ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...

Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 2007

Η ΜΑΣΤΙΓΑ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Γιατί δηλαδή πρέπει ό,τι κάνουμε σ' αυτή τη ζωή να συνοδεύεται από μουσική; Άει σιχτίρ πια! Στα εστιατόρια και τις ταβέρνες, παίζει μουσική. Στα καφενεία και τις καφετέριες, παίζει μουσική. Στο ΚΤΕΛ μέσα, παίζει μουσική. Στο σουπερμάρκετ, παίζει μουσική. Παίρνεις τηλέφωνο κάποια υπηρεσία με τηλεφωνικό κέντρο, και ακούς μουσική μέχρι να έρθει η σειρά σου να σου απαντήσουν. Παίρνεις τηλέφωνο κάποιον βλάκα στο κινητό, και αντί για του-του μέχρι να το σηκώσει, ακούς μουσική (μάλιστα για την ακρίβεια, όχι αντί για του-του: παράλληλα με το του-του!). Και βέβαια, ακούς μουσική κάθε φορά που χτυπάει το κινητό κάποιου κοντά σου.
Γιατί οι άνθρωποι έχουν τόση ανάκγη να ακούν όλη την ώρα μουσική; Αξίζει μάλιστα να παρατηρήσει κανείς ότι αυτή η ανάγκη είναι τόσο έντονη, τόσο αδήριτη, ώστε ζητήματα όπως "τι ακούς" και "πώς ακούγεται" παρακάμπτονται τελείως. Έτσι, όταν η μουσική είναι από ραδιόφωνο, και κάποια στιγμή (ή και από την αρχή!) το ραδιόφωνο δεν πιάνει καλά και κάνει παράσιτα, αυτό δε συνιστά επαρκή λόγο για να το κλείσουμε. Αυτό συμβαίνει χαρακτηριστικά στα ΚΤΕΛ, που και τα ραδιόφωνά τους είναι συνήθως αρχαία, και οι διαδρομές τους, όταν ανεβοκατεβαίνουν στις κορδέλες των βουνών, ευνοούν την κακή λήψη.
Αντίστοιχα με τα κινητά: εδώ έχουμε τρεις περιπτώσεις. Έχουμε εκείνους που για ήχο χτυπήματος έχουν κάποιο τραγούδι σε κανονική ηχογράφηση, εκείνους με παλιότερα μοντέλα που έχουν απομίμηση μουσικής παιγμένη με εκείνο το γελοίο ηλεκτρονικό μπι-μπι-μπι, και εκείνους που έχουν βάλει μουσική για να την ακούει εκείνος που τους παίρνει, από το δικό του τηλέφωνο, μέχρι να το σηκώσουν (αυτό που έλεγα στην αρχή). Στην πρώτη περίπτωση, που είναι η ελαφρότερη, το πρόβλημα περιορίζεται στο ότι (α) ο καθένας είναι υποχρεωμένος να ακούει ξαφνικά και απροειδοποίητα αυτό το όποιο τραγούδι, (β) το τραγούδι είναι αιωνίως το ίδιο -σκεφτείτε τι γίνεται όταν προσπαθεί να τον πάρει κάποιος και δεν ακούει καλά ο ένας τον άλλον, και ο καλών ξαναπαίρνει και ξαναπαίρνει μέχρι να μπορέσει να συνεννοηθεί, και εσύ είσαι δίπλα στον καλούμενο και ακούς την αρχή του ίδιοιυ κομματιού τρεις-τέσσερις φορές το λεπτό, (γ) ο ήχος αναπόφευκτα είναι λίγο τριζάτος και δυσάρεστος, ιδίως αν συνδυάζεται και με δόνηση -οπότε βλέπουμε συχνά το τηλέφωνο όχι μόνο να τραγουδάει, αλλά και να χορεύει, και (δ) αν όλα αυτά συμβαίνουν σε χώρο όπου ήδη υπάρχει μουσική, η ενόχληση είναι ακόμη μεγαλύτερη. Στη δεύτερη περίπτωση, με τους ήχους των πιο παλιών κινητών, όλα τα παραπάνω συνδυάζονται με ένα δυσάρεστο άκουσμα που δε γεννήθηκε ακόμη άνθρωπος που να μπορεί να πει με ειλικρίνεια ότι του αρέσει. Στην τρίτη περίπτωση, όπου ο καλών ακούει μουσική, φαίνεται νομίζω πιο ανάγλυφα παρά στις άλες δύο ο παραλογισμός όλης αυτής της συνήθειας: το να ακούς μόνο ένα σύντομο μέρος από το τραγούδι, που μόλις τελειώσει ξαναρχίζει, σα δίσκος που κολλάει η βελόνα, και ταυτόχρονα να ακούς και το παραδοσιακό σήμα αναμονής (το του-του), αυτό είναι βάσανο! Και έστω ότι κάποιους δεν τους ενοχλεί. Υπάρχει όμως κανείς που πραγματικά να τον ευχαριστεί, που όντως να επιθυμεί να το υποστεί και που θα προτιμήσει να το έχει παρά να μην το έχει;
Ας πούμε πως σε ό,τι αφορά τα κινητά, το θέμα δεν είναι μόνο η μανία να ακούμε μουσική κάθε άσχετη στιγμή, αλλά συνδέεται και με την ιδιότητα που έχει το κινητό να καταστρατηγεί κάθε έννοια διακριτικότητας, σεβασμού και αποφυγής της ενόχλησης. Ας επανέλθουμε όμως στη μουσική σε δημόσιους χώρους.
Το πράγμα ξεκινάει, κατά τη γνώμη μου, από εκείνους τους δημόσιους χώρους όπου η μουσική είναι αυτοσκοπός. Σε ένα κλαμπ, ή έστω και σ' ένα μπαράκι, είναι προφανές ότι πάμε για ν' ακούσουμε μουσική. Άρα, παίζουν μουσική. Σου λέει λοιπόν ο άλλος: αφού εκεί βγαίνει ο κόσμος το βράδυ, πίνει ένα ποτό και ακούει και μουσική, πρέπει και όπου αλλού βγαίνουν και πίνουν να έχει μουσική. Μέχρι εδώ δε βρίσκω ότι υπάρχει κάτι παράλογο. Η μουσική, σε χώρους που προορίζονται για χαλάρωση και όχι για συγκέντρωση, ούτε για συζήτηση, μπορεί να βοηθήσει. Υπό κάποιους όρους όμως: αν γίνει ανεξέλεγκτα, οποιαδήποτε μουσική σε οποιαδήποτε ένταση σε οποιονδήποτε χώρο ανεξαρτήτως οποιουδήποτε κριτηρίου, πώς να βοηθήσει; Κοιτάξτε για παράδειγμα τον παρακμιακό θεσμό των ορθάδικων: χώροι που, αν το καλοσκεφτείς, προορίζονται για δύο μόνο δουλειές, για χορό και για φλερτ, όπου όμως δε γίνεται ούτε το ένα ούτε το άλλο, παρά μόνο μαζευόμαστε όλοι για να ενώσουμε τις μοναξιές μας, και στεκόμαστε σιωπηλοί πίνοντας το ποτό μας σαν ανώνυμοι αλκοολικοί και λικνίζοντας τη μύτη του ποδιού μας, χωρίς να κάνουμε παρέα ο ένας με τον άλλον.
Όταν βγαίνουμε να φάμε ή να πιούμε, κατά κανόνα δεν το κάνουμε επειδή δεν έχουμε φαγητό ή ποτό στο σπίτι μας, αλλά για λόγους κοινωνικούς: για να κάνουμε παρέα με την παρέα μας, πάνω από ένα πιάτο ή ένα ποτήρι που αποτελεί απλώς την αφορμή. Αντίθετα όταν βγαίνουμε στο σινεμά, στο θέατρο ή σε μία συναυλία, όσο κι αν η κοινωνική διάσταση της εξόδου είναι κι εδώ παρούσα, εντούτοις μάς ενδιαφέρει και το ίδιο το θέαμα ή το ακρόαμα (γι' αυτό και μέχρι στιγμής δε συνηθίζεται να παίζουν κι εκεί μουσική. Λέτε να ζήσουμε να το δούμε κι αυτό;). Το να κάνουμε λοιπόν παρέα, στις περισσότερες περιστάσεις στηρίζεται στην κουβέντα. Εξαιρώ την περίπτωση που βγαίνουμε για χορό, όπου μπορούμε να κάνουμε εξαιρετική παρέα χωρίς να μιλάμε, και όπου σαφώς έχει νόημα να υπάρχει μουσική. Κι όμως, πόσο συχνά, στις περιπτώσεις όπου υποτίθεται ότι θέλουμε να κουβεντιάσουμε, όλος ο ηχητικός χώρος είναι γεμάτος από μουσική. Και αν μεν η μουσική είναι στη διαπασών, ώστε να αποκλείει τελείως την κουβέντα, τότε ο κίνδυνος της απομάκρυνσης από την παρέα μας είναι άμεσος και σχετικά ορατός. Και με χαμηλή μουσική όμως, πάλι το ίδιο γίνεται, αλλά πιο ύπουλα: δε σε αναγκάζουν οι συνθήκες να κόψεις την κουβέντα, σε ενθαρρύνουν όμως πλαγίως να το κάνεις. Αφενός, γιατί δεν είναι εύκολο να αναπτυχθεί μία συζήτηση με πάνω από δύο συμμετέχοντες, πόσο μάλλον με μεγάλη παρέα απλωμένη σε ένα μακρύ τραπέζι όπου δυσκολεύεσαι να παρακολουθήσεις τι λένε στην άλλη άκρη, αν ακούς και θέλεις να παρέμβεις δυσκολεύεσαι να ακουστείς ο ίδιος, και έτσι είναι πολύ πιθανόν στο τέλος να βαρεθείς και να τα παρατήσεις. Αφετέρου, γιατί κι αν σταματήσει τελείως η κουβέντα και πέσει μούγγα, αυτή η μούγγα που μέσα στην ησυχία θα ήταν ανησυχητική, με τη μουσική εξωραΐζεται και περνάει απαρατήρητη. Έτσι, πέφτει ένας συναγερμός: δεν επικοινωνούμε, η παρέα δεν πάει καλά! Και κανείς δεν ακούει το συναγερμό.
Σας έτυχε ποτέ να πάτε για φαγητό ή για καφέ (ας αφήσουμε το ποτό) και να ενοχληθείτε από το ότι το μαγαζί δεν έχει μουσική; Εμένα ποτέ. Η μουσική κατά τη γνώμη μου χρειάζεται σε δύο περιπτώσεις: όταν θέλουμε να ακούσουμε μουσική, ως αυτοτελή ασχολία, και όταν θέλουμε να χορέψουμε. Ποτέ άλλοτε! Η λεγόμενη "μουσική για χαλί" είναι το χαλί κάτω από το οποίο κρύβουμε τις βρωμιές ενός ασκούπιστου σπιτιού.
Έχω κάνει αυτή την κουβέντα με αρκετούς ανθρώπους. Κάποιοι διαφωνούν, μερικοί μάλιστα μέχρι σημείου να μην καταλαβαίνουν καν τι εννοώ. Άλλοι έχουν μία γνώμη αρκετά κοντινή προς τη δική μου. Από τους τελευταίους, όταν φτάνουμε στο σημείο που διαπιστώνουμε ότι η άκαιρη μουσική χωρίζει και απομονώνει τους ανθρώπους, έχω ακούσει και την εξής άποψη: "Μα αυτός είναι ο σκοπός!" Δηλαδή ο σκοπός "τους" (των ακατονόμαστων).
Μάλιστα. Έστω λοιπόν ότι υπάρχει κάποιο σκοτεινό κύκλωμα (οι Εβραίοι, οι Μασόνοι, οι Αμερικάνοι, το Ισλάμ, οι κομμουνιστές, βάλτε όποιον δε χωνεύετε...) που μεθοδεύει την επιβολή ενός τρόπου διασκέδασης που θα οξύνει το πρόβλημα της έλλειψης επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, ώστε να μας χωρίσουν, να μας αποδυναμώσουν και να πετύχουν έτσι πιο εύκολα τους άνομους σκοπούς τους. Ο φουκαράς που έχει το σουβλατζήδικο της γωνίας, είναι κι αυτός στο κόλπο; Είναι μέλος της συνομωσίας; Δύσκολο να το φανταστώ. Οι ντι-τζέι στους γάμους και τις συνεστιάσεις, που δεν περιμένουν να τελειώσει το φαΐ και ν' αρχίσει ο χορός, αλλά επιμένουν να παίζουν μουσική από νωρίς, διασπώντας τις παρέες, το κάνουν κι αυτοί σκόπιμα, σύμφωνα με τη γραμμή της Οργάνωσης; Δεν το νομίζω.
Οι περισσότεροι άνθρωποι κατά τη γνώμη μου, προσπαθούν να κάνουν το καλύτερο ακόμη κι όταν τελικά κάνουν το χειρότερο. Το πολύ πολύ που μπορούμε να τους προσάψουμε είναι ότι όταν προσπαθούν, δεν προσπαθούν αρκετά. Φαντάζονται ότι είναι καλύτερα να ακούς μουσική την ώρα που τρως το σουβλάκι σου, ή και να βλέπεις τηλεόραση, δεν κάθονται να πολυψειρίσουν αν όντως είναι καλύτερα και γιατί, και ξεμπερδεύουν στα γρήγορα με μια πρόχειρη επιλογή. Ο ντι-τζέι στο γάμο πληρώνεται για να παίξει μουσική, και θεωρεί πρέπον να παίξει όσο το δυνατόν περισσότερη μουσική. Βλακώδες μεν, αλλά όχι κακοπροαίρετο. Πολύ απέχω από του να τους κατηγορήσω, όλους αυτούς, για σκοπιμότητα και συνομωσία. Οι θεωρίες συνομωσίας είναι ένας εύκολος και ανέξοδος τρόπος να φορτώσουμε στον κόκορα δικές μας ευθύνες. Επειδή δεν κάθομαι να σκεφτώ αν κάτι μ' αρέσει ή δε μ' αρέσει, και το παίρνω αβασάνιστα ό,τι κι αν είναι, ή επειδή δε μ' αρέσει αλλά δεν το καθιστώ σαφές σ' εκείνον που μου το σερβίρει παρά το υφίσταμαι αδιαμαρτύρητα μέχρι που ξεχνάω ότι δε μου άρεσε, δε φταίω εγώ, φταίει η απρόσωπη, ανώνυμη και απροσδιόριστη συνομωσία. Φαίνεται εξυπηρετικό, αλλά δεν είναι. Αν δεν παραδεχτώ ότι φταίω εγώ, δεν πρόκειται να λύσω το πρόβλημα.
Δείτε για παράδειγμα εμένα: δεν παραδέχομαι ότι είμαι γκρινιάρης και μυστήριος, αλλά επιμένω ότι φταίνε οι άλλοι που παίζουν ή ακούν μουσική τις λάθος ώρες. Φυσικά, δε λύνω κανένα πρόβλημα έτσι. Εξακολουθώ ν' ακούω μουσική τις λάθος ώρες κι εγώ, μόνο που εμένα μ' ενοχλεί ενώ τους άλλους όχι.

Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2007

ΚΑΛΕΣ ΑΠΟΚΡΙΕΣ

Από τη στιγμή περίπου που μπήκε το Τριώδιο, προσπαθούσα να οργανώσω εδώ στο χωριό μία ηχογράφηση, όπου θα κατέγραφα τα τοπικά αποκριάτικα τραγούδια. Από τις περσινές Απόκριες θυμόμουν ότι τα τραγούδια αυτά είναι πολύ περισσότερα από όσα είναι γνωστά, είτε από τους δίσκους και τα βιβλία είτε ως πανελλήνια. Λογικό άλλωστε, αφού σε οποιοδήποτε μέρος τα αποκριάτικα τραγούδια είναι αυτά που πιο δύσκολα θα δημοσιεύονταν. Ειδικά δε για την Κάρπαθο, το να είναι κανείς κάτοικος Όθους και να είναι κάθε μέρα εκεί είναι πολύ ευνοϊκή συγκυρία για μια τέτοια δουλειά. Το Όθος είναι το μόνο χωριό του νησιού όπου τα αποκριάτικα έθιμα τελούνται ακόμη συστηματικά κάθε χρόνο. Επομένως εκείνοι που ξέρουν αυτά τα τραγούδια (πρόκειται για μία ειδική κατηγορία τραγουδιστών: είναι εκείνοι που σε κάθε τόπο αρέσκονται σ' αυτό το είδος, ξέρουν πολλά, τα ερμηνεύουν με ιδιαίτερο μπρίο, και δεν αποκλείεται να είναι άνθρωποι που τον υπόλοιπο χρόνο δεν ανοίγουν το στόμα τους να τραγουδήσουν) είναι σε καλύτερη φόρμα από τους ομολόγους τους των άλλων χωριών, όπου γίνεται λιγότερη προπόνηση.

Ίσως έχετε υπόψη σας ένα βιβλίο, πρόκειται νομίζω για εγχειρίδιο ανθρωπολογικής έρευνας, που αναφέρει στο οπισθόφυλλο τα εξής: "Ο Τάδε, μελετητής των παραδοσιακών συμπεριφορών στην κοινωνία των Ακουμπαταμπαούλα, ξέρει τα πάντα για το πώς γίνεται η ανθρωπολογική έρευνα. Όμως οι ίδιοι οι Ακουμπαταμπαούλα δεν έχουν ιδέα!"... και συνεχίζει με τα προβλήματα που μπορεί να συναντήσει ένας ερευνητής λόγω της πολιτισμικής του διαφοράς με τους ανθρώπους τους οποίους μελετά.* Έπεσα λίγο σ' αυτή την περίπτωση, μόνο που δεν έχω διαβάσει το βιβλίο, κι έτσι δεν ήξερα πώς λύνονται αυτά τα προβλήματα. Εν ολίγοις, την ημέρα και ώρα της ηχογράφησης άλλοι δεν εμφανίστηκαν καθόλου και άλλοι εμφανίστηκαν μεν, αλλά όχι στο σημείο του ραντεβού αλλά σε διάφορα άσχετα μέρη. Μετά από ένα εξόχως δημιουργικό τρίωρο στο καφενείο, όπου περίμενα ποιος θα εμφανιστεί ή θα πάρει τηλέφωνο και ταυτόχρονα προσπαθούσα να συγκρατήσω εκείνους που είχαν ήδη εμφανιστεί, τελικά πήρα την απόφαση ότι η ηχογράφηση μάλλον δεν έγινε.**

Είχε προηγηθεί ένα γλέντι την Τσικνοπέμπτη, που το είχα ηχογραφήσει αλλά δεν ήταν αυτό που θέλω: εκτός από τη βαβούρα του καφενείου, παρουσίαζε και το σημαντικό πρόβλημα ότι δεν υπήρχαν όργανα, κι έτσι έπαιξα εγώ λύρα, που δεν ξέρω -αλλά και να ήξερα, ο σκοπός ήταν να γράψω εκείνους, όχι εμένα. Έτσι βγήκε μία καταγραφή πλούσια μεν σε τραγούδια και σε κέφι, αλλά πολύ μέτρια από άλλες απόψεις. Ήταν όμως μία καλή προθέρμανση.

Μετά από την Τσικνοπέμπτη και μετά από το αποτυχημένο ραντεβού, ακολούθησαν τα γενέθλιά μου, που έκανα μια μάζωξη με μικτή παρέα, και από το Όθος και από μη Καρπάθιους φίλους μου. Κάποια στιγμή βγήκαν και τα όργανα, πρώτα οι μπουζουκομπαγλαμάδες και αργοότερα τα καρπάθικα, και φυσικά υπήρξε και ένα αποκριάτικο πρόγραμμα. Πρέπει να πω ότι αρκετοί από εκείνους που ήθελα να καταγράψω είναι φίλοι μου που ούτως ή άλλως κάνουμε παρέα στο χωριό (γι' αυτό και βρέθηκαν στη μάζωξη), κάτι που ίσως δε διευκολύνει τα πράγματα όπως αρχικά θα νόμιζε κανείς. Πάντως έγινε άλλη μια προθέρμανση. Εννοείται ότι δεν έκατσα να ηχογραφήσω τα γενέθλιά μου.

Προκύπτει δε εκείνη την ημέρα, ότι έναν εκ των συντελεστών τον έχουν καλέσει να πάει στο καρπάθικο ραδιόφωνο να μιλήσει για το Πιπέρι, και μού πρότεινε να πάμε μαζί, για να ακουστεί και η γνώμη ενός μη ντόπιου, που τα βλέπει από μία διαφορετική οπτική. Ο εν λόγω συντελεστής είναι ο φίλος μου Μιχάλης Χ., φιλόλογος και αρκετά δημόσιο πρόσωπο στην Καρπαθιακή κοινωνία. Ειρήσθω εν παρόδω ότι ένα πό τα ασυνήθιστα με την καρπάθικη μουσική παράδοση είναι ότι οι ενεργοί φορείς της δεν είναι μόνο βοσκοί και ψαράδες, αλλά και δασκάλοι, γιατροί και γενικώς αστοί (άλλωστε σ' αυτό το τόσο παραδοσιακό από ορισμένες απόψεις νησί υπάρχει πάρα πολύ μεγάλος βαθμός αστικοποίησης). Ο Μιχάλης τώρα που σας λέω, έχει κάνει κι ο ίδιος ορισμένες έρευνες και συλλογές στοιχείων πάνω σε θέματα της καρπάθικης παράδοσης, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να είναι ταυτόχρονα ένας αυθεντικός γλεντιστής του χωριού, με συμμετοχή μεταξύ άλλων και στα αποκριάτικα.

Η εκπομπή θα γινόταν σήμερα το πρωί (Τετάρτη). Τη Δευτέρα λοιπόν, στα γενέθλια, μού το είπε, και κανονίσαμε να βρεθούμε την Τρίτη στο καφενείο για να οργανωθούμε. Ξαναμιλάμε την Τρίτη και επιβεβαιώνουμε το ραντεβού για τις οχτώ το βράδυ. Στις εφτάμιση με παίρνει ένας άλλος, από την παρέα που ήταν και στα γενέθλια και θα ήταν και στην ηχογράφηση, και μου λέει: Μίλησες με το Μιχάλη;
-Μίλησα.
-Άκου, μου λέει, εδώ στο καφενείο έχει πολύ θόρυβο, να έρθουμε καλύτερα σπίτι σου;
Με έπιασε κάπως απροετοίμαστο.
-Ποιοι να έρθετε;
-Μα όλοι! Δε θα κάνουμε την ηχογράφηση;
-Τι να σου πω, του λέω, τώρα το μαθαίνω. Να έρθετε, άκου λέει!

Ένα από τα θέματα που όλοι επέμεναν ήταν ότι για να γίνει αυτή η ηχογράφηση θα έπρεπε οι συμμετέχοντες να είναι στο κέφι, δηλαδή να έχουν τραβήξει τα ποτηράκια τους. Εγώ τη συγκεκριμένη στιγμή είχα μόλις ξυπνήσει και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν ένας καφές και μία ήρεμη συζήτηση μεταξύ φιλολόγων για το τι θα λέγαμε στην εκπομπή. Αλλά αν αυτοί θέλαν να γράψουμε τα τραγούδια, δεν ήμουν και τρελός να τους πω όχι!

Έρχονται λοιπόν. Ήρθαν όλοι! Ακόμη και οι πιο γλιστεροί, αυτοί που πραγματικά δεν ήξερα σε ποια γλώσσα να τους πω τη λέξη "ραντεβού" για να συνεννοηθούμε, ήταν εκεί απίκο. Κάναμε μία ωραία ηχογράφηση, και περάσαμε και μία υπέροχη βραδιά, με δημιουργικό κέφι και αίσθηση παρέας. Βρίσαμε με την ψυχή μας, χωρίς όμως να χυδαιολογήσουμε ούτε στιγμή. Όταν θεωρήσαμε ότι τελειώσαμε, οι τελευταίοι που αντέχαμε ακόμη πήγαμε στο καφενείο να φάμε. Εκεί ξεκινήσαμε την περίφημη συζήτηση για την εκπομπή, όπου φυσικά προέκυψε η ιδέα να παίξουμε κάποιες από τις ηχογραφήσεις μας.

Έτσι, στις δύο τη νύχτα που γύρισα σπίτι μου χρειάστηκε να κάτσω επιτόπου να αρχίσω το ξεκαθάρισμα των όσων είχαμε γράψει. Τα χτένιζα μέχρι τις πέντε το πρωί, για να απομονώσω τις κουβέντες και όλα τα άσχετα εκτός από τη μουσική, να γράψω τους τίτλους, να δω ποια είναι κατάλληλα για το ραδιόφωνο. Πήγα για ύπνο. Το πρωί οχτώ η ώρα είχα μάθημα. Στις εννιάμιση την κοπάνησα για τα Πηγάδια. Πήγα στο στούντιο. Η εκπομπή ήταν δέκα με έντεκα.

Η παρουσιάστρια μας ευχαρίστησε που διαθέσαμε το χρόνο μας και τις βαρυσήμαντες γνώσεις μας, καθώς και για ό,τι γενικώς έχουμε κάνει στην Κάρπαθο. Εμείς από την πλευρά μας την ευχαριστήσαμε για την πρόσκληση και την τιμή, καθώς και για τη γενικότερη προσφορά της ίδιας και του σταθμού. Μετά ο Μιχάλης ευχαρίστησε εμένα που αγάπησα το χωριό, και όλο το νησί, και έχω μπει στην τοπική κοινωνία και ψάχνω τη μουσική τους κλπ.. Εγώ τον ευχαρίστησα, και στο πρόσωπό του όλο το Όθος και την Κάρπαθο, που με υποδέχτηκαν και με αγκάλιασαν και με βοήθησαν τόσο στις μουσικές μου αναζητήσεις όσο και γενικότερα. Αναφερθήκαμε και στην ηχογράφηση, ο Μιχάλης με ευχαρίστησε που πήρα την πρωτοβουλία και αποτυπώθηκαν μερικά τραγούδια, κι εγώ τον ευχαρίστησα, μαζί με τους άλλους συμμετέχοντες, για τη συνεργασία τους και για το ότι μου εμπιστεύτηκαν τα τραγούδια τους. Η παρουσιάστρια μας ευχαρίστησε που φέραμε την ηχογράφηση μαζί μας.

Ήμασταν όλοι τόσο ευχαριστημένοι, που μπορούσαμε πια να ξεκινήσουμε. Θα σας επαναλάβω λίγο πολύ αυτά που είπα για το Πιπέρι, γιατί είναι μία ευκαιρία να τα γράψω. Από καιρό την περίμενα.

Το έθιμο το έχω δει μία μόνο φορά, πέρσι. Όλοι οι ντόπιοι λένε ότι δεν είναι αυτό που θυμούνται από τους παλιούς, έχει ξεφτίσει. Εγώ δεν έχω μέτρο σύγκρισης. Αυτό που είδα είναι το εξής:

Από το πρωί της Καθαράς Δευτέρας στελιάζεται ένα γλέντι στο καφενείο. Τρώνε, πίνουν και μνημονεύουν τους νεκρούς τους. Βγάζουν τα όργανα, και αρχίζουν τις μαντινάδες. Οι μαντινάδες αναφέρονται σε όσους έχουν πεθάνει πρόσφατα ή και παλιότερα και η απουσία τους παραμένει αισθητή, και λέγονται και μερικές γενικότερου γνωμικού χαρακτήρα για το εφήμερο της ζωής. Όπως λένε αυτές τις μέρες σε άλλα μέρη, τούτη η γης που την πατούμε, όλοι μέσα θε να μπούμε. Η συγκίνηση ανεβαίνει, μέχρι που ξεχειλίζει.

Όταν όλοι έχουν χορτάσει δάκρυ και τραγούδι, μετά την κάθαρση, το κλίμα αλαφρώνει. Αρχίζουν τα εύθυμα τραγούδια. Εν τω μεταξύ κάνουν την εμφάνισή τους και οι πρώτες καμουζέλλες, δηλαδή μασκαράδες. Οι μεταμφιέσεις που είδα πέρσι ήταν αυτές που θα βλέπαμε και στην Αθήνα ή την Πάτρα, όχι κάτι έκδηλα παραδοσιακό. Όταν η εύθυμη ατμόσφαιρα έχει γενικευθεί, ένας ένας οι γλεντιστάδες την κοπανάνε για λίγο, μασκαρεύονται και ξανακατεβαίνουν. Έφυγα κι εγώ κάποια στιγμή, και όταν κατέβηκα ντυμένος ο κόσμος είχε μεταφερθεί στο Μέγαρο (κοινοτικός χώρος για συνεστιάσεις και χορούς). Απ' ό,τι έμαθα, είχε μεσολαβήσει ένας σύντομος χορός στην πλατεία, όπου εμφανίστηκαν και κάποιες από τις παραδοσιακές καμουζέλλες. Αόριστα θυμάμαι μια φωτογραφία με κάποιον σε γάιδαρο.

Στο Μέγαρο αρχίζει κάποια στιγμή το Δικαστήριο ανηθίκων πράξεων. Οι άντρες που είναι ντυμένοι γυναίκες προσάγουν ενώπιον του Καδή άντρες που είναι ντυμένοι άντρες ή δεν είναι ντυμένοι τίποτε, με διάφορες κατηγορίες του τύπου "με αύτωσε αλλά δε με ικανοποίησε". Ανάλογα με το ταλέντο του Καδή και την ετοιμολογία κατηγόρων και κατηγορουμένων διαμείβονται πολύ σπιρτόζικοι διάλογοι. Τελικά κανείς δεν αθωώνεται. Η καταδίκη είναι πρόστιμο, που καταβάλλεται στ' αλήθεια.

Παράλληλα τα όργανα παίζουν σε άλλο σημείο του Μεγάρου. Ήδη από το μεσημέρι έχουν αρχίσει να συρρέουν άνθρωποι από όλα τα χωριά, οι περισσότεροι μασκαράδες. Έτσι μέσα στο Μέγαρο επικρατεί ένας πολύχρωμος πανικός με σερπαντίνες, μουτσούνες, τριχωτές γάμπες με δικτυωτά καλσόν, πολλά κεράσματα, μουσική και φασαρία. Κάποια στιγμή στήνεται ο χορός του Πιπεριού, ως εξής:
Σε μια περίοπτη εξέδρα ανεβαίνουν όσοι θέλουν να χορέψουν. Μόνο άντρες, μόνο μασκαρεμένοι και όχι πάρα πολλοί, για να φαίνονται. Ο κάβος (κορυφαίος του χορού) έχει μια λούρα και επιβλέπει αν όλα γίνονται όπως πρέπει. Ξεκινάει ο Κάτω χορός, με τραγούδια και μαντινάδες βωμολοχικού και σεξουαλικού περιεχομένου. Μετά από τρία τέσσερα λεπτά χορού, έρχεται ο στίχος: Πώς το τρίβουν το πιπέρι του διαόλου οι καλογέροι; Με τη μύτη τους (π.χ.) το τρίβουν και το διπλοκοπανίζουν. Λύνεται ο χορός, τρίβουν το πιπέρι με τη μύτη τους, ο κορυφαίος βαράει με τη λούρα όποιον δεν το κάνει καλά. Συγκεκριμένα πέρσι φαίνεται ότι το έκαναν όλοι καλά, και ο κορυφαίος κινδύνεψε να μην έχει δουλειά να κάνει, οπότε προέκρινε να βαράει γενικώς κι όποιον πάρει ο χάρος. Έφαγα μερικές με τη δερμάτινη ζώνη στη μούρη, κι ήταν όλες δικές μου. Στο Όθος το πιπέρι δεν το τρίβουν στη γη, όπως σε άλλα μέρη και όπως είναι το "κανονικό", αλλά ο ένας με τον άλλον. Αυτό μερικές φορές δημιουργεί κάποια συμπλέγματα ξεκαρδιστικά.

Ξαναδένεται ο χορός, και συνεχίζουν με τα γαμοτράγουδα και με τα βήματα του Κάτω. Μετά από λίγη ώρα επανέρχεται το πιπέρι. Το τρίβουν με άλλο μέρος του σώματος, τρώνε και μερικές, και συνεχίζεται η ίδια ιστορία. Ξέρετε βέβαια με τι το τρίβουν την τελευταία φορά.

Όταν τελειώσει ο χορός του πιπεριού γίνεται ένας κανονικός χορός, με συμμετοχή ντυμένων και άντυτων, με κανονικά τραγούδια. Αυτό τραβάει μέχρι όποια ώρα τη νύχτα υπάρχουν ακόμη κέφια.

Την άλλη μέρα ο κόσμος πάει στις δουλειές του. Το παρδαλό πανηγύρι έχει σχολάσει, και αρχίζει η Σαρακοστή.

Το πρώτο Σάββατο ή Κυριακή της Σαρακοστής γίνεται άλλο ένα γλέντι στο Μέγαρο, οι λεγόμενες Γίλλες. Είναι αφιερωμένο στα καινούργια ζευγάρια της χρονιάς και στα νεογέννητα παιδιά της χρονιάς. Όποιο ζευγάρι παντρεύτηκε ή έκανε παιδί κερνάει μία γίλλα (ένα ειδικό ψωμί, καρυκευμένο με διάφορα συμβολικά συστατικά). Το γλέντι αυτό γίνεται με τα λεφτά που έχει εισπράξει το Δικαστήριο από τα πρόστιμα.

Τι είναι λοιπόν το ιδιαίτερο με όλη αυτή την ιστορία; Κατά τη γνώμη μου είναι το ότι, ενώ το Πιπέρι είναι ένα έθιμο με πανάρχαιες καταβολές και μαγικο-ψυχολογικές προεκτάσεις, εντούτοις είναι σήμερα προσιτό στον καθένα. Όλος ο κύκλος των εκδηλώσεων αποτελεί ύμνο και γιορτή για τη ζωή που γεννιέται μέσα από το θάνατο: πρώτα το πένθιμο γλέντι της Καθαράς Δευτέρας πρωί (θάνατος), μετά οι γονιμικές τελετές με τα γαμοτράγουδα, το χορό του πιπεριού, τα φαλλικά σύμβολα όπως η λούρα του κάβου του χορού,το δικαστήριο κλπ. (έρωτας), και στο τέλος οι Γίλλες (γέννηση). Όμως, αν κάποιος δεν τα γνωρίζει όλα αυτά και δεν τον ενδιαφέρουν, έχει πάντα τη δυνατότητα να βάλει μια περούκα και να πάει απλώς για να καρναβαλίσει, να κάνει χαβαλέ. (Και θεωρώ ότι ο καρναβαλικός χαβαλές δεν είναι κάτι υποτιμητέο: δεν είναι καθόλου μικρή υπόθεση να μεταμφιεστείς και να βγεις από τον εαυτό σου, να γελάς και να πειράζεις και να σε πειράζουν όλη μέρα). Δεν είναι σαν άλλα αρχαιοπινή έθιμα που, διατηρώντας την παλιά τους μορφή, αποκλείουν εκ των πραγμάτων τη συμμετοχή του αμύητου. Το Πιπέρι είναι για όλους, από τα πολύ μικρά παιδιά μέχρι τους γέρους και τις γριές, ντόπιους και ξένους, για να μπουν μέσα σ' αυτό και όχι για να το παρακολουθούν. Είναι ένα σύγχρονο έθιμο, απολύτως ζωντανό και λειτουργικό, αλλά με ρίζες στα βάθη του χρόνου και στα έγκατα της ανθρώπινης ψυχής.

Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια, το ότι πολλές λεπτομέρειες έχουν ξεχαστεί ή αλλοιωθεί ή είναι καινούργιες και ξενόφερτες, προσωπικά δε με ενοχλεί καθόλου. Ο λέγόμενος Γύρος, όπου την προηγούμενη Κυριακή μια ομάδα καμουζέλλες και οργανοπαίχτες κάνει το γύρο των χωριών και στήνει ένα χορό σε κάθε πλατεία για να καλέσει τους χωριανούς στο Πιπέρι, είναι ένα καινούργιο έθιμο των τελευταίων δέκα ή δεκαπέντε χρόνων. Οι Γίλλες δεν είναι οθείτικες, τις πήραν από το Απέρι. Το πιπέρι κανονικά τρίβεται στη γη, όχι όπως το κάνουν εδώ. Οι παλιές μεταμφιέσεις, στις οποίες περιλαμβανόταν και ένας κουδουνάτος με προβιές (δηλαδή ούτε λίγο ούτε πολύ ένας Σάτυρος!) έχουν χρόνια να εμφανιστούν. Και τι μ' αυτό; Η ουσία παραμένει ζωντανή, το περίβλημα ας αλλάζει όπως θέλει.

Πάρτε και δυο τραγουδάκια, ένα κόσμιο και ένα βωμολοχικό:

1. Ο ΚΑΤΤΗΣ

Ένας κάττης μιαν ημέρα
βάζει ράσο σαν πατέρας.
Μπαίνει μες στο μοναστήρι
και διαβάζει το Ψαλτήρι,
και διαβάζει το Ρολόι
να 'ρθει το πεντικολόι.
-Πεντικοί, μη φοηθείτε,
'λάτε να ξαορευτείτε".
Κι απείτι και τους ήφερε στου φούρνου την καμάρα,
άγρια φωνή τους ήσυρε, τους ήπιασε τρομάρα.
Τα μικρά πεντικαλάκια
ήρπα 'πού τα κεφαλάκια.
Τους μιάλους πεντικάλους
ήρπαν απού τους κεφάλους.
Και μια γρα πεντικαλίνα
με τα μοιρολόγια εκίνα:
-Μη με φάεις μένα, κάττη,
να σου μαειρέψω ρύζι.
-Δεν το θέλω εγιώ το ρύζι,
κι εις τα 'όντια μου κα'ίζει.
-Μη με φάεις μένα, κάττη,
να σου μαειρέψω φά. (=φάβα)
-Δεν το θέλω εγιώ το φα
κι είν' τα 'όντια μου κουφά.
-Μη με φάεις μένα, κάττη,
να σου μαειρέψω χέλι.
-Δεν το τρώω εγιώ το χέλι,
και γλιστρά 'πού το πιατέλλι.
-Μη με φάεις μέας, κάττη,
να σου μαειρέψω αβγό.
-Δεν το θέλω εγιώ τ' αυγό,
μόνο θέλω ποντικό!

2. ΤΡΕΙΣ ΚΑΛΕΣ ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΕΣ

Τρεις καλές γειτόνισσες,
Καστελοριζιώτισσες,
ψωλοκόκκαλο βαστούσι,
στην ταβέρνα παν να πιούσι.
Βάλε κάπελλα κρασί,
φέρε μας και τη μισή.
Κι αουπόξω απ' την ταβέρνα
νιος πραματευτής επέρνα,
και φωνάζουν του κι οι τρεις:
-Βρε καλέ πραμετευτή,
τι πραματευτιά πουλάς,
και γυρνάς και διαλαλάς;
-Να το πω, να μην το πω;
Ντρέπομαι να σας το πω.
Να το πω, να μην το πω;
Δυο σακκιά ψωλές βαστώ,
κι όποια θέλει ν' αγοράσει
'πού τον πάγκο να περάσει.
'Κούσαν το οι λεύτερες,
πήραν από τέσσερες.
'Κούσαν το κι οι παντρεμένες,
πήραν δυο οι καημένες.
Και μια χήρα η καημένη,
ήτο παραπονεμένη.
Ξετινάσσει τα τσου'άλια,
πέφτει μια με δυο κεφάλια!
-Τουτη'ά 'ν' καλή για μένα,
που 'ν' τα μέσα μου καμένα.
Να τη βάλω στο λαήνι
να τραφεί να μι'αλύνει. (=μεγαλώσει)
Να τη βάλω στα μεριά μου
για να γιατρευτεί η καρδιά μου.


ΚΑΙ ΔΥΟ ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ:

-Να σ' αρωτήξω να μου πεις, στο λόγο της τιμής σου,
ωσάν τη μύτη σου μακριά αν είναι κι η ψωλή σου.

-Δεν είναι και πολύ μακρά, κανονική στο μπόι.
Μια χωριανή σου ρώτηξε απού τη συχνοτρώει.


Καλή Αποκριά!

____________________________________________

Δύο συμπληρώσεις σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο:

*Εντόπισα ξανά το βιβλίο. Nigel Barley, Ο ανυποψίαστος ανθρωπολόγος: σημειώσεις από μια χωμάτινη καλύβα, μτφρ. Γιώργος Σεφερλής, Αθήνα (Αιώρα) 2005. Το ακριβές κείμενο στο οπισθόφυλλο λέει: Όταν ο άγγλος ανθρωπολόγος Nigel Barley φτάνει στο Βόρειο Καμερούν για να μελετήσει την ορεσίβια φυλή των Ντοουάγιο, γνωρίζει πολύ καλά πώς πρέπει να διεξάγεται η επιτόπια έρευνα. Οι Ντοουάγιο, όμως, δεν έχουν ιδέα...
Το βιβλίο είναι κατά βάθος σοβαρότατο. Ωστόσο είναι γραμμένο με εξαιρετικό βρετανικό χιούμορ. Αυτοβιογραφικό και ανθρωπολογικό ταυτόχρονα, θα το συνιστούσα ακόμη και σε κάποιον εντελώς άσχετο από αυτό τον επιστημονικό χώρο, ως σπαρταριστό μυθιστόρημα.

**Σ' ένα άλλο κείμενο, που περιλαμβάνεται σ' ένα πολύ αυστηρότερα εξειδικευμένο συλλογικό τόμο με γενικό τίτλο Εαυτός και "Άλλος": Εννοιολογήσεις, ταυτότητες και πρακτικές στην Ελλάδα και την Κύπρο (επιμ. Δήμητρα Γκέφου-Μαδιανού, Αθήνα (Gutenberg) 2006), ένας έλληνας εθνομουσικολόγος περιγράφει πώς έζησε ακριβώς τον ίδιο καημό:
Στο Φιλώτι, ένα χωριό της ορεινής Νάξου, στο οποίο πραγματοποίησα το μεγαλύτερο μέρος της επιτόπιας έρευνάς μου σχετικά με την επιτέλεση του τραγουδιού, το φύλο και την έννοια της κοινότητας, ιδιαίτερα κατά το πρώτο διάστημα της παραμονής μου εκεί, βρέθηκα αρκετές φορές στη δυσάρεστη θέση να πηγαίνω σε ραντεβού τα οποία είχαν κλειστεί από ανδρικές «παρέες» με τη μεγαλύτερη σοβαρότητα και πειστικότητα, για να διαπιστώσω ότι κανείς άλλος δεν είχε εμφανιστεί. Όταν ζητούσα εξηγήσεις, οι χωριανοί μού έλεγαν κάτι σαν «δεν ταίριαξε τελικά, δεν πειράζει, την άλλη φορά...». Πολύ συχνά επίσης έφτανα πρώτος σε κάποιο ομαδικό ραντεβού, ενώ οι υπόλοιποι κατέφθαναν, με τους δικούς τους ρυθμούς ο καθένας, τις επόμενες ώρες. (Παναγιώτης Πανόπουλος, «Άμα ταιριάξει...»: φύλο, χρόνος και εντοπιότητα σ' ένα χωριό της Νάξου, στον ως άνω τόμο).

Ήτοι, μου πήρε πέντε χρόνια όχι βέβαια για να καταλάβω (ο καθένας το καταλαβαίνει) αλλά για να διασταυρώσω και μέσα από την επιστημονική βιβλιογραφία, ότι αυτό που μου συνέβη συμβαίνει και στας καλλιτέρας των οικογενειών.


12 Νοεμβρίου 2011