ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Απουσίασα από την Αθήνα για ένα τριήμερο ταξίδι. Έτσι, όχι μόνο δεν κατέβηκα στο Σύνταγμα, αλλά έζησα ένα κάποιο πλήθος συσσωρευμένων εμπειριών τελείως άσχετων με τις συγκεντρώσεις της πλατείας. Συνεπώς φρεσκάρισε το μυαλό μου: τα προηγούμενα είχαν μια ευκαιρία να κατακάτσουν και ίσως, κάπως, να ωριμάσουν.

Και σκέφτηκα: Τι ακριβώς κάνω όλον αυτό τον καιρό στο Σύνταγμα; Τι είναι αυτό που με έχει απορροφήσει τόσο πολύ στην «επανάσταση»; Το κεντρικό αίτημα, η άμεση δημοκρατία, δε με έχει πείσει −αυτό είναι φανερό και από τα προηγούμενα κείμενά μου· η διαμαρτυρία και η αγανάκτησή μου είναι εξίσου γνήσια με του καθενός, ωστόσο το αντικείμενό τους είναι κάπως θολό στο μυαλό μου, γιατί οι ικανότητές μου στις πολιτικοοικονομικές αναλύσεις είναι ιδιαίτερα περιορισμένες. Οπότε, τι;

Για να είμαι ακριβέστερος, τις μέρες που το μυαλό μου άλλαζε αέρα δε σκεφτόμουν ακριβώς αυτά τα ερωτήματα, σκέφτηκα όμως την απάντηση. Τα ερωτήματα τώρα που γράφω μου ήρθαν.

Στο Σύνταγμα υπάρχει ελευθερία. Δεν ισχύουν απαγορεύσεις. Η ζωή μας είναι γεμάτη απαγορεύσεις, όπως επίσης και γεμάτη με περιττά τιμήματα που πρέπει να καταβάλεις για να κάνεις το καθετί. Αυτό άρχισα να το νιώθω, νομίζω, τα χρόνια που ήμουν στην Κάρπαθο. Πρώτον, γιατί εκεί ξεκίνησα την καριέρα μου στο σχολείο, και ήμουν υποχρεωμένος να επιβάλλω στα παιδιά ένα πλήθος απαγορεύσεων. Δεύτερον, γιατί σ' ένα μέρος με πιο αραιή κατοίκηση η ζωή είναι πιο απλή, τα περιττά τιμήματα (του τύπου φάε δέκα ώρες στην αναμονή για να πας οπουδήποτε να κάνεις οτιδήποτε) είναι πολύ λιγότερα, κι έτσι συνειδητοποίησα πόσο έντονη και παράλογη είναι η παρουσία τους στην Αθήνα.
Η απαγόρευση συνιστά τρομοκρατία. Ιδίως όταν υπάρχουν πάρα πολλές και όχι ξεκάθαρα γνωστές. Όμως η απαγόρευση είναι μια λανθασμένη στη βάση της ιδέα. Αυτό φαίνεται ολοκάθαρα στην περίπτωση του στρατού: πουθενά αλλού δεν υπάρχουν τόσο πολλές, τόσο αναίτιες και τόσο θολές απαγορεύσεις, είναι δυνατόν λ.χ. να τιμωρηθεί κανείς επειδή δεν έχει κουμπώσει τη στολή του όπως προβλέπεται, και το αποτέλεσμα είναι ότι στο στρατό δε λειτουργεί απολύτως τίποτε, από το σημαντικότερο (άμυνα της πατρίδας) μέχρι τη μικρότερη λεπτομέρεια της καθημερινότητας. Όσο διαλυμένο ήταν το αντιαρματικό όπλο που κουβαλούσα στις ασκήσεις, τόσο ήταν και οι ραφές στις στολές μας. Το μόνο που λειτουργεί αδιαλείπτως είναι η μόνιμη ανησυχία της καμπάνας. Στα λογοπαίγνια των φαντάρων η παρουσία οποιουδήποτε υψηλού βαθμοφόρου είναι ταυτόσημη του ύψους των ποινών που μπορεί να επιβάλει.
Αυτό λοιπόν που γίνεται στο στρατό σε ακραίο βαθμό, γίνεται λίγο πιο μαζεμένα και στην κοινωνία. Οδηγείς, σε σταματάει η τροχαία, δεν έχεις πιει, δεν έχεις περάσει με κόκκινο, δεν κουβαλάς όπλα και ναρκωτικά, κι όμως δεν αισθάνεσαι ασφαλής: άμα θέλουν, κάπου θα σε τσακώσουν ένοχο. Ακόμη και ο κανονισμός της πολυκατοικίας μπορεί να σε καθιστά ένοχο παραβάσεων που δε γνωρίζεις. Αθώος δεν είναι όποιος, πράττοντας κατά συνείδηση, αποφεύγει καθετί κακό, αλλά όποιος έχει την τύχη να μην καταγγελθεί, να μη συλληφθεί, ή να κάνει τους κατάλληλους ελιγμούς ώστε να ξελασπώσει.

Στο Σύνταγμα λοιπόν είδα αιφνιδίως να λάμπει ο ήλιος της ελευθερίας. Απλές μικρές δραστηριότητες της ζωής, που παντού αλλού τις απαγορεύει είτε κάποιος νόμος / κανόνας / ρύθμιση είτε η ίδια η δική μας συνήθεια, ξαφνικά ξανατέθηκαν στη σωστή τους βάση και επιτράπηκαν.
Λίγο πριν το Σύνταγμα είχα δει σε μια σύντομη φλασιά ένα άλλο τέτοιο μέρος. Ήταν το Πάρκο στα Εξάρχεια: ένα άδειο οικόπεδο, πρώην πάρκινγκ, που το κατέλαβαν οι κάτοικοι, έφτιαξαν ένα υπέροχο παρκάκι με παρτέρια, δέντρα και μια παιδική χαρά, και βρέθηκα μία μοναδική φορά, σ' ένα πάρτι. Στο Πάρκο μαζεύεται ο καθένας, είναι ένα είδος πλατείας του χωριού, ένας τόπος συνάντησης όπου μπορείς να «βγεις» χωρίς αυτό να σε περιορίζει σ' ένα συγκεκριμένο μαγαζί όπου κάτι πρέπει να πάρεις, και όπου με θαυμαστό τρόπο κανείς δεν ενοχλεί κανέναν. Πουθενά δεν έγραφε λ.χ. ότι απαγορεύονται οι μηχανές πάνω στο πάρκο, κι όμως δεν υπήρχε ούτε μία, παρόλο που σίγουρα πολλοί έρχονται με μηχανές. Σε κάποια γωνιά γινόταν το πάρτι όπου ήμουν κι εγώ, και σ' όλο τον υπόλοιπο χώρο συνεχιζόταν η καθημερινότητα του πάρκου, όπου άνθρωποι που δεν είχαν σχέση με το πάρτι μας δεν ενοχλούνταν και δε μας ενοχλούσαν. Ο σεβασμός ήταν αυθόρμητος, γιατί οι περισσότεροι εκειπέρα ήταν −εικάζω− από τους ανθρώπους που το είχαν φτιάξει οι ίδιοι, οπότε φυσικά σέβονταν το δημιούργημά τους, και οι υπόλοιποι ήταν κόσμος που αν δεν είχαν διάθεση να το σεβαστούν δε θα έρχονταν καν. Το να απευθύνεις το λόγο στον διπλανό σου ή να του χαμογελάσεις ήταν πολύ πιο απλό απ' ό,τι στο δρόμο, σ' ένα καφενείο ή σε οποιονδήποτε άλλο δημόσιο χώρο.
Έτσι λοιπόν είναι και στο Σύνταγμα. Μπορείς να κατέβεις μια βόλτα και να βρεις γνωστούς χωρίς να έχεις κανονίσει τίποτε με κανέναν. Μπορείς να κάτσεις σταυροπόδι στο γκαζόν και να πίνεις μπίρες μαζί με μια παρέα από γνωστούς ή και πρώην αγνώστους. Μπορείς να τραγουδήσεις, να παίξεις μουσική, να χορέψεις. Μπορείς να μιλήσεις στον διπλανό σου. Μπορεί να έρθει κάποιος, να σου πει «να κάνω μια ερώτηση», και η ερώτηση να μην είναι μήπως σου περισσεύει ένα ευρώ. Και φυσικά, και όλα τα σημαντικότερα: μπορείς να έχεις το μερίδιό σου από το χρόνο του δημόσιου βήματος, μπορείς να προτείνεις αυτό που θεωρείς καλό για τα κοινά, μπορείς να συμμετάσχεις στις ομάδες που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους για να λειτουργήσει αυτή η κοινότητα. Δε συμμετέχω σε καμία κι έτσι δεν ξέρω από πρώτο χέρι τι γίνεται εκειμέσα, αλλά σίγουρα δε θα λειτουργούν με τους περιορισμούς ενός εργασιακού χώρου (ωράριο, ιεραρχία, υποχρεώσεις και δικαιώματα, απαγορεύσεις).
Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις. Αλλά μαζεύονται άνθρωποι που σε γενικές γραμμές θέλουν παρόμοια πράγματα. Έτσι η ελευθερία δεν είναι ασυδοσία. Ο φασιστικός παραλογισμός ότι η ελευθερία μου συναντάει ένα φράχτη εκεί όπου αρχίζει η ελευθερία του αλλουνού, εκεί καταργείται: οι ελευθερίες του καθενός δεν είναι μικρά αγροτεμάχια ιδιωτικής περιουσίας, αλλά ένας μεγάλος κάμπος που τον έχουμε εξ αδιαιρέτου, και άρα χωρίς εσωτερικούς φράχτες. Στο Σύνταγμα μπορείς να περάσεις μερικές ώρες χωρίς να φοβάσαι μήπως ό,τι κάνεις ανά πάσα στιγμή υπόκειται σε κάποια άγνωστη απαγόρευση, χωρίς την απειλή ποινών σε περίπτωση που συλληφθείς να παραβιάζεις αυτή την απαγόρευση, χωρίς σύννεφα να σκιάζουν τον ουρανό της ελευθερίας.

Ε λοιπόν, αυτό φαίνεται ότι τους ενοχλούσε αφόρητα. Έτσι μας το έσπασαν. Μετά τα δύο μεγάλα μπάχαλα, στις 15 και το διήμερο στις 28-29 Ιουνίου, αυτή η πρωτόπλαστη ξεγνοιασιά δεν υπάρχει πια. Ήδη στο κείμενο για την επομένη της 29ης έγραφα ότι μόλις ξέσπασε ένα σούσουρο σε κάποιο σημείο εκτός οπτικού πεδίου, η άμεση αντίδραση ήταν «αμάν, πέσιμο». Όλοι μιλάν για ασφαλίτες που κυκλοφορούν ανάμεσα στους ανθρώπους −και κάποιοι όντως έχουν γίνει τσακωτοί. Και όπως είναι φυσικό η παρουσία της Ασφάλειας δημιουργεί ανασφάλεια (όπως έγραφε κάποιος, μας έκλεψαν τις λέξεις: παλιά η Ελλάς ήταν η πατρίδα μας, τώρα ΕΛ.ΑΣ. είναι η αστυνομία...): δεν μπορείς με την ίδια άνεση όπως πριν να απευθύνεις το λόγο στον διπλανό σου, αντιθέτως πολλοί χαμηλώνουν τον τόνο της φωνής τους όταν μιλάν στο φίλο τους και κάποιος περνάει δίπλα. Άμα συναντήσεις κάποιον που είχες μέρες να δεις, η πιο κλασική κουβέντα για να ξεκινήσεις θα είναι: «ήσουν στα μπάχαλα; ήπιες δακρυγόνο; είδες το ξύλο; εσύ τις έφαγες; έριξες και καμιά;». Συνέλαβαν μερικούς διαδηλωτές, και μας έριξαν στη λούμπα να συζητάμε «συμφωνήσατε όλοι να πάμε στα δικαστήρια για συμπαράσταση και δεν ήρθε κανείς − όχι ήρθα εγώ − κλπ.»

Αυτό είναι ό,τι πιο άσχημο μπορούν να μας κάνουν. Ή ίσως να μην είναι το χειρότερο, ίσως να μην είναι πιο σκληρό από τα μέτρα του Μεσοπρόθεσμου, αλλά είναι κάτι που το καταλαβαίνω πιο άμεσα, με το μικρό μου το μυαλό. Είχαμε ένα χώρο να βαδίζουμε με την πλάτη ίσια και το μέτωπο αζάρωτο, και μας τον πήραν. Καμιά θυσία δεν είναι υπερβολική προκειμένου να τον πάρουμε πίσω, και να τον επεκτείνουμε μέχρι όλη μας η ζωή, στη δουλειά, στην οικογένεια, στο δρόμο, στην οποιαδήποτε επαφή μας με έναν ή πολλούς συνανθρώπους, να γίνει Σύνταγμα. Το Σύνταγμα ήταν η μεγαλύτερη ανθρώπινη κατάκτηση από τότε που ζω. Με όλα του τα στραβά, με όλη μου τη δυσπιστία προς τα αιτούμενά του, το Σύνταγμα ήταν ένα μέρος όπου δε φοβόμουν, δεν ήμουν ούτε ύποπτος ούτε καχύποπτος, ο άλλος άνθρωπος δεν ήταν ο δυνάμει εχθρός μου.

Πρέπει να το πάρουμε πίσω.

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011

ΠΟΤΕ ΘΑ ΚΑΝΕΙ ΞΑΣΤΕΡΙΑ

Το «Πότε θα κάνει ξαστεριά» έχει τραγουδηθεί τόσες φορές τον τελευταίο καιρό στην Πλατεία που, όπως εύστοχα το διατύπωσε κάποιος φίλος, έχει γίνει το leitmotiv του αγώνα.

Το «Πότε θα κάνει ξαστεριά» είναι δημοτικό τραγούδι της Κρήτης, ριζίτικο, από την ευρύτερη περιοχή Χανίων. Έγινε κοσμοαγάπητο και σύμβολο των λαϊκών αγώνων όταν το τραγούδησε ο Νίκος Ξυλούρης στο δίσκο «Ριζίτικα» του Μαρκόπουλου το 1971, μέσα στην προηγούμενη χούντα. Ωστόσο, τα λόγια του τραγουδιού περιλαμβάνουν και μερικούς στίχους που δεν υπάρχουν στην ηχογράφηση του Ξυλούρη, και συνεπώς δεν είναι τόσο γνωστοί. Νομίζω ότι όποιος τους ξέρει θα καταλάβει πολύ καλύτερα και το τραγούδι και το γιατί το τραγουδάει:

Πότε θα κάμει ξαστερια, πότε θα φλεβαρίσει
να πάρω το τουφέκι μου, την όμορφη πατρώνα,
να κατεβώ στον Ομαλό, στη στράτα τω' Μουσούρω',
να κάμω μάνες δίχως γιους, γυναίκες δίχως άντρες,
να κάμω και μωρά παιδιά να κλαιν δίχως μανάδες,
(να κλαιν τη νύχτα για βυζί και την αυγή για γάλα
και τ' αποδιαφωτίσματα για την καημένη μάνα,)
κι ας κάμω και την αγαπώ τα μαύρα να φορέσει.

Καταλάβατε κύριοι; Άμα λέμε τέτοια λόγια καλό είναι να τα εννοούμε, ή αλλιώς να μην τα λέμε.

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

ΠΕΡΙ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 6

Σύνταγμα, 29 Ιουνίου 2011

Συνεχίζω λοιπόν την αφήγησή μου... Αλλά για την Τετάρτη τι να πω; Τα γεγονότα ξεπερνούν τα λόγια που διαθέτω, και άλλωστε είναι γνωστά σε όλους. Την Τετάρτη ο πόλεμος δεν ήταν πια γιορτή, ήταν απλά πόλεμος. Όπως λέμε «η φρίκη του πολέμου» και άλλα παρόμοια κλισέ. Έγραφα ότι την Τρίτη δε φοβήθηκα. Την Τετάρτη σαφώς και φοβήθηκα. Όχι μόνο για τη ζωή μου και τη σωματική μου ακεραιότητα, ή για τη Δημοκρατία. Ένιωσα έναν σκοτεινό τρόμο, απέναντι σε κάτι που θέλει το κακό μου, και που μου επιτίθεται χωρίς λόγο, χωρίς λογική, χωρίς σεβασμό στους νόμους του πολέμου, χωρίς τίποτε άλλο εκτός από βία και πόθο για τη συντριβή μας.


Για τα ίδια τα γεγονότα θα περιοριστώ να σας παραπέμψω σε μερικές πηγές:
Εδώ ο Πιτσιρίκος έχει συγκεντρώσει μερικά χαρακτηριστικά βιντεάκια από σκηνές της μάχης. Πέρα από τις σκηνές βίας γενικώς, καταγράφονται επιθέσεις των ΜΑΤ σε καφετέριες του Μοναστηρακίου, στο σταθμό του Μετρό, κ.ά. Ένα από αυτά, που έχει κάνει πάταγο, δείχνει τα ΜΑΤ να φυγαδεύουν κουκουλοφόρους μέσα στη Βουλή. Μάλιστα ο ένας από τους κουκουλοφόρους έχει ταυτιστεί: είναι γνωστό το όνομά του, η ιδιότητά του (εργαζόμενος και συνδικαλιστής στα ΕΘΕΛ), και η ενεργή σχέση του με νεοναζιστικούς κύκλους (News 247).
Άλλο παρεμφερές σκηνικό είναι ο πολίτης με το δακρυγόνο (ή χειροβομβίδα κρότου-λάμψης;) στην τσέπη, που φωτογραφήθηκε να συνομιλεί με τα ΜΑΤ. Βλ. tvxs και News 247. Ακόμη, σ' αυτό το βίντεο βλέπουμε τον εμπρησμό των Μακντόναλντς του Συντάγματος: τα ΜΑΤ εμφανίζονται ξαφνικά από μια γωνία, την πέφτουν στους εμπρηστές, τουλάχιστον έναν τον ακινητοποιούν, και ...μετά τον παρατάν και φεύγουν. Μοιάζει σαν μέσα στην ορμή της μάχης να μην τον γνώρισαν αμέσως, να του την έπεσαν, μετά να του είπαν «έλα ρε, εσύ είσαι;» και να τον άφησαν.
Εδώ, εδώ, εδώ και εδώ υπάρχουν 4 συλλογές από φωτογραφίες ξένου ρεπόρτερ από τη μάχη. Είναι και από τις δύο ημέρες. Δεν εστιάζουν σε κάποια συγκεκριμένη πτυχή, παρουσιάζουν διάφορα στιγμιότυπα, είναι πολύ καθαρές (μεγάλη ανάλυση) και καλές ως φωτογραφίες.
Μερικά ακόμη πολυ χαρακτηριστικά βιντεάκια δείχνουν: τα ΜΑΤ να πετροβολάνε τους διαδηλωτές (όλοι το μάθαμε, αλλά καλό είναι να το δούμε και αποτυπωμένο)· τον πρόεδρο των φαρμακοποιών να επευθύνει έκκληση να σταματήσουν τα χημικά και στα μισά της έκκλησης να πνίγεται από ασφυξία· και τον βομβαρδισμό του σταθμού του Μετρό με χημικά.
Αυθημερόν ο εκπρόσωπος τύπου της Αστυνομίας Θανάσης Κοκαλάκης, σε μία παραληρηματική συζήτηση με δημοσιογράφους του Άλτερ, βεβαιώνει ότι ο βομβαρδισμός του αμέσως προηγούμενου βιντέου δε συνέβη ποτέ.*
O πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Χημικών ενημερώνει για την ακριβή φύση των συνεπειών της χρήσης τους στην υγεία μας, λύνει απορίες σχετικά με τα ληγμένα κλπ. (κείμενο στο News 247). Εδώ πάλι συλλέγονται υπογραφές για την παραπομπή στη Δικαιοσύνη των υπευθύνων για τον χημικό πόλεμο, μπορείτε να υπογράψετε κι εσείς άμα θέτε, και παρεμπιπτόντως ενημερωνόμαστε και για το διεθνές νομικό καθεστώς που ισχύει σχετικά (τα χημικά όπλα απαγορεύονται από το 1925, το 1965 ο ΟΗΕ υπήγαγε στη σχετική συμφωνία και τα δακρυγόνα, η χρήση τους σε καιρό πολέμου συνιστά έγκλημα πολέμου, κλπ.).
Τέλος, εξωφρενικές δηλώσεις του πρωθυπουργού (Νews 247) και του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως (tvxs) την επόμενη μέρα. Ο πρώτος ζει σε κάποιον άλλο κόσμο, πιο όμορφο, και ο δεύτερος επιδεικνύει στα ψεύδη την ίδια έλλειψη ορίων και αιδούς όπως και στη βία.

Η προσωπική μου ιστορία είναι ότι αυτή τη φορά φορούσα γυαλάκια κολυμβητηρίου, που τα πουλούσε ένας μες στην πλατεία 2 ευρώ. Προστατεύουν αρκετά αποτελεσματικά από τα δακρυγόνα, αλλά αλλοιώνουν και περιορίζουν το οπτικό πεδίο. Έτσι δεν ήξερα καλά πού πατάω και που βρίσκομαι. Τέσσερις-πέντε φορές, όταν έσκαγε το δακρυγόνο, πήγα προς μια συγκεκριμένη φωτιά να ανασάνω, και κάποια απ' όλες τις φορές μου πήρε αρκετή ώρα μέχρι να συνειδητοποιήσω, έκπληκτος, ότι δε βρισκόμουν στη φωτιά που νόμιζα αλλά σε μιαν άλλη σε άλλο σημείο της πλατείας. Τότε άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως δεν είμαι και τόσο αξιόμαχος πλέον. Κατόπιν τούτου, αντί να πέσω μαχόμενος ηρωικώς υπέρ της πλατείας, που θα μας την έπαιρναν έτσι κι αλλιώς, προτίμησα να ζήσω για να την ξαναπάρω.
Έτσι γύρω στις 4 το απόγευμα αποφάσισα να φύγω. Δεν είναι φυγομαχία, είναι απλή αλλαγή βάρδιας. Αλλά το να φύγω δεν ήταν τόσο απλή υπόθεση. Σε κάθε μεριά της Β. Σοφίας, της Πανεπιστημίου, της Αμαλίας, της Σταδίου, της Καραγεώργη Σερβίας, της Ερμού, της Μητροπόλεως και της Φιλελλήνων, όλων των δρόμων του Συντάγματος, υπήρχαν διμοιρίες σιδηρόφρακτων Νταρθ Βέιντερ. Εν πάση περιπτώσει, είδα κάποιους να περνάνε ανάμεσα στα ΜΑΤ στην Ερμού κι εκείνα να τους αφήνουν, και διάλεξα κι εγώ αυτή τη διαδρομή. Κατέβαινα και κατέβαινα την Ερμού, αναζητώντας κάποιο στενάκι που να είναι ελεύθερο, ώστε κάποια στιγμή, με όση βόλτα κι αν χρειαζόαν, να έβγαινα σε ειρηνικούς κεντρικούς δρόμους προς τη γειτονιά μου. Εντωμεταξύ η ίδια η Ερμού ήταν κι αυτή βομβαρδισμένη. Μετά από κάμποση πορεία, κάπου στο ύψος της Καπνικαρέας βρήκα ένα στενάκι που δεν είχε μπάτσους, κι έκοψα προς την περιοχή Αγίας Ειρήνης.
Μόλις άφησα τη μάχη πίσω μου βρέθηκα στο ακριβώς αντίθετο: παντέρημοι δρόμοι, είτε χωρίς γάτα είτε με καναδυό φοβισμένους διαβάτες που ίσα ίσα η παρουσία τους τόνιζε έτι μάλλον την ερημιά.
Όπως ίσως ξέρετε, σ' εκείνη την περιοχή οι δρόμοι δεν είναι παράλληλοι και κάθετοι αλλά μόνο λοξοί. Δεν είναι τόσο εύκολο να χαράξεις πορεία, αλλά δε μ' ένοιαζε τόσο το πού θα έφτανα όσο το από πού θα απομακρυνόμουν. Σε μια διασταύρωση κάνω να στρίψω δεξιά, αλλά βλέπω ένα κοπάδι Δίες ή Δελτάδες να ορμά προς αυτή την κατεύθυνση. Οπότε αποφασίζω να πάω αριστερά. Δεν κάνω δέκα βήματα, και να σου οι Δίες που έχουν αλλάξει γνώμη, έχουν κάνει μεταβολή κι έρχονται πάλι καταπάνω μου. Ρε τι διάλο, λέω, εμένα προσωπικώς κυνηγούν; Ας πάω από εδώ καλύτερα.
Δεν ξέρω αν ήταν η ίδια διμοιρία που συναντούσα κάθε φορά ή διάφορες, ούτε αν πήγαιναν κάπου ή είχαν χαθεί, αλλά για κάνα δεκάλεπτο ξεφύτρωναν από οποιο δρόμο διάλεγα να πάρω μέσα στο λαβύρινθο του ιστορικού κέντρου. Ήταν λίγο εφιαλτική κατάσταση. Τελικά κάποια στιγμή είχα τη φαεινή ιδέα να μπω σ' ένα καφενείο να πλύνω τη μούρη μου, ώστε να μην κυκλοφορώ με το Μαλόξ και καρφώνομαι ότι ήμουν στο Σύνταγμα. Διώχνοντας όλο αυτό το στρώμα μάσκαρας, άλλαξε και η ψυχολογία μου. Έδιωξα φαίνεται και το φόβο. Δεν ήμουν πλέον παρά ένας τυχαίος περαστικός. (Λες και πριν ήμουν κανένας ένοχος... Αλλά γενικά όπου υπάρχει αστυνομία στην Ελλάδα είμαστε όλοι ένοχοι, απλώς αντί να τιμωρηθούμε όλοι ο κλήρος πέφτει σε κάποιους κάθε φορά. Κάπου άκουγα ότι υπάρχουν άλλες χώρες που ο πολίτης βλέπει αστυνομία στο δρόμο και αισθάνεται μια ζεστασιά, μια ασφάλεια. Δεν μπορώ να το βιώσω, απέχει πολύ από τις παραστάσεις μου.)
Α, παρεμπιπτόντως να σας αναφέρω μια ιστοριούλα: κάποιος φίλος μου, είτε την Τρίτη είτε την Τετάρτη, είχε αράξει σε μια σχετικώς ήρεμη στιγμή σ' ένα από τα καφενεία της πλατείας. Δίπλα καθόταν μια οικογένεια. Η κόρη της οικογένειας, περίπου 15-16 χρονών, είχε φύγει με το μετρό από το Σύνταγμα, βγήκε σε κάποιον άλλο σταθμό και πήρε ταξί για το σπίτι της. Ο ταξιτζής, φιλήσυχος πολίτης, την είδε πασσαλειμμένη με Μαλόξ και θεώρησε σκόπιμο, αντί για το σπίτι της, να την πάει στο πλησιέστερο τμήμα, για να συμβάλει έτσι στην πάταξη των ταραξιών... Σε τι σουρεαλιστικό κόσμο ζούμε! Αν ήμουν η κόρη θα ερχόμουν πειθήνια μαζί του και θα έλεγα στους μπάτσους «Σας έφερα αυτό τον ταξιτζή, αρνήθηκε να με πάει εκεί που του ζήτησα, τώρα επιτρέψτε μου παρακαλώ να πλύνω τη μούρη μου».

Έφτασα αισίως σπίτι μου. Πλύθηκα, πλύηκα, πλύθηκα, κι είχα να λέω ότι καθάρισα. Ενώ αισθανόμουν πτώμα κι ήθελα να φάω και να κοιμηθώ για να ξανακατέβω πιο βράδυ, δεν μπορούσα ακόμη να παρατήσω την πλατεία. Μέσω διάφορων λάιβ μεταδόσεων στο ίντερνετ και τηλεφώνων με γνωστούς, ήθελα να παρακολουθώ τι γίνεται κάθε στιγμή. Εν πάση περιπτώσει μπόρεσα κάποτε να πέσω να ξεραθώ.
Όταν ξύπνησα ήταν αργά, περασμένες 10 το βράδυ. Πληροφορήθηκα ότι η διαλυμένη συγκέντρωση της πλατείας μεταφέρθηκε στο Μοναστηράκι, και αποφάσισα να πάω να τους εύρω εκεί. Μέχρι να καλοξυπνήσω, να κάνω πάλι μερικά τηλέφωνα κλπ., πήγε εντεκάμιση και.
Ξεκίνησα. Δεν ήξερα αν θέλω να περάσω από Σύνταγμα, που είναι κανονικά ο δρόμος μου, ή να το παρακάμψω. Τελικά πέρασα. Υπήρχαν κάποιοι λίγοι άνθρωποι, αλλά πραγματικά λίγοι. Η ατμόσφαιρα ήταν πολύ φορτωμένη με δακρυγόνο. Χρειάστηκε να κάνω στάση σε κάθε φωτιά που έβρισκα, για μερικές τζούρες αναζωογονητικού ντουμανιού. Οι μπάτσοι σε όλα τα γύρω σημεία ήταν άπειροι. Η Καραγεώργη Σερβίας ήταν η πιο βαριά βομβαρδισμένη απ' όλες, δεν υπήρχε ένα κομμάτι καθαρού επίπεδου δρόμου ούτε όσο ένα χαρτί Α4. Τα σκαλάκια της πλατείας ήταν κατάμαυρα, καρβουνιασμένα. Μας την είχαν ρημάξει, την όμορφη πλατεία μας. Ένας τελευταίος από το κάτω μέρος της πλατείας πετούσε με τη λιγοστή δύναμη που του απέμενε, πριν του σωθεί τελείως η μπαταρία, πέτρες στους μπάτσους της Ερμού που δεν του έδιναν σημασία.
Κατέβηκα από τη Μητροπόλεως. Ήταν κι αυτή καταβομβαρδισμένη μέχρι πολύ κάτω, με μάρμαρα, οδοφράγματα, φωτιές. Όταν έφτασα στο Μοναστηράκι δε βρήκα τίποτε. Κάποιοι λιγοστοί άνθρωποι κάθονταν παρέες παρέες, όπως συμβαίνει γενικά εκεί κάθε μέρα, και αυτό ήταν όλο. Η ατμόσφαιρα ήταν πένθιμη. Ήταν 12 τα μεσάνυχτα.
Ξαναανηφόρισα. Τι να κάνουμε, πάω σπίτι. Είχα ελπίδες ότι ο κόσμος της πλατείας θα ήταν κάπου, ότι θα διατηρούσε το ηθικό του, μπορεί να γινόταν πάλι κανένα γλέντι όπως τις άλλες φορές που χορεύαμε και παίζαμε κάτω από τα εχθρικά πυρά, ή ότι θα είχε γίνει συνέλευση, ή κάτι τέλος πάντων. (Είχαν όντως γίνει μερικά πράγματα, αλλά τα έχασα. Κάποια στιγμή είχαν φύγει από το Μοναστηράκι αλλά όχι για τα σπίτια τους: πήγαν στο Γκάζι όπου προσπάθησαν να μπουν στο στούντιο του 984. Αυτά τα έμαθα την άλλη μέρα.)
Στάθηκα στην Ερμού, πίσω από τους μπάτσους, μαζί με μερικούς άλλους. Διερωτώμασταν όλοι μαζί αν μπορούμε να περάσουμε και ν' ανέβουμε στην πλατεία ή αν θα πρέπει να κόψουμε από κάπου αλλού, και από πού άραγε; Δεν περάσαμε, εγώ τελικά πέρασα από κάποιο άλλο σημείο, και διέσχισα την πλατεία για να ξαναβγώ Αμαλίας, Β. Σοφίας κλπ το γνωστό σχεδόν καθημερινό ποδαρόδρομο.
Στα σκαλάκια βρήκα ένα φίλο. Δεν τον είχα δει, άκουσα όμως κάποιον να μου φωνάζει «δεν πιστεύω να έχεις πέτρες εκεί μέσα;». Όχι, είπα, μόνο ειρηνικά όπλα (κουβαλούσα έναν τορβά με την τσαμπούνα και το τουμπάκι). Του είπα ότι τα κουβάλαγα μπας και, αλλά ότι μάλλον το κλίμα δεν ήταν πλέον πολύ εορταστικό. Κάτσαμε να τα πούμε λίγο, και μετά φύγαμε παρέα μιας κι είχαμε περίπου τον ίδιο προορισμό.
Ο φίλος, ακριβώς όπως κι εγώ, είχε ελάχιστη εμπειρία διαδηλώσεων πριν το Σύνταγμα. Λίγο το Δεκέμβρη, αλλά και πάλι πιο πολύ ως παρατηρητής. Το Σύνταγμα όμως τον είχε ρουφήξει, τον είχε κερδίσει με τη ζεστασιά και την ομαδικότητά του. Κατεβαίνει σχεδόν κάθε μέρα, χωρίς ποτέ να έχει κανονίσει με κάποιον, και βρίσκει ή κάνει φίλους επιτόπου.
Ένας τέτοιος τύπος λοιπόν μού εξομολογήθηκε ότι σήμερα έριξε κι αυτός πέτρες. Την πρώτη στα κουτουρού, αλλά πέτυχε έναν μπάτσο στο κράνος, και τη δεύτερη σκοπίμως πια στον ίδιο μπάτσο.
Νομίζω ότι όποιος καθόταν σε όλη τη διάρκεια των επιχειρήσεων και δεν έφευγε στις 4 όπως εγώ ή στις 8-9-τι ώρα ήταν που πήγαν οι άλλοι στο Μοναστηράκι, πιθανότατα θα έφτανε στο ίδιο σημείο. Δε χριάζεται να είσαι βίαιος για να πετάξεις δυο πέτρες σε κάποιους που σε βομβαρδίζουν με χημικά εδώ και πάνω από ένα οχτάωρο.

.........................................................
* Τη συζήτηση σ' αυτό το βίντεο τη χαρακτηρίζω παραληρηματική όχι μόνο λόγω του Κοκκαλάκη αλλά και λόγω των ίδιων των δημοσιογράφων. Ωστόσο μέσα στο ντελίριό τους ακούστηκαν και μερικές ατάκες που αξίζουν να τις προσέξουμε.
Για παράδειγμα, ένας εξ αυτών λέει: «Η αστυνομία θα έπρεπε να βοηθήσει και να προστατεύσει την έξοδο των τραυματιών από το σταθμό του Μετρό, αντί να τους ρίχνει χημικά».
Μπορείτε να φανταστείτε μια αστυνομία που να προστατεύει τους ανθρώπους τη στιγμή που διαδηλώνουν; Και μάλιστα τους τραυματίες; Ωραία δε θα 'ταν;...


Σύνταγμα, 30 Ιουνίου 2011

Αυτή τη φορά ήμουν αποφασισμένος: θα την ξαναπάρουμε την πλατεία μας, θα την κάνουμε πάλι όμορφη όπως ήταν, και θα είμαι κι εγώ εκεί. Κάλεσμα στις 6; Από τις 5 εγώ εκεί.
Η πρώτη εικόνα ήταν κάτι το απίστευτο. Τα σκαλάκια ήταν άσπρα, η Καραγεώργη Σερβίας καθαρή και βατή, στη Βουλή δεν είχε μπάτσους, στη Β. Σοφίας μόνο μια κλούβα έκλεινε για λίγο το ένα ρεύμα. Καλά, μας δουλεύουν; Όνειρο είδα εγώ χτες; Ή μήπως έβλεπα όνειρο όλο τον προηγούμενο μήνα και τώρα, με την ψήφιση του μεσοπρόθεσμου, όλα ξαναγύρισαν στους παλιούς ρυθμούς τους;
Γύρω γύρω, στα ξενοδοχεία, τα μαγαζιά και την ίδια την πλατεία, συνεργεία δούλευαν στην αποκατάσταση. Άλλοι με σκούπες, άλλοι με γερανούς και ηλεκτρολογικό εξοπλισμό, άλλοι με το φορτηγάκι του τζαμτζή.
Μια ομάδα ξέπλενε το δακρυγόνο από την πλατεία, κι έπιασα δουλειά μαζί τους. Μια αλυσίδα μετέφερε κουβάδες με νερό από το σιντριβάνι και τους έχυνε στο σημείο όπου γινόταν κάθε στιγμή το καθάρισμα, μερικοί σ' εκείνο το σημείο έτριβαν με σκούπες, και μια δεύτερη αλυσίδα ξαναγύρναγε τους άδειους κουβάδες στο σιντριβάνι. Βέβαια το νερό του σιντριβανιού είχε πιει άπειρο δακρυγόνο αυτές τις μέρες, οπότε ίσως δεν ήταν ό,τι καλύτερο για καθάρισμα. Κάποια στιγμή κάποιος βρήκε μια μάνικα, και η δουλειά γινόταν πια πολύ καλύτερα. Πήραμε όλοι σκούπες και τρίβαμε. Μου φαινόταν απίστευτο ότι μ' αυτό τον τρόπο είχαν κάνει τα κατάμαυρα, χτες, σκαλάκια να ξανασπρίσουν. Αυτό που κάναμε εμείς, στο μάτι μεν έφερνε κάποιο αποτέλεσμα (όντως έβλεπα τη μαυρίλα σιγά σιγά να φεύγει), αλλά βέβαια αν το δακρυγόνο έφευγε στ' αλήθεια με λίγο νεράκι θα πλενόμασταν κι εμείς έτσι. Πάντως όταν αργότερα έκανα μια βόλτα πάνω στην Αμαλίας είδα ότι εκεί ο αέρας ακόμα έτσουζε στα μάτια, ενώ στην πλατεία όχι. Άρα κάτι είχαμε κάνει. (Βέβαια φήμες λένε ότι είχαν περάσει συνεργεία καθαρισμού του δήμου το πρωί.)
Άπειροι περαστικοί διέσχιζαν την πλατεία. Άλλοι με τα ψώνια τους, άλλοι από τη δουλειά τους, ομάδες τουριστών και ξένων σχολείων. Οι μαύροι με τις Λουΐ-Βιτόν είχαν απλώσει την πραμάτεια τους στα πλακάκια. Λες και δεν ήταν παρά η κεντρική πλατεία της πόλης. Τι διάλο, δεν είναι αυτό το Σύνταγμα που είχαμε τόσες μέρες, σκεφτόμουν.
Μόνο τώρα που γράφω συνειδητοποιώ ότι ποτέ όλο αυτό τον καιρό δεν είχα περάσει από το Σύνταγμα νωρίτερα από τις 6, εκτός αν υπήρχε κάλεσμα για το πρωί. Δεν αποκλείεται λοιπόν κάθε μέρα να ήταν σαν κι αυτό που τώρα έβλεπα.
Πάντως σιγά σιγά μαζεύτηκε κόσμος. Τους πήρα χαμπάρι πρώτα στην «πάνω πλατεία», στην Αμαλίας, όπου η εικόνα σύντομα έγινε λίγο πολύ σαν κι αυτήν όλων των προηγούμενων (προπολεμικά εννοώ) ημερών. Σιγά σιγά αρχίσαμε να πληθαίνουμε και κάτω. Τα κέφια ήταν πολύ ανεβασμένα σε σχέση με χτες. Φυσικά κανείς δε μίλαγε για κάτι άλλο εκτός από το χτεσινό μπάχαλο, όχι όμως με τόνο αποκαρδιωμένο και ηττημένο. Σίγουρα η καθαρισμένη όψη της πλατείας συνέβαλε σ' αυτό: είχαμε ένα λυπηρό χτες και προχτές, δεν τα βάφουμε μαύρα, η ζωή συνεχίζεται.
Πάντως υπήρχε τουλάχιστον ένα πράγμα που είχε αλλάξει. Πλέον ξέραμε ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί ο εχθρός να ξαναεπιτεθεί. Όποτε κάτι έντονο συνέβαινε σε μιαν άλλη άκρη της πλατείας, όλοι τινάζονταν: «αμάν, πέσιμο!». Τις τρεις πρώτες εβδομάδες, παρόλο που η πλατεία αστυνομευόταν από διακριτική απόσταση, ζούσαμε την εντελώς πρωτόγνορη κατάσταση μιας διαδήλωσης που δεν πάει κανείς να τη διαλύσει βίαια. Ήταν σαν ένα καινούργιο παιχνίδι, που τους ρόλους και τους κανόνες δεν τους ξέραμε ακόμη στην εντέλεια. Τι ακριβώς ήταν αυτοί οι μπάτσοι που δε βαρούσανε; Και μη γυρίσει κανείς και μου πει «καλά, πίστεψες ποτέ ότι ο μπάτσος είναι κάτι άλλο εκτός από μπάτσος;», γιατί υπάρχει πολύ σαφής απάντηση: «εσύ πίστεψες ποτέ ότι θα βλέπαμε αυτό που είδαμε;». Μετά τις 15 και κυρίως μετά τις δύο τελευταίες μέρες, ξέραμε πια ότι τα πράγματα δεν είναι παρά όπως ήταν πάντα. Ο μπάτσος βαράει, άρα υπάρχει.
Η συνέλευση θεωρούνταν ότι θα είναι κρίσιμη: η πρώτη μετά την ψήφιση και μετά το μπάχαλο. Γενικά δεν ήταν βέβαιο αν θα γινόταν. Άλλοι έλεγαν ναι, άλλοι όχι. Από μία άποψη δε θα μου φαινόταν και τελείως λάθος να μη γίνει: αμέσως μετά από τέτοια γεγονότα, ποιος θα είχε τη δέουσα ψυχραιμία να πει οτιδήποτε εκτός από «Μπάτσοι, Γουρούνια, Δολοφόνοι»; Από την άλλη βέβαια μια ανασύνταξη ήταν απαραίτητη.

Τελικά η συνέλευση έγινε, με τρελή (σε πλήθος) συμμετοχή, και υποδειγματικό τρόπο διεξαγωγής. Αλλά ήταν μάπα ρε παιδιά! Γαμώ το κέρατό μου, ήταν άχρηστη! Ένα μήνα και βάλε αφότου ξεκίνησε αυτή η ιστορία, οι άνθρωποι εξακολουθούν να χαραμίζουν τα νούμερα που μοιράζονται στους ομιλητές για να μην πούνε τίποτε!
-Χτες είχαμε μια μεγάλη νίκη...
Ποια νίκη βρε βούι; Το ψήφισαν το μεσοπρόθεσμο, δεν είδες τις ειδήσεις; Και μας δείραν κιόλας, και μας έδιωξαν κι από την πλατεία! Και να οι άλλοι να χειροκροτάνε...
Ένας είπε ότι το σημαντικότερο ήταν πόσο πολύς κόσμος συμμετείχε χτες. Καταχειροκροτήθηκε. Ένας άλλος, με τόνο κατηγόριας, εξέφρασε το παράπονό του ότι χτες ήμασταν πολύ λίγοι. Χειροκροτήθηκε εξίσου. Κάποιος άλλος, ξεκινώντας από τη ρητορική περί μαντρόσκυλων, τσοπάνηδων, προβάτων κλπ., κατέληξε με μια κορώνα στη φωνή του: «Δεν είμαστε πρόβατα!!!» Κι όλοι μαζί χειροκρότησαν λες και τους είχε πατήσει το κουμπί «χειροκρότημα». Α μπα, εμείς πρόβατα; Όχι, είμαστε πολίτες.
Τελικά οι πολίτες, οι περισσότεροι, χειροκροτούσαν όχι λόγια αλλά τόνους φωνής. Για παράδειγμα, κάποια στιγμή βγήκε μια ανακοίνωση από την ομάδα νομικής υποστήριξης. Διάβασαν ένα κείμενο που έλεγε τι ακριβώς απ' όσα έκανε χτες η αστυνομία ήταν παράνομο, και γιατί, και τι προβλέπεται νομικά ότι μπορούμε να κάνουμε. Το νόημα ήταν βέβαια «Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι». Επειδή όμως δεν ήταν διατυπωμένο με κραυγές αλλά με συγκεκριμένο επιστημονικό λόγο, λίγο μακροσκελέστερο από ένα σύνθημα, κι επειδή η αναγνώστρια δεν έκανε κορώνες, κρεσέντα και δραματικές παύσεις, δε χειροκροτήθηκε, αντιθέτως άκουσα να αδημονεί ο κόσμος και να λένε «μα είναι κείμενο αυτό;». Ναι, πολίτη, είναι κείμενο αυτό. Αυτό είναι ένα κείμενο: this is a text. Δις ιζ ε τεξτ. Το άλλο που χειροκροτούσες δεν ήταν κείμενο, ήταν κραυγές.
Διαπίστωσα επίσης ότι πολλοί από τους ομιλητές είχαν την τάση να εκφράζονται με κάποια στερεότυπα σχήματα: ξύλινες λέξεις του τύπου «πραιτωριανή φρουρά», στίχους από τραγούδια, ευφάνταστες αλληγορίες σαν αυτήν παραπάνω με τα μαντρόσκυλα και τα πρόβατα, κλπ. Αυτά όλα πατούσαν βέβαια το κουμπί των παλαμακίων όπως περίπου και οι φωνητικές κορώνες. Αλλά αυτό είναι καθαρά λαϊκίστικος τρόπος έκφρασης. Γιατί να μιλάμε λαϊκίστικα αφού εμείς οι ίδιοι είμαστε ο λαός; Ποιον θέλουμε να εξαπατήσουμε; Είναι δυνατόν η παιδεία μας να είναι τέτοια ώστε να χρησιμοποιούμε ασύνειδα μέσα εξαπάτησης ακόμη κι όταν δε θέλουμε να εξαπατήσουμε κανέναν;
Αναμφίβολα ένας από τους λόγους που η άμεση δημοκρατία φαντάζει τόσο ελκυστική σε μερίδα του κόσμου της πλατείας είναι ότι, αν δεν υπάρχει εκπροσώπηση και αρχηγός, τότε είμαστε όλοι αρχηγοί, οπότε είμαι κι εγώ λίγο αρχηγός. Έστω για ενάμισι λεπτό την ημέρα. Και μερικοί δε θέλουν να αφήσουν αυτό το ενάμισι λεπτό να περάσει χωρίς να αποκομίσουν ό,τι προλαβαίνουν: ας μην είναι λεφτά, εξουσία, δόξα. Λίγο χειροκρότημα μάς φτάνει.

Προς το τέλος της συνέλευσης ακούστηκε κάποια ταραχή από την πάνω πλατεία. Μερικοί σηκωθήκαμε όρθιοι να δούμε τι τρέχει. Όλων τα νεύρα ήταν τσιτωμένα, και κακοβάλαμε. Ο άνθρωπος που έτυχε να έχει το μικρόφωνο εκείνη τη στιγμή είπε «πρέπει να έγινε κάποια επίθεση». Βλακώδες εκ μέρους του, είναι ανεύθυνο να σπέρνεις έτσι τον πανικό χωρίς να ξέρεις τι έγινε, αλλά πάντως ενδεικτικό του πώς αισθανόταν ο πιο πολύς κόσμος: αν συμβεί κάτι, δεν μπορεί παρά να είναι επίθεση!
Εν πάση περιπτώσει δεν ήταν επίθεση. Ήταν η επιστροφή της μοτοπορείας που είχε πάει στον Αστέρα Βουλιαγμένης, όπου βρισκόταν σε κάποιο δείπνο ο πρωθυπουργός. Προφανώς ήθελαν να του σφίξουν το χέρι όπως κάνουν όλοι οι πολιτισμένοι αντίπαλοι στο τέλος μιας παρτίδας. Όμως δεν είχαν μπορέσει να φτάσουν μέχρι εκεί, γιατί εμποδίστηκαν από την αστυνομία.
Δύο αυθόρμητες σκέψεις μου από αυτό το περιστατικό:
α) Να γιατί το Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως πλέον λέγεται Προστασίας του Πολίτη. Προστατεύουν τον πολίτη. Δεν ονομάζεται Προστασίας των πολιτών, στον πληθυντικό, γιατί θα ήταν ψέμα. Οι πολίτες είναι πολλοί, πάνω από 10 μύρια, ποιον να πρωτοπροστατέψουν; Έναν-έναν πολίτη όμως μπορούν να τον προστατέψουν, και αυτό έκαναν εκείνο το βράδυ, ξεκινώντας δικαιωματικά με τον πρώτο πολίτη της χώρας.
β) Ο πρωθυπουργός είχε ταλαιπωρηθεί σκληρά τις δύο προηγούμενες μέρες κλεισμένος στο κοινοβούλιο, με όλο το θόρυβο από τους βομβαρδισμούς, πιθανόν και με κάποιες αναθυμιάσεις από τα χημικά να περνάνε μέσα από τις γρίλιες των παραθύρων και τα κλιματιστικά, και μέσα σ' αυτές τις αντίξοες συνθήκες εργάστηκε κοπιωδώς. Την τρίτη μέρα θα μπορούσε να κάτσει σπίτι του να ξεκουραστεί, όπως κάνει ακόμα κι ο Θεός. Είχε όμως υποχρέωση το βράδυ, είχε να βγει με κάποιους στον Αστέρα. Και όχι για χαβαλέ: η Σοσιαλιστική Διεθνής είχε εκεί συνάντηση με θέμα «Η δημοκρατική διακυβέρνηση στον 21ο αιώνα». Να 'μουν εγώ, θα έπαιρνα ένα τηλέφωνο την παρέα και θα τους έλεγα ότι είμαι βίδες, δεν μπορώ απόψε, σόρυ γκάιζ, ας το κάνουμε την άλλη βδομάδα. Όμως εκείνος δε σκέφτηκε έτσι, και τίμησε την υποχρέωσή του. Ο λόγος είναι συμβόλαιο, και εξάλλου η δημοκρατική διακυβέρνηση δεν μπορεί να περιμένει.