Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Ήταν μια χρονιά που στο Γυμνάσιό μας, όπως και σε ολόκληρο το νησί, δεν είχαν στείλει καθηγητή ούτε Μουσικής ούτε Καλλιτεχνικών. Γι’ αυτά τα μαθήματα προβλέπεται από μία ώρα την εβδομάδα σε κάθε τάξη. Έτσι, μας περίσσευαν έξι ώρες κενές, δύο στην πρώτη, δύο στη Δευτέρα και δύο στην τρίτη. Στην αρχή τα παιδιά σ’ αυτές τις ώρες απλώς είχαν κενό, δηλαδή έβγαιναν στο χωριό και βωλοδέρνανε. Όταν σιγουρευτήκαμε ότι δεν πρόκειται να έρθει καθηγητής, κάναμε τις αναγκαίες αλλαγές στο συνολικό πρόγραμμα, και οι κενές ώρες ήρθαν στο τέλος κάποιας ημέρας. Έτσι τα παιδιά σχολάγαν νωρίτερα.

Με «γνωστικά» κριτήρια, αυτή η απώλεια είναι πολύ πιο ασήμαντη απ’ ό,τι αν δε γινόταν Φυσική ή Μαθηματικά ή Λογοτεχνία. Η Αισθητική Αγωγή (δηλαδή τα Καλλιτεχνικά και η Μουσική μαζί) θεωρείται το κατεξοχήν δευτερεύον, ασήμαντο μάθημα. Άλλωστε δεν εξετάζεται, και σχεδόν δε βαθμολογείται καν −για την ακρίβεια μπαίνει ένας βαθμός αλλά δε συνυπολογίζεται στο μέσο όρο, και κατά παράδοση σχεδόν όλοι οι καθηγητές βάζουν πολύ ψηλούς βαθμούς, από 17 έως 20.

Ωστόσο στην πραγματικότητα ένα σχολείο όπου δε γίνονται αυτά τα δύο μαθήματα είναι κάτι τραγικό, γιατί χωρίς αυτά τι μένει; Μένουν όλα τα άλλα, που στηρίζονται κατά βάση στην ίδια λογική: διαβάζω, εξετάζομαι, περνάω ή κόβομαι· αν έχω κενά από τις προηγούμενες τάξεις δυσκολεύομαι· αν παραδυσκολευτώ και τα παρατήσω, το μάθημα γίνεται εφιάλτης· μπορεί να αρχίσουν τα ιδιαίτερα και τα φροντιστήρια· αν είμαι καλός προχωράω, αλλά πάντα με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή το λογικό και γνωστικό χτίσιμο καινούργιων στοιχείων πάνω σε παλιά. Φυσικά αυτό δεν είναι κακό. Γίνεται απαίσιο όμως, όταν είναι το μοναδικό πράγμα που γίνεται στο σχολείο από την προσευχή της Δευτέρας μέχρι το σχόλασμα της Παρασκευής. Τα Καλλιτεχνικά και η Μουσική στηρίζονται σε άλλες βασικές αρχές. Είναι δυνατόν να προχωρήσουν χωρίς το βούρδουλα του βαθμού, που ρεαλιστικά είναι αναπόφευκτος στα άλλα μαθήματα. Ο κακός μαθητής, που συνήθως είναι γενικά κακός και όχι μόνο στα θεωρητικά ή μόνο στα φυσικομαθηματικά, έχει την ευκαιρία να δοκιμαστεί σε τελείως άλλους τομείς όπου πιθανόν να είναι πολύ καλός. Ο καλός μαθητής πάλι, που κι αυτός συνήθως είναι γενικά καλός και όχι επιλεκτικά, έχει την ευκαιρία να καλλιεργήσει και άλλες νοητικές και πρακτικές δεξιότητες, πέρα από αυτές των «γνωστικών» μαθημάτων, αποφεύγοντας τον ενδεχόμενο κίνδυνο να αναπτυχθεί μονόπαντα. Ο μέτριος μαθητής, που κινείται με βάση όχι τις ικανότητες που έχει ή δεν έχει αλλά την αδιαφορία, ίσως να βρει σ’ αυτά τα μαθήματα το κίνητρο, την ευχαρίστηση που δεν του προσφέρουν τα υπόλοιπα, φτάνοντας πιθανώς στο σημείο να αναθεωρήσει τη συνολικά απαξιωτική του γνώμη για το σχολείο.

Εν ολίγοις πρόκειται για μαθήματα που σπάνε τη μονοτονία των άλλων μαθημάτων. Δεν είναι καλύτερα ή χειρότερα από τα υπόλοιπα, αλλά είναι εξαιρετικά σημαντικά από την άποψη ακριβώς ότι είναι διαφορετικά. Μ’ αυτά (και, θεωρητικά, και με τη Γυμναστική −άλλο πώς γίνεται συνήθως) είναι που παύεις πια να πηγαίνεις σχολείο για μια μοναδική δουλειά.

Στα μικρά σχολεία είναι αρκετά πιθανό ένας καθηγητής να μη συμπληρώνει το ωράριό του. Εκεί για παράδειγμα ήμασταν δύο φιλόλογοι για όλο το Γυμνάσιο, με υποχρεωτικό ωράριο 21+21 ώρες, αλλά το σύνολο των φιλολογικών μαθημάτων και στις τρεις τάξεις ήταν λιγότερο από 42 ώρες. Γι’ αυτόν και για μία σειρά άλλους λόγους τη βγάζαμε πολύ ξεκούραστα. Σε σχέση μ’ αυτό που γνώρισα αργότερα στην Αθήνα τη βγάζαμε αφάνταστα ξεκούραστα, μπορώ να πω. Έτσι αποφάσισα να αναλάβω, με δική μου πρωτοβουλία, το μάθημα της Μουσικής. Το πρότεινα στο διευθυντή. Θα ήταν κάτι ανεπίσημο, ανάμεσα σ’ εμάς και τα παιδιά, χωρίς εμπλοκή της Υπηρεσίας. Με άλλα λόγια δε θα έμπαινε βαθμός, και επισήμως θα ήταν σαν να πήγαινα στο κενό τους να τους απασχολήσω.

Μέσα στην εβδομάδα είχα δύο τελευταίες ώρες που δεν είχα μάθημα, και που συνέπιπταν μ’ εκείνες που ούτε τα παιδιά είχαν. Έτσι, θα τους λέγαμε ότι την τάδε μέρα η μία τάξη και τη δείνα η άλλη τάξη δε θα σχολάνε πιο νωρίς, αλλά κανονικά. (Αυτό έπιανε τις δύο μεγαλύτερες τάξεις. Για την πρώτη γυμνασίου το πρόγραμμα δε βόλευε.) Όμως, το να σχολάνε νωρίτερα είναι ένα προνόμιο που δε θα το απαρνούνταν εύκολα: αν τους λέγαμε ότι θα το χάσουν για να κάνουμε Μουσική θα διαμαρτύρονταν, θα λέγανε «εμείς θέλουμε το κενό μας» (την έχω ακούσει αρκετές φορές αυτή την απίστευτη ατάκα) και θα γινόταν κακή αρχή. Έτσι έκανα επιπροσθέτως μία εσωτερική αλλαγή στο δικό μου πρόγραμμα: μετέφερα στην τελευταία ώρα κάποιο μάθημα που είχα μαζί τους πιο νωρίς, και στο κενό που δημιουργήθηκε έβαλα τη Μουσική. Αυτό δε χρειαζόταν να το ανακοινώσω σε κανέναν, μόνο στα παιδιά. Ο διευθυντής δε θα συμφωνούσε, γιατί η τελευταία ώρα είναι πάντα καμένη στο συγκεκριμένο σχολείο: για κάποιο μυστηριώδη λόγο που σχετίζεται με τα δρομολόγια των λεωφορείων, κρατάει μόνο 25 λεπτά και γενικά αντιμετωπίζεται ως η αναγκαία καθυστέρηση που θα κάνει το σχόλασμα πιο γλυκό, και όχι ως ωφέλιμος χρόνος μαθήματος. Οπότε δεν ήθελε να χαντακώσουμε σ’ αυτή την ώρα ένα «κανονικό» μάθημα, όπως τα Αρχαία ή τα Νέα. Εγώ πάλι, δολίως σκεπτόμενος, έκρινα ότι καλύτερα να βάζαμε εκεί το «κανονικό» μάθημα, αφού έτσι κι αλλιώς υπήρχε και άλλη ώρα μέσα στην εβδομάδα όπου θα είχαμε όλο τον κανονικό χρόνο και τις επιθυμητές συνθήκες, παρά τη Μουσική που είναι μια φορά την εβδομάδα.

Μ’ όλη αυτή τη σκευωρία λοιπόν κατάφερα να κάνω Μουσική στη Β΄ και τη Γ΄ Γυμνασίου. Κρίμα για την Α΄, αλλά δε χωρούσε πουθενά στα προγράμματα. Για να κάνω και σ’ αυτούς θα έπρεπε να αναθεωρηθεί ολόκληρο το πρόγραμμα του Γυμνασίου, πράγμα που δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει: είναι τόσο περίπλοκη, κουραστική και εκνευριστική διαδικασία για όλους και μετά βεβαιότητος θα δημιουργούσε προβλήματα για τα οποία θα έβγαινα εγώ υπόλογος, οπότε μόνο αν έκανα όλους τους μαθητές Παγκανίνηδες και Μαρίες Κάλλας θα ξεπλενόμουνα κάπως. Ενώ έτσι όπως το κάναμε, χωρίς να μπω σε κανενός το μάτι, οι δύο τάξεις θα συμπλήρωναν ένα χαμένο μάθημα και η πρώτη, τι να κάνουμε, θα έμενε χωρίς μουσική όπως την είχε εξαρχής καταδικάσει η Υπηρεσία.

**********

Εγώ δεν είχα σκοπό να κάνω κανέναν Παγκανίνι ή Μαρία Κάλλας. Βασικά ήθελα να κάνουμε ένα μάθημα για τα μουσικά όργανα. Έχει ανθρώπους που όταν βλέπουν ένα συγκρότημα δεν ξεχωρίζουν την κιθάρα από το μπάσο, ή (σε μια ορχήστρα) το βιολί από τη βιόλα, και άλλους που τα ξεχωρίζουν. Είμαι της γνώμης ότι όποιος τα ξεχωρίζει κερδίζει κάτι. Άλλο είναι να ξέρεις να ονομάζεις με ακρίβεια τα αντικείμενα του γύρω κόσμου κι άλλο να λες «αυτό το πωστολένε» ή να ονομάζεις όλα τα όργανα κιθάρες. Ήδη είχα σοκαριστεί όταν μια φορά τούς είπα κάτι για τον ευκάλυπτο που ήταν πίσω από το σχολείο και μερικά παιδιά δεν ήξεραν ποιος είναι ο ευκάλυπτος, γιατί μια ζωή τον ονόμαζαν απλώς «δέντρο». Όταν ξέρεις να ξεχωρίζεις το ένα δέντρο από το άλλο και το ένα όργανο από το άλλο έχεις πιο σαφή εικόνα του κόσμου που σε περιβάλλει. Δε χρειάζεται να ξέρεις κάθε απίθανο είδος δέντρου, αλλά ο ευκάλυπτος, διάβολε, είναι κάτι αρκετά κοινό. Όπως αντιλαμβάνεσθε, αυτό το σκεπτικό ήταν άμεσα επηρεασμένο από τις γλωσσολογικές μου σπουδές: «Τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου».

Σημειωτέον ότι ούτε ήξερα ούτε με απασχόλησε ποια είναι η κανονική ύλη του Υπουργείου για το μάθημα της Μουσικής σε κάθε τάξη. Αποφάσισα ότι θα έβρισκα αυτό που εγώ θέλω να τους κάνω και θα το έκανα, ίδιο και στις δύο τάξεις.

Θεωρούσα ευνοϊκή συγκυρία το ότι είχα στη διάθεσή μου αρκετά όργανα που θα μπορούσα να τους παρουσιάσω στ’ αλήθεια. Είχα στο σπίτι δείγματα των οργάνων που παίζονται στο νησί, λύρα, τσαμπούνα και λαούτο, καθώς και ένα φιλοξενούμενο σαντούρι, είχα δύο φίλους συναδέλφους που έπαιζαν κιθάρα και ακορντεόν και θα μπορούσαν να μου τα δανείσουν ή ακόμη και να έρθουν, αν ήθελαν, να τα παρουσιάσουν οι ίδιοι στα παιδιά, και με παρόμοιους τρόπους όλο και κάπου θα βρισκόταν μια φλογέρα, ένα μπουζούκι και μερικά άλλα όργανα. Επίσης είχα ένα πολύ καλό βιβλίο για τα όργανα, φτιαγμένο λες επίτηδες για σχολική χρήση, που παρουσιάζει μερικές δεκάδες γνωστά και λιγότερο γνωστά όργανα του κόσμου σ’ ένα δισέλιδο το καθένα, με φωτογραφίες και λίγες εύληπτες και ουσιαστικές πληροφορίες.

Τελικά, μία σειρά σκέψεων με οδήγησε σε κάτι άλλο, που νομίζω ότι ήταν ακόμη καλύτερο. Κάναμε την παρουσίαση των οργάνων, αλλά πριν από αυτήν έγινε μία σειρά μαθημάτων με θέμα την εισαγωγή στην ακουστική: πώς παράγονται οι μουσικοί ήχοι.

Ξεκινήσαμε με ένα χάρακα που τον κρατάς στην άκρη του θρανίου και τον τινάζεις και κάνει τόινγκ τόινγκ. Ανάλογα πόσο μακρύ είναι το κομμάτι του χάρακα που είναι στον αέρα, αλλάζει ο τόνος του τόινγκ τόινκγ. Πώς ακριβώς όμως αλλάζει; Βρήκαν μόνοι τους ότι άμα μακρύνουμε το ελεύθερο κομμάτι του χάρακα ο ήχος γίνεται πιο μπάσος, κι άμα το κοντύνουμε γίνεται πιο ψηλός. Τους ρώτησα αν ξέρουν πώς λέγεται η κίνηση που κάνει ο χάρακας. Όταν κάποιος θυμήθηκε από τη Φυσική ότι αυτό είναι ταλάντωση, το θυμήθηκαν και οι άλλοι. Όλοι το είχαν ακούσει, αλλά δεν το είχαν βέβαια μάθει όλοι.

Το να τους ρωτάω πράγματα από την ύλη της Φυσικής χωρίς να είμαι ο Φυσικός τους τους έκανε να συζητάνε πιο ελεύθερα: δεν ήταν εξέταση, δεν είχαν τίποτα να φοβηθούνε. Δε θα μπορούσα ποτέ να κάνω με την ίδια άνεση μια ανάλογη κουβέντα για τα φιλολογικά μαθήματα, γιατί όλοι θα επηρεαζόμασταν από το γεγονός ότι εγώ τους τα έχω διδάξει (ή και άλλος να ήταν, ξέρω τι περίπου τους έχει κάνει) και άρα το να τα ξέρουν είναι κάποιου είδους υποχρέωση απέναντί μου, που είτε την τηρούν και μπράβο είτε όχι και κακώς. Στη Φυσική κάναμε απλώς κουβέντα.

Τους εντυπωσίασα με το ότι, αν και φιλόλογος, ήξερα κάποια πράγματα από τη Φυσική. Τους έκανα να γελάσουν παίζοντας στοιχειώδεις μελωδίες με το τόινγκ τόινγκ του χάρακα. Τους δημιούργησα μία αίσθηση απενοχοποίησης ενθαρρύνοντάς τους να παίζουν κι εκείνοι με το χάρακα. Και απέφυγα τον κίνδυνο να γίνουμε παιδική χαρά συνδέοντας, με τρόπο που φαινόταν απροσδόκητος και συνάμα απόλυτα φυσικός, το αστείο αυτό παιχνιδάκι με τους κανόνες της Φυσικής.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά ανακαλύψαμε έναν κανόνα, ότι ο πιο μακρύς χάρακας βγάζει πιο μπάσα φωνή και αντιστρόφως. Τον ελέξγαμε πειραματικά, και παίξαμε λίγο προσπαθώντας να μαντέψουμε τι φωνή θα έκανε ο καθένας μας να βγάλει ο χάρακας αν τον κράταγε λίγο πιο έξω ή λιγο πιο μέσα στο θρανίο. Εμπεδώσαμε αυτό τον κανόνα, κι εκεί τέλιωσε το πρώτο μάθημα.

Στο επόμενο μάθημα φτιάξαμε το Μονόχορδο του Πυθαγόρα. Το Μονόχορδο του Πυθαγόρα είναι ένα πειραματικό μουσικό όργανο, επί του οποίου μελετώνται οι κανόνες ακουστικής των εγχόρδων. Αποτελείται από μία έδρα, ένα σκουπόξυλο και μία καλούμπα σπάγκο. Δένουμε τη μια άκρη του σπάγκου κάπου κάτω από την τάβλα της έδρας, τον φέρνουμε να διασχίσει όλο το πλάτος της τάβλας, και τον τεντώνουμε τραβώντας δυνατά την καλούμπα από την άλλη άκρη. Πάνω στην έδρα έχουμε και το σκουπόξυλο, ξαπλωμένο κάθετα στο σπάγκο, και περασμένο από κάτω του. Κρατάει τον τεντωμένο σπάγκο σε μια απόσταση από την τάβλα, δηλαδή λειτουργεί σαν καβαλάρης. Με το τμήμα του τεντωμένου σπάγκου από το σκουπόξυλο μέχρι την άκρη της έδρας μπορούμε να βγάλουμε και πάλι ήχους: τόινγκ, τόινγκ. Αφού το έφτιαξα και τους έδειξα πώς δουλεύει, ζήτησα να σηκωθεί όποιος ήθελε να με βοηθήσει. Προσφέρθηκαν σχεδόν όλοι. Διάλεξα τον πιο καμένο μαθητή της τάξης, ας τον πούμε Γρηγόρη. Δε θα σας πω αυτή τη στιγμή όλη την ιστορία της περίπτωσης Γρηγόρη, αλλά ήταν σαφώς ένας καμένος μαθητής, σχεδόν αναλφάβητος και που συνέχεια έμπλεκε σε καβγάδες και κάθε είδους προβλήματα. Ήταν πρώτη φορά που προσφερόταν να βοηθήσει στο μάθημα.

Σηκώθηκε λοιπόν, και του είπα να κρατάει τεντωμένη την καλούμπα. Εγώ έκανα τόινγκ τόινγκ με τη χορδή μετακινώντας μπρος πίσω το σκουπόξυλο, και τα παιδιά έπρεπε να βρουν, βάσει του κανόνα του προηγούμενου μαθήματος, αν η νότα θα ψήλωνε ή θα χαμήλωνε. Το πήγαιναν καλά: το είχαν πάρει λίγο σαν παιχνίδι, κι έτσι συμμετείχαν και μάλιστα αμιλλώνταν κιόλας. Όμως καμιά φορά η νότα άλλαζε χωρίς να μετακινήσουμε το σκουπόξυλο. Όποτε γινόταν αυτό, έκανα παρατήρηση στο Γρηγόρη. Τελικά κάποια στιγμή του είπα: τέντωσέ το γερά. Έκανα τόινγκ με τη χορδή. Πιο γερά, του είπα. Ξαναέκανα τόινγκ, και ήταν πιο ψηλό από πριν. Τι έγινε εδώ; Ξέρουμε ότι η νότα αλλάζει αν αλλάξει το μήκος της χορδής· τώρα πώς άλλαξε η νότα με το ίδιο μήκος χορδής;

Έτσι ανακαλύψαμε τον δεύτερο κανόνα: ότι εκτός από το μήκος, άλλος παράγοντας που επηρεάζει τη νότα είναι το πόσο τεντωμένη είναι η χορδή. Έβαλα το Γρηγόρη να αλλάζει το τέντωμά του ενώ εγώ έκανα τόινγκ τόινγκ με τη χορδή, κι έβγαιναν δίαφοροι αστείοι ήχοι· κι ενώ εκείνος έκανε κάτι που θα μπορούσε να το δει σα μια βλακεία για να γελάσουμε μέσα στο μάθημα, είδε έκπληκτος την κάθε του βλακεία να οδηγεί σ’ ένα επιστημονικό συμπέρασμα, που όλοι −ακόμα κι ο ίδιος− το καταλάβαιναν χωρίς προσπάθεια.

Πάμε παραπέρα. Αν το τέντωμα είναι σταθερό, τότε η νότα αλλάζει αν μετακινούμε το σκουπόξυλο. Θεωρητικά μπορούμε να παίξουμε τραγούδια μ’ αυτό τον τρόπο. Στην πράξη όμως δεν είναι εύκολο να πηγαίνουμε κοτζάμ σκουπόξυλο πέρα-πώε με τόση ταχύτητα και ακρίβεια στις κινήσεις ώστε να βγουν μελωδίες. Πώς αλλιώς μπορούμε να το κάνουμε;

Κάποιος (μπορεί να ’ταν και ο ίδιος ο Γρηγόρης, που αιφνιδίως είχε πάρει φόρα) σκέφτηκε ότι με το ένα χέρι μπορούμε, χωρίς να κουνάμε το σκουπόξυλο, να πατάμε το σπάγκο πάνω στην έδρα, σε διαφορετικά κάθε φορά σημεία, και με το άλλο να κάνουμε το τόινγκ τόινγκ. Αυτό ήταν πράγματι πιο αποτελεσματικό. Τους έβαλα να παίξουν μ’ αυτό. Όχι πως οι ήχοι είχαν καμιά ιδιαίτερη μουσικότητα, αλλά είχε πλάκα, και ταυτόχρονα η κίνηση θύμιζε πλέον αρκετά ξεκάθαρα τις κινήσεις κάποιου που παίζει ένα αληθινό όργανο.

Στη συνέχεια είπαμε τους άλλους δύο κανόνες: ότι μία χορδή πιο χοντρή βγάζει πιο χαμηλή νότα από μία πιο λεπτή και αντιστρόφως, και ότι μία από υλικό μεγαλύτερης πυκνότητας βγάζει πιο χαμηλή νότα από μία από υλικό μικρότερης πυκνότητας. Αυτούς τους είπαμε θεωρητικά, χωρίς παιχνίδια, αλλά πλέον υπήρχε η δυνατότητα να τους καταλάβουν, έχοντας εμπεδώσει καλά τους δύο πρώτους.

Μετά από αυτά ήταν πλέον καιρός να αρχίσουμε με τα πραγματικά όργανα. Τους έφερα ένα λαούτο στην τάξη. Το περιεργαστήκαμε, το πειράξαμε. Τους άφηνα να το πιάνουν και να το κάνουν ό,τι θέλουν χωρίς να τους λέω «μη μου το σπάσεις». Δοκιμάσαμε διάφορα: παίζεις σε μία χορδή· με το ένα χέρι την πατάς σε διάφορα σημεία, της αλλάζεις το μήκος του ελεύθερου τμήματος κι έτσι βγάζεις διαφορετικές νότες· όμως η πιο χαμηλή νότα που μπορείς να παίξεις είναι όταν η χορδή είναι ανοικτή, δηλαδή το ελεύθερο τμήμα της είναι ολόκληρο το μήκος της· αν η μελωδία που πας να παίξεις καταβαίνει και σε πιο χαμηλές νότες, τι κάνεις; Ήταν εύκολο πλέον να βρούνε ότι θα χρησιμοποιήσουμε μια άλλη χορδή, πιο χοντρή. Καθώς μάλιστα το έβλεπαν από πολύ κοντά, φαινόταν ποια χορδή είναι χοντρή και πια λεπτή. Με ανάλογους τρόπους βρήκαν το νόημα του κουρδίσματος: στρίβοντας τα κλειδιά αλλάζουμε το τέντωμα της κάθε χορδής, κι έτσι ανεβοκατεβάζουμε τον τόνο της μέχρι εκεί που θέλουμε.

Τους ρώτησα ποιος ήθελε να μας παίξει «κάτι» στο λαούτο. Στην αρχή ήθελαν λίγοι, αλλά σιγά σιγά πήραν θάρρος σχεδόν όλοι. Στο τέλος τους έπαιξα εγώ λίγη πραγματική μουσική κι είπαμε ένα-δυο τραγούδια.

Σε άλλο μάθημα τους έφερα το σαντούρι. Το σαντούρι έχει δύο ακαταμάχητα προσόντα: πρώτον, είναι φτιαγμένο λες επίτηδες για να βλέπεις αυτούς τους κανόνες ολοκάθαρα μπρος στα μάτια σου, με τις μακριές / κοντές και τις λεπτές / χοντρές χορδές. Δεύτερον, αν αρχίσεις να το κοπανάς στην τύχη, σχεδόν ό,τι κι αν κάνεις θα ακουστεί ωραίο. Εγώ δεν ξέρω σαντούρι, αλλά τόσο καιρό που το είχα σπίτι μου όλο και το έψαχνα, και έτσι είχα αποκτήσει μια μίνιμουμ εξοικείωση. Τους το έδειξα, και τους έπαιξα λίγο κάτι ό,τι να ’ναι, για να πάρουν ένα δείγμα του ήχου. Πολλοί το ήξεραν επειδή εκείνα τα χρόνια υπήρχε μια πιτσιρίκα που έπαιζε σαντούρι με τον Νταλάρα και είχε γίνει φίρμα της τηλεόρασης. Με το που ακούστηκε η πρώτη νότα, τα παιδιά γοητεύτηκαν από τον όντως μαγικό του ήχο, που μπορεί να κατευνάζει τα πάθη, να ηρεμεί τις ψυχές και να εγγυηθεί ότι σήμερα θα είχαμε ένα μάθημα πιο ήσυχο: δε θα κοπανάγαμε χάρακες, δε θα κάναμε αστεία, δε θα φωνάζαμε όλοι μαζί «κύριε κύριε εγώ εγώ». Το μάθημα ήταν λίγο συζήτηση και λίγο παίξιμο. Στο συζητητικό μέρος, για άλλη μια φορά ανακυκλώναμε τους ίδιους κανόνες περί κοντής χορδής και τα λοιπά. Εφόσον τους εφαρμόζαμε κάθε φορά με ένα διαφορετικό όργανο, δεν υπήρχε η αίσθηση ότι ξαναλέμε αιωνίως τα ίδια, κι έτσι το μάθημα δεν ήταν βαρετό. Στο παίξιμο, ο καθένας από όσους ήθελαν ανέβηκε με τη σειρά στην έδρα όπου καθόταν το σαντούρι κι έπαιξε κάτι. Λόγω της φύσης του οργάνου, ολωνών τα παιξίματα ακούγονταν ωραία. Θυμάμαι όμως σα σήμερα την ιδιαίτερη επιτυχία που είχε ο Γρηγόρης: κάπως έτυχε και αυτό το κουτουρού παίξιμό του ήταν τόσο ωραίο, ώστε όλοι τον παρακολουθούσαν με ιδιαίτερη προσήλωση. Όταν τελείωσε όλοι χειροκροτήσαμε αυθόρμητα.

**********

Όλα αυτά γίνονταν με την Τρίτη Γυμνασίου, μία τάξη που γενικώς ήταν απείθαρχη και προβληματική (η ίδια που αναφέρω και στο κείμενο Ένα εκπαιδευτικό πείραμα). Στη Δευτέρα Γυμνασίου είχα σκοπό να ακολουθήσω το ίδιο πρόγραμμα. Όμως εκείνοι ήταν αλλιώτικη ομάδα. Ήταν πιο πειθαρχημένοι, πιο συγκροτημένοι, και όχι απλώς δεν είχαν ανάγκη από τόση εναλλακτικούρα και βιωματική γνώση αλλά ίσα ίσα που μαζί τους αυτό δεν έπιανε καν. Έτσι, μετά από την εισαγωγή στην ακουστική με το χάρακα κλπ. περάσαμε πιο γρήγορα στην καθαυτό οργανογνωσία. Λίγο με όργανα που έφερνα εκεί επιτόπου, λίγο με το βιβλίο που σας έλεγα πιο πριν, μπήκαμε αρκετά σύντομα σε μία ύλη παρόμοιας δομής με των άλλων μαθημάτων: χωρίσαμε τα όργανα σε έγχορδα-κρουστά-πνευστά, κλπ..

Έγινε βέβαια κι εκεί λίγο από αυτό το νταλαβέρι με τα όργανα που βλέπαμε και παίζαμε στην τάξη. Υπήρχε ένα παιδί που έπαιζε τσαμπούνα, και την έφερε αλλά ντρεπόταν και δε δεχόταν με τίποτα να παίξει. Θυμάμαι χαρακτηριστικά τη μέρα που ένας φίλος Φυσικός, που έκανε επίσης κάποιο μάθημα σ’ αυτό το τμήμα και ήταν από την Κρήτη, ήρθε στο μάθημα ως γκεστ-σταρ με την κιθάρα του. Εκτός από το να παίξει, τους μίλησε λίγο για το όργανο, με ιδιαίτερη έμφαση σ’ ένα θέμα που εγώ δεν είχα θίξει καθόλου, το πώς ο ήχος μεταδίδεται και δυναμώνει μέσω του ηχείου του οργάνου. Γενικά τα παιδιά τον υποδέχτηκαν με τόση αγάπη και ενθουσιασμό όσο αμφιβάλλω αν του έδειχναν ποτέ την ώρα που είχαν κανονικό μάθημα μαζί του. Δυο-τρεις ωστόσο σχολίασαν χαμογελώντας τον τρόπο που πρόφερε τη λέξη ηχείο, στα κρητικά (ηshείο). Θεώρησα ότι μας ανοίγεται δρόμος για ένα νέο κεφάλαιο, το οποίο θα έπρεπε να αξιοποιήσουμε με κάθε διαθέσιμο μέσο, ακόμα και αυτό τον μάλλον άπρεπο χαβαλέ που δημιουργήθηκε από την προφορά του. Έτσι στο επόμενο μάθημα τους μίλησα για τη μετάδοση των κυμάτων του ήχου, επανερχόμενος κάθε τόσο στη λέξη ηshείο που μπορούσαμε πλέον εύκολα να τη θυμόμαστε συνειρμικά, και σε άλλα που μας είχε πει ο Φυσικός, ενώ ως πειραματική εφαρμογή κάναμε το κόλπο με το σπάγκο και τα δύο χάρτινα ποτηράκια, που δουλεύει σαν τηλέφωνο. Μερικοί το ήξεραν, άλλοι όχι, πάντως οι περισσότεροι ενθουσιάστηκαν.

Ωστόσο σε γενικές γραμμές μ’ αυτό το τμήμα κάναμε πιο πολλή θεωρία και λιγότερο παιχνίδι. Εντωμεταξύ κάποια μέρα, χαζολογώντας στο σπίτι μου με το ίντερνετ, βρήκα ένα ωραίο βιντεάκι με το Μπολερό του Ραβέλ. Είναι ένα κομμάτι όπου πάρα πολλά όργανα της κλασικής ορχήστρας εναλλάσσονται μεταξύ τους ως σολιστικά, ενώ παράλληλα η υπόλοιπη ορχήστρα τα συνοδεύει, και το βίντεο έδειχνε πολύ ευκρινώς και τον εκάστοτε σολίστα και τους υπόλοιπους. Αποφάσισα λοιπόν ότι θα τους το πάω για να δούνε στην πράξη τα όργανα που είχαμε μάθει επί χάρτου. Πρώτα όμως έπρεπε να μάθουμε επί χάρτου όλα τα όργανα που εμφανίζονταν στο βίντεο. Το κάναμε λοιπόν κι αυτό, με φωτοτυπίες από το βιβλιαράκι. Στην πορεία είχαμε την ευκαιρία να ανακαλύψουμε και πάλι μερικά πράγματα, όπως ότι ένας αυλός όσο πιο μακρύς είναι τόσο πιο μπάσα παίζει, όπως συμβαίνει και με τις χορδές, τι γίνεται όμως όταν φτάνουμε στο όριο ενός εύχρηστου μήκους και θέλουμε να φτάσουμε σε ακόμη πιο μπάσες νότες; Μπορούμε να φτιάξουμε ένα όργανο δυο ή τρία μέτρα μακρύ; Και βρήκαμε ότι μπορούμε, ερκεί να το διπλώσουμε για να είναι εύχρηστο. Μετά είδαμε όντως στο βιβλίο το φαγκότο, το κόντρα φαγκότο, την τούμπα και άλλα τέτοια διπλωτά όργανα, και στο τέλος μια μέρα είδαμε και το βιντεάκι στον προτζέκτορα, όπου τους έβαλα να αναγνωρίσουν όσα όργανα μπορούσαν. Το Μπολερό είναι επιπλέον ένα κομμάτι ιδανικό σαν πρώτο δείγμα κλασικής μουσικής για όποιον δεν έχει ξανακούσει. Είναι εύληπτο, δεν είναι απαιτητικό από τον ακροατή. Ακόμη όμως κι αν εκείνων τους έπεφτε δύσκολο, αν π.χ. τους έλεγα «ελάτε να ακούσουμε αυτό» και κάποια στιγμή το βαριόντουσαν, το βίντεο σε συνδυασμό με την άσκηση βοηθούσε να τους βάλω πλαγίως, δολίως να το ακούσουν χωρίς να έχουν στραμμένη την προσοχή τους στη μουσική. Θε έπρεπε να δούμε όλο το βίντεο και ο καθένας να σημειώνει σ’ ένα χαρτί τα όργανα που αναγνώριζε, όχι να φωνάζουν την ίδια στιγμή «κύριε κύριε φλάουτο, κύριε κύριε βιόλα» γιατί αυτό δε θα μας έβγαζε πουθενά. Έτσι, ενώ αυτοί πρόσεχαν να κάνουν σιωπηλά την άσκηση, η μουσική έκανε κρυφά τη δουλειά της κι έμπαινε απαρατήρητη στις ψυχές των παιδιών.

Δε λέω, μπορεί αυτή η τελευταία σκέψη να είναι μια δικιά μου ανυπόστατη μπούρδα, αλλά όπως και να ’χει κανένας δε βλάφτηκε που άκουσε και λίγο Ραβέλ. Μετά συγκρίναμε ποια όργανα είχε αναγνωρίσει ο καθένας.

****************

Αυτό το μάθημα δε συνεχίστηκε μέχρι το τέλος της χρονιάς. Για κάποιο λόγο που πλέον δε θυμάμαι, τράβηξε μόνο κάνα δίμηνο. Μετά κάτι άλλαξε με το πρόγραμμα, και τη μουσική την πήρε το ποτάμι. Είχα τσαντιστεί κρυφά με το διευθυντή, γιατί είχα την αξίωση να με υποστηρίξει λίγο πιο ενεργά αφού εγώ οικειοθελώς είχα προσφερθεί να κάνω όλη αυτή την ιστορία, αλλά τέλος πάντων με κάποιο τρόπο με άδειασε και μείναμε στη μέση. Δεν πειράζει, ήταν καλός διευθυντής και με είχε υποστηρίξει σε διάφορα άλλα, οπότε χαλάλι αυτή η ιστορία που μάλιστα την έχω ξεχάσει κιόλας.

Το ορατό αποτέλεσμα που είδα όσο καιρό κάναμε το μάθημα ήταν ότι αρκετά παιδιά έμαθαν αρκετά πράγματα από τα επιμέρους που ήθελα να τους μάθω, πώς λέγεται το τάδε όργανο ή ποιος κανόνας εξηγεί το δείνα φαινόμενο. Επίσης ότι κατάφερα για μοναδική φορά στη ζωή μου να κάνω ένα μάθημα στο οποίο οι μαθητές δεν είχαν καμία απολύτως υποχρέωση. Μάθαιναν όσα μάθαιναν χωρίς να τους βάζω να διαβάζουν ή να κάνουν οποιαδήποτε συνειδητή προσπάθεια.

Πέρα από αυτά τα επιμέρους, είχα δύο πολύ υψηλούς στόχους που δεν είμαι σε θέση να πω αν επετεύχθησαν ή όχι. Ο ένας είναι αυτός που έγραψα στην αρχή, να διευρύνουμε τα όρια του κόσμου μας διευρύνοντας τα όρια της γλώσσας μας. Ο άλλος ήταν να καταλάβουν τα παιδιά ποια φυσικά φαινόμενα κρύβονται πίσω από το γεγονός ότι ένας μουσικός παίζει λύρα στο πανηγύρι του χωριού ή μπουζούκι στην τηλεόραση. Αν γινόταν αυτό, ήλπισα ότι θα τους οδηγούσε σταδιακά στη συνειδητοποίηση ότι υπάρχει μία αντικειμενική επιστημονική ερμηνεία, μερικές φορές όχι ιδιαίτερα δυσνόητη, πίσω από οτιδήποτε συμβαίνει στον κόσμο· ότι, για να το πω σχηματικά, οι κεραυνοί είναι ηλεκτρικές εκκενώσεις και όχι κάτι που το ρίχνει ο Δίας. Είμαι της γνώμης ότι όποιος δεν το ξέρει αυτό ζει τη ζωή του σαν περαστικός, βλέπει διάφορα να συμβαίνουν γύρω του και το μόνο που έχει να πει είναι «πω πω!», και κινδυνεύει να καταλήξει άβουλος και παθητικός, χωρίς να του περάσει από το νου ότι μπορεί κι ο ίδιος να επέμβει σε ό,τι του συμβαίνει, αν αποκωδικοποιήσει τους μηχανισμούς −πράγμα που δεν πρόκειται να γίνει με κάποιον που ούτε καν φαντάζεται ότι υπάρχουν μηχανισμοί, κάποιον που δε συνδέει τα αποτελέσματα με τα αίτια αλλά περιορίζεται να βλέπει τα αποτελέσματα σαν κάτι ουρανοκατέβατο.

Δεν ξέρω αν πέτυχε όλο αυτό το μεγαλόπνοο σχέδιο. Είναι κάτι που ποτέ δε θα το μάθω: ακόμη κι αν συναντήσω τους μαθητές μου όταν θα είναι μεγάλοι, και δω ότι είναι ή δεν είναι άβουλοι κλπ. ή το αντίθετο, τίποτε δεν μπορεί να αποδείξει πώς θα ήταν τα πράγματα αν δεν είχαμε κάνει αυτό το δίμηνο Μουσική ή αν είχαμε κάνει όλη τη χρονιά.

Πάντως ο Γρηγόρης ήταν μία πολύ ορατή ανταμοιβή. Αφού έζησε μια φορά την πρωτόγνωρη εμπειρία τού να γίνεται κέντρο της προσοχής όχι για κάποια αταξία που έκανε αλλά επειδή είπε καλό μάθημα, και μετά αυτό επαναλήφθηκε και μερικές φορές ακόμη, η όλη του στάση στο σχολείο άλλαξε. Δεν ξεπέρασε βέβαια τον αναλφαβητισμό του, όμως εγκατέλειψε την εδραιωμένη μέχρι τότε πεποίθηση πως οτιδήποτε ζητάνε οι καθηγητές από τους μαθητές είναι πέρα από τις δικές του δυνάμεις και συνεπώς περιττεύει ακόμη και να προσπαθήσει, και άρχισε να προσπαθεί μερικά πράγματα. Εκείνο τον καιρό άρχισε να σηκώνει χέρι και στα Αρχαία, και μάλιστα μία μέρα μού έκλινε και έναν Αόριστο. Παράλληλα σταμάτησε να δημιουργεί μπελάδες και να τον τραβάμε όλη την ώρα στο γραφείο. Δηλαδή, από εκεί που (κατά τα φαινόμενα) δεν είχε κάνει ποτέ τίποτα καλό στο σχολείο και αρκετά κακά, έπαψε να κάνει οτιδήποτε κακό και έκανε και μερικά καλά. Και το πίστεψε και ο ίδιος. Σημαντικότατο, νομίζω. Έστω και μόνο γι’ αυτή τη μικρή πρόοδο του Γρηγόρη θεωρώ ότι η όλη ιστορία με το μάθημα της Μουσικής άξιζε τον κόπο.

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

ΟΙ ΤΑΜΠΟΥΡΑΔΕΣ

Η λαογραφία, όπως είναι γνωστό, γεννήθηκε στην εποχή του Ρομαντισμού, παράλληλα με την ιδέα του έθνους όπως αυτό νοείται σήμερα. Συγκεκριμένα η ελληνική λαογραφία ήταν εξ αρχής μία επιστήμη με προγραμματικό στόχο: να φέρει στο φως έθιμα και συνήθειες των Ελλήνων που να παρουσιάζουν άμεση και εμφανή σύνδεση με αντίστοιχα αρχαία, ώστε να αποδειχθεί ότι οι κάτοικοι της Ελλάδας είναι όντως απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και συνεχιστές του δικού τους πολιτισμού, και όχι οι εκφυλισμένοι Σλάβοι που είδε ο Φαλμεράγερ -τους οποίους οι εν Ευρώπη θαυμαστές της αρχαίας Ελλάδας δε θα είχαν κανένα ιδιαίτερο λόγο να υποστηρίξουν στις εθνικές τους επιδιώξεις. Δηλαδή ήταν μια στρατευμένη επιστήμη. Αυτό είναι κάτι που, με τα σημερινά δεδομένα, ακούγεται χυδαίο: η επιστήμη καλείται να ανακαλύψει την αλήθεια, και όχι να προαποφασίσει μια αλήθεια και μετά να την αποδείξει. Αλλά για εκείνη την εποχή υπηρετούσε μια ιστορική αναγκαιότητα.
Αργότερα κάποια στιγμή ανακαλύφθηκε και έγινε της μόδας το Βυζάντιο, η περίοδος που γεφυρώνει τον αρχαίο με το νεότερο ελληνισμό. Η βυζαντινή γραμματεία, αρχαιολογία κλπ. άρχισαν να μελετώνται και να τους αποδίδεται αξία και προσοχή ανάλογη με της αρχαίας. Καθετί που υπήρχε στο σύγχρονο ελληνισμό χωρίς να κατάγεται από τον αρχαίο, εφόσον αποδεικνυόταν ότι είχε ρίζες στο Βυζάντιο ήταν εξίσου δόκιμο.
Μετά, τα χρόνια πέρασαν. Ο κόσμος προχώρησε. Οι Έλληνες απέδειξαν ότι είναι όσο χρειάζεται απόγονοι των αρχαίων και των βυζαντινών, οι εθνικές επιδιώξεις ικανοποιήθηκαν όσο ικανοποιήθηκαν, και η ιστορία πέρασε στις επόμενες φάσεις. Και οι επιστήμες, όπως και κάθε τι άλλο -οι Τέχνες, η πολιτική, η τεχνολογία κλπ.- επίσης προχώρησαν τη ζωή τους.
Ωστόσο, ακόμη και σήμερα υπάρχουν Έλληνες που εξακολουθούν να κυνηγάνε τον Φαλμεράγερ. Κάποιους από αυτούς τους συναντώ συχνά στο ίντερνετ, σε διάφορους χώρους δημόσιου διαλόγου (π.χ. φόρουμ, μπλογκ, σχόλια σε βιντεάκια του Γιουτιούμπ κλπ.) να ανταλλάσσουν κουβέντες απίστευτης, ενίοτε, φραστικής βίας με Τούρκους, Σκοπιανούς, Αλβανούς και διάφορους άλλους εξίσου θερμοκέφαλους και ανεγκέφαλους με τους ίδιους. Τα θέματά τους καλύπτουν μία μεγάλη γκάμα: από το αν η ύπαρξη του ελληνικού επωνύμου Βούλγαρης ακυρώνει την ελληνική κυριαρχία στη Μακεδονία μέχρι αν το τζατζίκι και τον μπακλαβά τα κλέψαμε από τους Τούρκους. Και τα βλέπει κανείς αυτά σε σελίδες που δεν είναι κατ' ανάγκην εθνικιστικού χαρακτήρα: συχνά κάποιος αθώος ανεβάζει ένα βίντεο με τη χορευτική ομάδα του συλλόγου του χωριού του, δυο τρεις έρχονται και γράφουν από κάτω «Ώπα, αυτά είναι κέφια!», και όλα είναι ωραία μέχρι που εμφανίζεται κάποιος που λέει «αυτά δεν είναι δικά σας, είναι δικά μας και μας τα κλέψατε» και τότε μέσα σε dt αρχίζουν οι e-σφαλιάρες.
Όμως, αυτοί οι e-νταήδες είναι απλώς ταλαίπωροι καθυστερημένοι. Είναι θλιβερό ότι υπάρχουν, έως και τρομαχτικό καμιά φορά, αλλά [ελπίζουμε ότι] δε χαρακτηρίζουν το σύνολο της κοινωνίας τους. Είναι τελείως διαφορετικό όμως όταν άνθρωποι με κάποια παιδεία και με θέση που επηρεάζει τα πράγματα ακολουθούν το ίδιο πνεύμα. Οι άνθρωποι κάποιας παιδείας βέβαια έχουν μια κομψότητα στη συμπεριφορά τους: δε βρίζουν, δεν απειλούν, δε μιλάνε για κλοπές. Ωστόσο συχνά δεν έχουν ενδοιασμούς να δημιουργήσουν μία φανταστική αλήθεια που, προβάλλοντας τη σύνδεση κάποιου πολιτισμικού στοιχείου της σύγχρονης Ελλάδας με αντίστοιχα αρχαία ή βυζαντινά, του προσδίδει ιδιαίτερη αξία -την οποία υποτίθεται ότι αλλιώς δε θα είχε.
Το δημοτικό τραγούδι προέρχεται από τη βυζαντινή μουσική. Ε όχι ρε παιδιά, το δημοτικό τραγούδι δε θα μπορούσε με τίποτα να προέρχεται από τη βυζαντινή μουσική! Το δημοτικό τραγούδι είναι απλό, η συντριπτική πλειοψηφία των δημοτικών μελωδιών οποιασδήποτε ελληνικής περιοχής έχει ένα περιορισμένο αριθμό από νότες και φράσεις, ενώ το εκλησιαστικό μέλος είναι σύνθετο, περίτεχνο, επεξεργασμένο και λεπτουργημένο. Δεν μπορεί το απλό να προέρχεται από το περίτεχνο, δεν είναι προφανές; Υπόκειται ένας κοινός πυρήνας, αυτό ναι. Δε θα υποστηρίξω ότι είναι δύο άσχετα πράγματα. Και σίγουρα υπάρχουν κάποιες δημοτικές μελωδίες που έχουν επηρεαστεί από την εκκλησιαστική μουσική, ιδίως εκείνες που -σε αντίθεση με τις περισσότερες- είναι όντως πιο εκτεταμένες και πιο περίτεχνες. Αλλά υπάρχουν και άλλες που είναι επηρεασμένες από κάτι άλλο, από φράγκικα ή τούρκικα ή βουλγάρικα ακούσματα. Και στη γλώσσα μας έχουμε δάνεια από χίλιες δυο γλώσες, αυτό δεν αποδεικνύει τίποτε (ή μάλλον, αποδεικνύει απλώς ότι είχαμε επαφές με άλλους λαούς).
Ύστερα: το δημοτικό τραγούδι είναι εύκολο. Τις εποχές που οι τοπικές μουσικές παραδόσεις ήταν ζωντανές και ακμαίες, σε κάθε τόπο όλοι ήξεραν να τραγουδάνε και να χορεύουν τα τοπικά τραγούδια, χωρίς να κάνουν κάποια ιδιαίτερη συνειδητή προσπάθεια, απλώς με το να «μεγαλώνουν μέσα στη μουσική». Βέβαια δεν ήταν όλοι βιρτουόζοι, όλοι όμως μετείχαν αυτής της κουλτούρας. Αντίθετα η ψαλτική τέχνη κατακτάται μόνο μέσα από μακροχρόνιες συστηματικές σπουδές, σε συνδυασμό με την έμπρακτη εμπειρία, και πάλι ούτε οι ψαλτάδες γίνονται όλοι βιρτουόζοι. Πώς λοιπόν θα μπορούσε το δύσκολο, που απαιτεί σύστημα, μέθοδο και λογική επεξεργασία, να προηγείται του εύκολου, εύληπτου, που μαθαίνεται μόνο με την εμπειρία; Μόνο αν θεωρήσουμε το δημοτικό τραγούδι ως το εκφυλισμένο, παρηκμασμένο απότοκο του βυζαντινού μέλους. Αλλά αν είναι έτσι, τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος να ψάξουμε να του αποδώσουμε καμιά ιδιαίτερη αξία: δεχόμαστε ότι δεν έχει αξία, και ξεμπερδεύουμε.
Και όμως, το δημοτικό τραγούδι -συνήθως με τον τίτλο «Παραδοσιακό»- διδάσκεται με όρους βυζαντινής μουσικής σε πολλά Ωδεία και μουσικά σχολεία, και αναλύεται με βάση τη θεωρία της βυζαντινής μουσικής. Το αποτέλεσμα είναι νέοι μουσικοί, που πήγαν να διδαχτούν γιατί η παλιά αλυσίδα της προφορικής μετάδοσης έχει σπάσει, να βγαίνουν άχρηστοι: μαθαίνουν να προσέχουν λεπτομέρειες που για τον αυθεντικό παραδοσιακό μουσικό δεν υφίστανται καν, και να παραβλέπουν άλλα ζητήματα που γι' αυτόν είναι κεφαλαιώδη.
Το ίδιο αποτέλεσμα προκύπτει και όταν αντί της βυζαντινής χρησιμοποιείται η οθωμανική θεωρία και προσέγγιση. Η λόγϊα οθωμανική μουσική, εξίσου μελετημένη και λεπτουργημένη με τη βυζαντινή, ήταν η μουσική που άκουγαν οι ευγενείς και οι μορφωμένοι στην Κωνσταντινούπολη. Σήμερα είναι η «κλασική» μουσική της Τουρκίας. Έχει θεμελιώδεις ομοιότητες και αναλογίες με τη βυζαντινή, αλλά και αρκετές διαφορές. Μάνι μάνι, η βυζαντινή είναι αποκλειστικά εκκλησιαστική και φωνητική, ενώ η οθωμανική είναι κοσμική και χρησιμοποιεί όργανα. Πέρα από αυτό, υπάρχουν μικροδιαφορές στις δύο παραδόσεις και στην πράξη και στη θεωρητική προσέγγιση. Αλλά οπωσδήποτε οι ομοιότητες ανάμεσα στις δύο είναι περισσότερες απ' ό,τι ανάμεσα σε καθεμία από αυτές και στο δημοτικό ελληνικό τραγούδι, γιατί απλούστατα και οι δύο είναι έντεχνες, επώνυμες παραδόσεις, ενώ το δημοτικό τραγούδι είναι δημώδες.
Οπότε και η οθωμανικού τύπου προσέγγιση της λαϊκής παράδοσης βγάζει λάθος αποτελέσματα. Τουλάχιστον όμως είναι απαλλαγμένη από το σύμπλεγμα του να αποδείξουμε την ελληνικότητα και -άρα- την αξία της μουσικής. Μετά από αυτή την παρένθεση, αφήνω κατά μέρος την οθωμανοπρεπή διδασκαλία για να ξαναγυρίσω στη βυζαντινοπρεπή.
Βασικό εργαλείο στην εκμάθηση και των δύο σκελών της ελληνικής μουσικής, δημοτικού τραγουδιού και εκκλησιαστικού μέλους, είναι το εθνικό μας όργανο: όχι βέβαια το μπουζούκι, όπως ίσως να νόμιζε κανείς, ούτε το κλαρίνο, αλλά ο παγκοσμίως άγνωστος ταμπουράς.
Τι είναι ο ταμπουράς;
Η λέξη χρησιμοποιείται με διαφορετική σημασία σε τρία διαφορετικά επίπεδα. Στο πρώτο, το στενότερο, ταμπουρά ονόμαζαν σε διάφορες περιοχές ένα τοπικό όργανο που χονδρικά μοιάζει με σάζι ή μπουζούκι, αλλά στις λεπτομέρειες μπορεί να διέφερε από τον ταμπουρά μιας άλλης περιοχής. Με μία ευρύτερη έννοια ταμπουράδες είναι όλα αυτά τα τοπικά όργανα, καθώς και άλλα που είχαν τα ίδια βασικά χαρακτηριστικά αλλά η τοπική τους ονομασία μπορεί να ήταν άλλη. Και με μία ακόμη ευρύτερη έννοια ταμπουράς είναι ένας γενικός όρος που περιλαμβάνει όλα τα αλλιώς λεγόμενα «μακριά λαούτα», δηλαδή όλα τα απανταχού έγχορδα που αποτελούνται από ένα σχετικά μικρό ηχείο και ένα σχετικά μακρύ χέρι και παίζονται όχι με δοξάρι αλλά με πένα ή με το νύχι ή με το δάχτυλο, άρα και το μπουζούκι, και το ιρανικό ταρ, και το ινδικό σιτάρ, ακόμη και το μπάντζο. Εδώ θα χρησιμοποιούμε τη λέξη με τη δεύτερη σημασία: ένας γενικός τύπος ελληνικού οργάνου με διάφορες τοπικές παραλλαγές.
Η ονομασία ταμπουράς προέρχεται από το βυζαντινό πανδούρα / πανδουρίς. Σε πολλές γλώσσες υπάρχουν ονόματα οργάνων που είναι παραλλαγές αυτής της λέξης, και μερικές φορές πρόκειται για τελείως διαφορετικά όργανα (μπορεί να μην είναι καν έγχορδα αλλά κρουστά ή πνευστά), αν και συνήθως πρόκειται για όντως ταμπουροειδή όργανα: tanbura στην Τουρκία είναι ένα είδος σαζιού · ταμπουρίτσα στη Βουλγαρία ένα τετράχορδο μπουζουκοειδές · τανπούρα στην Ινδία ένα όργανο που μοιάζει με σιτάρ, πιο απλοποιημένο, που χρησιμοποιείται μόνο για ισοκρατήματα · αλλά tambour στα γαλλικά είναι το τύμπανο, και tambourine στα αγγλικά / tamburello στα ιταλικά το ντέφι, ενώ μπαντούρα ή μαντούρα στην Κρήτη είναι το μονοτσάμπουνο (μικρό καλαμένιο πνευστό, ένας μεμονωμένος αυλός τσαμπούνας -άλλωστε και η τσαμπούνα στην Κρήτη λέγεται ασκομ(π)αντούρα). Η πρώτη αρχή της λέξης έχω διαβάσει ότι είναι το σουμεριακό παν-τουρ, που κυριολεκτικά σημαίνει «μικρό τόξο».
Ταμπουράδες παίζονταν παλιά σε όλη λίγο-πολύ την Ελλάδα. Αλλού ήταν μικρότεροι, αλλού μεγαλύτεροι · με πιο στρογγυλό ή πιο αμυγδαλόσχημο ηχείο · με δύο ή τρεις ή και τέσσερις χορδές, μονές ή διπλές, και με ποικίλα κουρδίσματα. Και βέβαια με ποικίλες ονομασίες. Ανάλογη ποικιλία βρίσκουμε και στα σάζια της Τουρκίας, που είναι πολύ παρόμοια όργανα.
Σήμερα οι ταμπουράδες έχουν χαθεί από παντού στην Ελλάδα. Σώζονται άπειρες μαρτυρίες, απεικονίσεις, μνεία των οργάνων σε δημοτικά τραγούδια, φωτογραφίες, ακόμη και τα ίδια τα όργανα (π.χ. ο ταμπουράς του στρατηγού Μακρυγιάννη εκτίθεται, επισκευασμένος και έτοιμος να παίξει, στο Πολεμικό Μουσείο), αλλά δεν ξέρουμε πώς παίζονταν. Δεν υπάρχουν ούτε ηχογραφήσεις ούτε άνθρωποι που να πρόλαβαν την αλυσίδα της ζωντανής παράδοσης. Με κάποιες εξαιρέσεις: το μπουλγαρί, ο ταμπουράς της Κρήτης, παιζόταν μέχρι προ εικοσαετίας περίπου από τον τελευταίο παλιό οργανοπαίχτη, το Στέλιο Φουσταλιεράκη, ο οποίος πρόλαβε και να ηχογραφήσει και να βιντεοσκοπηθεί και να έρθει σε επαφή με ερευνητές που κατέγραψαν την τέχνη του, κι έτσι αργότερα υπήρξε η δυνατότητα αναβίωσης του οργάνου και σήμερα παίζουν πολλοί. Στο Άγκιστρο Σερρών έχει δυο γριές που παίζουν έναν τοπικό δίχορδο ταμπουρά, και κάποια στιγμή τούς έγινε αφιέρωμα σε μια εκπομπή στην τηλεόραση. Αλλά σε γενικές γραμμές οι ταμπουράδες όλης της Ελλάδας είτε μετασχηματίστηκαν σε μπουζούκια, τζουράδες και μπαγλαμάδες (που στη συνέχεια ακολούθησαν τελείως άλλη πορεία) και σε λαούτα (το σημερινό ελληνικό λαούτο μοιάζει να είναι υβρίδιο μεταξύ των καθεαυτού λαούτων, με κοντό χέρι, όπως το ούτι, και των ταμπουράδων) είτε σίγησαν. Κι έτσι δεν είναι γνωστό ούτε πώς κουρδίζονταν, ούτε τι πενιές χρησιμοποιούνταν, ούτε πώς ταιριάζονταν οι κλίμακες στα διαστήματά τους. Πρόκειται για μία παράδοση που έχει χαθεί.
Βέβαια η συγκριτική μουσικολογία μπορεί να αντλήσει κάποιες ενδείξεις σχετικά με αυτά τα ερωτήματα μελετώντας αφενός τα όργανα που διαδέχτηκαν τους ταμπουράδες και αφετέρου τα συγγενή τους όργανα άλλων λαών που παίζονται ακόμα, δηλαδή κυρίως τα τούρκικα σάζια. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι όπως παίζεται το τούρκικο σάζι έτσι παιζόταν και ο ελληνικός ταμπουράς της Α ή Β περιοχής. Άλλωστε και στην Τουρκία έχει επέλθει ένας συγκρητισμός: σήμερα θεωρείται ότι το σάζι είναι ένα όργανο, που βγαίνει στα τάδε και τάδε μεγέθη, το καθένα με την τονικότητά του και το όνομά του, και όλα κουρδίζονται με τρεις ή τέσσερις κοινούς για όλα τρόπους, και έτσι διδάσκεται. Εκ παραδόσεως όμως κάθε περιοχή είχε ένα μέγεθος, με το δικό του κούρδισμα και τη δική του τεχνική, που ήταν βέβαια σχετική και με το ιδιαίτερο τοπικό ρεπερτόριο.
Παρά λοιπόν τη σχεδόν πλήρη και μη αναστρέψιμη άγνοιά μας για το πώς παιζόταν, ο ταμπουράς έχει εσχάτως αναγορευθεί σε εθνικό μας όργανο. Είναι υποχρεωτικό για όσους μαθητές των μουσικών σχολείων παίρνουν παραδοσιακή μουσική, και χρησιμοποιείται επίσης και στη διδασκαλία της βυζαντινής. Τα όργανα που χρησιμοποιούνται είναι τούρκικα σάζια ενός συγκεκριμένου μεγέθους. Μόνο που αντί για την τρύπα στο κάτω μέρος του ηχείου που έχουν συνήθως τα σάζια αυτά την έχουν στο καπάκι όπως τα μπουζούκια και γενικώς τα περισσότερα έγχορδα. Έτσι, για να υπάρχει μία διαφορά. Και υπάρχει και μία ακόμη διαφορά, στους μπερντέδες (διαστήματα, τάστα): το μπράτσο χωρίζεται σε ημιτόνια και ορισμένα από τα ημιτόνια χωρίζονται σε τρία διαστήματα, ενώ οι Τούρκοι τα χωρίζουν σε δύο. Έτσι υποτίθεται ότι αποδίδονται με ακρίβεια τα διαστήματα των βυζαντινών κλιμάκων και άρα και των δημοτικών.
Μέσα σ' αυτή τη φαινομενικά αθώα συνήθεια, να χρησιμοποιείται ένα όργανο για την άσκηση του αφτιού στα διαστήματα, κρύβεται μία ολόκληρη σωρεία παραχαράξεων:
1. Ποτέ δεν υπήρξε «ταμπουράς» ως ένα ενιαίο πανελλήνιο όργανο.
2. Οι κατά τόπους παραλλαγές του ταμπουρά έχουν χαθεί. Ακόμα και όπου σώζονται δείγματα δεν ξέρουμε πώς παίζονταν.
3. Με απόλυτη βεβαιότητα κανένα είδος ταμπουρά, ακόμη και από αυτά που δε σώζονται δείγματα, δεν μπορεί να είχε αυτή τη διάταξη μπερντέδων: δεν είναι ίδιον των λαϊκών οργάνων να ορίζουν με τόση ακρίβεια τα διαστήματα. Τα όργανα με μπερντέδες έχουν πάντα λίγους μπερντέδες, έναν ανά ημιτόνιο ή και λιγότερους ακόμα. Αν ο παραδοσιακός οργανοπαίχτης έπαιζε μ' αυτούς τους λίγους μπερντέδες και δεν πετύχαινε το διάστημα σύμφωνα με το Μέγα Θεωρητικόν του Χρυσάνθου, τόσο το χειρότερο για το Χρύσανθο. Αυτή η συνήθεια με τους πολλούς μπερντέδες που σπαν το ημιτόνιο σε όλες τις λεπτές υποδιαιρέσεις προέρχεται από τα όργανα της λόγιας οθωμανικής μουσικής, που εξυπηρετούσε άλλες αισθητικές απαιτήσεις απ' ό,τι η λαϊκή μουσική. Ακόμη και τα τούρκικα σάζια, που είναι λαϊκά όργανα, σπάνε κάποια ημιτόνια αλλά πολύ λιγότερα απ' όσα βλέπουμε τώρα που το σάζι έχει μπει στα Ωδεία.
4. Ο συγκεκριμένος ταμπουράς των ελληνικών Ωδείων και μουσικών σχολείων είναι ξεκάθαρα τούρκικο σάζι. Αν εξαιρέσουμε αυτή τη λεπτομέρεια με τους μπερντέδες, που είτε για την Ελλάδα είτε για την Τουρκία είναι εξίσου ανιστόρητη, κατά τα άλλα είναι ένα όργανο που παίζεται σήμερα στην Τουρκία ενώ δεν παίζεται στην Ελλάδα, και είναι φτιαγμένο στην Τουρκία (ή στην Ελλάδα από μαστόρους που έχουν μάθει εμμέσως ή απευθείας από Τούρκους), κουρδίζεται όπως στην Τουρκία, και ο δάσκαλος το έμαθε από Τούρκους δασκάλους ή από Έλληνες μαθητές Τούρκων δασκάλων. Πριν το 1980 κανείς στην Ελλάδα δεν είχε ακούσει ούτε σάζι ούτε ταμπουρά. Μετά ξεκίνησε το έθνικ. Εμφανίστηκαν μουσικοί όπως ο Ρος Ντέιλι και οι Δυνάμεις του Αιγαίου που είχαν πάει στην Τουρκία και είχαν μάθει σάζια, λάφτες, νέγια, μπεντίρ, πολίτικες λύρες και διάφορα άλλα όργανα που εκεί καλλιεργούνταν ενώ εδώ ήταν άγνωστα, τα έφεραν εδώ, και επειδή η μουσική τους ήταν ωραία τα όργανα απέκτησαν απήχηση. Ήρθαν μερικοί και έγιναν μαθητές τους, οι μαθητές έγιναν δασκάλοι κι έβγαλαν καινούργιους μαθητές, εντωμεταξύ η επαφή με την πηγή (την Τουρκία) δε διακόπηκε γιατί κάθε μαθητής που σεβόταν τον εαυτό του ήθελε κάποια στιγμή να πάει κι από κει να δει το real thing και να μάθει από το δάσκαλο του δασκάλου του, και σήμερα αυτά τα όργανα έχουν γίνει πλέον πάγκοινα στην Ελλάδα, και χρησιμοποιούνται σε διάφορες μουσικές πέρα από την αυθεντική τούρκικη.
Όλα αυτά είναι καλά και γόνιμα. Όμως ούτε ο Ρος Ντέιλι ούτε οι Δυνάμεις ήρθαν ποτέ να μας πουν «αυτό είναι ένα παλιό ελληνικό όργανο». Ήταν τούρκικα, τα δήλωναν για τούρκικα, κατονόμαζαν με όλο το δέοντα σεβασμό τους Τούρκους δασκάλους τους, και από κει και πέρα τα χρησιμοποιούσαν είτε για δικές τους διασκευές ελληνικής μουσικής είτε για πρωτότυπη δική τους μουσική με επιρροές τούρκικες, ελληνικές και οτιδήποτε άλλο.
Αντίθετα στα μουσικά σχολεία, που επιτέλους ανήκουν στο Υπουργείο Παιδείας, στο Κράτος, δεν είναι ιδιώτες να λένε ό,τι θέλουν με ατομική τους ευθύνη, έρχονται οι μαθητές των μαθητών των Τούρκων σαζιστών και σου λένε «ταμπουράς!», κι εσύ ψαρώνεις: πω πω, η βυζαντινή Πανδουρίς! Σμίξαν τα μπουζούκια και ο μπαγλαμάς με τον ταμπουρά του Μακρυγιάννη! Τι λεπτός ήχος! Για δες πώς αποδίδει όλα τα διαστήματα! Τρεις χιλιάδες χρόνια μικρασιάτικου ελληνισμού!

Δε θα είχα αντίρρηση αν έκαναν ακριβώς το ίδιο, αλλά το ονόμαζαν σάζι. Και μετά κάποια στιγμή, ευκαιρίας δοθείσης, να εξηγούσαν κιόλας: δεν είναι το κανονικό τούρκικο σάζι, είναι ένα ειδικό όργανο μαθητείας, τροποποιημένο έτσι ώστε να βοηθάει να μάθουμε τα διαστήματα. Άλλωστε δεν αποκλείεται να το κάνουν κιόλας μερικοί δασκάλοι. Σαν ιδιωτική πρωτοβουλία όμως, όχι σαν επίσημη γραμμή.

Τώρα, σε όλο αυτό που υποστηρίζω, μπορεί να υπάρξει η εξής αντίρρηση: μα ο ταμπουράς ήταν ελληνικό όργανο, και από εμάς το έμαθαν οι Τούρκοι! Άσε μας ρε φίλε! Μας πήραν τον ταμπουρά και σε αντάλλαγμα μας έδωσαν το τζατζίκι; Αυτά είναι αστειότητες. Ελληνικό όργανο είναι όποιο παίζουν οι Έλληνες, και τούρκικο όποιο παίζουν οι Τούρκοι. Ελληνικό όργανο δεν είναι όποιο δεν παίζουν οι Έλληνες. Το κλαρίνο είναι ελληνικότατο, γιατί μ' αυτό γλεντάει και εκφράζεται όλη η Ήπειρος, η Θεσσαλία, η Ρούμελη, η Πελοπόννησος, μεγάλο μέρος της Μακεδονίας και της Θράκης και ακόμη και αρκετά νησιά. Τι σημασία έχει ότι προέρχεται από την κλασική δυτικοευρωπαϊκή ορχήστρα; Το τζατζίκι είναι ελληνικό, γιατί το φτιάχνει η μάνα μας και όλες οι ταβέρνες. Το «άει σιχτίρ» είναι ελληνικό, γιατί το λέμε και γεμίζει ο στόμας μας κι αλαφρώνει η ψυχή μας, κι ας μην ξέρουμε αν στα τούρκικα είναι ρήμα ή ουσιαστικό και τι σημαίνει κυριολεκτικά. Ο μέλας ζωμός δεν είναι ελληνικό φαγητό, κι ας τον έτρωγαν μονοφάι οι Σπαρτιάτες επί πέντε αιώνες, γιατί δεν τον φτιάχνει (ευτυχώς!) η μάνα μας, ούτε καμία ταβέρνα. Ποια πρακτική σημασία μπορεί να έχει η ιστορική πληροφορία ότι κάποιο όργανο ή φαγητό ή προϊόν ή λέξη δεν προέρχεται από το λαό που το χρησιμοποιεί τώρα;
Θα μου πεις, μ' αυτή τη λογική και το σάζι πλέον είναι ελληνικό, αφού το παίζουν τόσοι Έλληνες. Εντάξει... οριακά. Το παίζουν πολλοί Έλληνες, αλλά κυρίως σε τούρκικη μουσική. Και αυτό συμβαίνει εδώ και λίγα χρόνια. Να δεχτώ ότι το σάζι είναι ένα όργανο που πήραμε από τους Τούρκους και έχει αρχίσει να ενσωματώνεται στην ελληνική μουσική. Αλλά έστω κι έτσι, το σάζι δεν είναι σε καμία περίπτωση ο ταμπουράς. Γιατί αν το σάζι είναι ταμπουράς, τότε και τα ερείπια της Εφέσου είναι τούρκικα, και ο Μέγας Αλέξανδρος Σλάβος, και να που ξαναγυρίζουμε στον Φαλμεράγερ...


[ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αρκετές πληροφορίες και ιδέες αυτού του κειμένου προέρχονται από το βιβλιαράκι "Παραδοσιακά μουσικά όργανα" του Ρος Ντέιλι. Πρόκειται για το φυλλάδιο / κατάλογο μιας έκθεσης παραδοσιακών οργάνων από την Ελλάδα, Μ. Ανατολή, Β. Αφρική, Κεντρική Ασία και Ινδία, που είχε γίνει το 1996 στο Αετοπούλειο Πολιτιστικό Κέντρο στο Χαλάνδρι. Υποθέτω πως είναι δυσεύρετο, αλλά είναι εξαιρετικό. Μέσα σε λιγότερο από 40 σελίδες μαθαίνει κανείς όσα άλλοι χρειάζονται τόμους για να τα εξηγήσουν, σχετικά με τα όργανα, τις σχέσεις μεταξύ τους, την ιστορία και την εξέλιξή τους.]

Παρασκευή, 02 Οκτωβρίου 2009

ΤΟ ΣΤΕΝΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ

Το Σμαρτ, ένα αυτοκίνητο για δύο επιβαίνοντες αντί των συνήθων τεσσάρων ή πέντε, και με μήκος χοντρικά το μισό από ένα συνηθισμένο αυτοκίνητο, εφευρέθηκε για να εξυπηρετήσει όσους εντιμετωπίζουν πρόβλημα με το κυκλοφοριακό. Όσο όμως εξαπλώνεται η χρήση του, αρχίζει να αλαφρώνει και το ίδιο το κυκλοφοριακό, όχι μόνο για όσους έχουν Σμαρτ αλλά και για τους υπόλοιπους: απελευθερώνονται θέσεις πάρκινγκ, μειώνεται το μήκος των ουρών από σταματημένα αυτοκίνητα κλπ.
Όμως το κυκλοφοριακό πρόβλημα πόλεων όπως η Αθήνα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό όχι στο μήκος των αυτοκινήτων, αλλά στο πλάτος τους. Πώς κανείς δε σκέφτηκε να κατασκευάσει αυτοκίνητα με το μισό φάρδος από τα συνηθισμένα; Θα μπορούν να είναι διθέσια, με έναν μπροστά και έναν πίσω. Φαντάζεστε πόσος χώρος θα εξοικονομείται;
Ας υποθέσουμε ότι βγαίνει αυτή η εφεύρεση και έχει τόση επιτυχία ώστε όλοι ν' αρχίσουν να κυκλοφορούν με τέτοια: οι δρόμοι που σήμερα είναι παρκαρισμένοι κι απ' τις δύο μεριές και χωρούν μία λωρίδα αυτοκινήτων εν κινήσει έχουν συνολικό φάρδος τριών αυτοκινήτων συν τα απαραίτητα κενά. Με τα νέα στενά αυτοκίνητα θα έχουν φάρδος έξι αυτοκινήτων, δηλαδή θα μπορούν να παραμείνουν παρκαρισμένοι κι απ' τις δύο πλευρές ενώ στο κυκλοφορήσιμο μέρος τους θα έχουν τέσσερις λωρίδες! Μάνι μάνι, καταργούνται οι μονόδρομοι. Άσε που ένα τέτοιο αυτοκίνητο χωράει παντού, οπότε μπορούμε να παρκάρουμε έξω από την πόρτα μας ακόμη κι αν μένουμε στα Αναφιώτικα ή στα στενοσόκακα κανενός Κυκλαδίτικου οικισμού (γιατί να πεζοπορούμε σαν τα κορόιδα μέχρι το πάρκινγκ του χωριού; Σάμπως κι οι παλιοί το γάιδαρο στο πάρκινγκ τον αφήνανε;).
Ακολούθως, η τεχνολογία προχωράει κι άλλο. Οι δύο ιδέες, του κοντού αυτοκινήτου με μήκος ενός επιβαίνοντος ατόμου και του στενού, με πλάτος ενός επιβαίνοντος ατόμου, συνδυάζονται. Το νέο επαναστατικό αυτοκίνητο του ενός μόνο ατόμου έχει μήκος όσο ένα Σμαρτ και πλάτος όσο ένα Στενό. Θα είναι κάτι σαν κουβάς με ρόδες, ή σαν μηχανοκίνητο αναπηρικό καροτσάκι με κουβούκλιο. Ο ωφέλιμος χώρος των δρόμων μας, και στο κυκλοφορήσιμο τμήμα και στις θέσεις πάρκινγκ, θα τετραπλασιαστεί.
Επεξεργάζομαι ακόμη την ιδέα ενός ακόμη μικρότερου αυτοκινήτου, που δε θα χωράει κανένα άτομο. Όταν ο ωφέλιμος χώρος που πιάνει το αυτοκίνητο θα ισούται με μηδέν, το σύνολο του διαθέσιμου χώρου στους δρόμους θα πρέπει, νομίζω, να πολλαπλασιαστεί επί άπειρο. Θα δούμε πώς θα γίνει κι αυτό. Προτάσεις ευπρόσδεκτες.

Πέμπτη, 01 Οκτωβρίου 2009

ΚΟΤΕΣ

Τελευταία έτυχε να παρακολουθήσω τη σύνταξη της μεταπτυχιακής εργασίας στην Ιστορία μιας φίλης μου. Το θέμα της ήταν ο ελληνικός Εμφύλιος, και συγκεκριμένα το αρχείο των επιστολών προς μία συγκεκριμένη αγωνίστρια, που πήρε σβάρνα όλες τις εξορίες. Σε κάποιο σημείο της εργασίας προέκυψε το εξής πρόβλημα: είναι γνωστό από τις πηγές ότι την περίοδο από τόσο μέχρι τόσο, το τάδε στρατόπεδο εξορίστων είχε την αυστηρότερη λογοκρισία. Ωστόσο, ανάμεσα στις επιστολές του υπό εξέτασιν αρχείου, όσες είναι της συγκεκριμένης περιόδου και προς το συγκεκριμένο στρατρόπεδο, ενώ έχουν όλες περάσει από λογοκρισία, έχουν από ελάχιστα έως καθόλου σβησμένα. Πώς εξηγείται αυτή η αντίφαση;

Φαίνεται ότι το πόσα θα έσβηνε ο λογοκριτής εξαρτιόταν σε κάποιο βαθμό και από τον ίδιο: αν είχε κέφια ή όχι, αν είχε φόρτο εργασίας ή όχι κλπ.. Σε τελική ανάλυση, και στο αυστηρότερο καθεστώς, ο λογοκριτής δεν παύει να είναι ένας Έλληνας δημόσιος υπάλληλος: σβήσει δε σβήσει, ο μισθός πέφτει. Υπήρχε επιτροπή λογοκρισίας, δεν υπήρχε όμως δεύτερη επιτροπή που να ελέγχει αν οι λογοκριτές έκαναν καλά τη δουλειά τους.

Στην ταινία «Οι ζωές των άλλων», που η δράση της τοποθετείται στην παλιά Ανατολική Γερμανία, ο ύποπτος παρακολουθείται επί εικοσιτετραώρου βάσεως, οι συζητήσεις του μαγνητοφωνούνται, απομαγνητοφωνούνται, υπάρχουν και άτομα επιφορτισμένα με το καθήκον να τις ακούν σε ζωντανό χρόνο, τα οποία αλλάζουν βάρδιες για να καλύψουν όλο το εικοσιτετράωρο, κλπ. κλπ. −γενικά για κάθε ύποπτο κινητοποιείται ένας ολόκληρος μηχανισμός, ενώ παράλληλα και οι συμμετέχοντες σ’ αυτό το μηχανισμό μπορούν να θεωρούνται κι οι ίδιοι ύποπτοι και να παρακολουθούνται αντίστοιχα. Περιγράφεται γενικά μία κατάσταση που δε θα μπορούσε να συμβεί ποτέ στην Ελλάδα, καθώς προϋποθέτει τόση οργάνωση και τόσο στενό έλεγχο όσο ποτέ δεν είδαμε σε τίποτε στη χώρα μας.

Θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει ότι στην Ελλάδα ποτέ δεν υπήρξε η υποδομή για ένα πραγματικά ολοκληρωτικό καθεστώς, σαν αυτά που περιγράφονται στις «Ζωές των άλλων», στο «Κιβώτιο», στο «Λάθος», στο «1984». Γενικά γκρινιάζουμε για τους εαυτούς μας, που είμαστε τόσο ρεμπεσκιέδες ώστε τίποτα δε λειτουργεί «όπως στη Γερμανία», αλλά να που αυτή η ανοργανωσιά έχει και τα καλά της.

Πιστεύω ότι αυτοί οι καιροί έχουν παρέλθει. Έχει ξεκινήσει η προλείανση του εδάφους, και σύντομα θα είμαστε σε θέση να έχουμε ένα καθεστώς τόσο απόλυτο και με τόσο εύρυθμη λειτουργία όσο οποιοδήποτε απόλυτο καθεστώς στην ιστορία ή ακόμη και στη λογοτεχνία. Την επόμενη φορά που στην Ελλάδα θα υπάρξει δικτατορία, θα έχει τα εξής δύο χαρακτηριστικά: πρώτον, θα ελέγχει απεριόριστα ό,τι επιθυμεί να ελέγξει, χωρίς να προσκρούει στις τυπικές ελληνικές δυσκολίες του τύπου «μια δεν έχουμε σκατά, μια τα μαστίγια είναι χαλασμένα»· και δεύτερον, θα έχει εκλεγεί με δημοκρατικές και νόμιμες διαδικασίες.

Υπάρχει μία γενιά που μεγαλώνει και μπαίνει στην κοινωνία με δεδομένη την αμφισβήτηση κάποιων αξιών. Για τα παιδιά σχολικής ηλικίας είναι αδιανόητη η έννοια «ιδιωτικός χώρος», «παραβίαση ιδιωτικού χώρου». Από τότε που κατάλαβαν τον κόσμο, ο καθένας μπορούσε να τους φωτογραφίσει ή να τους μαγνητοσκοπήσει και να το ανεβάσει στο ίντερνετ· ο καθένας μπορούσε να ξέρει αν έχουν ανοιχτό το κινητό τους, αν έλαβαν το μήνυμα, αν έχουν ή δεν έχουν δικαιολογία να μην απαντήσουν· το να ξέρω ποιος με παίρνει τηλέφωνο −ξέροντας ότι κι εκείνος ξέρει ότι το ξέρω−, ποιος μόλις άνοιξε τον υπολογιστή του, το να κάνω καμάκι μέσω φέισμπουκ και γι’ αυτό το λόγο να απολύομαι την επόμενη μέρα από τη δουλειά μου, το να βλέπω σε ένα σωρό σάιτ όπου μπαίνω την ένδειξη «προσοχή, συλλέγουμε προσωπικά δεδομένα», το να σκάνε διαφημίσεις και άλλα ανεπιθύμητα μηνύματα στο προσωπικό μου τηλέφωνο ή το προσωπικό μου μέιλ, όλα αυτά είναι δεδομένα ακόμη και για ανθρώπους τέτοιας ηλικίας ώστε να έχουν προλάβει και τον κόσμο όταν ήταν αλλιώς, πόσο μάλλον για παιδιά που δεν έχουν δει ποτέ κάτι άλλο. Και όλα αυτά δε θεωρούνται ρουφιανιά: μπορεί να είναι λίγο δυσάρεστα, αλλά όχι ανήθικα. Εκλαμβάνονται στη χειρότερη περίπτωση ως φυσικοί μπελάδες της ζωής, ενώ καθόλου δεν αποκλείεται και η περίπτωση να θεωρούνται προνόμια: «Πού είσαι αγάπη μου;» −«Στην εκκλησία με τη θεια μου.» −«Ωραία, στείλε μου μια φωτογραφία!».

Το περιστατικό με τους δίδυμους πύργους έδωσε το άλλοθι για τη δημιουργία της αντιτρομοκρατικής υστερίας, στο πλαίσιο της οποίας το κράτος ή διάφορες άλλες ανώτερες δυνάμεις κάνουν κουμάντο στο αν θα βάλω την οδοντόκρεμα και το νυχοκόπτη μου στη χειραποσκευή ή στη βαλίτσα −αν τη βάλω στο λάθος μέρος έχουν δικαίωμα να την παρακρατήσουν, και το κάνουν πάντοτε. Κι αυτό, άμα σου συμβεί πολλές φορές φτάνεις να το θεωρείς φυσικό.

Στο ίδιο πλαίσιο, της πάταξης της τρομοκρατίας, η αστυνομία νομιμοποιείται να καταλαμβάνει τμήματα δρόμων που περνούν από πρεσβείες, υπουργεία ή και απλά αστυνομικά τμήματα, και να απαγορεύει τη διέλευση αυτοκινήτων από εκεί. Όμως αυτοί οι δρόμοι κατασκευάζονται και συντηρούνται από τον Έλληνα φορολογούμενο, όπως και οι υπόλοιποι που προορίζονται για χρήση. Κι αυτό επίσης, άμα σου συμβεί πολλές φορές φτάνεις να το θεωρείς φυσικό.

Εξίσου φυσικό έχουμε φτάσει να θεωρούμε το να μας σταματάνε κάθε τρεις και λίγο στο δρόμο για εξακρίβωση στοιχείων (λες και θα κυκλοφορούσαμε με καμιά ταυτότητα που να γράφει Παλαιοκώστας) και ενδελεχή σωματικό έλεγχο. Ή το να γεμίζουν οι δρόμοι με πάνοπλους μπάτσους, μέρα μεσημέρι, λες κι είμαστε στη Χούντα. Δηλαδή, είναι φυσικό και δεδομένο ο καθένας μας να είναι δυνάμει ύποπτος.

Αντιτρομοκρατικός αγώνας σημαίνει αγώνας για την ασφάλεια του πολίτη. Όμως ο πολίτης κινδυνεύει και από άλλα πράγματα, όχι μόνο από τα μέλη της Αλ Κάιντα που κουβαλάνε το μίλκο τους μέσα στο αεροπλάνο. Κινδυνεύει από τροχαία ατυχήματα. Γι’ αυτό η χρήση ζώνης όχι απλώς επιβάλλεται διά νόμου με υψηλότατο πρόστιμο, αλλά ελέγχεται ακόμη και από τα ίδια τα αυτοκίνητα που, αν είναι νέας τεχνολογίας, κάνουν μπιπ μπιπ μέχρι ο οδηγός ή ο επιβάτης να επανέλθουν στη νομιμότητα βάζοντας ζώνη. (Παρεμπιπτόντως: το να ξέρει το αυτοκίνητο αν είσαι μέσα ή όχι επίσης είναι πλέον φυσικό.) Υποθέτω ότι η επόμενη γενιά αυτοκινήτων δε θα αρκείται στο μπιπ μπιπ, αλλά θα ειδοποιεί μόνη της την αστυνομία ή θα αφαιρεί αυτόματα το ποσό του προστίμου από την πιστωτική κάρτα όποιου δε βάζει ζώνη.

Δηλώνω επαγγελματικό ταξίδι και παίρνω τον παράνομο δεσμό μου εκδρομή με την κούρσα. Μόλις παραβιάσω κάπου το όριο ταχύτητας, η κάμερα με φωτογραφίζει, και μετά από λίγες μέρες η ένοχη φωτογραφία αποστέλλεται στην οικογενειακή μου εστία!

Η ασφάλεια του πολίτη τίθεται ακόμη σε κίνδυνο από τη ρύπανση. Γι’ αυτό συζητείται η απαγόρευση της κυκλοφορίας όσων οχημάτων είναι από κάποια ηλικία και άνω στο κέντρο της Αθήνας. Το ότι αυτά τα οχήματα περνάνε ταχτικά ΚΤΕΟ και κάρτα καυσαερίων και βγαίνουν ότι δε ρυπαίνουν υπερβολικά, δεν έχει να κάνει. Πρέπει όλοι να έχουν καινούργιο αυτοκίνητο. Μάθαμε ότι τον υπολογιστή τον κρατάς δύο χρόνια και μετά είναι αρχαιολογία, το κινητό το ίδιο, τώρα και το αυτοκίνητο. Σε λίγο θα γκρεμίζουν και τα σπίτια αν είναι παλιά.

Κυριότατα όμως ο πολίτης κινδυνεύει από το συμπολίτη του. Εάν υπάρχει ένας άλλος άνθρωπος, το πιθανότερο είναι να είναι φορέας της γρίππης των χοίρων. Καλό είναι να μην τον εμπιστευόμαστε. Εάν είναι καπνιστής, κι εμείς δεν είμαστε, τότε μάλλον πρόκειται για στέλεχος της δικτατορίας των καπνιστών. Αν δεν καπνίζει ενώ εμείς καπνίζουμε, τότε μάλλον είναι και πολέμιος του καπνίσματος και των καπνιστών −και αν δεν είναι, με λίγη προπαγάνδα θα γίνει.

Απαγορεύεται το κάπνισμα στα καφενεία.

Απαγορεύονται οι σκύλοι στο πάρκο.

Απαγορεύεται το μίλκο στο αεροπλάνο.

Απαγορεύονται οι σκηνές στην παραλία.

Απαγορεύεται κάθε μέρα κι από κάτι που δεν προξενεί καμία προφανή βλάβη ή ενόχληση, και που μέχρι χτες επιτρεπόταν. Έτσι ο κόσμος συνηθίζει ότι κανένα δικαίωμα δεν είναι κεκτημένο.

Βέβαια, δις ιζ ε φρι κάντρι: θες οπωσδήποτε να στήσεις σκηνή; Πήγαινε στην Τήλο όπου επιτρέπεται. Μόνο που εκεί θα βρεις όλους τους κατασκηνωτές που παλιά σκορπίζονταν αραιά αραιά σε δεκάδες νησιά, και θα κονταροχτυπηθείς μαζί τους για μισό τετραγωνικό μέτρο ίσκιο από το αρμυρίκι.

Θες οπωσδήποτε να καπνίσεις; Τράβα έξω. Μόνο που βρέχει, που κόβεις τη συζήτησή σου στη μέση, και που δεν μπορείς να πίνεις καφέ και να καπνίζεις παράλληλα. Δε σ’ αρέσει; Κόφ’ το το ρημάδι! (Χαλιέσαι, νέος; Αναβολή!)

Θες οπωσδήποτε να κρατήσεις το παλιό σου αυτοκίνητο; Κράτα το, μόνο μην το κυκλοφορείς.

Θες οπωσδήποτε να μην αλλάζεις υπολογιστή όλη την ώρα; Κράτα τον παλιό, γράφε σε δισκέτες και γύρευε ποιος θα τις διαβάσει.

Θες οπωσδήποτε να μη σε σταματάνε για έλεγχο; Κάτσε σπίτι.

Δε σ’ αρέσει τίποτα απ’ όλα αυτά; Κατέβα σε πορεία. Μόνο που θα φας ξύλο. Για λόγους προστασίας του πολίτη.

*******

Μία κυρία κάθεται σε πιτσαρία - καφετέρια. Πίνει καφέ, και ζητάει από το σερβιτόρο να δει τον κατάλογο με τα φαγητά που στέλνουν στο σπίτι. Ο σερβιτόρος δεν καταλαβαίνει το αίτημα. Του το ξαναλέει λίγο αλλιώς, κι εκείνος κάτι αρχίζει να ψυλλιάζεται. Τελικά το πιάνει: «Θέλετε το μενού για το ντελίβερι;»

Η κυρία, μεγαλύτερης γενιάς από το σερβιτόρο, καταλαβαίνει μεν τι θα πει «μενού για ντελίβερι», αλλά δεν είναι η πρώτη διατύπωση που θα της ερχόταν στο μυαλό. Ο σερβιτόρος αντίθετα καταλαβαίνει αποκλειστικά και μόνο αυτή την έκφραση. Το μυαλό του αδυνατεί −ή, τέλος πάντων, αργεί− να επεξεργαστεί οποιαδήποτε εναλλακτική διατύπωση. Γιατί; Είναι υπολελειμμένος; Όχι βέβαια. Δε χωράει αμφιβολία ότι ξέρει να χειριστεί το κινητό του και το ίντερνετ πολύ καλύτερα από την κυρία, και να απολαύσει πολύ μεγαλύτερο ποσοστό των ωφελειών που του παρέχουν απ’ ό,τι εκείνη. Όμως, έχει μάθει κι ο ίδιος να σκέφτεται όπως το κινητό του: με μενού (δεν κάνω λογοπαίγνιο), παράθυρα, εργαλεία αναζήτησης, λέξεις-κλειδιά, με ναι και όχι. Ένας συγκεκριμένος τρόπος σκέψης, ουδόλως υποτιμητέος καθ’ εαυτόν, έχει μπει σε τόσο πολλές μικρολεπτομέρειες του καθ’ ημέραν βίου μας, σε τόσα λεπτά του εικοσιτετραώρου μας, και καλύπτει τόσες από τις μικρότερες και τις μεγαλύτερες ανάγκες μας, ώστε περιορίζει και τείνει να εκτοπίσει κάθε άλλο τρόπο σκέψης, ενώ κανονικά θα έπρεπε όλοι τους να αλληλοσυμπληρώνονται.

*******

Άλλο περιστατικό: παίρνω το καράβι για Κρήτη. Ένα τεράστιο, πεντακάθαρο υπερκαράβι, με φωτισμένους και χρωματιστούς χώρους, με τεράστια επιλογή από μαγαζιά, μπαρ, πισίνες, ντίσκο, σινεμά και δε συμμαζεύεται. Οποία διαφορά από τα ταλαίπωρα σαπιοκάραβα της Καρπάθου με τη βρώμα, την μπίχλα και τον κλασικό βαπορίσιο καφέ!

Σκάει η πρώτη ανακοίνωση. Φυσικά είναι τόσο δυνατή που όλες οι συζητήσεις αναστέλλονται. Όμως, τι έκπληξη! ο κλασικός μούτσος με τη μαγγίτικη ομιλία και τα ανεκδιήγητα αγγλικά (γιορ ατένσιο πλιζ, πάσατζερς γουιδάου τίκετ κάντλι ρικουέστ τζαμπ του δε σι) έχει αντικατασταθεί από μία ευγενική γκόμενα με κυματιστή, γλυκειά φωνή (τη φαντάζομαι με πλατινέ μαλλί, φρεσκοψεκασμένη μασχάλη και χωρίς ίχνος σπυριού στη μούρη), που −μετά την προεξαγγελτική μουσική που με προετοιμάζει− με πρωσφωνεί «αγαπητοί μας επιβάτες», κόπτεται ειλικρινά για την καλύτερη εξυπηρέτησή μου και τη μεγαλύτερη ασφάλειά μου και γενικά για το άνετο ταξίδι μου, με ευχαριστεί και με παρακαλεί μέχρις αηδίας, και επιπλέον μιλάει τη γλώσσα του Σαικσπήρου με οξφορδιανή προφορά, του Μολιέρου με παριζιάνικη, του Γοιθείου (Goethe) με αννοβεριανή κ.ο.κ.. Όμως, μέχρι να μιλήσει όλες αυτές τις γλώσσες, περνάει πολλή ώρα και σχεδόν έχει φτάσει η στιγμή της επόμενης ανακοίνωσης.

Για καμιά ώρα, οι ανακοινώσεις διαδέχονται η μία την άλλη σχεδόν αδιάκοπα. Η γλυκειά προεξαγγελτική μουσική είναι πάντα η ίδια. Μία από αυτές μάς πληροφορεί για τους σεφ του καραβιού (δηλ. τους χειριστές του κουμπιού «απόψυξη» στο φούρνο μικροκυμάτων) που, με γνώση και μεράκι, επιμελούνται μία σειρά λιμπιζερών πιάτων της διεθνούς κουζίνας αλλά και αγνές σπιτικές συνταγές της γιαγιάς από τη Μάνη. Καλή μας απόλαυση. Μία άλλη μάς ενημερώνει ότι, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή διαταγή Τάδε (κλασική ελληνική άρνηση ευθυνών: δε σου το επιβάλλω εγώ, άλλοι μού το επιβάλλουν κι εμένα), το κάπνισμα δεν επιτρέπεται σε όλους τους κλειστούς χώρους του πλοίου. Σε απλά ελληνικά, αυτή η φράση έχει ένα και μοναδικό νόημα: ότι επιτρέπεται μόνο σε κάποιους. Αλλά αυτό είναι ψέμα: στην πραγματικότητα, όπως όλοι το γνωρίζαμε και όπως ακριβώς προβλέπει η ευρωπαϊκή διαταγή Τάδε, το κάπνισμα δεν επιτρέπεται σε κανέναν από τους κλειστούς χώρους, τουτέστιν απαγορεύεται σε όλους. Στα αγγλικά το είπαν έτσι όπως το εννοούσαν στην πραγματικότητα: strictly prohibited. Στα ελληνικά, εμ θες να μας χρυσώσεις το χάπι, εμ δεν ξέρεις να το πεις σωστά. Οι εφτά γλώσσες σε μάραναν...

Περνάμε στην ανακοίνωση για τα μέτρα ασφαλείας. Εκτενέστατη. Μαζί με τη μετάφραση σε εφτά γλώσσες, κράτησε φορέβερ. Αυτή είναι απροκάλυπτα προφανές ότι τη λένε, όχι βέβαια για την ασφάλεια του επιβάτη που δεν υπάρχει περίπτωση να την ακούσει και να τα συγκρατήσει όλα, αλλά για να μην τους κάνει, σε περίπτωση ναυαγίου, παράπονα και μηνύσεις κανένας πνιγμένος ότι δεν τα είπαν. Δηλαδή για τη δικιά τους ασφάλεια.

Αφού άκουσα ακόμη πόσα και ποια καταστήματα λειτουργούν στο πλοίο και ποια από αυτά είναι στο ντεκ Αμφιτρίτη και ποια στο ντεκ Πολυξένη, και πόσο ανταγωνιστικές είναι οι τιμές τους, κάποια στιγμή άρχισα να βαριέμαι. Δεν ήθελα ν’ ακούσω άλλες ανακοινώσεις! Αμ έλα που δεν μπορούσες να τις γλιτώσεις πουθενά! Στο σαλόνι, στο διάδρομο, στο κατάστρωμα, στην τουαλέτα, στο μεσιανό κατάρτι, η φωνή της ξανθιάς γραμματέως του Μεγάλου Αδελφού ήταν πανταχού παρούσα, λες και το ηχείο ήταν μες στο κεφάλι μου!

Για μεγαλύτερη ασφάλεια και ένα πιο άνετο ταξίδι, στο μοναδικό χώρο όπου επιτρεπόταν το κάπνισμα (ένα υπαίθριο μπαρ με αρκετά δυνατή μουσική, όπου δεν μπορούσες για παράδειγμα να διαβάσεις ή να τηλεφωνήσεις ή να ακούς τη δικιά σου μουσική σε γουόκμαν) τα τασάκια είχαν υποχρεωτικά νερό μέσα, για να μην πετάνε οι στάχτες. Οπότε έπρεπε να κρατάμε τα τσιγάρα στο χέρι, δεν μπορούσαμε να τα ακουμπάμε στο τασάκι. Αυτό ήξερα να το κάνω και στον Κορνάρο που δεν έχει καθόλου τασάκια! Βέβαια δεν είχε αέρα. Αλλά για σκέψου να είχε! Από την άλλη, εφόσον όλοι οι καπνιστές ενός τεράστιου καραβιού που βάνει χιλιάδες επιβάτες ήταν συγκεντρωμένοι στον ίδιο χώρο, και με σαράντα μποφόρ πάλι ντουμάνι θα είχε.

Να μην πολυλογώ, σ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού και σ’ όλα τα σημεία του καραβιού ορισμένα απλά πράγματα που αξιώνω από τη ζωή μου και που είχα συνηθίσει να τα έχω στον κακομοίρη τον Κορνάρο και που δεν πειράζουν κανέναν ήταν ανέφικτα. Ένοιωθα ανεπιθύμητος. Βέβαια και στον Κορνάρο δε γίνονται όλα: υπάρχει βρώμα, ο καφές είναι βαπορίσιος. Όμως υπάρχει ντομπροσύνη: σου λένε, κύριε, εδώ είμαστε γυφταριό, κανόνισε την πορεία σου. Εδώ η τόση καθαριότητα και επιτήδευση είναι υποκριτική, κρύβει μια κατά βάσιν εχθρική συμπεριφορά. Επίσης, στον Κορνάρο οι άνθρωποι του καραβιού είναι αληθινοί βαπορίσιοι, με την ιδιαίτερη ευγένεια των θαλασσινών, λίγο απότομοι αλλά ζεστοί. Εδώ όλο με κάτι φλώρους από τα Έβερεστ είχαμε να κάνουμε, που το μόνο που ξέρουν είναι να λένε «θα πάρετε κάτι ακόμα;» και να πιάνουν το σάντουϊτς με το γάντι, αλλά επί της ουσίας σε διώχνουν και δεν καταλαβαίνουν και τι τους λες, σαν το σερβιτόρο της προηγούμενης ιστορίας.

*******

Συνελόντι ειπείν: μιλήσαμε για ένα πλήθος ατομικές ελευθερίες που μέρα με τη μέρα περιστέλλονται. Μιλήσαμε για την έκπτωση στην ποιότητα ζωής, σε μικρολεπτομέρειες της καθημερινότητας. Μιλήσαμε για το πώς αυτές οι εξελίξεις παρουσιάζονται υπό το ελκυστικό περίβλημα της μέριμνας για την ασφάλειά μας, για την ευκολία μας, την άνεσή μας κλπ., κατά τρόπον ώστε να τις επιζητούμε οι ίδιοι. Μιλήσαμε για την αποδυνάμωση της γλώσσας και της σκέψης. Μιλήσαμε για τη δημιουργία ψευδεπίγραφων αντιπαλοτήτων που μας απομακρύνουν από τον διπλανό μας. Και επιμείναμε ιδιαίτερα στο ότι όλα αυτά φαντάζουν φυσικά, στο πώς η κάθε απαγόρευση ή περιστολή μοιάζει να έπεσε έτσι από τον ουρανό, και πώς μας προετοιμάζει να δεχτούμε ακόμη πιο φυσικά και αδιαμαρτύρητα την επόμενη. Μόνο για τον τίτλο του κειμένου δε μιλήσαμε ακόμη.

Οι ΚΟΤΕΣ είναι το αρτισύστατο κόμμα των καπνιστών. Εκφράζουν την αντίθεσή τους στην καπνοαπαγόρευση. Μοιάζουν να κινούνται κάπου μεταξύ χαβαλέ και ελληνικής μαγκιάς. Ωστόσο πίσω από αυτή τη μόστρα, που προφανώς την υιοθέτησαν για να γίνει λίγος ντόρος και να ακουστούν, θεωρώ ότι κρύβεται κάτι πολύ πιο βαθύ και σοβαρό: η αντίθεση στη επίθεση που υφίστανται οι κεκτημένες ατομικές μας ελευθερίες.

Μετά από χρόνια που η ψήφος μου ήταν, όπως και πάρα πολλών συμπολιτών μας, αρνητική, δηλαδή την έδινα στον λιγότερο χειρότερο κατά τη γνώμη μου ή την έδινα στον Α για να τη στερήσω από τον Β, στις Κότες βρήκα για πρώτη φορά μία δημόσια φωνή που με εκφράζει. Δεν αστειεύομαι καθόλου.

Πρώτον, έχω χίλιους λόγους να αντιδρώ κι εγώ στην καπνοαπαγόρευση. Δεν αρνούμαι ότι τόσα χρόνια οι παθητικοί καπνιστές καταπιέζονταν από τους ενεργητικούς, αλλά αυτό δεν είναι λόγος να γίνει τώρα το αντίθετο. Η πολιτεία, αφού έκρινε ότι δεν είμαστε αρκετά ώριμοι για να τα βρούμε μεταξύ μας και πρέπει να παρέμβει σ’ αυτό το θέμα, θα μπορούσε να βρει άλλους τρόπους, που να τους σέβονται όλους: υποχρεωτικά αυστηρά μέτρα στο ζήτημα του αερισμού των δημόσιων χώρων, διαχωρισμό μαγαζιών για καπνιστές ή για μη καπνιστές, κλπ.. Το να τιμωρούμαι για την επιλογή μου να καπνίζω, τη στιγμή που αυτή η επιλογή είναι νόμιμη, με πληγώνει. Εξίσου με πληγώνει η υποκινούμενη μεταστροφή των μη καπνιστών σε αντικαπνιστές. Η έμμεση εξώθησή μου να το κόψω όχι πια γιατί βλάπτει εμένα ή τους άλλους, αλλά γιατί είναι ταλαιπωρία να καταφέρεις να κάνεις ένα τσιγάρο, θίγει βαθύτατα την αξιοπρέπειά μου: αφήστε με να επιλέξω εγώ αν και πότε και γιατί θα το κόψω.

Δεύτερον, η καπνοαπαγόρευση είναι μόνο μία από τις πάμπολλες εκφάνσεις του ίδιου προβλήματος. Η δικιά μου γενιά απλώς βλέπει τα δικαιώματά της να καταστρατηγούνται το ένα μετά το άλλο. Οι νεότερες όμως γενιές δεν έχουν καν τρόπο να ξέρουν ότι αυτά είναι δικαιώματά τους, ή ότι ήταν κάποτε. Γαλουχούνται έτσι ώστε να μη μάθουν την έννοια του δικαιώματος.

Τρίτον: εντάξει, και γι’ αυτούς τους λόγους θα χαραμίσεις μία ψήφο; Εδώ διακυβεύονται πολύ σοβαρότερα πράγματα.

Μάλιστα κύριε. Τους βρίσκω επαρκώς σοβαρούς λόγους. Γεννήθηκα σ’ ένα κόσμο που ήταν, πιστεύω, ο ωραιότερος που υπήρξε ποτέ. Δε γνωρίσαμε πόλεμο, προσφυγιά, διωγμό, πείνα, φόβο. Αφήναμε τα κλειδιά στην πόρτα. Αυτό τον κόσμο δεν τον κέρδισα, μου τον πρόσφεραν χάρισμα οι προηγούμενες γενιές, που εκείνες όμως τον είχαν κερδίσει με απίστευτους αγώνες και θυσίες. Τώρα μου τον παίρνουν πίσω. Δε ζω πια στον κόσμο που μεγάλωσα, αλλά σ’ έναν που με πνίγει, που δε με θέλει, που με κάνει να αμφιταλαντεύομαι ανάμεσα στο να βάλω τα κλάματα, να κάνω στείρωση, να αποδημήσω σε άλλη χώρα ή σε τόπο χλοερό (αλλά ποτέ δεν έχω το σθένος να κάνω τίποτε από αυτά). Οι επερχόμενοι δε θα ξέρουν καν ότι αυτός ο όμορφος κόσμος υπήρξε κάποτε: το μόνο που θα ξέρουν θα είναι ότι κάποτε δεν είχαμε ίντερνετ και ψηφιακές κάμερες, όπως κι εγώ ξέρω εγκυκλοπαιδικά ότι κάποτε δεν είχανε ηλεκτρισμό. Όμως, όσο ζούμε εμείς που προλάβαμε την έννοια του «δικαιώματος», είναι επιτακτική ανάγκη να γίνει λίγος ντόρος σχετικά, ώστε να μην ξεχνιέται η έννοια. Όταν το δικαίωμα θα φτάσει να είναι κάτι σαν τη θέση πάρκιγκ, που τώρα υπάρχει και σε δύο λεπτά έχει εξαφανιστεί χωρίς να αφήσει ίχνη και χωρίς κανείς ν’ απορήσει, ποιος θα παλέψει για τα εργασιακά του δικαιώματα, για τα ασφαλιστικά του δικαιώματα, για τα δικαιώματα των μεταναστών, για την Κύπρο και τη Μακεδονία, για το περιβάλλον;

Αυτά θέλω να διεκδικήσω, και όχι το ελεύθερο να καπνίζω μες στη μούρη του πλησίον μου. Δεν ξέρω αν οι Κότες το έχουν δει τόσο σοβαρά, ελπίζω να μη μένουν στο τσιγάρο. Πάντως ξέρω μετά βεβαιότητος ότι σ’ αυτούς τους προβληματισμούς μου καμία άλλη δημόσια φωνή δε βρήκα ποτέ που να συμφωνεί.

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2009

ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΣΑΣ!

Τα τελευταία χρόνια έχω παρατηρήσει ότι υπάρχει μία τάση σε καφετέριες, εστιατόρια και μπαρ, οι σερβιτόροι να ακολουθούν ένα τυπικό στις εκφράσεις της (υποτιθέμενης) ευγένειας προς τους πελάτες. Το τυπικό ποικίλλει από μαγαζί σε μαγαζί, αλλά σε κάθε μαγαζί είναι σταθερό: ο κάθε σρεβιτόρος, στον κάθε πελάτη, θα πει τα ίδια πράγματα. Για παράδειγμα, θυμάμαι σε ένα κουλτουριάρικο εστιατόριο, από αυτά που σερβίρουν τεράστια πιάτα με ελάχιστο φαγητό στο κέντρο και συνταγές τόσο εξωφρενικές που δεν έχουν όνομα αλλά μόνο περιγραφή, να λένε οι σερβιτόροι στερεότυπα «καλή σας απόλαυση», με κάθε πιάτο που έφερναν στο τραπέζι. Θεωρητικά είναι μία έξυπνη, πρωτότυπη έκφραση, με νόημα: πρώτον, εδώ τα πιάτα μας αποτελούν γευστικές εμπειρίες· δεύτερον, εσείς ανήκετε στην εκλεκτή εκείνη κατηγορία καλλιεργημένων γκουρμέδων που θα είναι σε θέση όντως να τα εκτιμήσουν· τρίτον, δεν ήρθατε εδώ για να ικανοποιήσετε το ταπεινό ένστικτο του κορεσμού της χυδαίας πείνας σας (γι’ αυτό άλλωστε και το μεγαλύτερο μέρος του πιάτου είναι άδειο), αλλά για να απολαύσετε. Με μία έκφραση καταφέρνεις να παινέσεις και το μαγαζί σου και τον πελάτη. Στην πράξη όμως είναι μία ανούσια κοινοτοπία: από τη στιγμή που λέγεται μηχανικά, είναι σαν να σου λένε κατάμουτρα «είναι μέρος της δουλειάς μου να σου πω κι αυτό, αντίθετα δεν είναι μέρος της δουλειάς μου να σκεφτώ κάτι να σου πω».
Βέβαια, θα μου πει κανείς, και το κοινό «καλή όρεξη», και όλες οι τυποποιημένες ευγένειες, ευχαριστώ, παρακαλώ, καλημέρα, όλα αυτά το ίδιο δεν είναι;

Αυτό είναι ένα θέμα προς συζήτηση. Γενικά όλοι ξέρουμε ότι μπορεί κανείς να λέει όλη την ώρα ευχαριστώ και παρακαλώ, και επί της ουσίας να μην είναι ευγενικός, ή και το αντίστροφο. Αλλά φυσικά, μπορεί κανείς και να είναι ευγενικός τόσο τύποις όσο και στην ουσία. Όμως, άλλο το αν θα θέτεις τον τύπο στην υπηρεσία της ουσίας ή όχι, άλλο το αν θα τηρείς ή όχι και τον τύπο αφενός αλλά και την ουσία αφετέρου, και άλλο το να υποκαθιστάς την ουσία με τον τύπο. Όταν σε ένα χώρο εφαρμόζεται η πολιτική «στην τάδε περίσταση θα λέμε πάντα την τάδε ατάκα», αυτό σημαίνει ότι θα ασχοληθούμε μόνο με τον τύπο. Δε θα κοιτάξουμε καθόλου το ζήτημα της ουσίας, ενώ και αυτόν ακόμη τον τύπο θα τον ξεπετάξουμε με δυο-τρεις ετοιματζήδικες φράσεις. Στις οποίες επιπλέον θα δείξουμε και ένα πνεύμα πρωτοτυπίας, δε θα λέμε καλή όρεξη αλλά καλή απόλαυση, έτσι ώστε η απομίμηση ευγένειας να είναι ακόμη πιο τέλεια. Όλο το ζήτημα είναι πώς θα μοιάζουμε ευγενικοί. Λες και το να είμαστε ευγενικοί δεν υφίσταται ως θέμα.

(Καλά, και τι σου φταίνε οι έρμοι οι σερβιτόροι; Δουλειά τους κάνουνε κι αυτοί.) Α, όχι. Αυτό το επιχείρημα δεν μπορώ να το δεχτώ. Όσο εργαζόμενος κι αν είσαι, όσο κι αν σε εκμεταλλεύονται τα αφεντικά σου, δεν παύεις να είσαι υπεύθυνος των πράξεών σου. Λες και θα πάει κάνας πελάτης στο διευθυντή και θα πει «αυτό το ζώον η σερβιτόρα δε μου είπε καλή σας απόλαυση, μου είπε καλή σας όρεξη, απαιτώ να απολυθεί πάραυτα».

Αλλά κατά τα άλλα, ναι, φυσικά μού φταίει και το αφεντικό. Αυτές οι βιομηχανοποιημένες ευγένειες εντάσσονται στο πνεύμα της εποχής μας με τα βιομηχανοποιημένα τρόφιμα, τη βιομηχανοποιημένη αισθητική, τα βιομηχανοποιημένα τραγούδια, τις βιομηχανοποιημένες διακοπές κλπ.. Η ντομάτα στο μανάβη, για να μοιάζει περισσότερο με ντομάτα, πρέπει να είναι γυαλιστερή και να έχει ένα συγκεκριμένο σχήμα και μέγεθος, ίδιο με όλων των άλλων ντοματών. Μπορεί από μέσα να είναι τίγκα στο φάρμακο, μπορεί η προσωπική της ιστορία να μην έχει παρά ελάχιστα κοινά σημεία με την ιστορία της παλιάς ντομάτας που την έσπερναν μια συγκεκριμένη εποχή, τη σκάλιζαν, την πότιζαν και όταν ωρίμαζε την έκοβαν και την έτρωγαν, μπορεί επί της ουσίας να μην είναι ντομάτα, ούτε στη χημική σύσταση ούτε στη γεύση, αλλά δεν έχει σημασία· σημασία έχει να μοιάζει με αυτό που έχουμε θασπίσει ως πρότυπο της ντομάτας, ένα πρότυπο με εξωτερικά μόνο χαρακτηριστικά.

Έτσι και με την ευγένεια. Ορίζουμε ένα πρότυπο, με εξωτερικά μόνο χαρακτηριστικά −που έχουν όμως οριστεί με αυστηρότητα, αποκλείοντας την ευελιξία− και όσο πιο πιστά το τηρούμε τόσο καλύτερα έχει πετύχει ο στόχος. Ο οποίος ποιος είναι; Τι εξυπηρετεί να σου λένε σε κάθε πιάτο «καλή σας απόλαυση»; Ό,τι εξυπηρετεί και το να τρως μη-ντομάτες.

**************************************

Άλλο παράδειγμα αυτής της τυποποιημένης συμπεριφοράς είναι ότι, όταν φεύγεις από το μαγαζί, όποιον σερβιτόρο συναντήσεις θα πρέπει να σου πει «ευχαριστούμε πολύ, καληνύχτα σας». Ακόμη κι αν δεν ήταν αυτός που σε εξυπηρετούσε, κι αν δεν ξαναείχες ποτέ πριν οποιαδήποτε επαφή μαζί του. (Καλά, κι αυτό σε πειράζει;) Ναι ρε φίλε, με πειράζει. Αν αυτή είναι η πρώτη φορά που ανταλλάσσω μια κουβέντα με τον άνθρωπο, πού ακούστηκε να ξεκινάμε την επαφή μας με το «καληνύχτα»; Είναι κάτι πολύ πέρα από την ουσία και το νόημα της καληνύχτας, που κανονικά χρησιμοποιείται για να θέσει τέρμα, και όχι αρχή, σε μία επαφή. Είναι κοροϊδία. Κατά βάθος, είναι αγένεια. Είναι άλλη μία υπενθύμιση του ότι εδώ κάνουμε τα πάντα για να προσαρμοζόμαστε στο πρότυπο ευγένειας που υποκαθιστά την ευγένεια.

***********************************

Εκεί όμως που το πράγμα γίνεται άνω ποταμών, είναι στη βλακώδη έκφραση «στην υγειά σας». Σου φέρνουν το νερό ή το ποτό ή τον καφέ σου, και σου λένε «στην υγειά σας». Αυτό δεν είναι απλώς επίφαση ευγένειας, είναι μία πολύ κακή επίφαση, που συνιστά καταστρατήγηση όλων των πολυσύνθετων λόγων που οδήγησαν στη δημιουργία αυτής της έκφρασης.

Γιατί λέμε «στην υγειά σας», κανονικά; Ποιο είναι το νόημα των προπόσεων, των ευχών και του τσουγκρίσματος;

1. Τα ατομικά ποτήρια δεν υπήρχαν πάντα. Όταν στην αρχαία Μεσοποταμία ανακαλύφθηκε η μπίρα (που είναι το πρώτο αλκοολούχο ποτό, αρχαιότερο από το κρασί) και διαδόθηκε η χρήση της, αρχικά έπιναν από ένα μεγάλο, κοινό δοχείο, με καλάμια που τα χρησιμοποιούσαν σαν καλαμάκια. Αυτός ο τρόπος δημιουργεί πολύ πιο έντονα και ανάγλυφα την αίσθηση της συντροφικότητας απ’ ό,τι το να πίνει ο καθένας από το δικό του κύπελλο.

Το ότι στην πορεία εφευρέθηκαν τα ατομικά κύπελλα δεν οφείλεται σε πρακτικούς λόγους: έτσι κι αλλιώς, οι άνθρωποι έπιναν νερό χιλιάδες χρόνια πριν ανακαλύψουν το αλκοόλ, και το ζήτημα του ποτηριού δεν τους είχε απασχολήσει. Δοχεία υγρών υπήρχαν μόνο για αποθήκευση και μεταφορά. Με το αλκοόλ όμως, υπήρχαν κι άλλες ανάγκες εκτός από τις πρακτικές. Σε όλους τους αρχαίους πολιτισμούς που είτε ανακάλυψαν είτε έμαθαν από άλλους το αλκοόλ, αυτό σχεδόν αμέσως συνδέθηκε με μαγικές συνδηλώσεις και τελετουργίες. Αφενός το φαινόμενο της μέθης φαινόταν από απλώς ανεξήγητο έως ένα είδος επαφής με το Θείο· αφετέρου η ζύμωση που παράγει το αλκοόλ, δηλαδή η διαδικασία του να αφήνεις κάποια υλικά που δεν περιλαμβάνουν αλκοόλ και μετά από κάποιο διάστημα να βρίσκεις αλκοόλ, επίσης τους φαινόταν μαγική. Σε κάθε περίπτωση, το να πίνεις αλκοόλ ήταν πάντα μία ιδιαίτερη πράξη, εντελώς διαφορετική από το να πίνεις νερό επειδή δίψασες ή να τρως επειδή πείνασες. Είτε σε μαγικοθρησκευτικά πλαίσια είτε σε κοινωνικά, διαμορφώθηκαν τελετουργικοί τρόποι να πίνεις. Έτσι, κάποια στιγμή αποφασίστηκε ότι για Χ ή Ψ λόγους είναι πρέπον να έχει ο κάθε συμπότης το δικό του ποτήρι.

Θεωρείται ότι το τσούγκρισμα των ποτηριών αποτελεί ανάμνηση του αρχαίου κοινού δοχείου: για μια στιγμή, όταν όλοι έχουν σερβιριστεί κρασί (ή ό,τι άλλο ποτό) αλλά κανείς δεν έχει ακόμα πιει, ενώνουμε συμβολικά τα ποτήρια μας σε ένα μεγάλο δοχείο. Μετά πίνουμε όλοι την πρώτη γουλιά. Στη συνέχεια ο καθένας πίνει με το ρυθμό που θέλει.

2. Είναι γνωστή η θεωρία ότι το ποτό, και ιδιαίτερα το κρασί, πρέπει να τέρπει όχι μόνο τη γεύση αλλά και τις πέντε αισθήσεις: την όσφρηση με το άρωμά του, την όραση με το χρώμα του, καλά μέχρις εδώ. Για την ακοή και την αφή επιστρατεύονται τα ποτήρια, αφού το ίδιο το ποτό ούτε πιάνεται ούτε, πόσω μάλλον, ακούγεται. Δε νομίζω ότι αυτή η θεωρία στέκει ιστορικά, ότι δηλαδή κάποιος παλιός πολιτισμός είχε συγκεκριμένους λόγους να το ζητά αυτό, αλλά δεν έχει σημασία: για τη δική μας εποχή, είναι αναμφισβήτητη αλήθεια ότι τα καλά ποτήρια φτιάχνονται με αυτό το κριτήριο, όχι μόνο να αναδεικνύουν τη γεύση και το άρωμα του κρασιού, αλλά να είναι και εύηχα στο τσούγκρισμα και ευχάριστα στο πιάσιμο.

3. Αυτά λίγο-πολύ ισχύουν ακόμη και για όσους ούτε τα ξέρουν, ούτε τα δέχονται, ενδεχομένως, ούτε τους δίνουν καμία σημασία. Απλοί άνθρωποι, που δεν τους καίγεται καρφί για την ιστορία του ποτού και που δεν είναι γευσιγνώστες (ούτε εγώ είμαι, σημειωτέον), και που μπορεί να μην έχουν δει ποτέ στη ζωή τους αυτό που θεωρείται «ένα καλό ποτήρι», εύηχο κλπ., και πάλι αποδίδουν συνήθως στην πόση ένα μίνιμουμ τελετουργικότητας. Αυτή η τελετουργικότητα επικεντρώνεται στην αρχή της κατανάλωσης αλκοόλ: κατά κανόνα όλες οι παρέες, στην αρχή τσουγκρίζουν, λένε «στην υγειά μας» ή οτιδήποτε ανάλογο, και στη συνέχεια απλώς πίνουν. Άρα, είτε το τσούγκρισμα συνδέεται με την πρόποση είτε όχι, βέβαιον είναι ότι και τα δύο είναι τελετουργικές πράξεις. Έτσι συγκεντρώνονται στην αρχή.

4. Προσωπικά τείνω να πιστέψω ότι η πρόποση είναι ανεξάρτητη από το τσούγκρισμα. Γίνονται ταυτόχρονα απλώς επειδή η ώρα τους είναι η ίδια και για τα δύο, δηλαδή στην αρχή. Όμως, ενώ το τσούγκρισμα γίνεται είτε εις ανάμνησιν του αρχαίου κοινού δοχείου είτε προς τέρψιν της ακοής, η πρόποση γίνεται για άλλους λόγους. Νομίζω δε ότι αυτούς τους φαντάζεται κανείς πολύ πιο εύκολα.

Η πρόποση είναι μία ευχή: άλλοτε ένα απλό «εις υγείαν», άλλοτε στην υγεία κάποιου συγκεκριμένου προσώπου, άλλοτε εις ευόδωσιν κάποιου σκοπού (π.χ. πίνουμε για την παγκόσμια ειρήνη ξέρω ’γω), ή, σε εορταστικά γεύματα, για αυτό το οποίο εορτάζεται, π.χ. χρόνια πολλά, να ζήσει το ζευγάρι, και ούτω καθ’ εξής. Αν η πρόποση δεν είναι ευχή, τότε συνήθως είναι πανηγυρισμός για κάποιο χαρμόσυνο γεγονός. Μπορούμε να πιούμε «για τη νίκη» πριν από έναν αγώνα, οπότε ευχόμαστε να νικήσουμε, ή μετά τον αγώνα, οπότε γιορτάζουμε το ότι νικήσαμε.

Δεν είναι δύσκολο να τα αναγάγει κανείς αυτά στις αρχαίες σπονδές. Οι αρχαίοι συνήθιζαν, σε ορισμένες περιπτώσεις που είχαν κάτι να κάνουν με τους θεούς τους (δηλαδή είτε να τους ζητήσουν κάτι είτε να τους ευχαριστήσουν για κάτι που δόθηκε), να τους προσφέρουν κρασί. Υποθέτω ότι εκτός από τους αρχαίους έλληνες, και οι άλλοι λαοί θα είχαν παρόμοιες συνήθειες. Λέω δε σε ορισμένες περιπτώσεις, γιατί σε άλλες περιπτώσεις προσέφεραν άλλα πράγματα: σιτηρά, ζώα, ανθρώπους. Ή και απλά δώρα - αφιερώματα.

Όλα αυτά είναι θυσίες. Ό,τι προσφέρεις στο θεό σου είναι θυσία. Συνήθως σήμερα η λέξη μάς φέρνει στο νου τις αιματηρές θυσίες, δηλαδή το σφάξιμο ζώων και σε ακραίες περιπτώσεις ανθρώπων. Αλλά υπάρχουν και οι αναίμακτες θυσίες: είτε στάξεις λίγο κρασί στο βωμό, είτε χαρίσεις στην Παναγιά ένα τάμα (π.χ. ένα ασημένιο χεράκι), είτε ανάψεις ένα κερί, είτε προσφέρεις χρήματα στην εκκλησία ή σε ένα ευαγές ίδρυμα, είτε βοηθήσεις στο ασβέστωμα της εκκλησίας πριν τη μέρα που γιορτάζει, όλα αυτά θυσίες είναι. Άλλες μικρές, άλλες μεγάλες. Και η θυσία είναι μάλλον φυσική τάση όλων των ανθρώπων και όλων των πολιτισμών. Γίνεται δε σ’ αυτές τις δύο περιπτώσεις που είπαμε: όταν ζητάς κάτι και όταν ευχαριστείς για κάτι.

Τώρα, ειδικά στην περίπτωση που προσφέρονται φαγώσιμα, είτε πρόκειται για αιματηρή είτε για αναίμακτη θυσία, τίθεται ένα θέμα: ο θεός δεν πρόκειται να κατέβει αυτοπροσώπως και να φάει το σφάγιο ή να πιει το κρασί. Μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις απλώς να το άφηναν να καεί, αλλά γενικά υπήρχε ανέκαθεν η τάση να γίνεται συμβολικά η προσφορά, ενώ την πραγματική κατανάλωση την αναλάμβαναν οι θνητοί. Και σήμερα στη βασιλόπιττα κόβουμε συνήθως ένα κομμάτι για το Χριστό (άλλοι για τον Άη Βασίλη, την Παναγία κλπ.), αλλά το τρώμε κιόλας. Έτσι και με τη σπονδή: αφιερώνουμε ένα ποτήρι κρασί σε κάποια απροσδιόριστη υπέρτατη δύναμη, από την οποία ζητάμε να μας χαρίσει υγεία ή ευόδωση των στόχων μας ή την ευχαριστούμε για τη νίκη μας στις εκλογές ή την επιτυχία μας στις πανελλήνιες, αλλά το πίνουμε οι ίδιοι.

Νομίζω ότι μία λεπτομέρεια που ενισχύει αυτή την άποψη είναι και η εξής: η πρόποση μπορεί να συνοδεύεται από τσούγκρισμα, αλλά υπάρχει και η άλλη περίπτωση, να υψώσουμε απλώς τα ποτήρια μας. Αυτό μάλιστα συχνά όχι απλώς το κάνουμε, αλλά το λέμε κιόλας φραστικά. Από συνήθεια βέβαια το κάνουμε, αλλά η συνήθεια πρέπει να έχει κάποια προέλευση. Πιστεύω ότι αν θεωρήσουμε την ύψωση ως συμβολική κίνηση προσφοράς του ποτηριού κάπου «επάνω», στο Θεό ή στην Τύχη ή στην όποια απροσδιόριστη ανώτερη ύπαρξη, δε θα ήταν μια παρακινδυνευμένη θεωρία.

5. Αν, αντίθετα με τα παραπάνω, υποθέσουμε ότι τελικά η πρόποση και το τσούγκρισμα δεν είναι δύο ανεξάρτητες συνήθειες αλλά συνδέονται μεταξύ τους, τότε σκέφτομαι ότι το τσούγκρισμα μπορεί να έχει κι ένα άλλο νόημα: την πρόκληση θορύβου για να τρομάζουν τα κακά πνεύματα, δηλαδή για γούρι. Ακούγεται τόσο παγανιστικό ώστε καταντάει παρατραβηγμένο, αλλά πρόκειται για μια συνήθεια που επιβιώνει στο χτύπημα ξύλου, όταν αναφερόμαστε σε δυσάρεστα ενδεχόμενα, καθώς και στους πανηγυρικούς πυροβολισμούς σε γεννήσεις, γάμους, την Πρωτοχρονιά, στα βαρελότα του Πάσχα και σε ένα σωρό άλλες συνήθειες −δεν ξέρω αν και το ίδιο το χειροκρότημα δεν έχει την ίδια προέλευση.

6. Η πιο συνηθισμένη πρόποση είναι εις υγείαν. Υγεία ευχόμαστε και σε άλλες περιπτώσεις: όταν κάποιος φταρνίζεται, του λέμε «γεια σου» ή «υγεία» ή «γείτσες». Ο απλός χαιρετισμός «γεια σου» (yassoo) είναι μια ευχή υπέρ υγείας, αρχαϊστί «υγίαινε» και «έρρωσο» (=να ’σαι γερός). Στο τέλος ενός χορού, λέμε στους χορευτές «με τις υγείες σας». Το ίδιο λέμε και σε κάποιον που μόλις κουρεύτηκε. Για καινούργια αποκτήματα, συμπεριλαμβανομένου και του κουρέματος πάλι, λέμε «με γεια». Άλλοτε πάλι λέμε την ίδια ευχή με πλήρη, ανεπτυγμένη διατύπωση: «Ευχόμαστε ο νέος χρόνος να χαρίσει σε όλους υγεία, χαρά, ειρήνη κλπ.».

Όμως ο συγκεκριμένος τρόπος που το εκφράζουμε στις προπόσεις, αρμόζει μόνο στις προπόσεις. Ναι μεν δε λέγεται μόνο «εις υγείαν» ή «στην υγειά σου / μας / σας / του τάδε» αλλά και σκέτο «υγεία» ή «γεια μας»· όταν όμως χρησιμοποιούμε τη σύνταξη με την πρόθεση εις ή σε, αυτό το κάνουμε μόνο στις προπόσεις. Θεωρητικά, η πλήρης διατύπωση θα ήταν (όπως και το λέμε καμιά φορά) «πίνω στην υγειά σου», ή στην ομορφιά σου, στην επιτυχία σου, στο αντρόγυνο κλπ.. Στον απλό χαιρετισμό ή στο φτάρνισμα ή στις ευχές για το νέο έτος ποτέ δε λέμε «εις υγείαν» ή «στην υγειά σου», το λέμε με άλλες συντάξεις. Οι μόνες άλλες, θα έλεγα, περιπτώσεις όπου χωρίς να πίνουμε ευχόμαστε με τη συγκεκριμένη σύνταξη είναι «και στα δικά σου» και «και εις ανώτερα» −άντε και το «και εις άλλα με υγεία»· αλλά είναι διαφορετικές περπτώσεις: γιορτάζουμε κάτι και ταυτόχρονα ευχόμαστε να γίνει μελλοντικά και κάτι ακόμη, μία επιπλέον πρόοδος −εξού και το «και».

*******************************

Όλα αυτά υποκρύπτονται πίσω από το απλό «στην υγειά μας». Παραδόσεις αρχαιότερες από τον δικό μας πολιτισμό, κάποιες αρχαιότερες και από κάθε συγκεκριμένο πολιτισμό, με ρίζες στην εποχή που ο άνθρωπος ένοιωθε γνήσια την ανάγκη να επικαλείται διαρκώς το Θείο στην κάθε περίσταση της ζωής του.

Δεν μπορείς όλα αυτά να μου τα ξεφτιλίζεις στο όνομα μιας επίφασης ευγένειας. Υπάρχουν όρια! Πώς μου φέρνεις να πιω και χωρίς να πιεις κι εσύ, χωρίς να τσουγκρίσεις, χωρίς οποιαδήποτε συμμετοχή, μου λες «στη υγειά σας»; Τι πράμα στην υγειά μας; Εγώ πίνω στην υγειά σου, δηλαδή κάνω μια θυσία ευχόμενος υπέρ της υγείας σου. Εσύ τι προσφέρεις, τι θυσιάζεις; Με ξένα κόλλυβα κάνεις ξόδι; Με ξένο κώλο κλάνεις; Και το θεωρείς κι ευγένεια αυτό; Μάλλον, γιατί η πιο αναμενόμενη απάντηση είναι «ευχαριστούμε».

Ντροπή σου ρε! Και ξανά ντροπή σου γιατί κατά βάθος ξέρεις πόσο άστοχο είναι αυτό που κάνεις. Μπορεί εγώ να χρειάστηκα τόσες σελίδες για να το εξηγήσω −και πάλι ακροθιγώς, χωρίς να ανατρέξω σε συγκεκριμένες πηγές πληροφοριών και αναλύσεων για την ιστορία του πολιτισμού−, αλλά εσύ ξέρεις πάρα πολύ καλά ότι δεν το κάνατε έτσι σπίτι σου, ούτε στις παρέες σου, ούτε πουθενά που να έχεις βρεθεί, ακόμη και σε ταινίες όπου βλέπουμε ανθρώπους άλλων εποχών και πολιτισμών ποτέ δεν είδες να γίνεται κάτι τέτοιο, άρα δεν υπάρχει, το ξέρεις άριστα. Κι όμως το κάνεις. Και διεκδικείς και τα εύσημα γι’ αυτό. Και μου έχεις επιπλέον αποκλείσει και τη δυνατότητα να σου το πω, γιατί αν κάποιος μου πει «στην υγειά σας» κι εγώ τον κατακεραυνώσω γι’ αυτό, όλοι ξέρουμε πως θα ακουστεί και ποιος θα φανεί ότι είναι ο γάιδαρος. Άρα, μου βγαίνεις και καπάκι! Απατεώνες, μονά ζυγά δικά σας! Σε λίγο θα μας δέρνουνε κιόλας και θα πρέπει να τους ευχαριστάμε!

Σάββατο, 27 Ιουνίου 2009

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΕΝΟΣ ΧΟΥΛΙΓΚΑΝΟΥ

Το κείμενο που ακολουθεί είναι έκθεση ενός μαθητή Γ' Λυκείου, με θέμα "Βία". Το δημοσιεύω γιατί το βρήκα συγκλονιστικό. Βέβαια, μιλάει για πράγματα που δεν είναι άγνωστα (εκτός από μία συγκεκριμένη λέξη που δεν ξέρω τι σημαίνει), ωστόσο είναι η πρώτη φορά που πέφτω πάνω σε μία μαρτυρία από πρώτο χέρι.
Έχω διορθώσει την ορθογραφία και (λίγο) τη στίξη, προς αποφυγή της εντύπωσης ότι μπορεί να το ανέβασα με χλευαστική διάθεση. Κατά τα άλλα, η αντιγραφή είναι πιστή.

Πάμε λοιπόν:

Το φαινόμενο της βίας στα χρόνια μας είναι πολύ μεγάλο, σε πάρα πολλούς τομείς: στα γήπεδα, στους δρόμους, στις πλατείες, στις παρέες. Εγώ έχω ακούσει πολλά πράγματα για τη βία, και έχω περάσει πολλά, στο γήπεδο που πηγαίνω. Έχω ακούσει στην τηλεόραση για ανθρώπους που σκοτώνονται μεταξύ τους για βλακείες, και πολλά άλλα, όπως που μπαίνουν στα σχολεία παρέες και δέρνουν μικρότερούς τους, ή άλλους στην ηλικία τους, επειδή θέλουν να δείξουν ότι είναι πιο δυνατοί από αυτούς.
Εγώ τόσα χρόνια που πάω γήπεδο έχω περάσει πάρα πολλά σε σχέση με τη βία: έχω πάει σε εκτός έδρας αγώνες, έχουμε παίξει ξύλο με πολλούς, με πέτρες, ξύλα, μολότωφ, σέρβικες, φορούσαμε κράνη, αφού να φανταστείτε έχω πολλά ράμματα από πέτρες και μαχαίρια. Παίζαμε ξύλο με άλλες περιοχές, είκοσι άτομα εμείς, είκοσι αυτοί, αίματα παντού, παίζαμε ξύλο με τα ΜΑΤ, δακρυγόνα, φωτοβολίδες λάμψης και πολλά άλλα.
Τα πιο πολλά σκηνικά έχουν γίνει Ολυμπιακός - Παναθηναϊκός. Εγώ βέβαια είμαι με τους Ολυμπιακούς, αλλά παρ' όλα αυτά η βία δεν κάνει καλό σε κανέναν και πουθενά.

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2009

ΑΛΒΑΝΙΚΟ ΧΙΠ ΧΟΠ


Τις προάλλες είχαμε γιορτή για τη λήξη της σχολικής χρονιάς. Το πλήρες πρόγραμμα της ημέρας είχε ως εξής:
-Τρεις πρώτες ώρες: μάθημα. Μάθημα εδώ και καμιά δεκαριά μέρες δε γίνεται, πώς να γίνει. Αλλά ειδικά την εντελώς τελευταία μέρα ήταν ηλίθιο και μόνο να το σκεφτεί κανείς. Υποτίθεται πως έπρεπε να τους μαντρώσουμε στην αίθουσα, να πάρουμε απουσίες ψαρωτικά χωρίς σκοπό να τις περάσουμε μετά, και να τους απασχολήσουμε για να μην κυκλοφορούν πάνω κάτω σκάζοντας δυναμιτάκια και πίνοντας μπάφους. Την πρώτη ώρα έπαιξα αυτή την παράσταση για κανα εικοσάλεπτο. Τη δεύτερη (στην ίδια τάξη) απλώς μπήκα και έκανα πως υπογράφω στο απουσιολόγιο. Την τρίτη ώρα (σε άλλη τάξη) δεν έκανα τον κόπο να πάω ούτε για καλημέρα. Προτίμησα να κάτσω στο γραφείο να χιλιοξαναματαμετράω τις απουσίες.
-Μετά την τρίτη ώρα, γύρω στις έντεκα: δώσαμε το πρόγραμμα των εξετάσεων.
-Έντεκα και μετά: γιορτή. Η γιορτή χωριζόταν σε δύο σκέλη, μαθητική και καθηγητική. Η μαθητική ήταν στην αυλή, η καθηγητική στο γραφείο, τους διαδρόμους και μερικές αίθουσες. Η μαθητική γιορτή περιλάμβανε λάιβ με διάφορα συγκροτήματα από μαθητές μας, ενώ τα πριν, τα μετά και τα ενδιάμεσα τα κάλυπτε ένας άλλος μαθητής με πρόγραμμα ντι-τζέι. Τα συγκροτήματα ήταν ένα (ή δύο;) χέβι μέταλ και δύο χιπ χοπ. Μόνο το ένα χιπ χοπ σχήμα, που ήταν δύο αγόρια όλο κι όλο, αποτελούνταν κατά 100% από δικούς μας μαθητές. Στα άλλα συμμετείχαν και εξωσχολικοί.
Υποτίθεται ότι τη μαθητική γιορτή την είχα οργανώσει εγώ. Στην πραγματικότητα την είχε οργανώσει ένα παιδί, ο ίδιος που ήταν και ο ντι-τζέι. Εγώ είχα περιοριστεί σε ρόλο "πλάτης" (είχα πάει μαζί με το παιδί στο διευθυντή και είχα υποστηρίξει την πρόταση του πάρτυ) και στο να ρίξω μερικές ιδέες. Η γιορτή δεν ήταν σε καμία περίπτωση έργο μου, όπως οι εθνικές γιορτές, ήταν όμως υπό την αιγίδα μου. Παρά ταύτα δεν έκατσα να την παρακολουθήσω, γιατί οι συνθήκες πίεζαν να παραστώ στην άλλη γιορτή, των καθηγητών. Απλώς κάθε τόσο πεταγόμουν έξω να δω πώς πάνε τα πράγματα.
Το πρόγραμμα της άλλης γιορτής περιελάμβανε χιλιοματαξαναμέτρημα απουσιών, αντιπαραβολή απουσιολογίων με βιβλία φοίτησης, μέτρημα και επιβεβαίωση δικαιολογητικών, σβήσιμο απουσιών σε όσους υπήρχε γραμμή, αντιγραφή της τελικής κατάστασης απουσιών σε ένα διαφορετικό έντυπο, πέρασμα του τελικού αποτελέσματος στις καρτέλες, όλα αυτά για τους πιο προχώ συναδέλφους, ενώ για όσους είχαν μείνει πιο πίσω υπήρχαν οι επιπλέον οψιόν του περάσματος βαθμολογιών, της αντιγραφής βαθμολογιών στις καταστάσεις, της αντιγραφής από τις καταστάσεις στις καρτέλες, της υπαγόρευσης από τις καρτέλες (ή από τις καταστάσεις) στη γραμματέα που τα πέρναγε στον υπολογιστή. Στο τρελό κέφι που επικρατούσε στη μέσα γιορτή συντελούσε και ο απόηχος των ντεσιμπελιών από τους μεταλλάδες και τους χιπχοπάδες της έξω γιορτής που πλανιόταν παντού ηδονίζοντας τους τοίχους, τα τζάμια και το έδαφος.
Εν πάση περιπτώσει, δεν ήθελα να χάσω και όλο το πανηγύρι των παιδιών. Πέρα από τη συναισθηματική εμπλοκή που είχα με τη γιορτή, και από το γεγονός ότι όλοι οι μουσικοί του σχολείου είναι προστατευόμενοί μου (ναι, είμαι η στέγη τεχνών του ΕΠΑΛ Καισαριανής!), ήθελα κιόλας. Καθώς δεν αντιμετωπίζω τα προβλήματα μεγαλύτερων σε ηλικία συναδέλφων που δεν μπορούν να ακούσουν αυτές τις μουσικές και τις θεωρούν ηχορρύπανση, και καθώς συναισθανόμουν απόλυτα ότι, όταν κάποιοι είναι έξω και παίζουν ή ακούν μουσική και χορεύουν και γουστάρουν, και κάποιοι άλλοι είναι μέσα και γράφουν και σβήνουν άχρηστες πληροφορίες για να ταΐσουν το αδηφάγο τέρας της γραφειοκρατίας, τότε κάποιοι από τους δύο έχουν πιαστεί μαλάκες, ήθελα να είμαι, έστω και για λίγο, με τους έξω.

Κι έτσι ήρθα για πρώτη φορά στη ζωή μου σε επαφή με το χιπ χοπ. Παιδιά, έπαθα μουνόπλακα! Δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο. Είχα ακούσει βέβαια από ραδιόφωνο και μαγαζιά, αλλά στο λάιβ είναι τελείως αλλιώς. Το χιπ χοπ δεν έχει όργανα, έχει μία μουσική υπόκρουση που είναι φτιαγμένη με πρόγραμμα στον υπολογιστή, υπάρχει κάποιος εκτός σκηνής που τη χειρίζεται (δεν κατάλαβα αν είναι τελείως κονσέρβα και αυτός πατάει απλώς το πλέη ή αν την φτιάχνει στ' αλήθεια εκείνη τη στιγμή), και στη σκηνή είναι μόνο οι φωνητικάδες. Το πρώτο από τα δύο σχήματα ήταν το καλό. Ήταν δύο Αλβανοί, 16-17 χρονών, που σπάγανε κόκαλα. Οι στίχοι, άλλοι στα ελληνικά και άλλοι στα αλβανικά, ήταν δικοί τους. Τους αλβανικούς βέβαια δεν τους κατάλαβα. Κατάλαβα όμως όσο μπορούσα τους ελληνικούς, και κατάλαβα πάρα πολύ καλά την ανταπόκριση των παιδιών από κάτω -αλλά και τη δική μου. Οι δύο τυπάδες στη σκηνή ήταν η φωνή όλων των παιδιών που είχαν μαζευτεί εκεί γύρω. Τα τραγούδια τους ήταν δυνατά, λέγαν την αλήθεια. Και δεν έλεγαν μόνο "κωλοκοινωνία" και τέτοια, τζάμπα μαγκιά και πρόκληση. Είχαν βέβαια και τραγούδια αγανάκτησης, αλλά και τραγούδια χαράς, χορού, έρωτα. Είχαν ρυθμό. Η μουσική υπόκρουση ήταν όμορφη. Το σόου ήταν καλό, οι τύποι ήξεραν πολύ καλά το μουσικό ιδίωμα - ένα μουσικό ιδίωμα που ουσιαστικά το έχουν βγάλει αυτοί, και μερικοί σαν αυτούς λίγο πιο παλιά στα Δυτικά προάστεια, και μερικοί σαν εκείνους ακόμα λίγο πιο παλιά στα μαύρικα των αμερικάνικων πόλεων. Δεν είναι καθόλου εύκολο να περιγράψω και να εξηγήσω τι ακριβώς ήταν αυτό που με μαγνήτισε στα τραγούδια τους, αλλά πλέον ξέρω πώς ένιωσε κάποιος που το 1930 στον Πειραιά πρωτοάκουσε ρεμπέτικα, ή μερικά χρόνια πιο πριν στη Νέα Ορλεάνη πρωτοάκουσε μπλουζ. Μαγεία, σαγήνη και κίνδυνος. Κατάλαβα γιατί κάποιες μουσικές κατά καιρούς θεωρήθηκαν τόσο απειλητικές ώστε απαγορεύθηκαν από το καθεστώς. Και κατάλαβα ακόμη γιατί οι ίδιες αυτές μουσικές ασκούσαν τόσο ακαταμάχητη έλξη ώστε οι θεράποντες και θιασώτες τους να αψηφούν την απαγόρευση και να συνεχίζουν, κρύβοντας τον μπαγλαμά στο σακάκι. Και κατάλαβα το νόημα της γνωστής αφήγησης από τα απομνημονεύματα του Βαμβακάρη, όπου περιγράφει πώς ένοιωσε όταν πρωτοάκουσε μπουζούκι από τον μπάρμπα Τάδε το Σμυρνιό, κι έκανε όρκο ότι ή θα μάθει να παίζει αυτό το όργανο ή αλλιώς θα τσακίσει τα δάχτυλά του με τον μπαλτά του χασάπη, με αποτέλεσμα να περάσει μια ζωή μπαινοβγαίνοντας στα κρατητήρια και σήμερα να είναι θρύλος. Και κατάλαβα το νόημα της επισήμανσης "Σώστε τα παιδιά σας: μην τα αφήνετε να ακούνε νέγρικη μουσική", που κυκλοφορούσε σε αφίσες στην Αμερική στις αρχές του 20ού αιώνα.
Δεν μπόρεσα να τα πω όλα αυτά στα παιδιά, που άλλωστε δεν τα ήξερα κιόλας (δεν είναι σε δικό μου τμήμα). Απλώς τους είπα ότι είναι πολύ δυνατοί, μπράβο, και με ευχαρίστησαν πολύ ευγενικά αλλά και με καμάρι. Οι μαθητές που ήταν στο κοινό χάρηκαν που μου άρεσε. Το άλλο σχήμα δεν ήταν καλό. Οι μεταλλάδες, που γενικά είναι καλοί, σήμερα δεν έπαιξαν καλά. Αλλά και καλά να έπαιζαν, όπως άλλη φορά που τους έχω ακούσει, δε συγκρίνονται.
**********************************************************
Κατά τα άλλα, η γιορτή είχε ορισμένα προφανή μειονεκτήματα:
-Τέτοια πράγματα δεν έχει και πολύ νόημα να γίνονται τελευταία μέρα. Αν γίνονται από νωρίς, κάπου αρχές της χρονιάς, εξυπηρετούν κατά το ότι δίνουν στους μαθητές το στίγμα του σχολείου: «Εδώ δεν ερχόμαστε μόνο για αγγαρεία, έχει και ευχάριστα πράγματα. Και, αν έχεις κάτι να πεις (όπως αυτά τα παιδιά που παίζουν μουσική), εμείς θέλουμε να το ακούσουμε, και θέλουμε να το ακούσουν και οι συμμαθητές σου.» Και με κάτι τέτοια είναι δυνατόν να δημιουργηθεί στα παιδιά μία πιο θετική εθκόνα για το σχολείο, να το αγαπήσουν και να το σεβαστούν. Τέλος της χρονιάς, αυτό το τρένο το 'χουμε χάσει.
-Κανείς δεν κατάλαβε ότι ήταν γιορτή του σχολείου. Έμοιαζε να είναι μία εκδήλωση που αφορά αποκλειστικά τους μαθητές. Εμείς λάμψαμε διά της απουσίας μας. Το πράγμα δεν είχε ανακοινωθεί μερικές μέρες πιο πριν (για την ακρίβεια, ούτε καν εκείνη την ίδια ημέρα), στην έναρξη της γιορτής δε σηκώθηκε κανείς από εμάς να πει μια κουβέντα στο μικρόφωνο, και κατά τη διάρκεια του προγράμματος η φυσική παρουσία καθηγητών περιοριζόταν σε τρεις - τέσσερις που κάναν ένα σύντομο διάλειμμα από τη χαρτοδουλειά τους. Αλλά και επί της ουσίας, οι μόνοι που είχαν εμπλακεί ήταν ο μαθητής που ανέφερα πιο πάνω, άλλος ένας που έκανε τα κονέ για να νοικιάσουμε μηχανήματα, εγώ, και σε μικρότερο βαθμό ο διευθυντής. (Και βέβαια οι μουσικοί, αλλά οι μισοί από αυτούς ήταν εξωσχολικοί.) Από τον υπόλοιπο κόσμο, μαθητές και δασκάλους, οι πιο πολλοί δεν το ήξεραν καν.
**********************************************************
Μια - δυο μέρες αργότερα, τα συζητάγαμε με το παιδί που είχε την πρωτοβουλία. Λίγο έως πολύ συμφωνήσαμε σ' αυτά που σας είπα. Έμαθα όμως και τα παραλειπόμενα της γιορτής. Φαίνεται ότι κάποια στιγμή, αφού και τα δύο χιπ-χοπ συγκροτήματα είχαν τελειώσει το πρόγραμμά τους, εκείνος τούς έπαιξε ένα μπιτ και ανέβηκαν ένας από το ένα συγκρότημα και ένας από το άλλο, να κάνουν λάιβ διάλογο - κόντρα, ραπάροντας αυτοσχέδιους στίχους. Όταν το άκουσα αυτό κυριολεκτικά ανατρίχιασα. Έγινε τέτοιο πράγμα και δεν ήμουν;
Προσπάθησα να τους εξηγήσω τι είναι το γλέντι με αυτοσχέδιες μαντινάδες, που είναι ζώσα παράδοση στο νησί όπου έμενα τέσσερα χρόνια, και πόσες φορές έχω παραστεί ή και συμμετάσχει σε τέτοια γλέντια και πόσο εξαιρετική σημασία αποδίδω σ' αυτή την πρακτική. Δεν ξέρω αν τους μετέδωσα τη συγκίνησή μου, αλλά, αφού εκείνοι ήταν εκεί όταν εγώ δεν ήμουν, νομίζω ότι δεν έχει και τόση σημασία.