ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...

Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2011

ΠΕΡΙ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 8

1η Αυγούστου 2011:
Πορεία στο Δημαρχείο

Σύμφωνα με απόφαση της χτεσινής Συνέλευσης, έγινε σήμερα πορεία από το Σύνταγμα προς το Δημαρχείο για να διαμαρτυρηθούμε για το ξήλωμα των σκηνών. Δε συνέβη τίποτε συγκλονιστικό: συγκεντρωθήκαμε με πανώ και τύμπανα, περπατήσαμε φωνάζοντας συνθήματα, σταματήσαμε για όχι πολλή ώρα έξω από το Δημαρχείο, επιστρέψαμε στην πλατεία, και εκεί στήθηκε η σημερινή Συνέλευση που ξεκίνησε μετά από λίγη ώρα. Όλη η πορεία πρέπει να κράτησε γύρω στη μιάμιση ώρα, το δε πλήθος διάβασα κάπου ότι ήταν γύρω στα 250 άτομα και μου φαίνεται σωστή προσέγγιση.
Η είσοδος του Δημαρχείου φυλασσόταν από μερικά ΜΑΤ. Ίσως μισή διμοιρία. Αργότερα, επιστρέφοντας στο Σύνταγμα, ενώ ήμασταν στη Σταδίου και κοντεύαμε την πλατεία, ξεπρόβαλαν δυο κλούβες μπροστά μας και παρατάχτηκαν κάμποσα ΜΑΤ ακόμη. Κοίταγα τις φάτσες τους και έχω την εντύπωση, χωρίς να παίρνω όρκο, πως ήταν οι ίδιοι! Όταν τελικά φτάσαμε στην πλατεία, και πριν κατέβουμε για τη συνέλευση σταθήκαμε λίγο στην Αμαλίας, είχε πάλι ΜΑΤ και νομίζω ότι και πάλι ήταν οι ίδιοι. Είναι συμπαθητικό. Σε λίγο θα πιάσουμε φιλίες και κουβέντες, που θα τις συνεχίζουμε σε κάθε στάση.

Φυσικά ήμασταν λίγοι. Εδώ και καιρό είμαστε πάντα λίγοι, και αν σήμερα, που ήταν ένα ιδιαίτερο κάλεσμα, ισχύει η εκτίμηση για 250 άτομα, στις απλές καθημερινές προφανώς είμαστε ακόμη λιγότεροι.
Όμως:
Στη συνέλευση της προηγουμένης είχε συζητηθεί το δρομολόγιο της πορείας, και είχαν προταθεί διάφορες ιδέες, όλες με κριτήριο το πού θα βρίσκαμε περισσότερο κόσμο είτε για να ενωθεί κανείς μαζί μας είτε τουλάχιστον για να γίνουμε αντιληπτοί. Επιλέχτηκε η διαδρομή που, κατά την εκτίμηση της πλειοψηφίας, θα κάλυπτε καλύτερα αυτό το κριτήριο. Συγκεκριμένα πήγαμε από Ερμού - Μοναστηράκι - Αθηνάς και γυρίσαμε από Ομόνοια - Σταδίου. Ε λοιπόν, ούτε στο πήγαινε, που θα είχε τουρίστες και καφεπότες, ούτε στο έλα, που θα είχε αυτοκίνητα και περαστικούς, δε συναντήσαμε ούτε γάτα. Έμοιαζε λες και ήταν στημένο, να απομακρύνουν τους πολίτες από όπου θα περνάγαμε! Αλλά δεν ήταν στημένο φυσικά.
Επιστρέφοντας στην πλατεία, λίγο αργότερα κατά τη διάρκεια της Συνέλευσης, συνάντησα ένα ζευγάρι φίλους από επαρχία που είχαν μόλις έρθει. Μου είπαν για μια βόλτα που έκαναν σε άλλες περιοχές του κέντρου, και έμειναν έκπληκτοι (δυσάρεστα έκπληκτοι) από την ερημιά: χολέρα έπεσε; με ρώτησαν. Δεν είχε λεωφορεία, δεν είχε τρόλεϊ, κατεβασμένα ρολά, και δεν είχε και περαστικούς. Βέβαια είναι Δευτέρα απόγευμα (κλειστά μαγαζιά) και είναι και κατακαλόκαιρο, αλλά και τα παιδιά από την πλευρά τους ξέρουν από Αθήνα, είχαν μια ιδέα τι να περιμένουν τέτοια μέρα και ώρα, και όμως αιφνιδιάστηκαν.
Δεν ξέρω πού έχει πάει όλος ο κόσμος. Λεφτά δεν έχουμε, άρα διακοπές δεν πάμε. (...) Να κάθονται σπίτια τους να απολαύσουν τη ζέστη; Να τους απήγαγαν εξωγήινοι; Να συνέβη κάποιο τρομερό γεγονός την ώρα της πορείας που δεν το 'μαθα; Πάντως το θέμα είναι ότι αν η Αθήνα είναι τόσο έρημη, ίσως τελικά 250 άτομα για πορεία και μετά συνέλευση δεν είναι και τόσο λίγα.
Μ' αυτή τη σκέψη αναθάρρησα.

ΠΕΡΙ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 7

Γ. Καμίνης - Το ξήλωμα των σκηνών από την πλατεία

Πολύ αργά τη νύχτα Παρασκευής 29 προς Σάββατο 30 Αυγούστου 2011 συνεργεία του Δήμου Αθηναίων, με τη βοήθεια των ΜΑΤ και κατ' εντολή του δημάρχου, σήκωσαν από την πλατεία Συντάγματος όλες τις σκηνές και τα πανώ.
Στις σκηνές, εκτός από ανθρώπους, στεγάζονταν τα οιονεί γραφεία των διάφορων ομάδων. Υπήρχε σκηνή-γραμματεία, σκηνή-ιατρείο, κλπ. Δε γνωρίζω τι απέγιναν οι σκηνές και τα υλικά που υπήρχαν μέσα. Επιδόθηκαν στους νόμιμους κατόχους;
Ο δήμαρχος Αθηναίων Γ. Καμίνης είχε δηλώσει ότι στο Σύνταγμα δεν έχουν απομείνει παρά μερικοί περιθωριακοί, πρεζάκηδες κλπ., που η παρουσία τους και η παρουσία των σκηνών τους δεν είχε καμία σχέση με το νόμιμο δικαίωμα του συναθροίζεσθαι. Θέλησε λοιπόν να καθαρίσει την πλατεία από αυτούς. Προσωπικά δε νομίζω ότι στις γραμματείες και τα ιατρεία στεγάζονταν πρεζάκηδες. Φυσικά δε χρειάζεται να επαναλάβω κι εγώ μαζί με τόσους άλλους ότι σε δεκάδες άλλες πλατείες, όπως η ακόμη κεντρικότερη πλατεία Ομονοίας, υπάρχουν περιθωριακοί και πρεζάκηδες που δεν κρύβονται σε σκηνές και που δεν απομακρύνθηκαν.
Συνεπώς το επιχείρημα του δημάρχου (λες και χρειαζόταν να επιχειρηματολογήσει, αφού έτσι κι αλλιώς μόνος του αποφάσισε -τα επιχειρήματα έχουν κάποια χρησιμότητα μόνο σε περίπτωση διαλόγου) δεν πείθει. Αλλά λέμε, δεν πείθει καθόλου. Θα μπορούσε να σκεφτεί κάτι που να στέκει κάπως καλύτερα, αλλά δεν το έκανε. Γιατί;

Γιατί ο δήμαρχος είναι μαζί μας. Κι αν ακόμη δεν είναι, ωστόσο για μας δουλεύει. Προσέξτε:
Ο δήμαρχος διαπίστωσε ότι όσο δραστικότερα ήταν τα μέτρα της κρατικής καταστολής, τόσο πιο πολλοί και πιο αποφασισμένοι ήμασταν. Τις μέρες που στη Β. Σοφίας η αστυνομία ύψωσε το σιδηρόφρακτο τείχος, μαζεύτηκαν εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές. Όταν έπεσαν τα χημικά στην πλατεία, ο κάθε διαδηλωτής πολλές φορές έφυγε αναζητώντας κάπου παραπέρα καθαρό αέρα, κι όμως κάθε φορά ξαναγύρναγε στην πλατεία. Αντίθετα, όσο οι αρχές δε μας έδιναν σημασία, κι εμείς ατονούσαμε και χαλαρώναμε. Όταν η πλατεία Αγνώστου Στρατιώτη άνοιξε, και τα κάγκελα και τα ΜΑΤ που απέκλειαν την πρόσβαση απομακρύνθηκαν, οι «Αγανακτισμένοι» της πάνω πλατείας που μέχρι τότε συγκεντρώνονταν ακριβώς εκεί με συνθήματα, πανώ, τύμπανα και μούντζες, ξαφνικά δεν είχαν πού να πάνε και έσπασαν. Σήμερα είχε καμιά τριανταριά άτομα εκεί όλα κι όλα, που απλώς κάθονταν στο πεζούλι.
Ο δήμαρχος λοιπόν είδε ότι χρειαζόμαστε κάποια ερεθίσματα για να τονώνεται το ηθικό, η αποφασιστικότητα και η ενότητά μας. Ότι χρειαζόμαστε να μας δίνει έναν ορατό στόχο ο εχθρός για να μην ξεχνιόμαστε. Και προσφέρθηκε να καλύψει ο ίδιος αυτό το κενό. Έτσι, όχι μόνο ξερίζωσε τις σκηνές, αλλά προσέθεσε και μια σειρά καλομελετημένες λεπτομέρειες:
-το αποφάσισε πραξικοπηματικά
-το έκανε νύχτα σαν κλέφτης
-το έκανε σε εποχή που ο κόσμος της πλατείας είχε αραιώσει, σαν κλέφτης και πάλι (που χτυπάει στην Αθήνα το 15αύγουστο και στα εξοχικά το καταχείμωνο)
-το έκανε με συνοδεία ΜΑΤ
-το στήριξε σε καταφανώς αστήρικτη λογική.
Είναι φανερό ότι προσπάθησε συνειδητά να είναι όσο πιο προκλητικός μπορούσε: σου λέει, αν δε φτάσει η μία πρόκληση, ας υπάρχει εφεδρικά και μια δεύτερη και μια τρίτη. Τι στο διάβολο, στο τέλος θα ξυπνήσουν.
Το ίδιο είχαν κάνει στις 24 Μαΐου οι Ισπανοί Αγανακτισμένοι, με το περίφημο πανώ «Ησυχία μην ξυπνήσουμε τους Έλληνες», εξ αφορμής του οποίου ξεκίνησε ολόκληρο το κίνημα. Θυμάμαι καθαρά ότι την πρώτη μέρα, ίσως και τη δεύτερη, αυτό μάς είχε τσούξει. Ποιοι στο διάλο είναι αυτοί που θα μας την πουν; Φυσικά όταν είδαμε το αποτέλεσμα αυτού του εναύσματος αλλάξαμε γνώμη.
Έτσι και με τον δήμαρχο. Θέλω προσωπικά και εκ μέρους όλης της πλατείας να τον ευχαριστήσω. Σ' αυτόν οφείλω το ότι σήμερα ήμουν πάλι στο Σύνταγμα. Χτες, που από το πρωί μέχρι τις 9 το βράδυ ήμουν στο δρόμο της επιστροφής από ταξίδι και δεν μπόρεσα να πάω, πήγαν άλλοι, περισσότεροι. Κι αυτοί στο δήμαρχο το χρωστούν. Να 'ναι καλά ο άνθρωπος.

Γενικές σκέψεις για τα τεκταινόμενα

Μέσα στην πλατεία, στις συνελεύσεις, έχω ακούσει του κόσμου τις πίπες. Έξω από την πλατεία, σε ιδιωτικές συζητήσεις μεταξύ ατόμων που έχουν συστηματική και συνεπή παρουσία στην πλατεία, έχω ακούσει πολύ πιο ενδιαφέρουσες και σοβαρές γνώμες. Τέλος, στη συναναστροφή μου με άτομα που δεν έχουν καμία συμμετοχή στο κίνημα, διαπιστώνω ότι δεν έχουν ιδέα τι γίνεται αλλά δεν τους πολυενδιαφέρει κιόλας: δε συμμερίζονται τη γνώμη μου ότι στις πλατείες γίνεται κάτι κοσμοϊστορικό.
Αυτά τα τρία είναι αντιφατικά. Φυσικά αντιλαμβάνομαι ότι και μόνο η προσωπική μου εκτίμηση είναι από μόνη της αντιφατική: πόσο κοσμοϊστορικό μπορεί να είναι το ότι λέγονται ένα σωρό πίπες;
Και όμως, όλες οι αντιφάσεις πρέπει να έχουν κάποια εξήγηση. Ας ξεκινήσουμε από την πρώτη: άτομα από το ίδιο σύνολο, τους ανθρώπους της πλατείας, σκέφτονται και εκφράζονται πιο συγκροτημένα στην παρέα παρά στο δημόσιο βήμα. Έτσι από το δημόσιο βήμα λέγονται πράγματα που δίνουν την εικόνα ότι στην πλατεία συγκεντρώνονται άνθρωποι χωρίς συγκροτημένη άποψη, ενώ στις ιδιωτικές συζητήσεις δίνεται ακριβώς η αντίθετη εικόνα.
Ίσως αυτοί με την πιο συγκροτημένη άποψη δε σηκώνονται στο βήμα. Γιατί όμως; Ίσως επειδή ακριβώς έχουν πιο συγκροτημένη άποψη. Η πλατεία προσπαθεί να λειτουργήσει αμεσοδημοκρατικά. Δίνει λοιπόν στον καθένα το δικαίωμα να εκφραστεί και να θέσει τις απόψεις του στην κρίση της συνέλευσης. Δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω ότι όλοι όσοι παίρνουν το λόγο προσπαθούν για το καλύτερο. Αν όμως εγώ θέλω να γίνει το καλύτερο, παναπεί ότι θέλω να γίνει αυτό που νομίζω καλύτερο. Άρα θέλω να πω οπωσδήποτε τη γνώμη μου. Επειδή είμαι πολιτισμένος και δημοκράτης, δε θα προσπαθήσω να την επιβάλω σε κανέναν (αν και οπωσδήποτε αν εγκριθεί θα νοιώσω κολακευμένος). Τουλάχιστον όμως θα κάνω ό,τι μπορώ για να της δοθεί μια ευκαιρία. Δε θ' αφήσω το δικαίωμά μου σε ενάμιση λεπτό δημόσιου λόγου να πάει χαμένο.
Άρα τελικά στη σκέψη μου δεν πρυτανεύει το κοινό καλό αλλά ο εγωισμός. Ο εγωισμός φοράει πολλές παραπλανητικές μεταμφιέσεις: σπάνια θα ακούσουμε κάποιον να λέει «θα γίνει το δικό μου» έτσι απερίφραστα, και όμως πάρα πολύ συχνά φερόμαστε κατά τρόπο εγωιστικό χωρίς ούτε οι ίδιοι να το αντιλαμβανόμαστε.
Συνεπώς με κάτι τέτοια δεν υπηρετούμε το κοινό καλό, και άρα τελικά δε λειτουργούμε και τόσο δημοκρατικά. Πού είναι το πρόβλημα; Όχι στο πλαίσιο λειτουργίας. Εξυπακούεται ότι το δικαίωμα να ακουστούν όλοι πρέπει να παραμείνει αναμφισβήτητο. Πρέπει όμως ο καθένας να έχει και κάτι ουσιαστικό να πει, πέρα από το κοντό του και το μακρύ του. Και αν δεν έχει, να το κρίνει από μόνος του από πριν, και τελικά να μην πάρει το λόγο. Το πρόβλημα λοιπόν είναι η χαμηλή αυτοκριτική και αυτοπειθαρχία.
Οι έχοντες πιο συγκροτημένη άποψη είναι πιθανόν να μην έχουν αυτό το πρόβλημα: έχουν συγκροτημένη άποψη επειδή έχουν την απαιτούμενη παιδεία ώστε να τη διαμορφώσουν. Σ' αυτή την παιδεία περιλαμβάνεται και η αυτοκριτική και η αυτοπειθαρχία. Μιλάμε για άτομα που είναι σε θέση να σκεφτούν «δε θα χαλάσει ο κόσμος αν δεν προσθέσω κι εγώ την αποψάρα μου στην ατελείωτη συλλογή από αποψάρες». Την ικανότητά τους να σκέφτονται συγκροτημένα δεν την τσιγκουνεύονται, δεν τη στερούν από τον κοινό αγώνα, απλώς την αξιοποιούν στη μεν συνέλευση κρίνοντας και ψηφίζοντας, εκτός συνέλευσης δε συζητώντας και συμμετέχοντας έτσι στη διαμόρφωση κοινής γνώμης.
Οι υπόλοιποι λειτουργούν πιο παρορμητικά. Έχω ακούσει αρκετούς να ξεκινούν με την ομολογία ότι δεν ξέρουν να τα πουν ακριβώς. Μαγκιά τους που το αναγνωρίζουν, αλλά αν δεν ξέρεις να τα πεις ακριβώς τότε ούτε στο μυαλό σου τα έχεις πολύ ξεκάθαρα, φίλε. Καλό θα ήταν να τα ξεκαθαρίσεις πρώτα και μετά να έρθεις να μας τα πεις. Και τότε μην ανησυχείς για τις λέξεις, θα δεις ότι θα μπουν από μόνες τους στη σωστή σειρά.
Όμως εγώ για πάρτη μου θα υπερασπίζομαι για πάντα το δικαίωμά σου να λες το κοντό σου και το μακρύ σου. Όχι μόνο για να επιδείξω την ασύγκριτη ανωτερότητά μου που έχω διαβάσει Βολταίρο (άλλωστε, όπως οι πάντες, δεν έχω διαβάσει Βολταίρο, παρά μόνο αυτή τη συγκεκριμένη φράση), αλλά και για δύο πολύ πιο πρακτικούς λόγους:
Ο ένας είναι ότι αυτοί είμαστε στο Σύνταγμα, όχι άλλοι. Την όποια λύση εμείς θα τη δώσουμε: ναι, εμείς, που τόσα χρόνια τους ψηφίζαμε, που είχαμε βολευτεί στον καναπέ μας, και που τώρα ξυπνήσαμε επειδή το αγγούρι είναι πολύ βαθιά. Τι να κάνουμε ρε παιδιά; Ξέρετε καμιά χώρα με ώριμους πολίτες, ετοιμοπαράδοτους, να κάνουμε εισαγωγή; Μακάρι μεν ο Έλληνας να μην είχε όλα τα παραδοσιακά του ελαττώματα, γιατί τότε θα βρίσκαμε όλες τις λύσεις στο πιτς φυτίλι, αλλά από την άλλη αν δεν τα είχε δε θα υπήρχε και πρόβλημα να λύσουμε. Γιατί φυσικά το πρόβλημα δεν είναι το Μεσοπρόθεσμο και το χρέος, ούτε οι κλέφτες πολιτικοί. Είναι η άνευ κοινωνικής συνειδήσεως κοινωνία μας που επέτρεψε να φτάσουμε εκεί. Αυτό το πρόβλημα προσπαθούμε να λύσουμε. Το να κατέβεις στο Σύνταγμα, να σηκωθείς στο μικρόφωνο, και να πεις μια μπούρδα επειδή δε σκέφτεσαι ούτε κάτι καλύτερο να πεις ούτε ότι αυτή την μπούρδα θα ήταν προτιμότερο να μην την πεις, είναι μεν σημείο ότι η κοινωνική σου συνείδηση απέχει του τελείου, αλλά από την άλλη συνιστά τεράστια πρόοδο σε σχέση με το να μείνεις σπίτι σου. Οπότε, αντί να κοιτάμε μπροστά πόσος δρόμος μας λείπει μέχρι να πετύχουμε το τέλειο, γιατί να μην κοιτάμε πίσω πόσο δρόμο έχουμε ήδη καλύψει;
Ο δεύτερος λόγος είναι ότι την ωριμότητα και την κοινωνική συνείδηση που μας λείπει, μέσα από αυτές τις διαδικασίες θα την αποκτήσουμε. Αυτό όμως είναι μια διαδικασία μακροχρόνια. Κι εδώ καλό είναι να θυμόμαστε ότι άμεση δημοκρατία δε σημαίνει να γίνονται τα πράγματα αμέσως. Θέλει υπομονή. Όμως εγώ έχω καταλήξει ότι το σημαντικότερο που γίνεται στην πλατεία είναι ακριβώς το πλαίσιο. Στο περιεχόμενο χάνουμε, αλλά το περιεχόμενο δεν είναι και τόσο σημαντικό. Δεν έχουμε ασκηθεί να λέμε σταράτα τη γνώμη μας, ούτε καν να έχουμε μια σαφή γνώμη, γιατί δεν έχουμε συνηθίσει να έχουμε γνώμη. Δε μας ενδιέφερε να έχουμε γνώμη. Αυτό ήταν το πρόβλημα της κοινωνίας μας: εγώ να 'μαι καλά, και τι με νοιάζει τι θα γίνει παραέξω; Εδώ όμως βλέπουμε τα πράγματα να λειτουργούν αλλιώς. Η πλατεία είναι ένας οργανισμός που δε θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς τη συμμετοχή όλων. Έτσι όλοι συμμετέχουν. Όχι μόνο μιλώντας και ψηφίζοντας στη συνέλευση, αλλά και παίρνοντας μέρος σε όλες τις υποστηρικτικές λειτουργίες. Είναι η πλατεία ΜΑΣ, τη νοιαζόμαστε, και αυτό φαίνεται πολύ περιοσσότερο στην πράξη, στο πώς λειτουργούν όλες οι ομάδες, στο πώς ο χώρος μένει καθαρός και η λειτουργία της συνέλευσης αδιατάρακτη, παρά στο τι λέγεται. Το να σε νοιάζει για την πλατεία σου είναι το πρώτο βήμα. Όταν το εμπεδώσεις, αρχίζεις σταδιακά να νοιάζεσαι και για τη γειτονιά σου, την πόλη σου, τη χώρα σου, τον κόσμο σου.
Το να νοιάζεσαι δε σημαίνει αυτόματα ότι θα νοιάζεσαι και με τον σωστό, τον αποτελεσματικότερο τρόπο. Εδώ τίθεται το θέμα της παιδείας. Αλλά η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Μόλις πρωτομπείς στη θάλασσα δεν ξέρεις κολύμπι, σιγά σιγά όμως μαθαίνεις. Αν μείνεις για πάντα έξω δε θα μάθεις ποτέ.
Συνεπώς το ότι εκφράζονται ανώριμες, ασόβαρες, παρορμητικές απόψεις δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να μας αποθαρρύνει. Αν τις δούμε ως προτεινόμενες λύσεις για το άμεσα ορατό μέρος του προβλήματος, δηλαδή για το χρέος και τους κλέφτες, τότε φυσικά δεν είναι καλές λύσεις. Όμως αυτό δεν είναι παρά το εξωτερικό τους περίβλημα. Στην ουσία οι πίπες που λέγονται είναι οι δικαιολογημένα αδέξιες προσπάθειές μας να αρθρώσουμε λόγο, στο πλαίσιο του να πάψουμε να παραμένουμε σιωπηροί και αδιάφοροι. Δηλαδή τα πρώτα τσαλαβουτήματα μέχρι να μάθουμε άψογο κρόουλ. Είναι ανώριμο το κίνημα; Ε φυσικά είναι ανώριμο. Δυο μήνες έχει που ξεκίνησε, τι περιμένατε; Η συνέλευση δεν είναι κανένα μαγικό ραβδάκι. Έχουμε πάρα πολύ δρόμο μπροστά μας. Τα κινήματα που ανέτρεψαν τη ροή της ιστορίας ποτέ δεν ανδρώθηκαν από τη μια μέρα στην άλλη. Αλίμονο αν στους πρώτους δυο μήνες είχαν καταδικαστεί ως ανώριμα.

Να έρθω και στην άλλη αντίφαση, το ότι γίνονται κοσμογονικές αλλαγές που όσοι δε συμμετέχουν σ' αυτές δεν τις θεωρούν καθόλου κοσμογονικές:
Για όλους τους πραπάνω λόγους εγώ θεωρώ ότι οι πλατείες μπορούν όντως να ανατρέψουν την ιστορία. Μπορεί να συγκεντρωθήκαμε για να μην ψηφιστεί το Μεσοπρόθεσμο και το Μεσοπρόθεσμο τελικά να ψηφίστηκε, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είχαμε μια μοναδική ευκαιρία για ανατροπή και η ευκαιρία χάθηκε. Είναι ηλίου φαεινότερο ότι το Μεσοπρόθεσμο θα ψηφιζόταν ανεξάρτητα από τη δική μας θέληση.
Δεν είναι όμως αυτό το μόνο πεδίο ανατροπής. Ο απέξω, που δεν έρχεται στην πλατεία, αυτό βλέπει: δε θέλατε το Μνημόνιο, το Μνημόνιο πέρασε. Σας φταίνε οι κλέφτες, οι κλέφτες είναι στη θέση τους. Έχετε μαζευτεί εκειπέρα τρεις κι ο κούκος και αλληλοκολακεύεστε με το να έχετε όλοι δικαίωμα λόγου. Τι νομίζετε ότι θα βγάλετε; Να, σας είδαμε τώρα, λίγο έσφιξαν οι ζέστες κι όλοι λακίσατε από το Σύνταγμα προς τις παραλίες.
Δεν είναι έτσι. Αλλιώς είναι, αλλά αν δεν έρθεις από κοντά να δεις δε θα το καταλάβεις. Μας φταίει και το Μνημόνιο, μας φταίνε κι οι κλέφτες, αλλά μας φταίει κι ο εαυτός μας. Και αυτόν πολεμάμε ν' αλλάξουμε. Τις αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες δεν τις θέλουμε επειδή θα μας γλιτώσουν από το Μνημόνιο και τους κλέφτες, αλλά επειδή μέσα από αυτές θα μάθουμε να αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας. Θεωρώ ότι πρόκειται για την αυθόρμητη, μη συνειδητή αντίδραση αυτοΐασης ενός πάσχοντος ζωντανού οργανισμού, που είναι η κοινωνία μας.
Αυτό δεν είναι δηλωμένο πουθενά. Είναι δικό μου συμπέρασμα. Η πλατεία δεν το λέει αυτό, το κάνει όμως.
Από πού το συμπέρανα;
Για δείτε λίγο: αν σου φταίνε οι κλέφτες και το μνημόνιο, πόσο λογική αντίδραση είναι να πας να στήσεις ένα αυτοοργανωμένο ιατρείο, μια αυτοοργανωμένη ομάδα κοινωνικής αλληλεγγύης, μια αυτοοργανωμένη ομάδα σίτισης; Γιατί δεν πας καλύτερα να φτιάξεις μια (αυτοοργανωμένη ή όχι) ομάδα που να διώξει τους κλέφτες;
Ο καθένας εκειμέσα βλέπει κυρίως αυτό που τον τσούζει: το Μνημόνιο και τους κλέφτες, που χάριν συντομίας τους χρησιμοποιώ εδώ ως παράδειγμα, ή τις περικοπές στον προσωπικό του μισθό, ή τη δουλειά που ο ίδιος προσωπικά έχασε, κλπ. Είμαι όμως της γνώμης ότι η πλατεία ως σύνολο, ή μάλλον ο κόσμος όλων μαζί των πλατειών, κάπου παρακάτω από την επιφάνεια της άμεσα συνειδητής σκέψης, εντοπίζει την πραγματική ρίζα του προβλήματος και τη χτυπάει. Δεν μπορώ να φανταστώ άλλη εξήγηση για τα όσα έχουν γίνει στην πλατεία και που δεν έχουν προφανή σύνδεση με τους κλέφτες και το μνημόνιο: εννοώ όχι μόνο τις ομάδες αλλά και τη σταθερή επιμονή στον ειρηνικό χαρακτήρα της συγκέντρωσης, παρά την εμβληματική αγανάκτησή της, και στο πόσο η πλατεία έχει λειτουργήσει ως χώρος κοινωνικοποίησης με την απλή καθημερινή έννοια της πλατείας του χωριού όπου κατεβαίνεις και τους βρίσκεις όλους, και στα γλέντια που έγιναν εκεί, και στους έρωτες που διαδραματίστηκαν, και σε όλα όσα στοχειοθετούν την έκδηλη και διάχυτη καλή διάθεση που ακτινοβολεί η πλατεία και που την ένοιωσαν όσοι πήγαν αλλά φυσικά όχι όσοι δεν πήγαν.
Κάπου είχα διαβάσει: «Αν μπει κλέφτης στο σπίτι σας, μουντζώστε τον και χορέψτε του ένα καλαματιανό, να δούμε αν θα φύγει». Αυτός εννοούσε ότι αν αυτά είναι τα μόνα σας μέσα για έναν τέτοιο στόχο, δε θα κάνετε τίποτε. Αντίθετα εγώ πιστεύω ότι αν αυτά είναι τα μέσα, τότε μάλλον κάποιος άλλος είναι ο στόχος.
Αυτόν λοιπόν το στόχο διακρίνω εγώ: το να αλλάξουμε τους εαυτούς μας. Αν αυτό πετύχει, ασφαλώς και θα είναι ανατροπή της ιστορίας -μιλάμε για ένα έθνος που κατά παράδοση βουλιάζει στον αυτοθαυμασμό και στην επίρριψη ευθυνών στα «400 χρόνια σκλαβιάς» και δεν ξέρω σε ποιαν άλλη άσχετη αιτία. Αν δεν πετύχει, και μόνο που τέθηκε ως στόχος δεν είναι καθόλου αμελητέο.
Όποιος κάθεται απέξω, λογικό είναι να μην τα ξέρει αυτά και να βλέπει μόνο ένα αυτάρεσκο και αυτοαναλισκόμενο κίνημα γραφικών. Αυτό που δεν είναι λογικό είναι το να αρνείται στον εαυτό του τη δυνατότητα να έχει ιδία πείρα: τι διάολο ρε φίλε, στην πλατεία της πόλης σου είμαστε. Τι θα πάθεις να κατέβεις να δεις τι γίνεται; Εσύ μπορεί να πιστεύεις ότι δε θα γίνει ποτέ τίποτε επειδή ο Έλληνας είναι πίξας και δείξας, αλλά εδώ μιλάμε για συνθήκες στις οποίες ο Έλληνας δεν έχει ξαναδοκιμαστεί ώστε να ξέρουμε αν θα κάνει τίποτε της προκοπής.
Και στο κάτω κάτω, να σας πω και κάτι ακόμα. Έστω και δεν πετυχαίνουμε στο τέλος τίποτε. Ούτε σε επίπεδο μνημονίου και κλεφτών, ούτε σε επίπεδο διαμόρφωσης συνειδήσεων. Δε με νοιάζει τόσο. Δε ζω για ένα καλύτερο αύριο. Ή, εν πάση περιπτώσει, όχι μόνο γι' αυτό. Το αύριο είναι μια έννοια υπερβολικά αφηρημένη για να χωρέσει στο μικρό μου μυαλό. Σκεφτείτε το με προσοχή, απροκατάληπτα, και πολύ πιθανόν να συμβαίνει το ίδιο και μ' εσάς: τι θα πει αύριο; Μόνο όταν το αύριο πάψει να είναι αύριο θα το γνωρίσουμε. Εγώ στο Σύνταγμα ζω ένα καλύτερο σήμερα. Ακόμα και με τις φτωχές σε περιεχόμενο συνελεύσεις, ακόμα και με την όλο και μειούμενη προσέλευση, ακόμη και με το πεσμένο ηθικό, έχω την άνευ προηγουμένου χαρά να συμμετέχω στη διαμόρφωση της στιγμής που ζω μαζί με άλλους. Ένα καλύτερο σήμερα είναι το χτεσινό καλύτερο αύριο.