ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

ΕΜΦΥΛΙΟΣ (20/10/2011)

Η διαδήλωση της 20ής Οκτωβρίου 2011 ήταν ό,τι πιο μαύρο και τρομαχτικό έχω δει. Πιο μαύρη και πιο τρομαχτική από εκείνην της 29ης Ιουνίου, που επίσης ήταν ό,τι πιο μαύρο και πιο τρομαχτικό είχα δει μέχρι τότε. (Σας θυμίζω πώς τα πέρασα.)

Σ' αυτήν εδώ, μέχρι κάποια στιγμή το χαρακτηριστικότερο πράγμα που υπήρχε ήταν η παρουσία του ΠΑΜΕ. Πολλές άλλες φορές την παρουσία του ΠΑΜΕ την έχω αισθανθεί ως κάτι εχθρικό ή τουλάχιστον ξένο. Σε κάποιες περιπτώσεις με έχουν κάνει να νιώσω τρομερή οργή. Διαθέτουν ορισμένα όπλα, όπως η πειθαρχία, η διαδηλωτική αγωγή και εμπειρία, η ασφάλεια στις περιφρουρήσεις τους, που συνήθως τα χρησιμοποιούν για να διαχωρίσουν τον εαυτό τους από όλους τους υπολοίπους. Μια μορφή διαχωρισμού είναι "εσείς τρώτε ξύλο, εμείς όχι". Μια άλλη είναι "εσείς είστε εδώ και τρώτε ξύλο, εμείς πάμε αλλού και δεν τρώμε".
Αυτή τη φορά το ΠΑΜΕ έθεσε τα όπλα του στη διάθεση όλης της διαδήλωσης και όχι μόνο της δικής του. Αυτή την αίσθηση αποκόμισα, παρόλο που ξέρω ότι πολλοί μένουν με την ακριβώς αντίθετη. Ανθρώπινες αλυσίδες του ΠΑΜΕ είχαν περικυκλώσει τη Βουλή. Δεν ξέρω αν η περικύκλωση της Βουλής ήταν ο κοινός στόχος στον οποίο είχαν συμφωνήσει όλες οι εκατοντάδες χιλιάδων που κατέβηκαν. Μπορεί κάποιοι να προτιμούσαν να μπούμε στη Βουλή. Αν όμως επιχειρούσαμε κάτι τέτοιο, είναι απολύτως προφανές ότι δε θα γινόταν παρά ένα ακόμη μπάχαλο, και φυσικά κανείς δε θα έμπαινε στη Βουλή.
Δεν είναι λίγοι πλέον αυτοί που λένε ότι οι ειρηνικές διαδηλώσεις δεν έχουν νόημα. ΟΚ, είναι κι αυτή μια άποψη, αλλά αν η βία έχει κάποιο νόημα, η άσκοπη σπατάλη βίας δεν έχει κανένα.
Το ΠΑΜΕ λοιπόν έκρινε -έτσι μου φάνηκε εμένα- ότι προκειμένου να μην μπει κανείς στη Βουλή ούτως ή άλλως, θα ήταν προτιμότερο αυτό να γίνει χωρίς θύματα και απώλειες, χωρίς άσκοπη σπατάλη βίας, και διαδηλώνοντας για όσο περισσότερη ώρα γίνεται. Για να γίνει αυτό πρέπει κάποιος να κάνει κουμάντο. Ανέλαβε λοιπόν το ίδιο να κάνει κουμάντο. Ε ναι, γιατί όχι δηλαδή; Ποιος θα έκανε, εγώ; Αν ήξερα να κάνω τέτοια δουλειά θα την αναλάμβανα ευχαρίστως, αλλά, μέχρι να τη μάθω, καλύτερα ας την κάνει κάποιος που την ξέρει ήδη. Το ΠΑΜΕ την ξέρει.
Ανέλαβε κουμάντο λοιπόν με δύο τρόπους. Ο ένας ήταν αυτή η περιφρούρηση. Ο άλλος ήταν ότι είχαν μικρόφωνα και μεγάφωνα (όχι ντουντούκες) από τα οποία φώναζαν αδιάκοπα διάφορα που εμψύχωναν τον κόσμο και διατηρούσαν ζωντανό τον διαδηλωτικό παλμό -κάτι που έχει λείψει πολύ έντονα από άλλες πρόσφατες πορείες. Αυτά που έλεγαν δεν ήταν κνίτικα. Από όλα όσα πιστεύουν και θέλουν, έλεγαν εκείνα στα οποία συμφωνούσαμε άκρες-μέσες όλοι.
Φυσικά καταλαβαίνω και όσους σπάστηκαν από αυτή τη στάση. Σου λέει ο άλλος, η πορεία είναι ολωνών, η πλατεία είναι ολωνών, ποιος σας διόρισε εσάς ντερβεναγάδες; Κατανοητή άποψη, αλλά δεν είναι η δική μου.

Κάποια στιγμή βρισκόμουν στην Αμαλίας. Μεταξύ Αγνώστου και κυρίως Συντάγματος, πάνω στην Αμαλίας, ήταν η εν λόγω αλυσίδα του ΠΑΜΕ. Γύρω, ή τουλάχιστον από την πλευρά του Συντάγματος (από την άλλη δεν έβλεπα) ήταν κόσμος εκτός μπλοκ. Παντού αλλού, στην κάτω πλατεία και σε όλους τους γύρω δρόμους, ήταν επίσης κόσμος, σε άλλα μπλοκ και εκτός μπλοκ. Εγώ ήμουν στους εκτός μπλοκ εκεί πάνω. Όλοι οι επί της Αμαλίας μέτωπο προς Σταδίου, δηλαδή έχουμε τη Βουλή στο δεξί μας χέρι.
Γενικά είχε τόσο κόσμο ώστε, όπως συνήθως, κανείς δεν ήξερε τι γίνεται στα δέκα μέτρα. Εγώ είχα την περιέργεια να δω. Δεν υπήρχε εκεί γύρω κανένας στύλος ή πεζούλι για ν' ανέβω ψηλά να βιγλίσω. Στάθηκα όμως στα νύχια και, καθώς είμαι ψηλός, είδα λίγο παραπέρα.
Πέτρες ίπταντο από και προς διάφορες διευθύνσεις. Ορισμένες ήταν τεράστιες. Έρχεται πια κόσμος με σφεντόνες στην πορεία; Ή με καταπέλτη;
Οι περισσότερες έμοιαζαν να κατευθύνονται προς εκείνους που ήταν καμιά εικοσαριά μέτρα μπροστά μου. Λέω: ή κάπου εκεί, μπροστά από τους μπροστινούς του ΠΑΜΕ και τους εκτός ΠΑΜΕ, είναι παραταγμένη καμιά διμοιρία και δεν τη βλέπω (αλλά πώς την πετροβολάνε έτσι; δε θέλει και πολύ να φύγει καμιά αδέσποτη στους διαδηλωτές) ή κάτι δεν πάει καλά με την οπτική μου γωνία και οι πέτρες κατευθύνονται αλλού από εκεί που νομίζω.
Ή όχι; Ρε μπας και πετροβολάνε ΤΟΥΣ διαδηλωτές; Ποιοι όμως; Οι μπάτσοι; Όχι πως δεν έγινε κι αυτό τόσες φορές τελευταία, αλλά είχα την εντύπωση ότι συνήθως λίγοι μπάτσοι πετάνε λίγες πέτρες σε λίγους διαδηλωτές που πετάνε κι εκείνοι. Τόσο πολλές πέτρες (μιλάμε για βροχή) κατά ολόκληρης πορείας, λίγο ξεφεύγει από τα εσκαμμένα.
Τελικά όχι. Αυτό που οι αισθήσεις έδειχναν αλλά η λογική αρνούνταν να το δεχτεί, ήταν ότι διαδηλωτές πετροβολούσαν διαδηλωτές. Εκεί που στεκόμουν εγώ ήμουν σε μια σχετική ασφάλεια, εκτός βεληνεκούς (προς το παρόν τουλάχιστον). Πιο μπροστά όμως ήταν άνθρωποι που τις τρώγαν ωραιότατα, άνθρωποι χωρίς ασπίδες και κράνη. Και η πέτρα, αντίθετα από τα όπλα της αστυνομίας, δε σε προειδοποιεί ότι έρχεται. Πέφτει αθόρυβα ουρανόθεν.
Μια φίλη μου με ρώταγε τι βλέπω από κει πάνω. Τι να της πω; Ότι μας πετροβολάνε; Να το ακούσουν και παραδίπλα, να κυκλοφορήσει η φήμη σα φλόγα, και τελικά να μην ισχύει; Της είπα τα μόνα για τα οποία ήμουν σίγουρος: ότι πέτρες πετάνε προς διάφορες κατευθύνσεις, και προς εδώ πιο μπροστά. Μετά από λίγο όμως άκουσα τον διπλανό μου ψηλό να μεταδίδει στη δική του παρέα την είδηση αυτούσια. Τον ρώτησα: ρε φίλε, κι εμένα έτσι μου φάνηκε αλλά ...δεν μπορεί. Είσαι σίγουρος; Δεν ήταν κι εκείνος απόλυτα. Αν και το είχε δει ξεκάθαρα. Απλώς δεν το πίστευε.
Εν πάση περιπτώσει το γεγονός ήταν αυτό. Εξακολουθούσα να μην το πιστεύω μέχρι πολύ αργότερα, όταν το διασταύρωσα και με άλλους που ήταν εκεί και με ειδήσεις από τηλεόραση και σάιτ. Μάλιστα δεν ήταν μόνο πέτρερς, ήταν και μολότωφ.
Είχε αρχίσει όμως να με απασχολεί κάτι άλλο: Μέχρι εδώ, καλά πάμε. Έστω κι αν μας πετροβολούν, εγώ είμαι εκτός βολής. Άλλωστε και η παρουσία της συμπαγούς και συγκροτημένης αλυσίδας δίπλα μου μου δημιουργούσε κάποια αίσθηση ασφάλειας. Αν όμως προκύψει κάτι άλλο και χρειαστεί να φύγουμε σβέλτα, πού θα πάμε; Σ' ένα τέτοιο ενδεχόμενο η αλυσίδα δε μου φαινόταν ότι θα διευκόλυνε πολύ τα πράγματα. Λέω, ας πάω σε καμιά άλλη μεριά, σε κάνα σταυροδρόμι, να έχω επιλογές άμα χρειαστεί να το στρίψω.
Βέβαια, το να πας οπουδήποτε μέσα σε τόσο στριμωξίδι ήθελε πολλή ώρα. Τέλος πάντων, κάποια στιγμή βρέθηκα στην κάτω πλατεία, δε μου άρεσε γιατί είναι γούβα και δε βλέπεις τι γίνεται, και είχα την πανέξυπνη έμπνευση να κατευθυνθώ προς τη γωνία της Μεγάλης Βρετανίας.
Πώς διάολο τον λένε το δρόμο με τα ξενοδοχεία; Την ας πούμε συνέχεια της Βασιλίσσης Σοφίας; Καραγεώργη Σερβίας; Τέλος πάντων, βρέθηκα εκεί. Με το που πάτησα το πόδι μου, κατάλαβα ότι είμαι στο λάθος σημείο. Ήμουν ακριβώς εκεί όπου δεν έπρεπε να είμαι: στα μετόπισθεν εκείνων που πετροβολούσαν. Πλήθος κουκουλοφόρων γύρω. (Την απεχθάνομαι αυτή τη λέξη, έχει τύχει πολύ δόλιας μεταχείρισης, αλλά πώς αλλιώς να τους πεις όταν φοράνε κουκούλες;)
Συνήθως ο κουκουλοφόρος σκεπάζεται από τα μάτια και πάνω με κάτι (π.χ. μαντίλι) και από τα μάτια και κάτω με κάτι άλλο (π.χ. δεύτερο μαντίλι, γιακά από ζιβάγκο κλπ). Ή υπάρχει ένας ειδικός τρόπος που φοράνε στη μούρη τους την μπλούζα, μία μόνο, αφήνοντας ακάλυπτα τα μάτια. Ή κανονική κουκούλα σαν των ληστών στα έργα, με ένα άνοιγμα πάλι για τα μάτια. Είδα όμως κι έναν που δε φόραγε τίποτα απ' όλα αυτά, αλλά μία μαύρη κουκούλα με δύο στρογγυλές τρύπες για τα μάτια. Σαν μαύρος ΚουΚλουξΚλαν.



Ή σαν τα σκιτσάκια με τους καταδότες των Γερμανών στον πόλεμο.




Ή, ακόμη ακριβέστερα: σαν δήμιος.



Πήρα φύσημα ως τάχιστα από εκείνο το λάθος σημείο.

Πέρασα από διάφορα άλλα σημεία, είδα διάφορα κλπ.. Κάποια στιγμή αποφάσισα να φύγω. Δε μ' έπαιρνε να κάτσω άλλο. Είχα συνηθίσει από τις προηγούμενες φορές ότι άμα δε σε τρώει ο κώλος σου δεν κινδυνεύεις: βλέπεις τον εχθρό, δεν κάθεσαι μες στα πόδια του, βλέπεις και ποιοι τον προκαλούν με πέτρες, μπουκάλια με νερό, μολότωφ ή έστω με λόγια, και κρίνεις αν θες να είσαι εκεί ή κάπου αλλού. Μπορεί να εισπνεύσεις λίγο δακρυγόνο αλλά μέχρι εκεί. Δε θα σκάσει επάνω σου αν δεν είσαι εκεί όπου πρόκειται να το ρίξουν.
Εδώ ήμουν σε εντελώς νέες συνθήκες. Ο εχθρός δεν ήταν οι μπάτσοι (οι οποίοι κυρίως έξυναν τ' αρχίδια τους χαζεύοντας τον πετροπόλεμο). Δεν ήξερες ποιος ήταν ο εχθρός, ούτε πού είναι -μέχρι να βρεθείς μέσα στις τάξεις του όπως εγώ ή κάτω από την πέτρα του όπως μερικοί άλλοι. Κι άμα δεν ξέρεις ποιος είναι ο εχθρός, δεν ξέρεις και ποιοι είμαστε Εμείς. Δεν υπήρχαμε Εμείς. Όλοι ήταν δυνάμει Άλλοι.
Από διάφορα στενά βγήκα στη Σταδίου. Ήταν πλέον σχεδόν έρημη (πιο πριν έβραζε από κόσμο). Ανέβηκα σ' ένα κάθετο προς Κολωνάκι. Ξαφνικά, ποδοβολητά πίσω μου. Είναι μια παρέα και τρέχουν, αδειάζοντας πέτρες από τις τσέπες τους και φωνάζοντας "το νου σας πίσω, έρχονται μπάτσοι". Πίσω μας, στη Σταδίου, μια ομάδα ματατζήδες κυνηγούσαν μια ομάδα λιθοβολητές, εκείνοι έτρεχαν, και κάποιοι από εκείνους έκοψαν από το στενάκι μου. Οι μπάτσοι δεν έστριψαν: ή ακολούθησαν τους υπόλοιπους που ίσως ήταν περισσότεροι (δεν έβλεπα), ή ποιος ξέρει, ίσως τους άφησαν επίτηδες να ξεφύγουν παριστάνοντας για λίγο ότι τους κυνηγάνε για τα μάτια του κόσμου. Το θέμα είναι ότι τα χρειάστηκα για τα καλά: έστω ότι οι μπάτσοι θέλουν στ' αλήθεια να τους πιάσουν, και όχι βέβαια για να τους σφίξουν το χέρι. Έτσι και μπουν στο δικό μου δρόμο, σιγά μην κάτσουν να ψειρίσουν αν είμαι κι εγώ από αυτούς που κυνηγάνε ή όχι. Δεν έχω ιδέα τι θα έκανα σε μια τέτοια περίπτωση. Ευτυχώς δε χρειάστηκε να κάνω τίποτε, αφού οι μπάτσοι συνέχισαν στη Σταδίου. Ήταν όμως πλέον τελείως σαφές ότι δεν έχει καμία σημασία αν προσέχεις ή δεν προσέχεις. Ο κίνδυνος είναι παντού.

Κάτι ακόμα.

Άκουσα από πολλούς βαρύτατες κατηγορίες κατά του ΠΑΜΕ. Ότι φύλαγαν τους μπάτσους, ότι φύλαγαν τη Βουλή, ότι οι μπάτσοι τους φύλαγαν, κλπ.. Αν αυτά ισχύουν, είναι φοβερό το τι έκανε το ΠΑΜΕ. Αν δεν ισχύουν, είναι φοβερό το πώς σκέφτονται μρικοί άνθρωποι και το ποιοι μηχανισμοί έχουν λειτουργήσει για να στρέψουν τη σκέψη τους σ' αυτή την κατεύθυνση.
Αλλά αυτά δεν είναι τίποτα. Το μόνο πραγματικά φοβερό είναι ότι μια μεγάλη μερίδα διαδηλωτών τρέφει καχυποψία προς μια μεγάλη μερίδα συνδιαδηλωτών τους. Μου είναι απολύτως αδιάφορο αν ισχύουν οι υποψίες: το τι νομίζω εγώ για το ΠΑΜΕ το είπα πιο πάνω και έχω πλήρη συνείδηση ότι αυτή δεν είναι παρά η γνώμη μου και άλλος μπορεί να έχει την αντίθετη. Αλλά αυτή η διάσπαση της όποιας τυχόν ομόνοιας, αλληλεγγύης, ενότητας, είναι σημαντική επιτυχία του Εχθρού. Για άλλον ένα λόγο πέρα από τους προηγούμενους, "Εμείς" δεν υπάρχουμε, υπάρχουν μόνο Άλλοι.

Ότι σκοτώθηκε άνθρωπος, το έμαθα αργότερα, σπίτι μου.

__________________________________________
[Συμπλήρωση μερικες μέρες αργότερα]

Οι συζητήσεις και οι καβγάδες σχετικά με τα γεγονότα βράζουν. Μεταξύ άλλων, κυκλοφορούν φωτογραφίες και βίντεα που δείχνουν ροπαλοφόρους των ΚΝΑΤ να πλακώνουν διαδηλωτές.
Ό,τι δείχνει η φωτογραφία έχει γίνει (δε θα αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τώρα αν είναι φωτοσοπιά ή αν είναι από άλλο γεγονός, αυτό μας έλειπε). Αλλά αυτό απέχει από του να αποδεικνύει ποιο ήταν το συνολικό γεγονός.
Αυτά που εγώ προσωπικά είδα με τα μάτια μου ήταν δύο πράγματα: πρώτον, πέτρες να έρχονται πάνω στο ΠΑΜΕ. Δεύτερον, τους μπροστινούς ΠΑΜίτες να κάνουν κάποια στιγμή ένα ντου και μετά από λίγο να επιστρέφουν χειροκροτούμενοι. Τις πέτρες τις έβλεπα χωρίς να βλέπω αυτούς που τις έριχναν (στη φάση που ήμουν στην Καραγεώργη είδα ποιοι τις ρίχναν αλλά όχι πού έπεφταν, και αυτό κράτησε ελάχιστη ώρα γιατί έφυγα). Από το ντου είδα μόνο πλάτες ΠΑΜιτών να τρέχουν. Όταν έφτασαν στον προορισμό τους ήταν εκτός του οπτικού μου πεδίου. Αργότερα έμαθα ότι όντως έκαναν επίθεση και πλάκωσαν με τα στειλιάρια των σημαιών αυτούς που τους πετροβόλαγαν.
Το να πλακώσεις με τα στειλιάρια αυτόν που σε πετροβολάει δεν είναι βία. Είναι νόμιμη άμυνα. Είναι το στοιχειώδες που θα έκανε ο καθένας, εκτός βέβαια αν προτιμούσε να σηκωθεί να φύγει. Στις σκηνές που είδα, πρώτα οι άλλοι πετροβολούσαν και μετά από αρκετή ώρα τους την έπεσαν οι ΠΑΜίτες. Δεν ξέρω τι είχε προηγηθεί, δεν ξέρω τι ακολούθησε, και ακόμη κι εκείνες τις στιγμές δεν ξέρω τι γινόταν πέρα από εκεί όπου έφτανε το μάτι μου. Αν όμως γινόταν μια δίκη και με καλούσαν μάρτυρα και με ρωτούσαν τι είδα, θα έλεγα με καθαρότατη συνείδηση αυτά που είδα, από τα οποία δεν προκύπτει καμία απολύτως πρόκληση εκ μέρους του ΠΑΜΕ ενώ προκύπτει βαρύτατη πρόκληση εις βάρος του.
Να υποθέσω ότι πιο πριν, την ώρα που ήμουν αλλού, το ΠΑΜΕ είχε προβεί σε κάποια ενέργεια τόσο κατάφωρα προκλητική ώστε κανένας άνθρωπος στον κόσμο δεν θα είχε περιθώριο για οποιαδήποτε άλλη αντίδραση παρά, εκών-άκων, να πετάξει πέτρα ; Ε ωραία, ας το υποθέσω. Το υπέθεσα ήδη. Σαν τι μπορεί να ήταν αυτή η τόσο προκλητική ενέργεια;...

Οι πάντες στην πορεία, με μοναδικές εξαιρέσεις εμένα και τα 10-20 άτομα που ήταν ακριβώς δίπλα μου, είχαν διαφορετικό οπτικό πεδίο από το δικό μου. Διαφορετικό και μεταξύ τους φυσικά. Κάποιοι θα είχαν προνομιακή θέα, και θα είδαν πολλά πράγματα καθαρότερα από εμένα. Άλλοι θα είχαν εξίσου κακή θέα με τη δική μου αλλά όχι την ίδια. Άλλοι πάλι θα βρίσκονταν σε εντελώς διαφορετικό σημείο και θα έβλεπαν καλά ή κακά τι άλλο συνέβαινε ταυτόχρονα.
Η απορία μου είναι πώς τόσες χιλιάδες συμπολίτες μας έχουν την πεποίθηση ότι τα είδαν όλα και ότι ξέρουν μετά βεβαιότητος τι συνέβη, και βγάζουν ακράδαντα συμπεράσματα είτε περί ροπαλοφόρων των ΚΝΑΤ είτε περί του αντιθέτου. Φίλε, ακόμη κι αν σε βάλουν ολομόναχο σ' ένα αδειανό καλοφωτισμένο δωμάτιο 2Χ2, όλο δε θα το βλέπεις. Κάποιο σημείο θα είναι πίσω από την πλάτη σου ή κάτω από τις πατούσες σου.
Άιντε τώρα, όλοι οι φωτισμένοι παντογνώστες...

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

ΤΟ ΣΚΟΥΠΙΔΑΡΙΟ ΕΙΝΑΙ ΜΙΣΗ ΑΡΧΟΝΤΙΑ

Τι κάνετε όταν, ενώ έχετε ήδη διασχίσει το πρώτο από τα 7-8 μέτρα του στενού (περίπου μισό μέτρο) διαδρόμου που έχει δημιουργηθεί στο πεζοδρόμιο, επειδή το υπόλοιπο έχει καλυφθεί από σκουπίδια, εμφανίζεται από την απέναντι πλευρά γέρος με ψώνια;

Μια λύση είναι να συνεχίσετε την πορεία, οπότε στα μισά περίπου της διαδρομής θα πρέπει να γίνει κονταροχτύπημα σύμφωνα με τους κανόνες της ιπποσύνης.

Η πιθανότερη όμως απάντηση είναι ότι θα οπισθοχωρούσατε ευγενώς, επιστρέφοντας στην αρχή του διαδρόμου -δηλαδή στο τέλος των σκουπιδιών-, όπου όμως ενδεχομένως θα διαπιστώνατε ότι δεν μπορείτε να σταθείτε γιατί το δεντράκι της δεντροστοιχίας, παρά τα 4 μέτρα του ύψους του, έχει απλώσει κλωνάρια μέχρι κάτω στο ύψος της μάπας σας, οπότε πρέπει να οπισθοχωρήσετε κι άλλο, ίσως μάλιστα να αναζητήσετε και ένα σημείο στο πεζοδρόμιο με αρκετή άπλα ώστε να μπορείτε να κάνετε κανονική μεταβολή και όχι απλώς να πηγαίνετε με την όπισθεν.

Όλη αυτή η μανούβρα δεν περνά απαρατήρητη από τον γέρο με τα ψώνια. Έτσι, αφού διασχίσει το δερβένι και περάσει από μπροστά σας, το πιθανότερο είναι ότι θα σας ευχαριστήσει -αν δεν αρχίσει να λέει και περισσότερα (εύγε νέε μου, αποτελείτε λαμπρή εξαίρεση στην εποχή μας κλπ κλπ). Οπότε κι εσείς κάτι θα του απαντήσετε. Μετά μπορεί εκείνος να προσθέσει, μια κι έσπασε ο πάγος, κάποιο σχόλιο για τα σκουπίδια, και έτσι να προκληθεί ένας σύντομος διάλογος. Για να μην πω ότι, καθώς όλα αυτά εκτυλίσσονται στο μοναδικό διαβατό σημείο του πεζοδρομίου, δεν αποκλείεται να εμπλακούν στη συζήτηση κι άλλοι περαστικοί.

Κι έτσι αποκαθίστανται οι χαμένες σχέσεις οικειότητας με τους συμπολίτες μας, συσφίγγονται οι δεσμοί μέσα στις γειτονιές, καλιεργείται η κοινωνικότητα, ανταλλάσσονται αβρότητες που μας φτιάχνουν το κέφι και που ανεβάζουν το επίπεδο ποιότητας της καθημερινότητάς μας.

Θα γίνονταν ποτέ αυτά αν υπήρχαν σκουπίδια μόνο μέσα στους κάδους, και αν τα περισσευούμενα, αντί να τα βγάλουμε στο δρόμο, τα φυλάγαμε στο μπαλκόνι μας μέχρι να ξαναρχίσει η αποκομιδή τους;

Δε θα γίνονταν. Θα παραμέναμε στην απρόσωπη εχθρική μεγαλούπολη όπου κανείς δε λέει μια καλημέρα ή δεν κοιτάει τον περαστικό από απέναντι.

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

ΠΡΕΖΑ, ΤΣΑΜΠΟΥΝΑ, ΑΡΧΑΙΟΚΑΠΗΛΕΙΑ

Η οδός Τοσίτσα είναι ο πεζόδρομος ανάμεσα στο Πολυτεχνείο και το Αρχαιολογικό Μουσείο. Παρ' ότι είναι σε κεντρικότατο σημείο της Αθήνας, πάνω στην Πατησίων, παρουσιάζει μια εικόνα ολοζώντανου, ασπαίροντος θανάτου, που παλιότερα τη γνώριζα μόνο από κάτι ταινίες για υποβαθμισμένες συνοικίες σε πόλεις της Λατινκής Αμερικής.
Στην Τοσίτσα ανθεί το εμπόριο της πρέζας. Σ' όλο της το μήκος βλέπεις, ανά πάσα ώρα της ημέρας και της νύχτας, πρεζάκηδες που σουτάρουν μπροστά στα μάτια σου, ή που βαράνε ντάγκλες και δεν ξέρεις αν ζουν ή πέθαναν, ή που κοιμούνται μέσα σε κάτι σωρούς από κουρέλια και σκουπίδια, ή που τσακώνονται μεταξύ τους, ή που απλώς βρίσκονται εκεί. Ανάμεσά τους και αρκετοί άστεγοι που δεν είναι πρεζάκηδες, σε περισσότερο ή λιγότερο προχωρημένο βαθμό εξαθλίωσης.
Ορισμένοι άνθρωποι είπαν ότι είναι κρίμα αυτή η κατάσταση, και ότι πρέπει κάπως να ξαναζωντανέψει αυτός ο όμορφος εγκαταλελειμμένος πεζόδρομος. Αυτοί οι άνθρωποι είναι τριώ λογιώ: αρχαιολόγοι από το Μουσείο, αρχιτέκτονες από το Πολυτεχνείο και κάτοικοι της περιοχής. Οργάνωσαν λοιπόν τις «7 Ημέρες Ζωής στην Τοσίτσα». Συζητήσεις, προβολές ταινιών, θεάματα δρόμου, παιδικές δραστηριότητες κλπ.


Μια από τις εφτά μέρες ήμουν εκεί. Έφτασα με το τρόλεϊ στην Πατησίων στις 6 το απόγεμα. Κοίταξα πάνω προς την Τοσίτσα, αλλά πουθενά δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι κάτι οργανώνεται. Περίμενα να δω κόσμο συγκεντρωμένο κάπου και κάποια εξέδρα ή κάτι τέτοιο, και οι νεκροζώντανοι και τα ζάκια να λείπουν. Αντ' αυτού είδα την κλασική εικόνα του πρεζόδρομου, που παραπέμπει σε μεσαινωικούς εφιάλτες με λεπρούς και αρρώστους που κυλιούνται σαν μισοπατημένα σκουλήκια ή σε εικόνες της Κόλασης. Αυτά μέχρι τη συμβολή με την Πατησίων, όπου το σκηνικό άλλαζε άρδην και φυσιολογικοί άνθρωποι ανεβοκατέβαιναν στα τρόλεϊ, ψώνιζαν στο περίπτερο ή περνούσαν πεζή.
Ξεκίνησα να ανεβαίνω τον πρεζόδρομο αλλά στα μισά κόλωσα και γύρισα πίσω.
Τελικά διέκρινα ότι κάπου στα 50-τόσα μέτρα υπήρχε μια μικρή συγκέντρωση με καρέκλες τύπου καταστρώματος. Πιο αποφασιστικά αυτή τη φορά διέσχισα την Κόλαση κι έφτασα εκεί.
Γινόταν μια μικρή συνέλευση γειτονιάς. Οι άνθρωποι που προανέφερα συζητούσαν ακριβώς για το ζήτημα του ξαναζωντανέματος του δρόμου, μ' ένα μικρόφωνο που πήγαινε από χέρι σε χέρι. Ήταν καμιά εικοσαριά ή τριάντα άτομα. Δίπλα τους ένα τεράστιο σκάκι δαπέδου, όπου έπαιζαν ένας πρεζάκιας κι ένας μετανάστης, και παρακολουθούσαν μερικοί περαστικοί. Ακριβώς από πίσω, μια άστεγη κοιμόταν με σουλουμπάμια. Τα παιδάκια μερικών από τους συμμετέχοντες στη συνέλευση έπαιζαν τρέχοντας πάνω κάτω και κάθε τόσο έρχονταν να κάτσουν για λίγο με τη μαμά ή τον μπαμπά τους πριν ξανατρέξουν στο παιχνίδι.


Σκακισταί. Στο βάθος η κοιμωμένη της Τοσίτσα.

Η συζήτηση ήταν ενδιαφέρουσα, γιατί ήταν μια από τις σπάνιες φορές όπου σε μια λαϊκή συνέλευση πέτυχα να συμμετέχουν άνθρωποι που είναι ειδικοί επί του θέματος. Αναφέρομαι στους αρχιτέκτονες, που ξέρουν από δρόμους, κτίρια, αναπλάσεις κλπ. Το κύριο ζητούμενό τους ήταν να φύγει το πρεζεμπόριο από την Τοσίτσα, κι όπου θέλει ας πάει. Η στάση τους απέναντι στους ίδιους τους πρεζάκηδες, όπως και τους αστέγους, ήταν φιλική: πολλοί δήλωναν ευθέως ότι δε θέλουν να τους διώξουν, ότι δεν αποτελούν ενόχληση, ότι έτσι κι αλλιώς δεν έχουν πού αλλού να πάνε και το να τους διώχνουν από παντού δεν είναι λύση.

Η κοιμωμένη της Τοσίτσα και η συνέλευση.

Εδώ θα παρεμβάλω μερικές σκέψεις που μου γέννησε αυτή η συζήτηση, και επανέρχομαι μετά στην αφήγηση της ημέρας. Ήρθα σε μια εσωτερική αντίφαση. Αφενός, μου φάνηκε εντελώς μάταιο το να συζητάει κανείς πώς θα διώξουμε τους εμπόρους από μια πιάτσα για να πάνε σε άλλην. Το πρόβλημα με την πρέζα δεν είναι πού πουλιέται. Είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι που γίνονται πρεζάκηδες. Αν δεν εκλείψουν οι γενικότερες αιτίες που τους οδηγούν στα ναρκωτικά, ό,τι άλλο και να γίνει είναι ασπιρίνη. Το ίδιο και με τους άστεγους: ωραία, τους σεβόμαστε, δεχόμαστε να τους παραχωρήσουμε δύο τετραγωνικά μέτρα για να ξαπλώσουν, μπορεί να τους φέρουμε και κάποια βοήθεια, αλλά αυτό δε λύνει το πρόβλημα. Το ζήτημα είναι να πάψει να υπάρχει φτώχεια, αβεβαιότητα, ανασφάλεια, απελπισία, εξαθλίωση. Και αυτό το πρόβλημα δε θα πάψει να υπάρχει στο ορατό μέλλον: οι φτωχοί, οι άστεγοι, οι δυνάμει ναρκομανείς θα εξακολουθήσουν να αυξάνονται σε μια κοινωνία όπου ο καθένας φτωχαίνει κάθε μέρα κι από λίγο. Βάλτε παρακαλώ έναν αστερίσκο σ' αυτή την τελευταία φράση, θα μας φανεί χρήσιμη παρακάτω.
Αφετέρου, από το να προσπαθεί κανείς να σώσει αόριστες και αφαιρετικές οντότητες όπως «η κοινωνία», «το ρωμαίικο» κλπ., είναι πολύ προτιμότερο και λυσιτελέστερο να αρχίσει από εκεί που φτάνει το χέρι του. Όσοι γειτονεύουν ή αισθάνονται υπεύθυνοι για την οδό Τοσίτσα αποφάσισαν να φροντίσουν την οδό Τοσίτσα. Αν το ίδιο έκαναν όλοι για το δρόμο τους, τη γειτονιά τους, την πλατεία τους, θα είχαμε μια ολόκληρη κοινωνία που κόπτεται και μεριμνά για τη χώρα. Δηλαδή μια ώριμη κοινωνία, μια κοινωνία πολιτών. Και εννοείται ότι σε μια ώριμη κοινωνία πολιτών οι κοινωνικές μάστιγες θα είχαν κάθε προϋπόθεση να περιοριστούν. Αν... Αλλά εδώ το ζήτημα ήταν πώς θα φύγει το εμπόριο από εδώ για να πάει αλλού, χωρίς καμιά συνεννόηση με τους κατοίκους του «αλλού» -αν υπάρχουν και αν έχουν κάποια συλλογικότητα.

Εν πάση περιπτώσει κάποια στιγμή η συνέλευση έληξε, και ήρθε η ώρα για τη μουσική εκδήλωση. Όπως μάθαμε, αυτή ήταν προγραμματισμένο να καλυφθεί από μια ομάδα καλλιτεχνών της Λυρικής. Επειδή όμως για κάποιο λόγο αυτοί δεν ήρθαν, ήρθαν στη θέση τους ένα ζευγάρι τσαμπουνιέρηδες. Ντάξει, τι Λυρική τι τσαμπούνα.
Το σύστημα ηχητικής κάλυψης αποτελούνταν από το ένα μικρόφωνο της συνέλευσης. Αυτό δε θα έκανε δουλειά για δύο όργανα και δύο φωνές, οπότε όλοι προτίμησαν να γίνει η συναυλία unplugged, όπως άλλωστε είναι και το κανονικό για τέτοια μουσική. Οπότε οι δυο οργανοπαίχτες έκατσαν στις καρέκλες καταστρώματος μαζί με τα άτομα της συνέλευσης, όλοι μαζί μια παρέα, και η μουσική άρχισε.
Σε κάποια παύση ανάμεσα σε δύο τραγούδια, σηκώθηκε κάποιος και άρχισε να αγορεύει. Δεν είχα προσέξει αν ήταν από πριν στη συνέλευση ή όχι. Μίλησε για το θέμα που υποτίθεται ότι είχε ήδη κλείσει για σήμερα, δηλαδή για τη διάσωση του πεζοδρόμου. Δε θυμάμαι τι ακριβώς είπε, δεν ήταν ο σοφότερος λόγος που έχω ακούσει αλλά ούτε και εντελώς ασυνάρτητος. Κάποια στιγμή ο αγορητής ακούμπησε σε παρακείμενο τραπεζάκι τη σύριγγα που βαστούσε στο χέρι του. Κάποιος τον ρώτησε ποιους εκπροσωπεί. Ποιους λες;

Ο αγορητής με τη σύριγγα.

Ποιους εκπροσωπείς;

Η μουσική συνεχίστηκε. Καναδυό από τη συνέλευση και καναδυό πρεζάκια παρακολουθούσαν, άλλοι παρευρίσκονταν εξακολουθώντας σε μικρότερους ιδιωτικούς κύκλους την προηγουμένως δημόσια συζήτηση, άλλοι στέκονταν παραπέρα συνεχίζοντας τη ζωή τους. Το σκάκι προχωρούσε. Η άστεγη με τη σουλουμπάμια κοιμόταν. Κάποιοι αργοπέθαιναν, άλλοι σούταραν. Ένα κοριτσάκι είχε πιάσει παρέα με τους οργανοπαίχτες και στα διαλείμματα ανάμεσα στα κομμάτια τους ρωτούσε για τα όργανα ή τους έλεγε για ένα τραγούδι που ήξερε που έμοιαζε μ' εκείνο που είχαν μόλις παίξει.

video
Η μουσική παίζει, η ζωή και ο θάνατος συνεχίζονται.

Αίφνης έπεσε ένας σιωπηλός συναγερμός. Μάζες ανθρώπων άρχισαν να τρέχουν από την κάτω μεριά της Τοσίτσα (Πατησίων) προς την πάνω (Εξάρχεια). Ξύπνιοι και κοιμισμένοι, νεκροί και ζωντανοί, ενώθηκαν όλοι μαζί σ' ένα μαραθώνιο αγάπης. Παρόλο που δεν έχω ασχοληθεί με το εμπόριο πρέζας, δεν ήταν δύσκολο να αποκρυπτογραφήσω το κωδικό μήνυμα: Έρχονται οι μπάτσοι.
Η μουσική συνέχισε, όπως και το σκάκι, αλλά το κοινό είχε σκορπίσει πλην ελαχίστων. Βέβαια σ' αυτούς τους ελάχιστους είχαν προστεθεί και μερικά πρεζάκια που ξαφνικά ανέπτυξαν ενδιαφέρον γι' αυτά τα πολιτιστικά δρώμενα, για το ξεκάρφωμα.
Στην Τοσίτσα, λίγο πιο πάνω από αυτό το σημείο, είναι μια πλαϊνή είσοδος του Μουσείου. Παρατήρησα ότι όσοι δεν ήταν πρεζάκηδες είχαν συγκεντρωθεί κυρίως εκεί, όπου υπήρχαν και πολλοί μπάτσοι. Άρχισαν να κυκλοφορούν διάφορες φήμες. Έχει έρθει ο Υπουργός Πολιτισμού. Έχει έρθει και ο Προστάτης του Πολίτη. Έχει έρθει, λέει, ο ίδιος ο Γιωργάκης. Έχουν έρθει κάτι κλεμμένα αρχαία... Μέσα σ' όλη την ασυνάρτητη ατμόσφαιρα ήταν κάπως δύσκολο να καταλάβω τι είχε γίνει, αλλά τελικά έμαθα την επόμενη μέρα (σήμερα) ότι όντως αυτό είχε γίνει: κάναν τσακωτούς κάτι αρχαιοκάπηλους που προσπαθούσαν να σμπρώξουν αρχαία, έφεραν τα αρχαία στο Μουσείο και ήρθαν οι δύο Υπουργοί και ο Πρωθυπουργός. Ιδού η είδηση, από την ιστοσελίδα του Υπουργείου Πολιτισμού.
Φυσικά για να έρθουν τόσο σημαντικοί Πολίτες έπρεπε να κινητοποιηθεί και όλος ο σχετικός μηχανισμός Προστασίας τους: κλούβες, διμοιρίες, Δίες, Δελτάδες, Ζητάδες, Αλφάδες, Βητάδες, Γιωτάδες κι όλοι αυτοί οι διαόλοι -σάμπως ξέρω και να τους ξεχωρίζω; Έπρεπε να αποκλειστεί η κίνηση στους γύρω δρόμους -για λίγο, ομολογουμένως. Και έπρεπε να φύγουν και τα πρεζάκια και οι άστεγοι, μη τυχόν και τους δει ο Πρωθυπουργός και νομίσει ότι σ' αυτή την πόλη ζουν πρεζάκια και άστεγοι.
Αφού ο απροσδόκητος ερχομός της τριανδρίας διέλυσε το λάιβ, φύγαμε. Κοιτάξαμε αν έχουν συγκεντρωθεί πουθενά εκεί γύρω προπηλακισταί -προσωπικά δεν είχα ποτέ μέχρι σήμερα την ευκαιρία να γιαουρτώσω κανέναν πολιτικό άνδρα, τους δε τρεις συγκεκριμένους δεν τους έχω δει από κοντά και θα είχα μεγάλη περιέργεια να δω με τι μοιάζουν εκτός οθόνης- αλλά δε βρήκαμε κανέναν. Κρίμα, γιατί μια ματιά στη φάτσα του Gap μπορεί να φώτιζε λίγο το ζήτημα στο οποίο βάλαμε προηγουμένως αστερίσκο.
'Ετσι πήγαμε στα Εξάρχεια για μπίρες.

Ευχαριστώ τον Χρήστο για το οπτικοακουστικό υλικό.