ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

ΟΙ ΤΑΜΠΟΥΡΑΔΕΣ

Η λαογραφία, όπως είναι γνωστό, γεννήθηκε στην εποχή του Ρομαντισμού, παράλληλα με την ιδέα του έθνους όπως αυτό νοείται σήμερα. Συγκεκριμένα η ελληνική λαογραφία ήταν εξ αρχής μία επιστήμη με προγραμματικό στόχο: να φέρει στο φως έθιμα και συνήθειες των Ελλήνων που να παρουσιάζουν άμεση και εμφανή σύνδεση με αντίστοιχα αρχαία, ώστε να αποδειχθεί ότι οι κάτοικοι της Ελλάδας είναι όντως απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και συνεχιστές του δικού τους πολιτισμού, και όχι οι εκφυλισμένοι Σλάβοι που είδε ο Φαλμεράγερ -τους οποίους οι εν Ευρώπη θαυμαστές της αρχαίας Ελλάδας δε θα είχαν κανένα ιδιαίτερο λόγο να υποστηρίξουν στις εθνικές τους επιδιώξεις. Δηλαδή ήταν μια στρατευμένη επιστήμη. Αυτό είναι κάτι που, με τα σημερινά δεδομένα, ακούγεται χυδαίο: η επιστήμη καλείται να ανακαλύψει την αλήθεια, και όχι να προαποφασίσει μια αλήθεια και μετά να την αποδείξει. Αλλά για εκείνη την εποχή υπηρετούσε μια ιστορική αναγκαιότητα.
Αργότερα κάποια στιγμή ανακαλύφθηκε και έγινε της μόδας το Βυζάντιο, η περίοδος που γεφυρώνει τον αρχαίο με το νεότερο ελληνισμό. Η βυζαντινή γραμματεία, αρχαιολογία κλπ. άρχισαν να μελετώνται και να τους αποδίδεται αξία και προσοχή ανάλογη με της αρχαίας. Καθετί που υπήρχε στο σύγχρονο ελληνισμό χωρίς να κατάγεται από τον αρχαίο, εφόσον αποδεικνυόταν ότι είχε ρίζες στο Βυζάντιο ήταν εξίσου δόκιμο.
Μετά, τα χρόνια πέρασαν. Ο κόσμος προχώρησε. Οι Έλληνες απέδειξαν ότι είναι όσο χρειάζεται απόγονοι των αρχαίων και των βυζαντινών, οι εθνικές επιδιώξεις ικανοποιήθηκαν όσο ικανοποιήθηκαν, και η ιστορία πέρασε στις επόμενες φάσεις. Και οι επιστήμες, όπως και κάθε τι άλλο -οι Τέχνες, η πολιτική, η τεχνολογία κλπ.- επίσης προχώρησαν τη ζωή τους.
Ωστόσο, ακόμη και σήμερα υπάρχουν Έλληνες που εξακολουθούν να κυνηγάνε τον Φαλμεράγερ. Κάποιους από αυτούς τους συναντώ συχνά στο ίντερνετ, σε διάφορους χώρους δημόσιου διαλόγου (π.χ. φόρουμ, μπλογκ, σχόλια σε βιντεάκια του Γιουτιούμπ κλπ.) να ανταλλάσσουν κουβέντες απίστευτης, ενίοτε, φραστικής βίας με Τούρκους, Σκοπιανούς, Αλβανούς και διάφορους άλλους εξίσου θερμοκέφαλους και ανεγκέφαλους με τους ίδιους. Τα θέματά τους καλύπτουν μία μεγάλη γκάμα: από το αν η ύπαρξη του ελληνικού επωνύμου Βούλγαρης ακυρώνει την ελληνική κυριαρχία στη Μακεδονία μέχρι αν το τζατζίκι και τον μπακλαβά τα κλέψαμε από τους Τούρκους. Και τα βλέπει κανείς αυτά σε σελίδες που δεν είναι κατ' ανάγκην εθνικιστικού χαρακτήρα: συχνά κάποιος αθώος ανεβάζει ένα βίντεο με τη χορευτική ομάδα του συλλόγου του χωριού του, δυο τρεις έρχονται και γράφουν από κάτω «Ώπα, αυτά είναι κέφια!», και όλα είναι ωραία μέχρι που εμφανίζεται κάποιος που λέει «αυτά δεν είναι δικά σας, είναι δικά μας και μας τα κλέψατε» και τότε μέσα σε dt αρχίζουν οι e-σφαλιάρες.
Όμως, αυτοί οι e-νταήδες είναι απλώς ταλαίπωροι καθυστερημένοι. Είναι θλιβερό ότι υπάρχουν, έως και τρομαχτικό καμιά φορά, αλλά [ελπίζουμε ότι] δε χαρακτηρίζουν το σύνολο της κοινωνίας τους. Είναι τελείως διαφορετικό όμως όταν άνθρωποι με κάποια παιδεία και με θέση που επηρεάζει τα πράγματα ακολουθούν το ίδιο πνεύμα. Οι άνθρωποι κάποιας παιδείας βέβαια έχουν μια κομψότητα στη συμπεριφορά τους: δε βρίζουν, δεν απειλούν, δε μιλάνε για κλοπές. Ωστόσο συχνά δεν έχουν ενδοιασμούς να δημιουργήσουν μία φανταστική αλήθεια που, προβάλλοντας τη σύνδεση κάποιου πολιτισμικού στοιχείου της σύγχρονης Ελλάδας με αντίστοιχα αρχαία ή βυζαντινά, του προσδίδει ιδιαίτερη αξία -την οποία υποτίθεται ότι αλλιώς δε θα είχε.
Το δημοτικό τραγούδι προέρχεται από τη βυζαντινή μουσική. Ε όχι ρε παιδιά, το δημοτικό τραγούδι δε θα μπορούσε με τίποτα να προέρχεται από τη βυζαντινή μουσική! Το δημοτικό τραγούδι είναι απλό, η συντριπτική πλειοψηφία των δημοτικών μελωδιών οποιασδήποτε ελληνικής περιοχής έχει ένα περιορισμένο αριθμό από νότες και φράσεις, ενώ το εκλησιαστικό μέλος είναι σύνθετο, περίτεχνο, επεξεργασμένο και λεπτουργημένο. Δεν μπορεί το απλό να προέρχεται από το περίτεχνο, δεν είναι προφανές; Υπόκειται ένας κοινός πυρήνας, αυτό ναι. Δε θα υποστηρίξω ότι είναι δύο άσχετα πράγματα. Και σίγουρα υπάρχουν κάποιες δημοτικές μελωδίες που έχουν επηρεαστεί από την εκκλησιαστική μουσική, ιδίως εκείνες που -σε αντίθεση με τις περισσότερες- είναι όντως πιο εκτεταμένες και πιο περίτεχνες. Αλλά υπάρχουν και άλλες που είναι επηρεασμένες από κάτι άλλο, από φράγκικα ή τούρκικα ή βουλγάρικα ακούσματα. Και στη γλώσσα μας έχουμε δάνεια από χίλιες δυο γλώσες, αυτό δεν αποδεικνύει τίποτε (ή μάλλον, αποδεικνύει απλώς ότι είχαμε επαφές με άλλους λαούς).
Ύστερα: το δημοτικό τραγούδι είναι εύκολο. Τις εποχές που οι τοπικές μουσικές παραδόσεις ήταν ζωντανές και ακμαίες, σε κάθε τόπο όλοι ήξεραν να τραγουδάνε και να χορεύουν τα τοπικά τραγούδια, χωρίς να κάνουν κάποια ιδιαίτερη συνειδητή προσπάθεια, απλώς με το να «μεγαλώνουν μέσα στη μουσική». Βέβαια δεν ήταν όλοι βιρτουόζοι, όλοι όμως μετείχαν αυτής της κουλτούρας. Αντίθετα η ψαλτική τέχνη κατακτάται μόνο μέσα από μακροχρόνιες συστηματικές σπουδές, σε συνδυασμό με την έμπρακτη εμπειρία, και πάλι ούτε οι ψαλτάδες γίνονται όλοι βιρτουόζοι. Πώς λοιπόν θα μπορούσε το δύσκολο, που απαιτεί σύστημα, μέθοδο και λογική επεξεργασία, να προηγείται του εύκολου, εύληπτου, που μαθαίνεται μόνο με την εμπειρία; Μόνο αν θεωρήσουμε το δημοτικό τραγούδι ως το εκφυλισμένο, παρηκμασμένο απότοκο του βυζαντινού μέλους. Αλλά αν είναι έτσι, τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος να ψάξουμε να του αποδώσουμε καμιά ιδιαίτερη αξία: δεχόμαστε ότι δεν έχει αξία, και ξεμπερδεύουμε.
Και όμως, το δημοτικό τραγούδι -συνήθως με τον τίτλο «Παραδοσιακό»- διδάσκεται με όρους βυζαντινής μουσικής σε πολλά Ωδεία και μουσικά σχολεία, και αναλύεται με βάση τη θεωρία της βυζαντινής μουσικής. Το αποτέλεσμα είναι νέοι μουσικοί, που πήγαν να διδαχτούν γιατί η παλιά αλυσίδα της προφορικής μετάδοσης έχει σπάσει, να βγαίνουν άχρηστοι: μαθαίνουν να προσέχουν λεπτομέρειες που για τον αυθεντικό παραδοσιακό μουσικό δεν υφίστανται καν, και να παραβλέπουν άλλα ζητήματα που γι' αυτόν είναι κεφαλαιώδη.
Το ίδιο αποτέλεσμα προκύπτει και όταν αντί της βυζαντινής χρησιμοποιείται η οθωμανική θεωρία και προσέγγιση. Η λόγϊα οθωμανική μουσική, εξίσου μελετημένη και λεπτουργημένη με τη βυζαντινή, ήταν η μουσική που άκουγαν οι ευγενείς και οι μορφωμένοι στην Κωνσταντινούπολη. Σήμερα είναι η «κλασική» μουσική της Τουρκίας. Έχει θεμελιώδεις ομοιότητες και αναλογίες με τη βυζαντινή, αλλά και αρκετές διαφορές. Μάνι μάνι, η βυζαντινή είναι αποκλειστικά εκκλησιαστική και φωνητική, ενώ η οθωμανική είναι κοσμική και χρησιμοποιεί όργανα. Πέρα από αυτό, υπάρχουν μικροδιαφορές στις δύο παραδόσεις και στην πράξη και στη θεωρητική προσέγγιση. Αλλά οπωσδήποτε οι ομοιότητες ανάμεσα στις δύο είναι περισσότερες απ' ό,τι ανάμεσα σε καθεμία από αυτές και στο δημοτικό ελληνικό τραγούδι, γιατί απλούστατα και οι δύο είναι έντεχνες, επώνυμες παραδόσεις, ενώ το δημοτικό τραγούδι είναι δημώδες.
Οπότε και η οθωμανικού τύπου προσέγγιση της λαϊκής παράδοσης βγάζει λάθος αποτελέσματα. Τουλάχιστον όμως είναι απαλλαγμένη από το σύμπλεγμα του να αποδείξουμε την ελληνικότητα και -άρα- την αξία της μουσικής. Μετά από αυτή την παρένθεση, αφήνω κατά μέρος την οθωμανοπρεπή διδασκαλία για να ξαναγυρίσω στη βυζαντινοπρεπή.
Βασικό εργαλείο στην εκμάθηση και των δύο σκελών της ελληνικής μουσικής, δημοτικού τραγουδιού και εκκλησιαστικού μέλους, είναι το εθνικό μας όργανο: όχι βέβαια το μπουζούκι, όπως ίσως να νόμιζε κανείς, ούτε το κλαρίνο, αλλά ο παγκοσμίως άγνωστος ταμπουράς.
Τι είναι ο ταμπουράς;
Η λέξη χρησιμοποιείται με διαφορετική σημασία σε τρία διαφορετικά επίπεδα. Στο πρώτο, το στενότερο, ταμπουρά ονόμαζαν σε διάφορες περιοχές ένα τοπικό όργανο που χονδρικά μοιάζει με σάζι ή μπουζούκι, αλλά στις λεπτομέρειες μπορεί να διέφερε από τον ταμπουρά μιας άλλης περιοχής. Με μία ευρύτερη έννοια ταμπουράδες είναι όλα αυτά τα τοπικά όργανα, καθώς και άλλα που είχαν τα ίδια βασικά χαρακτηριστικά αλλά η τοπική τους ονομασία μπορεί να ήταν άλλη. Και με μία ακόμη ευρύτερη έννοια ταμπουράς είναι ένας γενικός όρος που περιλαμβάνει όλα τα αλλιώς λεγόμενα «μακριά λαούτα», δηλαδή όλα τα απανταχού έγχορδα που αποτελούνται από ένα σχετικά μικρό ηχείο και ένα σχετικά μακρύ χέρι και παίζονται όχι με δοξάρι αλλά με πένα ή με το νύχι ή με το δάχτυλο, άρα και το μπουζούκι, και το ιρανικό ταρ, και το ινδικό σιτάρ, ακόμη και το μπάντζο. Εδώ θα χρησιμοποιούμε τη λέξη με τη δεύτερη σημασία: ένας γενικός τύπος ελληνικού οργάνου με διάφορες τοπικές παραλλαγές.
Η ονομασία ταμπουράς προέρχεται από το βυζαντινό πανδούρα / πανδουρίς. Σε πολλές γλώσσες υπάρχουν ονόματα οργάνων που είναι παραλλαγές αυτής της λέξης, και μερικές φορές πρόκειται για τελείως διαφορετικά όργανα (μπορεί να μην είναι καν έγχορδα αλλά κρουστά ή πνευστά), αν και συνήθως πρόκειται για όντως ταμπουροειδή όργανα: tanbura στην Τουρκία είναι ένα είδος σαζιού · ταμπουρίτσα στη Βουλγαρία ένα τετράχορδο μπουζουκοειδές · τανπούρα στην Ινδία ένα όργανο που μοιάζει με σιτάρ, πιο απλοποιημένο, που χρησιμοποιείται μόνο για ισοκρατήματα · αλλά tambour στα γαλλικά είναι το τύμπανο, και tambourine στα αγγλικά / tamburello στα ιταλικά το ντέφι, ενώ μπαντούρα ή μαντούρα στην Κρήτη είναι το μονοτσάμπουνο (μικρό καλαμένιο πνευστό, ένας μεμονωμένος αυλός τσαμπούνας -άλλωστε και η τσαμπούνα στην Κρήτη λέγεται ασκομ(π)αντούρα). Η πρώτη αρχή της λέξης έχω διαβάσει ότι είναι το σουμεριακό παν-τουρ, που κυριολεκτικά σημαίνει «μικρό τόξο».
Ταμπουράδες παίζονταν παλιά σε όλη λίγο-πολύ την Ελλάδα. Αλλού ήταν μικρότεροι, αλλού μεγαλύτεροι · με πιο στρογγυλό ή πιο αμυγδαλόσχημο ηχείο · με δύο ή τρεις ή και τέσσερις χορδές, μονές ή διπλές, και με ποικίλα κουρδίσματα. Και βέβαια με ποικίλες ονομασίες. Ανάλογη ποικιλία βρίσκουμε και στα σάζια της Τουρκίας, που είναι πολύ παρόμοια όργανα.
Σήμερα οι ταμπουράδες έχουν χαθεί από παντού στην Ελλάδα. Σώζονται άπειρες μαρτυρίες, απεικονίσεις, μνεία των οργάνων σε δημοτικά τραγούδια, φωτογραφίες, ακόμη και τα ίδια τα όργανα (π.χ. ο ταμπουράς του στρατηγού Μακρυγιάννη εκτίθεται, επισκευασμένος και έτοιμος να παίξει, στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο), αλλά δεν ξέρουμε πώς παίζονταν. Δεν υπάρχουν ούτε ηχογραφήσεις ούτε άνθρωποι που να πρόλαβαν την αλυσίδα της ζωντανής παράδοσης. Με κάποιες εξαιρέσεις: το μπουλγαρί, ο ταμπουράς της Κρήτης, παιζόταν μέχρι προ εικοσαετίας περίπου από τον τελευταίο παλιό οργανοπαίχτη, το Στέλιο Φουσταλιεράκη, ο οποίος πρόλαβε και να ηχογραφήσει και να βιντεοσκοπηθεί και να έρθει σε επαφή με ερευνητές που κατέγραψαν την τέχνη του, κι έτσι αργότερα υπήρξε η δυνατότητα αναβίωσης του οργάνου και σήμερα παίζουν πολλοί. Στο Άγκιστρο Σερρών έχει δυο γριές που παίζουν έναν τοπικό δίχορδο ταμπουρά, και κάποια στιγμή τούς έγινε αφιέρωμα σε μια εκπομπή στην τηλεόραση. Αλλά σε γενικές γραμμές οι ταμπουράδες όλης της Ελλάδας είτε μετασχηματίστηκαν σε μπουζούκια, τζουράδες και μπαγλαμάδες (που στη συνέχεια ακολούθησαν τελείως άλλη πορεία) και σε λαούτα (το σημερινό ελληνικό λαούτο μοιάζει να είναι υβρίδιο μεταξύ των καθεαυτού λαούτων, με κοντό χέρι, όπως το ούτι, και των ταμπουράδων) είτε σίγησαν. Κι έτσι δεν είναι γνωστό ούτε πώς κουρδίζονταν, ούτε τι πενιές χρησιμοποιούνταν, ούτε πώς ταιριάζονταν οι κλίμακες στα διαστήματά τους. Πρόκειται για μία παράδοση που έχει χαθεί.
Βέβαια η συγκριτική μουσικολογία μπορεί να αντλήσει κάποιες ενδείξεις σχετικά με αυτά τα ερωτήματα μελετώντας αφενός τα όργανα που διαδέχτηκαν τους ταμπουράδες και αφετέρου τα συγγενή τους όργανα άλλων λαών που παίζονται ακόμα, δηλαδή κυρίως τα τούρκικα σάζια. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι όπως παίζεται το τούρκικο σάζι έτσι παιζόταν και ο ελληνικός ταμπουράς της Α ή Β περιοχής. Άλλωστε και στην Τουρκία έχει επέλθει ένας συγκρητισμός: σήμερα θεωρείται ότι το σάζι είναι ένα όργανο, που βγαίνει στα τάδε και τάδε μεγέθη, το καθένα με την τονικότητά του και το όνομά του, και όλα κουρδίζονται με τρεις ή τέσσερις κοινούς για όλα τρόπους, και έτσι διδάσκεται. Εκ παραδόσεως όμως κάθε περιοχή είχε ένα μέγεθος, με το δικό του κούρδισμα και τη δική του τεχνική, που ήταν βέβαια σχετική και με το ιδιαίτερο τοπικό ρεπερτόριο.
Παρά λοιπόν τη σχεδόν πλήρη και μη αναστρέψιμη άγνοιά μας για το πώς παιζόταν, ο ταμπουράς έχει εσχάτως αναγορευθεί σε εθνικό μας όργανο. Είναι υποχρεωτικό για όσους μαθητές των μουσικών σχολείων παίρνουν παραδοσιακή μουσική, και χρησιμοποιείται επίσης και στη διδασκαλία της βυζαντινής. Τα όργανα που χρησιμοποιούνται είναι τούρκικα σάζια ενός συγκεκριμένου μεγέθους. Μόνο που αντί για την τρύπα στο κάτω μέρος του ηχείου που έχουν συνήθως τα σάζια αυτά την έχουν στο καπάκι όπως τα μπουζούκια και γενικώς τα περισσότερα έγχορδα. Έτσι, για να υπάρχει μία διαφορά. Και υπάρχει και μία ακόμη διαφορά, στους μπερντέδες (διαστήματα, τάστα): το μπράτσο χωρίζεται σε ημιτόνια και ορισμένα από τα ημιτόνια χωρίζονται σε τρία διαστήματα, ενώ οι Τούρκοι τα χωρίζουν σε δύο. Έτσι υποτίθεται ότι αποδίδονται με ακρίβεια τα διαστήματα των βυζαντινών κλιμάκων και άρα και των δημοτικών.
Μέσα σ' αυτή τη φαινομενικά αθώα συνήθεια, να χρησιμοποιείται ένα όργανο για την άσκηση του αφτιού στα διαστήματα, κρύβεται μία ολόκληρη σωρεία παραχαράξεων:
1. Ποτέ δεν υπήρξε «ταμπουράς» ως ένα ενιαίο πανελλήνιο όργανο.
2. Οι κατά τόπους παραλλαγές του ταμπουρά έχουν χαθεί. Ακόμα και όπου σώζονται δείγματα δεν ξέρουμε πώς παίζονταν.
3. Με απόλυτη βεβαιότητα κανένα είδος ταμπουρά, ακόμη και από αυτά που δε σώζονται δείγματα, δεν μπορεί να είχε αυτή τη διάταξη μπερντέδων: δεν είναι ίδιον των λαϊκών οργάνων να ορίζουν με τόση ακρίβεια τα διαστήματα. Τα όργανα με μπερντέδες έχουν πάντα λίγους μπερντέδες, έναν ανά ημιτόνιο ή και λιγότερους ακόμα. Αν ο παραδοσιακός οργανοπαίχτης έπαιζε μ' αυτούς τους λίγους μπερντέδες και δεν πετύχαινε το διάστημα σύμφωνα με το Μέγα Θεωρητικόν του Χρυσάνθου, τόσο το χειρότερο για το Χρύσανθο. Αυτή η συνήθεια με τους πολλούς μπερντέδες που σπαν το ημιτόνιο σε όλες τις λεπτές υποδιαιρέσεις προέρχεται από τα όργανα της λόγιας οθωμανικής μουσικής, που εξυπηρετούσε άλλες αισθητικές απαιτήσεις απ' ό,τι η λαϊκή μουσική. Ακόμη και τα τούρκικα σάζια, που είναι λαϊκά όργανα, σπάνε κάποια ημιτόνια αλλά πολύ λιγότερα απ' όσα βλέπουμε τώρα που το σάζι έχει μπει στα Ωδεία.
4. Ο συγκεκριμένος ταμπουράς των ελληνικών Ωδείων και μουσικών σχολείων είναι ξεκάθαρα τούρκικο σάζι. Αν εξαιρέσουμε αυτή τη λεπτομέρεια με τους μπερντέδες, που είτε για την Ελλάδα είτε για την Τουρκία είναι εξίσου ανιστόρητη, κατά τα άλλα είναι ένα όργανο που παίζεται σήμερα στην Τουρκία ενώ δεν παίζεται στην Ελλάδα, και είναι φτιαγμένο στην Τουρκία (ή στην Ελλάδα από μαστόρους που έχουν μάθει εμμέσως ή απευθείας από Τούρκους), κουρδίζεται όπως στην Τουρκία, και ο δάσκαλος το έμαθε από Τούρκους δασκάλους ή από Έλληνες μαθητές Τούρκων δασκάλων. Πριν το 1980 κανείς στην Ελλάδα δεν είχε ακούσει ούτε σάζι ούτε ταμπουρά. Μετά ξεκίνησε το έθνικ. Εμφανίστηκαν μουσικοί όπως ο Ρος Ντέιλι και οι Δυνάμεις του Αιγαίου που είχαν πάει στην Τουρκία και είχαν μάθει σάζια, λάφτες, νέγια, μπεντίρ, πολίτικες λύρες και διάφορα άλλα όργανα που εκεί καλλιεργούνταν ενώ εδώ ήταν άγνωστα, τα έφεραν εδώ, και επειδή η μουσική τους ήταν ωραία τα όργανα απέκτησαν απήχηση. Ήρθαν μερικοί και έγιναν μαθητές τους, οι μαθητές έγιναν δασκάλοι κι έβγαλαν καινούργιους μαθητές, εντωμεταξύ η επαφή με την πηγή (την Τουρκία) δε διακόπηκε γιατί κάθε μαθητής που σεβόταν τον εαυτό του ήθελε κάποια στιγμή να πάει κι από κει να δει το real thing και να μάθει από το δάσκαλο του δασκάλου του, και σήμερα αυτά τα όργανα έχουν γίνει πλέον πάγκοινα στην Ελλάδα, και χρησιμοποιούνται σε διάφορες μουσικές πέρα από την αυθεντική τούρκικη.
Όλα αυτά είναι καλά και γόνιμα. Όμως ούτε ο Ρος Ντέιλι ούτε οι Δυνάμεις ήρθαν ποτέ να μας πουν «αυτό είναι ένα παλιό ελληνικό όργανο». Ήταν τούρκικα, τα δήλωναν για τούρκικα, κατονόμαζαν με όλο το δέοντα σεβασμό τους Τούρκους δασκάλους τους, και από κει και πέρα τα χρησιμοποιούσαν είτε για δικές τους διασκευές ελληνικής ή άλλης μουσικής είτε για πρωτότυπη δική τους μουσική με επιρροές τούρκικες, ελληνικές και οτιδήποτε άλλο.
Αντίθετα στα μουσικά σχολεία, που επιτέλους ανήκουν στο Υπουργείο Παιδείας, στο Κράτος, δεν είναι ιδιώτες να λένε ό,τι θέλουν με ατομική τους ευθύνη, έρχονται οι μαθητές των μαθητών των Τούρκων σαζιστών και σου λένε «ταμπουράς!», κι εσύ ψαρώνεις: πω πω, η βυζαντινή Πανδουρίς! Σμίξαν τα μπουζούκια και ο μπαγλαμάς με τον ταμπουρά του Μακρυγιάννη! Τι λεπτός ήχος! Για δες πώς αποδίδει όλα τα διαστήματα! Τρεις χιλιάδες χρόνια μικρασιάτικου ελληνισμού!

Δε θα είχα αντίρρηση αν έκαναν ακριβώς το ίδιο, αλλά το ονόμαζαν σάζι. Και μετά κάποια στιγμή, ευκαιρίας δοθείσης, να εξηγούσαν κιόλας: δεν είναι το κανονικό τούρκικο σάζι, είναι ένα ειδικό όργανο μαθητείας, τροποποιημένο έτσι ώστε να βοηθάει να μάθουμε τα διαστήματα. Άλλωστε δεν αποκλείεται να το κάνουν κιόλας μερικοί δασκάλοι. Σαν ιδιωτική πρωτοβουλία όμως, όχι σαν επίσημη γραμμή.

Τώρα, σε όλο αυτό που υποστηρίζω, μπορεί να υπάρξει η εξής αντίρρηση: μα ο ταμπουράς ήταν ελληνικό όργανο, και από εμάς το έμαθαν οι Τούρκοι! Άσε μας ρε φίλε! Μας πήραν τον ταμπουρά και σε αντάλλαγμα μας έδωσαν το τζατζίκι; Αυτά είναι αστειότητες. Ελληνικό όργανο είναι όποιο παίζουν οι Έλληνες, και τούρκικο όποιο παίζουν οι Τούρκοι. Ελληνικό όργανο δεν είναι όποιο δεν παίζουν οι Έλληνες. Το κλαρίνο είναι ελληνικότατο, γιατί μ' αυτό γλεντάει και εκφράζεται όλη η Ήπειρος, η Θεσσαλία, η Ρούμελη, η Πελοπόννησος, μεγάλο μέρος της Μακεδονίας και της Θράκης και ακόμη και αρκετά νησιά. Τι σημασία έχει ότι προέρχεται από την κλασική δυτικοευρωπαϊκή ορχήστρα; Το τζατζίκι είναι ελληνικό, γιατί το φτιάχνει η μάνα μας και όλες οι ταβέρνες. Το «άει σιχτίρ» είναι ελληνικό, γιατί το λέμε και γεμίζει ο στόμας μας κι αλαφρώνει η ψυχή μας, κι ας μην ξέρουμε αν στα τούρκικα είναι ρήμα ή ουσιαστικό και τι σημαίνει κυριολεκτικά. Ο μέλας ζωμός δεν είναι ελληνικό φαγητό, κι ας τον έτρωγαν μονοφάι οι Σπαρτιάτες επί πέντε αιώνες, γιατί δεν τον φτιάχνει (ευτυχώς!) η μάνα μας, ούτε καμία ταβέρνα. Ποια πρακτική σημασία μπορεί να έχει η ιστορική πληροφορία ότι κάποιο όργανο ή φαγητό ή προϊόν ή λέξη δεν προέρχεται από το λαό που το χρησιμοποιεί τώρα;
Θα μου πεις, μ' αυτή τη λογική και το σάζι πλέον είναι ελληνικό, αφού το παίζουν τόσοι Έλληνες. Εντάξει... οριακά. Το παίζουν πολλοί Έλληνες, αλλά κυρίως σε τούρκικη μουσική. Και αυτό συμβαίνει εδώ και λίγα χρόνια. Να δεχτώ ότι το σάζι είναι ένα όργανο που πήραμε από τους Τούρκους και έχει αρχίσει να ενσωματώνεται στην ελληνική μουσική. Αλλά έστω κι έτσι, το σάζι δεν είναι σε καμία περίπτωση ο ταμπουράς. Γιατί αν το σάζι είναι ταμπουράς, τότε και τα ερείπια της Εφέσου είναι τούρκικα, και ο Μέγας Αλέξανδρος Σλάβος, και να που ξαναγυρίζουμε στον Φαλμεράγερ...


[ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αρκετές πληροφορίες και ιδέες αυτού του κειμένου προέρχονται από το βιβλιαράκι "Παραδοσιακά μουσικά όργανα" του Ρος Ντέιλι. Πρόκειται για το φυλλάδιο / κατάλογο μιας έκθεσης παραδοσιακών οργάνων από την Ελλάδα, Μ. Ανατολή, Β. Αφρική, Κεντρική Ασία και Ινδία, που είχε γίνει το 1996 στο Αετοπούλειο Πολιτιστικό Κέντρο στο Χαλάνδρι. Υποθέτω πως είναι δυσεύρετο, αλλά είναι εξαιρετικό. Μέσα σε λιγότερο από 40 σελίδες μαθαίνει κανείς όσα άλλοι χρειάζονται τόμους για να τα εξηγήσουν, σχετικά με τα όργανα, τις σχέσεις μεταξύ τους, την ιστορία και την εξέλιξή τους.
Σχετικά με την ιστορία του πώς ξανάρχισαν να ακούγονται ανατολίτικα όργανα στην Ελλάδα υπάρχει ένα άρθρο του Χρήστου Τσιαμούλη σε κάτι παλιές Επτά Ημέρες (σελ. 29). Ολόκληρη μελέτη για το ίδιο θέμα αποτελεί το «Paradosiaka: music, meaning and identity» της Ελένης Καλλιμοπούλου, όπου όλη η ιστορία αυτού του μουσικού κινήματος εξετάζεται λεπτομερώς και εις βάθος. Το διάβασα αφού είχα γράψει το παρόν κείμενο, και διαπίστωσα ότι στο ζήτημα των ταμπουράδων η έρευνά της, βασισμένη σε προσωπικές συνεντεύξεις των πρωταγωνιστών της ιστορίας αυτής, λέει λίγο-πολύ τα ίδια που λέω κι εγώ.]

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

ΤΟ ΣΤΕΝΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ

Το Σμαρτ, ένα αυτοκίνητο για δύο επιβαίνοντες αντί των συνήθων τεσσάρων ή πέντε, και με μήκος χοντρικά το μισό από ένα συνηθισμένο αυτοκίνητο, εφευρέθηκε για να εξυπηρετήσει όσους εντιμετωπίζουν πρόβλημα με το κυκλοφοριακό. Όσο όμως εξαπλώνεται η χρήση του, αρχίζει να αλαφρώνει και το ίδιο το κυκλοφοριακό, όχι μόνο για όσους έχουν Σμαρτ αλλά και για τους υπόλοιπους: απελευθερώνονται θέσεις πάρκινγκ, μειώνεται το μήκος των ουρών από σταματημένα αυτοκίνητα κλπ.
Όμως το κυκλοφοριακό πρόβλημα πόλεων όπως η Αθήνα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό όχι στο μήκος των αυτοκινήτων, αλλά στο πλάτος τους. Πώς κανείς δε σκέφτηκε να κατασκευάσει αυτοκίνητα με το μισό φάρδος από τα συνηθισμένα; Θα μπορούν να είναι διθέσια, με έναν μπροστά και έναν πίσω. Φαντάζεστε πόσος χώρος θα εξοικονομείται;
Ας υποθέσουμε ότι βγαίνει αυτή η εφεύρεση και έχει τόση επιτυχία ώστε όλοι ν' αρχίσουν να κυκλοφορούν με τέτοια: οι δρόμοι που σήμερα είναι παρκαρισμένοι κι απ' τις δύο μεριές και χωρούν μία λωρίδα αυτοκινήτων εν κινήσει έχουν συνολικό φάρδος τριών αυτοκινήτων συν τα απαραίτητα κενά. Με τα νέα στενά αυτοκίνητα θα έχουν φάρδος έξι αυτοκινήτων, δηλαδή θα μπορούν να παραμείνουν παρκαρισμένοι κι απ' τις δύο πλευρές ενώ στο κυκλοφορήσιμο μέρος τους θα έχουν τέσσερις λωρίδες! Μάνι μάνι, καταργούνται οι μονόδρομοι. Άσε που ένα τέτοιο αυτοκίνητο χωράει παντού, οπότε μπορούμε να παρκάρουμε έξω από την πόρτα μας ακόμη κι αν μένουμε στα Αναφιώτικα ή στα στενοσόκακα κανενός Κυκλαδίτικου οικισμού (γιατί να πεζοπορούμε σαν τα κορόιδα μέχρι το πάρκινγκ του χωριού; Σάμπως κι οι παλιοί το γάιδαρο στο πάρκινγκ τον αφήνανε;).
Ακολούθως, η τεχνολογία προχωράει κι άλλο. Οι δύο ιδέες, του κοντού αυτοκινήτου με μήκος ενός επιβαίνοντος ατόμου και του στενού, με πλάτος ενός επιβαίνοντος ατόμου, συνδυάζονται. Το νέο επαναστατικό αυτοκίνητο του ενός μόνο ατόμου έχει μήκος όσο ένα Σμαρτ και φάρδος όσο ένα Στενό. Συνδυάζοντας τις λέξεις Smart και φάρδος, θα μπορεί να ονομαστεί Fart. Θα είναι κάτι σαν κουβάς με ρόδες, ή σαν μηχανοκίνητο αναπηρικό καροτσάκι με κουβούκλιο. Ο ωφέλιμος χώρος των δρόμων μας, και στο κυκλοφορήσιμο τμήμα και στις θέσεις πάρκινγκ, θα τετραπλασιαστεί.
Επεξεργάζομαι ακόμη την ιδέα ενός ακόμη μικρότερου αυτοκινήτου, που δε θα χωράει κανένα άτομο. Όταν ο ωφέλιμος χώρος που πιάνει το αυτοκίνητο θα ισούται με μηδέν, το σύνολο του διαθέσιμου χώρου στους δρόμους θα πρέπει, νομίζω, να πολλαπλασιαστεί επί άπειρο. Θα δούμε πώς θα γίνει κι αυτό. Προτάσεις ευπρόσδεκτες.

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2009

ΚΟΤΕΣ

Τελευταία έτυχε να παρακολουθήσω τη σύνταξη της μεταπτυχιακής εργασίας στην Ιστορία μιας φίλης μου. Το θέμα της ήταν ο ελληνικός Εμφύλιος, και συγκεκριμένα το αρχείο των επιστολών προς μία συγκεκριμένη αγωνίστρια, που πήρε σβάρνα όλες τις εξορίες. Σε κάποιο σημείο της εργασίας προέκυψε το εξής πρόβλημα: είναι γνωστό από τις πηγές ότι την περίοδο από τόσο μέχρι τόσο, το τάδε στρατόπεδο εξορίστων είχε την αυστηρότερη λογοκρισία. Ωστόσο, ανάμεσα στις επιστολές του υπό εξέτασιν αρχείου, όσες είναι της συγκεκριμένης περιόδου και προς το συγκεκριμένο στρατρόπεδο, ενώ έχουν όλες περάσει από λογοκρισία, έχουν από ελάχιστα έως καθόλου σβησμένα. Πώς εξηγείται αυτή η αντίφαση;

Φαίνεται ότι το πόσα θα έσβηνε ο λογοκριτής εξαρτιόταν σε κάποιο βαθμό και από τον ίδιο: αν είχε κέφια ή όχι, αν είχε φόρτο εργασίας ή όχι κλπ.. Σε τελική ανάλυση, και στο αυστηρότερο καθεστώς, ο λογοκριτής δεν παύει να είναι ένας Έλληνας δημόσιος υπάλληλος: σβήσει δε σβήσει, ο μισθός πέφτει. Υπήρχε επιτροπή λογοκρισίας, δεν υπήρχε όμως δεύτερη επιτροπή που να ελέγχει αν οι λογοκριτές έκαναν καλά τη δουλειά τους.

Στην ταινία «Οι ζωές των άλλων», που η δράση της τοποθετείται στην παλιά Ανατολική Γερμανία, ο ύποπτος παρακολουθείται επί εικοσιτετραώρου βάσεως, οι συζητήσεις του μαγνητοφωνούνται, απομαγνητοφωνούνται, υπάρχουν και άτομα επιφορτισμένα με το καθήκον να τις ακούν σε ζωντανό χρόνο, τα οποία αλλάζουν βάρδιες για να καλύψουν όλο το εικοσιτετράωρο, κλπ. κλπ. −γενικά για κάθε ύποπτο κινητοποιείται ένας ολόκληρος μηχανισμός, ενώ παράλληλα και οι συμμετέχοντες σ’ αυτό το μηχανισμό μπορούν να θεωρούνται κι οι ίδιοι ύποπτοι και να παρακολουθούνται αντίστοιχα. Περιγράφεται γενικά μία κατάσταση που δε θα μπορούσε να συμβεί ποτέ στην Ελλάδα, καθώς προϋποθέτει τόση οργάνωση και τόσο στενό έλεγχο όσο ποτέ δεν είδαμε σε τίποτε στη χώρα μας.

Θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει ότι στην Ελλάδα ποτέ δεν υπήρξε η υποδομή για ένα πραγματικά ολοκληρωτικό καθεστώς, σαν αυτά που περιγράφονται στις «Ζωές των άλλων», στο «Κιβώτιο», στο «Λάθος», στο «1984». Γενικά γκρινιάζουμε για τους εαυτούς μας, που είμαστε τόσο ρεμπεσκιέδες ώστε τίποτα δε λειτουργεί «όπως στη Γερμανία», αλλά να που αυτή η ανοργανωσιά έχει και τα καλά της.

Πιστεύω ότι αυτοί οι καιροί έχουν παρέλθει. Έχει ξεκινήσει η προλείανση του εδάφους, και σύντομα θα είμαστε σε θέση να έχουμε ένα καθεστώς τόσο απόλυτο και με τόσο εύρυθμη λειτουργία όσο οποιοδήποτε απόλυτο καθεστώς στην ιστορία ή ακόμη και στη λογοτεχνία. Την επόμενη φορά που στην Ελλάδα θα υπάρξει δικτατορία, θα έχει τα εξής δύο χαρακτηριστικά: πρώτον, θα ελέγχει απεριόριστα ό,τι επιθυμεί να ελέγξει, χωρίς να προσκρούει στις τυπικές ελληνικές δυσκολίες του τύπου «μια δεν έχουμε σκατά, μια τα μαστίγια είναι χαλασμένα»· και δεύτερον, θα έχει εκλεγεί με δημοκρατικές και νόμιμες διαδικασίες.

Υπάρχει μία γενιά που μεγαλώνει και μπαίνει στην κοινωνία με δεδομένη την αμφισβήτηση κάποιων αξιών. Για τα παιδιά σχολικής ηλικίας είναι αδιανόητη η έννοια «ιδιωτικός χώρος», «παραβίαση ιδιωτικού χώρου». Από τότε που κατάλαβαν τον κόσμο, ο καθένας μπορούσε να τους φωτογραφίσει ή να τους μαγνητοσκοπήσει και να το ανεβάσει στο ίντερνετ· ο καθένας μπορούσε να ξέρει αν έχουν ανοιχτό το κινητό τους, αν έλαβαν το μήνυμα, αν έχουν ή δεν έχουν δικαιολογία να μην απαντήσουν· το να ξέρω ποιος με παίρνει τηλέφωνο −ξέροντας ότι κι εκείνος ξέρει ότι το ξέρω−, ποιος μόλις άνοιξε τον υπολογιστή του, το να κάνω καμάκι μέσω φέισμπουκ και γι’ αυτό το λόγο να απολύομαι την επόμενη μέρα από τη δουλειά μου, το να βλέπω σε ένα σωρό σάιτ όπου μπαίνω την ένδειξη «προσοχή, συλλέγουμε προσωπικά δεδομένα», το να σκάνε διαφημίσεις και άλλα ανεπιθύμητα μηνύματα στο προσωπικό μου τηλέφωνο ή το προσωπικό μου μέιλ, όλα αυτά είναι δεδομένα ακόμη και για ανθρώπους τέτοιας ηλικίας ώστε να έχουν προλάβει και τον κόσμο όταν ήταν αλλιώς, πόσο μάλλον για παιδιά που δεν έχουν δει ποτέ κάτι άλλο. Και όλα αυτά δε θεωρούνται ρουφιανιά: μπορεί να είναι λίγο δυσάρεστα, αλλά όχι ανήθικα. Εκλαμβάνονται στη χειρότερη περίπτωση ως φυσικοί μπελάδες της ζωής, ενώ καθόλου δεν αποκλείεται και η περίπτωση να θεωρούνται προνόμια: «Πού είσαι αγάπη μου;» −«Στην εκκλησία με τη θεια μου.» −«Ωραία, στείλε μου μια φωτογραφία!».


Under control

(Ceci n' est pas Magritte)


Το περιστατικό με τους δίδυμους πύργους έδωσε το άλλοθι για τη δημιουργία της αντιτρομοκρατικής υστερίας, στο πλαίσιο της οποίας το κράτος ή διάφορες άλλες ανώτερες δυνάμεις κάνουν κουμάντο στο αν θα βάλω την οδοντόκρεμα και το νυχοκόπτη μου στη χειραποσκευή ή στη βαλίτσα −αν τη βάλω στο λάθος μέρος έχουν δικαίωμα να την παρακρατήσουν, και το κάνουν πάντοτε. Κι αυτό, άμα σου συμβεί πολλές φορές φτάνεις να το θεωρείς φυσικό.

Στο ίδιο πλαίσιο, της πάταξης της τρομοκρατίας, η αστυνομία νομιμοποιείται να καταλαμβάνει τμήματα δρόμων που περνούν από πρεσβείες, υπουργεία ή και απλά αστυνομικά τμήματα, και να απαγορεύει τη διέλευση αυτοκινήτων από εκεί. Όμως αυτοί οι δρόμοι κατασκευάζονται και συντηρούνται από τον Έλληνα φορολογούμενο, όπως και οι υπόλοιποι που προορίζονται για χρήση. Κι αυτό επίσης, άμα σου συμβεί πολλές φορές φτάνεις να το θεωρείς φυσικό.

Εξίσου φυσικό έχουμε φτάσει να θεωρούμε το να μας σταματάνε κάθε τρεις και λίγο στο δρόμο για εξακρίβωση στοιχείων (λες και θα κυκλοφορούσαμε με καμιά ταυτότητα που να γράφει Παλαιοκώστας) και ενδελεχή σωματικό έλεγχο. Ή το να γεμίζουν οι δρόμοι με πάνοπλους μπάτσους, μέρα μεσημέρι, λες κι είμαστε στη Χούντα. Δηλαδή, είναι φυσικό και δεδομένο ο καθένας μας να είναι δυνάμει ύποπτος.

Αντιτρομοκρατικός αγώνας σημαίνει αγώνας για την ασφάλεια του πολίτη. Όμως ο πολίτης κινδυνεύει και από άλλα πράγματα, όχι μόνο από τα μέλη της Αλ Κάιντα που κουβαλάνε το μίλκο τους μέσα στο αεροπλάνο. Κινδυνεύει από τροχαία ατυχήματα. Γι’ αυτό η χρήση ζώνης όχι απλώς επιβάλλεται διά νόμου με υψηλότατο πρόστιμο, αλλά ελέγχεται ακόμη και από τα ίδια τα αυτοκίνητα που, αν είναι νέας τεχνολογίας, κάνουν μπιπ μπιπ μέχρι ο οδηγός ή ο επιβάτης να επανέλθουν στη νομιμότητα βάζοντας ζώνη. (Παρεμπιπτόντως: το να ξέρει το αυτοκίνητο αν είσαι μέσα ή όχι επίσης είναι πλέον φυσικό.) Υποθέτω ότι η επόμενη γενιά αυτοκινήτων δε θα αρκείται στο μπιπ μπιπ, αλλά θα ειδοποιεί μόνη της την αστυνομία ή θα αφαιρεί αυτόματα το ποσό του προστίμου από την πιστωτική κάρτα όποιου δε βάζει ζώνη.

Δηλώνω επαγγελματικό ταξίδι και παίρνω τον παράνομο δεσμό μου εκδρομή με την κούρσα. Μόλις παραβιάσω κάπου το όριο ταχύτητας, η κάμερα με φωτογραφίζει, και μετά από λίγες μέρες η ένοχη φωτογραφία αποστέλλεται στην οικογενειακή μου εστία!

Η ασφάλεια του πολίτη τίθεται ακόμη σε κίνδυνο από τη ρύπανση. Γι’ αυτό συζητείται η απαγόρευση της κυκλοφορίας όσων οχημάτων είναι από κάποια ηλικία και άνω στο κέντρο της Αθήνας. Το ότι αυτά τα οχήματα περνάνε ταχτικά ΚΤΕΟ και κάρτα καυσαερίων και βγαίνουν ότι δε ρυπαίνουν υπερβολικά, δεν έχει να κάνει. Πρέπει όλοι να έχουν καινούργιο αυτοκίνητο. Μάθαμε ότι τον υπολογιστή τον κρατάς δύο χρόνια και μετά είναι αρχαιολογία, το κινητό το ίδιο, τώρα και το αυτοκίνητο. Σε λίγο θα γκρεμίζουν και τα σπίτια αν είναι παλιά.

Κυριότατα όμως ο πολίτης κινδυνεύει από το συμπολίτη του. Εάν υπάρχει ένας άλλος άνθρωπος, το πιθανότερο είναι να είναι φορέας της γρίππης των χοίρων. Καλό είναι να μην τον εμπιστευόμαστε. Εάν είναι καπνιστής, κι εμείς δεν είμαστε, τότε μάλλον πρόκειται για στέλεχος της δικτατορίας των καπνιστών. Αν δεν καπνίζει ενώ εμείς καπνίζουμε, τότε μάλλον είναι και πολέμιος του καπνίσματος και των καπνιστών −και αν δεν είναι, με λίγη προπαγάνδα θα γίνει.

Απαγορεύεται το κάπνισμα στα καφενεία.

Απαγορεύονται οι σκύλοι στο πάρκο.

Απαγορεύεται το μίλκο στο αεροπλάνο.

Απαγορεύονται οι σκηνές στην παραλία.

Απαγορεύεται κάθε μέρα κι από κάτι που δεν προξενεί καμία προφανή βλάβη ή ενόχληση, και που μέχρι χτες επιτρεπόταν. Έτσι ο κόσμος συνηθίζει ότι κανένα δικαίωμα δεν είναι κεκτημένο.

Βέβαια, δις ιζ ε φρι κάντρι: θες οπωσδήποτε να στήσεις σκηνή; Πήγαινε στην Τήλο όπου επιτρέπεται. Μόνο που εκεί θα βρεις όλους τους κατασκηνωτές που παλιά σκορπίζονταν αραιά αραιά σε δεκάδες νησιά, και θα κονταροχτυπηθείς μαζί τους για μισό τετραγωνικό μέτρο ίσκιο από το αρμυρίκι.

Θες οπωσδήποτε να καπνίσεις; Τράβα έξω. Μόνο που βρέχει, που κόβεις τη συζήτησή σου στη μέση, και που δεν μπορείς να πίνεις καφέ και να καπνίζεις παράλληλα. Δε σ’ αρέσει; Κόφ’ το το ρημάδι! (Χαλιέσαι, νέος; Αναβολή!)

Θες οπωσδήποτε να κρατήσεις το παλιό σου αυτοκίνητο; Κράτα το, μόνο μην το κυκλοφορείς.

Θες οπωσδήποτε να μην αλλάζεις υπολογιστή όλη την ώρα; Κράτα τον παλιό, γράφε σε δισκέτες και γύρευε ποιος θα τις διαβάσει.

Θες οπωσδήποτε να μη σε σταματάνε για έλεγχο; Κάτσε σπίτι.

Δε σ’ αρέσει τίποτα απ’ όλα αυτά; Κατέβα σε πορεία. Μόνο που θα φας ξύλο. Για λόγους προστασίας του πολίτη.

*******

Μία κυρία κάθεται σε πιτσαρία - καφετέρια. Πίνει καφέ, και ζητάει από το σερβιτόρο να δει τον κατάλογο με τα φαγητά που στέλνουν στο σπίτι. Ο σερβιτόρος δεν καταλαβαίνει το αίτημα. Του το ξαναλέει λίγο αλλιώς, κι εκείνος κάτι αρχίζει να ψυλλιάζεται. Τελικά το πιάνει: «Θέλετε το μενού για το ντελίβερι;»

Η κυρία, μεγαλύτερης γενιάς από το σερβιτόρο, καταλαβαίνει μεν τι θα πει «μενού για ντελίβερι», αλλά δεν είναι η πρώτη διατύπωση που θα της ερχόταν στο μυαλό. Ο σερβιτόρος αντίθετα καταλαβαίνει αποκλειστικά και μόνο αυτή την έκφραση. Το μυαλό του αδυνατεί −ή, τέλος πάντων, αργεί− να επεξεργαστεί οποιαδήποτε εναλλακτική διατύπωση. Γιατί; Είναι υπολελειμμένος; Όχι βέβαια. Δε χωράει αμφιβολία ότι ξέρει να χειριστεί το κινητό του και το ίντερνετ πολύ καλύτερα από την κυρία, και να απολαύσει πολύ μεγαλύτερο ποσοστό των ωφελειών που του παρέχουν απ’ ό,τι εκείνη. Όμως, έχει μάθει κι ο ίδιος να σκέφτεται όπως το κινητό του: με μενού (δεν κάνω λογοπαίγνιο), παράθυρα, εργαλεία αναζήτησης, λέξεις-κλειδιά, με ναι και όχι. Ένας συγκεκριμένος τρόπος σκέψης, ουδόλως υποτιμητέος καθ’ εαυτόν, έχει μπει σε τόσο πολλές μικρολεπτομέρειες του καθ’ ημέραν βίου μας, σε τόσα λεπτά του εικοσιτετραώρου μας, και καλύπτει τόσες από τις μικρότερες και τις μεγαλύτερες ανάγκες μας, ώστε περιορίζει και τείνει να εκτοπίσει κάθε άλλο τρόπο σκέψης, ενώ κανονικά θα έπρεπε όλοι τους να αλληλοσυμπληρώνονται.

*******

Άλλο περιστατικό: παίρνω το καράβι για Κρήτη. Ένα τεράστιο, πεντακάθαρο υπερκαράβι, με φωτισμένους και χρωματιστούς χώρους, με τεράστια επιλογή από μαγαζιά, μπαρ, πισίνες, ντίσκο, σινεμά και δε συμμαζεύεται. Οποία διαφορά από τα ταλαίπωρα σαπιοκάραβα της Καρπάθου με τη βρώμα, την μπίχλα και τον κλασικό βαπορίσιο καφέ!

Σκάει η πρώτη ανακοίνωση. Φυσικά είναι τόσο δυνατή που όλες οι συζητήσεις αναστέλλονται. Όμως, τι έκπληξη! ο κλασικός μούτσος με τη μαγγίτικη ομιλία και τα ανεκδιήγητα αγγλικά (γιορ ατένσιο πλιζ, πάσατζερς γουιδάου τίκετ κάντλι ρικουέστ τζαμπ του δε σι) έχει αντικατασταθεί από μία ευγενική γκόμενα με κυματιστή, γλυκειά φωνή (τη φαντάζομαι με πλατινέ μαλλί, φρεσκοψεκασμένη μασχάλη και χωρίς ίχνος σπυριού στη μούρη), που −μετά την προεξαγγελτική μουσική που με προετοιμάζει− με πρωσφωνεί «αγαπητοί μας επιβάτες», κόπτεται ειλικρινά για την καλύτερη εξυπηρέτησή μου και τη μεγαλύτερη ασφάλειά μου και γενικά για το άνετο ταξίδι μου, με ευχαριστεί και με παρακαλεί μέχρις αηδίας, και επιπλέον μιλάει τη γλώσσα του Σαικσπήρου με οξφορδιανή προφορά, του Μολιέρου με παριζιάνικη, του Γοιθείου (Goethe) με αννοβεριανή κ.ο.κ.. Όμως, μέχρι να μιλήσει όλες αυτές τις γλώσσες, περνάει πολλή ώρα και σχεδόν έχει φτάσει η στιγμή της επόμενης ανακοίνωσης.

Για καμιά ώρα, οι ανακοινώσεις διαδέχονται η μία την άλλη σχεδόν αδιάκοπα. Η γλυκειά προεξαγγελτική μουσική είναι πάντα η ίδια. Μία από αυτές μάς πληροφορεί για τους σεφ του καραβιού (δηλ. τους χειριστές του κουμπιού «απόψυξη» στο φούρνο μικροκυμάτων) που, με γνώση και μεράκι, επιμελούνται μία σειρά λιμπιζερών πιάτων της διεθνούς κουζίνας αλλά και αγνές σπιτικές συνταγές της γιαγιάς από τη Μάνη. Καλή μας απόλαυση. Μία άλλη μάς ενημερώνει ότι, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή διαταγή Τάδε (κλασική ελληνική άρνηση ευθυνών: δε σου το επιβάλλω εγώ, άλλοι μού το επιβάλλουν κι εμένα), το κάπνισμα δεν επιτρέπεται σε όλους τους κλειστούς χώρους του πλοίου. Σε απλά ελληνικά, αυτή η φράση έχει ένα και μοναδικό νόημα: ότι επιτρέπεται μόνο σε κάποιους. Αλλά αυτό είναι ψέμα: στην πραγματικότητα, όπως όλοι το γνωρίζαμε και όπως ακριβώς προβλέπει η ευρωπαϊκή διαταγή Τάδε, το κάπνισμα δεν επιτρέπεται σε κανέναν από τους κλειστούς χώρους, τουτέστιν απαγορεύεται σε όλους. Στα αγγλικά το είπαν έτσι όπως το εννοούσαν στην πραγματικότητα: strictly prohibited. Στα ελληνικά, εμ θες να μας χρυσώσεις το χάπι, εμ δεν ξέρεις να το πεις σωστά. Οι εφτά γλώσσες σε μάραναν...

Περνάμε στην ανακοίνωση για τα μέτρα ασφαλείας. Εκτενέστατη. Μαζί με τη μετάφραση σε εφτά γλώσσες, κράτησε φορέβερ. Αυτή είναι απροκάλυπτα προφανές ότι τη λένε, όχι βέβαια για την ασφάλεια του επιβάτη που δεν υπάρχει περίπτωση να την ακούσει και να τα συγκρατήσει όλα, αλλά για να μην τους κάνει, σε περίπτωση ναυαγίου, παράπονα και μηνύσεις κανένας πνιγμένος ότι δεν τα είπαν. Δηλαδή για τη δικιά τους ασφάλεια.

Αφού άκουσα ακόμη πόσα και ποια καταστήματα λειτουργούν στο πλοίο και ποια από αυτά είναι στο ντεκ Αμφιτρίτη και ποια στο ντεκ Πολυξένη, και πόσο ανταγωνιστικές είναι οι τιμές τους, κάποια στιγμή άρχισα να βαριέμαι. Δεν ήθελα ν’ ακούσω άλλες ανακοινώσεις! Αμ έλα που δεν μπορούσες να τις γλιτώσεις πουθενά! Στο σαλόνι, στο διάδρομο, στο κατάστρωμα, στην τουαλέτα, στο μεσιανό κατάρτι, η φωνή της ξανθιάς γραμματέως του Μεγάλου Αδελφού ήταν πανταχού παρούσα, λες και το ηχείο ήταν μες στο κεφάλι μου!

Για μεγαλύτερη ασφάλεια και ένα πιο άνετο ταξίδι, στο μοναδικό χώρο όπου επιτρεπόταν το κάπνισμα (ένα υπαίθριο μπαρ με αρκετά δυνατή μουσική, όπου δεν μπορούσες για παράδειγμα να διαβάσεις ή να τηλεφωνήσεις ή να ακούς τη δικιά σου μουσική σε γουόκμαν) τα τασάκια είχαν υποχρεωτικά νερό μέσα, για να μην πετάνε οι στάχτες. Οπότε έπρεπε να κρατάμε τα τσιγάρα στο χέρι, δεν μπορούσαμε να τα ακουμπάμε στο τασάκι. Αυτό ήξερα να το κάνω και στον Κορνάρο που δεν έχει καθόλου τασάκια! Βέβαια δεν είχε αέρα. Αλλά για σκέψου να είχε! Από την άλλη, εφόσον όλοι οι καπνιστές ενός τεράστιου καραβιού που βάνει χιλιάδες επιβάτες ήταν συγκεντρωμένοι στον ίδιο χώρο, και με σαράντα μποφόρ πάλι ντουμάνι θα είχε.

Να μην πολυλογώ, σ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού και σ’ όλα τα σημεία του καραβιού ορισμένα απλά πράγματα που αξιώνω από τη ζωή μου και που είχα συνηθίσει να τα έχω στον κακομοίρη τον Κορνάρο και που δεν πειράζουν κανέναν ήταν ανέφικτα. Ένοιωθα ανεπιθύμητος. Βέβαια και στον Κορνάρο δε γίνονται όλα: υπάρχει βρώμα, ο καφές είναι βαπορίσιος. Όμως υπάρχει ντομπροσύνη: σου λένε, κύριε, εδώ είμαστε γυφταριό, κανόνισε την πορεία σου. Εδώ η τόση καθαριότητα και επιτήδευση είναι υποκριτική, κρύβει μια κατά βάσιν εχθρική συμπεριφορά. Επίσης, στον Κορνάρο οι άνθρωποι του καραβιού είναι αληθινοί βαπορίσιοι, με την ιδιαίτερη ευγένεια των θαλασσινών, λίγο απότομοι αλλά ζεστοί. Εδώ όλο με κάτι φλώρους από τα Έβερεστ είχαμε να κάνουμε, που το μόνο που ξέρουν είναι να λένε «θα πάρετε κάτι ακόμα;» και να πιάνουν το σάντουϊτς με το γάντι, αλλά επί της ουσίας σε διώχνουν και δεν καταλαβαίνουν και τι τους λες, σαν το σερβιτόρο της προηγούμενης ιστορίας.

*******

Συνελόντι ειπείν: μιλήσαμε για ένα πλήθος ατομικές ελευθερίες που μέρα με τη μέρα περιστέλλονται. Μιλήσαμε για την έκπτωση στην ποιότητα ζωής, σε μικρολεπτομέρειες της καθημερινότητας. Μιλήσαμε για το πώς αυτές οι εξελίξεις παρουσιάζονται υπό το ελκυστικό περίβλημα της μέριμνας για την ασφάλειά μας, για την ευκολία μας, την άνεσή μας κλπ., κατά τρόπον ώστε να τις επιζητούμε οι ίδιοι. Μιλήσαμε για την αποδυνάμωση της γλώσσας και της σκέψης. Μιλήσαμε για τη δημιουργία ψευδεπίγραφων αντιπαλοτήτων που μας απομακρύνουν από τον διπλανό μας. Και επιμείναμε ιδιαίτερα στο ότι όλα αυτά φαντάζουν φυσικά, στο πώς η κάθε απαγόρευση ή περιστολή μοιάζει να έπεσε έτσι από τον ουρανό, και πώς μας προετοιμάζει να δεχτούμε ακόμη πιο φυσικά και αδιαμαρτύρητα την επόμενη. Μόνο για τον τίτλο του κειμένου δε μιλήσαμε ακόμη.

Οι ΚΟΤΕΣ είναι το αρτισύστατο κόμμα των καπνιστών. Εκφράζουν την αντίθεσή τους στην καπνοαπαγόρευση. Μοιάζουν να κινούνται κάπου μεταξύ χαβαλέ και ελληνικής μαγκιάς. Ωστόσο πίσω από αυτή τη μόστρα, που προφανώς την υιοθέτησαν για να γίνει λίγος ντόρος και να ακουστούν, θεωρώ ότι κρύβεται κάτι πολύ πιο βαθύ και σοβαρό: η αντίθεση στη επίθεση που υφίστανται οι κεκτημένες ατομικές μας ελευθερίες.



Μετά από χρόνια που η ψήφος μου ήταν, όπως και πάρα πολλών συμπολιτών μας, αρνητική, δηλαδή την έδινα στον λιγότερο χειρότερο κατά τη γνώμη μου ή την έδινα στον Α για να τη στερήσω από τον Β, στις Κότες βρήκα για πρώτη φορά μία δημόσια φωνή που με εκφράζει. Δεν αστειεύομαι καθόλου.

Πρώτον, έχω χίλιους λόγους να αντιδρώ κι εγώ στην καπνοαπαγόρευση. Δεν αρνούμαι ότι τόσα χρόνια οι παθητικοί καπνιστές καταπιέζονταν από τους ενεργητικούς, αλλά αυτό δεν είναι λόγος να γίνει τώρα το αντίθετο. Η πολιτεία, αφού έκρινε ότι δεν είμαστε αρκετά ώριμοι για να τα βρούμε μεταξύ μας και πρέπει να παρέμβει σ’ αυτό το θέμα, θα μπορούσε να βρει άλλους τρόπους, που να τους σέβονται όλους: υποχρεωτικά αυστηρά μέτρα στο ζήτημα του αερισμού των δημόσιων χώρων, διαχωρισμό μαγαζιών για καπνιστές ή για μη καπνιστές, κλπ.. Το να τιμωρούμαι για την επιλογή μου να καπνίζω, τη στιγμή που αυτή η επιλογή είναι νόμιμη, με πληγώνει. Εξίσου με πληγώνει η υποκινούμενη μεταστροφή των μη καπνιστών σε αντικαπνιστές. Η έμμεση εξώθησή μου να το κόψω όχι πια γιατί βλάπτει εμένα ή τους άλλους, αλλά γιατί είναι ταλαιπωρία να καταφέρεις να κάνεις ένα τσιγάρο, θίγει βαθύτατα την αξιοπρέπειά μου: αφήστε με να επιλέξω εγώ αν και πότε και γιατί θα το κόψω.

Δεύτερον, η καπνοαπαγόρευση είναι μόνο μία από τις πάμπολλες εκφάνσεις του ίδιου προβλήματος. Η δικιά μου γενιά απλώς βλέπει τα δικαιώματά της να καταστρατηγούνται το ένα μετά το άλλο. Οι νεότερες όμως γενιές δεν έχουν καν τρόπο να ξέρουν ότι αυτά είναι δικαιώματά τους, ή ότι ήταν κάποτε. Γαλουχούνται έτσι ώστε να μη μάθουν την έννοια του δικαιώματος.

Τρίτον: εντάξει, και γι’ αυτούς τους λόγους θα χαραμίσεις μία ψήφο; Εδώ διακυβεύονται πολύ σοβαρότερα πράγματα.

Μάλιστα κύριε. Τους βρίσκω επαρκώς σοβαρούς λόγους. Γεννήθηκα σ’ ένα κόσμο που ήταν, πιστεύω, ο ωραιότερος που υπήρξε ποτέ. Δε γνωρίσαμε πόλεμο, προσφυγιά, διωγμό, πείνα, φόβο. Αφήναμε τα κλειδιά στην πόρτα. Αυτό τον κόσμο δεν τον κέρδισα, μου τον πρόσφεραν χάρισμα οι προηγούμενες γενιές, που εκείνες όμως τον είχαν κερδίσει με απίστευτους αγώνες και θυσίες. Τώρα μου τον παίρνουν πίσω. Δε ζω πια στον κόσμο που μεγάλωσα, αλλά σ’ έναν που με πνίγει, που δε με θέλει, που με κάνει να αμφιταλαντεύομαι ανάμεσα στο να βάλω τα κλάματα, να κάνω στείρωση, να αποδημήσω σε άλλη χώρα ή σε τόπο χλοερό (αλλά ποτέ δεν έχω το σθένος να κάνω τίποτε από αυτά). Οι επερχόμενοι δε θα ξέρουν καν ότι αυτός ο όμορφος κόσμος υπήρξε κάποτε: το μόνο που θα ξέρουν θα είναι ότι κάποτε δεν είχαμε ίντερνετ και ψηφιακές κάμερες, όπως κι εγώ ξέρω εγκυκλοπαιδικά ότι κάποτε δεν είχανε ηλεκτρισμό. Όμως, όσο ζούμε εμείς που προλάβαμε την έννοια του «δικαιώματος», είναι επιτακτική ανάγκη να γίνει λίγος ντόρος σχετικά, ώστε να μην ξεχνιέται η έννοια. Όταν το δικαίωμα θα φτάσει να είναι κάτι σαν τη θέση πάρκιγκ, που τώρα υπάρχει και σε δύο λεπτά έχει εξαφανιστεί χωρίς να αφήσει ίχνη και χωρίς κανείς ν’ απορήσει, ποιος θα παλέψει για τα εργασιακά του δικαιώματα, για τα ασφαλιστικά του δικαιώματα, για τα δικαιώματα των μεταναστών, για την Κύπρο και τη Μακεδονία, για το περιβάλλον;

Αυτά θέλω να διεκδικήσω, και όχι το ελεύθερο να καπνίζω μες στη μούρη του πλησίον μου. Δεν ξέρω αν οι Κότες το έχουν δει τόσο σοβαρά, ελπίζω να μη μένουν στο τσιγάρο. Πάντως ξέρω μετά βεβαιότητος ότι σ’ αυτούς τους προβληματισμούς μου καμία άλλη δημόσια φωνή δε βρήκα ποτέ που να συμφωνεί.