ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

ΕΜΦΥΛΙΟΣ (20/10/2011)

Η διαδήλωση της 20ής Οκτωβρίου 2011 ήταν ό,τι πιο μαύρο και τρομαχτικό έχω δει. Πιο μαύρη και πιο τρομαχτική από εκείνην της 29ης Ιουνίου, που επίσης ήταν ό,τι πιο μαύρο και πιο τρομαχτικό είχα δει μέχρι τότε. (Σας θυμίζω πώς τα πέρασα.)

Σ' αυτήν εδώ, μέχρι κάποια στιγμή το χαρακτηριστικότερο πράγμα που υπήρχε ήταν η παρουσία του ΠΑΜΕ. Πολλές άλλες φορές την παρουσία του ΠΑΜΕ την έχω αισθανθεί ως κάτι εχθρικό ή τουλάχιστον ξένο. Σε κάποιες περιπτώσεις με έχουν κάνει να νιώσω τρομερή οργή. Διαθέτουν ορισμένα όπλα, όπως η πειθαρχία, η διαδηλωτική αγωγή και εμπειρία, η ασφάλεια στις περιφρουρήσεις τους, που συνήθως τα χρησιμοποιούν για να διαχωρίσουν τον εαυτό τους από όλους τους υπολοίπους. Μια μορφή διαχωρισμού είναι "εσείς τρώτε ξύλο, εμείς όχι". Μια άλλη είναι "εσείς είστε εδώ και τρώτε ξύλο, εμείς πάμε αλλού και δεν τρώμε".
Αυτή τη φορά το ΠΑΜΕ έθεσε τα όπλα του στη διάθεση όλης της διαδήλωσης και όχι μόνο της δικής του. Αυτή την αίσθηση αποκόμισα, παρόλο που ξέρω ότι πολλοί μένουν με την ακριβώς αντίθετη. Ανθρώπινες αλυσίδες του ΠΑΜΕ είχαν περικυκλώσει τη Βουλή. Δεν ξέρω αν η περικύκλωση της Βουλής ήταν ο κοινός στόχος στον οποίο είχαν συμφωνήσει όλες οι εκατοντάδες χιλιάδων που κατέβηκαν. Μπορεί κάποιοι να προτιμούσαν να μπούμε στη Βουλή. Αν όμως επιχειρούσαμε κάτι τέτοιο, είναι απολύτως προφανές ότι δε θα γινόταν παρά ένα ακόμη μπάχαλο, και φυσικά κανείς δε θα έμπαινε στη Βουλή.
Δεν είναι λίγοι πλέον αυτοί που λένε ότι οι ειρηνικές διαδηλώσεις δεν έχουν νόημα. ΟΚ, είναι κι αυτή μια άποψη, αλλά αν η βία έχει κάποιο νόημα, η άσκοπη σπατάλη βίας δεν έχει κανένα.
Το ΠΑΜΕ λοιπόν έκρινε -έτσι μου φάνηκε εμένα- ότι προκειμένου να μην μπει κανείς στη Βουλή ούτως ή άλλως, θα ήταν προτιμότερο αυτό να γίνει χωρίς θύματα και απώλειες, χωρίς άσκοπη σπατάλη βίας, και διαδηλώνοντας για όσο περισσότερη ώρα γίνεται. Για να γίνει αυτό πρέπει κάποιος να κάνει κουμάντο. Ανέλαβε λοιπόν το ίδιο να κάνει κουμάντο. Ε ναι, γιατί όχι δηλαδή; Ποιος θα έκανε, εγώ; Αν ήξερα να κάνω τέτοια δουλειά θα την αναλάμβανα ευχαρίστως, αλλά, μέχρι να τη μάθω, καλύτερα ας την κάνει κάποιος που την ξέρει ήδη. Το ΠΑΜΕ την ξέρει.
Ανέλαβε κουμάντο λοιπόν με δύο τρόπους. Ο ένας ήταν αυτή η περιφρούρηση. Ο άλλος ήταν ότι είχαν μικρόφωνα και μεγάφωνα (όχι ντουντούκες) από τα οποία φώναζαν αδιάκοπα διάφορα που εμψύχωναν τον κόσμο και διατηρούσαν ζωντανό τον διαδηλωτικό παλμό -κάτι που έχει λείψει πολύ έντονα από άλλες πρόσφατες πορείες. Αυτά που έλεγαν δεν ήταν κνίτικα. Από όλα όσα πιστεύουν και θέλουν, έλεγαν εκείνα στα οποία συμφωνούσαμε άκρες-μέσες όλοι.
Φυσικά καταλαβαίνω και όσους σπάστηκαν από αυτή τη στάση. Σου λέει ο άλλος, η πορεία είναι ολωνών, η πλατεία είναι ολωνών, ποιος σας διόρισε εσάς ντερβεναγάδες; Κατανοητή άποψη, αλλά δεν είναι η δική μου.

Κάποια στιγμή βρισκόμουν στην Αμαλίας. Μεταξύ Αγνώστου και κυρίως Συντάγματος, πάνω στην Αμαλίας, ήταν η εν λόγω αλυσίδα του ΠΑΜΕ. Γύρω, ή τουλάχιστον από την πλευρά του Συντάγματος (από την άλλη δεν έβλεπα) ήταν κόσμος εκτός μπλοκ. Παντού αλλού, στην κάτω πλατεία και σε όλους τους γύρω δρόμους, ήταν επίσης κόσμος, σε άλλα μπλοκ και εκτός μπλοκ. Εγώ ήμουν στους εκτός μπλοκ εκεί πάνω. Όλοι οι επί της Αμαλίας μέτωπο προς Σταδίου, δηλαδή έχουμε τη Βουλή στο δεξί μας χέρι.
Γενικά είχε τόσο κόσμο ώστε, όπως συνήθως, κανείς δεν ήξερε τι γίνεται στα δέκα μέτρα. Εγώ είχα την περιέργεια να δω. Δεν υπήρχε εκεί γύρω κανένας στύλος ή πεζούλι για ν' ανέβω ψηλά να βιγλίσω. Στάθηκα όμως στα νύχια και, καθώς είμαι ψηλός, είδα λίγο παραπέρα.
Πέτρες ίπταντο από και προς διάφορες διευθύνσεις. Ορισμένες ήταν τεράστιες. Έρχεται πια κόσμος με σφεντόνες στην πορεία; Ή με καταπέλτη;
Οι περισσότερες έμοιαζαν να κατευθύνονται προς εκείνους που ήταν καμιά εικοσαριά μέτρα μπροστά μου. Λέω: ή κάπου εκεί, μπροστά από τους μπροστινούς του ΠΑΜΕ και τους εκτός ΠΑΜΕ, είναι παραταγμένη καμιά διμοιρία και δεν τη βλέπω (αλλά πώς την πετροβολάνε έτσι; δε θέλει και πολύ να φύγει καμιά αδέσποτη στους διαδηλωτές) ή κάτι δεν πάει καλά με την οπτική μου γωνία και οι πέτρες κατευθύνονται αλλού από εκεί που νομίζω.
Ή όχι; Ρε μπας και πετροβολάνε ΤΟΥΣ διαδηλωτές; Ποιοι όμως; Οι μπάτσοι; Όχι πως δεν έγινε κι αυτό τόσες φορές τελευταία, αλλά είχα την εντύπωση ότι συνήθως λίγοι μπάτσοι πετάνε λίγες πέτρες σε λίγους διαδηλωτές που πετάνε κι εκείνοι. Τόσο πολλές πέτρες (μιλάμε για βροχή) κατά ολόκληρης πορείας, λίγο ξεφεύγει από τα εσκαμμένα.
Τελικά όχι. Αυτό που οι αισθήσεις έδειχναν αλλά η λογική αρνούνταν να το δεχτεί, ήταν ότι διαδηλωτές πετροβολούσαν διαδηλωτές. Εκεί που στεκόμουν εγώ ήμουν σε μια σχετική ασφάλεια, εκτός βεληνεκούς (προς το παρόν τουλάχιστον). Πιο μπροστά όμως ήταν άνθρωποι που τις τρώγαν ωραιότατα, άνθρωποι χωρίς ασπίδες και κράνη. Και η πέτρα, αντίθετα από τα όπλα της αστυνομίας, δε σε προειδοποιεί ότι έρχεται. Πέφτει αθόρυβα ουρανόθεν.
Μια φίλη μου με ρώταγε τι βλέπω από κει πάνω. Τι να της πω; Ότι μας πετροβολάνε; Να το ακούσουν και παραδίπλα, να κυκλοφορήσει η φήμη σα φλόγα, και τελικά να μην ισχύει; Της είπα τα μόνα για τα οποία ήμουν σίγουρος: ότι πέτρες πετάνε προς διάφορες κατευθύνσεις, και προς εδώ πιο μπροστά. Μετά από λίγο όμως άκουσα τον διπλανό μου ψηλό να μεταδίδει στη δική του παρέα την είδηση αυτούσια. Τον ρώτησα: ρε φίλε, κι εμένα έτσι μου φάνηκε αλλά ...δεν μπορεί. Είσαι σίγουρος; Δεν ήταν κι εκείνος απόλυτα. Αν και το είχε δει ξεκάθαρα. Απλώς δεν το πίστευε.
Εν πάση περιπτώσει το γεγονός ήταν αυτό. Εξακολουθούσα να μην το πιστεύω μέχρι πολύ αργότερα, όταν το διασταύρωσα και με άλλους που ήταν εκεί και με ειδήσεις από τηλεόραση και σάιτ. Μάλιστα δεν ήταν μόνο πέτρερς, ήταν και μολότωφ.
Είχε αρχίσει όμως να με απασχολεί κάτι άλλο: Μέχρι εδώ, καλά πάμε. Έστω κι αν μας πετροβολούν, εγώ είμαι εκτός βολής. Άλλωστε και η παρουσία της συμπαγούς και συγκροτημένης αλυσίδας δίπλα μου μου δημιουργούσε κάποια αίσθηση ασφάλειας. Αν όμως προκύψει κάτι άλλο και χρειαστεί να φύγουμε σβέλτα, πού θα πάμε; Σ' ένα τέτοιο ενδεχόμενο η αλυσίδα δε μου φαινόταν ότι θα διευκόλυνε πολύ τα πράγματα. Λέω, ας πάω σε καμιά άλλη μεριά, σε κάνα σταυροδρόμι, να έχω επιλογές άμα χρειαστεί να το στρίψω.
Βέβαια, το να πας οπουδήποτε μέσα σε τόσο στριμωξίδι ήθελε πολλή ώρα. Τέλος πάντων, κάποια στιγμή βρέθηκα στην κάτω πλατεία, δε μου άρεσε γιατί είναι γούβα και δε βλέπεις τι γίνεται, και είχα την πανέξυπνη έμπνευση να κατευθυνθώ προς τη γωνία της Μεγάλης Βρετανίας.
Πώς διάολο τον λένε το δρόμο με τα ξενοδοχεία; Την ας πούμε συνέχεια της Βασιλίσσης Σοφίας; Καραγεώργη Σερβίας; Τέλος πάντων, βρέθηκα εκεί. Με το που πάτησα το πόδι μου, κατάλαβα ότι είμαι στο λάθος σημείο. Ήμουν ακριβώς εκεί όπου δεν έπρεπε να είμαι: στα μετόπισθεν εκείνων που πετροβολούσαν. Πλήθος κουκουλοφόρων γύρω. (Την απεχθάνομαι αυτή τη λέξη, έχει τύχει πολύ δόλιας μεταχείρισης, αλλά πώς αλλιώς να τους πεις όταν φοράνε κουκούλες;)
Συνήθως ο κουκουλοφόρος σκεπάζεται από τα μάτια και πάνω με κάτι (π.χ. μαντίλι) και από τα μάτια και κάτω με κάτι άλλο (π.χ. δεύτερο μαντίλι, γιακά από ζιβάγκο κλπ). Ή υπάρχει ένας ειδικός τρόπος που φοράνε στη μούρη τους την μπλούζα, μία μόνο, αφήνοντας ακάλυπτα τα μάτια. Ή κανονική κουκούλα σαν των ληστών στα έργα, με ένα άνοιγμα πάλι για τα μάτια. Είδα όμως κι έναν που δε φόραγε τίποτα απ' όλα αυτά, αλλά μία μαύρη κουκούλα με δύο στρογγυλές τρύπες για τα μάτια. Σαν μαύρος ΚουΚλουξΚλαν.



Ή σαν τα σκιτσάκια με τους καταδότες των Γερμανών στον πόλεμο.




Ή, ακόμη ακριβέστερα: σαν δήμιος.



Πήρα φύσημα ως τάχιστα από εκείνο το λάθος σημείο.

Πέρασα από διάφορα άλλα σημεία, είδα διάφορα κλπ.. Κάποια στιγμή αποφάσισα να φύγω. Δε μ' έπαιρνε να κάτσω άλλο. Είχα συνηθίσει από τις προηγούμενες φορές ότι άμα δε σε τρώει ο κώλος σου δεν κινδυνεύεις: βλέπεις τον εχθρό, δεν κάθεσαι μες στα πόδια του, βλέπεις και ποιοι τον προκαλούν με πέτρες, μπουκάλια με νερό, μολότωφ ή έστω με λόγια, και κρίνεις αν θες να είσαι εκεί ή κάπου αλλού. Μπορεί να εισπνεύσεις λίγο δακρυγόνο αλλά μέχρι εκεί. Δε θα σκάσει επάνω σου αν δεν είσαι εκεί όπου πρόκειται να το ρίξουν.
Εδώ ήμουν σε εντελώς νέες συνθήκες. Ο εχθρός δεν ήταν οι μπάτσοι (οι οποίοι κυρίως έξυναν τ' αρχίδια τους χαζεύοντας τον πετροπόλεμο). Δεν ήξερες ποιος ήταν ο εχθρός, ούτε πού είναι -μέχρι να βρεθείς μέσα στις τάξεις του όπως εγώ ή κάτω από την πέτρα του όπως μερικοί άλλοι. Κι άμα δεν ξέρεις ποιος είναι ο εχθρός, δεν ξέρεις και ποιοι είμαστε Εμείς. Δεν υπήρχαμε Εμείς. Όλοι ήταν δυνάμει Άλλοι.
Από διάφορα στενά βγήκα στη Σταδίου. Ήταν πλέον σχεδόν έρημη (πιο πριν έβραζε από κόσμο). Ανέβηκα σ' ένα κάθετο προς Κολωνάκι. Ξαφνικά, ποδοβολητά πίσω μου. Είναι μια παρέα και τρέχουν, αδειάζοντας πέτρες από τις τσέπες τους και φωνάζοντας "το νου σας πίσω, έρχονται μπάτσοι". Πίσω μας, στη Σταδίου, μια ομάδα ματατζήδες κυνηγούσαν μια ομάδα λιθοβολητές, εκείνοι έτρεχαν, και κάποιοι από εκείνους έκοψαν από το στενάκι μου. Οι μπάτσοι δεν έστριψαν: ή ακολούθησαν τους υπόλοιπους που ίσως ήταν περισσότεροι (δεν έβλεπα), ή ποιος ξέρει, ίσως τους άφησαν επίτηδες να ξεφύγουν παριστάνοντας για λίγο ότι τους κυνηγάνε για τα μάτια του κόσμου. Το θέμα είναι ότι τα χρειάστηκα για τα καλά: έστω ότι οι μπάτσοι θέλουν στ' αλήθεια να τους πιάσουν, και όχι βέβαια για να τους σφίξουν το χέρι. Έτσι και μπουν στο δικό μου δρόμο, σιγά μην κάτσουν να ψειρίσουν αν είμαι κι εγώ από αυτούς που κυνηγάνε ή όχι. Δεν έχω ιδέα τι θα έκανα σε μια τέτοια περίπτωση. Ευτυχώς δε χρειάστηκε να κάνω τίποτε, αφού οι μπάτσοι συνέχισαν στη Σταδίου. Ήταν όμως πλέον τελείως σαφές ότι δεν έχει καμία σημασία αν προσέχεις ή δεν προσέχεις. Ο κίνδυνος είναι παντού.

Κάτι ακόμα.

Άκουσα από πολλούς βαρύτατες κατηγορίες κατά του ΠΑΜΕ. Ότι φύλαγαν τους μπάτσους, ότι φύλαγαν τη Βουλή, ότι οι μπάτσοι τους φύλαγαν, κλπ.. Αν αυτά ισχύουν, είναι φοβερό το τι έκανε το ΠΑΜΕ. Αν δεν ισχύουν, είναι φοβερό το πώς σκέφτονται μρικοί άνθρωποι και το ποιοι μηχανισμοί έχουν λειτουργήσει για να στρέψουν τη σκέψη τους σ' αυτή την κατεύθυνση.
Αλλά αυτά δεν είναι τίποτα. Το μόνο πραγματικά φοβερό είναι ότι μια μεγάλη μερίδα διαδηλωτών τρέφει καχυποψία προς μια μεγάλη μερίδα συνδιαδηλωτών τους. Μου είναι απολύτως αδιάφορο αν ισχύουν οι υποψίες: το τι νομίζω εγώ για το ΠΑΜΕ το είπα πιο πάνω και έχω πλήρη συνείδηση ότι αυτή δεν είναι παρά η γνώμη μου και άλλος μπορεί να έχει την αντίθετη. Αλλά αυτή η διάσπαση της όποιας τυχόν ομόνοιας, αλληλεγγύης, ενότητας, είναι σημαντική επιτυχία του Εχθρού. Για άλλον ένα λόγο πέρα από τους προηγούμενους, "Εμείς" δεν υπάρχουμε, υπάρχουν μόνο Άλλοι.

Ότι σκοτώθηκε άνθρωπος, το έμαθα αργότερα, σπίτι μου.

__________________________________________
[Συμπλήρωση μερικες μέρες αργότερα]

Οι συζητήσεις και οι καβγάδες σχετικά με τα γεγονότα βράζουν. Μεταξύ άλλων, κυκλοφορούν φωτογραφίες και βίντεα που δείχνουν ροπαλοφόρους των ΚΝΑΤ να πλακώνουν διαδηλωτές.
Ό,τι δείχνει η φωτογραφία έχει γίνει (δε θα αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τώρα αν είναι φωτοσοπιά ή αν είναι από άλλο γεγονός, αυτό μας έλειπε). Αλλά αυτό απέχει από του να αποδεικνύει ποιο ήταν το συνολικό γεγονός.
Αυτά που εγώ προσωπικά είδα με τα μάτια μου ήταν δύο πράγματα: πρώτον, πέτρες να έρχονται πάνω στο ΠΑΜΕ. Δεύτερον, τους μπροστινούς ΠΑΜίτες να κάνουν κάποια στιγμή ένα ντου και μετά από λίγο να επιστρέφουν χειροκροτούμενοι. Τις πέτρες τις έβλεπα χωρίς να βλέπω αυτούς που τις έριχναν (στη φάση που ήμουν στην Καραγεώργη είδα ποιοι τις ρίχναν αλλά όχι πού έπεφταν, και αυτό κράτησε ελάχιστη ώρα γιατί έφυγα). Από το ντου είδα μόνο πλάτες ΠΑΜιτών να τρέχουν. Όταν έφτασαν στον προορισμό τους ήταν εκτός του οπτικού μου πεδίου. Αργότερα έμαθα ότι όντως έκαναν επίθεση και πλάκωσαν με τα στειλιάρια των σημαιών αυτούς που τους πετροβόλαγαν.
Το να πλακώσεις με τα στειλιάρια αυτόν που σε πετροβολάει δεν είναι βία. Είναι νόμιμη άμυνα. Είναι το στοιχειώδες που θα έκανε ο καθένας, εκτός βέβαια αν προτιμούσε να σηκωθεί να φύγει. Στις σκηνές που είδα, πρώτα οι άλλοι πετροβολούσαν και μετά από αρκετή ώρα τους την έπεσαν οι ΠΑΜίτες. Δεν ξέρω τι είχε προηγηθεί, δεν ξέρω τι ακολούθησε, και ακόμη κι εκείνες τις στιγμές δεν ξέρω τι γινόταν πέρα από εκεί όπου έφτανε το μάτι μου. Αν όμως γινόταν μια δίκη και με καλούσαν μάρτυρα και με ρωτούσαν τι είδα, θα έλεγα με καθαρότατη συνείδηση αυτά που είδα, από τα οποία δεν προκύπτει καμία απολύτως πρόκληση εκ μέρους του ΠΑΜΕ ενώ προκύπτει βαρύτατη πρόκληση εις βάρος του.
Να υποθέσω ότι πιο πριν, την ώρα που ήμουν αλλού, το ΠΑΜΕ είχε προβεί σε κάποια ενέργεια τόσο κατάφωρα προκλητική ώστε κανένας άνθρωπος στον κόσμο δεν θα είχε περιθώριο για οποιαδήποτε άλλη αντίδραση παρά, εκών-άκων, να πετάξει πέτρα ; Ε ωραία, ας το υποθέσω. Το υπέθεσα ήδη. Σαν τι μπορεί να ήταν αυτή η τόσο προκλητική ενέργεια;...

Οι πάντες στην πορεία, με μοναδικές εξαιρέσεις εμένα και τα 10-20 άτομα που ήταν ακριβώς δίπλα μου, είχαν διαφορετικό οπτικό πεδίο από το δικό μου. Διαφορετικό και μεταξύ τους φυσικά. Κάποιοι θα είχαν προνομιακή θέα, και θα είδαν πολλά πράγματα καθαρότερα από εμένα. Άλλοι θα είχαν εξίσου κακή θέα με τη δική μου αλλά όχι την ίδια. Άλλοι πάλι θα βρίσκονταν σε εντελώς διαφορετικό σημείο και θα έβλεπαν καλά ή κακά τι άλλο συνέβαινε ταυτόχρονα.
Η απορία μου είναι πώς τόσες χιλιάδες συμπολίτες μας έχουν την πεποίθηση ότι τα είδαν όλα και ότι ξέρουν μετά βεβαιότητος τι συνέβη, και βγάζουν ακράδαντα συμπεράσματα είτε περί ροπαλοφόρων των ΚΝΑΤ είτε περί του αντιθέτου. Φίλε, ακόμη κι αν σε βάλουν ολομόναχο σ' ένα αδειανό καλοφωτισμένο δωμάτιο 2Χ2, όλο δε θα το βλέπεις. Κάποιο σημείο θα είναι πίσω από την πλάτη σου ή κάτω από τις πατούσες σου.
Άιντε τώρα, όλοι οι φωτισμένοι παντογνώστες...

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

ΤΟ ΣΚΟΥΠΙΔΑΡΙΟ ΕΙΝΑΙ ΜΙΣΗ ΑΡΧΟΝΤΙΑ

Τι κάνετε όταν, ενώ έχετε ήδη διασχίσει το πρώτο από τα 7-8 μέτρα του στενού (περίπου μισό μέτρο) διαδρόμου που έχει δημιουργηθεί στο πεζοδρόμιο, επειδή το υπόλοιπο έχει καλυφθεί από σκουπίδια, εμφανίζεται από την απέναντι πλευρά γέρος με ψώνια;

Μια λύση είναι να συνεχίσετε την πορεία, οπότε στα μισά περίπου της διαδρομής θα πρέπει να γίνει κονταροχτύπημα σύμφωνα με τους κανόνες της ιπποσύνης.

Η πιθανότερη όμως απάντηση είναι ότι θα οπισθοχωρούσατε ευγενώς, επιστρέφοντας στην αρχή του διαδρόμου -δηλαδή στο τέλος των σκουπιδιών-, όπου όμως ενδεχομένως θα διαπιστώνατε ότι δεν μπορείτε να σταθείτε γιατί το δεντράκι της δεντροστοιχίας, παρά τα 4 μέτρα του ύψους του, έχει απλώσει κλωνάρια μέχρι κάτω στο ύψος της μάπας σας, οπότε πρέπει να οπισθοχωρήσετε κι άλλο, ίσως μάλιστα να αναζητήσετε και ένα σημείο στο πεζοδρόμιο με αρκετή άπλα ώστε να μπορείτε να κάνετε κανονική μεταβολή και όχι απλώς να πηγαίνετε με την όπισθεν.

Όλη αυτή η μανούβρα δεν περνά απαρατήρητη από τον γέρο με τα ψώνια. Έτσι, αφού διασχίσει το δερβένι και περάσει από μπροστά σας, το πιθανότερο είναι ότι θα σας ευχαριστήσει -αν δεν αρχίσει να λέει και περισσότερα (εύγε νέε μου, αποτελείτε λαμπρή εξαίρεση στην εποχή μας κλπ κλπ). Οπότε κι εσείς κάτι θα του απαντήσετε. Μετά μπορεί εκείνος να προσθέσει, μια κι έσπασε ο πάγος, κάποιο σχόλιο για τα σκουπίδια, και έτσι να προκληθεί ένας σύντομος διάλογος. Για να μην πω ότι, καθώς όλα αυτά εκτυλίσσονται στο μοναδικό διαβατό σημείο του πεζοδρομίου, δεν αποκλείεται να εμπλακούν στη συζήτηση κι άλλοι περαστικοί.

Κι έτσι αποκαθίστανται οι χαμένες σχέσεις οικειότητας με τους συμπολίτες μας, συσφίγγονται οι δεσμοί μέσα στις γειτονιές, καλιεργείται η κοινωνικότητα, ανταλλάσσονται αβρότητες που μας φτιάχνουν το κέφι και που ανεβάζουν το επίπεδο ποιότητας της καθημερινότητάς μας.

Θα γίνονταν ποτέ αυτά αν υπήρχαν σκουπίδια μόνο μέσα στους κάδους, και αν τα περισσευούμενα, αντί να τα βγάλουμε στο δρόμο, τα φυλάγαμε στο μπαλκόνι μας μέχρι να ξαναρχίσει η αποκομιδή τους;

Δε θα γίνονταν. Θα παραμέναμε στην απρόσωπη εχθρική μεγαλούπολη όπου κανείς δε λέει μια καλημέρα ή δεν κοιτάει τον περαστικό από απέναντι.

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

ΠΡΕΖΑ, ΤΣΑΜΠΟΥΝΑ, ΑΡΧΑΙΟΚΑΠΗΛΕΙΑ

Η οδός Τοσίτσα είναι ο πεζόδρομος ανάμεσα στο Πολυτεχνείο και το Αρχαιολογικό Μουσείο. Παρ' ότι είναι σε κεντρικότατο σημείο της Αθήνας, πάνω στην Πατησίων, παρουσιάζει μια εικόνα ολοζώντανου, ασπαίροντος θανάτου, που παλιότερα τη γνώριζα μόνο από κάτι ταινίες για υποβαθμισμένες συνοικίες σε πόλεις της Λατινκής Αμερικής.
Στην Τοσίτσα ανθεί το εμπόριο της πρέζας. Σ' όλο της το μήκος βλέπεις, ανά πάσα ώρα της ημέρας και της νύχτας, πρεζάκηδες που σουτάρουν μπροστά στα μάτια σου, ή που βαράνε ντάγκλες και δεν ξέρεις αν ζουν ή πέθαναν, ή που κοιμούνται μέσα σε κάτι σωρούς από κουρέλια και σκουπίδια, ή που τσακώνονται μεταξύ τους, ή που απλώς βρίσκονται εκεί. Ανάμεσά τους και αρκετοί άστεγοι που δεν είναι πρεζάκηδες, σε περισσότερο ή λιγότερο προχωρημένο βαθμό εξαθλίωσης.
Ορισμένοι άνθρωποι είπαν ότι είναι κρίμα αυτή η κατάσταση, και ότι πρέπει κάπως να ξαναζωντανέψει αυτός ο όμορφος εγκαταλελειμμένος πεζόδρομος. Αυτοί οι άνθρωποι είναι τριώ λογιώ: αρχαιολόγοι από το Μουσείο, αρχιτέκτονες από το Πολυτεχνείο και κάτοικοι της περιοχής. Οργάνωσαν λοιπόν τις «7 Ημέρες Ζωής στην Τοσίτσα». Συζητήσεις, προβολές ταινιών, θεάματα δρόμου, παιδικές δραστηριότητες κλπ.


Μια από τις εφτά μέρες ήμουν εκεί. Έφτασα με το τρόλεϊ στην Πατησίων στις 6 το απόγεμα. Κοίταξα πάνω προς την Τοσίτσα, αλλά πουθενά δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι κάτι οργανώνεται. Περίμενα να δω κόσμο συγκεντρωμένο κάπου και κάποια εξέδρα ή κάτι τέτοιο, και οι νεκροζώντανοι και τα ζάκια να λείπουν. Αντ' αυτού είδα την κλασική εικόνα του πρεζόδρομου, που παραπέμπει σε μεσαινωικούς εφιάλτες με λεπρούς και αρρώστους που κυλιούνται σαν μισοπατημένα σκουλήκια ή σε εικόνες της Κόλασης. Αυτά μέχρι τη συμβολή με την Πατησίων, όπου το σκηνικό άλλαζε άρδην και φυσιολογικοί άνθρωποι ανεβοκατέβαιναν στα τρόλεϊ, ψώνιζαν στο περίπτερο ή περνούσαν πεζή.
Ξεκίνησα να ανεβαίνω τον πρεζόδρομο αλλά στα μισά κόλωσα και γύρισα πίσω.
Τελικά διέκρινα ότι κάπου στα 50-τόσα μέτρα υπήρχε μια μικρή συγκέντρωση με καρέκλες τύπου καταστρώματος. Πιο αποφασιστικά αυτή τη φορά διέσχισα την Κόλαση κι έφτασα εκεί.
Γινόταν μια μικρή συνέλευση γειτονιάς. Οι άνθρωποι που προανέφερα συζητούσαν ακριβώς για το ζήτημα του ξαναζωντανέματος του δρόμου, μ' ένα μικρόφωνο που πήγαινε από χέρι σε χέρι. Ήταν καμιά εικοσαριά ή τριάντα άτομα. Δίπλα τους ένα τεράστιο σκάκι δαπέδου, όπου έπαιζαν ένας πρεζάκιας κι ένας μετανάστης, και παρακολουθούσαν μερικοί περαστικοί. Ακριβώς από πίσω, μια άστεγη κοιμόταν με σουλουμπάμια. Τα παιδάκια μερικών από τους συμμετέχοντες στη συνέλευση έπαιζαν τρέχοντας πάνω κάτω και κάθε τόσο έρχονταν να κάτσουν για λίγο με τη μαμά ή τον μπαμπά τους πριν ξανατρέξουν στο παιχνίδι.


Σκακισταί. Στο βάθος η κοιμωμένη της Τοσίτσα.

Η συζήτηση ήταν ενδιαφέρουσα, γιατί ήταν μια από τις σπάνιες φορές όπου σε μια λαϊκή συνέλευση πέτυχα να συμμετέχουν άνθρωποι που είναι ειδικοί επί του θέματος. Αναφέρομαι στους αρχιτέκτονες, που ξέρουν από δρόμους, κτίρια, αναπλάσεις κλπ. Το κύριο ζητούμενό τους ήταν να φύγει το πρεζεμπόριο από την Τοσίτσα, κι όπου θέλει ας πάει. Η στάση τους απέναντι στους ίδιους τους πρεζάκηδες, όπως και τους αστέγους, ήταν φιλική: πολλοί δήλωναν ευθέως ότι δε θέλουν να τους διώξουν, ότι δεν αποτελούν ενόχληση, ότι έτσι κι αλλιώς δεν έχουν πού αλλού να πάνε και το να τους διώχνουν από παντού δεν είναι λύση.

Η κοιμωμένη της Τοσίτσα και η συνέλευση.

Εδώ θα παρεμβάλω μερικές σκέψεις που μου γέννησε αυτή η συζήτηση, και επανέρχομαι μετά στην αφήγηση της ημέρας. Ήρθα σε μια εσωτερική αντίφαση. Αφενός, μου φάνηκε εντελώς μάταιο το να συζητάει κανείς πώς θα διώξουμε τους εμπόρους από μια πιάτσα για να πάνε σε άλλην. Το πρόβλημα με την πρέζα δεν είναι πού πουλιέται. Είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι που γίνονται πρεζάκηδες. Αν δεν εκλείψουν οι γενικότερες αιτίες που τους οδηγούν στα ναρκωτικά, ό,τι άλλο και να γίνει είναι ασπιρίνη. Το ίδιο και με τους άστεγους: ωραία, τους σεβόμαστε, δεχόμαστε να τους παραχωρήσουμε δύο τετραγωνικά μέτρα για να ξαπλώσουν, μπορεί να τους φέρουμε και κάποια βοήθεια, αλλά αυτό δε λύνει το πρόβλημα. Το ζήτημα είναι να πάψει να υπάρχει φτώχεια, αβεβαιότητα, ανασφάλεια, απελπισία, εξαθλίωση. Και αυτό το πρόβλημα δε θα πάψει να υπάρχει στο ορατό μέλλον: οι φτωχοί, οι άστεγοι, οι δυνάμει ναρκομανείς θα εξακολουθήσουν να αυξάνονται σε μια κοινωνία όπου ο καθένας φτωχαίνει κάθε μέρα κι από λίγο. Βάλτε παρακαλώ έναν αστερίσκο σ' αυτή την τελευταία φράση, θα μας φανεί χρήσιμη παρακάτω.
Αφετέρου, από το να προσπαθεί κανείς να σώσει αόριστες και αφαιρετικές οντότητες όπως «η κοινωνία», «το ρωμαίικο» κλπ., είναι πολύ προτιμότερο και λυσιτελέστερο να αρχίσει από εκεί που φτάνει το χέρι του. Όσοι γειτονεύουν ή αισθάνονται υπεύθυνοι για την οδό Τοσίτσα αποφάσισαν να φροντίσουν την οδό Τοσίτσα. Αν το ίδιο έκαναν όλοι για το δρόμο τους, τη γειτονιά τους, την πλατεία τους, θα είχαμε μια ολόκληρη κοινωνία που κόπτεται και μεριμνά για τη χώρα. Δηλαδή μια ώριμη κοινωνία, μια κοινωνία πολιτών. Και εννοείται ότι σε μια ώριμη κοινωνία πολιτών οι κοινωνικές μάστιγες θα είχαν κάθε προϋπόθεση να περιοριστούν. Αν... Αλλά εδώ το ζήτημα ήταν πώς θα φύγει το εμπόριο από εδώ για να πάει αλλού, χωρίς καμιά συνεννόηση με τους κατοίκους του «αλλού» -αν υπάρχουν και αν έχουν κάποια συλλογικότητα.

Εν πάση περιπτώσει κάποια στιγμή η συνέλευση έληξε, και ήρθε η ώρα για τη μουσική εκδήλωση. Όπως μάθαμε, αυτή ήταν προγραμματισμένο να καλυφθεί από μια ομάδα καλλιτεχνών της Λυρικής. Επειδή όμως για κάποιο λόγο αυτοί δεν ήρθαν, ήρθαν στη θέση τους ένα ζευγάρι τσαμπουνιέρηδες. Ντάξει, τι Λυρική τι τσαμπούνα.
Το σύστημα ηχητικής κάλυψης αποτελούνταν από το ένα μικρόφωνο της συνέλευσης. Αυτό δε θα έκανε δουλειά για δύο όργανα και δύο φωνές, οπότε όλοι προτίμησαν να γίνει η συναυλία unplugged, όπως άλλωστε είναι και το κανονικό για τέτοια μουσική. Οπότε οι δυο οργανοπαίχτες έκατσαν στις καρέκλες καταστρώματος μαζί με τα άτομα της συνέλευσης, όλοι μαζί μια παρέα, και η μουσική άρχισε.
Σε κάποια παύση ανάμεσα σε δύο τραγούδια, σηκώθηκε κάποιος και άρχισε να αγορεύει. Δεν είχα προσέξει αν ήταν από πριν στη συνέλευση ή όχι. Μίλησε για το θέμα που υποτίθεται ότι είχε ήδη κλείσει για σήμερα, δηλαδή για τη διάσωση του πεζοδρόμου. Δε θυμάμαι τι ακριβώς είπε, δεν ήταν ο σοφότερος λόγος που έχω ακούσει αλλά ούτε και εντελώς ασυνάρτητος. Κάποια στιγμή ο αγορητής ακούμπησε σε παρακείμενο τραπεζάκι τη σύριγγα που βαστούσε στο χέρι του. Κάποιος τον ρώτησε ποιους εκπροσωπεί. Ποιους λες;

Ο αγορητής με τη σύριγγα.

Ποιους εκπροσωπείς;

Η μουσική συνεχίστηκε. Καναδυό από τη συνέλευση και καναδυό πρεζάκια παρακολουθούσαν, άλλοι παρευρίσκονταν εξακολουθώντας σε μικρότερους ιδιωτικούς κύκλους την προηγουμένως δημόσια συζήτηση, άλλοι στέκονταν παραπέρα συνεχίζοντας τη ζωή τους. Το σκάκι προχωρούσε. Η άστεγη με τη σουλουμπάμια κοιμόταν. Κάποιοι αργοπέθαιναν, άλλοι σούταραν. Ένα κοριτσάκι είχε πιάσει παρέα με τους οργανοπαίχτες και στα διαλείμματα ανάμεσα στα κομμάτια τους ρωτούσε για τα όργανα ή τους έλεγε για ένα τραγούδι που ήξερε που έμοιαζε μ' εκείνο που είχαν μόλις παίξει.

video
Η μουσική παίζει, η ζωή και ο θάνατος συνεχίζονται.

Αίφνης έπεσε ένας σιωπηλός συναγερμός. Μάζες ανθρώπων άρχισαν να τρέχουν από την κάτω μεριά της Τοσίτσα (Πατησίων) προς την πάνω (Εξάρχεια). Ξύπνιοι και κοιμισμένοι, νεκροί και ζωντανοί, ενώθηκαν όλοι μαζί σ' ένα μαραθώνιο αγάπης. Παρόλο που δεν έχω ασχοληθεί με το εμπόριο πρέζας, δεν ήταν δύσκολο να αποκρυπτογραφήσω το κωδικό μήνυμα: Έρχονται οι μπάτσοι.
Η μουσική συνέχισε, όπως και το σκάκι, αλλά το κοινό είχε σκορπίσει πλην ελαχίστων. Βέβαια σ' αυτούς τους ελάχιστους είχαν προστεθεί και μερικά πρεζάκια που ξαφνικά ανέπτυξαν ενδιαφέρον γι' αυτά τα πολιτιστικά δρώμενα, για το ξεκάρφωμα.
Στην Τοσίτσα, λίγο πιο πάνω από αυτό το σημείο, είναι μια πλαϊνή είσοδος του Μουσείου. Παρατήρησα ότι όσοι δεν ήταν πρεζάκηδες είχαν συγκεντρωθεί κυρίως εκεί, όπου υπήρχαν και πολλοί μπάτσοι. Άρχισαν να κυκλοφορούν διάφορες φήμες. Έχει έρθει ο Υπουργός Πολιτισμού. Έχει έρθει και ο Προστάτης του Πολίτη. Έχει έρθει, λέει, ο ίδιος ο Γιωργάκης. Έχουν έρθει κάτι κλεμμένα αρχαία... Μέσα σ' όλη την ασυνάρτητη ατμόσφαιρα ήταν κάπως δύσκολο να καταλάβω τι είχε γίνει, αλλά τελικά έμαθα την επόμενη μέρα (σήμερα) ότι όντως αυτό είχε γίνει: κάναν τσακωτούς κάτι αρχαιοκάπηλους που προσπαθούσαν να σμπρώξουν αρχαία, έφεραν τα αρχαία στο Μουσείο και ήρθαν οι δύο Υπουργοί και ο Πρωθυπουργός. Ιδού η είδηση, από την ιστοσελίδα του Υπουργείου Πολιτισμού.
Φυσικά για να έρθουν τόσο σημαντικοί Πολίτες έπρεπε να κινητοποιηθεί και όλος ο σχετικός μηχανισμός Προστασίας τους: κλούβες, διμοιρίες, Δίες, Δελτάδες, Ζητάδες, Αλφάδες, Βητάδες, Γιωτάδες κι όλοι αυτοί οι διαόλοι -σάμπως ξέρω και να τους ξεχωρίζω; Έπρεπε να αποκλειστεί η κίνηση στους γύρω δρόμους -για λίγο, ομολογουμένως. Και έπρεπε να φύγουν και τα πρεζάκια και οι άστεγοι, μη τυχόν και τους δει ο Πρωθυπουργός και νομίσει ότι σ' αυτή την πόλη ζουν πρεζάκια και άστεγοι.
Αφού ο απροσδόκητος ερχομός της τριανδρίας διέλυσε το λάιβ, φύγαμε. Κοιτάξαμε αν έχουν συγκεντρωθεί πουθενά εκεί γύρω προπηλακισταί -προσωπικά δεν είχα ποτέ μέχρι σήμερα την ευκαιρία να γιαουρτώσω κανέναν πολιτικό άνδρα, τους δε τρεις συγκεκριμένους δεν τους έχω δει από κοντά και θα είχα μεγάλη περιέργεια να δω με τι μοιάζουν εκτός οθόνης- αλλά δε βρήκαμε κανέναν. Κρίμα, γιατί μια ματιά στη φάτσα του Gap μπορεί να φώτιζε λίγο το ζήτημα στο οποίο βάλαμε προηγουμένως αστερίσκο.
'Ετσι πήγαμε στα Εξάρχεια για μπίρες.

Ευχαριστώ τον Χρήστο για το οπτικοακουστικό υλικό.

Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2011

ΠΕΡΙ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 8

1η Αυγούστου 2011:
Πορεία στο Δημαρχείο

Σύμφωνα με απόφαση της χτεσινής Συνέλευσης, έγινε σήμερα πορεία από το Σύνταγμα προς το Δημαρχείο για να διαμαρτυρηθούμε για το ξήλωμα των σκηνών. Δε συνέβη τίποτε συγκλονιστικό: συγκεντρωθήκαμε με πανώ και τύμπανα, περπατήσαμε φωνάζοντας συνθήματα, σταματήσαμε για όχι πολλή ώρα έξω από το Δημαρχείο, επιστρέψαμε στην πλατεία, και εκεί στήθηκε η σημερινή Συνέλευση που ξεκίνησε μετά από λίγη ώρα. Όλη η πορεία πρέπει να κράτησε γύρω στη μιάμιση ώρα, το δε πλήθος διάβασα κάπου ότι ήταν γύρω στα 250 άτομα και μου φαίνεται σωστή προσέγγιση.
Η είσοδος του Δημαρχείου φυλασσόταν από μερικά ΜΑΤ. Ίσως μισή διμοιρία. Αργότερα, επιστρέφοντας στο Σύνταγμα, ενώ ήμασταν στη Σταδίου και κοντεύαμε την πλατεία, ξεπρόβαλαν δυο κλούβες μπροστά μας και παρατάχτηκαν κάμποσα ΜΑΤ ακόμη. Κοίταγα τις φάτσες τους και έχω την εντύπωση, χωρίς να παίρνω όρκο, πως ήταν οι ίδιοι! Όταν τελικά φτάσαμε στην πλατεία, και πριν κατέβουμε για τη συνέλευση σταθήκαμε λίγο στην Αμαλίας, είχε πάλι ΜΑΤ και νομίζω ότι και πάλι ήταν οι ίδιοι. Είναι συμπαθητικό. Σε λίγο θα πιάσουμε φιλίες και κουβέντες, που θα τις συνεχίζουμε σε κάθε στάση.

Φυσικά ήμασταν λίγοι. Εδώ και καιρό είμαστε πάντα λίγοι, και αν σήμερα, που ήταν ένα ιδιαίτερο κάλεσμα, ισχύει η εκτίμηση για 250 άτομα, στις απλές καθημερινές προφανώς είμαστε ακόμη λιγότεροι.
Όμως:
Στη συνέλευση της προηγουμένης είχε συζητηθεί το δρομολόγιο της πορείας, και είχαν προταθεί διάφορες ιδέες, όλες με κριτήριο το πού θα βρίσκαμε περισσότερο κόσμο είτε για να ενωθεί κανείς μαζί μας είτε τουλάχιστον για να γίνουμε αντιληπτοί. Επιλέχτηκε η διαδρομή που, κατά την εκτίμηση της πλειοψηφίας, θα κάλυπτε καλύτερα αυτό το κριτήριο. Συγκεκριμένα πήγαμε από Ερμού - Μοναστηράκι - Αθηνάς και γυρίσαμε από Ομόνοια - Σταδίου. Ε λοιπόν, ούτε στο πήγαινε, που θα είχε τουρίστες και καφεπότες, ούτε στο έλα, που θα είχε αυτοκίνητα και περαστικούς, δε συναντήσαμε ούτε γάτα. Έμοιαζε λες και ήταν στημένο, να απομακρύνουν τους πολίτες από όπου θα περνάγαμε! Αλλά δεν ήταν στημένο φυσικά.
Επιστρέφοντας στην πλατεία, λίγο αργότερα κατά τη διάρκεια της Συνέλευσης, συνάντησα ένα ζευγάρι φίλους από επαρχία που είχαν μόλις έρθει. Μου είπαν για μια βόλτα που έκαναν σε άλλες περιοχές του κέντρου, και έμειναν έκπληκτοι (δυσάρεστα έκπληκτοι) από την ερημιά: χολέρα έπεσε; με ρώτησαν. Δεν είχε λεωφορεία, δεν είχε τρόλεϊ, κατεβασμένα ρολά, και δεν είχε και περαστικούς. Βέβαια είναι Δευτέρα απόγευμα (κλειστά μαγαζιά) και είναι και κατακαλόκαιρο, αλλά και τα παιδιά από την πλευρά τους ξέρουν από Αθήνα, είχαν μια ιδέα τι να περιμένουν τέτοια μέρα και ώρα, και όμως αιφνιδιάστηκαν.
Δεν ξέρω πού έχει πάει όλος ο κόσμος. Λεφτά δεν έχουμε, άρα διακοπές δεν πάμε. (...) Να κάθονται σπίτια τους να απολαύσουν τη ζέστη; Να τους απήγαγαν εξωγήινοι; Να συνέβη κάποιο τρομερό γεγονός την ώρα της πορείας που δεν το 'μαθα; Πάντως το θέμα είναι ότι αν η Αθήνα είναι τόσο έρημη, ίσως τελικά 250 άτομα για πορεία και μετά συνέλευση δεν είναι και τόσο λίγα.
Μ' αυτή τη σκέψη αναθάρρησα.

ΠΕΡΙ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 7

Γ. Καμίνης - Το ξήλωμα των σκηνών από την πλατεία

Πολύ αργά τη νύχτα Παρασκευής 29 προς Σάββατο 30 Αυγούστου 2011 συνεργεία του Δήμου Αθηναίων, με τη βοήθεια των ΜΑΤ και κατ' εντολή του δημάρχου, σήκωσαν από την πλατεία Συντάγματος όλες τις σκηνές και τα πανώ.
Στις σκηνές, εκτός από ανθρώπους, στεγάζονταν τα οιονεί γραφεία των διάφορων ομάδων. Υπήρχε σκηνή-γραμματεία, σκηνή-ιατρείο, κλπ. Δε γνωρίζω τι απέγιναν οι σκηνές και τα υλικά που υπήρχαν μέσα. Επιδόθηκαν στους νόμιμους κατόχους;
Ο δήμαρχος Αθηναίων Γ. Καμίνης είχε δηλώσει ότι στο Σύνταγμα δεν έχουν απομείνει παρά μερικοί περιθωριακοί, πρεζάκηδες κλπ., που η παρουσία τους και η παρουσία των σκηνών τους δεν είχε καμία σχέση με το νόμιμο δικαίωμα του συναθροίζεσθαι. Θέλησε λοιπόν να καθαρίσει την πλατεία από αυτούς. Προσωπικά δε νομίζω ότι στις γραμματείες και τα ιατρεία στεγάζονταν πρεζάκηδες. Φυσικά δε χρειάζεται να επαναλάβω κι εγώ μαζί με τόσους άλλους ότι σε δεκάδες άλλες πλατείες, όπως η ακόμη κεντρικότερη πλατεία Ομονοίας, υπάρχουν περιθωριακοί και πρεζάκηδες που δεν κρύβονται σε σκηνές και που δεν απομακρύνθηκαν.
Συνεπώς το επιχείρημα του δημάρχου (λες και χρειαζόταν να επιχειρηματολογήσει, αφού έτσι κι αλλιώς μόνος του αποφάσισε -τα επιχειρήματα έχουν κάποια χρησιμότητα μόνο σε περίπτωση διαλόγου) δεν πείθει. Αλλά λέμε, δεν πείθει καθόλου. Θα μπορούσε να σκεφτεί κάτι που να στέκει κάπως καλύτερα, αλλά δεν το έκανε. Γιατί;

Γιατί ο δήμαρχος είναι μαζί μας. Κι αν ακόμη δεν είναι, ωστόσο για μας δουλεύει. Προσέξτε:
Ο δήμαρχος διαπίστωσε ότι όσο δραστικότερα ήταν τα μέτρα της κρατικής καταστολής, τόσο πιο πολλοί και πιο αποφασισμένοι ήμασταν. Τις μέρες που στη Β. Σοφίας η αστυνομία ύψωσε το σιδηρόφρακτο τείχος, μαζεύτηκαν εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές. Όταν έπεσαν τα χημικά στην πλατεία, ο κάθε διαδηλωτής πολλές φορές έφυγε αναζητώντας κάπου παραπέρα καθαρό αέρα, κι όμως κάθε φορά ξαναγύρναγε στην πλατεία. Αντίθετα, όσο οι αρχές δε μας έδιναν σημασία, κι εμείς ατονούσαμε και χαλαρώναμε. Όταν η πλατεία Αγνώστου Στρατιώτη άνοιξε, και τα κάγκελα και τα ΜΑΤ που απέκλειαν την πρόσβαση απομακρύνθηκαν, οι «Αγανακτισμένοι» της πάνω πλατείας που μέχρι τότε συγκεντρώνονταν ακριβώς εκεί με συνθήματα, πανώ, τύμπανα και μούντζες, ξαφνικά δεν είχαν πού να πάνε και έσπασαν. Σήμερα είχε καμιά τριανταριά άτομα εκεί όλα κι όλα, που απλώς κάθονταν στο πεζούλι.
Ο δήμαρχος λοιπόν είδε ότι χρειαζόμαστε κάποια ερεθίσματα για να τονώνεται το ηθικό, η αποφασιστικότητα και η ενότητά μας. Ότι χρειαζόμαστε να μας δίνει έναν ορατό στόχο ο εχθρός για να μην ξεχνιόμαστε. Και προσφέρθηκε να καλύψει ο ίδιος αυτό το κενό. Έτσι, όχι μόνο ξερίζωσε τις σκηνές, αλλά προσέθεσε και μια σειρά καλομελετημένες λεπτομέρειες:
-το αποφάσισε πραξικοπηματικά
-το έκανε νύχτα σαν κλέφτης
-το έκανε σε εποχή που ο κόσμος της πλατείας είχε αραιώσει, σαν κλέφτης και πάλι (που χτυπάει στην Αθήνα το 15αύγουστο και στα εξοχικά το καταχείμωνο)
-το έκανε με συνοδεία ΜΑΤ
-το στήριξε σε καταφανώς αστήρικτη λογική.
Είναι φανερό ότι προσπάθησε συνειδητά να είναι όσο πιο προκλητικός μπορούσε: σου λέει, αν δε φτάσει η μία πρόκληση, ας υπάρχει εφεδρικά και μια δεύτερη και μια τρίτη. Τι στο διάβολο, στο τέλος θα ξυπνήσουν.
Το ίδιο είχαν κάνει στις 24 Μαΐου οι Ισπανοί Αγανακτισμένοι, με το περίφημο πανώ «Ησυχία μην ξυπνήσουμε τους Έλληνες», εξ αφορμής του οποίου ξεκίνησε ολόκληρο το κίνημα. Θυμάμαι καθαρά ότι την πρώτη μέρα, ίσως και τη δεύτερη, αυτό μάς είχε τσούξει. Ποιοι στο διάλο είναι αυτοί που θα μας την πουν; Φυσικά όταν είδαμε το αποτέλεσμα αυτού του εναύσματος αλλάξαμε γνώμη.
Έτσι και με τον δήμαρχο. Θέλω προσωπικά και εκ μέρους όλης της πλατείας να τον ευχαριστήσω. Σ' αυτόν οφείλω το ότι σήμερα ήμουν πάλι στο Σύνταγμα. Χτες, που από το πρωί μέχρι τις 9 το βράδυ ήμουν στο δρόμο της επιστροφής από ταξίδι και δεν μπόρεσα να πάω, πήγαν άλλοι, περισσότεροι. Κι αυτοί στο δήμαρχο το χρωστούν. Να 'ναι καλά ο άνθρωπος.

Γενικές σκέψεις για τα τεκταινόμενα

Μέσα στην πλατεία, στις συνελεύσεις, έχω ακούσει του κόσμου τις πίπες. Έξω από την πλατεία, σε ιδιωτικές συζητήσεις μεταξύ ατόμων που έχουν συστηματική και συνεπή παρουσία στην πλατεία, έχω ακούσει πολύ πιο ενδιαφέρουσες και σοβαρές γνώμες. Τέλος, στη συναναστροφή μου με άτομα που δεν έχουν καμία συμμετοχή στο κίνημα, διαπιστώνω ότι δεν έχουν ιδέα τι γίνεται αλλά δεν τους πολυενδιαφέρει κιόλας: δε συμμερίζονται τη γνώμη μου ότι στις πλατείες γίνεται κάτι κοσμοϊστορικό.
Αυτά τα τρία είναι αντιφατικά. Φυσικά αντιλαμβάνομαι ότι και μόνο η προσωπική μου εκτίμηση είναι από μόνη της αντιφατική: πόσο κοσμοϊστορικό μπορεί να είναι το ότι λέγονται ένα σωρό πίπες;
Και όμως, όλες οι αντιφάσεις πρέπει να έχουν κάποια εξήγηση. Ας ξεκινήσουμε από την πρώτη: άτομα από το ίδιο σύνολο, τους ανθρώπους της πλατείας, σκέφτονται και εκφράζονται πιο συγκροτημένα στην παρέα παρά στο δημόσιο βήμα. Έτσι από το δημόσιο βήμα λέγονται πράγματα που δίνουν την εικόνα ότι στην πλατεία συγκεντρώνονται άνθρωποι χωρίς συγκροτημένη άποψη, ενώ στις ιδιωτικές συζητήσεις δίνεται ακριβώς η αντίθετη εικόνα.
Ίσως αυτοί με την πιο συγκροτημένη άποψη δε σηκώνονται στο βήμα. Γιατί όμως; Ίσως επειδή ακριβώς έχουν πιο συγκροτημένη άποψη. Η πλατεία προσπαθεί να λειτουργήσει αμεσοδημοκρατικά. Δίνει λοιπόν στον καθένα το δικαίωμα να εκφραστεί και να θέσει τις απόψεις του στην κρίση της συνέλευσης. Δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω ότι όλοι όσοι παίρνουν το λόγο προσπαθούν για το καλύτερο. Αν όμως εγώ θέλω να γίνει το καλύτερο, παναπεί ότι θέλω να γίνει αυτό που νομίζω καλύτερο. Άρα θέλω να πω οπωσδήποτε τη γνώμη μου. Επειδή είμαι πολιτισμένος και δημοκράτης, δε θα προσπαθήσω να την επιβάλω σε κανέναν (αν και οπωσδήποτε αν εγκριθεί θα νοιώσω κολακευμένος). Τουλάχιστον όμως θα κάνω ό,τι μπορώ για να της δοθεί μια ευκαιρία. Δε θ' αφήσω το δικαίωμά μου σε ενάμιση λεπτό δημόσιου λόγου να πάει χαμένο.
Άρα τελικά στη σκέψη μου δεν πρυτανεύει το κοινό καλό αλλά ο εγωισμός. Ο εγωισμός φοράει πολλές παραπλανητικές μεταμφιέσεις: σπάνια θα ακούσουμε κάποιον να λέει «θα γίνει το δικό μου» έτσι απερίφραστα, και όμως πάρα πολύ συχνά φερόμαστε κατά τρόπο εγωιστικό χωρίς ούτε οι ίδιοι να το αντιλαμβανόμαστε.
Συνεπώς με κάτι τέτοια δεν υπηρετούμε το κοινό καλό, και άρα τελικά δε λειτουργούμε και τόσο δημοκρατικά. Πού είναι το πρόβλημα; Όχι στο πλαίσιο λειτουργίας. Εξυπακούεται ότι το δικαίωμα να ακουστούν όλοι πρέπει να παραμείνει αναμφισβήτητο. Πρέπει όμως ο καθένας να έχει και κάτι ουσιαστικό να πει, πέρα από το κοντό του και το μακρύ του. Και αν δεν έχει, να το κρίνει από μόνος του από πριν, και τελικά να μην πάρει το λόγο. Το πρόβλημα λοιπόν είναι η χαμηλή αυτοκριτική και αυτοπειθαρχία.
Οι έχοντες πιο συγκροτημένη άποψη είναι πιθανόν να μην έχουν αυτό το πρόβλημα: έχουν συγκροτημένη άποψη επειδή έχουν την απαιτούμενη παιδεία ώστε να τη διαμορφώσουν. Σ' αυτή την παιδεία περιλαμβάνεται και η αυτοκριτική και η αυτοπειθαρχία. Μιλάμε για άτομα που είναι σε θέση να σκεφτούν «δε θα χαλάσει ο κόσμος αν δεν προσθέσω κι εγώ την αποψάρα μου στην ατελείωτη συλλογή από αποψάρες». Την ικανότητά τους να σκέφτονται συγκροτημένα δεν την τσιγκουνεύονται, δεν τη στερούν από τον κοινό αγώνα, απλώς την αξιοποιούν στη μεν συνέλευση κρίνοντας και ψηφίζοντας, εκτός συνέλευσης δε συζητώντας και συμμετέχοντας έτσι στη διαμόρφωση κοινής γνώμης.
Οι υπόλοιποι λειτουργούν πιο παρορμητικά. Έχω ακούσει αρκετούς να ξεκινούν με την ομολογία ότι δεν ξέρουν να τα πουν ακριβώς. Μαγκιά τους που το αναγνωρίζουν, αλλά αν δεν ξέρεις να τα πεις ακριβώς τότε ούτε στο μυαλό σου τα έχεις πολύ ξεκάθαρα, φίλε. Καλό θα ήταν να τα ξεκαθαρίσεις πρώτα και μετά να έρθεις να μας τα πεις. Και τότε μην ανησυχείς για τις λέξεις, θα δεις ότι θα μπουν από μόνες τους στη σωστή σειρά.
Όμως εγώ για πάρτη μου θα υπερασπίζομαι για πάντα το δικαίωμά σου να λες το κοντό σου και το μακρύ σου. Όχι μόνο για να επιδείξω την ασύγκριτη ανωτερότητά μου που έχω διαβάσει Βολταίρο (άλλωστε, όπως οι πάντες, δεν έχω διαβάσει Βολταίρο, παρά μόνο αυτή τη συγκεκριμένη φράση), αλλά και για δύο πολύ πιο πρακτικούς λόγους:
Ο ένας είναι ότι αυτοί είμαστε στο Σύνταγμα, όχι άλλοι. Την όποια λύση εμείς θα τη δώσουμε: ναι, εμείς, που τόσα χρόνια τους ψηφίζαμε, που είχαμε βολευτεί στον καναπέ μας, και που τώρα ξυπνήσαμε επειδή το αγγούρι είναι πολύ βαθιά. Τι να κάνουμε ρε παιδιά; Ξέρετε καμιά χώρα με ώριμους πολίτες, ετοιμοπαράδοτους, να κάνουμε εισαγωγή; Μακάρι μεν ο Έλληνας να μην είχε όλα τα παραδοσιακά του ελαττώματα, γιατί τότε θα βρίσκαμε όλες τις λύσεις στο πιτς φυτίλι, αλλά από την άλλη αν δεν τα είχε δε θα υπήρχε και πρόβλημα να λύσουμε. Γιατί φυσικά το πρόβλημα δεν είναι το Μεσοπρόθεσμο και το χρέος, ούτε οι κλέφτες πολιτικοί. Είναι η άνευ κοινωνικής συνειδήσεως κοινωνία μας που επέτρεψε να φτάσουμε εκεί. Αυτό το πρόβλημα προσπαθούμε να λύσουμε. Το να κατέβεις στο Σύνταγμα, να σηκωθείς στο μικρόφωνο, και να πεις μια μπούρδα επειδή δε σκέφτεσαι ούτε κάτι καλύτερο να πεις ούτε ότι αυτή την μπούρδα θα ήταν προτιμότερο να μην την πεις, είναι μεν σημείο ότι η κοινωνική σου συνείδηση απέχει του τελείου, αλλά από την άλλη συνιστά τεράστια πρόοδο σε σχέση με το να μείνεις σπίτι σου. Οπότε, αντί να κοιτάμε μπροστά πόσος δρόμος μας λείπει μέχρι να πετύχουμε το τέλειο, γιατί να μην κοιτάμε πίσω πόσο δρόμο έχουμε ήδη καλύψει;
Ο δεύτερος λόγος είναι ότι την ωριμότητα και την κοινωνική συνείδηση που μας λείπει, μέσα από αυτές τις διαδικασίες θα την αποκτήσουμε. Αυτό όμως είναι μια διαδικασία μακροχρόνια. Κι εδώ καλό είναι να θυμόμαστε ότι άμεση δημοκρατία δε σημαίνει να γίνονται τα πράγματα αμέσως. Θέλει υπομονή. Όμως εγώ έχω καταλήξει ότι το σημαντικότερο που γίνεται στην πλατεία είναι ακριβώς το πλαίσιο. Στο περιεχόμενο χάνουμε, αλλά το περιεχόμενο δεν είναι και τόσο σημαντικό. Δεν έχουμε ασκηθεί να λέμε σταράτα τη γνώμη μας, ούτε καν να έχουμε μια σαφή γνώμη, γιατί δεν έχουμε συνηθίσει να έχουμε γνώμη. Δε μας ενδιέφερε να έχουμε γνώμη. Αυτό ήταν το πρόβλημα της κοινωνίας μας: εγώ να 'μαι καλά, και τι με νοιάζει τι θα γίνει παραέξω; Εδώ όμως βλέπουμε τα πράγματα να λειτουργούν αλλιώς. Η πλατεία είναι ένας οργανισμός που δε θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς τη συμμετοχή όλων. Έτσι όλοι συμμετέχουν. Όχι μόνο μιλώντας και ψηφίζοντας στη συνέλευση, αλλά και παίρνοντας μέρος σε όλες τις υποστηρικτικές λειτουργίες. Είναι η πλατεία ΜΑΣ, τη νοιαζόμαστε, και αυτό φαίνεται πολύ περιοσσότερο στην πράξη, στο πώς λειτουργούν όλες οι ομάδες, στο πώς ο χώρος μένει καθαρός και η λειτουργία της συνέλευσης αδιατάρακτη, παρά στο τι λέγεται. Το να σε νοιάζει για την πλατεία σου είναι το πρώτο βήμα. Όταν το εμπεδώσεις, αρχίζεις σταδιακά να νοιάζεσαι και για τη γειτονιά σου, την πόλη σου, τη χώρα σου, τον κόσμο σου.
Το να νοιάζεσαι δε σημαίνει αυτόματα ότι θα νοιάζεσαι και με τον σωστό, τον αποτελεσματικότερο τρόπο. Εδώ τίθεται το θέμα της παιδείας. Αλλά η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Μόλις πρωτομπείς στη θάλασσα δεν ξέρεις κολύμπι, σιγά σιγά όμως μαθαίνεις. Αν μείνεις για πάντα έξω δε θα μάθεις ποτέ.
Συνεπώς το ότι εκφράζονται ανώριμες, ασόβαρες, παρορμητικές απόψεις δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να μας αποθαρρύνει. Αν τις δούμε ως προτεινόμενες λύσεις για το άμεσα ορατό μέρος του προβλήματος, δηλαδή για το χρέος και τους κλέφτες, τότε φυσικά δεν είναι καλές λύσεις. Όμως αυτό δεν είναι παρά το εξωτερικό τους περίβλημα. Στην ουσία οι πίπες που λέγονται είναι οι δικαιολογημένα αδέξιες προσπάθειές μας να αρθρώσουμε λόγο, στο πλαίσιο του να πάψουμε να παραμένουμε σιωπηροί και αδιάφοροι. Δηλαδή τα πρώτα τσαλαβουτήματα μέχρι να μάθουμε άψογο κρόουλ. Είναι ανώριμο το κίνημα; Ε φυσικά είναι ανώριμο. Δυο μήνες έχει που ξεκίνησε, τι περιμένατε; Η συνέλευση δεν είναι κανένα μαγικό ραβδάκι. Έχουμε πάρα πολύ δρόμο μπροστά μας. Τα κινήματα που ανέτρεψαν τη ροή της ιστορίας ποτέ δεν ανδρώθηκαν από τη μια μέρα στην άλλη. Αλίμονο αν στους πρώτους δυο μήνες είχαν καταδικαστεί ως ανώριμα.

Να έρθω και στην άλλη αντίφαση, το ότι γίνονται κοσμογονικές αλλαγές που όσοι δε συμμετέχουν σ' αυτές δεν τις θεωρούν καθόλου κοσμογονικές:
Για όλους τους πραπάνω λόγους εγώ θεωρώ ότι οι πλατείες μπορούν όντως να ανατρέψουν την ιστορία. Μπορεί να συγκεντρωθήκαμε για να μην ψηφιστεί το Μεσοπρόθεσμο και το Μεσοπρόθεσμο τελικά να ψηφίστηκε, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είχαμε μια μοναδική ευκαιρία για ανατροπή και η ευκαιρία χάθηκε. Είναι ηλίου φαεινότερο ότι το Μεσοπρόθεσμο θα ψηφιζόταν ανεξάρτητα από τη δική μας θέληση.
Δεν είναι όμως αυτό το μόνο πεδίο ανατροπής. Ο απέξω, που δεν έρχεται στην πλατεία, αυτό βλέπει: δε θέλατε το Μνημόνιο, το Μνημόνιο πέρασε. Σας φταίνε οι κλέφτες, οι κλέφτες είναι στη θέση τους. Έχετε μαζευτεί εκειπέρα τρεις κι ο κούκος και αλληλοκολακεύεστε με το να έχετε όλοι δικαίωμα λόγου. Τι νομίζετε ότι θα βγάλετε; Να, σας είδαμε τώρα, λίγο έσφιξαν οι ζέστες κι όλοι λακίσατε από το Σύνταγμα προς τις παραλίες.
Δεν είναι έτσι. Αλλιώς είναι, αλλά αν δεν έρθεις από κοντά να δεις δε θα το καταλάβεις. Μας φταίει και το Μνημόνιο, μας φταίνε κι οι κλέφτες, αλλά μας φταίει κι ο εαυτός μας. Και αυτόν πολεμάμε ν' αλλάξουμε. Τις αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες δεν τις θέλουμε επειδή θα μας γλιτώσουν από το Μνημόνιο και τους κλέφτες, αλλά επειδή μέσα από αυτές θα μάθουμε να αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας. Θεωρώ ότι πρόκειται για την αυθόρμητη, μη συνειδητή αντίδραση αυτοΐασης ενός πάσχοντος ζωντανού οργανισμού, που είναι η κοινωνία μας.
Αυτό δεν είναι δηλωμένο πουθενά. Είναι δικό μου συμπέρασμα. Η πλατεία δεν το λέει αυτό, το κάνει όμως.
Από πού το συμπέρανα;
Για δείτε λίγο: αν σου φταίνε οι κλέφτες και το μνημόνιο, πόσο λογική αντίδραση είναι να πας να στήσεις ένα αυτοοργανωμένο ιατρείο, μια αυτοοργανωμένη ομάδα κοινωνικής αλληλεγγύης, μια αυτοοργανωμένη ομάδα σίτισης; Γιατί δεν πας καλύτερα να φτιάξεις μια (αυτοοργανωμένη ή όχι) ομάδα που να διώξει τους κλέφτες;
Ο καθένας εκειμέσα βλέπει κυρίως αυτό που τον τσούζει: το Μνημόνιο και τους κλέφτες, που χάριν συντομίας τους χρησιμοποιώ εδώ ως παράδειγμα, ή τις περικοπές στον προσωπικό του μισθό, ή τη δουλειά που ο ίδιος προσωπικά έχασε, κλπ. Είμαι όμως της γνώμης ότι η πλατεία ως σύνολο, ή μάλλον ο κόσμος όλων μαζί των πλατειών, κάπου παρακάτω από την επιφάνεια της άμεσα συνειδητής σκέψης, εντοπίζει την πραγματική ρίζα του προβλήματος και τη χτυπάει. Δεν μπορώ να φανταστώ άλλη εξήγηση για τα όσα έχουν γίνει στην πλατεία και που δεν έχουν προφανή σύνδεση με τους κλέφτες και το μνημόνιο: εννοώ όχι μόνο τις ομάδες αλλά και τη σταθερή επιμονή στον ειρηνικό χαρακτήρα της συγκέντρωσης, παρά την εμβληματική αγανάκτησή της, και στο πόσο η πλατεία έχει λειτουργήσει ως χώρος κοινωνικοποίησης με την απλή καθημερινή έννοια της πλατείας του χωριού όπου κατεβαίνεις και τους βρίσκεις όλους, και στα γλέντια που έγιναν εκεί, και στους έρωτες που διαδραματίστηκαν, και σε όλα όσα στοχειοθετούν την έκδηλη και διάχυτη καλή διάθεση που ακτινοβολεί η πλατεία και που την ένοιωσαν όσοι πήγαν αλλά φυσικά όχι όσοι δεν πήγαν.
Κάπου είχα διαβάσει: «Αν μπει κλέφτης στο σπίτι σας, μουντζώστε τον και χορέψτε του ένα καλαματιανό, να δούμε αν θα φύγει». Αυτός εννοούσε ότι αν αυτά είναι τα μόνα σας μέσα για έναν τέτοιο στόχο, δε θα κάνετε τίποτε. Αντίθετα εγώ πιστεύω ότι αν αυτά είναι τα μέσα, τότε μάλλον κάποιος άλλος είναι ο στόχος.
Αυτόν λοιπόν το στόχο διακρίνω εγώ: το να αλλάξουμε τους εαυτούς μας. Αν αυτό πετύχει, ασφαλώς και θα είναι ανατροπή της ιστορίας -μιλάμε για ένα έθνος που κατά παράδοση βουλιάζει στον αυτοθαυμασμό και στην επίρριψη ευθυνών στα «400 χρόνια σκλαβιάς» και δεν ξέρω σε ποιαν άλλη άσχετη αιτία. Αν δεν πετύχει, και μόνο που τέθηκε ως στόχος δεν είναι καθόλου αμελητέο.
Όποιος κάθεται απέξω, λογικό είναι να μην τα ξέρει αυτά και να βλέπει μόνο ένα αυτάρεσκο και αυτοαναλισκόμενο κίνημα γραφικών. Αυτό που δεν είναι λογικό είναι το να αρνείται στον εαυτό του τη δυνατότητα να έχει ιδία πείρα: τι διάολο ρε φίλε, στην πλατεία της πόλης σου είμαστε. Τι θα πάθεις να κατέβεις να δεις τι γίνεται; Εσύ μπορεί να πιστεύεις ότι δε θα γίνει ποτέ τίποτε επειδή ο Έλληνας είναι πίξας και δείξας, αλλά εδώ μιλάμε για συνθήκες στις οποίες ο Έλληνας δεν έχει ξαναδοκιμαστεί ώστε να ξέρουμε αν θα κάνει τίποτε της προκοπής.
Και στο κάτω κάτω, να σας πω και κάτι ακόμα. Έστω και δεν πετυχαίνουμε στο τέλος τίποτε. Ούτε σε επίπεδο μνημονίου και κλεφτών, ούτε σε επίπεδο διαμόρφωσης συνειδήσεων. Δε με νοιάζει τόσο. Δε ζω για ένα καλύτερο αύριο. Ή, εν πάση περιπτώσει, όχι μόνο γι' αυτό. Το αύριο είναι μια έννοια υπερβολικά αφηρημένη για να χωρέσει στο μικρό μου μυαλό. Σκεφτείτε το με προσοχή, απροκατάληπτα, και πολύ πιθανόν να συμβαίνει το ίδιο και μ' εσάς: τι θα πει αύριο; Μόνο όταν το αύριο πάψει να είναι αύριο θα το γνωρίσουμε. Εγώ στο Σύνταγμα ζω ένα καλύτερο σήμερα. Ακόμα και με τις φτωχές σε περιεχόμενο συνελεύσεις, ακόμα και με την όλο και μειούμενη προσέλευση, ακόμη και με το πεσμένο ηθικό, έχω την άνευ προηγουμένου χαρά να συμμετέχω στη διαμόρφωση της στιγμής που ζω μαζί με άλλους. Ένα καλύτερο σήμερα είναι το χτεσινό καλύτερο αύριο.



Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Απουσίασα από την Αθήνα για ένα τριήμερο ταξίδι. Έτσι, όχι μόνο δεν κατέβηκα στο Σύνταγμα, αλλά έζησα ένα κάποιο πλήθος συσσωρευμένων εμπειριών τελείως άσχετων με τις συγκεντρώσεις της πλατείας. Συνεπώς φρεσκάρισε το μυαλό μου: τα προηγούμενα είχαν μια ευκαιρία να κατακάτσουν και ίσως, κάπως, να ωριμάσουν.

Και σκέφτηκα: Τι ακριβώς κάνω όλον αυτό τον καιρό στο Σύνταγμα; Τι είναι αυτό που με έχει απορροφήσει τόσο πολύ στην «επανάσταση»; Το κεντρικό αίτημα, η άμεση δημοκρατία, δε με έχει πείσει −αυτό είναι φανερό και από τα προηγούμενα κείμενά μου· η διαμαρτυρία και η αγανάκτησή μου είναι εξίσου γνήσια με του καθενός, ωστόσο το αντικείμενό τους είναι κάπως θολό στο μυαλό μου, γιατί οι ικανότητές μου στις πολιτικοοικονομικές αναλύσεις είναι ιδιαίτερα περιορισμένες. Οπότε, τι;

Για να είμαι ακριβέστερος, τις μέρες που το μυαλό μου άλλαζε αέρα δε σκεφτόμουν ακριβώς αυτά τα ερωτήματα, σκέφτηκα όμως την απάντηση. Τα ερωτήματα τώρα που γράφω μου ήρθαν.

Στο Σύνταγμα υπάρχει ελευθερία. Δεν ισχύουν απαγορεύσεις. Η ζωή μας είναι γεμάτη απαγορεύσεις, όπως επίσης και γεμάτη με περιττά τιμήματα που πρέπει να καταβάλεις για να κάνεις το καθετί. Αυτό άρχισα να το νιώθω, νομίζω, τα χρόνια που ήμουν στην Κάρπαθο. Πρώτον, γιατί εκεί ξεκίνησα την καριέρα μου στο σχολείο, και ήμουν υποχρεωμένος να επιβάλλω στα παιδιά ένα πλήθος απαγορεύσεων. Δεύτερον, γιατί σ' ένα μέρος με πιο αραιή κατοίκηση η ζωή είναι πιο απλή, τα περιττά τιμήματα (του τύπου φάε δέκα ώρες στην αναμονή για να πας οπουδήποτε να κάνεις οτιδήποτε) είναι πολύ λιγότερα, κι έτσι συνειδητοποίησα πόσο έντονη και παράλογη είναι η παρουσία τους στην Αθήνα.
Η απαγόρευση συνιστά τρομοκρατία. Ιδίως όταν υπάρχουν πάρα πολλές και όχι ξεκάθαρα γνωστές. Όμως η απαγόρευση είναι μια λανθασμένη στη βάση της ιδέα. Αυτό φαίνεται ολοκάθαρα στην περίπτωση του στρατού: πουθενά αλλού δεν υπάρχουν τόσο πολλές, τόσο αναίτιες και τόσο θολές απαγορεύσεις, είναι δυνατόν λ.χ. να τιμωρηθεί κανείς επειδή δεν έχει κουμπώσει τη στολή του όπως προβλέπεται, και το αποτέλεσμα είναι ότι στο στρατό δε λειτουργεί απολύτως τίποτε, από το σημαντικότερο (άμυνα της πατρίδας) μέχρι τη μικρότερη λεπτομέρεια της καθημερινότητας. Όσο διαλυμένο ήταν το αντιαρματικό όπλο που κουβαλούσα στις ασκήσεις, τόσο ήταν και οι ραφές στις στολές μας. Το μόνο που λειτουργεί αδιαλείπτως είναι η μόνιμη ανησυχία της καμπάνας. Στα λογοπαίγνια των φαντάρων η παρουσία οποιουδήποτε υψηλού βαθμοφόρου είναι ταυτόσημη του ύψους των ποινών που μπορεί να επιβάλει.
Αυτό λοιπόν που γίνεται στο στρατό σε ακραίο βαθμό, γίνεται λίγο πιο μαζεμένα και στην κοινωνία. Οδηγείς, σε σταματάει η τροχαία, δεν έχεις πιει, δεν έχεις περάσει με κόκκινο, δεν κουβαλάς όπλα και ναρκωτικά, κι όμως δεν αισθάνεσαι ασφαλής: άμα θέλουν, κάπου θα σε τσακώσουν ένοχο. Ακόμη και ο κανονισμός της πολυκατοικίας μπορεί να σε καθιστά ένοχο παραβάσεων που δε γνωρίζεις. Αθώος δεν είναι όποιος, πράττοντας κατά συνείδηση, αποφεύγει καθετί κακό, αλλά όποιος έχει την τύχη να μην καταγγελθεί, να μη συλληφθεί, ή να κάνει τους κατάλληλους ελιγμούς ώστε να ξελασπώσει.

Στο Σύνταγμα λοιπόν είδα αιφνιδίως να λάμπει ο ήλιος της ελευθερίας. Απλές μικρές δραστηριότητες της ζωής, που παντού αλλού τις απαγορεύει είτε κάποιος νόμος / κανόνας / ρύθμιση είτε η ίδια η δική μας συνήθεια, ξαφνικά ξανατέθηκαν στη σωστή τους βάση και επιτράπηκαν.
Λίγο πριν το Σύνταγμα είχα δει σε μια σύντομη φλασιά ένα άλλο τέτοιο μέρος. Ήταν το Πάρκο στα Εξάρχεια: ένα άδειο οικόπεδο, πρώην πάρκινγκ, που το κατέλαβαν οι κάτοικοι, έφτιαξαν ένα υπέροχο παρκάκι με παρτέρια, δέντρα και μια παιδική χαρά, και βρέθηκα μία μοναδική φορά, σ' ένα πάρτι. Στο Πάρκο μαζεύεται ο καθένας, είναι ένα είδος πλατείας του χωριού, ένας τόπος συνάντησης όπου μπορείς να «βγεις» χωρίς αυτό να σε περιορίζει σ' ένα συγκεκριμένο μαγαζί όπου κάτι πρέπει να πάρεις, και όπου με θαυμαστό τρόπο κανείς δεν ενοχλεί κανέναν. Πουθενά δεν έγραφε λ.χ. ότι απαγορεύονται οι μηχανές πάνω στο πάρκο, κι όμως δεν υπήρχε ούτε μία, παρόλο που σίγουρα πολλοί έρχονται με μηχανές. Σε κάποια γωνιά γινόταν το πάρτι όπου ήμουν κι εγώ, και σ' όλο τον υπόλοιπο χώρο συνεχιζόταν η καθημερινότητα του πάρκου, όπου άνθρωποι που δεν είχαν σχέση με το πάρτι μας δεν ενοχλούνταν και δε μας ενοχλούσαν. Ο σεβασμός ήταν αυθόρμητος, γιατί οι περισσότεροι εκειπέρα ήταν −εικάζω− από τους ανθρώπους που το είχαν φτιάξει οι ίδιοι, οπότε φυσικά σέβονταν το δημιούργημά τους, και οι υπόλοιποι ήταν κόσμος που αν δεν είχαν διάθεση να το σεβαστούν δε θα έρχονταν καν. Το να απευθύνεις το λόγο στον διπλανό σου ή να του χαμογελάσεις ήταν πολύ πιο απλό απ' ό,τι στο δρόμο, σ' ένα καφενείο ή σε οποιονδήποτε άλλο δημόσιο χώρο.
Έτσι λοιπόν είναι και στο Σύνταγμα. Μπορείς να κατέβεις μια βόλτα και να βρεις γνωστούς χωρίς να έχεις κανονίσει τίποτε με κανέναν. Μπορείς να κάτσεις σταυροπόδι στο γκαζόν και να πίνεις μπίρες μαζί με μια παρέα από γνωστούς ή και πρώην αγνώστους. Μπορείς να τραγουδήσεις, να παίξεις μουσική, να χορέψεις. Μπορείς να μιλήσεις στον διπλανό σου. Μπορεί να έρθει κάποιος, να σου πει «να κάνω μια ερώτηση», και η ερώτηση να μην είναι μήπως σου περισσεύει ένα ευρώ. Και φυσικά, και όλα τα σημαντικότερα: μπορείς να έχεις το μερίδιό σου από το χρόνο του δημόσιου βήματος, μπορείς να προτείνεις αυτό που θεωρείς καλό για τα κοινά, μπορείς να συμμετάσχεις στις ομάδες που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους για να λειτουργήσει αυτή η κοινότητα. Δε συμμετέχω σε καμία κι έτσι δεν ξέρω από πρώτο χέρι τι γίνεται εκειμέσα, αλλά σίγουρα δε θα λειτουργούν με τους περιορισμούς ενός εργασιακού χώρου (ωράριο, ιεραρχία, υποχρεώσεις και δικαιώματα, απαγορεύσεις).
Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις. Αλλά μαζεύονται άνθρωποι που σε γενικές γραμμές θέλουν παρόμοια πράγματα. Έτσι η ελευθερία δεν είναι ασυδοσία. Ο φασιστικός παραλογισμός ότι η ελευθερία μου συναντάει ένα φράχτη εκεί όπου αρχίζει η ελευθερία του αλλουνού, εκεί καταργείται: οι ελευθερίες του καθενός δεν είναι μικρά αγροτεμάχια ιδιωτικής περιουσίας, αλλά ένας μεγάλος κάμπος που τον έχουμε εξ αδιαιρέτου, και άρα χωρίς εσωτερικούς φράχτες. Στο Σύνταγμα μπορείς να περάσεις μερικές ώρες χωρίς να φοβάσαι μήπως ό,τι κάνεις ανά πάσα στιγμή υπόκειται σε κάποια άγνωστη απαγόρευση, χωρίς την απειλή ποινών σε περίπτωση που συλληφθείς να παραβιάζεις αυτή την απαγόρευση, χωρίς σύννεφα να σκιάζουν τον ουρανό της ελευθερίας.

Ε λοιπόν, αυτό φαίνεται ότι τους ενοχλούσε αφόρητα. Έτσι μας το έσπασαν. Μετά τα δύο μεγάλα μπάχαλα, στις 15 και το διήμερο στις 28-29 Ιουνίου, αυτή η πρωτόπλαστη ξεγνοιασιά δεν υπάρχει πια. Ήδη στο κείμενο για την επομένη της 29ης έγραφα ότι μόλις ξέσπασε ένα σούσουρο σε κάποιο σημείο εκτός οπτικού πεδίου, η άμεση αντίδραση ήταν «αμάν, πέσιμο». Όλοι μιλάν για ασφαλίτες που κυκλοφορούν ανάμεσα στους ανθρώπους −και κάποιοι όντως έχουν γίνει τσακωτοί. Και όπως είναι φυσικό η παρουσία της Ασφάλειας δημιουργεί ανασφάλεια (όπως έγραφε κάποιος, μας έκλεψαν τις λέξεις: παλιά η Ελλάς ήταν η πατρίδα μας, τώρα ΕΛ.ΑΣ. είναι η αστυνομία...): δεν μπορείς με την ίδια άνεση όπως πριν να απευθύνεις το λόγο στον διπλανό σου, αντιθέτως πολλοί χαμηλώνουν τον τόνο της φωνής τους όταν μιλάν στο φίλο τους και κάποιος περνάει δίπλα. Άμα συναντήσεις κάποιον που είχες μέρες να δεις, η πιο κλασική κουβέντα για να ξεκινήσεις θα είναι: «ήσουν στα μπάχαλα; ήπιες δακρυγόνο; είδες το ξύλο; εσύ τις έφαγες; έριξες και καμιά;». Συνέλαβαν μερικούς διαδηλωτές, και μας έριξαν στη λούμπα να συζητάμε «συμφωνήσατε όλοι να πάμε στα δικαστήρια για συμπαράσταση και δεν ήρθε κανείς − όχι ήρθα εγώ − κλπ.»

Αυτό είναι ό,τι πιο άσχημο μπορούν να μας κάνουν. Ή ίσως να μην είναι το χειρότερο, ίσως να μην είναι πιο σκληρό από τα μέτρα του Μεσοπρόθεσμου, αλλά είναι κάτι που το καταλαβαίνω πιο άμεσα, με το μικρό μου το μυαλό. Είχαμε ένα χώρο να βαδίζουμε με την πλάτη ίσια και το μέτωπο αζάρωτο, και μας τον πήραν. Καμιά θυσία δεν είναι υπερβολική προκειμένου να τον πάρουμε πίσω, και να τον επεκτείνουμε μέχρι όλη μας η ζωή, στη δουλειά, στην οικογένεια, στο δρόμο, στην οποιαδήποτε επαφή μας με έναν ή πολλούς συνανθρώπους, να γίνει Σύνταγμα. Το Σύνταγμα ήταν η μεγαλύτερη ανθρώπινη κατάκτηση από τότε που ζω. Με όλα του τα στραβά, με όλη μου τη δυσπιστία προς τα αιτούμενά του, το Σύνταγμα ήταν ένα μέρος όπου δε φοβόμουν, δεν ήμουν ούτε ύποπτος ούτε καχύποπτος, ο άλλος άνθρωπος δεν ήταν ο δυνάμει εχθρός μου.

Πρέπει να το πάρουμε πίσω.

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011

ΠΟΤΕ ΘΑ ΚΑΝΕΙ ΞΑΣΤΕΡΙΑ

Το «Πότε θα κάνει ξαστεριά» έχει τραγουδηθεί τόσες φορές τον τελευταίο καιρό στην Πλατεία που, όπως εύστοχα το διατύπωσε κάποιος φίλος, έχει γίνει το leitmotiv του αγώνα.

Το «Πότε θα κάνει ξαστεριά» είναι δημοτικό τραγούδι της Κρήτης, ριζίτικο, από την ευρύτερη περιοχή Χανίων. Έγινε κοσμοαγάπητο και σύμβολο των λαϊκών αγώνων όταν το τραγούδησε ο Νίκος Ξυλούρης στο δίσκο «Ριζίτικα» του Μαρκόπουλου το 1971, μέσα στην προηγούμενη χούντα. Ωστόσο, τα λόγια του τραγουδιού περιλαμβάνουν και μερικούς στίχους που δεν υπάρχουν στην ηχογράφηση του Ξυλούρη, και συνεπώς δεν είναι τόσο γνωστοί. Νομίζω ότι όποιος τους ξέρει θα καταλάβει πολύ καλύτερα και το τραγούδι και το γιατί το τραγουδάει:

Πότε θα κάμει ξαστερια, πότε θα φλεβαρίσει
να πάρω το τουφέκι μου, την όμορφη πατρώνα,
να κατεβώ στον Ομαλό, στη στράτα τω' Μουσούρω',
να κάμω μάνες δίχως γιους, γυναίκες δίχως άντρες,
να κάμω και μωρά παιδιά να κλαιν δίχως μανάδες,
(να κλαιν τη νύχτα για βυζί και την αυγή για γάλα
και τ' αποδιαφωτίσματα για την καημένη μάνα,)
κι ας κάμω και την αγαπώ τα μαύρα να φορέσει.

Καταλάβατε κύριοι; Άμα λέμε τέτοια λόγια καλό είναι να τα εννοούμε, ή αλλιώς να μην τα λέμε.

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

ΠΕΡΙ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 6

Σύνταγμα, 29 Ιουνίου 2011

Συνεχίζω λοιπόν την αφήγησή μου... Αλλά για την Τετάρτη τι να πω; Τα γεγονότα ξεπερνούν τα λόγια που διαθέτω, και άλλωστε είναι γνωστά σε όλους. Την Τετάρτη ο πόλεμος δεν ήταν πια γιορτή, ήταν απλά πόλεμος. Όπως λέμε «η φρίκη του πολέμου» και άλλα παρόμοια κλισέ. Έγραφα ότι την Τρίτη δε φοβήθηκα. Την Τετάρτη σαφώς και φοβήθηκα. Όχι μόνο για τη ζωή μου και τη σωματική μου ακεραιότητα, ή για τη Δημοκρατία. Ένιωσα έναν σκοτεινό τρόμο, απέναντι σε κάτι που θέλει το κακό μου, και που μου επιτίθεται χωρίς λόγο, χωρίς λογική, χωρίς σεβασμό στους νόμους του πολέμου, χωρίς τίποτε άλλο εκτός από βία και πόθο για τη συντριβή μας.


Για τα ίδια τα γεγονότα θα περιοριστώ να σας παραπέμψω σε μερικές πηγές:
Εδώ ο Πιτσιρίκος έχει συγκεντρώσει μερικά χαρακτηριστικά βιντεάκια από σκηνές της μάχης. Πέρα από τις σκηνές βίας γενικώς, καταγράφονται επιθέσεις των ΜΑΤ σε καφετέριες του Μοναστηρακίου, στο σταθμό του Μετρό, κ.ά. Ένα από αυτά, που έχει κάνει πάταγο, δείχνει τα ΜΑΤ να φυγαδεύουν κουκουλοφόρους μέσα στη Βουλή. Μάλιστα ο ένας από τους κουκουλοφόρους έχει ταυτιστεί: είναι γνωστό το όνομά του, η ιδιότητά του (εργαζόμενος και συνδικαλιστής στα ΕΘΕΛ), και η ενεργή σχέση του με νεοναζιστικούς κύκλους (News 247).
Άλλο παρεμφερές σκηνικό είναι ο πολίτης με το δακρυγόνο (ή χειροβομβίδα κρότου-λάμψης;) στην τσέπη, που φωτογραφήθηκε να συνομιλεί με τα ΜΑΤ. Βλ. tvxs και News 247. Ακόμη, σ' αυτό το βίντεο βλέπουμε τον εμπρησμό των Μακντόναλντς του Συντάγματος: τα ΜΑΤ εμφανίζονται ξαφνικά από μια γωνία, την πέφτουν στους εμπρηστές, τουλάχιστον έναν τον ακινητοποιούν, και ...μετά τον παρατάν και φεύγουν. Μοιάζει σαν μέσα στην ορμή της μάχης να μην τον γνώρισαν αμέσως, να του την έπεσαν, μετά να του είπαν «έλα ρε, εσύ είσαι;» και να τον άφησαν.
Εδώ, εδώ, εδώ και εδώ υπάρχουν 4 συλλογές από φωτογραφίες ξένου ρεπόρτερ από τη μάχη. Είναι και από τις δύο ημέρες. Δεν εστιάζουν σε κάποια συγκεκριμένη πτυχή, παρουσιάζουν διάφορα στιγμιότυπα, είναι πολύ καθαρές (μεγάλη ανάλυση) και καλές ως φωτογραφίες.
Μερικά ακόμη πολυ χαρακτηριστικά βιντεάκια δείχνουν: τα ΜΑΤ να πετροβολάνε τους διαδηλωτές (όλοι το μάθαμε, αλλά καλό είναι να το δούμε και αποτυπωμένο)· τον πρόεδρο των φαρμακοποιών να επευθύνει έκκληση να σταματήσουν τα χημικά και στα μισά της έκκλησης να πνίγεται από ασφυξία· και τον βομβαρδισμό του σταθμού του Μετρό με χημικά.
Αυθημερόν ο εκπρόσωπος τύπου της Αστυνομίας Θανάσης Κοκαλάκης, σε μία παραληρηματική συζήτηση με δημοσιογράφους του Άλτερ, βεβαιώνει ότι ο βομβαρδισμός του αμέσως προηγούμενου βιντέου δε συνέβη ποτέ.*
O πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Χημικών ενημερώνει για την ακριβή φύση των συνεπειών της χρήσης τους στην υγεία μας, λύνει απορίες σχετικά με τα ληγμένα κλπ. (κείμενο στο News 247). Εδώ πάλι συλλέγονται υπογραφές για την παραπομπή στη Δικαιοσύνη των υπευθύνων για τον χημικό πόλεμο, μπορείτε να υπογράψετε κι εσείς άμα θέτε, και παρεμπιπτόντως ενημερωνόμαστε και για το διεθνές νομικό καθεστώς που ισχύει σχετικά (τα χημικά όπλα απαγορεύονται από το 1925, το 1965 ο ΟΗΕ υπήγαγε στη σχετική συμφωνία και τα δακρυγόνα, η χρήση τους σε καιρό πολέμου συνιστά έγκλημα πολέμου, κλπ.).
Τέλος, εξωφρενικές δηλώσεις του πρωθυπουργού (Νews 247) και του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως (tvxs) την επόμενη μέρα. Ο πρώτος ζει σε κάποιον άλλο κόσμο, πιο όμορφο, και ο δεύτερος επιδεικνύει στα ψεύδη την ίδια έλλειψη ορίων και αιδούς όπως και στη βία.

Η προσωπική μου ιστορία είναι ότι αυτή τη φορά φορούσα γυαλάκια κολυμβητηρίου, που τα πουλούσε ένας μες στην πλατεία 2 ευρώ. Προστατεύουν αρκετά αποτελεσματικά από τα δακρυγόνα, αλλά αλλοιώνουν και περιορίζουν το οπτικό πεδίο. Έτσι δεν ήξερα καλά πού πατάω και που βρίσκομαι. Τέσσερις-πέντε φορές, όταν έσκαγε το δακρυγόνο, πήγα προς μια συγκεκριμένη φωτιά να ανασάνω, και κάποια απ' όλες τις φορές μου πήρε αρκετή ώρα μέχρι να συνειδητοποιήσω, έκπληκτος, ότι δε βρισκόμουν στη φωτιά που νόμιζα αλλά σε μιαν άλλη σε άλλο σημείο της πλατείας. Τότε άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως δεν είμαι και τόσο αξιόμαχος πλέον. Κατόπιν τούτου, αντί να πέσω μαχόμενος ηρωικώς υπέρ της πλατείας, που θα μας την έπαιρναν έτσι κι αλλιώς, προτίμησα να ζήσω για να την ξαναπάρω.
Έτσι γύρω στις 4 το απόγευμα αποφάσισα να φύγω. Δεν είναι φυγομαχία, είναι απλή αλλαγή βάρδιας. Αλλά το να φύγω δεν ήταν τόσο απλή υπόθεση. Σε κάθε μεριά της Β. Σοφίας, της Πανεπιστημίου, της Αμαλίας, της Σταδίου, της Καραγεώργη Σερβίας, της Ερμού, της Μητροπόλεως και της Φιλελλήνων, όλων των δρόμων του Συντάγματος, υπήρχαν διμοιρίες σιδηρόφρακτων Νταρθ Βέιντερ. Εν πάση περιπτώσει, είδα κάποιους να περνάνε ανάμεσα στα ΜΑΤ στην Ερμού κι εκείνα να τους αφήνουν, και διάλεξα κι εγώ αυτή τη διαδρομή. Κατέβαινα και κατέβαινα την Ερμού, αναζητώντας κάποιο στενάκι που να είναι ελεύθερο, ώστε κάποια στιγμή, με όση βόλτα κι αν χρειαζόαν, να έβγαινα σε ειρηνικούς κεντρικούς δρόμους προς τη γειτονιά μου. Εντωμεταξύ η ίδια η Ερμού ήταν κι αυτή βομβαρδισμένη. Μετά από κάμποση πορεία, κάπου στο ύψος της Καπνικαρέας βρήκα ένα στενάκι που δεν είχε μπάτσους, κι έκοψα προς την περιοχή Αγίας Ειρήνης.
Μόλις άφησα τη μάχη πίσω μου βρέθηκα στο ακριβώς αντίθετο: παντέρημοι δρόμοι, είτε χωρίς γάτα είτε με καναδυό φοβισμένους διαβάτες που ίσα ίσα η παρουσία τους τόνιζε έτι μάλλον την ερημιά.
Όπως ίσως ξέρετε, σ' εκείνη την περιοχή οι δρόμοι δεν είναι παράλληλοι και κάθετοι αλλά μόνο λοξοί. Δεν είναι τόσο εύκολο να χαράξεις πορεία, αλλά δε μ' ένοιαζε τόσο το πού θα έφτανα όσο το από πού θα απομακρυνόμουν. Σε μια διασταύρωση κάνω να στρίψω δεξιά, αλλά βλέπω ένα κοπάδι Δίες ή Δελτάδες να ορμά προς αυτή την κατεύθυνση. Οπότε αποφασίζω να πάω αριστερά. Δεν κάνω δέκα βήματα, και να σου οι Δίες που έχουν αλλάξει γνώμη, έχουν κάνει μεταβολή κι έρχονται πάλι καταπάνω μου. Ρε τι διάλο, λέω, εμένα προσωπικώς κυνηγούν; Ας πάω από εδώ καλύτερα.
Δεν ξέρω αν ήταν η ίδια διμοιρία που συναντούσα κάθε φορά ή διάφορες, ούτε αν πήγαιναν κάπου ή είχαν χαθεί, αλλά για κάνα δεκάλεπτο ξεφύτρωναν από οποιο δρόμο διάλεγα να πάρω μέσα στο λαβύρινθο του ιστορικού κέντρου. Ήταν λίγο εφιαλτική κατάσταση. Τελικά κάποια στιγμή είχα τη φαεινή ιδέα να μπω σ' ένα καφενείο να πλύνω τη μούρη μου, ώστε να μην κυκλοφορώ με το Μαλόξ και καρφώνομαι ότι ήμουν στο Σύνταγμα. Διώχνοντας όλο αυτό το στρώμα μάσκαρας, άλλαξε και η ψυχολογία μου. Έδιωξα φαίνεται και το φόβο. Δεν ήμουν πλέον παρά ένας τυχαίος περαστικός. (Λες και πριν ήμουν κανένας ένοχος... Αλλά γενικά όπου υπάρχει αστυνομία στην Ελλάδα είμαστε όλοι ένοχοι, απλώς αντί να τιμωρηθούμε όλοι ο κλήρος πέφτει σε κάποιους κάθε φορά. Κάπου άκουγα ότι υπάρχουν άλλες χώρες που ο πολίτης βλέπει αστυνομία στο δρόμο και αισθάνεται μια ζεστασιά, μια ασφάλεια. Δεν μπορώ να το βιώσω, απέχει πολύ από τις παραστάσεις μου.)
Α, παρεμπιπτόντως να σας αναφέρω μια ιστοριούλα: κάποιος φίλος μου, είτε την Τρίτη είτε την Τετάρτη, είχε αράξει σε μια σχετικώς ήρεμη στιγμή σ' ένα από τα καφενεία της πλατείας. Δίπλα καθόταν μια οικογένεια. Η κόρη της οικογένειας, περίπου 15-16 χρονών, είχε φύγει με το μετρό από το Σύνταγμα, βγήκε σε κάποιον άλλο σταθμό και πήρε ταξί για το σπίτι της. Ο ταξιτζής, φιλήσυχος πολίτης, την είδε πασσαλειμμένη με Μαλόξ και θεώρησε σκόπιμο, αντί για το σπίτι της, να την πάει στο πλησιέστερο τμήμα, για να συμβάλει έτσι στην πάταξη των ταραξιών... Σε τι σουρεαλιστικό κόσμο ζούμε! Αν ήμουν η κόρη θα ερχόμουν πειθήνια μαζί του και θα έλεγα στους μπάτσους «Σας έφερα αυτό τον ταξιτζή, αρνήθηκε να με πάει εκεί που του ζήτησα, τώρα επιτρέψτε μου παρακαλώ να πλύνω τη μούρη μου».

Έφτασα αισίως σπίτι μου. Πλύθηκα, πλύηκα, πλύθηκα, κι είχα να λέω ότι καθάρισα. Ενώ αισθανόμουν πτώμα κι ήθελα να φάω και να κοιμηθώ για να ξανακατέβω πιο βράδυ, δεν μπορούσα ακόμη να παρατήσω την πλατεία. Μέσω διάφορων λάιβ μεταδόσεων στο ίντερνετ και τηλεφώνων με γνωστούς, ήθελα να παρακολουθώ τι γίνεται κάθε στιγμή. Εν πάση περιπτώσει μπόρεσα κάποτε να πέσω να ξεραθώ.
Όταν ξύπνησα ήταν αργά, περασμένες 10 το βράδυ. Πληροφορήθηκα ότι η διαλυμένη συγκέντρωση της πλατείας μεταφέρθηκε στο Μοναστηράκι, και αποφάσισα να πάω να τους εύρω εκεί. Μέχρι να καλοξυπνήσω, να κάνω πάλι μερικά τηλέφωνα κλπ., πήγε εντεκάμιση και.
Ξεκίνησα. Δεν ήξερα αν θέλω να περάσω από Σύνταγμα, που είναι κανονικά ο δρόμος μου, ή να το παρακάμψω. Τελικά πέρασα. Υπήρχαν κάποιοι λίγοι άνθρωποι, αλλά πραγματικά λίγοι. Η ατμόσφαιρα ήταν πολύ φορτωμένη με δακρυγόνο. Χρειάστηκε να κάνω στάση σε κάθε φωτιά που έβρισκα, για μερικές τζούρες αναζωογονητικού ντουμανιού. Οι μπάτσοι σε όλα τα γύρω σημεία ήταν άπειροι. Η Καραγεώργη Σερβίας ήταν η πιο βαριά βομβαρδισμένη απ' όλες, δεν υπήρχε ένα κομμάτι καθαρού επίπεδου δρόμου ούτε όσο ένα χαρτί Α4. Τα σκαλάκια της πλατείας ήταν κατάμαυρα, καρβουνιασμένα. Μας την είχαν ρημάξει, την όμορφη πλατεία μας. Ένας τελευταίος από το κάτω μέρος της πλατείας πετούσε με τη λιγοστή δύναμη που του απέμενε, πριν του σωθεί τελείως η μπαταρία, πέτρες στους μπάτσους της Ερμού που δεν του έδιναν σημασία.
Κατέβηκα από τη Μητροπόλεως. Ήταν κι αυτή καταβομβαρδισμένη μέχρι πολύ κάτω, με μάρμαρα, οδοφράγματα, φωτιές. Όταν έφτασα στο Μοναστηράκι δε βρήκα τίποτε. Κάποιοι λιγοστοί άνθρωποι κάθονταν παρέες παρέες, όπως συμβαίνει γενικά εκεί κάθε μέρα, και αυτό ήταν όλο. Η ατμόσφαιρα ήταν πένθιμη. Ήταν 12 τα μεσάνυχτα.
Ξαναανηφόρισα. Τι να κάνουμε, πάω σπίτι. Είχα ελπίδες ότι ο κόσμος της πλατείας θα ήταν κάπου, ότι θα διατηρούσε το ηθικό του, μπορεί να γινόταν πάλι κανένα γλέντι όπως τις άλλες φορές που χορεύαμε και παίζαμε κάτω από τα εχθρικά πυρά, ή ότι θα είχε γίνει συνέλευση, ή κάτι τέλος πάντων. (Είχαν όντως γίνει μερικά πράγματα, αλλά τα έχασα. Κάποια στιγμή είχαν φύγει από το Μοναστηράκι αλλά όχι για τα σπίτια τους: πήγαν στο Γκάζι όπου προσπάθησαν να μπουν στο στούντιο του 984. Αυτά τα έμαθα την άλλη μέρα.)
Στάθηκα στην Ερμού, πίσω από τους μπάτσους, μαζί με μερικούς άλλους. Διερωτώμασταν όλοι μαζί αν μπορούμε να περάσουμε και ν' ανέβουμε στην πλατεία ή αν θα πρέπει να κόψουμε από κάπου αλλού, και από πού άραγε; Δεν περάσαμε, εγώ τελικά πέρασα από κάποιο άλλο σημείο, και διέσχισα την πλατεία για να ξαναβγώ Αμαλίας, Β. Σοφίας κλπ το γνωστό σχεδόν καθημερινό ποδαρόδρομο.
Στα σκαλάκια βρήκα ένα φίλο. Δεν τον είχα δει, άκουσα όμως κάποιον να μου φωνάζει «δεν πιστεύω να έχεις πέτρες εκεί μέσα;». Όχι, είπα, μόνο ειρηνικά όπλα (κουβαλούσα έναν τορβά με την τσαμπούνα και το τουμπάκι). Του είπα ότι τα κουβάλαγα μπας και, αλλά ότι μάλλον το κλίμα δεν ήταν πλέον πολύ εορταστικό. Κάτσαμε να τα πούμε λίγο, και μετά φύγαμε παρέα μιας κι είχαμε περίπου τον ίδιο προορισμό.
Ο φίλος, ακριβώς όπως κι εγώ, είχε ελάχιστη εμπειρία διαδηλώσεων πριν το Σύνταγμα. Λίγο το Δεκέμβρη, αλλά και πάλι πιο πολύ ως παρατηρητής. Το Σύνταγμα όμως τον είχε ρουφήξει, τον είχε κερδίσει με τη ζεστασιά και την ομαδικότητά του. Κατεβαίνει σχεδόν κάθε μέρα, χωρίς ποτέ να έχει κανονίσει με κάποιον, και βρίσκει ή κάνει φίλους επιτόπου.
Ένας τέτοιος τύπος λοιπόν μού εξομολογήθηκε ότι σήμερα έριξε κι αυτός πέτρες. Την πρώτη στα κουτουρού, αλλά πέτυχε έναν μπάτσο στο κράνος, και τη δεύτερη σκοπίμως πια στον ίδιο μπάτσο.
Νομίζω ότι όποιος καθόταν σε όλη τη διάρκεια των επιχειρήσεων και δεν έφευγε στις 4 όπως εγώ ή στις 8-9-τι ώρα ήταν που πήγαν οι άλλοι στο Μοναστηράκι, πιθανότατα θα έφτανε στο ίδιο σημείο. Δε χριάζεται να είσαι βίαιος για να πετάξεις δυο πέτρες σε κάποιους που σε βομβαρδίζουν με χημικά εδώ και πάνω από ένα οχτάωρο.

.........................................................
* Τη συζήτηση σ' αυτό το βίντεο τη χαρακτηρίζω παραληρηματική όχι μόνο λόγω του Κοκκαλάκη αλλά και λόγω των ίδιων των δημοσιογράφων. Ωστόσο μέσα στο ντελίριό τους ακούστηκαν και μερικές ατάκες που αξίζουν να τις προσέξουμε.
Για παράδειγμα, ένας εξ αυτών λέει: «Η αστυνομία θα έπρεπε να βοηθήσει και να προστατεύσει την έξοδο των τραυματιών από το σταθμό του Μετρό, αντί να τους ρίχνει χημικά».
Μπορείτε να φανταστείτε μια αστυνομία που να προστατεύει τους ανθρώπους τη στιγμή που διαδηλώνουν; Και μάλιστα τους τραυματίες; Ωραία δε θα 'ταν;...


Σύνταγμα, 30 Ιουνίου 2011

Αυτή τη φορά ήμουν αποφασισμένος: θα την ξαναπάρουμε την πλατεία μας, θα την κάνουμε πάλι όμορφη όπως ήταν, και θα είμαι κι εγώ εκεί. Κάλεσμα στις 6; Από τις 5 εγώ εκεί.
Η πρώτη εικόνα ήταν κάτι το απίστευτο. Τα σκαλάκια ήταν άσπρα, η Καραγεώργη Σερβίας καθαρή και βατή, στη Βουλή δεν είχε μπάτσους, στη Β. Σοφίας μόνο μια κλούβα έκλεινε για λίγο το ένα ρεύμα. Καλά, μας δουλεύουν; Όνειρο είδα εγώ χτες; Ή μήπως έβλεπα όνειρο όλο τον προηγούμενο μήνα και τώρα, με την ψήφιση του μεσοπρόθεσμου, όλα ξαναγύρισαν στους παλιούς ρυθμούς τους;
Γύρω γύρω, στα ξενοδοχεία, τα μαγαζιά και την ίδια την πλατεία, συνεργεία δούλευαν στην αποκατάσταση. Άλλοι με σκούπες, άλλοι με γερανούς και ηλεκτρολογικό εξοπλισμό, άλλοι με το φορτηγάκι του τζαμτζή.
Μια ομάδα ξέπλενε το δακρυγόνο από την πλατεία, κι έπιασα δουλειά μαζί τους. Μια αλυσίδα μετέφερε κουβάδες με νερό από το σιντριβάνι και τους έχυνε στο σημείο όπου γινόταν κάθε στιγμή το καθάρισμα, μερικοί σ' εκείνο το σημείο έτριβαν με σκούπες, και μια δεύτερη αλυσίδα ξαναγύρναγε τους άδειους κουβάδες στο σιντριβάνι. Βέβαια το νερό του σιντριβανιού είχε πιει άπειρο δακρυγόνο αυτές τις μέρες, οπότε ίσως δεν ήταν ό,τι καλύτερο για καθάρισμα. Κάποια στιγμή κάποιος βρήκε μια μάνικα, και η δουλειά γινόταν πια πολύ καλύτερα. Πήραμε όλοι σκούπες και τρίβαμε. Μου φαινόταν απίστευτο ότι μ' αυτό τον τρόπο είχαν κάνει τα κατάμαυρα, χτες, σκαλάκια να ξανασπρίσουν. Αυτό που κάναμε εμείς, στο μάτι μεν έφερνε κάποιο αποτέλεσμα (όντως έβλεπα τη μαυρίλα σιγά σιγά να φεύγει), αλλά βέβαια αν το δακρυγόνο έφευγε στ' αλήθεια με λίγο νεράκι θα πλενόμασταν κι εμείς έτσι. Πάντως όταν αργότερα έκανα μια βόλτα πάνω στην Αμαλίας είδα ότι εκεί ο αέρας ακόμα έτσουζε στα μάτια, ενώ στην πλατεία όχι. Άρα κάτι είχαμε κάνει. (Βέβαια φήμες λένε ότι είχαν περάσει συνεργεία καθαρισμού του δήμου το πρωί.)
Άπειροι περαστικοί διέσχιζαν την πλατεία. Άλλοι με τα ψώνια τους, άλλοι από τη δουλειά τους, ομάδες τουριστών και ξένων σχολείων. Οι μαύροι με τις Λουΐ-Βιτόν είχαν απλώσει την πραμάτεια τους στα πλακάκια. Λες και δεν ήταν παρά η κεντρική πλατεία της πόλης. Τι διάλο, δεν είναι αυτό το Σύνταγμα που είχαμε τόσες μέρες, σκεφτόμουν.
Μόνο τώρα που γράφω συνειδητοποιώ ότι ποτέ όλο αυτό τον καιρό δεν είχα περάσει από το Σύνταγμα νωρίτερα από τις 6, εκτός αν υπήρχε κάλεσμα για το πρωί. Δεν αποκλείεται λοιπόν κάθε μέρα να ήταν σαν κι αυτό που τώρα έβλεπα.
Πάντως σιγά σιγά μαζεύτηκε κόσμος. Τους πήρα χαμπάρι πρώτα στην «πάνω πλατεία», στην Αμαλίας, όπου η εικόνα σύντομα έγινε λίγο πολύ σαν κι αυτήν όλων των προηγούμενων (προπολεμικά εννοώ) ημερών. Σιγά σιγά αρχίσαμε να πληθαίνουμε και κάτω. Τα κέφια ήταν πολύ ανεβασμένα σε σχέση με χτες. Φυσικά κανείς δε μίλαγε για κάτι άλλο εκτός από το χτεσινό μπάχαλο, όχι όμως με τόνο αποκαρδιωμένο και ηττημένο. Σίγουρα η καθαρισμένη όψη της πλατείας συνέβαλε σ' αυτό: είχαμε ένα λυπηρό χτες και προχτές, δεν τα βάφουμε μαύρα, η ζωή συνεχίζεται.
Πάντως υπήρχε τουλάχιστον ένα πράγμα που είχε αλλάξει. Πλέον ξέραμε ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί ο εχθρός να ξαναεπιτεθεί. Όποτε κάτι έντονο συνέβαινε σε μιαν άλλη άκρη της πλατείας, όλοι τινάζονταν: «αμάν, πέσιμο!». Τις τρεις πρώτες εβδομάδες, παρόλο που η πλατεία αστυνομευόταν από διακριτική απόσταση, ζούσαμε την εντελώς πρωτόγνορη κατάσταση μιας διαδήλωσης που δεν πάει κανείς να τη διαλύσει βίαια. Ήταν σαν ένα καινούργιο παιχνίδι, που τους ρόλους και τους κανόνες δεν τους ξέραμε ακόμη στην εντέλεια. Τι ακριβώς ήταν αυτοί οι μπάτσοι που δε βαρούσανε; Και μη γυρίσει κανείς και μου πει «καλά, πίστεψες ποτέ ότι ο μπάτσος είναι κάτι άλλο εκτός από μπάτσος;», γιατί υπάρχει πολύ σαφής απάντηση: «εσύ πίστεψες ποτέ ότι θα βλέπαμε αυτό που είδαμε;». Μετά τις 15 και κυρίως μετά τις δύο τελευταίες μέρες, ξέραμε πια ότι τα πράγματα δεν είναι παρά όπως ήταν πάντα. Ο μπάτσος βαράει, άρα υπάρχει.
Η συνέλευση θεωρούνταν ότι θα είναι κρίσιμη: η πρώτη μετά την ψήφιση και μετά το μπάχαλο. Γενικά δεν ήταν βέβαιο αν θα γινόταν. Άλλοι έλεγαν ναι, άλλοι όχι. Από μία άποψη δε θα μου φαινόταν και τελείως λάθος να μη γίνει: αμέσως μετά από τέτοια γεγονότα, ποιος θα είχε τη δέουσα ψυχραιμία να πει οτιδήποτε εκτός από «Μπάτσοι, Γουρούνια, Δολοφόνοι»; Από την άλλη βέβαια μια ανασύνταξη ήταν απαραίτητη.

Τελικά η συνέλευση έγινε, με τρελή (σε πλήθος) συμμετοχή, και υποδειγματικό τρόπο διεξαγωγής. Αλλά ήταν μάπα ρε παιδιά! Γαμώ το κέρατό μου, ήταν άχρηστη! Ένα μήνα και βάλε αφότου ξεκίνησε αυτή η ιστορία, οι άνθρωποι εξακολουθούν να χαραμίζουν τα νούμερα που μοιράζονται στους ομιλητές για να μην πούνε τίποτε!
-Χτες είχαμε μια μεγάλη νίκη...
Ποια νίκη βρε βούι; Το ψήφισαν το μεσοπρόθεσμο, δεν είδες τις ειδήσεις; Και μας δείραν κιόλας, και μας έδιωξαν κι από την πλατεία! Και να οι άλλοι να χειροκροτάνε...
Ένας είπε ότι το σημαντικότερο ήταν πόσο πολύς κόσμος συμμετείχε χτες. Καταχειροκροτήθηκε. Ένας άλλος, με τόνο κατηγόριας, εξέφρασε το παράπονό του ότι χτες ήμασταν πολύ λίγοι. Χειροκροτήθηκε εξίσου. Κάποιος άλλος, ξεκινώντας από τη ρητορική περί μαντρόσκυλων, τσοπάνηδων, προβάτων κλπ., κατέληξε με μια κορώνα στη φωνή του: «Δεν είμαστε πρόβατα!!!» Κι όλοι μαζί χειροκρότησαν λες και τους είχε πατήσει το κουμπί «χειροκρότημα». Α μπα, εμείς πρόβατα; Όχι, είμαστε πολίτες.
Τελικά οι πολίτες, οι περισσότεροι, χειροκροτούσαν όχι λόγια αλλά τόνους φωνής. Για παράδειγμα, κάποια στιγμή βγήκε μια ανακοίνωση από την ομάδα νομικής υποστήριξης. Διάβασαν ένα κείμενο που έλεγε τι ακριβώς απ' όσα έκανε χτες η αστυνομία ήταν παράνομο, και γιατί, και τι προβλέπεται νομικά ότι μπορούμε να κάνουμε. Το νόημα ήταν βέβαια «Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι». Επειδή όμως δεν ήταν διατυπωμένο με κραυγές αλλά με συγκεκριμένο επιστημονικό λόγο, λίγο μακροσκελέστερο από ένα σύνθημα, κι επειδή η αναγνώστρια δεν έκανε κορώνες, κρεσέντα και δραματικές παύσεις, δε χειροκροτήθηκε, αντιθέτως άκουσα να αδημονεί ο κόσμος και να λένε «μα είναι κείμενο αυτό;». Ναι, πολίτη, είναι κείμενο αυτό. Αυτό είναι ένα κείμενο: this is a text. Δις ιζ ε τεξτ. Το άλλο που χειροκροτούσες δεν ήταν κείμενο, ήταν κραυγές.
Διαπίστωσα επίσης ότι πολλοί από τους ομιλητές είχαν την τάση να εκφράζονται με κάποια στερεότυπα σχήματα: ξύλινες λέξεις του τύπου «πραιτωριανή φρουρά», στίχους από τραγούδια, ευφάνταστες αλληγορίες σαν αυτήν παραπάνω με τα μαντρόσκυλα και τα πρόβατα, κλπ. Αυτά όλα πατούσαν βέβαια το κουμπί των παλαμακίων όπως περίπου και οι φωνητικές κορώνες. Αλλά αυτό είναι καθαρά λαϊκίστικος τρόπος έκφρασης. Γιατί να μιλάμε λαϊκίστικα αφού εμείς οι ίδιοι είμαστε ο λαός; Ποιον θέλουμε να εξαπατήσουμε; Είναι δυνατόν η παιδεία μας να είναι τέτοια ώστε να χρησιμοποιούμε ασύνειδα μέσα εξαπάτησης ακόμη κι όταν δε θέλουμε να εξαπατήσουμε κανέναν;
Αναμφίβολα ένας από τους λόγους που η άμεση δημοκρατία φαντάζει τόσο ελκυστική σε μερίδα του κόσμου της πλατείας είναι ότι, αν δεν υπάρχει εκπροσώπηση και αρχηγός, τότε είμαστε όλοι αρχηγοί, οπότε είμαι κι εγώ λίγο αρχηγός. Έστω για ενάμισι λεπτό την ημέρα. Και μερικοί δε θέλουν να αφήσουν αυτό το ενάμισι λεπτό να περάσει χωρίς να αποκομίσουν ό,τι προλαβαίνουν: ας μην είναι λεφτά, εξουσία, δόξα. Λίγο χειροκρότημα μάς φτάνει.

Προς το τέλος της συνέλευσης ακούστηκε κάποια ταραχή από την πάνω πλατεία. Μερικοί σηκωθήκαμε όρθιοι να δούμε τι τρέχει. Όλων τα νεύρα ήταν τσιτωμένα, και κακοβάλαμε. Ο άνθρωπος που έτυχε να έχει το μικρόφωνο εκείνη τη στιγμή είπε «πρέπει να έγινε κάποια επίθεση». Βλακώδες εκ μέρους του, είναι ανεύθυνο να σπέρνεις έτσι τον πανικό χωρίς να ξέρεις τι έγινε, αλλά πάντως ενδεικτικό του πώς αισθανόταν ο πιο πολύς κόσμος: αν συμβεί κάτι, δεν μπορεί παρά να είναι επίθεση!
Εν πάση περιπτώσει δεν ήταν επίθεση. Ήταν η επιστροφή της μοτοπορείας που είχε πάει στον Αστέρα Βουλιαγμένης, όπου βρισκόταν σε κάποιο δείπνο ο πρωθυπουργός. Προφανώς ήθελαν να του σφίξουν το χέρι όπως κάνουν όλοι οι πολιτισμένοι αντίπαλοι στο τέλος μιας παρτίδας. Όμως δεν είχαν μπορέσει να φτάσουν μέχρι εκεί, γιατί εμποδίστηκαν από την αστυνομία.
Δύο αυθόρμητες σκέψεις μου από αυτό το περιστατικό:
α) Να γιατί το Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως πλέον λέγεται Προστασίας του Πολίτη. Προστατεύουν τον πολίτη. Δεν ονομάζεται Προστασίας των πολιτών, στον πληθυντικό, γιατί θα ήταν ψέμα. Οι πολίτες είναι πολλοί, πάνω από 10 μύρια, ποιον να πρωτοπροστατέψουν; Έναν-έναν πολίτη όμως μπορούν να τον προστατέψουν, και αυτό έκαναν εκείνο το βράδυ, ξεκινώντας δικαιωματικά με τον πρώτο πολίτη της χώρας.
β) Ο πρωθυπουργός είχε ταλαιπωρηθεί σκληρά τις δύο προηγούμενες μέρες κλεισμένος στο κοινοβούλιο, με όλο το θόρυβο από τους βομβαρδισμούς, πιθανόν και με κάποιες αναθυμιάσεις από τα χημικά να περνάνε μέσα από τις γρίλιες των παραθύρων και τα κλιματιστικά, και μέσα σ' αυτές τις αντίξοες συνθήκες εργάστηκε κοπιωδώς. Την τρίτη μέρα θα μπορούσε να κάτσει σπίτι του να ξεκουραστεί, όπως κάνει ακόμα κι ο Θεός. Είχε όμως υποχρέωση το βράδυ, είχε να βγει με κάποιους στον Αστέρα. Και όχι για χαβαλέ: η Σοσιαλιστική Διεθνής είχε εκεί συνάντηση με θέμα «Η δημοκρατική διακυβέρνηση στον 21ο αιώνα». Να 'μουν εγώ, θα έπαιρνα ένα τηλέφωνο την παρέα και θα τους έλεγα ότι είμαι βίδες, δεν μπορώ απόψε, σόρυ γκάιζ, ας το κάνουμε την άλλη βδομάδα. Όμως εκείνος δε σκέφτηκε έτσι, και τίμησε την υποχρέωσή του. Ο λόγος είναι συμβόλαιο, και εξάλλου η δημοκρατική διακυβέρνηση δεν μπορεί να περιμένει.

Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011

ΠΕΡΙ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 5

Σύνταγμα, μεταξύ 15 και 28-29 Ιουνίου 2011

Όπως έγραφα στο προηγούμενο, στις 15 είδα το μπάχαλο να προετοιμάζεται βήμα-βήμα και τελικά να αρχίζει, ενώ αντίθετα δεν το είδα στη φουλ εξέλιξή του και κυρίως δεν είδα την ειρηνική αντεπίθεση και ανακατάληψη της πλατείας, η οποία καθαρίστηκε από τα χημικά κι έγινε πάλι όμορφη και πολιτισμένη.
Στις μετέπειτα μέρες κατέβηκα όσες φορές μπορούσα, κυρίως βράδια, είτε για τη συνέλευση είτε για τα γλέντια. Επίσης παρακολούθησα πολλές φορές τη συνέλευση λάιβ από το σπίτι. Με είχε συνεπάρει η αγάπη γι' αυτή την ιστορία. Η πλατεία είναι ωραία. Ό,τι γίνεται δεν είναι κάθε στιγμή ωραίο, αλλά για να φτιάξουν και τα υπόλοιπα έχει ανάγκη τη στήριξη και την αγάπη μας.
Στη συνέλευση δεν έχω μιλήσει ποτέ. Απ' όσα έχω ακούσει, αυτά που δε μου αρέσουν συμποσούνται στα εξής:
α) Η άμεση δημοκρατία παραμένει απλώς ένα πλαίσιο, εντός του οποίου γίνονται όμορφες και πολιτισμένες διεργασίες. Λείπει όμως το περιεχόμενο. Είναι ωραία να έχουν όλοι δικαίωμα δημόσιου λόγου για ενάμιση λεπτό χωρίς διακοπή και αποδοκιμασία, αλλά να υπάρχει και λίγη εκ των προτέρων αυτοκριτική: έχω κάτι να πω; Πάρα πολλοί δεν είχαν.
β) Επίσης, η άμεση δημοκρατία παραμένει μια αβέβαιη έννοια αβέβαιης αποδοχής. Το Σύνταγμα δεν προβλέπει άμεση δημοκρατία. Συνεπώς το αίτημα για άμεση δημοκρατία προϋποθέτει ανατροπή του Συντάγματος. Αυτό έρχεται σε προφανή αντίφαση με τη διαρκή επίκληση του ακροτελεύτιου άρθρου 120 (η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων...), με τις καταγγελίες για μη τήρηση του Συντάγματος εκ μέρους της πολιτικής ηγεσίας κλπ. Προσπερνώντας αυτή την αντίφαση, διαπιστώνουμε ότι αν πρόκειται να ανατραπεί το πολίτευμα, αυτό δεν μπορεί προφανώς να γίνει παρά με επανάσταση. Επανάσταση σημαίνει ένοπλη σύγκρουση. Με σφαίρες, με θανάτους. Ο αντίπαλος δε θα είναι η αστυνομία αλλά ο στρατός. Οι χειροβομβίδες τους δε θα είναι κρότου-λάμψης. Θα σκοτωθεί κόσμος, ίσως εσύ, ίσως εγώ, ίσως οι αγαπημένοι μας. Θέλουμε κάτι τέτοιο; Και αν το θέλουμε, πρέπει ακόμη να διερωτηθούμε αφενός πόσοι άλλοι το θέλουν, και αφετέρου τι θα γίνει μετά. Εννοώ ότι απαιτείται πολύ συγκεκριμένο σχέδιο, δουλεμένο μέχρις εσχάτης λεπτομερείας, για το τι ακριβώς θα γίνει μετά, σε επίπεδο διοίκησης, οικονομίας, δικαιοσύνης, εκπαίδευσης και χίλια δυο άλλα. Σύμπασα η κοινωνία είναι αγανακτισμένη, αλλά δε νομίζω ότι σύμπασα η κοινωνία θέλει ένοπλη επανάσταση για άμεση δημοκρατία.
Παρά τις σοβαρότατες αυτές επιφυλάξεις μου, συνέχισα να αγαπώ την πλατεία και να τη στηρίζω όπως μπορούσα.
Κι έφτασε η μεγάλη μέρα, 28 Ιουνίου. Κάλεσμα για αποκλεισμό της Βουλής και αποτροπή της ψήφισης του μεσοπρόθεσμου.

Τρίτη 28 Ιουνίου

Εδώ που τα λέμε, ποτέ δεν πίστεψα ότι θα αποκλείαμε τη Βουλή. Πώς διάολο; Οι μπάτσοι προφανώς θα απέκλειαν οι ίδιοι τους δρόμους από τους οποίους θα πέρναγαν οι αποκλειστές. Θα πηγαίναμε πιο νωρίς; Θα πήγαιναν κι εκείνοι ακόμη πιο νωρίς. Έτσι κι αλλιώς οι αποφάσεις της Συνέλευσης δεν είναι μυστικές.
Δε με πολυενδιέφερε να ξαναζήσω το ντοκιμαντέρ «πώς στήνεται ένα μπάχαλο». Το είχα δει στις 15. Δεν κατέβηκα πρωί πρωί, κατέβηκα κατά τις 12. Στη διαδρομή από Παγκράτι μέχρι Σύνταγμα λίγα πρόδιδαν ότι έχουμε γενική απεργία. Τα περισσότερα μαγαζιά δούλευαν κανονικά.
Οι αστυνομικές δυνάμεις που είδα μέχρι να φτάσω και αφού έφτασα ήταν απίστευτα πολλές. Στη Β. Κωνσταντίνου οι μηχανόβιοι (Δελτάδες; Δίες; Ποιος τους ξέρει...) είχαν σχηματίσει μια μακριά πυκνή αλυσίδα κι από τις δύο πλευρές. Ήταν τόσο πολλοί που σκέφτηκα ότι πρέπει να 'χουν φέρει και κομπάρσους. Στο σημείο που κοβόταν η κυκλοφορία τα φανάρια δε λειτουργούσαν (ίσως, αντίθετα προς τους καταστηματάρχες, απεργούσαν;). Κατά τα ειωθότα υπήρχε ένα μπατσικό με δυο τροχαίους που αγνάντευαν το τρελό κυκλοφοριακό κομφούζιο. Τους είπα «τα φανάρια δε δουλεύουν». Μου είπαν «το ξέρουμε». Τους ρώτησα αν πρόκειται να κάνουν κάτι και μου είπαν ότι ναι, πρόκειται.
Ο κόσμος ήταν λίγος σε σχέση με αυτό που περίμενα. Καμία σύγκριση με τις 15. Το ότι θα ξεσπούσαν πάλι μπάχαλα ήταν ολοφάνερο. Όταν άρχισαν, οι μπάχαλοι (δεν ξέρω αν ήταν επαγγελματίες προβοκάτορες ή απλοί φιλοπόλεμοι) δρούσαν απολύτως ανενόχλητοι. Περιφρούρηση μηδέν. Το σιντριβάνι στον τοίχο κάτω από την Καραγεώργη Σερβίας, απέναντι από τα ξενοδοχεία, ήταν σαν νταμάρι. Συνεργεία ολόκληρα πελεκούσαν με βαριοπούλες τα μάρμαρα για να ετοιμάσουν πολεμοφόδια. Αν ο τόπος συγκέντρωσης δεν ήταν το Σύνταγμα αλλά λ.χ. η Ακρόπολη;...
Κάποια στιγμή ένας με την μπλούζα σαν κουκούλα βάλθηκε να σπάσει την τζαμαρία του Κινγκ Τζωρτζ μ' ένα λοστάρι. Επειδή η τζαμαρία ήταν προφανώς αλεξίσφαιρη, ο τύπος ταλαιπωρήθηκε πολλή ώρα. Δεν παρακολούθησα μέχρι τέλους την προσπάθειά του να φέρει άμεση δημοκρατία και να αποτρέψει την ψήφιση του μεσοπρόθεσμου, κι έτσι δεν ξέρω αν κατάφερε να τη σπάσει, αν τα παράτησε ή αν τον μάζεψε κανείς. Πάντως όσο έβλεπα κανείς δεν καιγόταν ιδιαίτερα να τον εμποδίσει.
Δεν είχα ξαναβρεθεί ποτέ σε μπάχαλο. Εδώ που τα λέμε, σπανίως είχα βρεθεί ολωσδιόλου σε πορείες. Μέχρι το 2008 είχα κατέβει ελάχιστες φορές. Το Δεκέμβρη ένοιωσα ότι δεν είναι δυνατόν η Ιστορία να περνά από την πόλη μου κι εγώ, κάτοικος κέντρου, να μένω σπίτι. Αλλά ακόμη και τότε, είχα ένα βασικό πρόβλημα: όλοι έμοιαζαν να έχουν κατέβει ως κάτι -κόμματα, συνδικάτα, ομάδες γενικώς. Κατεβαίνοντας εγώ μόνος μου δεν μπορούσα να ταυτιστώ, έμενα απέξω, απλός παρατηρητής. Φέτος με το Σύνταγμα ήταν η πρώτη φορά που ένοιωσα το αντίθετο: η πλατεία ήταν δικιά μου, ο κόσμος ήταν ο κόσμος μου. Ήμουν ένας από μας.
Όσο η μάχη μαινόταν στους δρόμους γύρω από την πλατεία, μέσα στην πλατεία γινόταν το καλύτερο που θα ήταν ποτέ δυνατό. Οι τύποι με τις ντουντούκες προσέφεραν σημαντικότατη υπηρεσία, υπενθυμίζοντας όλη την ώρα: «Δεν τρέχουμε. Δεν πανικοβαλλόμαστε. Επιστρέφουμε στην πλατεία. Η πλατεία είναι δική μας. Δεν απαντάμε στις προκλήσεις. Δεν μπλοκάρουμε τα σκαλάκια και τους διαδρόμους.» Και πράγματι, το «δεν τρέχουμε» και το «επιστρέφουμε» λειτούργησαν. Αισθάνομαι μεγάλη ευγνωμοσύνη γι' αυτά τα παιδιά. Αντίστοιχα μεγάλη υπηρεσία πρόσφεραν και όσοι κυκλοφορούσαν με ψεκαστήρες με Μαλόξ, κρατώντας τις μάλιστα ψηλά για να τους εντοπίζει όποιος τους είχε ανάγκη -δηλαδή οι πάντες.
Δεν είχα ξαναφάει δακρυγόνο. Ανακάλυψα ότι σε γενικές γραμμές είναι κάτι που παλεύεται. Το «δε θα μας τρομάξουν λίγα χημικά» ισχύει. Βέβαια καλό είναι να μη σκάσει μες στη μούρη σου. Αν σκάσει παραπέρα και σε πάρουν τα αέρια, τσούζει και πνίγει, μπορεί να στραβωθείς για κανένα λεπτό, και περνάει. Την περισσότερη ώρα έβλεπα και ανάσαινα κανονικά, απλώς ήταν λίγο οδυνηρό. Όποτε δεν την πάλευα άλλο, αναζητούσα κάποιον να με ψεκάσει με Μαλόξ και ησύχαζα. Κάποιος μου έδωσε και μια ιατρική μάσκα.
Έμαθα όψιμα ότι οι φωτιές που ανάβουν σε όλα τα επεισόδια δεν έχουν κανένα συμβολισμό, είναι κάτι καθαρά λειτουργικό: ο καπνός (από ξύλα, όχι από πλαστικά) σπάει το δακρυγόνο. Έτσι σε κάθε νέα ριπή, αφού τσεκάριζα τη φορά του ανέμου, προχωρούσα ήρεμα προς την πλησιέστερη φωτιά που υπήρχε στη σωστή κατεύθυνση. Κατάλαβα ότι δεν έχει νόημα να φεύγεις έτσι γενικώς: τρέξεις δεν τρέξεις, πιο γρήγορα από τον άνεμο δε θα πας. Απλώς θα εξαντλήσεις τη λιγοστή ανάσα σου. Βρίσκεις ένα σημείο, είτε με φωτιά είτε με καθαρό αέρα λόγω φοράς του ανέμου, και λες «εκεί θα πάω». Και πηγαίνεις, με ήρεμο βηματισμό. Αν φτάσεις και τα μάτια σου και τα πλεμόνια σου δεν καθαρίσουν αμέσως, του δίνεις άλλη μια ευκαιρία. Δε λες «ατύχησα, πάω παραπέρα». Αφού είσαι στο σωστό σημείο, απλώς περιμένεις. Αν χρειαστεί, ζητάς από κάποιον να σε ψεκάσει.
Μόνο μια φορά στραβώθηκα σχεδόν εντελώς για κάποιο διάστημα (δεν μπορώ να πω πόσο, μάλλον δευτερόλεπτα). Ανάσαινα όμως σχετικά κανονικά, και εξακολουθούσα να βαδίζω στα τυφλά μαζί με τους άλλους. Όταν λέμε στραβώθηκα, εννοούμε ότι δεν μπορούσα να ανοίξω τα μάτια μου. Αν τα άνοιγα έβλεπα, αλλά έτσουζε τόσο που τα ξανάκλεινα ακαριαία. Παρ' ολίγο να πέσω μέσα σε μία φωτιά. Δεν έπεσα πάντως.
Υπήρχαν στιγμές που έβλεπα και ανέπνεα εντελώς άνετα, ενώ άλλοι κοντά μου υπέφεραν, και άλλες στιγμές που υπέφερα εγώ κι έβλεπα άλλους να είναι κουλ κι ωραίοι. Φαίνεται ότι δεν τους πιάνει όλους εξίσου.
Κάποια στιγμή ήρθε κατά πάνω μου μια κοπέλα, σαν τα κρύα τα νερά, παραπαίοντας. «Συγγνώμη, θέλω βοήθεια» είπε ξέπνοα. Την έπιασα από τη μασχάλη και την πήγαινα υποβασταζόμενη προς τα εκεί όπου ο καθαρός αέρας κάπως άνοιγε. Μετά από δύο βήματα δεν μπορούσε ούτε έτσι, οπότε την πήρα κουβαλητή. Ναι ωραία, έλα όμως που δεν ήξερα τι να την κάνω; Το καλό ήταν ότι, και μόνο που την κουβαλούσα, μας είδαν άλλοι που ήξεραν. Τη κάτσαμε -όχι ξαπλωτή- σ' ένα παγκάκι, την ψεκάσαμε με Μαλόξ και της δώσαμε να ρουφήξει το περιεχόμενο από ένα φακελάκι. Ήταν Ριοπάν, έμαθα μετά, ένα τζελ που ανακουφίζει το αναπνευστικό (αλλά και τα μάτια) από το δακρυγόνο. Όταν ρώτησα μου έδωσαν κι εμένα ένα. Όλα αυτά τα φάρμακα προφανώς κάποιος έδωσε λεφτά για να τα πάρει, αλλά τα μοίραζαν!
Εν πάση περιπτώσει η κοπέλα συνήφερε. «Εσύ μ' έσωσες!» μου είπε. «Ε, εσύ δε μ' έσωσες;». Με ευχαρίστησε... Εγώ έπρεπε να την ευχαριστήσω. Αν δεν ήμουν εγώ να την κουβαλήσω, θα ήταν σίγουρα κάποιος άλλος. Για μένα όμως δεν ίσχυε το αντίστροφο: δε θα έβρισκα οπουδήποτε έναν άνθρωπο να μου απευθυνθεί για βοήθεια, να μου προσφέρει τη δυνατότητα να του συμπαρασταθώ έστω και μ' αυτό τον στοιχειώδη τρόπο. Την ώρα που της έδιναν το Ριοπάν και συμβουλές, εγώ απλώς της κράταγα το χέρι και της χαμογελούσα μέσα από τη μάσκα. Ε λοιπόν, σας έχει συμβεί ποτέ να χαμογελάτε με στυλ «όλα θα πάνε καλά, μη φοβάσαι» σε κάποιον που είναι στα όρια της αναισθησίας από ασφυξία, και όντως όλα να πηγαίνουν καλά; Είναι ανεκτίμητη χαρά. Την ευχαριστώ, έστω σήμερα. Να 'σαι καλά, Ειρήνη.

Αλλά δεν έζησα μόνο ανεκτίμητες χαρές. Όταν η ντουντούκα φώναζε «δεν απαντάμε στις προκλήσεις της αστυνομίας» και «η πλατεία είναι δική μας», ασφαλώς και απαντούσαμε στις προκλήσεις πετώντας κομμάτια μάρμαρο (απαντούσαΜΕ; ποιοι, εμείς; Όχι βέβαια. Κάποιοι για τους οποίους δεν μπορώ να πω «εμείς», δεν αισθάνομαι τίποτε να με ενώνει μαζί τους, αλλά πάντως σίγουρα δεν ήταν οι άλλοι...), όσο για τη «δικά μας» πλατεία ήταν βαριά τραυματισμένη από τις βαριοπούλες. Αυτό με πλήγωσε πολύ. Ευτυχώς όμως δεν αποθάρρυνε τον ντουντουκιέρη.
Είχα κάτσει ώρες μες στην πλατεία, η οποία είναι γούβα και δεν μπορούσα να ξέρω τι γίνεται γύρω γύρω. Κάποια στιγμή ανέβηκα στην Αμαλίας. Προχώρησα προς την κατεύυνση των Στύλων. Ούτε ξέρω πώς, βρέθηκα μαζί με κάμποσους άλλους να είμαστε αποκομμένοι από το κυρίως πλήθος, από το οποίο μας χώριζε μια διμοιρία. Δεν υπήρχε δίοδος επιστροφής στην πλατεία. Ναι, αλλά εγώ ήθελα να είμαι στην πλατεία, όχι να κάτσω να με διώξουν. Έπιασα ένα στενό και κατέβηκα στον κάτω δρόμο, τη Φιλελλήνων. Πάλι βρέθηκα πίσω από μια διμοιρία που έκοβε την πρόσβαση. Εκεί συνάντησα μια παρέα γνωστών που προσπαθούσαν κι εκείνοι να ξαναμπούν στην πλατεία. Ανταλλάξαμε ειδήσεις για όσα είχε δει ο καθένας, αλλά ακολουθήσαμε χώρια πορείες. Ευχηθήκαμε καλή τύχη και χωρίσαμε. Ξανανέβηκα στην Αμαλίας. Αφού έκανα δυο-τρεις φορές αυτή τη δουλειά πάνω κάτω, τελικά κάπου άνοιξε ένα πέρασμα και μπήκα στην πλατεία.
Κατάλαβα ότι αυτό ήταν το σχέδιο: ένας-ένας, λίγοι-λίγοι, να αποκόπτονται από την πλατεία, οπότε τι θα έκαναν, θα έφευγαν. Οι μπάτσοι κινούνται βάσει στρατηγικού σχεδίου, που το διαμορφώνει κάποιος που ξέρει τι γίνεται σε κάθε σημείο ανά πάσα στιγμή, εκμεταλλεύονται και τη φορά του ανέμου σε σχέση με τα δακρυγόνα, κλπ.* Εμείς δεν ξέραμε τι γίνεται δέκα μέτρα μακριά μας. Στα σκαλάκια από Αμαλίας προς πλατεία ένας με ντουντούκα φώναζε διάφορες συμβουλές και ηρεμούσε τα πλήθη. Του είπα να καλέσει όσους ήταν στην Αμαλίας πίσω από τους μπάτσους να προσπαθήσουν να ξαναγυρίσουν. Ο άνθρωπος μου ομολόγησε ότι δεν είχε ιδέα για τι πράγμα μιλάω, και ανέβηκε μαζί μου να του δείξω.
Ήταν λοιπόν μια εντελώς άνιση μάχη. Ο εχθρός πέρα από την προφανή υπεροπλία είχε και το πλεονέκτημα της στρατηγικής και του συντονισμού, όπου εμείς υστερούσαμε πολύ. Βέβαια πανικόβλητοι δεν ήμασταν, να 'ναι καλά οι ντουντουκιέρηδες, οι τύποι με τα Μαλόξ και οι μουσικοί. Αλλά δεν είχαμε εποπτεία της κατάστασης. Αποφάσισα ότι αν το βράδυ γινόταν συνέλευση, είχε έρθει η ώρα να ζητήσω το λόγο και, αν τον έπαιρνα, να προτείνω κατά πόσο θα ήταν εφικτό να μπουν σε μερικά καίρια σημεία κάμερες που να δείχνουν την εξέλιξη της μάχης και να προβάλλουν σε καμιά οθόνη στην πλατεία ή έστω να βλέπει κάποιος σ' ένα λάπτοπ και να συντονίζει μέσω κινητού ή οτιδήποτε τους ντουντουκιέρηδες... Εν πάση περιπτώσει το βράδυ δεν έγινε συνέλευση.

Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ενέδωσα στον πειρασμό ενός τέτοιου τύπου κινδύνου. Ο κίνδυνος ήταν γλυκός. Το να φεύγεις μισοτυφλωμένος βήχοντας σε κάθε ριπή, και να παραφυλάς πότε θα ξανακαθαρίσει ο αέρας για να γυρίσεις εκεί που βαρούσαν οι λύρες και τα τύμπανα και να παίξεις ρυθμικά παλαμάκια, είναι ωραίο. Δε φοβήθηκα. Η πλατεία ήταν όντως δικιά μας, και δεν ήθελα να την αφήσω. Δεν είμαι βίαιος άνθρωπος, δεν έχω καμία έφεση να πολεμώ και να προκαλώ σωματικές βλάβες. Εδώ ζούσαμε έναν πόλεμο, αλλά χωρίς να πολεμάμε εμείς, μόνο ο εχθρός. Ήταν λοιπόν μοναδική ευκαιρία να ζήσω τη χαρά του πολέμου, να καταλάβω γιατί ο πόλεμος μπορεί να είναι γιορτή, αλλά ταυτόχρονα η συμμετοχή μου να είναι εντελώς ειρηνική.
Παρά ταύτα έφυγα κάποια στιγμή. Το σκέφτηκα ψύχραιμα: Από το να κάτσω να ρουφήξω κι άλλη χημεία, καλύτερα να πάω σπίτι, να πλυθώ με το σκαρπέλο, να φάω ένα αψέκαστο φαί, να στανιάρω λίγο και να ξαναγυρίσω το βραδάκι. Υπολόγιζα ότι κάποια στιγμή το απόγευμα θα κόπαζε η μάχη και θα γινόταν, όπως την προηγούμενη φορά, η αντεπίθεση ειρήνης (που όπως είπαμε την είχα χάσει). Θα ερχόμουν λοιπόν, ανανεωμένος, φρέσκος και δυνατός, και θα έφερνα και κανένα όργανο που πάντα είναι χρήσιμο και που τώρα δεν είχα φέρει για να είμαι πιο ευκίνητος.
Έτσι κι έπραξα. Έλειψα περίπου 4-7 μμ. Όταν γύρισα, τα επεισόδια δεν είχαν σταματήσει, ήταν όμως κάπως πιο ήρεμη η κατάσταση. Η αντεπίθεση ειρήνης πράγματι είχε ξεκινήσει, με αλυσίδες κουβαλήματος νερού, ξέπλυμα της πλατείας κλπ. Αλλά ο αέρας εξακολουθούσε να είναι βαριά φορτωμένος με δακρυγόνο που κάθε τόσο ανανεωνόταν.
Επρόκειτο να γίνουν διάφορα λάιβ. Έπιασα πόστο κάπου εκεί για να είμαι πρώτο τραπέζι πίστα. Ετοίμαζαν τον ήχο, αλλά είχαν πολύ μέλλον ακόμα. Βαρέθηκα να περιμένω. Έκανα μια βόλτα να βρω τίποτε γνωστούς (τι ωραίο πράγμα! η πλατεία του χωριού! είναι όλοι εκεί!), και πράγματι βρήκα. Κάτσαμε κύκλο σ' ένα παρτέρι, ανάμεσα στις σκηνές -που διαπίστωσα ότι είχαν αραιώσει σε σχέση με πριν μερικές μέρες-, με τις μπιρίτσες μας και την κουβέντα μας. Σιγά σιγά βγάλαμε τα τσαμπουνοτούμπακα και αρχίσαμε το δικό μας λάιβ, μέχρι να αρχίσει το επίσημο.
Το «επίσημο» τελικά ήταν πολύ ανεπίσημο. Είχα ακούσει κάτι για Βασίλη Παπακωνσταντίνου, και δε μου 'χε καλοφανεί πολύ. Ο επαγγελματίας επαναστάτης; Τι δουλειά έχει εδώ; Τελικά δεν ήταν καθόλου αυτό που περίμενα. Ο τύπος μάλλον απλώς είχε έρθει ως ένας απ' όλους μας, ούτε την κιθάρα του δεν είχε. Του ζήτησαν να πει μερικά τραγούδια στο μικρόφωνο της συνέλευσης, χωρίς ούτε εξέδρα ούτε τίποτα, με συνοδεία από όσους άλλους μουσικούς έτυχε να βρίσκονται εκεί. Ορισμένοι από αυτούς έχει τύχει να βρίσκονται ανελλιπώς κάθε μέρα, και μάλλον αυτοί μοιάζουν να καρπώνονται την ευκαιρία του Συντάγματος παρά ο Παπακωνσταντίνου -ίσως, όταν ολοκληρωθεί η επανάσταση, να βολευτούν Υπουργοί Πολιτισμού- τέλος πάντων...
Τραγούδησε ο Παπακωσταντίνου, και τον είδα για πρώτη φορά από τόσο κοντά. Είναι αλήθεια όσα λέει ο Ζουγανέλης για τη μύτη του. Επίσης είδα από κοντά τον Αλκίνοο. Δεν εκπλήρωσα το παιδιόθεν όνειρό μου να δω και τον αγαπημένο μου Γιοκαρίνη, γιατί την ώρα που έπαιξε ήμουν δε θυμάμαι πού, κάπου παραπέρα. Και είδα και τους Τάιγκερ Λίλις, που είχα ακούσει ότι θα έβγαιναν αλλά δεν το 'χα καλοκαταλάβει -έλεγα κιόλας, δε θες να υπάρχει κάνα ελληνικό συγκρότημα με το ίδιο όνομα; Ήταν όμως οι αληθινοί. Επειδή είχα φύγει και ξανάρθα, και στο μεταξύ με τους Τάιγκερ Λίλις μαζεύτηκε πάρα πολύς κόσμος, ήταν αρκετά δύσκολο να βρω σημείο να βλέπω. Βρήκα τελικά, αλλά έπρεπε να κάνω τον ακροβάτη. Έτσι δεν άντεξα πάνω από δέκα λεπτά, θα πάθαινα εξάρθρωση σβέρκου. Έστω και για τόσο λίγο όμως άξιζε τον κόπο. Πολύ δυνατοί σόουμεν. Και ταπεινοί αθρώποι, ένα μ' εμάς ήταν: άσπρη μούρη εμείς (απ' το Μαλόξ), άσπρη μούρη κι εκείνοι.

...Ήταν πολύ φορτωμένη και πλούσια μέρα, κι έχω φτάσει στο σημείο που δεν τα θυμάμαι πια όλα. Πάντως κάποια δόση ήμουνα σε μια φωτιά κάτω από τα σκαλάκια κι έπαιζα τσαμπούνα, είχε κόσμο γύρω από τη φωτιά, έπεφταν δακρυγόνα, κι ένας έκανε συνέχεια το γύρο και μας ψέκαζε με Μαλόξ ανά πεντάλεπτο. Μπορεί να 'ταν και πριν το λάιβ, δεν είμαι σίγουρος.
Κάποια στιγμή είπα να φύγω. Πήρα τη Σταδίου, αλλά πέτυχα παρέα κι έκατσα εκεί. Εκεί που τα λέγαμε και πίναμε και ρακές κι ακούγαμε τον αχό από τα μπαλωτίδια πέρα, σκάει ξαφνικά μια τρομαχτική ομοβροντία, η μεγαλύτερη εκείνης της μέρας, 12 δακρυγόνα μεμιάς πρέπει να ήταν. Ξαναγυρίσαμε λοιπόν στην πλατεία, μην την αφήσουμε μόνη, οπότε άντε πάλι καινούργιος γύρος, πέτυχα κι άλλες παρέες, τα λάιβ συνεχίζονταν, ξαναέπαιξε ο Παπακωσταντίνου, έπαιξαν και μερικοί απλοί παρευρισκόμενοι, ο υπουργός πολιτισμού σταθερός στο πόστο του, και τελικά έφυγα κατά τις τρεις.


Δεν έχω προλάβει ακόμη να γράψω λέξη για τη δεύτερη μέρα, και φοβάμαι ότι μέχρι να βρω χρόνο θα έχουν συμβεί νέα γεγονότα. Θα προσπαθήσω αύριο, μείνετε συντονισμένοι.

..............................
*Προσθήκη μερικές μέρες αργότερα: βρήκα εδώ τη μαρτυρία ενός απόστρατου στρατιωτικού, που υποστηρίζει -με τεχνική ορολογία και όχι με τις δικές μου αοριστολογίες- την άποψη περί ύπαρξης στρατηγικού σχεδίου.