαμε τον κόσμο να έχει μεν αραιώσει αλλά κατά βάση να συνεχίζει. Κάποιες κλίκες εξακολουθούσαν ακόμη να πηγαίνουν σύσσωμες, παίζοντας ή όχι, ενώ άλλες είχαν σκορπίσει και τα μέλη τους πήγαιναν συνδυό - συντρείς. Ακόμη και μεμονωμένοι μασκαράδες δε θεωρούσαν απαραίτητο να σταματήσουν τη μουσική. Οι δρόμοι ήταν στρωμένοι από παχιές στιβάδες χαρτοπόλεμου (που τουλάχιστον πέντε χρόνια αργότερα εξακολουθούσα να βρίσκω στις τσέπες του παλτού μου).
Από κει και πέρα οι αναμνήσεις μου είναι πιο συγκεχυμένες. Θυμάμαι ότι υπήρχε κάποια μέρα των παιδιών και κάποια μέρα των αρμάτων. Θυμάμαι ακόμη ότι κάθε διαφορετική ημέρα οι κλίκες εμφανίζονταν με διαφορετική μεταμφίεση. Επίσης, άλλαζε και η μουσική: τα πίφερα δεν ξαναεμφανίστηκαν, τώρα είχε μπάντες χάλκινων, στρατιωτικού τύπου. Εκεί κι αν έμεινα έκθαμβος με τη μουσική παιδεία των Βασιλειωτών: άντε και οι μισοί εκεί πέρα παίζουν πίφερο και τύμπανο, ας δεχτούμε ότι είναι τα παραδοσιακά τους όργανα και τα αγαπάνε πολύ. Αλλά το να βλέπεις εκατοντάδες, χωρίς υπερβολή, άτομα που με αμείωτα άψογο συντονισμό παίζουν τρομπέτα, τρομπόνι, τούμπα κλπ., ξέροντας μάλιστα ότι είναι όλοι τους ερασιτέχνες, είναι άκρως εντυπωσιακό.
Τι άλλο θυμάμαι; Κυκλοφορούσαν φεϊγβολάν με διάφορα ποιηματάκια, γραμμένα στην τοπική διάλεκτο -την οποία οι Βασιλειώτες διατηρούν υπερηφάνως. Δεν ξέρω γερμανικά (κι αν ήξερα, είναι αμφίβολο αν θα καταλάβαινα αυτά τα διαλεκτικά κείμενα), συνεπώς δεν ξέρω τι έλεγαν τα ποιήματα. Θυμάμαι μόνο την εικόνα της γλώσσας, που διέφερε πολύ από εκείνην της κοινής Γερμανικής, με χαρακτηριστικό τα πολλά διπλά φωνήεντα (ii, oo, yy, ee, ää, öö) και τις συχνές καταλήξεις σε -i.
Καθώς στη Βασιλεία είναι ένθερμοι προτεστάντες, σε πολλές μασκαράτες κυριαρχούσε το θέμα της σάτιρας της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας. Άλλωστε και οι ημερομηνίες του καρναβαλιού είναι σκοπίμως διαλεγμένες έτσι ώστε ποτέ να μη συμπίπτουν με το καθολικό καρναβάλι.
Μέσα σ' όλη αυτή την οργιώδη φρενίτιδα, οι άνθρωποι προφανώς έπιναν κιόλας: δεν περιμένει κανείς ότι θα αρκούνταν στη μεταμφίεση και τη μουσική για να έρθουν σε έκσταση. Πολλοί μάλιστα κουβαλούσαν φλασκιά και μεταλλικά κύπελλα, με αλυσιδίτσα, προσαρμοσμένα ως στοιχείο της στολής τους. Και όμως, πουθενά δεν είδαμε έστω και έναν που να είναι εκτός μάχης από το μεθύσι, να ξερνάει ή να είναι τάβλα στο πεζοδρόμιο. Ούτε είδαμε κανέναν να ασχημονεί καθ' οιονδήποτε τρόπο.
Το πρωί μετά την τελευταία νύχτα, ήταν σαν να μην έχει συμβεί τίποτε από όλα αυτά. Οι δρόμοι ήταν καθαρισμένοι και από το τελευταίο κομματάκι σερπαντίνας και χαρτοπόλεμου. Οι μάσκες, οι φορεσιές και η αποκριάτικη διακόσμηση είχαν εξαφανιστεί. Οι άνθρωποι πλέον, όταν συναντούσαν τη γυναίκα τους, την αναγνώριζαν. Η κυκλοφορία των οχημάτων ξανάρχισε κανονικά, και ο κόσμος ξανάπιασε τις δουλειές του -τις οποίες θα συνέχιζε, με το κεφάλι κάτω και με την περίφημη ελβετική οργάνωση και αποτελεσματικότητα, όπως μας είπε χαρακτηριστικά ο Λούκας, για όλο το χρόνο, μέχρι το επόμενο Φάσναχτ.
****************************************************
Μάθαμε ότι αυτή η γιορτή είναι σχετικά πρόσφατος θεσμός: όχι πάνω από εκατό χρόνων. Ομολογώ ότι δυσκολεύομαι να πιστέψω κάτι τέτοιο. Ίσως πριν εκατό χρόνια να καθιερώθηκε επίσημα, αλλά αποκλείεται να μη γιόρταζαν το καρναβάλι από πολύ παλιότερα -υποψιάζομαι δε, τουλάχιστον από τους ρωμαϊκούς χρόνους- έστω και κατά τρόπο πιο ιδιωτικό. Αυτό που είδα εγώ, και συγχωρέστε με αν βλέπω παντού πομπώδεις συσχετισμούς, με παρέπεμψε πολύ έντονα στα Διονύσια της αρχαίας Αθήνας. Έχουμε μία γιορτή που κύριο στοιχείο της είναι η έκσταση. Έχουμε τη μουσική αφενός, και μάλιστα τη μουσική αυλών και τυμπώνων, και το προσωπείο και τη μεταμφίεση αφετέρου, ως βασικούς παράγοντες που οδηγούν σ' αυτή την έκσταση. Έχουμε πάνδημη συμμετοχή: εδώ κηρύσσεται τετραήμερη αργία για να μπορέσουν όλοι να συμμετάσχουν στο καρναβάλι, εκεί είχαμε το κράτος να πληρώνει θεωρικά για να μπορέσουν όλοι να παρακολουθήσουν τις παραστάσεις των δραμάτων. Έχουμε προετοιμασία όλο το χρόνο για τη γιορτή. Και όλα αυτά τα έχουμε μέσα σε μία πόλη κράτος, που κυβερνάται αν όχι με άμεση δημοκρατία, πάντως με ό,τι πιο παραπλήσιο μπορεί να βρεθεί στο σημερινό κόσμο (ας σημειωθεί ότι, ενώ το ίδιο πολιτειακό καθεστώς ισχύει σε όλα τα καντόνια της Ελβετίας, τα περισσότερα έχουν έκταση και πληθυσμό πολύ μεγαλύτερο από της Βασιλείας. Ειδικά η Βασιλεία όμως είναι μία σχετικά μικρή πόλη, όπου οι περισσότεροι γνωρίζονται έστω και λίγο, οπότε η άμεση δημοκρατία γίνεται ακόμη αμεσότερη).
*****************************************************************
Μπορεί πάλι και να μην είναι καθόλου έτσι τα πράγματα. Μπορεί να σας έχω γράψει του κόσμου τις ανακρίβειες. Όπως είπαμε, δεν τα καλοθυμάμαι. Σας μεταφέρω τις εντυπώσεις μου όπως θα σας διηγούμουν ένα όνειρο. Άλλωστε, τόσο στη διάρκεια του Φάσναχτ όσο και σ' όλο τον καιρό, από την επόμενη κιόλας μέρα μέχρι και τώρα, δεν ήμουν καθόλου βέβαιος αν στ' αλήθεια δεν τα ονειρεύτηκα.
Άειντε, καλή Αποκριά.

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2008

ΤΙ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΝ ΟΙ ΣΚΥΛΟΙ;

Το πολύ γνωστό βιβλίο «Εγώ ελπίζω να τη βολέψω» του Μαρτσέλο ντ’ Όρτα είναι το πρώτο από μια ολόκληρη σειρά, που γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Ο συγγραφέας είναι δάσκαλος στη Νάπολη. Το βιβλίο, όπως και τα επόμενα που ακολούθησαν, είναι ανθολογία μαργαριταριών που συγκέντρωσε από γραπτά μαθητών του. Τα μάζευε επί χρόνια. Η επιλογή και η παρουσίαση φανερώνουν μεγάλη αγάπη και σεβασμό του δασκάλου προς τα παιδιά του: ο σκοπός του σε καμία περίπτωση δεν είναι να χλευάσει τους μαθητές για την άγνοιά τους στο α ή β θέμα. Αλλά οπωσδήποτε, πρόκειται για μια άγνοια που σε αρκετές περιπτώσεις παράγει ξεκαρδιστικά κείμενα. (Βλ. σχετικά http://www.aueb.gr/users/antoniadis/stories/).
Από την πρώτη μου χρονιά ως δάσκαλος είδα αυτά τα βιβλία από μια νέα σκοπιά. Κάθε άλλος αναγνώστης απλώς θα γελάσει, θα απορήσει, θα θαυμάσει και πιθανόν και να δυσπιστήσει, διαβάζοντας τα μαργαριτάρια των Ναπολιτάνων μαθητών· αυτές ήταν και οι δικές μου αντιδράσεις πριν διοριστώ. Όποιος όμως έχει βρεθεί σε τάξη και έχει μαζέψει μερικές εργασίες και διαγωνίσματα, αυτός έχει μπει στα παρασκήνια και ξέρει το κόλπο. Μπήκα λοιπόν κι εγώ στα παρασκήνια, και αναφώνησα: «Τόσο εύκολο ήταν; Τέτοια βιβλία σάς ετοιμάζω κάθε χρόνο, κι εγώ και κάθε συνάδελφος!»
Δεν είναι έτσι, φυσικά. Μια τέτοια βιαστική κρίση θα υποτιμούσε πολύ τόσο το συγγραφέα όσο και τους μαθητές του, που πολλά από τα κείμενά τους, ισορροπώντας μεταξύ της κωμωδίας και της τραγωδίας, μας αποκαλύπτουν με συγκλονιστικό τρόπο τι συμβαίνει στην ψυχή ενός παιδιού από τον φτωχό ιταλικό Νότο. Αλλά το θέμα είναι ότι τα μαργαριτάρια φύονται σε κάθε τάξη κάθε σχολείου. Και πολλές φορές δε δείχνουν την άγνοια του μαθητή, αλλά την ανεπάρκεια του δασκάλου και του συστήματος.

...Δε θα δικαιολογηθώ άλλο. Πιστεύω να σας έχω πείσει αρκετά όλους ότι είμαι ένας καλοπροαίρετος, ευαίσθητος αναγνώστης και ένας δάσκαλος γεμάτος αγάπη, κατανόηση και αυτοκριτική. Εντάξει; Όλοι πεπεισμένοι; Ωραία, πάμε λοιπόν: Εγώ γελάω με τα μαργαριτάρια των παιδιών!
Ουφ, το ’πα!

******************************************

Στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου περιλαμβάνεται ένα χρονογράφημα του Ροΐδη, από εφημερίδα της εποχής, στο οποίο, με την περίφημη λεπτή ειρωνία του, εκφράζει την ενόχλησή του από δύο κακώς κείμενα της Αθήνας: το πλήθος των αδέσποτων σκυλιών, και τη συνήθεια των εμπόρων να απλώνουν τις πραμάτειες τους στο πεζοδρόμιο σαν να ήταν μέρος του μαγαζιού τους. Ένα από τα προβλήματα που προκύπτουν, επισημαίνει ο Ροΐδης, είναι ότι οι σκύλοι κατουρούν τις πραμάτειες των εμπόρων.
Κάναμε αυτό το κείμενο στην τάξη. Το διαβάσαμε, το αναλύσαμε, το συζητήσαμε, και είχαμε και μία γραπτή ερώτηση για το σπίτι. Ένας μαθητής, στην απάντησή του, χρησιμοποιεί ακριβώς τη φράση «οι σκύλοι κατουρούν τις πραμάτειες», όπως σας το γράφω. Εδώ που τα λέμε, και πώς αλλιώς να το πει; «Ουρούν»; Μπλιαχ. «Κάνουν την ανάγκη τους»; Γελοίο. «Δροσίζουν τις πραμάτειες», όπως το έγραφε ειρωνικά ο Ροΐδης; Ασφαλώς όχι: ο Ροΐδης είναι φτασμένος συγγραφέας και έχει δικαίωμα να κάνει ύφος, ενώ ο μαθητής ακόμη ασκείται στα βασικά του γραπτού λόγου. Έτσι κι αλλιώς το κατούρημα είναι κατούρημα όπως κι αν το ονομάσεις, κι αν κάποιον τον ενοχλεί, δεν του φταίει η λέξη αλλά το γεγονός. Κατέληξα λοιπόν ότι ο μαθητής καλώς επέλεξε αυτή τη διατύπωση.
Κάποιος άλλος μαθητής δεν είχε κάνει την άσκηση. Επίσης, δεν είχε ιδέα για τι πράγμα μιλάει το κείμενο −πιθανότατα δεν ήξερε ούτε ποιο κείμενο έχουμε ούτε οτιδήποτε άλλο σχετικά με το μάθημα. Αντιγράφει την άσκηση από το συμμαθητή του, αλλά όταν φτάνει στην εν λόγω φράση, κωλώνει: «Οι σκύλοι κατουρούν τις πραμάτειες;; Αποκλείεται!» Του φάνηκε τόσο απίθανο να γράφει κάτι τέτοιο ο συμμαθητής του σε σχολική εργασία, ώστε ο νους του αρνήθηκε να το καταχωρήσει.
Κι έτσι, μαζεύω τις εργασίες και τις διαβάζω, και φτάνω σε μία που, ενώ γενικά δείχνει συγκροτημένη και αρκετά καλή, σε κάποιο σημείο με αιφνιδιάζει με ένα σουρεαλιστικό και αναπάντεχο «οι σκύλοι κατηγορούν τις πραμάτειες»!

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2008

Η ΑΛΕΠΟΥ ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΩΝ, ΤΟ ΑΛΕΠΟΥΔΑΚΙ ΕΚΑΤΟΝ ΔΕΚΑ

Ήμουν περίπου δεκαεφτά ετών. Ήταν καλοκαίρι. Οι γονείς μου έλειπαν διακοπές, κι είχα το σπίτι για πάρτη μου. Είχαμε βγει σε ένα ουζάδικο. Κατά τις δύο το βράδυ γυρνούσαμε προς το σπίτι μου με τα πόδια. Κάπου στο δρόμο βρήκαμε μία μεγάλη μπάρα, από αυτές που χρησιμοποιούν τα συνεργεία του δήμου για να κλείνουν ένα δρόμο όταν εκτελούνται έργα. Μας φάνηκε ότι θα είχε πλάκα να την πάρουμε και να την πάμε σε κάποιο άσχετο σημείο. Γενικά εκείνο τον καιρό ασχολούμασταν αρκετά συστηματικά με την κλοπή πινακίδων της τροχαίας και άλλων παρόμοιων πραγμάτων.
Δεν ήμασταν πολύ μακρυά από το σπίτι μου, μπορούσαμε άνετα να περπατήσουμε όλο το δρόμο. Ήταν όμως σημαντικό να κάνουμε, κατά το δυνατόν, όλη τη διαδρομή από στενάκια και απόμερους δρόμους, μη μας πάρει κάνα μάτι να κουβαλάμε αυτό το τεράστιο πράγμα. Εκ περιτροπής δύο κουβαλάγαμε και ο τρίτος ξεκουραζόταν. Σ’ όλο το δρόμο γελάγαμε και καλαμπουρίζαμε. Ήμασταν νέοι και ξένοιαστοι, ήταν και καλοκαίρι, ήμασταν και ψιλοσουρωμένοι, είχαμε κάνει και την αταξία μας: είχαμε κάθε λόγο να το γλενμτάμε.
Φτάνοντας στο μοναδικό σημείο όπου αναπόφευκτα έπρεπε να διασχίσουμε ένα μεγάλο δρόμο, βλέπουμε ένα μπατσικό στο φανάρι. Στραβή! Φυσικά μας είδαν. Αρχίζει να μας κόβεται η όρεξη για πολλά γέλια. «Ε, εσείς!». Κάνουμε την πάπια και συνεχίζουμε να πηγαίνουμε. Τη δεύτερη φορά που μας φώναξαν, αφήσαμε το πράγμα κάτω και εξακολουθήσαμε να κάνουμε την πάπια. Με την τρίτη που μας φώναξαν, δεν είχαμε άλλο περιθώριο. Γυρίσαμε.
−Πού το πάτε αυτό;
−...
−Και γιατί δεν έρχεστε όταν σας φωνάζουν;
−...
−Ρώτησα κάτι!
−Δεν ακούσαμε, είπε ο Θάνος.
Μας βάζουν μέσα στο μπατσικό και πάμε για το τμήμα. Απ’ ό,τι έδειχνε, το γλέντι είχε τελειώσει, και μάλιστα αρκετά ξενέρωτα. Κατά διαόλου σύμπτωση, στο δρόμο συναντάμε ένα φορτηγό από τα έργα του δήμου. Οι μπάτσοι τούς σταματάνε και τους λένε: «Οι νεαροί είχαν πάρει μια μπάρα. Τώρα είναι αφημένη στο τάδε σημείο, να πάτε να την πάρετε. Αν ενδιαφέρεστε για μήνυση, θα είμαστε στο τάδε τμήμα, περάστε.»
Φυσικά αυτά ήταν ψαρωτικά. Σιγά μην έτρεχαν οι υπάλληλοι της οδοποιίας για μήνυση μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα. Αλλά για ψαρωτικά, την κάναν τη δουλειά τους. Στριμωγμένοι στο πίσω κάθισμα, σκεφτόμασταν «τώρα την κάτσαμε».Κανέναν μας δεν τον είχαν ξαναμαζέψει. (Για την ακρίβεια, εμένα μια φορά με είχε πάει ένας γείτονας στο τμήμα όταν ήμουν περίπου δέκα, μαζί με τον αδερφό μου που ήταν πέντε, και τον πατέρα μας. Ο γείτονας αιωνίως διαμαρτυρόταν ότι κάνουμε φασαρία τα μεσημέρια, απειλούσε ότι θα μας πάει στην αστυνομία και τελικά μια φορά το έκανε. Ο αστυνόμος μάς είπε: θα το ξανακάνετε; Του είπαμε όχι. Μας είπε: θα είστε καλά παιδιά; Του είπαμε ναι. Μας έδωσε καραμέλες, μας χάιδεψε στα κεφάλια και μας έδιωξε. Αλλά απόψε δε νομίζω ότι θα μας έδιναν καραμέλες.)
Ήταν δύο νεαροί μπάτσοι. Το στυλ του ενθουσιώδους νεοσύλλεκτου που οδηγάει μόνο σε πεζοδρόμια ή στο αντίθετο ρεύμα, που περνάει μόνο με κόκκινο, και που γενικότερα θα μας γαμήσει όλους επειδή φοράει πηλίκιο.
Φτάσαμε στο τμήμα. Μας παρέταξαν μπροστά σε μία σκάλα. Ακινησία. Παγερή ησυχία. Ματιές που μας καρφώνουν. Λουφάξαμε.
−Ώστε λοιπόν δεν ακούσατε, ε; γαύγισε ο ένας, με ύφος ξεσηκωμένο από τις ταινίες με τους Ναζί.
−Δεν ακούσαμε, ξαναείπε ο Θάνος σα ζεματισμένος.
−Τώρα ακούς καλύτερα; είπε ο μπάτσος και του έριξε ένα χαστούκι.
Ο Θάνος είναι πολύ ευγενικός. Ήθελε να κάνει τον μπάτσο χαρούμενο. Θα μπορούσε να παραμείνει ντούρος και απαθής, χωρίς να παίξει βλέφαρο, σε μια επίδειξη γενναιότητας. Προτίμησε όμως να του προσφέρει την ικανοποίηση ότι ναι, έχει κύρος και πέραση, είναι ένας σκληρός και τρομερός αστυνομικός και ένας δυνατός άντρας. Έπεσε καταής και άρχισε να σφαδάζει, με το χέρι στο μάγουλο, σαν ποδοσφαιριστής που προσπαθεί να κερδίσει πέναλντι.
Στη συνέχεια μάς ανέβασαν πάνω. Μας πήγαν σ’ ένα γραφείο όπου μας πήραν τα στοιχεία. Ο Θάνος δεν είχε ταυτότητα και ήταν ανήλικος, εγώ είχα αλλά ήμουν επίσης ανήλικος, και μόνο ο τρίτος είχε και ταυτότητα και ήταν και άνω των δεκαοχτώ.
Ακολούθησε ο σωματικός έλεγχος. Πήγα πρώτος. Ένας μπάτσος με πήρε σε ένα μικροσκοπικό δωματιάκι, σαν ντουλάπα, με ένα γλόμπο να κρέμεται από το ταβάνι. Παράθυρα δεν είχε. Αφρολέξ στους τοίχους. (Για να πνίγει τις κραυγές των βασανιζόμενων, σκεφτόμουν, ή για να μην αυτοκτονήσει κανείς χτυπώντας το κεφάλι του στον τοίχο;) Έκλεισε την πόρτα. Με έβαλε να σταθώ με τα πόδια ανοιχτά και τα χέρια στον τοίχο. Τώρα, λέω μέσα μου, τέλειωσαν για τα καλά τα ψέματα. Ποιος ξέρει τι θα μου κάνει εδώ μέσα, κι άνθρωπος δε θα το μάθει.
Τελικά μου έκανε όντως σωματικό έλεγχο και τίποτε παραπάνω. Το μόνο που μου βρήκε, εκτός από πορτοφόλια, τσιγάρα και λοιπά αναμενόμενα, ήταν ένα μαχαιράκι. Ήταν μία λάμα από ελβετικό σουγιά, χωρίς το σουγιά −δηλαδή ένα τελείως άχρηστο πράγμα−, που για κάποιον λόγο κουβαλούσα μαζί μου. Μου το παρακράτησε.
Έψαξαν και τους άλλους δύο. Μετά μας έβαλαν να περιμένουμε σ’ ένα πάγκο στο διάδρομο.
Κάτσαμε εκεί και περιμέναμε για ώρες, χωρίς να ξέρουμε τι ακριβώς περιμένουμε. Ένστολοι και ασφαλίτες μπαινοβγαίνανε όλη την ώρα. Καθόμασταν ακίνητοι και αμίλητοι. Από καιρού εις καιρόν κάποιος μάς έριχνε μια ματιά και έλεγε: «Εσείς είστε οι μάγκες με την μπάρα; Καλά...» ή «Ποιος από εσάς είναι που είχε το μαχαίρι; Εσύ, ε; Καλά...»
Επί κάμποση ώρα δεν έγινε τίποτε άλλο. Αρχίσαμε να συνηθίζουμε την κατάσταση, και σιγά σιγά να χαλαρώνουμε. Μάλλον τελικά δεν υπάρχει τίποτε να περιμένουμε. Προφανώς δεν έχουμε μπλέξει· μας κρατούσαν απλώς για να μας τρομάξουν λίγο, να περνάει η ώρα τους. Πήραμε να ξεθαρρεύουμε. Κουνήσαμε πόδια. Σηκωθήκαμε να ξεμουδιάσουμε. Ξεκινήσαμε να ψιθυρίζουμε, ύστερα να μιλάμε κανονικά. Ζήτησα τα τσιγάρα μου και μου τα έδωσαν. Εντάξει· τα πράγματα ήταν αρκετά εντάξει.
Κάποια στιγμή ο Θάνος σηκώνεται και χτυπάει ευγενικά μία πόρτα όπου έγραφε «Αξιωματικός υπηρεσίας».
−Κύριε αξιωματικέ υπηρεσίας, θα μπορούσα παρακαλώ να πάρω ένα τηλέφωνο σπίτι μου να μην ανησυχούν;
Η πόρτα ήταν ανοιχτή κι εμείς καθόμασταν ακριβώς απ’ έξω, οπότε ακούγαμε ολοκάθαρα το τηλεφώνημα του Θάνου και ό,τι άλλο λεγόταν εκεί μέσα.
−Έλα μάνα, είμαι στο τμήμα. Όχι, μην ανησυχείς. Δεν είναι τίποτε σοβαρό, τα παιδιά είχαν σηκώσει μια μπάρα του δήμου. Ναι, ναι. Όχι. Άκου, μάνα: φέρε μολύβι και χαρτί να σημειώσεις κάτι. Γράφεις; (Άρχισε να λέει κάτι μακροσκελή νούμερα, με παύλες, καθέτους, τελείες, γράμματα.) Εντάξει, τα σημείωσες; Λοιπόν: το πρώτο είναι ο αριθμός ενός αστυνομικού που με χτύπησε και μ’ έριξε κάτω. Το δεύτερο είναι ο αριθμός του νόμου τον οποίο παραβίασε αυτός ο αστυνομικός χτυπώντας με. Ναι, όχι. Εντάξει ρε μάνα σου λέω! Ναι, γεια.
Εμείς ακούγαμε απ’ έξω κρατώντας την ανάσα μας. Είχαμε μείνει εμβρόντητοι από το θάρρος, την ευρηματικότητα και την ετοιμότητα αυτού του παλαβού. Και όσο μεν για τον αριθμό του μπάτσου, εξηγείται: την ώρα που έπαιζε το θέατρο ότι σπαρταράει από τους πόνους, είχε κρυφά την ψυχραιμία να κοιτάξει και να απομνημονεύσει το νούμερο που είχε γραμμένο κάπου στο πουκάμισό του. Αλλά το νόμο, πού στο διάβολο τον ήξερε; Μήπως είχε κατεβάσει τον αριθμό από την κεφαλή του, για να ψαρώσει εκείνος με τη σειρά του τον αξιωματικό υπηρεσίας;
Μόλις το ’κλεισε ο Θάνος, ο αξιωματικός, ένας πιο ηλικιωμένος και πιο ήρεμος μπάτσος, που τα είχε ψιλοχρειαστεί ακούγοντας το τηλεφώνημα, τον έπιασε στο πίτσι πίτσι:
−Τι είν’ αυτά παιδί μου; Αν σε χτύπησε κάποιος αστυνομικός, έπρεπε να έρθεις να το πεις κατευθείαν σε μένα. Είμαι σίγουρος ότι θα έγινε λάθος. Όλοι σ’ αυτό το τμήμα είναι εξαιρετικοί άνθρωποι. Ίσως δεν το ήθελε, μπλα μπλα μπλα... Τόσες ευθύνες, τόση κούραση...
Συνέχισε στον ίδιο τόνο, ουσιαστικά τόνο απολογίας. Ο Θάνος έβλεπε τόσο καθαρά όσο και ο αξιωματικός ότι οι όροι είχαν αντιστραφεί. Τώρα ο μπάτσος ήταν που είχε στριμωχτεί, και προσπαθούσε να ξεγλιστρήσει φλυαρώντας σπασμωδικά. Είχε φτάσει να γενικεύει σχετικά με το πόσο παρεξηγημένη είναι η αστυνομία από την κοινή γνώμη, πόσο δύσκολο και συχνά επικίνδυνο είναι το έργο της, πόσο θλίβεται προσωπικά ο ίδιος όταν ακούει ένα ολόκληρο γήπεδο, Ολυμπιακούς και Παναθηναϊκούς ενωμένους σε μια φωνή, να παιανίζουν «Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι», και τα λοιπά. Ο Θάνος, απολαμβάνοντας τη θέση ισχύος όπου είχε έρθει, σιωπούσε. Θαυμάζαμε το ρεσιτάλ του: όταν ο χαμένος το ρίχνει στην παρλαπίπα, ο νικητής −αν θέλει να είναι πραγματικά αμείλικτος− δε λέει κουβέντα. Ο Θάνος ήταν ταλαντούχος!
Εν τω μεταξύ ο αξιωματικός συνέχιζε, με άλλο τροπάρι τώρα:
−Όσο για την πινακίδα, μπλα μπλα μπλα, ήμουν κι εγώ νέος, μη νομίζεις... Εντάξει, κάνατε ένα σφάλμα, όλοι κάνουμε. Μπλα μπλα μπλα, οι νέοι λειτουργείτε με το ένστικτο της αντίδρασης, και πολύ καλά κάνετε, εγώ σας κατανοώ, μπλα...
−Κύριε αξιωματικέ υπηρεσίας...
Ώπα! Μίλησε! Τώρα ή που θα τον κατατροπώσει, ή που θα τα χάσει όλα. Φόρτσα Θάνο!
−...Κύριε αξιωματικέ υπηρεσίας, μου επιτρέπετε;
−Μα φυσικά παιδί μου, λέγε.
−Σύμφωνα με τον Φρόιντ υπάρχουν μόνο δύο ένστικτα: της αυτοσυντήρησης και της αναπαραγωγής. Δεν έχω διαβάσει πουθενά να υπάρχει ένστικτο της αντίδρασης.

Ε, αυτό ήταν. Ο αγώνας είχε λήξει. Για τους τύπους έπαιξαν ακόμη ένα δυο λεπτά, μέχρι να εκπνεύσει ο χρόνος. Ύστερα μας έδωσαν τα πράγματά μας (εκτός από το μαχαίρι) και μας αμόλησαν.

ΤΟ ΠΙΡΠΙΓΚΙ

Κάποτε παραθέριζα σε ένα νησί, φιλοξενούμενος μιας φιλικής οικογένειας ντόπιων. Προέκυψε κάποια δουλειά στην Αθήνα, και χρειάστηκε να πεταχτώ για μια δυο μέρες και να γυρίσω. Ταξίδευα σχεδόν χωρίς αποσκευές. Είχα μόνο ένα ταγάρι με μερικά χρειώδη.
Το καράβι έφτανε στο νησί κάποια άγρια ώρα μες στη βαθειάν αυγή, κατά τις έξι, νομίζω. Έχει ένα καφενείο στο λιμάνι, όπου θεώρησα καλό να κάτσω να πιω έναν καφέ μέχρι την ώρα που ξυπνάν οι τίμιοι νοικοκυραίοι, για να μην τους χτυπάω τις πόρτες πάνω στο γλυκοΰπνι.
Το λιμάνι είναι λίγο παραέξω από την πόλη, και άρα και από την κίνηση. Γενικά περνάνε από κει κυρίως όσοι έχουν δουλειά στο λιμάνι. Οι περαστικοί μάλλον σπανίζουν. Ιδίως μάλιστα τέτοια ώρα, κυκλοφορούσαν μόνο όσοι είχαν μόλις κατέβει από το καράβι μαζί μου, και όσοι είχαν ξεπροβοδίσει φίλους τους που έφευγαν. Δε θυμάμαι αν υπήρχαν άλλοι πελάτες στο καφενείο την ώρα που έκατσα· ίσως να είχε μερικούς. Πάντως κατά τις εφτάμιση που σηκώθηκα να φύγω επικρατούσε ερημία.
Ξεκινάω λοιπόν να πάω στο σπίτι των φίλων μου. Μόλις πριν βγω από το χώρο του λιμανιού, ακούω μια φωνή πίσω μου: «Φίλε, να σου πω λίγο;»
Γύρισα. Ένας κοντός τύπος μού έδειχνε την ταυτότητά του. «Ασφάλεια. Πρέπει να μας ακολουθήσεις.»
Άκου ασφάλεια! Το αστείο είναι παλιό. Το πρόβλημα ήταν ότι, όσο κι αν τον κοίταγα, δεν μπορούσα να θυμηθώ ποιος ήταν αυτός ο χιουμορίστας. Είναι κάτι που μου συμβαίνει συνέχεια. Έχω δυσκολία με τις φάτσες, με τα ονόματα και με το να συνδέω φάτσες με ονόματα. Όλη την ώρα έρχονται διάφοροι και μου λένε «Πού ’σαι ρε κολλητέ;» και τέτοια, και δεν μπορώ να θυμηθώ ποιοι είναι και πότε τους γνώρισα. Σ’ αυτές τις φάσεις πάντα κομπλάρω: αντί να δείξω ξεκάθαρα −ή και να το πω ευθέως στον άνθρωπο− ότι δεν τον θυμάμαι, κάθομαι εκεί και λέω γενικότητες, με την ελπίδα ότι θα μου δώσει κάποιο κλου, π.χ. «Ωραία περάσαμε τις προάλλες στου Βαγγέλη», ώστε να τον θυμηθώ. Καμιά φορά πιάνει.
Έτσι λοιπόν και τώρα. Έκατσα εκεί να κοιτάω τον κοντό, χαμογελώντας ευγενικά και αμήχανα (τουτέστιν ηλίθια), χωρίς να λέω τίποτε. Ή ίσως και να είπα «Α έτσι, ε; Ωραία...» ή κάτι εξίσου πνευματώδες.
−Φίλε, έλα μαζί μας. Πρόκειται για έναν έλεγχο.
Εξακολουθούσε να μου δείχνει την ταυτότητά του. Τελικά την κοίταξα πιο προσεκτικά. Αν και έμοιαζε με την κοινή αστυνομική ταυτότητα που κουβαλάμε όλοι, στην πραγματικότητα έλεγε ότι ο κοντός είναι μπάτσος. Και από το πουθενά είχε ξεφυτρώσει κι ένας δεύτερος, που συγκατένευε. Προφανώς ήταν μπάτσοι. Ωστόσο διατηρούσα και μια σπίθα δυσπιστίας: να τη στήνουν όταν έρχεται το καράβι, το ’χω ξανακούσει. Αλλά τώρα το καράβι είχε φύγει εδώ και μιάμιση ώρα, και ήμουν σχεδόν ο μοναδικός άνθρωπος εκεί γύρω. Δηλαδή τι διάολο, με αναζητούσαν προσωπικά; Πάντως τους ακολούθησα.
Εκεί πιο πέρα, ανάμεσα σε κάτι δέντρα, είχαν παρκαρισμένο το ασφαλίτικο. Μας περίμενε ο τρίτος. Δε με έβαλαν μέσα, όπως φανταζόμουν. Σταθήκαμε εκεί όλοι μαζί.
−Ταυτότητα;
Του την έδωσα.
−Πώς λέγεσαι; (σε άπταιστο ενικό).
Αναλφάβητος ήταν; Δεν καταλαβαίνω γιατί αυτή την ερώτηση την κάνουν πάντα μόλις τους δώσεις την ταυτότητα. Εδώ μαθαίνουμε ότι στις Πανελλήνιες οι σχολές αστυνομίας έχουν πλέον ψηλότερες βάσεις από τη Φιλολογία και τη Νομική, ότι δηλαδή έχουν γίνει η επιλογή της ιντελιγκέντσιας, κι αυτοί δεν ξέρουν ανάγνωση; Του είπα πώς με λένε.
−Πού μένεις;
Του είπα πού μένω.
−Και γιατί ήρθες στο νησί;
Του είπα γιατί ήρθα.
−Τι έχεις εδώ;
Μου πήρε το ταγάρι. Το ακούμπησε πάνω στο παχύ στρώμα σκόνης με το οποίο καμουφλάριζαν το καπώ του ασφαλίτικου, και ετοιμάστηκε να το αδειάσει.
−Ε... μήπως γίνεται να το βάλουμε κάπου πιο καθαρά; αποτόλμησα.
Χωρίς να εκδηλώσει κάποια ξεχωριστή χαρά για το σχόλιό μου, άνοιξε την πόρτα και έβαλε το ταγάρι (που ομολογουμένως ήταν μες στην μπίχλα, αλλά αυτό δεν ήταν λόγος να μου το λερώσουν κι άλλο) πάνω στο κάθισμα. Έβγαλε τα πράγματα ένα ένα. Μπλούζα. Σώβρακο. Βιβλίο. Οδοντόβουρτσα. Μπουκάλι νερό. Άδεια χαρτάκια από νεσκαφέ. Μπαλάκι από αλουμινόχαρτο. Ώπα! Εδώ είμαστε. Μπαλάκι από αλουμινόχαρτο! Προφανώς γεμάτο με μη νόμιμες ουσίες. Το ξετύλιξε προσεκτικά, το εξέτασε, δε βρήκε σε πρώτη φάση τίποτε ενοχοποιητικό (ήταν από το σάντουϊτς που είχα φάει στο καράβι), το ξανατύλιξε και το κράτησε.
−Και εδώ τι έχεις;
Φορούσα μια μπανάνα στη μέση μου. Άρχισε κι αυτήν να την αδειάζει. Τώρα το θέμα είναι ότι, αντίθετα προς το ταγάρι που το είχα ετοιμάσει ειδικά γι’ αυτό το ταξίδι και είχε πέντε συγκεκριμένα πράγματα όλα κι όλα, την μπανάνα τη φόραγα όλο το καλοκαίρι (και τα δυο τρία προηγούμενα καλοκαίρια επίσης), και πολύ σπάνια είχα ασχοληθεί να την αδειάσω από τα περιττά που μαζεύονταν εκεί μέσα. Έτσι, εκτός από το πορτοφόλι μου, τα κλειδιά μου και τα καπνά - χαρτάκια - αναπτήρα, είχε κι ένα σωρό σαβούρα: κέρματα, κουμπιά, άμμο, παλιά εισιτήρια πλοίων και αεροπλάνων, διάφορα χαρτιά με σημειώσεις, άδεια πακέτα από καπνό, και ό,τι άλλο βρίσκεται συνήθως στα τσαντάκια όχι πολύ τακτικών ανθρώπων.
Τα εξέτασε όλα εξονυχιστικά. Φυσικά κοίταξε με ιδιαίτερη προσοχή τα καπνά, γεμάτα και άδεια, εις αναζήτησιν −τι άλλο;− μη νόμιμων ουσιών. Άνοιξε όλα τα τσεπάκια και τα παρατσεπάκια, μέχρι και μερικά που ούτε εγώ δεν ήξερα ότι υπάρχουν. Τίναξε την μπανάνα, και μελέτησε επισταμένως την άμμο και τα τρίμματα καπνού που έπεσαν. Ψαχούλεψε το πορτοφόλι μέσα έξω. Έδειχνε να έχει ακλόνητα στερεωμένη στην ψυχή του την πεποίθηση ότι ήμουν φορτωμένος με μη νόμιμες ουσίες, οι οποίες δεν έμενε παρά να εντοπιστούν.
Από όλα τα ευρήματά του, το τελευταίο που δεν είχε ξετινάξει ήταν ένα πιρπίγκι. Το πιρπίγκι είναι ένα μικρό καλάμι, ανοιχτό από τη μια μεριά, κλειστό από την άλλη και με μία εγκοπή σε σχήμα U στο πλάι. Αν είσαι πολύ φιλύποπτος και συνάμα παντάπασιν άσχετος, μπορεί να το θεωρήσεις ως κάποιο είδος πίπας ή επιστόμιου για τσιγάρο (και δη για τσιγάρο που πιθανότατα περιέχει μη νόμιμες ουσίες). Στην πραγματικότητα όμως είναι εξάρτημα της τσαμπούνας. Φυσώντας το, το γλωσσίδι που σχηματίζει η εγκοπή πάλλεται, και έτσι παράγεται ένας τσιριχτός ήχος που θυμίζει κλάξον: πιιιιιι! Όταν το προσαρμόσεις στην κανονική του θέση μέσα στο όργανο, ο ήχος αυτός γίνεται πιο γλυκός και παίζει μελωδίες. Ο ασφαλίτης το πήρε με περιέργεια και πιθανώς με κάποια κρυφή ελπίδα ότι επιτέλους με τσάκωσε. Το κοίταξε από εδώ, το κοίταξε από εκεί, αλλά άκρη δεν έβγαλε.
−Τι είναι αυτό;
−Πιρπίγκι, είπα με ύφος.
Πιρπίγκι είναι μία πολύ ύποπτη λέξη: θυμίζει «τσελέμι» (που είναι στ’ αλήθεια είδος πίπας για μη νόμιμες ουσίες), «τσιμπούκι» και άλλα τέτοια υποκοσμικά.
−Δηλαδή;
−Για δώσ’ το μου λίγο.
Έτεινα το χέρι μου για να μου το δώσει. Εκείνος τράβηξε το δικό του μακριά, σαν παιδάκι που φοβάται μην του πάρουν το παιχνίδι. Επέμεινα φιλικά:
−Έλα, δώσε μου να σου δείξω πώς δουλεύει.
Τελικά μου το έδωσε. Το έβαλα στο στόμα μου και τράβηξα ένα γερό κορνάρισμα: πιιιιιιι!!
Οι μπάτσοι κοιτούσαν και άκουγαν, εν σιγή. Το πιρπίγκι μου τους είχε απογοητεύσει. Όχι απλώς δεν ήταν όργανο κανενός εγκλήματος, αλλά τους είχε ξεγελάσει ότι ήταν· κι από πάνω τους κορόιδευε μ’ αυτό τον γελοίο ήχο του.
−Καλά. Σήκω φύγε και... μη σε ξανατσακώσουμε, γιατί δε θα είμαστε τόσο επιεικείς, είπαν και με αποχαιρέτησαν.