ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...

Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

ΒΑΜΠΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΑΠΡΟΦΑΓΙΑ

Όπως είναι γνωστό, την Πέμπτη 26 Αυγούστου τρέχοντος έτους έγινε ένα αεροπορικό δυστήχημα στην Κρήτη: δύο μαχητικά F16 συγκρούστηκαν κατά τη διάρκεια άσκησης. Ένας αεροπόρος σκοτώθηκε κι έναν τον μαζέψαν σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση. (Tvxs, Ελευθεροτυπία)
Δύο μέρες μετά, το Σάββατο, ο νεκρός κηδεύτηκε στην πατρίδα του, την Άρτα, με τιμές και παρουσία εκπροσώπων της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. (Tvxs) Ο δεύτερος πιλότος ακόμη χαροπάλευε. (Tvxs, Ελευθεροτυπία)
Τελικά ο δεύτερος ξεψύχησε μερικές ώρες μετά την κηδεία του πρώτου, στο γύρισμα Σαββάτου προς Κυριακή, και κηδεύτηκε την Κυριακή το απόγευμα στο χωριό του, τη Γέργερη Ηρακλείου (Κρήτη). Επίσης με τιμές, με κήρυξη και εν συνεχεία παράταση του επίσημου πένθους στις Ένοπλες Δυνάμεις. (Tvxs, Ελευθεροτυπία, Καθημερινή, Βήμα)

Όμως έτυχε εκείνες ακριβώς τις μέρες να βρίσκομαι στη Γέργερη, και να ξέρω ότι τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι.
Όπως είναι φυσικό, ολόκληρο το χωριό είχε συγκλονιστεί από το δυστύχημα του συγχωριανού τους, που όλοι τον ήξεραν και πολλοί ήταν συγγενείς του. Επί δύο μέρες, Πέμπτη και Παρασκευή, όπου και να στεκόσουν κάποιος θα είχε λάβει τελευταία νέα από την οικογένεια του αεροπόρου ή θα είχε μόλις γυρίσει ο ίδιος από το νοσοκομείο.
Το Σάββατο το μεσημέρι ο αεροπόρος ήταν ήδη νεκρός. Είχε ξεψυχήσει κάποια στιγμή μέσα στο πρωινό ή αργά την προηγούμενη νύχτα. Το Σάββατο το απόγευμα έγινε στην Άρτα η άλλη κηδεία, και ο θάνατος του Κρητικού αεροπόρου ανακοινώθηκε επίσημα μόνο τα ξημερώματα της Κυριακής.
Έτσι, σύμφωνα με τις επίσημες ειδήσεις ο ένας παρέμεινε νεκρός δύο μέρες μέχρι να κηδευτεί ενώ ο άλλος μόνο μισή. Αν όμως η κηδεία του δεύτερου είχε γίνει στ' αλήθεια τόσο γρήγορα, θα συνέπιπτε με την κηδεία του πρώτου. Οι αρχές δε θα μπορούσαν να γίνουν δυο κομμάτια και να παρευρεθούν ταυτόχρονα και στις δύο κηδείες, στην Άρτα και στην Κρήτη, να αποδώσουν τις δέουσες τιμές, να εκφράσουν τη συμπαράστασή τους και γενικά να φανούν κοντά στον άνθρωπο. Έτσι απέκρυψαν το θάνατο του δεύτερου μέχρι να βολεύει να γίνουν δύο ξεχωριστές κηδείες.
Το Σάββατο το μεσημέρι αυτά που σας γράφω τα ήξερε όλη η Γέργερη. Λογικά σήμερα Δευτέρα θα τα ξέρει ήδη όλη η Κρήτη. Ο άνθρωπος δεν πέθανε στη σκοτεινή πλευρά της σελήνης ώστε τα καθέκαστα να μείνουν άγνωστα και οι αρχές να μαγειρεύουν τις ειδήσεις όπως τις βολεύει. Νά όμως που παρά ταύτα δε δίστασαν να τις μαγειρέψουν. Κράτησαν το μακαρίτη ζωντανό, και όποιος το πιστέψει το πίστεψε.

Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

ΕΝΑ ΣΛΑΒΟΦΩΝΟ ΧΩΡΙΟ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Τις προάλλες επισκέφτηκα για λίγες μέρες ένα χωριό Σλαβόφωνων στα Σέρρας. Πιστεύω να ξέρετε τι είναι οι Σλαβόφωνοι. Αν όχι, είναι ένα τεράστιο και απίστευτα μπερδεμένο θέμα, για το οποίο έχουν γραφτεί τόνοι ψεμάτων που εξυπηρετούν διάφορες ιδεολογίες. Ακροθιγώς θα μπορούσα να πω ότι είναι το εξής:
Πληθυσμοί που κατοικούν σε διάφορα χωριά της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, που βρίσκονταν εκεί άγνωστο από πότε αλλά πάντως πριν τους πρόσφυγες, εφ' ώ και αυτοπροσδιορίζονται συνήθως ως Ντόπιοι, και οι οποίοι μιλούν μία σλάβικη γλώσσα που χονδρικά μάλλον προσεγγίζει αυτήν των Σκοπίων*. Τη γλώσσα την ονομάζουν Ντόπια ή Ντόπικα, ή επίσης Μακεδονικά. Από τους ίδιους άκουσα επίσης αόριστες περιγραφές του στιλ «η παλιά γλώσσα» ή «παλιά το λέγαμε έτσι», ενώ ο όρος Σλαβομακεδόνικα ή Σλαβομακεδονικά χρησιμοποιείται κυρίως από άλλους.
Το αν αυτοί οι άνθρωποι κατάγονται από ελληνόφωνους Έλληνες που εκσλαβίσθηκαν γλωσσικά ή από Σλάβους, και από ποιους συγκεκριμένα Σλάβους, και αν σήμερα είναι Έλληνες ή Μακεδονική μειονότητα ή κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο, πιστεύω ότι είναι εντελώς άγνωστο. Κατά καιρούς τούς έχουν διεκδικήσει όλα τα γύρω κράτη, και έχουν προσπαθήσει είτε να αποδείξουν ιστορικά ότι είναι το Α ή το Β είτε να τους πιέσουν να γίνουν το Α ή το Β. Από το ελληνικό κράτος τον τελευταίο αιώνα περίπου έχουν υποστεί έντονο διωγμό προκειμένου να αποβάλουν τη γλώσσα τους και οποιοδήποτε άλλο πολιτισμικό στοιχείο θα μπορούσε να δώσει λαβή για διεκδικήσεις σε άλλα κράτη, ιδίως δε να αποβάλουν καθετί που θα δικαιολογούσε τα Σκόπια (ΠΓΔΜ) να κάνουν λόγο για δικούς τους αλύτρωτους. Σ' αυτό το πλαίσιο έχουν μάθει κι οι ίδιοι να σκίζονται να αποδείξουν ότι είναι οι πιο φλογεροί και καθαροί Έλληνες.
Κυκλοφορεί άφθονη μυθολογία (πολλή από αυτήν σε «έγκριτες» ιστορικές, εθνολογικές και γλωσσολογικές μελέτες) σχετικά με τους Σλαβόφωνους. Έτσι όταν πήγα εκεί είχα μεγάλη περιέργεια να δω από πρώτο χέρι τι παίζει.

Δεν είδα σχεδόν τίποτε. Δεν άκουσα κανέναν να μιλάει τίποτε άλλο εκτός από ελληνικά. Ο φόβος μη τυχόν κάποιος που να μην είναι του χωριού (εγώ δηλαδή και η παρέα μου) τούς ακούσει να μιλάνε Ντόπια, ή έστω αντιληφθεί ότι αυτή η γλώσσα υπάρχει ή υπήρξε κάποτε, πλανάνται διάχυτος. Όπως είναι εύλογο, κι εμείς καταληφθήκαμε από αυτό το πνεύμα και φροντίζαμε να είμαστε άκρως διακριτικοί, μη τυχόν και πέσει κάτι στην αντίληψή μας.
Υπάρχουν βέβαια κάποιοι στο χωριό που δεν παριστάνουν ότι αυτή η γλώσσα δεν υπήρξε ποτέ. Αυτοί όμως είναι τα μαύρα πρόβατα, είναι τσακωμένοι με τους υπόλοιπους και στιγματισμένοι με την κατηγορία ή πάντως την υποψία της αντεθνικής δράσης. Από αυτούς λοιπόν έμαθα ότι η γλώσσα μιλιέται κανονικά, όχι μόνο μέσα στο σπίτι αλλά και στο καφενείο ή το δρόμο, εκτός αν φανεί να πλησιάζει ξένος. Δε μου προσδιόρισαν αν μιλιέται εξίσου από όλες τις ηλικίες ή μόνο από τους μεγαλύτερους, σαν να ψιλοκατάλαβα όμως ότι πέρα από τους γέρους και οι σαραντάρηδες-σαρανταπεντάρηδες την ξέρουν.
Από αυτούς τους εθνικά υπόπτους έμαθα ακόμη μερικές συγκεκριμένες λεπτομέρειες σχετικά με το διωγμό που υπέστησαν από το ελληνικό κράτος. Πέρα από τις μετονομασίες των χωριών, που τις ήξερα**, έχουν γίνει και μετονομασίες των ίδιων των ανθρώπων. Ο Ιβάν έγινε Γιάννης, ο Μπλάγκο (από μια λέξη που σχετίζεται με την έννοια της ευλογίας) έγινε Βαγγέλης (ευλογία = ευαγγελισμός ;;τέλος πάντων), τα επώνυμα απέβαλαν τα -ιτς και -οφ και έγιναν -ης και -ος ή -ίδης και -άκης.
(Κατ' ιδίαν όμως αρκετοί εξακολουθούν να προσφωνούνται με το σλάβικο όνομά τους, π.χ. ο Μπλάγκο έγινε στην παρέα Μπλάγος και έξω Βαγγέλης.)
Αυτά για τους ζωντανούς. Τους πεθαμένους δεν μπορούσαν να τους αλλάξουν, οπότε απλώς τους εξαφάνισαν: ξεπάτωσαν όλα τα μνήματα, όπου τα σλαβομακεδόνικα ονόματα ήταν γραμμένα με κυριλλικό αλφάβητο.
Όλα τα σπίτια του χωριού, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, γκρεμίστηκαν και ξαναχτίστηκαν σε νέο αρχιτεκτονικό στιλ (δηλαδή μάλλον χωρίς κανένα στιλ), για να μη μοιάζουν με τη λαϊκή αρχιτεκτονική των γειτονικών χωρών.
Δεν ξέρω για το συγκεκριμένο χωριό, αλλού όμως, στα επίσης σλαβόφωνα μέρη της Φλώρινας, γκρεμίστηκαν ακόμη και οι εκκλησιές, επειδή είχαν το σλάβικο στιλ με τους δύο τρούλους, και έγιναν καινούργιες. Φαίνεται δε ότι σ' αυτό, που είναι πολύ πρόσφατο γεγονός, δεν αντέδρασαν όχι παπάδες ή λαϊκοί αλλά ούτε καν αρχιτέκτονες ή εφορίες βυζαντινών αρχαιοτήτων. (Έτσι άκουσα, έτσι λέω. Δεν εγγυώμαι για την ακρίβεια των πληροφοριών μου.)
Έμαθα επίσης για τα Σπίτια του Παιδιού: ιδρύματα που είχε κάνει η Φρειδερίκη όπου φυλάσσονταν τα παιδιά από αυτά τα χωριά, με βασικό στόχο όχι απλώς να γαλουχηθούν σύμφωνα με την εθνικοπατριωτική και βασιλόφρονα/προσωπολατρική προπαγάνδα της εποχής, να μάθουν μεταξύ άλλων να αποστρέφονται τη σλάβικη γλώσσα τους, αλλά και κάτι πιο συγκεκριμένο και πρακτικό: να μάθουν ελληνικά.
Ο πολιτιστικός σύλλογος του χωριού οργανώνει εκδηλώσεις και καταγραφές της τοπικής παραδοσιακής μουσικής, στις οποίες τα τραγούδια εκτελούνται οργανικά, χωρίς λόγια, και οι ερευνητές απαγορεύεται (δε συνίσταται εν πάση περιπτώσει) να ρωτήσουν τίποτε σχετικά. Ενθαρρύνονται να παριστάνουν ότι το θεωρούν φυσικό ένα ολόκληρο χωριό να μην έχει τραγούδια παρά μόνο οργανικούς σκοπούς. Αυτά σήμερα, όχι επί Φρειδερίκης.

Από την εφημερίδα Εμπρός, 1959

Γιατί τα γράφω όλα αυτά;

Όχι για να ενημερώσω κανέναν για την ιστορία αυτών των πολύπαθων περιοχών. Άκρες μέσες είναι γνωστό τι έχουν περάσει αυτοί οι άνθρωποι για την ατυχή τους επιλογή να παν να γεννηθούν σ' ένα περιβάλλον όπου η ζώσα, μητρική γλώσσα δεν ήταν η ίδια με την επίσημη του κράτους. Κι εγώ ο ίδιος έχω διαβάσει πολύ περισσότερα από αυτά που σας μεταφέρω εδώ προχείρως, δεν έχω κάνει όμως συστηματική μελέτη και γι' αυτό τα αναφέρω όπως θα τα αναφέραμε σε οποιαδήποτε πρόχειρη κουβέντα.
Δύο ήταν τα πράγματα που μου έκαναν βαθειά εντύπωση: Πρώτον, η πληροφορία για το γκρέμισμα των σπιτιών και των μνημάτων. Το ελληνικό κράτος διέγραψε το παρελθόν. Αυτοί οι άνθρωποι έχασαν το δικαίωμα στη γλώσσα τους, στο χωριό τους (νέα κτίσματα, νέα ονόματα), στα μνήματα των προγόνων τους -που παρά ταύτα κάπου εκεί είναι θαμμένοι-, και δεν τους επετράπη να κρατήσουν ούτε το όνομά τους. Δεύτερον, το πώς βιώνεται σήμερα (2010) όλη αυτή η τρομοκρατία. Προφανώς αυτοί οι άνθρωποι συνειδητοποίησαν ότι η μόνη λύση για την επιβίωσή τους θα ήταν να υιοθετήσουν αυτό το νέο παρελθόν που τους φορέσανε. Κι έτσι ζουν σ' ένα καθεστώς καθημερινής φοβίας μήπως ο κάθε διπλανός τους, ιδίως ο ξένος, είναι χαφιές και πάει και τους δώσει ως σκοπιανούς πράκτορες έτσι και τους ξεφύγει καμιά σλάβικη κουβέντα.


Πίναξ μετονομασιών ξενογλώσσων τοπωνυμιών
(περιοχή Αγράφων) της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού.

Παρ' ότι πιστεύω (και το έχω υποστηρίξει σε άλλες αναρτήσεις μου) ότι γενικά ζούμε τον φουτουριστικό εφιάλτη ενός ολοκληρωτισμού τύπου 1984, αυτές τις μέρες είδα ότι οι εφιάλτες των ολοκληρωτικών καθεστώτων του παρελθόντος σε κάποια μέρη της όμορφης πατρίδας μας παραμένουν ολοζώντανοι.



__________________________________________________
* Όπως είναι φυσικό, από χωριό σε χωριό υπάρχουν ιδιωματικές αποκλίσεις. Το ίδιο συμβαίνει και με τα Ελληνικά των ίδιων περιοχών (και της υπόλοιπης Ελλάδας άλλωστε). Πρέπει όμως να έχουμε υπόψη μας ότι οι Σλαβικές γλώσσες γενικά μοιάζουν πολύ περισσότερο μεταξύ τους απ' ό,τι άλλες γλώσσες που ανήκουν στην ίδια οικογένεια μεταξύ τους. Ρώσος με Βούλγαρο συνεννοούνται σχετικά άνετα μεταξύ τους, μιλώντας ο καθένας τη δική του γλώσσα. Η διάλεκτος ή το ιδίωμα που μιλάει ένας Βούλγαρος στα δυτικά άκρα της χώρας, στα σύνορα με Σερβία ή Σκόπια, μοιάζει πολύ περισσότερο με τη σερβική (σερβοκροατική για την ακρίβεια) ή σκοπιανή (σλαβομακεδονική) διάλεκτο ή ιδίωμα που μιλιέται πέντε μέτρα παραπέρα, στην άλλη μεριά των συνόρων, παρά με τα βουλγάρικα της ανατολικής άκρης της Βουλγαρίας. Συνεπώς δεν είναι πάντα εύκολο να πει κανείς αν μία συγκεκριμένη γλωσσική μορφή, εν προκειμένω η γλώσσα των σλαβόφωνων χωριών της Ελλάδας, ανήκει ως διάλεκτος ή ιδίωμα στα Βουλγάρικα, τα Σκοπιανά ή τα Σερβοκροατικά ή είναι ξεχωριστή γλώσσα.
Ωστόσο υπάρχει ένα κριτήριο που το θεωρώ σχετικά ασφαλές: οι περισσότερες σλάβικες γλώσσες κλίνουν τα ουσιαστικά με πτώσεις (
το τραπέζι / του τραπεζιού), όπως και τα Ελληνικά. Ειδικά τα Σκοπιανά δεν έχουν πτώσεις, τις εκφράζουν με τη χρήση προθέσεων όπως συμβαίνει στις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες (π.χ. Αγγλικά: the table, of the table, to the table...). Το ίδιο συμβαίνει και με τα Ντόπια. Άρα τα Ντόπια είτε ανήκουν ως διάλεκτος/ιδίωμα/ντοπιολαλιά στην ίδια γλώσσα με τα Σκοπιανά, δηλαδή τη Μακεδονική όπως την ονομάζουν οι ίδιοι οι Σκοπιανοί, είτε εν πάσει περιπτώσει προσεγγίζουν πολύ περισσότερο τη γλώσσα των Σκοπίων παρά οποιαδήποτε άλλη σλάβικη γλώσσα.

** Οι αλλαγές των τοπωνυμίων ξεκίνησαν σποραδικά από συστάσεως του ελληνικού κράτους, έλαβαν πιο συστηματικό και εντατικό χαρακτήρα το 1909 και συχεχίζονταν μέχρι και την προηγούμενη δεκαετία. Πριν γίνουν, σε πολλές περιοχές της Ελλάδας τα περισσότερα ή και όλα τα χωριά και αρκετές πόλεις είχαν τούρκικα ή σλάβικα ονόματα. Τα νέα ονόματα, είτε μεταφράσεις των παλιών είτε εντελώς καινούργια, συνήθως βγάζουν μάτι με τον αδέξιο και αφύσικο χαρακτήρα τους: Μηλοχώρι (πρ. Λίγκα), Δασόλοφος (πρ. Ορμάν Μαγούλα), Αχλαδοχώρι (πρ. Μανδαρές, πιο πρώην Κισλάρ), Καρυδοχώρι, Καπνόφυτο, Βαμβακόφυτο, Ψωμοτόπι, Εμμανουήλ Παππάς (έλεος! ο κάτοικος πώς λέγεται, Εμμανουηλπαππαδιώτης; -πρ. Δοβίστα), Ορεινή (πρ. Φράστενα ή Φραστάνη), καθώς και τα διάφορα Ελληνικά, Βασιλικά, Προμαχώνας, Εύζωνοι, αλλά και Πρώτη (πρ. Κιούπκιοϊ), Καλλιθέα, Καλλίπολη, ενώ μερικά είναι αναβιώσεις αρχαίων τοπωνυμίων της περιοχής ή απλώς αρχαΐζοντα, όπως Ηράκλεια (πρ. Κάτω Τζουμαγιά), Έδεσσα (πρ. Βοδενά), Πτολεμαΐδα (πρ. Καϊλάρια), Αγριανή (πρ. Αχριάν Ντουμάρ), Αραβησσός (πρ. Όμπαρ). Ακόμη και στην Τουρκία την ελληνική ή και ελληνική πόλη του Τσεσμέ (τσεσμές σημαίνει κρήνη) μερικές φορές τη βλέπουμε να αναφέρεται σε ελληνικές πηγές ως Κρήνη. Για αδιευκρίνιστους λόγους επιβίωσαν μερικά σλάβικα όπως Αράχωβα, Ζαγορά / Ζαγοροχώρια, Μέτσοβο (υποθέτω λόγω των εθνικών ευεργετών, που άλλωστε δεν ήταν Σλαβόφωνοι αλλά Βλάχοι), Τύρναβος, από τούρκικα το ιστορικό Κιλελέρ, και αρκετά αρβανίτικα όπως Βάρκιζα.
Περισσότερα εδώ, απ' όπου πήρα και τη φωτογραφία του εγγράφου της ΓΥΣ. Σημειώνω ότι η πηγή όπου παραπέμπω παρέχει μεν αντικειμενικά στοιχεία, το σύνολο όμως του ιστοτόπου όπου εντάσσεται διαπνέεται από μία ιδεολογία που δε συμμερίζομαι.

Κυριακή, 15 Αυγούστου 2010

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΡΕΑΡΗΣ

Το πανηγύρι του Άη Γιάννη της Βρουκούντας ανήκει, μαζί με τα Αναστενάρια, το καρναβάλι της Σκύρου και μερικά ακόμη, στις πιο γνωστές, προβεβλημένες και μελετημένες παραδοσιακές εκδηλώσεις που γίνονται στην Ελλάδα. Είναι ένα πανηγύρι που γίνεται όπως παλιά, όταν δεν υπήρχε ούτε τουρισμός, ούτε εκβιομηχάνιση της ζωής, ούτε ρεύμα και οδικό δίκτυο, και όταν στις αγροτικές κοινωνίες οι άνθρωποι δεν ήταν καταναλωτές αλλά έφτιαχναν μόνοι τους τα πάντα, από το ψωμί και τα ρούχα τους μέχρι τη μουσική τους.
Ως εκ τούτου το πανηγύρι του Άη Γιάννη της Βρουκούντας κάθε χρόνο κατακλύζεται από στίφη ερευνητών, μουσικολόγων, ανθρωπολόγων, λααογράφων, χορολόγων και τουριστών, ενί λόγω ατόμων με κάμερες και μαγνητοφωνάκια, που συρρέουν εκεί να δουν και να πάρουν μαζί τους εικόνες από ένα ζωντανό παρελθόν, της εποχής που δεν υπήρχαν κάμερες, μαγνητοφωνάκια, ανθρωπολόγοι και τουρίστες.
Όταν το επισκέφθηκα, μία μοναδική φορά, το 2003, είχα σαφώς την αίσθηση ότι όλα όσα έβλεπα να γίνονται έρχονται από πολύ μεγάλο βάθος χρόνου. Βέβαια κάποια ξεκινούσαν μεν από βάθος χρόνου αλλά δεν έφταναν μέχρις εμάς, χάνονταν στο δρόμο κάπου λίγο πριν το τέλος. Η παρουσία όλων των άσχετων δεν προσέφερε τίποτε και σε μερικές περιπτώσεις αφαιρούσε κιόλας. Οπωσδήποτε όμως δεν αφαιρούσε τα πάντα. Το πανηγύρι έγινε: ήρθαν οι Ολυμπίτες της ξενιτιάς να συναντήσουν τους Ολυμπίτες της πατρίδας, να ζήσουν όλοι μαζί την ενότητα του χωριού όπου αισθάνονται τόσο έντονα ότι ανήκουν, δεμένοι σ' ένα μοναδικό χορευτικό κύκλο που δεν κόπηκε ούτε μία στιγμή μέχρι το πρωί, με κέντρο τα λυροτσάμπουνα, τα όργανα που ακόμη κι ο γεροντότερος εκεί μέσα τα θυμόταν από τη μακρινή του παιδική ηλικία να μην έχουν λείψει από καμία σημαντική στιγμή της ζωής του και της ζωής της κοινότητας, που επίσης χωρίς διακοπή όλη νύχτα έπαιζαν για χιλιοστή φορά τους ίδιους σκοπούς με πέρσι, με πρόπερσι και με πάντα, και πάνω σ' αυτούς τους σκοπούς οι μερακλήδες να εναλλάσσουν τις παμπάλαιες μπαλάντες για την αγάπη, τον πόλεμο, το θάνατο και τη ζωή με τις δικές τους ολοκαίνουργιες φτερωτές μαντινάδες, που καμιά τους δεν υπήρχε πριν τραγουδηθεί για πρώτη και τελευταία φορά. Τραγούδησαν την αγωνία τους να πιστέψουν πως όσα κι αν φέρει η ζωή, κάποια πράγματα που η διάρκειά τους μέσα στο χρόνο τούς κάνει να τα εμπιστεύονται ανεπιφύλακτα θα συνεχίσουν να στέκουν. Πως οι ρίζες τους είναι ακόμη μέσα στη γη τους, κι αυτή η γη εξακολουθεί να τις τρέφει. Με άλλα λόγια, ετέλεσαν το χρέος που τελούσαν οι Έλληνες από τότε που εφευρέθηκε η ξενιτιά, και που οι αποικίες έστελναν αντιπροσώπους να συμμετάσχουν και να αναβαπτιστούν στις μεγάλες εορτές της μητρόπολης. Έστω κι αν ετούτοι εδώ υποχρεώθηκαν να τα κάνουν όλα αυτά ενώπιον κοινού.

Μία από τις πολλές σκηνές που μου εντυπώθηκαν ήταν η εξής:
Έχει απολύσει ο εσπερινός, έχουν στρωθεί οι τάβλες. Έχουμε φάει, κι έχουν αρχίσει τα τραγούδια της τάβλας, προστάδιο πριν αρχίσει το κυρίως γλέντι. Τα πρώτα «τραγούδια» της τάβλας δεν είναι τραγούδια, είναι εκκλησιαστικά τροπάρια. Ακολουθούν τα καθαυτού τραγούδια, που λέγονται χωρίς όργανα και που, μακρόσυρτα καθώς είναι, δεν ακούγονται πολύ διαφορετικά από τα τροπάρια που έψελναν λίγο πριν οι ίδιοι άνθρωποι. Και τελικά έχουν βγει και τα όργανα: τσαμπούνα, λύρα και λαούτο. Και παίζουν τον Συρματικό, το σκοπό όπου τραγουδιούνται τα περισσότερα από αυτά τα παμπάλαια αφηγηματικά τραγούδια που λέγαμε, και με τον οποίο ξεκινάνε απαρέγκλιτα όλα τα γλέντια.
Παίζουν την εισαγωνή του Συρματικού, μια σειρά από οργανικές «βόλτες» που δεν έχουν συγκεκριμένη διάρκεια αλλά μπορούν να κρατήσουν όσο χρόνο κι αν χρειαστεί, μέχρι να αποφασίσει κάποιος να μπει μ' ένα τραγούδι. Το να λέει κανείς καλά Συρματικό θεωρείται ό,τι πιο απαιτητικό υπάρχει για έναν μερακλή. Είναι λίγοι εκείνοι που μπορούν να φέρουν επιτυχώς εις πέρας αυτή την αποστολή, που μέσα στην τάξη του γλεντιού αποτελεί τιμή και προνόμιο αλλά και ευθύνη. Στην τάβλα γύρω από τους οργανοπαίχτες κάθονταν, μεταξύ άλλων, δυο τρεις πρωτομερακλήδες που θα μπορούσαν να το αναλάβουν. Φαίνεται πως με διάφορους άδηλους τρόπους έκαναν μεταξύ τους μια σιωπηρή συνεννόηση:
-Θα το πεις ή να το πω;
-Πες το.
-Σίγουρα; Δε θες εσύ;
-Παρακαλώ, σ' εσένα η τιμή.
-Εντάξει, θα το πω.
-Μπορείς; Αν θες το λέω εγώ.
-Πες το εσύ καλύτερα.
-Εντάξει. Κάτσε να δούμε ποιο θα πω...

Μέχρι να γίνουν όλα αυτά οι οργανοπαίχτες εξακολουθούσαν να παίζουν την εισαγωγή. Οι υπόλοιποι γλεντιστάδες δεν αδημονούσαν, γιατί σ' αυτά τα γλέντια όποιος βιάζεται δεν έχει καμία ελπίδα. Τελικά προκύπτει ότι θα το πει ο Γιώργος Πρεάρης. Ο Πρεάρης είναι ένας «αρχαίος» άνθρωπος, φορέας και θεματοφύλακας μιας βαριάς κληρονομιάς: μόνο τα τραγούδια και οι σκοποί που ξέρει είναι ένα σημαντικό κεφάλαιο στον πολιτισμό της Ολύμπου και κατ΄επέκταση, τολμώ να πω, στον νεοελληνικό πολιτισμό.
Τη στιγμή λοιπόν που ο Πρεάρης είναι έτοιμος κι έχει ήδη ανοίξει το στόμα του για ν' αρχίσει το τραγούδι, έρχεται τρέχοντας ένα πιτσιρίκι και τον τραβάει από το μανίκι.
-Θείο, θείο!
-Τι έγινε;
-Τρέχα, φωνάζει η θεία.
-Δεν μπορώ τώρα.
-Όχι, να έρθεις. Είπε η θεία...
Το πανηγύρι δεν είναι μόνο τραγούδια, όργανα και χορός. Γίνονται κι ένα σωρό άλλα πράγματα, πέρα από το προσκήνιο. Ένα από αυτά είναι ότι κάθε οικογένεια προσκυνητών, με το που θα φτάσει στο χώρο μετά από κανένα τετράωρο πεζοπορίας από την Όλυμπο, πρέπει να εξασφαλίσει ένα μέρος να κοιμηθεί το βράδυ. Υπάρχει ένα πλάτωμα όπου στρώνουν μπατανίες, αλλά δε χωράει απεριόριστους. Όποιος αργήσει την πάτησε. Φαίνεται λοιπόν ότι η θεία είχε στρώσει κάπου για όλη την οικογένεια και μετά προέκυψε κάποιο πρόβλημα, κάποιοι δε χώραγαν, τσακώθηκε με κανένα γείτονα, ποιος ξέρει τι, και φώναζε τον άντρα της να έρθει να καθαρίσει, αλλιώς κινδύνευαν να μην έχουν τόπο να πλαγιάσουν.
Τα όργανα έπαιζαν ακόμη εισαγωγή. Ο γερομερακλής κοίταξε τον πιτσιρικά μ' ένα ύφος σαν να του έλεγε «Είσαι με τα καλά σου; Εδώ εγώ έχω να πω Συρματικό, κι εσύ μου λες για τις μπατανίες;», του ξέκοψε ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση να παρατήσει το πόστο του ειδικά αυτή την κρίσιμη στιγμή για να πάει να ασχοληθεί με τετριμμένα ζητήματα του καθ' ημέραν βίου, και τραγούδησε.
Αυτός είναι ο μερακλής. Το τραγούδι τού το είχαν εμπιστευτεί οι πρόγονοί του, που το είχαν από τους δικούς τους προγόνους, για να το πει σήμερα ώστε να ξεκινήσει το γλέντι με τους χωριανούς που μαζεύτηκαν από τα πέρατα της γης για να πάρουν αμπάριζα και να βγουν, και η νοητή κοινότητα να γίνει για μια νύχτα ξανά πραγματική, και για να το ξαναπεί και κάθε άλλη αντίστοιχη φορά που θα γίνεται το ίδιο, μέχρι να το μάθουν οι νεότεροι και να το λένε όταν εκείνος θα 'χει φύγει, και το πανηγύρι να διαιωνιστεί, κι έτσι ο κόσμος να συνεχίσει να υπάρχει, ενώ αλλιώς δε θα συνεχίζει, θα είναι κάθε μέρα ένας καινούργιος κόσμος χωρίς παρελθόν και χωρίς βάση. Σ' όλα αυτά να προσθέσουμε και κάτι που μάλλον δε θα απασχολούσε τον Πρεάρη, αλλά το σκέφτηκα εγώ: ότι οι παλιοί παλιοί αυτά τα τραγούδια δεν τα 'χαν εμπιστευτεί μόνο στους δικούς του προγόνους, αλλά στους προγόνους όλων των Ελλήνων (για να μην επεκταθώ και στα αντίστοιχα άλλων λαών), αλλά όταν στα περισσότερα άλλα μέρη τα 'χαν ξεχάσει στην Όλυμπο τα κρατάγαν ακόμα.
Ο Πρεάρης δεν είπε τίποτε από όλα αυτά. Δεν έδειξε αν έχει ή δεν έχει την αίσθηση που είχα εγώ, ότι τελεί ένα ιερό χρέος εκείνη τη στιγμή. Απλώς κατέστησε σαφές ότι είναι αδιανόητο να παρατήσει το τραγούδι, αφού στο κάτω κάτω δεν είχε πιάσει και καμιά φωτιά.

Αργότερα σκέφτηκα πως ανάμεσα σ' όλους τους άσχετους που δεν είχαν δουλειά εκεί, δηλαδή ούτε με λυροτσάμπουνα είχαν μεγαλώσει ούτε είχαν να επιβεβαιώσουν και να ανανεώσουν τους δεσμούς τους με κανέναν, ήμουν κι εγώ. Η παρουσία μου δεν προσθέτει τίποτε στην ουσία του πανηγυριού. Είχα πάει από το δικό μου προσωπικό ενδιαφέρον γι' ατό το μέρος και για τα έθιμα και τα τραγούδια του, δηλαδή, αν το καλοσκεφτούμε, για ατομιστικούς λόγους. Ενώ το πνεύμα του πανηγυριού είναι ακριβώς η συλλογικότητα. Κι έτσι δεν ξαναπήγα μέχρι τώρα στον Άη Γιάννη.
Πήγα όμως σε πολλά άλλα πανηγύρια, όσα δεν έχουν αυτό τον τόσο ιδιαίτερο, καθαρά τοπικό χαρακτήρα, και όσα δεν είναι τόσο φημισμένα για την αυθεντικότητά τους ώστε να μπασταρδεύονται από τις συνέπειες της ίδιας τους της φήμης.

Λίγα χρόνια μετά λοιπόν, γινόταν το πανηγύρι της Λαμπρής Τρίτης στην Όλυμπο. Μια παρέα μερακλήδες είχαν στελιάσει καθιστό γλέντι γύρω από ένα τραπέζι στο Πλατύ. Τα πράγματα ήταν ακόμα ανεπίσημα: η παρέα ήταν μικρή, οι οργανοπαίχτες κάθονταν στους πάγκους μαζί με τους άλλους και όχι σε καρέκλες πάνω στο τραπέζι, όπως γίνεται στο χορό, και ο πολύς ο κόσμος που θα ξεκίναγε το χορό δεν είχε ακόμα μαζευτεί. Είχαν ξεκινήσει και πάλι με ένα Συρματικό, και τώρα έλεγαν μαντινάδες απευθύνοντας ο ένας στον άλλο παίνια και φιλοφρονήσεις.
Κάποια στιγμή ξεπρόβαλε από ένα στενό ο Γιώργος ο Πρεάρης. Κοίταξε μ' ένα αβέβαιο και κάπως παράξενο ύφος γύρω γύρω, μετά πλησίασε κι έπιασε θέση σ' ένα πάγκο. Έκατσε χωρίς να χαιρετήσει άνθρωπο. Οι άλλοι του φέρθηκαν με ιδιαίτερα τιμητικό και σεβαστικό τρόπο, του έκαναν τόπο να καθήσει, και πολύ σύντομα άρχισαν να του τραγουδούν μαντινάδες. Ήταν η μία πιο επαινετική από την άλλη. Ακούγοντάς τις αντιλήφθηκα ότι η κοινή γνώμη γι΄αυτό τον σημαντικό άνθρωπο ήταν λίγο πολύ η ίδια με τη δική μου: οι μερακλήδες τον αναγνώριζαν ως πρωτομερακλή τους, και θεωρούσαν σαφώς ότι αποτελεί σπουδαίο κεφάλαιο για την Όλυμπο, ότι είναι ένας από τους διαύλους που εξασφαλίζουν την επικοινωνία του παρόντος με όλες τις γενιές του παρελθόντος. Κάτι σαν τους ραψωδούς ή τους μάντεις της αρχαιότητας, που ήξεραν οι πρώτοι το παρελθόν (σε εποχή που δεν υπήρχε γραφή, οπότε την ιστορία την ήξεραν μόνο οι παραμυθάδες) και οι δεύτεροι το μέλλον. Όλα αυτά είναι δικά μου λόγια βέβαια, αλλά κι εκείνοι με τα δικά τους αυτό πάνω κάτω έλεγαν.
Ο Πρεάρης δεν έδειξε καμία προσοχή στα λόγια που του απηύθυναν οι γλεντιστάδες, δεν τραγούδησε, δεν απήντησε τίποτε, εξακολουθούσε να κοιτάει στα χαμένα, και κάποια στιγμή σηκώθηκε κι έφυγε, πάλι χωρίς να χαιρετήσει, στη μέση μιας μαντινάδας που του έλεγε κάποιος.

Αλτσχάιμερ, μου είπαν αργότερα. Δεν ξέρω αν ισχύει η πληροφορία, αλλά ότι ήταν άρρωστος είναι βέβαιο.

Αγανάκτησα. Αν το είχε η μοίρα του να αρρωστήσει, ας αρρώσταινε. Υπάρχουν χίλιες δυο αρρώστιες που χτυπάνε στο αίμα, στα κόκκαλα, στο συκώτι, στα πόδια, στα χέρια, στα μάτια, όπου θες. Ήταν ανάγκη αυτόν τον άνθρωπο να τον χτυπήσει ειδικά στη μνήμη; Ή αντίστροφα: αν ήταν να πέσει μια αρρώστια που χτυπάει στη μνήμη, ήταν ανάγκη να πέσει ειδικά σ' αυτόν;

Επιτρέπεται να γίνονται τέτοια στον κόσμο; Δεν έχουμε πολλούς ανθρώπους σαν κι αυτόν, που ήταν ταμείο γνώσης και μνήμης και σοφίας, για να μας τους σπαταλάτε! Θα μου πεις, και τι να κάνεις; Να τα βάλεις με το θεό ή τη μοίρα; Χαμπάρι δε θα πάρουν ότι κάπου κάποιος μικρός, ελάχιστος άνθρωπος, κουνάει τη γροθιά του και φωνάζει. Το αποδέχεσαι, δεν υπάρχει άλλη λύση. Και στο κάτω κάτω έχει πολλούς που πόνεσαν πιο πολύ από μένα γι' αυτή την ιστορία: οι χωριανοί του και οι μερακλήδες τ' αγαπάνε πιο πολύ από μένα τα τραγούδια (ας πούμε ότι εγώ τ' αγαπάω από λίγο πιο μακριά, ίσως πιο πολύ τα θαυμάζω και τα καμαρώνω, ενώ εκείνοι τα 'χουν δικά τους), και φυσικά υπάρχουν οι δικοί του άνθρωποι που έζησαν το δράμα του από κοντά. Εγώ πού κολλάω; Κλαίνε οι χήρες, κλαίνε κι οι παντρεμένες;

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *

Ο Γιώργος Πρεάρης πέθανε χτές, παραμονή της Παναγίας 2010. Αιωνία του η μνήμη.