ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γλωσσικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γλωσσικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

Ένα καρπάθικο τραγούδι, «Άρκοντες τρων και πίνουσι»

Αφορμή γι' αυτή την ανάρτηση, που μας γυρίζει για λίγο στον από ετών ξεχασμένο καρπάθικο χαρακτήρα των Καρπάθικων Ημερολογίων, είναι η λέξη ακράνης, που απαντά σ' ένα καρπάθικο δημοτικό τραγούδι, και που τη συζητεί ο Νίκος Σαραντάκος στις Λέξεις που χάνονται και στο μπλογκ του.
Οι Λέξεις που χάνονται (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2011) ξανακυκλοφόρησαν πρόσφατα ως προσφορά με την εφημερίδα Το Βήμα. Το βιβλίο περιλαμβάνει 366 λέξεις που, ενώ με τον ένα ή τον άλλο τρόπο παραμένουν ζωντανές στην ελληνική γλώσσα, ωστόσο είναι αθησαύριστες από όλα ή τα περισσότερα λεξικά της σύγχρονης ελληνικής. Για την καθεμία παρατίθεται σύντομη συζήτηση: περίπου μισή σελίδα σχετικά με την ετυμολογία και τη χρήση της λέξης.

Γράφει λοιπόν για τον ακράνη ο Σαραντάκος:

Ακράνης είναι ο φίλος, ο συμπολεμιστής, ο σύντροφος. Η λ. είναι δάνεια από το τουρκικό akran, που σημαίνει «συνομήλικος», «όμοιος»· αραβικής αρχής. Δεν ακούγεται πια στις μέρες μας, αλλά τα παλιότερα λεξικά την έχουν. Τη βρίσκουμε σε ακριτικό τραγούδι από την Κάρπαθο, όπου «κι ο Κωσταντίνος ο μικρός ας ελιανοτραούει τ' ακράνη του τ' Ανδρόνικου του νιου του παινεμένου».
Ο ακράνης αποδίδει ακριβώς το αρχαίο εταίρος, και γι' αυτό το χρησιμοποίησαν πολύ οι Καζαντζάκης-Κακριδής στις ομηρικές μεταφράσεις τους, π.χ. «σέρνει φωνή κι ανακαλέστηκε τον γκαρδιακό του ακράνη» (Ψ 179) ....κλπ. (Λέξεις... 24)


Το τραγούδι είναι αυτό. Ας σχολιάσω ότι, αντίθετα προς τα περισσότερα ακριτικά τραγούδια αλλά και προς τα περισσότερα τραγούδια της Καρπάθου, το συγκεκριμένο δεν έχει εντοπιστεί παρά μόνο στην Κάρπαθο. Στις Εκλογές του ο Ν. Πολίτης, ενώ κατά γενικό κανόνα παραθέτει τις υποθετικές αρχικές μορφές των διάφορων πανελλήνιων τραγουδιών όπως τις ανασυνέστησε βάσει των τοπικών παραλλαγών που συνέλεξε ανά τον Ελληνισμό, ειδικά γι' αυτό παραθέτει αυτούσια την καρπάθικη εκδοχή, γιατί άλλην δε βρήκε, και το σημειώνει.

Έστειλα λοιπόν ένα σχόλιο στον Σαραντάκο, ο οποίος μου έκανε την τιμή να του αφιερώσει ειδική ανάρτηση στο μπλογκ του, όπου και το σχολιάζει με τη σειρά του. Είναι το εξής:

Το αναφερόμενο καρπάθικο τραγούδι (Άρχοντες τρων και πίνουσι) αποτελεί ολοζώντανο στοιχείο της τοπικής δημοτικής παράδοσης. Στην Όλυμπο, το κατεξοχήν «παραδοσιακό» χωριό του νησιού, ήταν παλιότερα το εναρκτήριο τραγούδι των γαμήλιων γλεντιών. Σήμερα είναι το εναρκτήριο τραγούδι σχεδόν κάθε γλεντιού, είτε πρόκειται για γάμο ή βάφτιση, είτε για πανηγύρι, είτε για γλέντι μεταξύ φίλων που μπορεί να προέκυψε και απρογραμμάτιστα. Τις τελευταίες δεκαετίες αυτή του η χρήση επεκτείνεται και στα υπόλοιπα χωριά, τη λεγόμενη Κάτω Κάρπαθο.
Όμως η συγκεκριμένη λέξη, προ γενεών ήδη χαμένη από το ενεργό λεξιλόγιο των Καρπαθίων, δε λέγεται σχεδόν ποτέ. Συνήθως λένε τ’ Αντρόνικου τ’ αήττητου. Αήττητος είναι εμφανώς λέξη που δεν μπορεί να προέρχεται από δημοτικό τραγούδι.
       Είμαι της γνώμης ότι αρχικά το ακράνη του εξελήφθη ως μία λέξη, ακράνητου (ο *ακράνητος). Ύστερα, είτε λόγω άγνοιας της σημασίας και παρετυμολογικής επίδρασης είτε από απλό παράκουσμα, θα έγινε ακράτητου. Τι μπορεί να σημαίνει του Αντρόνικου τ’ ακράτητου; Μάλλον θα εννοούσε −σκέφτηκε κάποιος (υποθέτω)− «ασυγκράτητου, ορμητικού, δεινού στη μάχη». Από κει, το πέρασμα στις λέξεις ανίκητος (που δεν είμαι βέβαιος αν το έχω ακούσει) και αήττητος (που το έχω ακούσει πολλάκις) είναι εύκολο.
Ο στίχος στην παλιά μορφή, τ’ Αντρόνικου τ’ ακράνη του, ακούγεται σήμερα μόνο από ανθρώπους που ναι μεν συμμετέχουν στα παραδοσιακά γλέντια με ενεργό ρόλο, ταυτόχρονα όμως έχουν διαβάσει και Μιχαηλίδη Νουάρο ή ίσως και Νικόλαο Πολίτη, είναι δηλαδή όχι απλώς γραμματιζούμενοι αλλά σχεδόν λόγιοι. (Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της καρπάθικης κουλτούρας και ζωής είναι ότι στο γλέντι συχνά δασκάλοι, γιατροί, δικηγόροι κλπ. συμμετέχουν και συμπεριφέρονται σαν παραδοσιακοί  Έλληνες της υπαίθρου του 19ου αιώνα, με πλήρως αφομοιωμένους −εμπειρικά− τους κώδικες του προφορικού πολιτισμού.) 

Εις επίρρωσιν της τελευταίας παραγράφου, ιδού η επανεκτέλεση του καρπάθικου τραγουδιού από τη Δόμνα Σαμίου. Η Σαμίου λέει τ' ακράνη του, όπως το κατέγραψε ο Πολίτης το 1914 αλλά και ο Μπο-Μποβύ (Τραγούδια των Δωδεκανήσων) το 1938, ενώ οι σημερινοί Καρπάθιοι στην άλλη εκτέλεση, που κατέγραψα εγώ το 2005, λένε τ' αήττητου.

Τρίτη 24 Αυγούστου 2010

ΕΝΑ ΣΛΑΒΟΦΩΝΟ ΧΩΡΙΟ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Τις προάλλες επισκέφτηκα για λίγες μέρες ένα χωριό Σλαβόφωνων στα Σέρρας. Πιστεύω να ξέρετε τι είναι οι Σλαβόφωνοι. Αν όχι, είναι ένα τεράστιο και απίστευτα μπερδεμένο θέμα, για το οποίο έχουν γραφτεί τόνοι ψεμάτων που εξυπηρετούν διάφορες ιδεολογίες. Ακροθιγώς θα μπορούσα να πω ότι είναι το εξής:
Πληθυσμοί που κατοικούν σε διάφορα χωριά της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, που βρίσκονταν εκεί άγνωστο από πότε αλλά πάντως πριν τους πρόσφυγες, εφ' ώ και αυτοπροσδιορίζονται συνήθως ως Ντόπιοι, και οι οποίοι μιλούν μία σλάβικη γλώσσα που χονδρικά μάλλον προσεγγίζει αυτήν των Σκοπίων*. Τη γλώσσα την ονομάζουν Ντόπια ή Ντόπικα, ή επίσης Μακεδονικά. Από τους ίδιους άκουσα επίσης αόριστες περιγραφές του στιλ «η παλιά γλώσσα» ή «παλιά το λέγαμε έτσι», ενώ ο όρος Σλαβομακεδόνικα ή Σλαβομακεδονικά χρησιμοποιείται κυρίως από άλλους.
Το αν αυτοί οι άνθρωποι κατάγονται από ελληνόφωνους Έλληνες που εκσλαβίσθηκαν γλωσσικά ή από Σλάβους, και από ποιους συγκεκριμένα Σλάβους, και αν σήμερα είναι Έλληνες ή Μακεδονική μειονότητα ή κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο, πιστεύω ότι είναι εντελώς άγνωστο. Κατά καιρούς τούς έχουν διεκδικήσει όλα τα γύρω κράτη, και έχουν προσπαθήσει είτε να αποδείξουν ιστορικά ότι είναι το Α ή το Β είτε να τους πιέσουν να γίνουν το Α ή το Β. Από το ελληνικό κράτος τον τελευταίο αιώνα περίπου έχουν υποστεί έντονο διωγμό προκειμένου να αποβάλουν τη γλώσσα τους και οποιοδήποτε άλλο πολιτισμικό στοιχείο θα μπορούσε να δώσει λαβή για διεκδικήσεις σε άλλα κράτη, ιδίως δε να αποβάλουν καθετί που θα δικαιολογούσε τα Σκόπια (ΠΓΔΜ) να κάνουν λόγο για δικούς τους αλύτρωτους. Σ' αυτό το πλαίσιο έχουν μάθει κι οι ίδιοι να σκίζονται να αποδείξουν ότι είναι οι πιο φλογεροί και καθαροί Έλληνες.
Κυκλοφορεί άφθονη μυθολογία (πολλή από αυτήν σε «έγκριτες» ιστορικές, εθνολογικές και γλωσσολογικές μελέτες) σχετικά με τους Σλαβόφωνους. Έτσι όταν πήγα εκεί είχα μεγάλη περιέργεια να δω από πρώτο χέρι τι παίζει.

Δεν είδα σχεδόν τίποτε. Δεν άκουσα κανέναν να μιλάει τίποτε άλλο εκτός από ελληνικά. Ο φόβος μη τυχόν κάποιος που να μην είναι του χωριού (εγώ δηλαδή και η παρέα μου) τούς ακούσει να μιλάνε Ντόπια, ή έστω αντιληφθεί ότι αυτή η γλώσσα υπάρχει ή υπήρξε κάποτε, πλανάνται διάχυτος. Όπως είναι εύλογο, κι εμείς καταληφθήκαμε από αυτό το πνεύμα και φροντίζαμε να είμαστε άκρως διακριτικοί, μη τυχόν και πέσει κάτι στην αντίληψή μας.
Υπάρχουν βέβαια κάποιοι στο χωριό που δεν παριστάνουν ότι αυτή η γλώσσα δεν υπήρξε ποτέ. Αυτοί όμως είναι τα μαύρα πρόβατα, είναι τσακωμένοι με τους υπόλοιπους και στιγματισμένοι με την κατηγορία ή πάντως την υποψία της αντεθνικής δράσης. Από αυτούς λοιπόν έμαθα ότι η γλώσσα μιλιέται κανονικά, όχι μόνο μέσα στο σπίτι αλλά και στο καφενείο ή το δρόμο, εκτός αν φανεί να πλησιάζει ξένος. Δε μου προσδιόρισαν αν μιλιέται εξίσου από όλες τις ηλικίες ή μόνο από τους μεγαλύτερους, σαν να ψιλοκατάλαβα όμως ότι πέρα από τους γέρους και οι σαραντάρηδες-σαρανταπεντάρηδες την ξέρουν.
Από αυτούς τους εθνικά υπόπτους έμαθα ακόμη μερικές συγκεκριμένες λεπτομέρειες σχετικά με το διωγμό που υπέστησαν από το ελληνικό κράτος. Πέρα από τις μετονομασίες των χωριών, που τις ήξερα**, έχουν γίνει και μετονομασίες των ίδιων των ανθρώπων. Ο Ιβάν έγινε Γιάννης, ο Μπλάγκο (από μια λέξη που σχετίζεται με την έννοια της ευλογίας) έγινε Βαγγέλης (ευλογία = ευαγγελισμός ;;τέλος πάντων), τα επώνυμα απέβαλαν τα -ιτς και -οφ και έγιναν -ης και -ος ή -ίδης και -άκης.
(Κατ' ιδίαν όμως αρκετοί εξακολουθούν να προσφωνούνται με το σλάβικο όνομά τους, π.χ. ο Μπλάγκο έγινε στην παρέα Μπλάγος και έξω Βαγγέλης.)
Αυτά για τους ζωντανούς. Τους πεθαμένους δεν μπορούσαν να τους αλλάξουν, οπότε απλώς τους εξαφάνισαν: ξεπάτωσαν όλα τα μνήματα, όπου τα σλαβομακεδόνικα ονόματα ήταν γραμμένα με κυριλλικό αλφάβητο.
Όλα τα σπίτια του χωριού, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, γκρεμίστηκαν και ξαναχτίστηκαν σε νέο αρχιτεκτονικό στιλ (δηλαδή μάλλον χωρίς κανένα στιλ), για να μη μοιάζουν με τη λαϊκή αρχιτεκτονική των γειτονικών χωρών.
Δεν ξέρω για το συγκεκριμένο χωριό, αλλού όμως, στα επίσης σλαβόφωνα μέρη της Φλώρινας, γκρεμίστηκαν ακόμη και οι εκκλησιές, επειδή είχαν το σλάβικο στιλ με τους δύο τρούλους, και έγιναν καινούργιες. Φαίνεται δε ότι σ' αυτό, που είναι πολύ πρόσφατο γεγονός, δεν αντέδρασαν όχι παπάδες ή λαϊκοί αλλά ούτε καν αρχιτέκτονες ή εφορίες βυζαντινών αρχαιοτήτων. (Έτσι άκουσα, έτσι λέω. Δεν εγγυώμαι για την ακρίβεια των πληροφοριών μου.)
Έμαθα επίσης για τα Σπίτια του Παιδιού: ιδρύματα που είχε κάνει η Φρειδερίκη όπου φυλάσσονταν τα παιδιά από αυτά τα χωριά, με βασικό στόχο όχι απλώς να γαλουχηθούν σύμφωνα με την εθνικοπατριωτική και βασιλόφρονα/προσωπολατρική προπαγάνδα της εποχής, να μάθουν μεταξύ άλλων να αποστρέφονται τη σλάβικη γλώσσα τους, αλλά και κάτι πιο συγκεκριμένο και πρακτικό: να μάθουν ελληνικά.
Ο πολιτιστικός σύλλογος του χωριού οργανώνει εκδηλώσεις και καταγραφές της τοπικής παραδοσιακής μουσικής, στις οποίες τα τραγούδια εκτελούνται οργανικά, χωρίς λόγια, και οι ερευνητές απαγορεύεται (δε συνίσταται εν πάση περιπτώσει) να ρωτήσουν τίποτε σχετικά. Ενθαρρύνονται να παριστάνουν ότι το θεωρούν φυσικό ένα ολόκληρο χωριό να μην έχει τραγούδια παρά μόνο οργανικούς σκοπούς. Αυτά σήμερα, όχι επί Φρειδερίκης.

Από την εφημερίδα Εμπρός, 1959

Γιατί τα γράφω όλα αυτά;

Όχι για να ενημερώσω κανέναν για την ιστορία αυτών των πολύπαθων περιοχών. Άκρες μέσες είναι γνωστό τι έχουν περάσει αυτοί οι άνθρωποι για την ατυχή τους επιλογή να παν να γεννηθούν σ' ένα περιβάλλον όπου η ζώσα, μητρική γλώσσα δεν ήταν η ίδια με την επίσημη του κράτους. Κι εγώ ο ίδιος έχω διαβάσει πολύ περισσότερα από αυτά που σας μεταφέρω εδώ προχείρως, δεν έχω κάνει όμως συστηματική μελέτη και γι' αυτό τα αναφέρω όπως θα τα αναφέραμε σε οποιαδήποτε πρόχειρη κουβέντα.
Δύο ήταν τα πράγματα που μου έκαναν βαθειά εντύπωση: Πρώτον, η πληροφορία για το γκρέμισμα των σπιτιών και των μνημάτων. Το ελληνικό κράτος διέγραψε το παρελθόν. Αυτοί οι άνθρωποι έχασαν το δικαίωμα στη γλώσσα τους, στο χωριό τους (νέα κτίσματα, νέα ονόματα), στα μνήματα των προγόνων τους -που παρά ταύτα κάπου εκεί είναι θαμμένοι-, και δεν τους επετράπη να κρατήσουν ούτε το όνομά τους. Δεύτερον, το πώς βιώνεται σήμερα (2010) όλη αυτή η τρομοκρατία. Προφανώς αυτοί οι άνθρωποι συνειδητοποίησαν ότι η μόνη λύση για την επιβίωσή τους θα ήταν να υιοθετήσουν αυτό το νέο παρελθόν που τους φορέσανε. Κι έτσι ζουν σ' ένα καθεστώς καθημερινής φοβίας μήπως ο κάθε διπλανός τους, ιδίως ο ξένος, είναι χαφιές και πάει και τους δώσει ως σκοπιανούς πράκτορες έτσι και τους ξεφύγει καμιά σλάβικη κουβέντα.


Πίναξ μετονομασιών ξενογλώσσων τοπωνυμιών
(περιοχή Αγράφων) της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού.

Παρ' ότι πιστεύω (και το έχω υποστηρίξει σε άλλες αναρτήσεις μου) ότι γενικά ζούμε τον φουτουριστικό εφιάλτη ενός ολοκληρωτισμού τύπου 1984, αυτές τις μέρες είδα ότι οι εφιάλτες των ολοκληρωτικών καθεστώτων του παρελθόντος σε κάποια μέρη της όμορφης πατρίδας μας παραμένουν ολοζώντανοι.



__________________________________________________
* Όπως είναι φυσικό, από χωριό σε χωριό υπάρχουν ιδιωματικές αποκλίσεις. Το ίδιο συμβαίνει και με τα Ελληνικά των ίδιων περιοχών (και της υπόλοιπης Ελλάδας άλλωστε). Πρέπει όμως να έχουμε υπόψη μας ότι οι Σλαβικές γλώσσες γενικά μοιάζουν πολύ περισσότερο μεταξύ τους απ' ό,τι άλλες γλώσσες που ανήκουν στην ίδια οικογένεια μεταξύ τους. Ρώσος με Βούλγαρο συνεννοούνται σχετικά άνετα μεταξύ τους, μιλώντας ο καθένας τη δική του γλώσσα. Η διάλεκτος ή το ιδίωμα που μιλάει ένας Βούλγαρος στα δυτικά άκρα της χώρας, στα σύνορα με Σερβία ή Σκόπια, μοιάζει πολύ περισσότερο με τη σερβική (σερβοκροατική για την ακρίβεια) ή σκοπιανή (σλαβομακεδονική) διάλεκτο ή ιδίωμα που μιλιέται πέντε μέτρα παραπέρα, στην άλλη μεριά των συνόρων, παρά με τα βουλγάρικα της ανατολικής άκρης της Βουλγαρίας. Συνεπώς δεν είναι πάντα εύκολο να πει κανείς αν μία συγκεκριμένη γλωσσική μορφή, εν προκειμένω η γλώσσα των σλαβόφωνων χωριών της Ελλάδας, ανήκει ως διάλεκτος ή ιδίωμα στα Βουλγάρικα, τα Σκοπιανά ή τα Σερβοκροατικά ή είναι ξεχωριστή γλώσσα.
Ωστόσο υπάρχει ένα κριτήριο που το θεωρώ σχετικά ασφαλές: οι περισσότερες σλάβικες γλώσσες κλίνουν τα ουσιαστικά με πτώσεις (
το τραπέζι / του τραπεζιού), όπως και τα Ελληνικά. Ειδικά τα Σκοπιανά δεν έχουν πτώσεις, τις εκφράζουν με τη χρήση προθέσεων όπως συμβαίνει στις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες (π.χ. Αγγλικά: the table, of the table, to the table...). Το ίδιο συμβαίνει και με τα Ντόπια. Άρα τα Ντόπια είτε ανήκουν ως διάλεκτος/ιδίωμα/ντοπιολαλιά στην ίδια γλώσσα με τα Σκοπιανά, δηλαδή τη Μακεδονική όπως την ονομάζουν οι ίδιοι οι Σκοπιανοί, είτε εν πάσει περιπτώσει προσεγγίζουν πολύ περισσότερο τη γλώσσα των Σκοπίων παρά οποιαδήποτε άλλη σλάβικη γλώσσα.

** Οι αλλαγές των τοπωνυμίων ξεκίνησαν σποραδικά από συστάσεως του ελληνικού κράτους, έλαβαν πιο συστηματικό και εντατικό χαρακτήρα το 1909 και συχεχίζονταν μέχρι και την προηγούμενη δεκαετία. Πριν γίνουν, σε πολλές περιοχές της Ελλάδας τα περισσότερα ή και όλα τα χωριά και αρκετές πόλεις είχαν τούρκικα ή σλάβικα ονόματα. Τα νέα ονόματα, είτε μεταφράσεις των παλιών είτε εντελώς καινούργια, συνήθως βγάζουν μάτι με τον αδέξιο και αφύσικο χαρακτήρα τους: Μηλοχώρι (πρ. Λίγκα), Δασόλοφος (πρ. Ορμάν Μαγούλα), Αχλαδοχώρι (πρ. Μανδαρές, πιο πρώην Κισλάρ), Καρυδοχώρι, Καπνόφυτο, Βαμβακόφυτο, Ψωμοτόπι, Εμμανουήλ Παππάς (έλεος! ο κάτοικος πώς λέγεται, Εμμανουηλπαππαδιώτης; -πρ. Δοβίστα), Ορεινή (πρ. Φράστενα ή Φραστάνη), καθώς και τα διάφορα Ελληνικά, Βασιλικά, Προμαχώνας, Εύζωνοι, αλλά και Πρώτη (πρ. Κιούπκιοϊ), Καλλιθέα, Καλλίπολη, ενώ μερικά είναι αναβιώσεις αρχαίων τοπωνυμίων της περιοχής ή απλώς αρχαΐζοντα, όπως Ηράκλεια (πρ. Κάτω Τζουμαγιά), Έδεσσα (πρ. Βοδενά), Πτολεμαΐδα (πρ. Καϊλάρια), Αγριανή (πρ. Αχριάν Ντουμάρ), Αραβησσός (πρ. Όμπαρ). Ακόμη και στην Τουρκία την ελληνική ή και ελληνική πόλη του Τσεσμέ (τσεσμές σημαίνει κρήνη) μερικές φορές τη βλέπουμε να αναφέρεται σε ελληνικές πηγές ως Κρήνη. Για αδιευκρίνιστους λόγους επιβίωσαν μερικά σλάβικα όπως Αράχωβα, Ζαγορά / Ζαγοροχώρια, Μέτσοβο (υποθέτω λόγω των εθνικών ευεργετών, που άλλωστε δεν ήταν Σλαβόφωνοι αλλά Βλάχοι), Τύρναβος, από τούρκικα το ιστορικό Κιλελέρ, και αρκετά αρβανίτικα όπως Βάρκιζα.
Περισσότερα εδώ, απ' όπου πήρα και τη φωτογραφία του εγγράφου της ΓΥΣ. Σημειώνω ότι η πηγή όπου παραπέμπω παρέχει μεν αντικειμενικά στοιχεία, το σύνολο όμως του ιστοτόπου όπου εντάσσεται διαπνέεται από μία ιδεολογία που δε συμμερίζομαι.

Κυριακή 8 Μαρτίου 2009

ΓΛΩΣΣΑΜΥΝΤΟΡΙΚΑ

Δε συμπαθώ τις κινδυνολογίες. Το ότι η γλώσσα μας απειλείται είναι μία καραμέλα που ακούγεται από παλαιοτάτων χρόνων, και όμως η γλώσσα μας συνεχίζει την πορεία της αδιάφορη για τις δικές μας φοβίες.
Οι νέοι, αντί να μιλούν «σωστά» ελληνικά, μιλούν αργκό. Καλά κάνουν! Η αργκό των νέων μπορεί να είναι μία εκφραστικότατη γλωσσική μορφή, με δύναμη, χιούμορ και άποψη. Δεν οδηγεί σε λεξιπενία: αυτός είναι απλώς ο φόβος όσων θεωρούν λεξιπενία τη χρήση άλλου λεξιλογίου από αυτό που χρησιμοποιούν οι ίδιοι. Άλλωστε, πώς γίνεται εδώ και τόσες γενιές μόνο οι νέοι να μιλούν αργκό; Σε ποια ηλικία την εγκαταλείπει κανείς; Σε καμία, βέβαια. Και οι γέροι τη χρησιμοποιούν, απλώς δε θεωρείται πια αργκό. Εκφράσεις όπως «την πατήσαμε» ή «θα σ' τις βρέξω», απολύτως αποδεκτές και ενταγμένες στον κοινό νεοελληνικό προφορικό λόγο, αρχικά θα ήταν αργκό. Εφόσον πέρασαν τα χρόνια και δεν έπαψαν να λέγονται, αλλά ίσα ίσα γενικεύτηκε η χρήση τους, δε θεωρούνται πλέον καινούργιες, πρωτοφανείς, δεν ξενίζουν, δεν προκαλούν, άρα δεν είναι αργκό.
Οι νέοι χρησιμοποιούν πολλές αγγλικές λέξεις. Και πάλι, καλά κάνουν. Οι ξένες λέξεις χρησιμοποιούνται κυρίως για έννοιες που δεν υπήρχαν από παλιά στη γλώσσα μας (γιατί παλιά δεν υπήρχαν ολωσδιόλου), και που όταν μάθαμε την έννοια από κάποιον ξένο λαό την πήραμε μαζί με το ξένο της όνομα. Οι αρχαίοι έλληνες δεν ονόμαζαν το πισί «προσωπικό υπολογιστή», ούτε το ασανσέρ «ανελκυστήρα». Δεν τα ονόμαζαν τίποτε, γιατί δεν τα είχαν. Αν είναι κακό να χρησιμοποιούμε την ξένη λέξη, μήπως είναι κακό να χρησιμοποιούμε και το ξενόφερτο πράγμα; Πόσο παράφρων θα έπρεπε να είναι κανείς για να πει «Μη χρησιμοποιείτε ασανσέρ, ανεβείτε από τη σκάλα, γιατί το ασανσέρ δεν το εφεύρε Έλληνας»; Ε, ξένος το εφεύρε, ξένος το βάφτισε, κι εμείς το μάθαμε με το ξένο του όνομα. Όταν θυμόμαστε ότι τη «Φιλοσοφία» ή τη «Δημοκρατία» (για να χρησιμοποιήσω δύο από τα πιο βαρύγδουπα παραδείγματα) τις εφεύραν Έλληνες και οι ξένοι τις πήραν έτοιμες με το όνομά τους, η ίδια διαδικασία δεν ακολουθείται; Βέβαια, τότε οι Έλληνες βρίσκονταν στην κορυφή της παγκόσμιας πρωτοπορίας. Σήμερα που δε βρίσκονται, πιο πολύ καλό θα τους κάνει να ακολουθήσουν εκείνους που βρίσκονται παρά να μείνουν απέξω.
* * * * * * * *
Λεξιπενία δεν είναι να ξέρεις λίγες λέξεις. Πόσο μάλλον, δεν είναι το να ξέρεις άλλες λέξεις από αυτές που θα ήθελα εγώ. Λεξιπενία είναι η δυσκολία ή αδυναμία να εκφράσεις με σαφήνεια αυτό που έχεις κατά νου, με όλες του τις αποχρώσεις. Αν δεν μπορείς λ.χ. να ξεχωρίσεις μεταξύ τους έννοιες όπως εγωισμός, εγωκεντρισμός, αυταρχισμός, ναρκισσισμός, πληθωρικότητα, πλεονεξία, αυτό είναι λεξιπενία: αν δε γνωρίζεις όλες αυτές τις λέξεις και την ακριβή έννοια της καθεμιάς, τότε δε διακρίνεις και τις ίδιες τις έννοιες μεταξύ τους, και θεωρείς ότι όποιος θέτει τον εαυτό του στο κέντρο (το όποιο κέντρο), καθ' οιονδήποτε τρόπο, είναι γενικώς «εγωιστής». Αυτό είναι λεξιπενία.
Αναντίρρητα, αυτό είναι όντως ένα υπαρκτό φαινόμενο. Υπάρχουν άνθρωποι, αρκετοί, που δεν είναι σε θέση να κάνουν λεπτές εννοιολογικές διακρίσεις, και που ο λόγος τους είναι φτωχός και υστερεί σε διαύγεια. Αλλά, προσωπικά, δεν το θεωρώ ανησυχητικό. Πιστεύω ότι πάντοτε υπήρχαν τέτοιοι άνθρωποι. Αλλά πάντοτε υπήρχαν, όπως υπάρχουν και τώρα, και άλλοι που ο λόγος τους (και κατά συνέπεια και η σκέψη τους) ήταν καλλιεργημένος και λεπταίσθητος. Όπως σε κάθε άλλο πεδίο του ανθρώπινου πνεύματος, έτσι και στη γλώσσα η πρόοδος δε γίνεται από όλους μαζί αλλά από τους καλύτερους.
* * * * * * *
Ωστόσο, υπάρχουν κάποια σημεία στα οποία, ακόμη κι εγώ με τη γενικότερη αισιοδοξία μου, βλέπω τη γλωσσική μας καλλιέργεια να πάσχει.
Ως φιλόλογος σε σχολεία, παρατηρώ ότι είναι εντυπωσιακό το ποσοστό παιδιών που έχουν πρόβλημα με την ορθογραφία. Για την ακρίβεια, δε θυμάμαι να συνάντησα κάποιον μαθητή που να μην έχει κανένα απολύτως πρόβλημα με την ορθογραφία. Οι καλοί μαθητές κάνουν λίγα λάθη, οι κακοί τα κάνουν με το τσουβάλι. Και το πρόβλημα πολλών δεν περιορίζεται στο ότι δεν ξέρουν πώς γράφεται μία λέξη ή μία κατάληξη, ή ότι δεν έχουν συνειδητοποιήσει την κοινή ρίζα (που συνεπάγεται κοινή ορθογραφία) ανάμεσα σε δύο λέξεις. Υπάρχουν πολλοί που δεν ξέρουν καν ότι υπάρχει ορθογραφία: δε θεωρούν ότι κάθε λέξη έχει συγκεκριμένο τρόπο που γράφεται, αλλά πιστεύουν ότι όλες οι ομόηχες γραφές είναι ισοδύναμες. Σε συνειδητό επίπεδο βέβαια δε γυρίζει κανείς να πει έτσι άμεσα ότι πιστεύει κάτι τέτοιο, στην πράξη όμως, από σειρά σε σειρά του γραπτού τους εναλλάσσουν με άνεση διαφορετικές γραφές της ίδιας λέξης.
Δεν ξέρω από πού ξεκινάει αυτό το πρόβλημα. Τώρα που δουλεύω σε Λύκειο, βλέπω ότι ελάχιστα πράγματα προλαβαίνω να κάνω για να βοηθήσω παιδιά που έχουν τόσο παγιωμένες συνήθειες (με άλλα λόγια, φταίει το Γυμνάσιο). Μέχρι πέρσι, που ήμουν σε Γυμνάσιο, υπήρχε ένα κάπως μεγαλύτερο περιθώριο, αλλά και πάλι για πολλά παιδιά ήταν αργά (ήτοι, έφταιγε το Δημοτικό). Υποθέτω ότι αν ήμουν δάσκαλος σε Δημοτικό θα έβρισκα πάλι κάποιον τρόπο να ρίξω το φταίξιμο στο Νηπιαγωγείο, και αν ήμουν νηπιαγωγός θα έφταιγαν οι γονείς. Σίγουρα υπάρχει κάποιο λάθος στο εκπαιδευτικό μας σύστημα, και, ακόμη κι αν κατά βάθος φταίνε όντως οι γονείς ή η κοινωνία ή η παγκοσμιοποίηση ή κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο, το σχολείο είναι αυτό που κατ' εξοχήν είναι αρμόδιο να λύσει το πρόβλημα. Αλλά δεν έχω βρει ακόμη τη λύση. Μόλις τη βρω θα σας την ανακοινώσω και όλα μας τα προβλήματα θα λυθούν.
* * * * * * *
Προς το παρόν, θα αρκεστώ να επισημάνω κάποιες επιμέρους πτυχές της δημιουργίας του προβλήματος που έχω σκεφτεί.
Μία από αυτές είναι τα γκρίκλις. Πολύ συχνά, σε διάφορες μορφές ηλεκτρονικής αλληλογραφίας (μηνύματα κινητού, διαδικτυακά φόρουμ, μέιλ κλπ.) η ελληνική γλώσσα γράφεται με το λατινικό αλφάβητο. Αυτό από μόνο του δε θα το θεωρούσα πρόβλημα. Το λατινικό αλφάβητο, με πολλές και ποικίλες μικροπαραλλαγές και προσαρμογές, χρησιμοποιείται κατά τρόπο απολύτως επαρκή για δεκάδες, πιθανώς εκατοντάδες γλώσσες. Ασφαλώς και δε θα αποδεχόμουν με χαρά την αντικατάσταση του ελληνικού αλφαβήτου από το λατινικό. Αλλά το να δαιμονοποιούμε το ξενόφερτο έναντι του πατροπαράδοτου είναι μια αντίδραση καθαρά συναισθηματική. Θα ήθελα να αναφέρω ενδεικτικά δύο μόνο περιπτώσεις, όπου στη μία η αντικατάσταση του πατροπαράδοτου από το ξενόφερτο δε δημιούργησε προβλήματα και στην άλλη έδωσε και λύσεις: πρόκειται για τη σερβοκροατική και την τουρκική γραφή.
Η σερβοκροατική γλώσσα είναι η κοινή γλώσσα που μιλούν οι Σέρβοι και οι Κροάτες. Πέρα από κάποιες μικροδιαφορές στο λεξιλόγιο και ίσως και στη γραμματική, που δεν επαρκούν ούτε καν για να μιλάμε για διαφορετικές διαλέκτους, βασικά κανείς δεν αμφισβητεί ότι πρόκειται για μία ενιαία γλώσσα. Όμως οι Σέρβοι, όπως οι περισσότεροι Ορθόδοξοι Σλάβοι, τη γράφουν με το κυριλλικό αλφάβητο, ενώ οι Κροάτες, όπως οι περισσότεροι Καθολικοί Σλάβοι, με το λατινικό. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε ειδικές προσαρμογές των αλφαβήτων: το σερβικό κυριλλικό αλφάβητο δεν ταυτίζεται απόλυτα με το ρωσικό ή το βουλγαρικό, έχει κάποιες διαφοροποιήσεις που ακολουθούν τις φωνητικές ιδιαιτερότητες της σερβοκροατικής γλώσσας. Και το κροατικό λατινικό αλφάβητο με τη σειρά του, χρησιμοποιώντας κάποια ειδικά επιπλέον σύμβολα, μοιάζει με το τσέχικο ή άλλα σλαβικά αλφάβητα αλλά και πάλι είναι προσαρμοσμένο στον ιδιαίτερο χαρακτήρα της γλώσσας. Το σημαντικό όμως είναι ότι υπάρχει απόλυτη αντιστοιχία μεταξύ των δύο, όπως και ανάμεσα στο καθένα από αυτά και στο πώς προφέρεται η γλώσσα. Κανένα από τα δύο δεν είναι πιο πιστό, πιο ακριβές ή πιο εύκολο από το άλλο. Ξέροντας κανείς τη γλώσσα με τη μία γραφή, αρκεί να αφιερώσει μερικές ώρες για να μάθει το σχήμα των γραμμάτων της άλλης γραφής και την έχει ήδη μάθει στην εντέλεια.
Ως προς τα Τουρκικά: εκ παραδόσεως γράφονταν με την αραβική γραφή, η οποία υποθέτω ότι εισήχθη μαζί με το Ισλάμ. Η αραβική γραφή, πέρα από τις αντικειμενικές δυσκολίες που έχει ούτως ή άλλως, επιπλέον είναι φτιαγμένη βάσει μιας παράδοσης που στηρίζεται στην αραβική γλώσσα, όχι την τουρκική. Δεν έχει την εγγενή ευελιξία του λατινικού. Το αποτέλεσμα ήταν ότι απέδιδε την τουρκική γλώσσα τόσο υπαινικτικά, υπήρχαν τόσες λεπτομέρειες που ο αναγνώστης όφειλε να συμπληρώσει μόνος του, ώστε ήταν υπερβολικά δύσκολη στην εκμάθηση. Έτσι, επί οθωμανικής αυτοκρατορίας εγγράμματοι ήσαν σχεδόν μόνο αυτοί που η γραφή ήταν η δουλειά τους: δασκάλοι, γραμματικοί, ανώτερο ιερατείο κλπ.. Πέρα από αυτούς, ένα ολόκληρο έθνος ήταν καταδικασμένο στην αμάθεια. Λες και μιλάμε για την αρχαία Αίγυπτο! Όταν λοιπόν ο Κεμάλ εισήγαγε τη λατινική γραφή, έκανε κάτι πολύ παραπάνω από μία απλή συμβολική κίνηση εξευρωπαϊσμού και ρήξης με την παράδοση: με βάση τον απλό κανόνα «κάθε γράμμα ένας φθόγγος - κάθε φθόγγος ένα γράμμα», κατέστησε τη γραφή προσιτή στον καθένα.
Όλα αυτά για να υποστηρίξω ότι το λατινικό αλφάβητο δεν είναι αφ' εαυτού κακό. Τα γκρίκλις όμως είναι!
Το πρόβλημα με τα γκρίκλις είναι ότι δεν έχουν μια συγκεκριμένη, κοινά αποδεκτή αντιστοιχία με το ελληνικό αλφάβητο. Το «ω» άλλοι το γράφουν με το λατινικό «ο», επειδή έτσι προφέρεται, άλλοι με «w» που είναι οπτικά πλησιέστερο. Αντίστοιχα το «η» άλλοι το γράφουν «i» και άλλοι «h». Για το «ξ» υπάρχουν τρεις εκδοχές: είτε «ks», η καθαρά φωνητική μεταγραφή, είτε «x», που είναι το παραδοσιακά αντίστοιχο γράμμα, είτε «3» (τρία), που μοιάζει οπτικά. Το «ks» και το «3» επιλέγονται από εκείνους που φυλάν το λατινικό «x» για να μεταγράψουν το ελληνικό «χ». Και πάει λέγοντας... Έτσι, η απλή λέξη «έξω» μπορεί να γράφεται: exw, exo, eksw, ekso, e3o, e3w. Αλλά στις δύο πρώτες περιπτώσεις μπορεί τελικά να μην είναι «έξω» αλλά «έχω»!
Πού οδηγεί αυτό; Νομιμοποιεί την εντύπωση ότι μια λέξη δεν έχει συγκεκριμένη γραφή, δεν αντιστοιχεί σε μία και μοναδική εικόνα, μπορεί να γράφεται όπως να 'ναι. Άντε να διαβάζεις ένα φόρουμ, όπου ο καθένας στην ιδανική περίπτωση χρησιμοποιεί τα δικά του γκρίκλις αλλά στην πράξη, συνήθως, όλους τους κώδικες εναλλάξ και αδιακρίτως, και μετά, επιστρέφοντας στο ελληνικό αλφάβητο, να πρέπει να γράψεις «συνειδητοποίηση» ή «εισιτήριο».



Δεν έχω καταλάβει πώς επικράτησαν τα γκρίκλις. Πάντως, όχι για ευκολία. Είναι δυνατόν, κάποιος που ξέρει να κινηθεί στο ίντερνετ, να μην ξέρει πώς γυρίζουμε σε ελληνική γραμματοσειρά; Ή θεωρείται πιο εύκολο να διαβάσεις τις έξι διαφορετικές γκρίκλις γραφές του «έξω» από τη μία και μοναδική ελληνική; Βέβαια, με λίγη εξάσκηση (e3askhsh!) εξοικειώνεσαι, και λησμονείς ότι είναι δύσκολο. Και επιπλέον, η ευκολία του να γράφεις όπως λάχει κάνει λιγότερο εμφανή τη δυσκολία του να διαβάζεις όταν ο άλλος γράφει όπως λάχει.
* * * * * * *
Έτσι λοιπόν καταστρατηγείται η ορθογραφία. Και χάνοντας την ορθογραφία συσκοτίζονται οι σχέσεις μεταξύ των λέξεων, και συνακόλουθα φτωχαίνει η γλώσσα μας, και άρα και η σκέψη μας. Διότι μπορεί η ελληνική γλώσσα να έχει δεν ξέρω πόσα εκατομμύρια λέξεις, αλλά κανένα μυαλό δε φτάνει για να τις απομνημονεύσει όλες. Ξέρουμε μερικές βασικές λέξεις και μερικούς κανόνες παραγωγής, και τις υπόλοιπες τις καταλαβαίνουμε επειδή καταλαβαίνουμε από πού βγαίνουν. Αν γράφουμε έτσι ώστε να χάνεται η ετυμολογική διαφάνεια, θα καταλήξουμε να χρειαζόμαστε ένα ξεχωριστό κουτάκι του μυαλού μας για κάθε μία λέξη. Και τα κουτάκια θα γεμίσουν πολύ πριν τις χωρέσουμε όλες! Ιδίως σήμερα, που οι ρυθμοί των εξελίξεων οδηγούν στη ραγδαία δημιουργία νέων λέξεων, και ιδίως ξένων -άρα, εξ ορισμού, ετυμολογικά αδιαφανών.
* * *
* * * * * * * * *
* * *
Ένα άλλο πρόβλημα είναι το εξής: τη γλώσσα ξεκινάμε βέβαια να τη μαθαίνουμε μωρά στο σπίτι μας, αλλά εξακολουθούμε να τη μαθαίνουμε για πολλά χρόνια ακόμη. Συνεπώς στη διαμόρφωσή της επηρεαζόμαστε όχι μόνο από το οικογενειακό μας περιβάλλον και, μετά, στο σχολείο, από τους δασκάλους, αλλά και από τον καθένα που ακούμε, ακόμη και τους συνομηλίκους μας. Συμβαίνει λοιπόν σήμερα, ένα μεγάλο ποσοστό των ελληνικών που ακούει ένα παιδί να προέρχεται από ανθρώπους που τα ελληνικά δεν είναι η μητρική τους γλώσσα. Αφήνουμε κατά μέρος το πρόβλημα του μετανάστη που στο σπίτι του μιλάει μία γλώσσα που δεν τη διδάσκεται ποτέ και στην υπόλοιπη ζωή του μιλάει ελληνικά, που τα διδάσκεται μεν αλλά δεν είναι η μητρική του γλώσσα. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν μια τραγική μοίρα: εκτός από κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις, συνήθως καταδικάζονται να είναι άγλωσσοι και να μην το συνειδητοποιήσουν και ποτέ. Πέρα από αυτούς όμως: ποια θα είναι η μητρική γλώσσα του παιδιού π.χ. μιας Αιγύπτιας και ενός Αλβανού, που συνεννοούνται μεταξύ τους σε σπαστά ελληνικά; Τα σπαστά ελληνικά! Έστω μια τάξη νηπιαγωγείου με είκοσι παιδάκια, που ανά ένα ή ανά δύο είναι Ελληνόπουλα, Αλβανάκια, Βουλγαρόπουλα, Φιλιππινεζάκια, Κινεζάκια, Ρουμανόπουλα, Πακιστανάκια κλπ. Η δασκάλα μιλάει βέβαια ελληνικά, αλλά δεν επηρεάζονται μόνο από τη δασκάλα αλλά και μεταξύ τους. Τι γλωσσική παιδεία θα αποκομίσουν από κει μέσα; Ή, τι θα μάθει να μιλάει ένα ξένο παιδάκι που γεννήθηκε στην Ελλάδα, και έμαθε από μικρό τα ελληνικά, αλλά τα αδέλφια του (με τα οποία είναι πολύ πιθανόν ότι θα καταλήξει να μιλάει [και] ελληνικά) γεννήθηκαν στην πατρίδα και τα ελληνικά τα έμαθαν μεγαλύτερα;
* * * * *
Η ιστορία έχει να επιδείξει και άλλες περιόδους όπου συνέβαιναν αυτά. Τέτοια ελληνικά μάθαιναν και στην αυτοκρατορία του Μεγαλέξαντρου, και το αποτέλεσμα ήταν ότι αφενός χάθηκαν οι αρχαίες διάλεκτοι, με όλη την ιδιαίτερη καλλιέργεια που τους είχαν επιφέρει οι στοχαστές και συγγραφείς των παλιότερων αιώνων (οι οποίοι, προσοχή: ζούσαν σε μικρές πόλεις κράτη, όχι σε αυτοκρατορίες!), αφετέρου δημιουργήθηκε μία κοινή γλώσσα, κατανοητή από όλους και πρόδρομος της σημερινής ελληνικής. Τέτοια λατινικά μάθαιναν και στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, με το αντίθετο αποτέλεσμα: να σπάσει η γλώσσα σε ιδιώματα, στη συνέχεια σε διαλέκτους, και, προϊούσης της διαφοροποιήσεως των διαλέκτων, να φτάσουμε στα σημερινά Ιταλικά, Γαλλικά, Ρουμάνικα, Προβηγκιανά, Ισπανικά, Πορτογαλικά κλπ..
Μόνο που η σημερινή Ελλάδα δεν είναι αυτοκρατορία. Και, επιπλέον, ζούμε σε μια εποχή όπου η επίσημη εκπαίδευση, όσα κι αν είναι τα επιμέρους προβλήματά της, υπάρχει ως θεσμός και είναι απείρως πιο καθιερωμένη απ' ότι επί Μεγαλέξαντρου ή επί Ρωμαίων. Άρα, επανέρχομαι σ' αυτό που είχα πει και πιο πάνω, το σχολείο είναι που πρέπει να επωμιστεί τη λύση του προβλήματος.
* * * * *
Για να λυθεί ένα πρόβλημα πρέπει πρώτα να οριστεί με ακρίβεια. Νομίζω ότι με βάση τα παραπάνω, το πρόβλημά μας είναι ότι η συνύπαρξη και επαφή πολλών γλωσσικών κωδίκων (αφενός λόγω της παγκοσμιοποίησης της πληροφορίας και αφετέρου λόγω των μεταναστών), αντί να οδηγεί σε εμπλουτισμό του καθενός από αυτούς, αντίθετα τους φτωχαίνει. Οι Αλβανοί της Ελλάδας μαθαίνουν φτωχά Ελληνικά και ακόμη φτωχότερα ή και καθόλου Αλβανικά, και οι Έλληνες μαθαίνουν περίπου τα ίδια Ελληνικά και τέρμα. Μήπως θα έπρεπε να δοθεί κάποιο βάρος στην εκμάθηση της μητρικής γλώσσας των μεταναστών; Σκέφτομαι ότι, αν ο Αλβανός που στο σπίτι του ακούει από την πρώτη στιγμή Αλβανικά, επιπλέον τα διδαχτεί και με τρόπο συστηματικό, ίσως η σχέση του με τα Ελληνικά ξεφύγει από το «πώς το λέτε εσείς εδώ γιατί ξέχασα πώς το λέγαμε εμείς εκεί». Η καλή, γερή γνώση μιας γλώσσας διευκολύνει την εκμάθηση μιας δεύτερης ως ξένης. Ενώ έτσι όπως είναι σήμερα τα πράγματα, πολλά μεταναστόπουλα ξέρουν όλες τις γλώσσες μόνο σαν ξένες. Δε θα μπορούσε άραγε να μπει στο Δημοτικό μία υποχρεωτική δεύτερη γλώσσα, η οποία για μεν τους καθαρούς Αλβανούς, Αιγυπτίους κλπ. θα είναι αντίστοιχα η Αλβανική ή η Αραβική κλπ., για τα παιδιά μικτών γάμων μία από τις δύο γλώσσες των γονέων, και για τα Ελληνόπουλα μία οποιαδήποτε κατ' επιλογήν; (Στο κάτω κάτω, κι αν δεν ωφελήσει, τι θα βλάψει να μάθουμε μερικά Αλβανικά;) Είναι βέβαιον ότι μέσα στις στρατιές των μεταναστών που εδώ είναι εργάτες, κάποιοι στις χώρες τους θα ήταν δασκάλοι ή φιλόλογοι και θα μπορούν να επιστρατευτούν για να διδάξουν.
Βέβαια αυτό δε λύνει το πρόβλημα του ανορθόγραφου και λεξιπένητος καθαρού Ελληνόπουλου. Αυτό το Ελληνόπουλο είναι βέβαιον ότι, πέρα από την επαφή του με γκρίκλις μηνύματα και με ξένους που δε μιλάνε καλά ελληνικά, κυρίως έχει δεχτεί μία λειψή γλωσσική εκπαίδευση. Γιατί αυτή είναι λειψή; Δεν ξέρω, δεν έχω δει τι γίνεται μέσα στα Νηπιαγωγεία και τα Δημοτικά. Ίσως τους φταίει που έχουν αυξηθεί τα γνωστικά αντικείμενα. Ήδη στο Γυμνάσιο υπάρχουν ένα σωρό μαθήματα που στον καιρό μου δεν υπήρχαν: πληροφορική, τεχνολογία, δεύτερη ξένη γλώσσα... Και αυτά είναι απαραίτητα, δεν μπορούμε να τα διώξουμε, αλλά και το μυαλό και ο χρόνος έχουν όρια. Άρα, θέλει μέθοδο. Ποια μέθοδο;
...Δεν ξέρω. Αν ήξερα, δε θα 'μουν εδώ. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι δε θα πρέπει ποτέ να πούμε «η ελληνική γλώσσα είναι πολύ δύσκολη, ας την απλουστεύσουμε». Ριζικές μεταβολές, όπως π.χ. η αλλαγή του αλφαβήτου, θα έθεταν στο περιθώριο όλους όσοι έχουν μάθει τη γλώσσα στην παρούσα της μορφή (και φυσικά, και όλα τα βιβλία που έχουν ήδη τυπωθεί). Με την εισαγωγή της Δημοτικής (που δεν ήταν «απλούστευση», αλλά ένας αναγκαίος εκσυγχρονισμός) και του μονοτονικού και την εμπέδωσή τους, η επίσημη μορφή της γλώσσας μας έχει φτάσει σε ένα σημείο που πολλοί την έχουν μάθει πλέον πολύ καλά, και την καλλιεργούν παράγοντας λόγο, επικοινωνία, σκέψη και τέχνη. Όσο αυτό υπάρχει, μπορεί και να συνεχίσει να υπάρχει. Το θέμα μας είναι πώς αυτό θα το μεταδώσουμε στις νέες γενιές, όχι πώς θα τους μεταδώσουμε κάτι οτιδήποτε. Δε μεταδίδεται πιο εύκολα κάτι που μπορεί να είναι μεν απλούστερο, αλλά ο διδάσκων δεν το έχει διδαχθεί και καλλιεργήσει ο ίδιος.
Πέραν αυτών των γενικοτήτων, δεν καταλήγω πουθενά. Απλώς καταθέτω τις σκέψεις μου.
Σας ευχαριστώ.

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2008

ΤΙ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΝ ΟΙ ΣΚΥΛΟΙ;

Το πολύ γνωστό βιβλίο «Εγώ ελπίζω να τη βολέψω» του Μαρτσέλο ντ’ Όρτα είναι το πρώτο από μια ολόκληρη σειρά, που γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Ο συγγραφέας είναι δάσκαλος στη Νάπολη. Το βιβλίο, όπως και τα επόμενα που ακολούθησαν, είναι ανθολογία μαργαριταριών που συγκέντρωσε από γραπτά μαθητών του. Τα μάζευε επί χρόνια. Η επιλογή και η παρουσίαση φανερώνουν μεγάλη αγάπη και σεβασμό του δασκάλου προς τα παιδιά του: ο σκοπός του σε καμία περίπτωση δεν είναι να χλευάσει τους μαθητές για την άγνοιά τους στο α ή β θέμα. Αλλά οπωσδήποτε, πρόκειται για μια άγνοια που σε αρκετές περιπτώσεις παράγει ξεκαρδιστικά κείμενα. (Βλ. σχετικά http://www.aueb.gr/users/antoniadis/stories/).
Από την πρώτη μου χρονιά ως δάσκαλος είδα αυτά τα βιβλία από μια νέα σκοπιά. Κάθε άλλος αναγνώστης απλώς θα γελάσει, θα απορήσει, θα θαυμάσει και πιθανόν και να δυσπιστήσει, διαβάζοντας τα μαργαριτάρια των Ναπολιτάνων μαθητών· αυτές ήταν και οι δικές μου αντιδράσεις πριν διοριστώ. Όποιος όμως έχει βρεθεί σε τάξη και έχει μαζέψει μερικές εργασίες και διαγωνίσματα, αυτός έχει μπει στα παρασκήνια και ξέρει το κόλπο. Μπήκα λοιπόν κι εγώ στα παρασκήνια, και αναφώνησα: «Τόσο εύκολο ήταν; Τέτοια βιβλία σάς ετοιμάζω κάθε χρόνο, κι εγώ και κάθε συνάδελφος!»
Δεν είναι έτσι, φυσικά. Μια τέτοια βιαστική κρίση θα υποτιμούσε πολύ τόσο το συγγραφέα όσο και τους μαθητές του, που πολλά από τα κείμενά τους, ισορροπώντας μεταξύ της κωμωδίας και της τραγωδίας, μας αποκαλύπτουν με συγκλονιστικό τρόπο τι συμβαίνει στην ψυχή ενός παιδιού από τον φτωχό ιταλικό Νότο. Αλλά το θέμα είναι ότι τα μαργαριτάρια φύονται σε κάθε τάξη κάθε σχολείου. Και πολλές φορές δε δείχνουν την άγνοια του μαθητή, αλλά την ανεπάρκεια του δασκάλου και του συστήματος.

...Δε θα δικαιολογηθώ άλλο. Πιστεύω να σας έχω πείσει αρκετά όλους ότι είμαι ένας καλοπροαίρετος, ευαίσθητος αναγνώστης και ένας δάσκαλος γεμάτος αγάπη, κατανόηση και αυτοκριτική. Εντάξει; Όλοι πεπεισμένοι; Ωραία, πάμε λοιπόν: Εγώ γελάω με τα μαργαριτάρια των παιδιών!
Ουφ, το ’πα!

******************************************

Στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου περιλαμβάνεται ένα χρονογράφημα του Ροΐδη, από εφημερίδα της εποχής, στο οποίο, με την περίφημη λεπτή ειρωνία του, εκφράζει την ενόχλησή του από δύο κακώς κείμενα της Αθήνας: το πλήθος των αδέσποτων σκυλιών, και τη συνήθεια των εμπόρων να απλώνουν τις πραμάτειες τους στο πεζοδρόμιο σαν να ήταν μέρος του μαγαζιού τους. Ένα από τα προβλήματα που προκύπτουν, επισημαίνει ο Ροΐδης, είναι ότι οι σκύλοι κατουρούν τις πραμάτειες των εμπόρων.
Κάναμε αυτό το κείμενο στην τάξη. Το διαβάσαμε, το αναλύσαμε, το συζητήσαμε, και είχαμε και μία γραπτή ερώτηση για το σπίτι. Ένας μαθητής, στην απάντησή του, χρησιμοποιεί ακριβώς τη φράση «οι σκύλοι κατουρούν τις πραμάτειες», όπως σας το γράφω. Εδώ που τα λέμε, και πώς αλλιώς να το πει; «Ουρούν»; Μπλιαχ. «Κάνουν την ανάγκη τους»; Γελοίο. «Δροσίζουν τις πραμάτειες», όπως το έγραφε ειρωνικά ο Ροΐδης; Ασφαλώς όχι: ο Ροΐδης είναι φτασμένος συγγραφέας και έχει δικαίωμα να κάνει ύφος, ενώ ο μαθητής ακόμη ασκείται στα βασικά του γραπτού λόγου. Έτσι κι αλλιώς το κατούρημα είναι κατούρημα όπως κι αν το ονομάσεις, κι αν κάποιον τον ενοχλεί, δεν του φταίει η λέξη αλλά το γεγονός. Κατέληξα λοιπόν ότι ο μαθητής καλώς επέλεξε αυτή τη διατύπωση.
Κάποιος άλλος μαθητής δεν είχε κάνει την άσκηση. Επίσης, δεν είχε ιδέα για τι πράγμα μιλάει το κείμενο −πιθανότατα δεν ήξερε ούτε ποιο κείμενο έχουμε ούτε οτιδήποτε άλλο σχετικά με το μάθημα. Αντιγράφει την άσκηση από το συμμαθητή του, αλλά όταν φτάνει στην εν λόγω φράση, κωλώνει: «Οι σκύλοι κατουρούν τις πραμάτειες;; Αποκλείεται!» Του φάνηκε τόσο απίθανο να γράφει κάτι τέτοιο ο συμμαθητής του σε σχολική εργασία, ώστε ο νους του αρνήθηκε να το καταχωρήσει.
Κι έτσι, μαζεύω τις εργασίες και τις διαβάζω, και φτάνω σε μία που, ενώ γενικά δείχνει συγκροτημένη και αρκετά καλή, σε κάποιο σημείο με αιφνιδιάζει με ένα σουρεαλιστικό και αναπάντεχο «οι σκύλοι κατηγορούν τις πραμάτειες»!

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2007

ΓΛΩΣΣΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Καλησπέρα σας. Σήμερα γκρινιάζω.

Ξέρετε, υπάρχουν μερικά πράγματα που με ενοχλούν. Αρκετά ίσως. Ένα από αυτά είναι η καταστρατήγηση της γλώσσας. Δεν τραβάω κανένα κόλλημα με τη διατήρηση του ιερού γλωσσικού θησαυρού που μας κληροδότησαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι. Έτσι κι αλλιώς αυτός δεν απειλείται: ούτε στην αρχαιότητα ήσαν όλοι Όμηροι και Θουκυδίδηδες, ούτε σήμερα είναι ο καθένας υποχρεωμένος να είναι Όμηρος ή Θουκυδίδης ή έστω φιλόλογος. Μερικοί μπορεί να τους φτάνουν, και υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, που τα Ελληνικά τους είναι μουσική. Αν οι υπόλοιποι δεν ξέρουν καλή γραμματική και δεν έχουν πλούσιο λεξιλόγιο, δε χάθηκε ο κόσμος. Δεν το χρωστούσαν σε κανέναν.

Με ενοχλεί όμως να παραβιάζονται βασικές αρχές της επικοινωνίας, της αισθητικής και της κοινής λογικής, σε θέματα που δε χωράει η δικαιολογία ότι ο άλλος «δεν το ήξερε». Σας παραθέτω εδώ κάτω μία σειρά σκέψεων που έκανα τελευταία για τη χρήση της γλώσσας μας. Στην αρχική τους μορφή είχαν κυκλοφορήσει στο φόρουμ της «Άσπρης Λέξης», στη διεύθυνση http://www.asprilexi.gr/SnitzForum/default.asp.


1. Απεχθάνομαι τη φράση «φυσικός χυμός». Πρώτον, γιατί είναι παράλογη: θα ζήταγε κανείς ποτέ έναν αφύσικο χυμό; Και δεύτερον, γιατί είναι ψεύτικη, φτιαχτή. Αυτό που στα καφενεία ονομάζουμε φυσικό χυμό πορτοκάλι, στην υπόλοιπη ζωή μας το ονομάζουμε πορτοκαλάδα. Και επειδή στο καφενείο πρέπει να διευκρινίσουμε ότι δε θέλουμε πορτοκαλάδα Φάντα, υπάρχουν οι απλοί και φυσικοί τρόποι να πούμε: «Φέρτε μου μία στιφτή πορτοκαλάδα», ή «Στίψτε μου μια πορτοκαλάδα».

Όχι. Ακόμα κι έτσι δεν είναι αποδεκτό. Ο σερβιτόρος επιμένει ν’ ακούσει αυτό που επιβάλλουν οι ειδικοί γλωσσικοί κανόνες του καταστήματος. «Δηλαδή ένα φυσικό χυμό;»

Εντάξει, κέρδισες. Φυσικό χυμό θέλω.

Εκεί απειλείται η γλώσσα μας, κύριοι. Όχι όταν κάνουμε γραμματικά λάθη, ούτε όταν χρησιμοποιούμε ξένες λέξεις. Πρόβλημα με τη γλώσσα υπάρχει όταν μία λέξη που όλοι ξέρουμε τι σημαίνει την απορρίπτουμε έναντι μιας τεχνητά επιβεβλημένης που δεν ανήκει στο φυσικό, αυθόρμητο λεξιλόγιο κανενός. Ο άκρως αφύσικος «φυσικός χυμός» μού φαίνεται σαν να μου λένε: μπορεί από βρέφος να έμαθες να περπατάς με τα πόδια, όμως εδώ στο μαγαζί μας θα πρέπει να περπατάς με τα χέρια. Μπορώ ενδεχομένως να το κάνω, με λίγη εξάσκηση, αλλά γιατί; Τι και ποιον εξυπηρετεί;


Χημικός χυμός

2. Βρήκα ένα καινούργιο, στο ίδιο στιλ αλλά ακόμη χειρότερο. Ξέρετε πώς ονομάζεται το μεγάλο ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο κομμάτι τυριού (ένταμ, γκούντα κλπ.), από το οποίο ο μπακάλης μάς κόβει φέτες για τοστ; Φραντζόλα!

Μα έλεος πια! Η ετικέτα το γράφει απερίφραστα: «Ένταμ φραντζόλα». Μια φραντζόλα τυρί. Τι άλλο θα ακολουθήσει; Κανένα καρβέλι νερό, ένα τσαμπί κιμά, ένα ματσάκι καφέ;

Αυτό σηκώνει επανάσταση. Στα όπλα σύντροφοι! Δεν μπορούν να μας το κάνουν αυτό, δεν μπορούν να μας κλαδεύουν σε τέτοιο βαθμό τη γλώσσα μας. Τη χρειαζόμαστε, για να μπορούμε να συνεννοούμαστε. Αν μας την πάρουν θα μείνουμε ανάπηροι, ανήμποροι και άχρηστοι. Χωρίς αρωγή μπορούμε να ζήσουμε, με λάθος τα τελικά μπορούμε να ζήσουμε, αλλά αν χάσουμε την ικανότητα να κατονομάζουμε τις τελείως στοιχειώδεις έννοιες όπως το ψωμί και το τυρί ΔΕΝ ΘΑ ΖΗΣΟΥΜΕ!!!

3. Ένα ένα μου ’ρχονται. Λοιπόν, έχετε προσέξει ότι στις ζωντανές εκπομπές ραδιοφώνου και τηλεόρασης ισχύει ένας ειδικός κώδικας με τον οποίο χαιρετιούνται οι άνθρωποι, εντελώς άγνωστος σε κάθε άλλη περίσταση του καθ’ ημέραν βίου;

«Καλό μεσημέρι, Γιώργο Ταδόπουλε». Τι καλό μεσημέρι βρε όρνιο; Οι ευχές που χρησιμοποιούνται στα Ελληνικά ως χαιρετισμοί και έχουν σχέση με τη φάση της ημέρας όπου βρισκόμαστε είναι δύο: Καλημέρα και καλησπέρα. Καμία απολύτως άλλη. Η καληνύχτα και τα καινοφανή «καλό μεσημέρι», «καλό απόγευμα» κλπ. δεν είναι χαιρετισμοί, είναι αποχαιρετισμοί. Γιατί είναι αποχαιρετισμοί; Δεν ξέρω, αλλά ζω στην Ελλάδα, μιλώ αυτή τη γλώσσα όλη μου τη ζωή και ξέρω μετά βεβαιότητος ότι αυτές οι φράσεις λέγονται στο τέλος μιας συνάντησης ή συνδιάλεξης, όχι στην αρχή.

Δηλαδή, εμφανίζεται ο καλεσμένος ή ο από τηλεφώνου ανταποκριτής ή ο συμπαρουσιαστής μιας εκπομπής, και, πριν προλάβει να ανοίξει το στόμα του, ο παρουσιαστής τον ξαποστέλνει. Αν καταδεχτούμε να επιστρέψουμε στις πραγματικές σημασίες των λέξεων και των εκφράσεων, αυτές που προκύπτουν όχι από τεχνοκρατικούς ψευτοσυλλογισμούς του τύπου «καλό + μεσημέρι = καλό μεσημέρι, ήτοι μία ευχή, άρα μία ευγενική κουβέντα» αλλά από την απλή, ταπεινή καθημερινή εμπειρία της πραγματικής ζωής που όλοι έχουμε, θα συνειδητοποιήσουμε ότι στο «Καλό μεσημέρι Γιώργο Ταδόπουλε» η μόνη λογική και εντός θέματος απάντηση είναι «Ευχαριστώ, επίσης» και να κλείσει το τηλέφωνο ή να φύγει από το στούντιο. Δηλαδή αν τον υποδέχονταν λέγοντάς του «Καληνύχτα, Γιώργο Ταδόπουλε» ή «Αντίο, Γιώργο Ταδόπουλε», τι θα όφειλε να κάνει; Αυτό δεν το είδαμε ακόμη να συμβαίνει, αλλά γιατί να το αποκλείσουμε; Η λογική δεν το απαγορεύει: «καληνύχτα» είναι μία όμορφη ευγενική ευχή για όταν είναι νύχτα, και «αντίο» σημαίνει στην ένδοξη γλώσσα του Δάντου «[πήγαινε] στο Θεό», ή λίγο πιο ελεύθερα «ο Θεός μαζί σου». Προσφυέστατο λοιπόν.

«Έχε γεια, Γιώργο Ταδόπουλε»!

Έγραφα πιο πάνω ότι το να χάσουμε την ικανότητα να εκφράζουμε στοιχειώδεις έννοιες όπως το ψωμί και το τυρί είναι επικίνδυνο. Ε, ιδού λοιπόν άλλη μία έννοια που καταστρατηγείται: ο χαιρετισμός. Και πρόκειται για τόσο βασική και στοιχειώδη έννοια, ώστε είναι πάντοτε από τις πρώτες λέξεις που μαθαίνει κανείς σε μία ξένη γλώσσα. Οι περισσότεροι άνθρωποι ξέρουν να λένε «Γεια σου» ή «Καλημέρα» σε αρκετές γλώσσες στις οποίες κατά τα άλλα δεν ξέρουν ούτε μία λέξη. Και έχουμε τώρα δημοσιογράφους, δηλαδή ανθρώπους που ο λόγος είναι η δουλειά τους και που επιπλέον βρίσκονται σε τέτοια θέση ώστε να επηρεάζουν την κοινωνία, οι οποίοι ξαφνικά ή δεν ξέρουν να χαιρετήσουν έναν άνθρωπο στη μητρική τους γλώσσα ή μας λένε εμμέσως ότι εμείς δεν ξέρουμε να το κάνουμε.