ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2009

Ο ΧΡΟΝΟΔΙΑΚΟΠΤΗΣ

ΛΑΙΒ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΣΑΣ!

Το απόλυτο γκάτζετ για όσους έχουν πρόβλημα με το πρωινό ξύπνημα.
.
.
Μερικοί συνάνθρωποί μας ξυπνάνε το πρωί μία ώρα πριν χρειαστεί να φύγουν για τη δουλειά τους, και ξεκινάνε την ημέρα τους όμορφα και πολιτισμένα με ένα πλούσιο πρωινό, ντους, εφημερίδα, ακόμα και δουλειές.
Αυτή η ανάρτηση δεν τους αφορά!
Άλλοι πάλι, παρά τους χίλιους τρόπους που μηχανεύονται, δεν καταφέρνουν ποτέ να είναι εκτός κρεβατιού πάνω από δέκα λεπτά πριν την ώρα που πρέπει να φύγουν. Πηδάνε πανικόβλητοι μέσα στο παντελόνι τους, ρίχνουν ένα βιαστικό νερό στη μούρη τους, φεύγουν σαν κυνηγημένοι, κάνουν το πρώτο τσιγάρο ξηροσφύρι στο αυτοκίνητο, κάνουν μάθημα πρώτη ώρα, στο διάλειμμα πρώτης προς δεύτερη βάζουν καφέ στην καφετιέρα, μέχρι να γίνει κάνουν το δεύτερο τσιγάρο ξηροσφύρι, εκείνη την ώρα χτυπάει το κουδούνι για μέσα, κάνουν δεύτερη ώρα μάθημα, και μόνο τότε, γύρω στις δέκα, πίνουν επιτέλους καφέ.
Αυτούς αφορά η ανάρτηση!
.
.
.
Πρόσφατα έμαθα ότι, εκτός από τους φούρνους με χρονοδιακόπτη, τα στερεοφωνικά με χρονοδιακόπτη και άλλες παρόμοιες συσκευές, υπάρχουν επίσης και σκέτοι χρονοδιακόπτες. Ο σκέτος χρονοδιακόπτης είναι σαν ένα μικρό πολύπριζο ή ταυ: έχει μια αρσενική πρίζα που μπαίνει στον τοίχο για να παίρνει ρεύμα, μία θηλυκή στην οποία συνδέεις κάποια άλλη ηλεκτρική συσκευή, αλλά επιπλέον και ένα σύστημα που δεν αφήνει να περνάει το ρεύμα εκτός από κάποιες ώρες που εσύ επιλέγεις.
Χρησιμοποιείται ως εξής:
1. Τον βάζεις στο δωμάτιό σου, στην πλησιέστερη προς το κρεβάτι σου πρίζα.
2. Τον ρυθμίζεις να δουλέψει δέκα λεπτά πριν το ξυπνητήρι.
3. Τον συνδέεις με μια καφετιέρα, φορτωμένη με νερό και καφέ και γυρισμένη στο ΟΝ.
4. Πέφτεις για ύπνο.
5. Ξυπνάς με έτοιμο φρέσκο καφέ στο κρεβάτι!
.
.
.
Ομάδα επιστημόνων του ΜΙΤ μελετά τη δυνατότητα επέκτασης των εφαρμογών του χρονοδιακόπτη, όπως π.χ. τη σύνδεσή του, εκτός από την καφετιέρα, και με τοστιέρα ή αυτόματο πορτοκαλοστίφτη.
.
Ο δικός μου κοστίζει μόλις 9 ευρώ!

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2009

ΓΛΩΣΣΑΜΥΝΤΟΡΙΚΑ

Δε συμπαθώ τις κινδυνολογίες. Το ότι η γλώσσα μας απειλείται είναι μία καραμέλα που ακούγεται από παλαιοτάτων χρόνων, και όμως η γλώσσα μας συνεχίζει την πορεία της αδιάφορη για τις δικές μας φοβίες.
Οι νέοι, αντί να μιλούν «σωστά» ελληνικά, μιλούν αργκό. Καλά κάνουν! Η αργκό των νέων μπορεί να είναι μία εκφραστικότατη γλωσσική μορφή, με δύναμη, χιούμορ και άποψη. Δεν οδηγεί σε λεξιπενία: αυτός είναι απλώς ο φόβος όσων θεωρούν λεξιπενία τη χρήση άλλου λεξιλογίου από αυτό που χρησιμοποιούν οι ίδιοι. Άλλωστε, πώς γίνεται εδώ και τόσες γενιές μόνο οι νέοι να μιλούν αργκό; Σε ποια ηλικία την εγκαταλείπει κανείς; Σε καμία, βέβαια. Και οι γέροι τη χρησιμοποιούν, απλώς δε θεωρείται πια αργκό. Εκφράσεις όπως «την πατήσαμε» ή «θα σ' τις βρέξω», απολύτως αποδεκτές και ενταγμένες στον κοινό νεοελληνικό προφορικό λόγο, αρχικά θα ήταν αργκό. Εφόσον πέρασαν τα χρόνια και δεν έπαψαν να λέγονται, αλλά ίσα ίσα γενικεύτηκε η χρήση τους, δε θεωρούνται πλέον καινούργιες, πρωτοφανείς, δεν ξενίζουν, δεν προκαλούν, άρα δεν είναι αργκό.
Οι νέοι χρησιμοποιούν πολλές αγγλικές λέξεις. Και πάλι, καλά κάνουν. Οι ξένες λέξεις χρησιμοποιούνται κυρίως για έννοιες που δεν υπήρχαν από παλιά στη γλώσσα μας (γιατί παλιά δεν υπήρχαν ολωσδιόλου), και που όταν μάθαμε την έννοια από κάποιον ξένο λαό την πήραμε μαζί με το ξένο της όνομα. Οι αρχαίοι έλληνες δεν ονόμαζαν το πισί «προσωπικό υπολογιστή», ούτε το ασανσέρ «ανελκυστήρα». Δεν τα ονόμαζαν τίποτε, γιατί δεν τα είχαν. Αν είναι κακό να χρησιμοποιούμε την ξένη λέξη, μήπως είναι κακό να χρησιμοποιούμε και το ξενόφερτο πράγμα; Πόσο παράφρων θα έπρεπε να είναι κανείς για να πει «Μη χρησιμοποιείτε ασανσέρ, ανεβείτε από τη σκάλα, γιατί το ασανσέρ δεν το εφεύρε Έλληνας»; Ε, ξένος το εφεύρε, ξένος το βάφτισε, κι εμείς το μάθαμε με το ξένο του όνομα. Όταν θυμόμαστε ότι τη «Φιλοσοφία» ή τη «Δημοκρατία» (για να χρησιμοποιήσω δύο από τα πιο βαρύγδουπα παραδείγματα) τις εφεύραν Έλληνες και οι ξένοι τις πήραν έτοιμες με το όνομά τους, η ίδια διαδικασία δεν ακολουθείται; Βέβαια, τότε οι Έλληνες βρίσκονταν στην κορυφή της παγκόσμιας πρωτοπορίας. Σήμερα που δε βρίσκονται, πιο πολύ καλό θα τους κάνει να ακολουθήσουν εκείνους που βρίσκονται παρά να μείνουν απέξω.
* * * * * * * *
Λεξιπενία δεν είναι να ξέρεις λίγες λέξεις. Πόσο μάλλον, δεν είναι το να ξέρεις άλλες λέξεις από αυτές που θα ήθελα εγώ. Λεξιπενία είναι η δυσκολία ή αδυναμία να εκφράσεις με σαφήνεια αυτό που έχεις κατά νου, με όλες του τις αποχρώσεις. Αν δεν μπορείς λ.χ. να ξεχωρίσεις μεταξύ τους έννοιες όπως εγωισμός, εγωκεντρισμός, αυταρχισμός, ναρκισσισμός, πληθωρικότητα, πλεονεξία, αυτό είναι λεξιπενία: αν δε γνωρίζεις όλες αυτές τις λέξεις και την ακριβή έννοια της καθεμιάς, τότε δε διακρίνεις και τις ίδιες τις έννοιες μεταξύ τους, και θεωρείς ότι όποιος θέτει τον εαυτό του στο κέντρο (το όποιο κέντρο), καθ' οιονδήποτε τρόπο, είναι γενικώς «εγωιστής». Αυτό είναι λεξιπενία.
Αναντίρρητα, αυτό είναι όντως ένα υπαρκτό φαινόμενο. Υπάρχουν άνθρωποι, αρκετοί, που δεν είναι σε θέση να κάνουν λεπτές εννοιολογικές διακρίσεις, και που ο λόγος τους είναι φτωχός και υστερεί σε διαύγεια. Αλλά, προσωπικά, δεν το θεωρώ ανησυχητικό. Πιστεύω ότι πάντοτε υπήρχαν τέτοιοι άνθρωποι. Αλλά πάντοτε υπήρχαν, όπως υπάρχουν και τώρα, και άλλοι που ο λόγος τους (και κατά συνέπεια και η σκέψη τους) ήταν καλλιεργημένος και λεπταίσθητος. Όπως σε κάθε άλλο πεδίο του ανθρώπινου πνεύματος, έτσι και στη γλώσσα η πρόοδος δε γίνεται από όλους μαζί αλλά από τους καλύτερους.
* * * * * * *
Ωστόσο, υπάρχουν κάποια σημεία στα οποία, ακόμη κι εγώ με τη γενικότερη αισιοδοξία μου, βλέπω τη γλωσσική μας καλλιέργεια να πάσχει.
Ως φιλόλογος σε σχολεία, παρατηρώ ότι είναι εντυπωσιακό το ποσοστό παιδιών που έχουν πρόβλημα με την ορθογραφία. Για την ακρίβεια, δε θυμάμαι να συνάντησα κάποιον μαθητή που να μην έχει κανένα απολύτως πρόβλημα με την ορθογραφία. Οι καλοί μαθητές κάνουν λίγα λάθη, οι κακοί τα κάνουν με το τσουβάλι. Και το πρόβλημα πολλών δεν περιορίζεται στο ότι δεν ξέρουν πώς γράφεται μία λέξη ή μία κατάληξη, ή ότι δεν έχουν συνειδητοποιήσει την κοινή ρίζα (που συνεπάγεται κοινή ορθογραφία) ανάμεσα σε δύο λέξεις. Υπάρχουν πολλοί που δεν ξέρουν καν ότι υπάρχει ορθογραφία: δε θεωρούν ότι κάθε λέξη έχει συγκεκριμένο τρόπο που γράφεται, αλλά πιστεύουν ότι όλες οι ομόηχες γραφές είναι ισοδύναμες. Σε συνειδητό επίπεδο βέβαια δε γυρίζει κανείς να πει έτσι άμεσα ότι πιστεύει κάτι τέτοιο, στην πράξη όμως, από σειρά σε σειρά του γραπτού τους εναλλάσσουν με άνεση διαφορετικές γραφές της ίδιας λέξης.
Δεν ξέρω από πού ξεκινάει αυτό το πρόβλημα. Τώρα που δουλεύω σε Λύκειο, βλέπω ότι ελάχιστα πράγματα προλαβαίνω να κάνω για να βοηθήσω παιδιά που έχουν τόσο παγιωμένες συνήθειες (με άλλα λόγια, φταίει το Γυμνάσιο). Μέχρι πέρσι, που ήμουν σε Γυμνάσιο, υπήρχε ένα κάπως μεγαλύτερο περιθώριο, αλλά και πάλι για πολλά παιδιά ήταν αργά (ήτοι, έφταιγε το Δημοτικό). Υποθέτω ότι αν ήμουν δάσκαλος σε Δημοτικό θα έβρισκα πάλι κάποιον τρόπο να ρίξω το φταίξιμο στο Νηπιαγωγείο, και αν ήμουν νηπιαγωγός θα έφταιγαν οι γονείς. Σίγουρα υπάρχει κάποιο λάθος στο εκπαιδευτικό μας σύστημα, και, ακόμη κι αν κατά βάθος φταίνε όντως οι γονείς ή η κοινωνία ή η παγκοσμιοποίηση ή κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο, το σχολείο είναι αυτό που κατ' εξοχήν είναι αρμόδιο να λύσει το πρόβλημα. Αλλά δεν έχω βρει ακόμη τη λύση. Μόλις τη βρω θα σας την ανακοινώσω και όλα μας τα προβλήματα θα λυθούν.
* * * * * * *
Προς το παρόν, θα αρκεστώ να επισημάνω κάποιες επιμέρους πτυχές της δημιουργίας του προβλήματος που έχω σκεφτεί.
Μία από αυτές είναι τα γκρίκλις. Πολύ συχνά, σε διάφορες μορφές ηλεκτρονικής αλληλογραφίας (μηνύματα κινητού, διαδικτυακά φόρουμ, μέιλ κλπ.) η ελληνική γλώσσα γράφεται με το λατινικό αλφάβητο. Αυτό από μόνο του δε θα το θεωρούσα πρόβλημα. Το λατινικό αλφάβητο, με πολλές και ποικίλες μικροπαραλλαγές και προσαρμογές, χρησιμοποιείται κατά τρόπο απολύτως επαρκή για δεκάδες, πιθανώς εκατοντάδες γλώσσες. Ασφαλώς και δε θα αποδεχόμουν με χαρά την αντικατάσταση του ελληνικού αλφαβήτου από το λατινικό. Αλλά το να δαιμονοποιούμε το ξενόφερτο έναντι του πατροπαράδοτου είναι μια αντίδραση καθαρά συναισθηματική. Θα ήθελα να αναφέρω ενδεικτικά δύο μόνο περιπτώσεις, όπου στη μία η αντικατάσταση του πατροπαράδοτου από το ξενόφερτο δε δημιούργησε προβλήματα και στην άλλη έδωσε και λύσεις: πρόκειται για τη σερβοκροατική και την τουρκική γραφή.
Η σερβοκροατική γλώσσα είναι η κοινή γλώσσα που μιλούν οι Σέρβοι και οι Κροάτες. Πέρα από κάποιες μικροδιαφορές στο λεξιλόγιο και ίσως και στη γραμματική, που δεν επαρκούν ούτε καν για να μιλάμε για διαφορετικές διαλέκτους, βασικά κανείς δεν αμφισβητεί ότι πρόκειται για μία ενιαία γλώσσα. Όμως οι Σέρβοι, όπως οι περισσότεροι Ορθόδοξοι Σλάβοι, τη γράφουν με το κυριλλικό αλφάβητο, ενώ οι Κροάτες, όπως οι περισσότεροι Καθολικοί Σλάβοι, με το λατινικό. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε ειδικές προσαρμογές των αλφαβήτων: το σερβικό κυριλλικό αλφάβητο δεν ταυτίζεται απόλυτα με το ρωσικό ή το βουλγαρικό, έχει κάποιες διαφοροποιήσεις που ακολουθούν τις φωνητικές ιδιαιτερότητες της σερβοκροατικής γλώσσας. Και το κροατικό λατινικό αλφάβητο με τη σειρά του, χρησιμοποιώντας κάποια ειδικά επιπλέον σύμβολα, μοιάζει με το τσέχικο ή άλλα σλαβικά αλφάβητα αλλά και πάλι είναι προσαρμοσμένο στον ιδιαίτερο χαρακτήρα της γλώσσας. Το σημαντικό όμως είναι ότι υπάρχει απόλυτη αντιστοιχία μεταξύ των δύο, όπως και ανάμεσα στο καθένα από αυτά και στο πώς προφέρεται η γλώσσα. Κανένα από τα δύο δεν είναι πιο πιστό, πιο ακριβές ή πιο εύκολο από το άλλο. Ξέροντας κανείς τη γλώσσα με τη μία γραφή, αρκεί να αφιερώσει μερικές ώρες για να μάθει το σχήμα των γραμμάτων της άλλης γραφής και την έχει ήδη μάθει στην εντέλεια.
Ως προς τα Τουρκικά: εκ παραδόσεως γράφονταν με την αραβική γραφή, η οποία υποθέτω ότι εισήχθη μαζί με το Ισλάμ. Η αραβική γραφή, πέρα από τις αντικειμενικές δυσκολίες που έχει ούτως ή άλλως, επιπλέον είναι φτιαγμένη βάσει μιας παράδοσης που στηρίζεται στην αραβική γλώσσα, όχι την τουρκική. Δεν έχει την εγγενή ευελιξία του λατινικού. Το αποτέλεσμα ήταν ότι απέδιδε την τουρκική γλώσσα τόσο υπαινικτικά, υπήρχαν τόσες λεπτομέρειες που ο αναγνώστης όφειλε να συμπληρώσει μόνος του, ώστε ήταν υπερβολικά δύσκολη στην εκμάθηση. Έτσι, επί οθωμανικής αυτοκρατορίας εγγράμματοι ήσαν σχεδόν μόνο αυτοί που η γραφή ήταν η δουλειά τους: δασκάλοι, γραμματικοί, ανώτερο ιερατείο κλπ.. Πέρα από αυτούς, ένα ολόκληρο έθνος ήταν καταδικασμένο στην αμάθεια. Λες και μιλάμε για την αρχαία Αίγυπτο! Όταν λοιπόν ο Κεμάλ εισήγαγε τη λατινική γραφή, έκανε κάτι πολύ παραπάνω από μία απλή συμβολική κίνηση εξευρωπαϊσμού και ρήξης με την παράδοση: με βάση τον απλό κανόνα «κάθε γράμμα ένας φθόγγος - κάθε φθόγγος ένα γράμμα», κατέστησε τη γραφή προσιτή στον καθένα.
Όλα αυτά για να υποστηρίξω ότι το λατινικό αλφάβητο δεν είναι αφ' εαυτού κακό. Τα γκρίκλις όμως είναι!
Το πρόβλημα με τα γκρίκλις είναι ότι δεν έχουν μια συγκεκριμένη, κοινά αποδεκτή αντιστοιχία με το ελληνικό αλφάβητο. Το «ω» άλλοι το γράφουν με το λατινικό «ο», επειδή έτσι προφέρεται, άλλοι με «w» που είναι οπτικά πλησιέστερο. Αντίστοιχα το «η» άλλοι το γράφουν «i» και άλλοι «h». Για το «ξ» υπάρχουν τρεις εκδοχές: είτε «ks», η καθαρά φωνητική μεταγραφή, είτε «x», που είναι το παραδοσιακά αντίστοιχο γράμμα, είτε «3» (τρία), που μοιάζει οπτικά. Το «ks» και το «3» επιλέγονται από εκείνους που φυλάν το λατινικό «x» για να μεταγράψουν το ελληνικό «χ». Και πάει λέγοντας... Έτσι, η απλή λέξη «έξω» μπορεί να γράφεται: exw, exo, eksw, ekso, e3o, e3w. Αλλά στις δύο πρώτες περιπτώσεις μπορεί τελικά να μην είναι «έξω» αλλά «έχω»!
Πού οδηγεί αυτό; Νομιμοποιεί την εντύπωση ότι μια λέξη δεν έχει συγκεκριμένη γραφή, δεν αντιστοιχεί σε μία και μοναδική εικόνα, μπορεί να γράφεται όπως να 'ναι. Άντε να διαβάζεις ένα φόρουμ, όπου ο καθένας στην ιδανική περίπτωση χρησιμοποιεί τα δικά του γκρίκλις αλλά στην πράξη, συνήθως, όλους τους κώδικες εναλλάξ και αδιακρίτως, και μετά, επιστρέφοντας στο ελληνικό αλφάβητο, να πρέπει να γράψεις «συνειδητοποίηση» ή «εισιτήριο».



Δεν έχω καταλάβει πώς επικράτησαν τα γκρίκλις. Πάντως, όχι για ευκολία. Είναι δυνατόν, κάποιος που ξέρει να κινηθεί στο ίντερνετ, να μην ξέρει πώς γυρίζουμε σε ελληνική γραμματοσειρά; Ή θεωρείται πιο εύκολο να διαβάσεις τις έξι διαφορετικές γκρίκλις γραφές του «έξω» από τη μία και μοναδική ελληνική; Βέβαια, με λίγη εξάσκηση (e3askhsh!) εξοικειώνεσαι, και λησμονείς ότι είναι δύσκολο. Και επιπλέον, η ευκολία του να γράφεις όπως λάχει κάνει λιγότερο εμφανή τη δυσκολία του να διαβάζεις όταν ο άλλος γράφει όπως λάχει.
* * * * * * *
Έτσι λοιπόν καταστρατηγείται η ορθογραφία. Και χάνοντας την ορθογραφία συσκοτίζονται οι σχέσεις μεταξύ των λέξεων, και συνακόλουθα φτωχαίνει η γλώσσα μας, και άρα και η σκέψη μας. Διότι μπορεί η ελληνική γλώσσα να έχει δεν ξέρω πόσα εκατομμύρια λέξεις, αλλά κανένα μυαλό δε φτάνει για να τις απομνημονεύσει όλες. Ξέρουμε μερικές βασικές λέξεις και μερικούς κανόνες παραγωγής, και τις υπόλοιπες τις καταλαβαίνουμε επειδή καταλαβαίνουμε από πού βγαίνουν. Αν γράφουμε έτσι ώστε να χάνεται η ετυμολογική διαφάνεια, θα καταλήξουμε να χρειαζόμαστε ένα ξεχωριστό κουτάκι του μυαλού μας για κάθε μία λέξη. Και τα κουτάκια θα γεμίσουν πολύ πριν τις χωρέσουμε όλες! Ιδίως σήμερα, που οι ρυθμοί των εξελίξεων οδηγούν στη ραγδαία δημιουργία νέων λέξεων, και ιδίως ξένων -άρα, εξ ορισμού, ετυμολογικά αδιαφανών.
* * *
* * * * * * * * *
* * *
Ένα άλλο πρόβλημα είναι το εξής: τη γλώσσα ξεκινάμε βέβαια να τη μαθαίνουμε μωρά στο σπίτι μας, αλλά εξακολουθούμε να τη μαθαίνουμε για πολλά χρόνια ακόμη. Συνεπώς στη διαμόρφωσή της επηρεαζόμαστε όχι μόνο από το οικογενειακό μας περιβάλλον και, μετά, στο σχολείο, από τους δασκάλους, αλλά και από τον καθένα που ακούμε, ακόμη και τους συνομηλίκους μας. Συμβαίνει λοιπόν σήμερα, ένα μεγάλο ποσοστό των ελληνικών που ακούει ένα παιδί να προέρχεται από ανθρώπους που τα ελληνικά δεν είναι η μητρική τους γλώσσα. Αφήνουμε κατά μέρος το πρόβλημα του μετανάστη που στο σπίτι του μιλάει μία γλώσσα που δεν τη διδάσκεται ποτέ και στην υπόλοιπη ζωή του μιλάει ελληνικά, που τα διδάσκεται μεν αλλά δεν είναι η μητρική του γλώσσα. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν μια τραγική μοίρα: εκτός από κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις, συνήθως καταδικάζονται να είναι άγλωσσοι και να μην το συνειδητοποιήσουν και ποτέ. Πέρα από αυτούς όμως: ποια θα είναι η μητρική γλώσσα του παιδιού π.χ. μιας Αιγύπτιας και ενός Αλβανού, που συνεννοούνται μεταξύ τους σε σπαστά ελληνικά; Τα σπαστά ελληνικά! Έστω μια τάξη νηπιαγωγείου με είκοσι παιδάκια, που ανά ένα ή ανά δύο είναι Ελληνόπουλα, Αλβανάκια, Βουλγαρόπουλα, Φιλιππινεζάκια, Κινεζάκια, Ρουμανόπουλα, Πακιστανάκια κλπ. Η δασκάλα μιλάει βέβαια ελληνικά, αλλά δεν επηρεάζονται μόνο από τη δασκάλα αλλά και μεταξύ τους. Τι γλωσσική παιδεία θα αποκομίσουν από κει μέσα; Ή, τι θα μάθει να μιλάει ένα ξένο παιδάκι που γεννήθηκε στην Ελλάδα, και έμαθε από μικρό τα ελληνικά, αλλά τα αδέλφια του (με τα οποία είναι πολύ πιθανόν ότι θα καταλήξει να μιλάει [και] ελληνικά) γεννήθηκαν στην πατρίδα και τα ελληνικά τα έμαθαν μεγαλύτερα;
* * * * *
Η ιστορία έχει να επιδείξει και άλλες περιόδους όπου συνέβαιναν αυτά. Τέτοια ελληνικά μάθαιναν και στην αυτοκρατορία του Μεγαλέξαντρου, και το αποτέλεσμα ήταν ότι αφενός χάθηκαν οι αρχαίες διάλεκτοι, με όλη την ιδιαίτερη καλλιέργεια που τους είχαν επιφέρει οι στοχαστές και συγγραφείς των παλιότερων αιώνων (οι οποίοι, προσοχή: ζούσαν σε μικρές πόλεις κράτη, όχι σε αυτοκρατορίες!), αφετέρου δημιουργήθηκε μία κοινή γλώσσα, κατανοητή από όλους και πρόδρομος της σημερινής ελληνικής. Τέτοια λατινικά μάθαιναν και στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, με το αντίθετο αποτέλεσμα: να σπάσει η γλώσσα σε ιδιώματα, στη συνέχεια σε διαλέκτους, και, προϊούσης της διαφοροποιήσεως των διαλέκτων, να φτάσουμε στα σημερινά Ιταλικά, Γαλλικά, Ρουμάνικα, Προβηγκιανά, Ισπανικά, Πορτογαλικά κλπ..
Μόνο που η σημερινή Ελλάδα δεν είναι αυτοκρατορία. Και, επιπλέον, ζούμε σε μια εποχή όπου η επίσημη εκπαίδευση, όσα κι αν είναι τα επιμέρους προβλήματά της, υπάρχει ως θεσμός και είναι απείρως πιο καθιερωμένη απ' ότι επί Μεγαλέξαντρου ή επί Ρωμαίων. Άρα, επανέρχομαι σ' αυτό που είχα πει και πιο πάνω, το σχολείο είναι που πρέπει να επωμιστεί τη λύση του προβλήματος.
* * * * *
Για να λυθεί ένα πρόβλημα πρέπει πρώτα να οριστεί με ακρίβεια. Νομίζω ότι με βάση τα παραπάνω, το πρόβλημά μας είναι ότι η συνύπαρξη και επαφή πολλών γλωσσικών κωδίκων (αφενός λόγω της παγκοσμιοποίησης της πληροφορίας και αφετέρου λόγω των μεταναστών), αντί να οδηγεί σε εμπλουτισμό του καθενός από αυτούς, αντίθετα τους φτωχαίνει. Οι Αλβανοί της Ελλάδας μαθαίνουν φτωχά Ελληνικά και ακόμη φτωχότερα ή και καθόλου Αλβανικά, και οι Έλληνες μαθαίνουν περίπου τα ίδια Ελληνικά και τέρμα. Μήπως θα έπρεπε να δοθεί κάποιο βάρος στην εκμάθηση της μητρικής γλώσσας των μεταναστών; Σκέφτομαι ότι, αν ο Αλβανός που στο σπίτι του ακούει από την πρώτη στιγμή Αλβανικά, επιπλέον τα διδαχτεί και με τρόπο συστηματικό, ίσως η σχέση του με τα Ελληνικά ξεφύγει από το «πώς το λέτε εσείς εδώ γιατί ξέχασα πώς το λέγαμε εμείς εκεί». Η καλή, γερή γνώση μιας γλώσσας διευκολύνει την εκμάθηση μιας δεύτερης ως ξένης. Ενώ έτσι όπως είναι σήμερα τα πράγματα, πολλά μεταναστόπουλα ξέρουν όλες τις γλώσσες μόνο σαν ξένες. Δε θα μπορούσε άραγε να μπει στο Δημοτικό μία υποχρεωτική δεύτερη γλώσσα, η οποία για μεν τους καθαρούς Αλβανούς, Αιγυπτίους κλπ. θα είναι αντίστοιχα η Αλβανική ή η Αραβική κλπ., για τα παιδιά μικτών γάμων μία από τις δύο γλώσσες των γονέων, και για τα Ελληνόπουλα μία οποιαδήποτε κατ' επιλογήν; (Στο κάτω κάτω, κι αν δεν ωφελήσει, τι θα βλάψει να μάθουμε μερικά Αλβανικά;) Είναι βέβαιον ότι μέσα στις στρατιές των μεταναστών που εδώ είναι εργάτες, κάποιοι στις χώρες τους θα ήταν δασκάλοι ή φιλόλογοι και θα μπορούν να επιστρατευτούν για να διδάξουν.
Βέβαια αυτό δε λύνει το πρόβλημα του ανορθόγραφου και λεξιπένητος καθαρού Ελληνόπουλου. Αυτό το Ελληνόπουλο είναι βέβαιον ότι, πέρα από την επαφή του με γκρίκλις μηνύματα και με ξένους που δε μιλάνε καλά ελληνικά, κυρίως έχει δεχτεί μία λειψή γλωσσική εκπαίδευση. Γιατί αυτή είναι λειψή; Δεν ξέρω, δεν έχω δει τι γίνεται μέσα στα Νηπιαγωγεία και τα Δημοτικά. Ίσως τους φταίει που έχουν αυξηθεί τα γνωστικά αντικείμενα. Ήδη στο Γυμνάσιο υπάρχουν ένα σωρό μαθήματα που στον καιρό μου δεν υπήρχαν: πληροφορική, τεχνολογία, δεύτερη ξένη γλώσσα... Και αυτά είναι απαραίτητα, δεν μπορούμε να τα διώξουμε, αλλά και το μυαλό και ο χρόνος έχουν όρια. Άρα, θέλει μέθοδο. Ποια μέθοδο;
...Δεν ξέρω. Αν ήξερα, δε θα 'μουν εδώ. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι δε θα πρέπει ποτέ να πούμε «η ελληνική γλώσσα είναι πολύ δύσκολη, ας την απλουστεύσουμε». Ριζικές μεταβολές, όπως π.χ. η αλλαγή του αλφαβήτου, θα έθεταν στο περιθώριο όλους όσοι έχουν μάθει τη γλώσσα στην παρούσα της μορφή (και φυσικά, και όλα τα βιβλία που έχουν ήδη τυπωθεί). Με την εισαγωγή της Δημοτικής (που δεν ήταν «απλούστευση», αλλά ένας αναγκαίος εκσυγχρονισμός) και του μονοτονικού και την εμπέδωσή τους, η επίσημη μορφή της γλώσσας μας έχει φτάσει σε ένα σημείο που πολλοί την έχουν μάθει πλέον πολύ καλά, και την καλλιεργούν παράγοντας λόγο, επικοινωνία, σκέψη και τέχνη. Όσο αυτό υπάρχει, μπορεί και να συνεχίσει να υπάρχει. Το θέμα μας είναι πώς αυτό θα το μεταδώσουμε στις νέες γενιές, όχι πώς θα τους μεταδώσουμε κάτι οτιδήποτε. Δε μεταδίδεται πιο εύκολα κάτι που μπορεί να είναι μεν απλούστερο, αλλά ο διδάσκων δεν το έχει διδαχθεί και καλλιεργήσει ο ίδιος.
Πέραν αυτών των γενικοτήτων, δεν καταλήγω πουθενά. Απλώς καταθέτω τις σκέψεις μου.
Σας ευχαριστώ.