ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...

Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

Ένα καρπάθικο τραγούδι, «Άρκοντες τρων και πίνουσι»

Αφορμή γι' αυτή την ανάρτηση, που μας γυρίζει για λίγο στον από ετών ξεχασμένο καρπάθικο χαρακτήρα των Καρπάθικων Ημερολογίων, είναι η λέξη ακράνης, που απαντά σ' ένα καρπάθικο δημοτικό τραγούδι, και που τη συζητεί ο Νίκος Σαραντάκος στις Λέξεις που χάνονται και στο μπλογκ του.
Οι Λέξεις που χάνονται (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2011) ξανακυκλοφόρησαν πρόσφατα ως προσφορά με την εφημερίδα Το Βήμα. Το βιβλίο περιλαμβάνει 366 λέξεις που, ενώ με τον ένα ή τον άλλο τρόπο παραμένουν ζωντανές στην ελληνική γλώσσα, ωστόσο είναι αθησαύριστες από όλα ή τα περισσότερα λεξικά της σύγχρονης ελληνικής. Για την καθεμία παρατίθεται σύντομη συζήτηση: περίπου μισή σελίδα σχετικά με την ετυμολογία και τη χρήση της λέξης.

Γράφει λοιπόν για τον ακράνη ο Σαραντάκος:

Ακράνης είναι ο φίλος, ο συμπολεμιστής, ο σύντροφος. Η λ. είναι δάνεια από το τουρκικό akran, που σημαίνει «συνομήλικος», «όμοιος»· αραβικής αρχής. Δεν ακούγεται πια στις μέρες μας, αλλά τα παλιότερα λεξικά την έχουν. Τη βρίσκουμε σε ακριτικό τραγούδι από την Κάρπαθο, όπου «κι ο Κωσταντίνος ο μικρός ας ελιανοτραούει τ' ακράνη του τ' Ανδρόνικου του νιου του παινεμένου».
Ο ακράνης αποδίδει ακριβώς το αρχαίο εταίρος, και γι' αυτό το χρησιμοποίησαν πολύ οι Καζαντζάκης-Κακριδής στις ομηρικές μεταφράσεις τους, π.χ. «σέρνει φωνή κι ανακαλέστηκε τον γκαρδιακό του ακράνη» (Ψ 179) ....κλπ. (Λέξεις... 24)


Το τραγούδι είναι αυτό. Ας σχολιάσω ότι, αντίθετα προς τα περισσότερα ακριτικά τραγούδια αλλά και προς τα περισσότερα τραγούδια της Καρπάθου, το συγκεκριμένο δεν έχει εντοπιστεί παρά μόνο στην Κάρπαθο. Στις Εκλογές του ο Ν. Πολίτης, ενώ κατά γενικό κανόνα παραθέτει τις υποθετικές αρχικές μορφές των διάφορων πανελλήνιων τραγουδιών όπως τις ανασυνέστησε βάσει των τοπικών παραλλαγών που συνέλεξε ανά τον Ελληνισμό, ειδικά γι' αυτό παραθέτει αυτούσια την καρπάθικη εκδοχή, γιατί άλλην δε βρήκε, και το σημειώνει.

Έστειλα λοιπόν ένα σχόλιο στον Σαραντάκο, ο οποίος μου έκανε την τιμή να του αφιερώσει ειδική ανάρτηση στο μπλογκ του, όπου και το σχολιάζει με τη σειρά του. Είναι το εξής:

Το αναφερόμενο καρπάθικο τραγούδι (Άρχοντες τρων και πίνουσι) αποτελεί ολοζώντανο στοιχείο της τοπικής δημοτικής παράδοσης. Στην Όλυμπο, το κατεξοχήν «παραδοσιακό» χωριό του νησιού, ήταν παλιότερα το εναρκτήριο τραγούδι των γαμήλιων γλεντιών. Σήμερα είναι το εναρκτήριο τραγούδι σχεδόν κάθε γλεντιού, είτε πρόκειται για γάμο ή βάφτιση, είτε για πανηγύρι, είτε για γλέντι μεταξύ φίλων που μπορεί να προέκυψε και απρογραμμάτιστα. Τις τελευταίες δεκαετίες αυτή του η χρήση επεκτείνεται και στα υπόλοιπα χωριά, τη λεγόμενη Κάτω Κάρπαθο.
Όμως η συγκεκριμένη λέξη, προ γενεών ήδη χαμένη από το ενεργό λεξιλόγιο των Καρπαθίων, δε λέγεται σχεδόν ποτέ. Συνήθως λένε τ’ Αντρόνικου τ’ αήττητου. Αήττητος είναι εμφανώς λέξη που δεν μπορεί να προέρχεται από δημοτικό τραγούδι.
       Είμαι της γνώμης ότι αρχικά το ακράνη του εξελήφθη ως μία λέξη, ακράνητου (ο *ακράνητος). Ύστερα, είτε λόγω άγνοιας της σημασίας και παρετυμολογικής επίδρασης είτε από απλό παράκουσμα, θα έγινε ακράτητου. Τι μπορεί να σημαίνει του Αντρόνικου τ’ ακράτητου; Μάλλον θα εννοούσε −σκέφτηκε κάποιος (υποθέτω)− «ασυγκράτητου, ορμητικού, δεινού στη μάχη». Από κει, το πέρασμα στις λέξεις ανίκητος (που δεν είμαι βέβαιος αν το έχω ακούσει) και αήττητος (που το έχω ακούσει πολλάκις) είναι εύκολο.
Ο στίχος στην παλιά μορφή, τ’ Αντρόνικου τ’ ακράνη του, ακούγεται σήμερα μόνο από ανθρώπους που ναι μεν συμμετέχουν στα παραδοσιακά γλέντια με ενεργό ρόλο, ταυτόχρονα όμως έχουν διαβάσει και Μιχαηλίδη Νουάρο ή ίσως και Νικόλαο Πολίτη, είναι δηλαδή όχι απλώς γραμματιζούμενοι αλλά σχεδόν λόγιοι. (Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της καρπάθικης κουλτούρας και ζωής είναι ότι στο γλέντι συχνά δασκάλοι, γιατροί, δικηγόροι κλπ. συμμετέχουν και συμπεριφέρονται σαν παραδοσιακοί  Έλληνες της υπαίθρου του 19ου αιώνα, με πλήρως αφομοιωμένους −εμπειρικά− τους κώδικες του προφορικού πολιτισμού.) 

Εις επίρρωσιν της τελευταίας παραγράφου, ιδού η επανεκτέλεση του καρπάθικου τραγουδιού από τη Δόμνα Σαμίου. Η Σαμίου λέει τ' ακράνη του, όπως το κατέγραψε ο Πολίτης το 1866 αλλά και ο Μπο-Μποβύ (Τραγούδια των Δωδεκανήσων) το 1938, ενώ οι σημερινοί Καρπάθιοι στην άλλη εκτέλεση, που κατέγραψα εγώ το 2005, λένε τ' αήττητου.

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Μια ασκομαντούρα



Αυτή η ασκομαντούρα (κρητικιά τσαμπούνα) ανήκει σ' ένα φίλο μου. Την βρήκε στα κατάλοιπα του μακαρίτη του πατέρα του, σ' ένα μπαούλο μαζί με διάφορα αλλά οργανάκια (φλογέρες κλπ.). Ο μακαρίτης δεν ήταν από την Κρήτη. Ήταν ένας άνθρωπος που αγαπούσε τα πνευστά και την έψαχνε με διάφορα που έβρισκε σε ταξίδια. Η ασκομαντούρα όμως φαίνεται πως του έπεσε πιο δύσκολη, δεν μπόρεσε να τη μάθει όπως τις φλογέρες, κι έτσι την άφησε στο μπαούλο και η ύπαρξή της δεν έγινε γνωστή παρά μετά το θάνατό του.
Έτσι δεν έχουμε καμία πληροφορία για την προέλευσή της. Ο φίλος μου εκτιμά πως πρέπει να χρονολογείται γύρω στο 1980, κι εκεί τελειώνουν όλα όσα μπορούμε να ξέρουμε γι' αυτήν.

Όμως το όργανο είναι γεμάτο ιστορίες από μόνο του.

1. Η σκάφη.                                                                      




















Η σκάφη είναι από κάποιο χοντρό, πολύ βαρύ ξύλο, πελεκημένο με άκρα λιτότητα, χωρίς ίχνος στολιδιού. Οι Κρητικοί είναι από τους λίγους που συνηθίζουν να πελεκάνε περίτεχνες και ψιλολογημένες διακοσμήσεις στις τσαμπούνες τους -τους ευνοεί άλλωστε και η μονοκόμματη ξύλινη σκάφη χωρίς κέρατο-, αλλά βέβαια αυτό δε συμβαίνει πάντοτε.
Η σκάφη είναι αρκετά μεγάλη. Για να φανεί συγκριτικά το μέγεθος, ιδού μια φωτογραφία μαζί με άλλες δύο τσαμπούνες, μια καλύμνικη (πάνω αριστερά) και μια ναξιώτικη (κάτω), που και οι δύο είναι γενικά στο μέσο μέγεθος.




Οι απολήξεις των τριών οργάνων μπορεί να συσκοτίσουν το συσχετισμό μεγεθών. Ότι η κρητικιά είναι μεγαλύτερη φαίνεται στο μήκος των αυλών και στο συνολικό φάρδος. Είναι επίσης πολύ μασίφ, πελεκημένη με τρόπου που αφήνει πολύ «ψωμί» στη σκάφη, με αποτέλεσμα να είναι τόσο βαριά που θυμίζει ρόπαλο.



Στην αποπάνω φωτογραφία φαίνεται πόσο χοντρά είναι τα χείλη της καμπάνας, κι επίσης πόσο πολύ κερί έχει χρησιμοποιηθεί για να γεμίσει τα κενά. Το κερί αυτό είναι η μόνη κολλητική ουσία που χρησιμοποιούν οι τσαμπουνιέρηδες στις κατασκευές τους. Γεμίζει όλα τα κενά ανάμεσα στο ξύλο της σκάφης και τα καλάμια των αυλών, τα οποία κενά εδώ είναι μπόλικα. Ο σκοπός του κεριού είναι και να αποκλείσει τις διαρροές αέρα και να κολλήσει τα διάφορα μέρη μεταξύ τους. Αν χρειαστεί κάποια επισκευή ή αντικατάσταση, ό,τι είναι κολλημένο με κερί ξεκολλάει πολύ εύκολα, από την άλλη όμως δεν πρόκειται ποτέ να ξεκολλήσει μόνο του κατά λάθος.

2. Οι αυλοί.


Ο γενικός κανόνας είναι ότι οι 5 τρύπες των αυλών είναι ισομεγέθεις και ισαπέχουσες. Εδώ δεν είναι ακριβώς ισαπέχουσες, αλλά η απομάκρυνσή τους από τον κανόνα δεν είναι μεγάλη, κινείται μέσα στα όρια του προβλεπόμενου.
Θα φανταστεί κανείς ότι, αν οι τρύπες δεν ακολουθούν ένα αυστηρά μαθηματικό μοντέλο, το όργανο θα βγάζει φάλτσες νότες. Αυτό δεν ισχύει, για τον εξής λόγο: Προκειμένου για φυσικά υλικά με αστάθμητα όλα τα μεγέθη τους (μήκος, διαμέτρημα, πυκνότητα κλπ.), η μαθηματική ακρίβεια είναι ούτως ή άλλως αδύνατον να επιτευχθεί· κάποια μικροανωμαλία πάντα θα υπάρχει, και ο τσαμπουνιέρης εκμεταλλεύεται το περιθώριο που του αφήνουν όλες μαζί οι μικροανωμαλίες για να κουρδίσει πρακτικά. Με άλλα λόγια, αν κάπου του τα χαλάει το ύψος όπου βρίσκεται μια τρύπα, θα το διορθώσει αυξομειώνοντας το μέγεθος της τρύπας, ή με το κούρδισμα του γλωσσιδιού, ή επεμβαίνοντας στο διαμέτρημα του αυλού. Αν έκανε τις τρύπες με μαθηματική ακρίβεια, αυτό και πάλι δεν θα του εξασφάλιζε αυτόματα το σωστό κούρδισμα, αφού το εσωτερικό του αυλού δεν είναι ένας γεωμετρικά τέλειος κύλινδρος, οπότε το να επεμβαίνει στα υπόλοιπα μεγέθη για να κουρδίσει είναι κάτι που έτσι κι αλλιώς δεν αποφεύγεται.
Παρά ταύτα, στη συγκεκριμένη ασκομαντούρα υπάρχει ένα σημείο που μας απομακρύνει αισθητά από το στάνταρ. Αυτό είναι η απόσταση ανάμεσα στο τελευταίο ζευγάρι τρύπες, κάτω κάτω, και στην άκρη των αυλών. Ήδη η απόσταση που φαίνεται στο ορατό τμήμα των αυλών είναι μεγαλούτσικη· αν υπολογίσουμε ότι οι αυλοί συνεχίζουν ακόμη μερικά εκατοστά μέσα στην καμπάνα, η απόσταση μεγαλώνει ακόμα.
Έτσι το διάστημα ανάμεσα στις δύο χαμηλότερες νότες, που κανονικά είναι ένας τόνος (ας πούμε Σολ με όλες τις τρύπες κλειστές - Λα με το τελευταίο ζευγάρι ανοιχτό και τις υπόλοιπες κλειστές) αυξάνει πολύ, πλησιάζοντας προς τον ενάμιση τόνο. Αυτό διαταράσσει την κλίμακα, και δεν μπορώ να φανταστώ πώς το διαχειριζόταν ο μάστορης που την έφτιαξε και την έπαιζε. Αν το όργανο ήταν δικό μου θα άνοιγα κάτω από τις τελευταίες τρύπες άλλες δύο μικρές τρυπίτσες κουρδίσματος, μία σε κάθε αυλό, για να φέρω τη χαμηλότερη νότα εκεί που την θέλω, δηλαδή περίπου μισό τόνο ψηλότερα (σε σχέση με την επόμενη ψηλότερή της) απ' ό,τι είναι τώρα. Ο παλιός όμως δεν το έκανε. Θα είχε κάποιο λόγο. Δεν μπορώ να τον φανταστώ, αλλά πρέπει να τον σεβαστούμε.
Αυτή την ιδιορρυθμία την έχω δει και σ' άλλες παλιές ασκομαντούρες, καθώς και σε παλιές μαντούρες. Δεν την έχω συναντήσει σε κανένα όργανο που να το έχω δει να παίζεται. Πάντως δεν αποτελεί μοναδικότητα, άρα δεν πρέπει να θεωρηθεί λάθος. Είναι δε γεγονός ότι στους παραδοσιακούς κρητικούς σκοπούς της ασκομαντούρας η χαμηλότερη νότα, το ας-πούμε-Σολ (που εδώ είναι παράταιρο), χρησιμοποιείται από ελάχιστα έως καθόλου. Παρά ταύτα σ' όλους τους σημερινούς ασκομαντουράρηδες και σ' όσους παλιούς έτυχε να ηχογραφηθούν (οι οποίοι αποτελούν το μοναδικό διαθέσιμο πρότυπο και για τους καινούργιους) το διάστημα αυτό είναι τόνος, όπως ακριβώς και σ' όλες τις τσαμπούνες εκτός Κρήτης.
Η ιδιορρυθμία αυτής της απόστασης προσπαθεί να μας σφυρίξει κάποιο μυστικό σχετικά με το ρεπερτόριο και την τεχνική.

3. Τα μπιμπίκια.

Εδώ ανοίγει άλλη ιστορία. Τα μπιμπίκια της ασκομαντούρας είχαν χαλάσει. Ο κάτοχός της, ο φίλος μου, τα άλλαξε. Τα παλιά δεν τα έχω δει. Τα καινούργια τα έφτιαξε κάποιος που δεν τον γνωρίζω, αλλά που προφανώς δεν είναι παραδοσιακός κατασκευαστής, είναι κάποιος που την ψάχνει και με παραδοσιακές και με πειραματικές μεθόδους, πιθανότατα αντλώντας και από τα παραδείγματα οργάνων από άλλες παραδόσεις ή σύγχρονων.
Έφτιαξε λοιπόν ένα ζευγάρι μπιμπίκια όχι από καλάμι αλλά από μπαμπού. Το μπαμπού έχει πιο χοντρό τοίχωμα -επομένως πιο μικρό εσωτερικό διαμέτρημα-, και είναι και απείρως πιο σκληρό. 


Για να βρει το εσωτερικό κενό χρειάστηκε να τα κόψει πολύ βαθειά, σχεδόν στη μέση: βλέπουμε ότι τα κεφαλάκια των μπιμπικιών είναι σχεδόν ημικυκλικά, ενώ κανονικά είναι κύκλοι ή το πολύ πολύ κύκλοι μείον μια μικρή φέτα.
Για να μπορεί να πάλλεται ένα γλωσσίδι από τόσο σκληρό υλικό, το έχει κόψει πολύ πιο λεπτό από τα παραδοσιακά καλαμένια γλωσσίδια. Είναι τόσο λεπτά που αν ήταν καλαμένια θα ήταν μέχρις υπερβολής ευαίσθητα στην αλλαγή φυσήματος, και επιπλέον ευπαθή. Με το μπαμπού δεν υπάρχουν αυτά τα προβλήματα.
Εκεί όμως όπου κατεξοχήν φαίνεται η πιο μοντέρνα προσέγγιση αυτού του μπιμπικοποιού είναι στο ότι το γλωσσίδι δεν ενώνεται στη ρίζα του με το κυρίως μπιμπίκι, αλλά είναι ξεχωριστό κομμάτι, δεμένο εκ των υστέρων στο μπιμπίκι:


Όλα τα σύγχρονα μπιμπικόφωνα όργανα, από τις βουλγάρικες και σκοτσέζικες γκάιντες μέχρι τα κλαρινέτα, ακολουθούν αυτή τη λογική. Είναι ετερόγλωσσα, δηλαδή με το γλωσσίδι ως ξεχωριστό σώμα, και αυτό επιτρέπει στον παίχτη να έχει μεγαλύτερο έλεγχο στο κούρδισμα. Τα ομοιόγλωσσα όργανα είναι μόνο όσα παραμένουν σ' ένα παλαιινό μοντέλο κατασκευής, όπως οι ελληνικές τσαμπούνες.

Παρά ταύτα, το αποτέλεσμα δεν ήταν καλό. Τα μπαμπουδένια μπιμπίκια είναι πάρα πολύ «βαριά», απαιτούν δηλαδή τόσο πολύ αέρα για να παίξουν που σου βγαίνει η ψυχή. Ιδιαίτερα δε στην περίφημη εκτός κλίμακας χαμηλότερη νότα, αν το ήδη δυνατό φύσημα δεν είναι λίγο ακόμη πιο δυνατό, δηλ. τέρμα πλεμόνια, βγαίνει μια τσιρίδα που δεν έχει καμία σχέση ούτε με την (έστω περίεργη) κλίμακα του οργάνου ούτε με οποιαδήποτε έννοια μουσικότητας -μια απλή στριγγλιά. Ωστόσο, στο μέτρο που κατάφερνε κανείς να φυσήξεις και να βγουν σωστές νότες, αυτές ήταν εντυπωσιακά δυνατές και λαμπερές σε σχέση με μια συνηθισμένη τσαμπούνα.

4. Το τουλούμι.

Το τουλούμι είναι πολύ παλιό, καταταλαιπωρημένο. Είχε τόσες διαρροές, και από τους πόρους και από τρυπίτσες που είχαν ανοίξει, ώστε θα ήταν αδύνατο να παίξει έστω και με πιο εύκολα μπιμπίκια. Με τα σκληρά μπαμπουδένια δυο φορές αδύνατο. Χώρια που ήταν και αρκετά μικρό.
Χρειαζόταν λοιπόν ένα καινούργιο τουλούμι. Ο φίλος μού ζήτησε και του βρήκα ένα από την Κάλυμνο, το οποίο το διάλεξα σκοπίμως έτσι ώστε να είναι κατά το δυνατόν απολύτως στεγανό, μιας και θα έπρεπε να ανταποκριθεί σε πολύ απαιτητικό φύσημα λόγω των σκληρών μπιμπικιών.
Ορίστε η τσαμπούνα με το καινούργιο της τουλούμι:


Ο μάστορης που το έφτιαξε, ο Νικόλας Μίχας από το Χωριό της Καλύμνου, είναι ο ίδιος που έχει φτιάξει και την καλύμνικη τσαμπούνα που εικονίζεται σε προηγούμενη φωτογραφία. Βλέπουμε το χαρακτηριστικό καλύμνικο μασούρι / φυσηστήρι, δηλ. το επιστόμιο, που είναι ξύλινο και κωνικό.
Ακόμη και με ολοκαίνουργιο γερό ασκί, η ασκομαντούρα ήταν πάρα πολύ δύσκολο να παιχτεί. Ή τα μπαμπουδένια μπιμπίκια θέλουν ρεγουλάρισμα, ή θέλει κανονικά παραδοσιακά καλαμένια μπιμπίκια. Πάντως εντελώς αδύνατο δεν ήταν, απλώς πάρα πολύ κουραστικό. Ίσως με επίμονη εξάσκηση μπορεί κανείς να το συνηθίσει.
Το παλιό ασκί ήταν άχρηστο, κάτι λογικό αναλόγως της ηλικίας του. Ωστόσο είναι γεμάτο ενδιαφέρον  αν κάτσει κανείς να το παρατηρήσει.


Πρώτη διαπίστωση: είναι πολύ μικρό (αυτό φαίνεται καλύτερα στη φωτογραφία με τις τρεις τσαμπούνες). Προφανώς τον παίχτη δεν τον ένοιαζε να τραγουδάει ταυτόχρονα.
Δεύτερη διαπίστωση: το μασούρι είναι καλαμένιο και κυλινδρικό. Αυτό είναι κανόνας σ' ορισμένα νησιά. Σε άλλα ο κανόνας είναι το επίσης κυλινδρικό κόκκαλο (όπως στην ναξιώτικη). Στην Κρήτη δεν πρέπει να υπήρχε ποτέ κανόνας, ο καθένας όπως προτιμούσε. Και σε λίγα συγκριτικώς νησιά ο κανόνας είναι το ξύλινο κωνικό μασούρι. 
Τρίτη διαπίστωση: έτσι όπως είναι συναρμολογημένο, η τσαμπούνα κρατιέται κάτω από τον αριστερό αγκώνα. Συνήθως η συναρμολόγηση είναι αντίστροφη: το μασούρι μπαίνει στο άλλο ποδαράκι, αυτό που εδώ το βλέπουμε αδειανό, οπότε το πάνω (σε σχέση μ' αυτή τη φωτογραφία) γίνεται κάτω, και η τσαμπούνα κρατιέται στον δεξή αγκώνα, όπως δηλαδή οι άλλες δύο της ομαδικής φωτογραφίας πιο πάνω. (Να διευκρινίσουμε ότι το ασκί που βλέπουμε είναι το δέρμα ενός σχεδόν ολόκληρου κατσικιού: άκρη αριστερά είναι ο λαιμός, με το κεφάλι να λείπει και το άνοιγμα να είναι δεμένο· βλέπουμε τα δύο μπροστινά ποδαράκια, το ένα με το μασούρι και το άλλο αδειανό για να υποδεχτεί τη σκάφη· και βλέπουμε και το κορμί μέχρι λίγο πιο πριν από τα πίσω πόδια: σ' εκείνο το σημείο κόβεται, για να το βγάλουν από το κρέας, και δένεται).
Οι Κρητικοί κατά κανόνα συναρμολογούν τις τσαμπούνες τους όπως και οι περισσότεροι άλλοι νησιώτες -ενώ αντίθετα οι γκαϊτατζήδες φτιάχνουν τις γκάιντες τους ανάποδα. Έτσι οι περισσότερες τσαμπούνες παίζονται στον δεξή αγκώνα και οι περισσότερες γκάιντες στον αριστερό. Σε μερικά νησιά, όπως η Τζια και η Χίος, ισχύει ο αντίστροφος κανόνας (αριστερός αγκώνας). Ανεξάρτητα όμως από τη συναρμολόγηση, ειδικά οι Κρητικοί μερικές φορές κρατάνε τα όργανά τους ανάποδα απ' ό,τι υποδεικνύει (σύμφωνα με τη λογική των άλλων νησιών) η κατασκευή : σ' αυτό το βιντεάκι βλέπουμε μια ασκομαντούρα συναρμολογημένη σαν τη δικιά μας εδώ, που κάθε άλλος θα την κράταγε στον αριστερό αγκώνα, αλλά ο παίχτης την κρατάει στον δεξή, παρουσιάζοντας μια συνολική εικόνα που μόνο στην Κρήτη συναντιέται.
Τέταρτη διαπίστωση: είναι χιλιομπαλωμένο. Στο αδειανό ποδαράκι φαίνεται το πιο ευδιάκριτο μπάλωμα, που αποτελείται από ένα κομμάτι ξύλου. Είναι κολλημένο πάνω στο δέρμα, και από μέσα υπάρχει άλλο ένα όμοιο, κολλημένο στην άλλη όψη του δέρματος (την τριχωτή). Στο σημείο της τρύπας τα δύο κομμάτια ξύλο είναι κολλημένα μεταξύ τους.
Υπάρχουν άλλα τρία μπαλώματα, φτιαγμένα με τον παλιό παραδοσιακό τρόπο που έχω συναντήσει στη βιβλιογραφία, μου τον έχουν περιγράψει ηλικιωμένοι τσαμπουνιέρηδες από διάφορα νησιά, αλλά δεν τον είχα ξαναδεί με τα μάτια μου: με τη μέθοδο του βότσαλου.


Αυτή η φωτογραφία είναι λεπτομέρεια από ένα σημείο κοντά στο κάτω άκρο του ασκιού. Είχε ανοίξει μια τρυπίτσα εκεί όπου βλέπουμε το στρογγυλό γρομπαλάκι που μοιάζει με κουμπί. Ο ασκομαντουράρης έβαλε ένα μικρό στρογγυλό βοτσαλάκι στο σημείο της τρύπας από μέσα από το τουλούμι (έβγαλε τη σκάφη και το πέρασε από το άνοιγμά της). Από μέσα το ζούπαγε να μείνει στο ίδιο σημείο και να έρχεται εφαρμοστά στο δέρμα, κι απ' έξω το τύλιξε σφιχτά με ψιλό σπάγκο (ή πολύ γερή κλωστή), δημιουργώντας αυτό το σχήμα που βλέπουμε. Η μαύρη τελίτσα είναι το ίδιο το βότσαλο, που διακρίνεται μέσα από την τρύπα.


Δεύτερο ίδιο μπάλωμα, στο αντίστοιχο περίπου σημείο στην πίσω πλευρά του ασκιού.


Το τρίτο είναι κοντά στο μασούρι και είναι φτιαγμένο αντίστροφα: το βότσαλο είναι στην εξωτερική πλευρά και το δέσιμό του στην εσωτερική, με αποτέλεσμα τελικά το γρομπαλάκι να είναι κρυμμένο μέσα στο ασκί και να μη βλέπουμε παρά μόνο τις σούρες που δημιουργεί το δέσιμο.
Γιατί αυτό το μπάλωμα είναι ανάποδα από τα άλλα; Ο τσαμπουνιέρης προφανώς προτιμούσε να τα φτιάχνει έτσι, εσωτερικά. Στα άλλα δύο σημεία όμως δεν μπορούσε. Εδώ η τρύπα είναι αρκετά κοντά στο άνοιγμα του άλλου ποδιού, όπου δένει η σκάφη. Είχε λοιπόν τη δυνατότητα, αφαιρώντας τη σκάφη, να φέρει την εσωτερική μεριά κοντά στο άνοιγμα και να κάνει τα δεσίματά του από μέσα, σ' ένα σημείο που αν είναι πιο μακριά δεν έχει εσωτερική πρόσβαση (if you see what I mean... Καταλαβαίνω ότι τα λέω λίγο περίπλοκα αλλά πιο απλά δε γίνεται, μόνο αν το δεις τη στιγμή της διαδικασίας).
Σημειώνω ότι μερικές από τις λεπτομέρειες που ήθελα να τονίσω στις φωτογραφίες φαίνονται καλύτερα με φλας, οπότε το ασκί δείχνει πιο άσπρο, και άλλες χωρίς φλας, οπότε δείχνει πιο κίτρινο.
Παρόλο που τα ίδια τα βοτσαλάκια είναι πολύ μικρά, δημιουργούν τόσες σούρες ώστε μικραίνουν το συνολικό μέγεθος του ασκιού κατά ένα υπολογίσιμο ποσοστό. Δε θα απέκλεια το ασκί να ήταν αρχικά τόσο μεγάλο όσο σχεδόν το καινούργιο ή τα άλλα δύο της ομαδικής φωτογραφίας, και να τσουρούτεψε σταδιακά από τα μπαλώματα.
Εκτός από τις τέσσερις μπαλωμένες τρύπες, αυτή τη στιγμή το ασκί έχει κι άλλες, που καθιστούν τη χρήση του ανέφικτη. Πλέον έχει μόνο ιστορική αξία.
Αν η τσαμπούνα αποκτήθηκε γύρω στο 1980 και ήδη τότε είχε τέσσερα μπαλώματα, αυτό οδηγεί στην υποψία ότι ο μάστορης που την έφτιαξε την έπαιζε ήδη πολλά χρόνια τότε. Μέσα σε καμιά τριανταριά χρόνια αχρησίας άνοιξαν άλλες δυο-τρεις τρύπες ακόμα, έτσι μόνες τους, από την παλαιότητα. Οι άλλες τέσσερις, οι παλιές, δε θα πήραν, λέω εγώ, τουλάχιστον καμιά δεκαριά χρόνια χρήσης να γίνουν; Θα πρέπει λοιπόν να υπολογίσουμε ίσως την ηλικία του οργάνου αρκετά πιο πίσω από την εποχή της απόκτησης.
Μου κάνει εντύπωση το εξής: τα μπαλώματα έχουν γίνει από κάποιον που ολοφάνερα γνωρίζει πολύ καλά την τέχνη της κατασκευής και επισκευής τουλουμιών. Γιατί άραγε επέμενε να το μπαλώνει τρίτη και τέταρτη φορά αντί να φτιάξει ένα καινούργιο;...

5. Η βαλβίδα.

Συνήθως οι τσαμπούνες έχουν στην εσωτερική άκρη του επιστομίου κάποιο μηχανισμό που εμποδίζει τον αέρα να φύγει από το ασκί, επιτρέποντας έτσι στον τσαμπουνιέρη να φυσάει πολύ πιο ξεκούραστα και, υπό προϋποθέσεις, ακόμη και να τραγουδάει ενώ ταυτόχρονα παίζει. Αν δεν υπάρχει βαλβίδα θα πρέπει, τις υπόλοιπες στιγμές εκτός από όσες φυσάει, να κλείνει το επιστόμιο με τη γλώσσα του (ή με άλλους πιο περίπλοκους τρόπους).
Οι μηχανισμοί της βαλβίδας είναι εν μέρει παραδοσιακοί και εν μέρει αυτοσχέδιοι. Παλιά συνήθως χρησιμοοιούσαν ένα κρεμμυδόφυλο. Σήμερα αυτό έχει αντικατασταθεί από μπαλόνι, δάχτυλο πλαστικού γαντιού, ή προφυλακτικό. Άλλοι χρησιμοποιούν έτοιμες βαλβίδες από φουσκωτά στρώματα, μπουκάλες ποτών κλπ..
Εδώ ο μάστορης εφήρμοσε μια μέθοδο εντελώς παλαιού τύπου μεν, αλλά (τουλάχιστον για μένα) πρωτοφανή:


Είναι δύσκολο να φωτογραφηθεί -σαφέστερα δε γίνεται. Αυτό που βλέπουμε είναι το αδειανό πόδι όπου δένει η σκάφη, και από μέσα του να ξεπροβάλλει η εσωτερική άκρη του επιστομίου, από την οποία διακρίνεται αν προσέξετε λιγάκι καλάμι. Τα σύρματα σχηματίζουν στο στόμιο του καλαμιού ένα κλουβί, κάπως σαν εκείνο που κρατάει το φελλό της σαμπάνιας. Μέσα στο κλουβί υπάρχει ένα γκριζόμαυρο πραματάκι: είναι μια ροδέλα από χοντρό λάστιχο, κατά πάσα πιθανότητα από λάστιχο αυτοκινήτου. Είναι ένας κυκλικός δίσκος ελάχιστα μεγαλύτερος από το άκρο του καλαμένιου σωλήνα. Η ροδέλα δεν είναι πιασμένη πουθενά, χοροπηδάει ελεύθερα μέσα στον περιορισμένο χώρο του συρμάτινου κλουβιού της. Όταν ο παίχτης φυσά από το επιστόμιο, τη διώχνει, αυτή κολλάει στην άκρη του κλουβιού, και ο αέρας περνάει ανεμπόδιστα προς τα μέσα. Μόλις θελήσει να ξεκουραστεί χωρίς να σταματήσει το παίξιμο, αρκεί να ρουφήξει στιγμιαία: η ροδέλα έρχεται και κολλάει στα χείλη του καλαμιού, και μένει εκεί, εμποδίζοντας την έξοδο του αέρα, συγκρατούμενη από την πίεση που υπάρχει εσωτερικά του ασκιού. Σύμφωνα με κάποιον φυσικό κανόνα που δεν μπορώ να σκεφτώ, το παράδοξο αυτό σύστημα είναι απόλυτα αποτελεσματικό: το δοκίμασα και η εφαρμογή της ροδέλας στο καλάμι είναι τέλεια και αεροστεγής.
Κάποιος κάποτε μου είχε αναφέρει ότι την ίδια πατέντα είχε εφεύρει μόνος του ένας γκαϊτατζής. Σε τσαμπούνα δεν την έχω ξανακούσει, και ασφαλώς δεν την είχα δει άλλη φορά.
Βέβαια υπάρχει ένα πρόβλημα: οι μυτίτσες του σύρματος τραυματίζουν το δέρμα και ανοίγουν τρύπες, οπότε όλο το αεροστεγές σύστημα πάει περίπατο...

Επίλογος...

Ως ιστορικό τεκμήριο, αυτή η ασκομαντούρα αποδεικνύει εμπράκτως κάποιες πληροφορίες που ήταν γνωστές μόνο έμμεσα για τα παλιά όργανα, όπως αυτή για το βοτσαλάκι, και αποκαλύπτει κάποιες άλλες που ήταν ολωσδιόλου άγνωστες, όπως αυτή για τη βαλβίδα. Φέρει ακόμη πληροφορίες που συμφωνούν με όσα είναι ευρέως γνωστά χωρίς να τα αναιρούν ή να προσθέτουν κάτι, απλώς επιβεβαιώνοντάς τα, και τέλος ανοίγει και κάποια ερωτήματα χωρίς να μας δίνει την απάντηση, όπως κατεξοχήν στο ζήτημα του παράξενου διαστήματος ανάμεσα στις δύο χαμηλότερες νότες.
Πέρα από αυτό πρόκειται για ένα όργανο τόσο δουλεμένο και χιλιομανταρισμένο ώστε αναμφίβολα έχει περάσει μια πλούσια ζωή. Ποιος ξέρει πόσοι, ποιοι, πού και πότε το άκουσαν, το τραγούδησαν, το χόρεψαν και το γλέντησαν... Να είχε άραγε ένα κύκλο από θερμούς θιασώτες στο χωριό; Ή μήπως ο μάστοράς της, φτάνοντας κοντά στο τέλος της μακραίωνης παράδοσης της ασκομαντούρας, να είχε απομείνει μόνος του παίζοντας στο βουνό για τα οζά του, τις ραχούλες και τον εαυτό του;
Ως σημερινό όργανο πάλι, είναι έργο τουλάχιστον τριών μαστόρων: υπάρχει ο άγνωστος αρχικός Κρητικός κατασκευαστής, που το ασκί του και τα μπιμπίκια του δεν την έβγαλαν μέχρι σήμερα κι έτσι επιβιώνει μόνο η κυρίως τσαμπούνα, η σκάφη δηλαδή με τους αυλούς (συνήθως έτσι γίνεται, τα μπιμπίκια και ιδίως τα ασκιά δεν είναι για πάντα). Υπάρχει ο επίσης άγνωστος σε μένα μάστορης που έκανε τα σύγχρονα μπαμπουδένια μπιμπίκια, και υπάρχει και ο Καλύμνιος μάστορης που έκανε το ασκί. Και πάλι το όργανο δεν είναι έτοιμο να παίξει. Αν αυτός που έκανε τα μπιμπίκια δεν μπορέσει να τα ρεγουλάρει ικανοποιητικά, θα πρέπει ο ίδιος ή κάποιος άλλος να φτιάξει ξανά καινούργια μπιμπίκια. Και τότε, όταν η ασκομαντούρα θα μπορεί να βγάλει, χωρίς υπερβολικό ζόρι, τις έξι νότες της, θα ανοίξει ένα ακόμη ζήτημα: ο σημερινός της κάτοχος θα κρατήσει τις έξι νότες ως έχουν, με μια κλίμακα που είναι άγνωστο πώς χρησιμοποιόταν, και θα προσπαθήσει να ανιχνεύσει τα χαμένα μυστικά της; Ή θα προτιμήσει να κάνει άλλη μία επέμβαση, φέρνοντας την κλίμακα στο κούρδισμα που είναι σήμερα γνωστό, ώστε να παίξει αυτά που ο ίδιος ξέρει; Με άλλα λόγια, θα κάνει αυτός το βήμα προς το όργανο ή θα φέρει το όργανο ένα βήμα προς τον εαυτό του;

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2012

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ

Για ποιο λόγο ο υποψήφιος βουλευτής κ. Κασιδιάρης της Χρυσής Αυγής μπουγέλωσε την κ. Δούρου του ΣΥΡΙΖΑ και έδειρε την κ. Κανέλλη του ΚΚΕ ζωντανά μπροστά στις κάμερες χτες 7/6/2012;

Κατά τη γνώμη μου υπάρχει μία και μοναδική απάντηση: γιατί μπορούσε.

Το ίδιο θα έκανε και πέρσι, και πριν δέκα ή είκοσι χρόνια, αν είχε την ευκαιρία. Αλλά η ευκαιρία με όλες της τις λεπτομέρειες, δηλαδή και να είναι υποψήφιος βουλευτής (και ταυτόχρονα πρώην βουλευτής) και να γίνουν αυτά σε ζωντανή εκπομπή, μόνο τώρα δόθηκε. Όλα τα προηγούμενα χρόνια γινόταν σταδιακά η προετοιμασία για να υπάρχει σήμερα αυτή η δυνατότητα.

Το να δέρνει κομμουνιστές και Συριζαίους ένα μέλος της Χρυσής Αυγής δεν προξενεί καμία κατάπληξη. Αν στο πάνελ υπήρχε κι ένας Πακιστανός, θα τις έτρωγε κι εκείνος. Γι' αυτό ακριβώς τους ψηφίσαμε: για να δέρνουν μετανάστες και αριστερούς, καθώς και πάσης φύσεως ανθέλληνες, μη έλληνες, μη επαρκώς έλληνες, και γενικά τους πάντες. Μπορεί να μην ξέραμε όλοι ότι ο βασικός πυρήνας της οργάνωσης αποτελείται από εγκληματίες του κοινού Ποινικού Δικαίου, άλλους υπόδικους ή φυγόδικους και άλλους με  καταδίκες και φυλακές στο παρελθόν τους, αλλά ότι δέρνουν το ξέραμε. Ποτέ δεν προσπάθησαν να μας το αποκρύψουν. Άλλωστε το περιστατικό επανέφερε στην επικαιρότητα κι ένα παλαιότερο περιστατικό με τον ίδιο τον αρχηγό της οργάνωσης να εκσφενδονίζει ...καρύδες κατά συνομιλητού του, πάλι ζωντανά σε τηλεοπτική εκπομπή, καθώς και  άλλο πιο πρόσφατο όπου ο ίδιος ο κ. Κασιδιάρης σχεδόν κλείνει ραντεβού για ξύλο με τον θεωρητικό του ελληνικού νεοναζισμού κ. Πλεύρη, πάντα σε ζωντανή εκπομπή (αν και εκεί η πρωτοβουλία ήταν του κ. Πλεύρη, που του πρότεινε «πάμε έξω να σε ξαπλώσω κάτω»).

Πέραν αυτού, πλήθος αν όχι όλες οι τηλεοπτικές εμφανίσεις του κ. Κασιδιάρη καταλήγουν σε καβγά, όπου μπορεί να μην έτυχε να εκδηλωθεί σωματική βία αλλά η φραστική όχι απλώς είναι παρούσα αλλά αποτελεί το μοναδικό συστατικό της συζήτησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι επιθέσεις του, είτε φραστικές είτε, αυτή την τελευταία φορά, και φυσικές, απευθύνονται αδιακρίτως σε κυρίες, σε άτομα της διπλής του ηλικίας, στους οικοδεσπότες του δημοσιογράφους, γενικά σε κατηγορίες ατόμων που το παραδοσιακό σαβουάρ βιβρ τούς αποδίδει κάπως αυξημένο σεβασμό. Σημειωτέον ότι ο κ. Κασιδιάρης, με την ιδιότητα του εκπροσώπου τύπου της οργάνωσης, προβάλλεται ως ο διαβασμένος, ο διαθέτων λόγο και επιχειρηματολογία, ο εκπολιτισμένος ούτως ειπείν της Χρυσής Αυγής, και όχι ως ένα κοινό ΚΔΟΑ (κτηνώδης δύναμη - ογκώδης άγνοια). Αυτό το προφίλ πολιτισμένου έρχεται σε κάποια φαινομενική αντίφαση με το ότι όλη την ώρα τραμπουκίζει, αλλά από την άλλη ας σοβαρευτούμε -δεν τους ψηφίσαμε για να φέρονται πολιτισμένα, για τραμπούκους τους ψηφίσαμε, οπότε πάλι καλά που κρατάνε μια συνέπεια: γιατί να δω τον Κασιδιάρη να μιλάει ευγενικά, να επιχειρηματολογεί, να συμμετέχει σε διαλόγους και όλα αυτά τα φλώρικα, αυτά τα έβλεπα και χωρίς Κασιδιάρη. Άλλη λαϊκή εντολή έλαβε η Χρυσή Αυγή, και ευτυχώς την τιμά. (Δυστυχώς δεν την τιμά, αυτό όμως θα το δούμε παρακάτω.)

Τα ερωτήματα που εγείρονται είναι δύο. Πρώτον, πώς φτάσαμε να ψηφίζουμε τραμπούκους για μόνο τον λόγο ότι είναι τραμπούκοι, χωρίς την επίφαση καμιάς άλλης αιτιολογίας. Δεύτερον, πώς ο τραμπουκισμός αυτός έφτασε από το δρόμο, που είναι ο πιο φυσικός του χώρος, μέχρι τα στούντιο των ζωντανών εκπομπών.

Η απάντηση για τα δύο είναι κοινή. Και τα δύο φαινόμενα (όπως και πλείστα άλλα των ημερών μας) φανερώνουν περίτρανα το έλλειμμα δημοκρατίας στην Ελλάδα, και άρα τα δύο ερωτήματα μπορούν να συνοψιστούν σε ένα: πού πήγε η Δημοκρατία;

Η δημοκρατία έχει μία και μόνη προϋπόθεση: τη δημοκρατική αγωγή. Άνθρωπος που να μην έχει βιωματική γνώση των δημοκρατικών του δικαιωμάτων, δεν πρόκειται ποτέ να τα διεκδικήσει. Αν δεν έχει βιωματική γνώση των δημοκρατικών διαδικασιών, δε θα μπορέσει να τις ακολουθήσει. Ακόμα κι αν στο μυαλό του είναι υπέρ αυτών των δικαιωμάτων και διαδικασιών.

Αν ξεφυλλίσει κανείς την αρχική έκδοση του Συντάγματος της Ελλάδας, του 1974, θα εντυπωσιαστεί από το πόσο δημοκρατικό και φιλελεύθερο (όχι με την οικονομική έννοια, με την κανονική) είναι. Ήταν προϊόν μιας εποχής όπου η βιωματική γνώση της δημοκρατίας, με τη μορφή ακριβώς της βάναυσης και απροκάλυπτης στέρησης αυτών των δικαιωμάτων, ήταν βαθιά. (Βέβαια το ίδιο Σύνταγμα έχουμε και τώρα, και δημοκρατία δεν έχουμε. Φταίνε οι αναθεωρήσεις του; οι ερμηνείες των μη αναθεωρημένων άρθρων; οι παραβιάσεις του; δεν είμαι σε θέση να το πω. Τα νομικά είναι πονηρή επιστήμη κι εγώ νομικές γνώσεις δεν έχω. Το Σύνταγμα όμως το έχω σπίτι μου.)

Ενώ όμως το 1974 μια αναγεννώμενη χώρα κάνει ένα τόσο ωραίο και δημοκρατικό ξεκίνημα, κάπου στην πορεία χάνεται το πράγμα. Και ένα πολύ σημαντικό μερίδιο ευθύνης πέφτει, κατά τη γνώμη μου, στους φορείς του δημόσιου λόγου. Μεταξύ των σημαντικότερων φορέων δημόσιου λόγου είναι οι πολιτικοί και τα ΜΜΕ.

Οι πολιτικοί είχαν κατά παράδοση ένα τρόπο να εκφράζονται, ο οποίος μπορεί κατά περίπτωση να ήταν λαϊκίστικος, απατεωνίστικος κλπ., αλλά πάντως τηρούσε κάποια εξωτερικά γνωρίσματα. Κάποια στοιχεία κοσμιότητας. Το πρώτο ρήγμα στην εξωτερική επιφάνεια του δημόσιου πολιτικού λόγου που θυμάμαι ήρθε με τον Βαγγέλη Γιαννόπουλο του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος είχε γίνει διάσημος για την απρέπεια των εκφράσεών του. Αυτή η απρέπεια είχε προβληθεί ως παρρησία. Χαρακτηρισμοί όπως «σαπιοκοιλιάδες» παρουσιάζονταν ως τολμηρός λόγος κάποιου που δε χαρίζεται, δεν υποκρίνεται.

Στην πορεία αυτή η σύγχυση μεταξύ αντισυμβατικής τόλμης και κοινού θράσους καλλιεργήθηκε κι από άλλους ρήτορες. Ακόμη και ο Χριστόδουλος, κάνοντας το τρομερό άλμα να ξεφύγει από την ένρινη και στρόγγυλη παραδοσιακή καθαρεύουσα του ιερατείου και να αρχίσει να λέει «σας πάω», να διηγείται ανέκδοτα κλπ., σ' αυτή την κατεύθυνση εργάστηκε. Από το σημερινό πολιτικό καστ, έχουμε και Πάγκαλο, έχουμε και Ψαριανό, έχουμε ακόμη και την ίδια την κ. Κανέλη σε κάποιο βαθμό, διερωτώμαι δε μήπως θα έπρεπε να βάλω στην ίδια χορεία ακόμη και τον Απόστολο Γκλέτσο. Δημόσια πρόσωπα που έχουν νομιμοποιήσει τον κοινό νεοελληνικό τσαμπουκά του δρόμου. Δε θα ισχυριστώ ότι κανείς απ' όσους ανέφερα δεν έχει κάτι να πει, και ότι εξαντλούνται στο περίβλημα. Ούτε ότι αυτοί είναι οι μόνοι ή οι χειρότεροι -είναι απλώς αυτοί που μου 'ρχονται προχείρως στο μυαλό. Το ζήτημα είναι ότι είτε έχεις κάτι να πεις είτε όχι, η νομιμοποίηση του τσαμπουκά και η ηθελημένη σύγχυση μεταξύ του «βρίζω και ωρύομαι» και του «δεν χαϊδεύω αφτιά» υποσκάπτει και τελικά τείνει να καταργήσει ολωσδιόλου το αίτημα να μπορείς να υποστηρίξεις αυτό που τυχόν έχεις να πεις. Πιο απλά: όσο αντισυμβατικότερος είναι ο ομιλητής, τόσο ειλικρινή και τίμιο τον θεωρούμε. 

Ο κόσμος επηρεάζεται πάρα πολύ από αυτά. Το πόσο πολλοί συμπολίτες μας θαυμάζουν τον ρήτορα που φωνάζει δυνατότερα από τους άλλους, τον πιο «αμάσητο», φαίνεται π.χ. στα σχόλια κάτω από τέτοια βιντεάκια. Πρόκειται ουσιαστικά για πολίτες που κολακεύονται βλέποντας ότι ο αγοραίος τρόπος με τον οποίο οι ίδιοι βρίζουν και απειλούν τους πάντες μόλις π.χ. πιάσουν ένα τιμόνι (ακόμη και αν βρίζουν κάποιον που στ' αλήθεια τους αδίκησε) είναι ο ίδιος που χρησιμοποιούν και οι μεγάλοι στα μεγάλα ζητήματα. Για πολίτες που δε θα διστάσουν να ταυτίσουν την τήρηση βασικών κανόνων κοινωνικής συνύπαρξης, όπως η στοιχειώδης ευπρέπεια, με την υποκρισία.

Ένα το κρατούμενο.

Πάμε στους δημοσιογράφους. Το βράδυ των τελευταίων εκλογών προσπάθησα να παρακολουθήσω τις εκπομπές που μετέδιδαν τα αποτελέσματα και όλες τις σχετικές συζητήσεις. Ήταν ένα δράμα. Γυρνώντας από κανάλι σε κανάλι, το μόνο που ακουγόταν ήταν μια μόνιμη διάχυτη βαβούρα από 5-6 φωνές που φώναζαν ταυτόχρονα -αλλά όχι συντονισμένα- «αφήστε με να ολοκληρώσω» και «μη με διακόπτετε». Αν ο κάθε καλεσμένος είχε κι ένα κλάξον μαζί του, θα το είχε μόνιμα πατημένο. Ήμασταν καμιά δεκαριά άτομα παρέα, με πίτσες και μπίρες, ο καθένας με την άποψή του και την ανάλυσή του,  συν διάφορες εξωεκλογικές συζητήσεις που ανεφύοντο κάθε τόσο, σπάγαμε όλη την ώρα σε επιμέρους πηγαδάκια, και όμως, τόση φασαρία δεν κάναμε! Και ήμασταν σε ιδιωτικό χώρο, έτσι; δε μας τράβαγε κάμερα ώστε να έχουμε κανένα εξωτερικό κίνητρο να μετριάσουμε λίγο την ορμή μας.

Αυτός είναι ο μόνιμος τρόπος με τον οποίο διεξάγονται οι τηλεοπτικές συζητήσεις. Ο ένας προσπαθεί να καπακώσει τον άλλο, και το «μη με διακόπτεις», μακριά από κάθε έννοια δεοντολογίας,  ότι και καλά δεν είναι σωστό κανείς να διακόπτει τον άλλο, έχει περιοριστεί στο «μη με διακόπτεις εμένα -ξέρεις ποιος είμαι εγώ;».

Χωρίς ειδική έρευνα, μόνο από ό,τι μπορώ να θυμηθώ, μου φαίνεται ότι αυτό το στυλ είναι ελάχιστα νεότερο από την ιδιωτική τηλεόραση. Όσο υπήρχαν τα δύο κρατικά κανάλια οι συζητήσεις διεξάγονταν με άλλους όρους. Μόλις ιδρύθηκαν τα πρώτα ιδιωτικά, αρχικά ακολούθησαν την πεπατημένη. Οι πρώτες εκπομπές με ξεκατινιάσματα, κραυγές, και όλο αυτό το γελοίο μπάχαλο όπου η κόντρα δεν είναι πια στο τι θα πει ο καθένας αλλά στο ποιος θα μιλήσει, θεωρούνταν τότε trash tv. Δεν ήταν ούτε πολιτικές ούτε ενημερωτικές, ήταν κάτι καλτ καρναβάλια όπου μαζευόταν ο κάθε τελευταίος και γίνονταν γατοκαβγάδες. Α, και προβάλλονταν αργά τη νύχτα!

Σιγά σιγά αυτό το στυλ πέρασε και σε εκπομπές με θέματα ευρύτερου ενδιαφέροντος, και σε ώρες υψηλότερης (και απαιτητικότερης) τηλεθέασης, και φυσικά και στα κρατικά κανάλια. Η εικόνα μου γι' αυτή την εξέλιξη είναι πολύ αποσπασματική, γιατί τα μόνα χρόνια της ζωής μου που έχω ζήσει σε σπίτι με τηλεόραση ήταν τα 2-3 πρώτα αφότου ξεκίνησε η ιδιωτική τηλεόραση. Συνεπώς τηλεόραση βλέπω μια φορά στα τόσα, και επί πολλά χρόνια κάθε φορά που τύχαινε αυτή η μια στα τόσα, σοκαριζόμουν: κάθε φορά ήταν τόσο πιο χάλια από την προηγούμενη, ώστε ποτέ δε θα περίμενα να υπάρχει τόσο χαμηλό επίπεδο. Φυσικά δεν εννοώ μόνο το να μιλάνε όλοι ταυτόχρονα. Είναι και οι συζητήσεις χωρίς κανένα απολύτως θέμα, είναι και τα αστεία χωρίς χιούμορ, είναι και η απουσία κάθε αίσθησης γελοίου και ακαλαίσθητου, και η μανία να προβληθεί η γκάφα ή η κακή στιγμή του αλλουνού, υπήρξε η κάντιντ κάμερα, υπήρξε ο μπιγκ μπράδερ, υπήρξε ο αδύνατος κρίκος, το άλλο το πώς το λέγανε με το τεστ αλήθειας, διάφορα ριάλιτι με ταλέντα τα οποία πάνε οικειοθελώς να υποστούν τον εξευτελισμό κάποιας επιτροπής, γενικά μια αχαλίνωτη πορεία προς το τίποτα -τίποτα εκτός από την κακία. Και φυσικά, μέσα στη γενικότερη αυτή πορεία, υπήρξε και η σταδιακή αποδόμηση των κανόνων συζήτησης. Σήμερα πια, ακόμη και σε μία επιστημονική συζήτηση μεταξύ προσώπων που δεν έχουν κάποια επίσημη αντιπαλότητα, ούτε τους χωρίζουν αντίθετα συμφέροντα, το ρεφρέν «αφήστε με να ολοκληρώσω» θα τραγουδηθεί μια δυο φορές ανά μισάωρο.

Όταν λοιπόν ο άνευ όρων σεβασμός στον συνομιλητή σταδιακά καταργείται, όταν το να υψώσεις τον τόνο της φωνής, να διακόψεις, να προσβάλεις, να τσαμπουκαλευτείς, πλέον δεν ξενίζουν, και από περιθωριακές δακτυλοδεικτούμενες εξαιρέσεις γίνονται κανόνας, το να πέσει και ξύλο σε ζωντανή εκπομπή ήταν το φυσικό επόμενο βήμα. Η λογική συνέχεια είναι ότι σύντομα θα πέφτει πλέον ξύλο σε κάθε τηλεοπτική συζήτηση, και το πρώτο λάιβ μαχαίρωμα θα προκαλέσει κάποια αίσθηση. Μετά θα συνηθίσουμε και τα μαχαιρώματα, οπότε για να σε προσέξουν θα πρέπει πλέον να ρίξεις χειροβομβίδα στο στούντιο, και ούτω καθεξής. Υπερβολή; Για θυμηθείτε την αρχαία Ρώμη...

Αυτός όμως ο άνευ όρων σεβασμός στον συνομιλητή είναι ένα από τα θεμέλια της δημοκρατικής αγωγής. Τώρα πάει πια, ανήκει στο παρελθόν. Θα πρέπει να είναι κανείς πολύ εκκεντρικός για να σιωπά την ώρα που μιλάει κάποιος άλλος.

Να λοιπόν γατί ένας χρυσαυγίτης, ενώ πάντα θα έδερνε έναν αριστερό, ωστόσο μόνο τώρα μπορεί να το κάνει στην τηλεόραση και υπό την ιδιότητα του βουλευτή (έστω του πρώην βουλευτή): γιατί παλιότερα οι μεν χρυσαυγίτες δεν ήταν βουλευτές, οι δε βουλευτές και όσοι άλλοι έβγαιναν στην τηλεόραση δεν έδερναν. Τώρα είναι αλλιώς.

Με όλα τα παραπάνω δεν ισχυρίζομαι ότι φταίει η τηλεόραση που ένα ακροδεξιό κόμμα, μέχρι πρόσφατα περιθωριακό, πλέον μπήκε στη Βουλή. Φταίει βέβαια κι αυτή, γιατί έχει εργαστεί με συνέπεια στην υπόθεση του αποδημοκρατισμού του Έλληνα (αν και σαφώς όχι μόνη της), αλλά φυσικά φταίνε και οι συνθήκες φτώχειας, ανασφάλειας κλπ., μέσα στις οποίες ευδοκιμούν οι φασιστικές, ρατσιστικές και κάθε είδους ιδεολογίες του μίσους. Κυρίως όμως ήθελα να δείξω πώς βλέπω την πορεία που έφερε ένα κόμμα τραμπούκων στη Βουλή. Τραμπούκοι θα μπορούσαν να είναι και άλλοι εκτός από τους ακροδεξιούς. Ακόμα κι ένα μετριοπαθές κεντρώο κόμμα θα μπορούσε να είναι τραμπούκικο -άλλο η ιδεολογία και άλλο η μέθοδος. Η έμφασή μου λοιπόν είναι στη μέθοδο.

_________________________________________
Να πιάσω και μερικές ακόμη λεπτομέρειες του περιστατικού που μου έκαναν εντύπωση. Μία είναι ότι στα τελευταία δευτερόλεπτα πριν τις καρπαζιές, η κ. Κανέλη είπε τον κ. Κασιδιάρη και το κόμμα του «φασισταριά», κι εκείνος τής το ανταπέδωσε αποκαλώντας την «παλιοκουμούνι». Δηλαδή τι της ανταπέδωσε, προσπάθησε να της το ανταποδώσει. Είναι βλακώδες να αποκαλείς τον κομμουνιστή κομμουνιστή προσπαθώντας να τον μειώσεις: ε ναι ρε μάγκα, φυσικά και είμαι κουμούνι, τι νομίζεις ότι ανακάλυψες τώρα; Ενώ το να αποκαλείς τον χρυσαυγίτη φασίστα έχει κάποιο νόημα, γιατί πρόκειται για μια ιδιότητα που επισήμως απαρνούνται και προσπαθούν να τη συγκαλύψουν, τουλάχιστον μέχρι να φτάσει κι αυτή να γίνει αποδεκτή (ήδη βροντοφωνάζουν τον όρο «εθνικιστές», που μέχρι πριν μερικά χρόνια ήταν βρισιά). Το «φασίστας» θεωρείται ακόμη βρισιά, ενώ το «κομμουνιστής» ποτέ δεν ήταν -κι αν είναι για κάποιους, σίγουρα όχι για τους ίδιους τους κομμουνιστές!

Παρά ταύτα, «παλιοκουμούνι» είναι ένας βίαιος χαρακτηρισμός που ποτέ μέχρι τώρα -όσο έχω αντιληφθεί- δεν είχε ακουστεί δημόσια, ούτε είχε εκτοξευθεί από μέλος του πολιτικού σκηνικού σε άλλο μέλος. Παρ' ότι οι κομμουνιστές εν γένει και το ΚΚΕ ειδικά βρίσκονται σε μόνιμη πολιτική αντιπαλότητα με τους πάντες. Πώς γίνεται να τη σπάνε σ' όλο τον κόσμο και κανείς μέχρι τώρα να μην τους έχει βρίσει;

Γνώμη μου: γιατί οι κομμουνιστές, σε γενικές γραμμές, έχουν δημοκρατική αγωγή. Δημοκράτες δεν είναι -τουλάχιστον την κοινοβουλευτική δημοκρατία στην παρούσα της μορφή δεν τη δέχονται και δεν την επιθυμούν, αυτό είναι δηλωμένο. Τη σέβονται όμως. Η Δημοκρατία λοιπόν έχει χώρο και γι' αυτούς, που την αμφισβητούν μεν αλλά που εφόσον αυτή υπάρχει δέχονται τους όρους λειτουργίας της: δεν είναι ανταμοιβή, είναι φυσική συνέπεια. Γι' αυτό και έχουν κερδίσει το σεβασμό κάθε πολιτικού τους αντιπάλου, που μπορεί να τους μισεί, να τους παλεύει, να τους θεωρεί ενόχους για κι εγώ δεν ξέρω τι, ή να τους έχει γραμμένους και να τους βλέπει σαν γραφικά απολιθώματα, αλλά ποτέ δε διανοήθηκε να θίξει την ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους, όπως οι ίδιοι δεν έθιξαν κανενός την αξιοπρέπεια. Κάτι που δε συμβαίνει με τους χρυσαυγίτες, οι οποίοι προσβάλλουν αξιοπρέπειες όπως αναπνέουν. Ούτε οι χρυσαυγίτες είναι δημοκράτες. Όμως αφενός αυτό δεν το έχουν ακόμα δηλώσει πλήρως, απερίφραστα και επίσημα, αφετέρου αποτελούν μια απροσάρμοστη οντότητα μέσα στη δημοκρατία που αυτή τη στιγμή, έστω και βαθύτατα τραυματισμένη, επισήμως υπάρχει ακόμα στη χώρα μας. Έτσι, το πολυεπαναλαμβανόμενο σοφιστικό  ερώτημα «πόση ελευθερία απόψεων χωράει στη δημοκρατία; δεν είναι φασισμός ο αποκλεισμός των φασιστών;» νομίζω ότι μπορεί να λάβει μια συγκεκριμένη και ουδόλως σοφιστική απάντηση.

____________________________
Είχαμε αφήσει νωρίτερα μια εκκρεμότητα, σχετικά με το ότι η Χρυσή Αυγή δεν τιμά τη λαϊκή εντολή. Μια άλλη διαπίστωση λοιπόν που κάνω είναι ότι τα δύο τηλεοπτικώς κεντρικότερα πρόσωπα της Χρυσής Αυγής, ο αρχηγός και ο κ. Κασιδιάρης, διαψεύδουν συνέχεια το προφίλ που προσπαθούν να καλλιεργήσουν, ότι και καλά μπορεί ως κόμμα να μη διαθέτουμε έναρθρο λόγο αλλά διαθέτουμε τσαμπουκά. Και ο τσαμπουκάς τους ακόμα είναι φτωχής ποιότητας. Δες τους με το κριτήριο που θα ήθελαν οι ίδιοι να τους βλέπεις, και πες μου αν δεν απογοητεύεσαι οικτρά. 

Από τη μια, ωρύονται και παραφέρονται όποτε ο συνομιλητής τους θελήσει να τους φέρει σ' αυτή την κατάσταση. Ιδιαίτερα το παλιό βιντεάκι με τον κ. Μιχαλολιάκο και τον  Κολλάτο στη «Ζούγκλα» του κ. Τριανταφυλλόπουλου, είναι εναργέστατο: ο Κολλάτος από την αρχή έχει αποφασίσει ότι, αντί να μας αποδείξει πως οι ηγετικές ικανότητες του συνομιλητή του δε φτάνουν ούτε για να επιβληθεί στον εαυτό του, θα βάλει τον ίδιο να το αποδείξει μόνος του. Διατηρώντας λοιπόν κάθε ψυχραιμία, τον διακόπτει ανά δευτερόλεπτο, καταντώντας εκνευριστικός σαν κουνούπι. Αρχικά ο άλλος δεν τσιμπάει, οπότε τελικά ο Κολλάτος καταφεύγει στο έσχατο μέσο: απαιτεί να μην τον λέει ο άλλος Δημήτρη! Η παγίδα είναι απελπιστικά προφανής. Ο κ. Μιχαλολιάκος θα μπορούσε να του απαντήσει χίλια δυο, όπως «μα Δημήτρη σε λένε», ή «αν εννοείς τον ενικό, κι εσύ στον ενικό μου μιλάς», ή οτιδήποτε, μα οτιδήποτε δηλαδή - κι όμως πέφτει στην παγίδα! Του πετάει μια καρύδα (ως γνήσιος απόγονος των αρχαίων ημών προγόνων -όχι των Ελλήνων, πιο πίσω), που βρίσκει το ποτήρι που έχει μπροστά του ο Κολλάτος κάνοντας ένα θεαματικό εφέ, και φυσικά ο άλλος έχει την ατάκα έτοιμη: «Να ποιοι είστε!».  Στημένο να το είχανε με κασκαντέρ, ο σκηνοθέτης Κολλάτος δε θα μπορούσε να εικονογραφήσει τόσο γλαφυρά αυτό που ήθελε. Και με τον κ. Κασιδιάρη στο χτεσινό, πάλι το ίδιο έγινε. Όποτε ο αντίπαλος θέλει να κάνει μια επίδειξη του χαμηλού επιπέδου της Χρυσής Αυγής, η Χρυσή Αυγή συνεργάζεται με δουλική προθυμία.

Από την άλλη, ο τσαμπουκάς τους συνδυάζεται πάντοτε με δειλία. Ο τσαμπουκάς βέβαια εκ φύσεως συνιστά θρασυδειλία ούτως ή άλλως, αλλά εδώ μιλάμε για κάτι παραπάνω. Δέρνει ο κ. Κασιδιάρης την κ. Κανέλη, και ποια είναι η επίσημη απάντηση του αρχηγού; «Κύριε η Λιάνα άρχισε πρώτη, του πέταξε κάτι χαρτιά!!» Έλεος ρε φίλε, κι εμείς στο δημοτικό λέγαμε κάτι τέτοια αλλά μετά η δασκάλα μάς εξήγησε ότι αυτό είναι αναξιοπρεπές, γιατί ό,τι κι αν μας πέταξε η Λιάνα, την επιλογή αν θα την βαρέσουμε ή όχι την κάναμε μόνοι μας, οπότε μην τη φορτώνουμε τώρα στη Λιάνα! Στον δε κορυφαίο διάλογο μεταξύ των κυρίων Πλεύρη και Κασιδιάρη, ο άλλος πύργος της Δημοκρατίας και αγλάισμα του πολιτικού μας κόσμου εξηγεί ότι ένας από τους λόγους που δεν συντάσσεται -όπως θα αναμενόταν- με τη Χρυσή Αυγή είναι επειδή αυτοί βαράνε είκοσι μαζί έναν φουκαρά Πακιστανό, και κάτι τέτοιο δεν αρμόζει στο δικό του αγωνιστικό ήθος -δηλαδή τους λέει κότες-, και ο κ. Κασιδιάρης αντεπιχειρηματολογεί πάνω σ' αυτή τη θέση χωρίς να αρνηθεί το γεγονός. Μα πόση κατάντια! Ρε φίλε, δε σου ζητάμε πολλά: ένα σού ζητάμε, αυτό το μόνο ένα που μας έταξες, λίγο γνήσιο νταηλίκι! Ας μην είσαι καλός στο ρόλο του μορφωμένου της παρέας, δεν τρέχει τίποτα. Μια σφαλιάρα που θα ρίξεις, μπορείς να την υποστηρίξεις με τη στάση σου;

Εξώφυλλο βιβλίου του επικεφαλής στο ψηφοδέλτιο
Επικρατείας του ΛάΟΣ, στις κοινοβουλευτικές εκλογές


Μέσα από όλες αυτές τις διαπιστώσεις, καταλήγω ότι δεν είναι η Χρυσή Αυγή που απειλεί τα δημοκρατικά μας ήθη. Τα μεν δημοκρατικά μας ήθη ήταν ήδη προ καιρού διάτρητα, η δε Χρυσή Αυγή ούτε τον ίσκιο της δεν μπορεί να απειλήσει.


Εντωμεταξύ οι δημοκρατικοί θεσμοί δουλεύουν άγρυπνα.

Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

Η ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΔΕΞΙΟΥ ΛΟΓΟΥ: Αποκωδικοποιώντας μια προεκλογική ομιλία.

Προεισαγωγικά: η Χρυσή Αυγή - μερικές σκέψεις

Τη Χρυσή Αυγή ποιοι την υποστηρίζουν; Εκτός από τους γνήσιους χρυσαυγίτες, που πιστεύω ότι ακόμη και σήμερα είναι μια θλιβερή ανθυπομειοψηφία (τύποι του ξύλου και του μπαλτά, με αυθόρμητα ρατσιστικά, ναζιστικά και βίαια ένστικτα), κυρίως είναι οι τρομοκρατημένες κυριούλες του Αγ. Παντελεήμονα και όλης της υπόλοιπης Ελλάδας, που το μυαλό τους δε φτάνει πιο πέρα από τη λογική ότι:
-ο τόπος έχει γεμίσει ξένους
-ο τόπος έχει γεμίσει εγκληματικότητα και ανασφάλεια
-άρα έξω οι ξένοι
-άρα ψήφο σ' αυτούς που έχουν δείξει ότι θέλουν στ' αλήθεια να διώξουν τους ξένους.

Άνθρωποι δηλαδή που δεν είναι κατ' ανάγκην ρατσιστές και εθνικιστές, πόσο μάλλον βίαιοι, απλώς γυρεύουν μια ομαλή ζωή όπως παλιά.

Αυτοί οι άνθρωποι δεν ενοχλούνται από το γεγονός ότι η Χρυσή Αυγή, εκτός από πολιτικό κόμμα, είναι μια εγκληματική συμμορία; (Δύο παραδείγματα εδώ.) Θα την υποστήριζαν εξίσου αν υποσχόταν κάτι ακόμη πιο ακραίο, π.χ. θάνατο στους λαθρομετανάστες;


Είναι δυνατόν να μην ξέρουν ότι ο τρόπος που ασκεί η Χρυσή Αυγή τη μεταναστευτική πολιτική της είναι η σκέτη και απροκάλυπτη βία; Ότι κατεβαίνουν ακριβώς όπως οι στρατοί, με στολή, εξοπλισμό, παράταξη, και ανοίγουν (στην καλύτερη περίπτωση) κεφάλια; Η Χρυσή Αυγή δεν προπαγανδίζει απλώς τον πόλεμο, τον έχει ήδη ξεκινήσει.
Ίσως αυτά να μην είναι τόσο γνωστά στους απλούς τηλεθεατές και αναγνώστες εφημερίδων. Ίσως να προβάλλονται μόνο μέσα από το διαδίκτυο, το οποίο δεν είναι για όλους πηγή ενημέρωσης. Δεν ξέρω τι δείχνει η τηλεόραση και οι εφημερίδες. Στο διαδίκτυο, και μάλιστα όχι σε κανένα κρυφό σάιτ που να το ξέρουν μόνο οι μυημένοι αλλά φόρα παρτίδα, στο ΥΤ και αλλού, η Χρυσή Αυγή καθόλου δεν προσπαθεί να αποκρύψει ποια είναι. Αν δεν έχετε δει τέτοια βιντεάκια, δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να τα μάθετε από μένα. Απλώς πιστέψτε με ότι υπάρχουν.
Ίσως ο μέσος «φιλήσυχος πολίτης» να δέχεται περισσότερα ερεθίσματα προς την κατεύθυνση άλλων πτυχών της πολιτικής της Χρυσής Αυγής, όπως:
-τον εθνικισμό, που, αν προβληθεί σε μια πιο ήπια και όχι κατάφωρα βίαιη μορφή, μπορεί να κολακεύσει τη φιλαυτία κάθε Έλληνα που να έχει γαλουχηθεί με το ιδεώδες των περασμένων μεγαλείων και διηγώντας τα να κλαις.
-τον αντίλογο στο δικομματικό κατεστημένο: η άκρα δεξιά είναι αντιμνημονιακή. Προσφέρει μια εναλλακτική σ' όποιον, ενώ έχει ήδη αγανακτήσει από την πολιτική των κυρίως συστημικών δυνάμεων, εντούτοις δεν είναι αριστερός.

Οπότε, τελικά, η Χρυσή Αυγή εμφανίζεται υπό δύο πρόσωπα: αφενός το πραγματικό, τις ένοπλες επιθέσεις κατά ξένων και αλληλέγγυων προς τους ξένους, τους ναζιστικούς χαιρετισμούς, τη στρατιωτική οργάνωση κλπ.. Αφετέρου ένα πολύ γενικό πλαίσιο ιδεών στο οποίο εγγράφονται αυτές οι πρακτικές, ιδεών με τις οποίες -αν τις δούμε αδιαβάθμιστα- δε χρειάζεται να είσαι πολύ ακραίος για να συμφωνήσεις: με δυο λόγια, ότι η ζωή μας είναι υποβαθμισμένη.
Το κόλπο έγκειται στην απόκρυψη της διαβάθμισης. Αν η κυριούλα από τον Άγιο Παντελεήμονα, που νοσταλγεί την παλιά όμορφη ζωή της με τις ξεκλείδωτες πόρτες, δει τα παλικάρια με τα ξυρισμένα κεφάλια, τους σβαστικοειδείς μαιάνδρους, τα ρόπαλα, και της πουν «τους ψηφίζεις αυτούς; ετοιμάζονται τώρα να υλοποιήσουν αυτά που σου υποσχέθηκαν» δε θα πει απλώς όχι, θα πάθει και κάνα καρδιακό προηγουμένως. Το μυστήριο είναι ότι, παρά ταύτα, το πραγματικό της πρόσωπο δεν το έχει πια και τόσο πολύ μυστικό!


Κλικ στην εικόνα για να τη δείτε σε μέγεθος που να διαβάζεται.

____________________________________________

Και τώρα, ας δούμε αυτό:

video

Προεκλογικό σποτ της ΝΔ (αν δεν ανοίγει, κλικ εδώ.)

1. Ο Σαμαράς τρέχει να μαζέψει όση κρίσιμη μάζα ψηφοφόρων θα διέρρεαν προς τη Χρυσή Αυγή αλλά δεν είναι ακόμη αμετάκλητα βαμμένοι φασίστες. Υιοθετεί τα στοιχεία εκείνα από τον ακροδεξιό λόγο που είναι ελκυστικά στον φιλήσυχο πολίτη, αφαιρώντας τα καθαρά χρυσαυγίτικα στοιχεία που τρομάζουν τον καθένα εκτός από τους βέρους ναζί χουλιγκάνους.
Μιλάει για φυλακίσεις / απελάσεις ξένων (κέντρα φύλαξης στα οποία μετ' ολίγον προσθέτει «παύλα φιλοξενίας»!!), για νόμο και τάξη (κάτι που ακούγεται σαν εύλογο αίτημα κάθε πολίτη φυσιολογικής χώρας αλλά δεν παύει να ήταν ένα από τα συνθήματα του Χίτλερ), για άνοιγμα νέων φυλακών (τώρα που έκλεισαν πολλά σχολεία), για μια αστυνομία που να διαθέτει ακόμη πιο σύγχρονα μέσα, κάνει λόγο για καθάρισμα (άλλος ένας όρος με ανατριχιαστικούς συνειρμούς) των πόλεων, κλπ..
Δε μιλάει όμως καθόλου (ευθέως τουλάχιστον) για βία, για καταστολή, για αίμα, για φυλές, για οτιδήποτε χωρίζει τον συνειδητό νεοναζί από τον απλό, φιλήσυχο, από σπόντα ψηφοφόρο της Χρυσής Αυγής. Αντίθετα όλα θα γίνουν με διάλογο, αναδεικνύοντας τις ωφέλειες που θα έχουν οι δήμοι και οι δημότες από τα κέντρα κράτησης, και, φυσικά, πάντα με επίκεντρο τον Ηλία, το Φώτη, την Πέγκυ από τη Ρόδο (χαμογελάκι - αχ τι μου θύμισε), την κυρία που τη λήστεψαν έξι φορές και είπε «ρε Αντώνη ήμαρτον», εσένα, εμένα και τον άνθρωπο της διπλανής πόρτας.
Ρατσιστές δεν είμαστε. Και για να μη μας πουν ρατσιστές (γιατί αν μας πουν είμαστε, αν δε μας πουν δεν είμαστε) θα πρέπει να συνεννοηθούμε με άλλες χώρες της νότιας Ευρώπης ώστε να κάνουμε όλοι τα ίδια, να υπάρξει δηλαδή συνενοχή και ομερτά.

2. Βέβαια παρατηρούμε εμβόλιμα και μερικά δείγματα παραδοσιακού δικομματικού λόγου:

-Τι εξωθεί όλους αυτούς τους ανθρώπους στο έγκλημα;
(Καμία απάντηση - το ερώτημα παρασιωπάται)
-Γιατί υπάρχουν όλοι αυτοί οι άνθωποι εδώ μέσα;
Δουβλίνο 2
-Και αφού, καλώς ή κακώς, υπάρχουν και εγκληματούν, γιατί τους αφήνουμε να γίνουν κράτος εν κράτει;
Γιατί μέχρι τώρα (δηλαδή άκρες μέσες επί ΠΑΣΟΚ -λες και το ΠΑΣΟΚ ήταν στα πράγματα από κτίσεως κόσμου) η μεν αστυνομία δεν κάνει σκούπες, επειδή δεν είναι σε κατάλληλη διάθεση, οι δε φυλακές, δεν ξέρω γιατί, δεν έχουν ανοιξει και οι παλιές δεν επαρκούν. Προφανώς μόλις έρθουμε εμείς στα πράγματα η αστυνομία θα αλλάξει διάθεση και οι φυλακές θα ανοίξουν διάπλατα τις αγκαλιές τους σε όλους.

Το στυλ που τα έχωνε η ΝΔ στο ΠΑΣΟΚ και αντιστρόφως από τον καιρό του Χάρρυ Κλυνν.

3. Εξωγλωσσικά στοιχεία ρητορικής:

-Δεν πουλάω κύρος και εξουσία. Κάθομαι στραβοχυμένος σε μια καρέκλα λες και αράζω στο καφενείο του Βαγγέλη. Είμαι ένας από σας. Άλλωστε έχω προσωπική επικοινωνία με τον Ηλία, το Φώτη, την Πέγκυ από τη Ρόδο (βρε την ατιμούλα!). Γυναίκες σαν τη μάνα σας μ' έχουν σαν παιδί τους, και μου λένε «ρε Αντώνη κλπ». Αφουγκράζομαι τον παλμό της κοινωνίας.
-Δεν είμαι άγριος, βίαιος, ορμητικός. Είμαι απλά ρεαλιστής και λογικός, παράλληλα δε και ένας άνθρωπος πλούσιος σε συγκινήσεις. Μιλώ σε χαμηλούς τόνους, αργά, ήρεμα. Δε συνθηματολογώ, εξηγώ -ακόμη και την αποφασιστικότητά μου δεν την προβάλλω, απλώς την αφήνω να διαφανεί. Ανεπαίσθητες αλλαγές στο χρωματισμό της φωνής μου και στη ματιά μου προδίδουν κάθε τόσο και μια συγκίνηση που δονεί την ευαίσθητη (προσπαθώ να το κρύψω αλλά κρύβεται;) ψυχή μου. Ξέρετε, ήμουν και στον Πρετεντέρη προχτές (ξέρω ότι το είδατε, άρα είναι σχεδόν σα να το είδαμε όλοι μαζί από τον ίδιο καναπέ, όπως κάνει η κάθε οικογένεια - ή αλλιώς: ξέρω ότι ξέρετε πού ήμουν προχτές, σάμπως τι έχω να σας κρύψω;).

____________________________________

Σούμα:

Όσα είδαμε στο 3 είναι η συνταγή του Γιωργάκη Παπανδρέου. Μπορεί ο Σαμαράς να κοπιάρει από εκείνον, ή μπορεί να την καλλιέργησαν μαζί. Είναι στοιχεία που σαφώς τους διαφοροποιούν από άλλους ρήτορες όπως ο Βενιζέλος, ο Καρατζαφέρης, ο Πάγκαλος.
Στο 2 είναι απίστευτο και όμως αληθινό ότι η ρητορική της εποχής της Μεταπολίτευσης επιζεί ακόμη σαν την κατσαρίδα. Την πιστεύυμε ακόμα; Μα είναι δυνατόν; Φαίνεται πως ναι. Αν έτσι νομίζει ο Σαμαράς και οι προπονητές του, πολύ φοβούμαι ότι κάτι θα ξέρουν.
Στο 1 όμως βρίσκεται όλη η φρίκη. Αφού επί χρόνια η ΝΔ έχανε κόσμο που διέρρεε προς τα δεξιότερα και προς τον Καρατζαφέρη, αφού στη συνέχεια ο Καρατζαφέρης έχασε πολύ από αυτό τον κόσμο που διέρρευσε ακόμη δεξιότερα στη Χρυσή Αυγή, τώρα ο Σαμαράς προσπαθεί να υφαρπάξει αυτό τον κόσμο πουλώντας τους ότι «ελάτε, κι εμείς μια Χρυσή Αυγή είμαστε στο κάτω κάτω». Δεν προσπαθεί να τους φέρει προς το μέρος του, τρέχει προς το δικό τους μέρος κυνηγώντας τους. Εκεί δηλαδή στην άκρα δεξιά.
Βέβαια είναι ιδιαίτερα πιθανόν να μην πρόκειται για πραγματικά ακροδεξιές πολιτικές, αλλά απλώς για έναν λαϊκίστικο ελιγμό ψηφοθηρίας, σαν του ίδιου του Καρατζαφέρη που πλέον κανείς δεν αμφιβάλλει ότι μόνο καιροσκόπος είναι και όχι συνεπής φασίστας ή οτιδήποτε άλλο με συνέπεια. Ακόμη κι έτσι όμως, το αποτέλεσμα είναι ότι ο Σαμαράς κάνει ένα περαιτέρω βήμα προς τη νομιμοποίηση του ακροδεξιού λόγου. Ο αναποφάσιστος φιλήσυχος, που μπορεί μέχρι τώρα να άκουγε τη Χρυσή Αυγή με επιφυλακτικότητα (έξω οι ξένοι; μωρέ σωστό, δε λέω, αλλά κάπως σκληρό / αίμα, βία, φυλετική καθαρότητα; μωρέ δεν ξέρω, εγώ φοβάμαι με κάτι τέτοια), θα ακούσει τώρα από τον Σαμαρά το πρώτο σκέλος χωρίς το τρομακτικό δεύτερο και θα του φανεί, συγκριτικά, ό,τι πιο ήπιο και ανθρωπιστικό.
Συνδυάζοντας αυτό το συμπέρασμα με τις πρόσφατες σκούπες της αστυνομίας, την Αμυγδαλέζα κλπ., βλέπουμε τις δύο δυνάμεις που παραδοσιακά βρίσκονταν γύρω από το κέντρο (λίγο δεξιότερα και λίγο αριστερότερα αντίστοιχα) να συναγωνίζονται ποια θα είναι η ακροδεξιότερη. Το κέντρο του πολιτικού φάσματος ήδη βρίσκεται στην άκρα δεξιά. Οπότε και η αυθεντική ακροδεξιά δεν είναι πια καμιά εξτρεμιστική επιλογή, ένα κλικ παραδίπλα από τα μέινστριμ κόμματα είναι.

__________________________________________________
Παρεμπιπτόντως, μία παρατήρηση για τα κέντρα φιλοξενίας λαθρομεταναστών:

Είναι γνωστό ότι το Σύνταγμα απαγορεύει να συλλαμβάνεται κανείς χωρίς συγκεκριμένη κατηγορία. Ωστόσο σε κάθε πορεία συλλαμβάνεται σωρηδόν κόσμος προληπτικά. Αυτό γίνεται νόμιμα. Πώς; Με το να μην το ονομάζουν σύλληψη (που απαγορεύεται) αλλά προσαγωγή (που το Σύνταγμα δε σκέφτηκε να την προβλέψει). Αντίστοιχα, δεν μπορείς να μπεις φυλακή αν δεν έχεις καταδικαστεί για κάτι. Μπορείς όμως κάλλιστα να φυλακιστείς σ' ένα χώρο που δε γράφει απέξω «Φυλακή» αλλά κάποια άλλη λέξη, π.χ. «Καλωσήλθατε αγαπημένοι μας λαθρομετανάστες».



__________________________________________________
Προσθήκη: 3 μέρες αργότερα δημοσιεύθηκε στο tvxs ένα κείμενο πάνω στην ίδια ακριβώς λογική, αν και πολύ αυστηρότερο και στηριγμένο σε ευρύτερο σώμα παραδειγμάτων.






__________________________________________________
Νεότερη προσθήκη: Τις σκέψεις μου τις γράφω κυρίως για να τις ξεκαθαρίσω. Αυτό το κείμενο εντάσσεται στον προβληματισμό που απασχολεί εμένα και κάθε Έλληνα αυτές τις προεκλογικές μέρες. Επρόκειτο να είναι το πρώτο από μια σειρά, αλλά μέσα στις επόμενες ημέρες γέμισε ο τόπος από κείμενα πάνω στον ίδιο προβληματισμό, κάποια από τα οποία περιλαμβάνουν αυτά περίπου που θα ήθελα κι εγώ να γράψω. Συνεπώς περιττεύει να τα γράψω κι εγώ, μη φορτώνουμε αδίκως το ίντερνετ.




Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

ΕΜΦΥΛΙΟΣ (20/10/2011)

Η διαδήλωση της 20ής Οκτωβρίου 2011 ήταν ό,τι πιο μαύρο και τρομαχτικό έχω δει. Πιο μαύρη και πιο τρομαχτική από εκείνην της 29ης Ιουνίου, που επίσης ήταν ό,τι πιο μαύρο και πιο τρομαχτικό είχα δει μέχρι τότε. (Σας θυμίζω πώς τα πέρασα.)

Σ' αυτήν εδώ, μέχρι κάποια στιγμή το χαρακτηριστικότερο πράγμα που υπήρχε ήταν η παρουσία του ΠΑΜΕ. Πολλές άλλες φορές την παρουσία του ΠΑΜΕ την έχω αισθανθεί ως κάτι εχθρικό ή τουλάχιστον ξένο. Σε κάποιες περιπτώσεις με έχουν κάνει να νιώσω τρομερή οργή. Διαθέτουν ορισμένα όπλα, όπως η πειθαρχία, η διαδηλωτική αγωγή και εμπειρία, η ασφάλεια στις περιφρουρήσεις τους, που συνήθως τα χρησιμοποιούν για να διαχωρίσουν τον εαυτό τους από όλους τους υπολοίπους. Μια μορφή διαχωρισμού είναι "εσείς τρώτε ξύλο, εμείς όχι". Μια άλλη είναι "εσείς είστε εδώ και τρώτε ξύλο, εμείς πάμε αλλού και δεν τρώμε".
Αυτή τη φορά το ΠΑΜΕ έθεσε τα όπλα του στη διάθεση όλης της διαδήλωσης και όχι μόνο της δικής του. Αυτή την αίσθηση αποκόμισα, παρόλο που ξέρω ότι πολλοί μένουν με την ακριβώς αντίθετη. Ανθρώπινες αλυσίδες του ΠΑΜΕ είχαν περικυκλώσει τη Βουλή. Δεν ξέρω αν η περικύκλωση της Βουλής ήταν ο κοινός στόχος στον οποίο είχαν συμφωνήσει όλες οι εκατοντάδες χιλιάδων που κατέβηκαν. Μπορεί κάποιοι να προτιμούσαν να μπούμε στη Βουλή. Αν όμως επιχειρούσαμε κάτι τέτοιο, είναι απολύτως προφανές ότι δε θα γινόταν παρά ένα ακόμη μπάχαλο, και φυσικά κανείς δε θα έμπαινε στη Βουλή.
Δεν είναι λίγοι πλέον αυτοί που λένε ότι οι ειρηνικές διαδηλώσεις δεν έχουν νόημα. ΟΚ, είναι κι αυτή μια άποψη, αλλά αν η βία έχει κάποιο νόημα, η άσκοπη σπατάλη βίας δεν έχει κανένα.
Το ΠΑΜΕ λοιπόν έκρινε -έτσι μου φάνηκε εμένα- ότι προκειμένου να μην μπει κανείς στη Βουλή ούτως ή άλλως, θα ήταν προτιμότερο αυτό να γίνει χωρίς θύματα και απώλειες, χωρίς άσκοπη σπατάλη βίας, και διαδηλώνοντας για όσο περισσότερη ώρα γίνεται. Για να γίνει αυτό πρέπει κάποιος να κάνει κουμάντο. Ανέλαβε λοιπόν το ίδιο να κάνει κουμάντο. Ε ναι, γιατί όχι δηλαδή; Ποιος θα έκανε, εγώ; Αν ήξερα να κάνω τέτοια δουλειά θα την αναλάμβανα ευχαρίστως, αλλά, μέχρι να τη μάθω, καλύτερα ας την κάνει κάποιος που την ξέρει ήδη. Το ΠΑΜΕ την ξέρει.
Ανέλαβε κουμάντο λοιπόν με δύο τρόπους. Ο ένας ήταν αυτή η περιφρούρηση. Ο άλλος ήταν ότι είχαν μικρόφωνα και μεγάφωνα (όχι ντουντούκες) από τα οποία φώναζαν αδιάκοπα διάφορα που εμψύχωναν τον κόσμο και διατηρούσαν ζωντανό τον διαδηλωτικό παλμό -κάτι που έχει λείψει πολύ έντονα από άλλες πρόσφατες πορείες. Αυτά που έλεγαν δεν ήταν κνίτικα. Από όλα όσα πιστεύουν και θέλουν, έλεγαν εκείνα στα οποία συμφωνούσαμε άκρες-μέσες όλοι.
Φυσικά καταλαβαίνω και όσους σπάστηκαν από αυτή τη στάση. Σου λέει ο άλλος, η πορεία είναι ολωνών, η πλατεία είναι ολωνών, ποιος σας διόρισε εσάς ντερβεναγάδες; Κατανοητή άποψη, αλλά δεν είναι η δική μου.

Κάποια στιγμή βρισκόμουν στην Αμαλίας. Μεταξύ Αγνώστου και κυρίως Συντάγματος, πάνω στην Αμαλίας, ήταν η εν λόγω αλυσίδα του ΠΑΜΕ. Γύρω, ή τουλάχιστον από την πλευρά του Συντάγματος (από την άλλη δεν έβλεπα) ήταν κόσμος εκτός μπλοκ. Παντού αλλού, στην κάτω πλατεία και σε όλους τους γύρω δρόμους, ήταν επίσης κόσμος, σε άλλα μπλοκ και εκτός μπλοκ. Εγώ ήμουν στους εκτός μπλοκ εκεί πάνω. Όλοι οι επί της Αμαλίας μέτωπο προς Σταδίου, δηλαδή έχουμε τη Βουλή στο δεξί μας χέρι.
Γενικά είχε τόσο κόσμο ώστε, όπως συνήθως, κανείς δεν ήξερε τι γίνεται στα δέκα μέτρα. Εγώ είχα την περιέργεια να δω. Δεν υπήρχε εκεί γύρω κανένας στύλος ή πεζούλι για ν' ανέβω ψηλά να βιγλίσω. Στάθηκα όμως στα νύχια και, καθώς είμαι ψηλός, είδα λίγο παραπέρα.
Πέτρες ίπταντο από και προς διάφορες διευθύνσεις. Ορισμένες ήταν τεράστιες. Έρχεται πια κόσμος με σφεντόνες στην πορεία; Ή με καταπέλτη;
Οι περισσότερες έμοιαζαν να κατευθύνονται προς εκείνους που ήταν καμιά εικοσαριά μέτρα μπροστά μου. Λέω: ή κάπου εκεί, μπροστά από τους μπροστινούς του ΠΑΜΕ και τους εκτός ΠΑΜΕ, είναι παραταγμένη καμιά διμοιρία και δεν τη βλέπω (αλλά πώς την πετροβολάνε έτσι; δε θέλει και πολύ να φύγει καμιά αδέσποτη στους διαδηλωτές) ή κάτι δεν πάει καλά με την οπτική μου γωνία και οι πέτρες κατευθύνονται αλλού από εκεί που νομίζω.
Ή όχι; Ρε μπας και πετροβολάνε ΤΟΥΣ διαδηλωτές; Ποιοι όμως; Οι μπάτσοι; Όχι πως δεν έγινε κι αυτό τόσες φορές τελευταία, αλλά είχα την εντύπωση ότι συνήθως λίγοι μπάτσοι πετάνε λίγες πέτρες σε λίγους διαδηλωτές που πετάνε κι εκείνοι. Τόσο πολλές πέτρες (μιλάμε για βροχή) κατά ολόκληρης πορείας, λίγο ξεφεύγει από τα εσκαμμένα.
Τελικά όχι. Αυτό που οι αισθήσεις έδειχναν αλλά η λογική αρνούνταν να το δεχτεί, ήταν ότι διαδηλωτές πετροβολούσαν διαδηλωτές. Εκεί που στεκόμουν εγώ ήμουν σε μια σχετική ασφάλεια, εκτός βεληνεκούς (προς το παρόν τουλάχιστον). Πιο μπροστά όμως ήταν άνθρωποι που τις τρώγαν ωραιότατα, άνθρωποι χωρίς ασπίδες και κράνη. Και η πέτρα, αντίθετα από τα όπλα της αστυνομίας, δε σε προειδοποιεί ότι έρχεται. Πέφτει αθόρυβα ουρανόθεν.
Μια φίλη μου με ρώταγε τι βλέπω από κει πάνω. Τι να της πω; Ότι μας πετροβολάνε; Να το ακούσουν και παραδίπλα, να κυκλοφορήσει η φήμη σα φλόγα, και τελικά να μην ισχύει; Της είπα τα μόνα για τα οποία ήμουν σίγουρος: ότι πέτρες πετάνε προς διάφορες κατευθύνσεις, και προς εδώ πιο μπροστά. Μετά από λίγο όμως άκουσα τον διπλανό μου ψηλό να μεταδίδει στη δική του παρέα την είδηση αυτούσια. Τον ρώτησα: ρε φίλε, κι εμένα έτσι μου φάνηκε αλλά ...δεν μπορεί. Είσαι σίγουρος; Δεν ήταν κι εκείνος απόλυτα. Αν και το είχε δει ξεκάθαρα. Απλώς δεν το πίστευε.
Εν πάση περιπτώσει το γεγονός ήταν αυτό. Εξακολουθούσα να μην το πιστεύω μέχρι πολύ αργότερα, όταν το διασταύρωσα και με άλλους που ήταν εκεί και με ειδήσεις από τηλεόραση και σάιτ. Μάλιστα δεν ήταν μόνο πέτρερς, ήταν και μολότωφ.
Είχε αρχίσει όμως να με απασχολεί κάτι άλλο: Μέχρι εδώ, καλά πάμε. Έστω κι αν μας πετροβολούν, εγώ είμαι εκτός βολής. Άλλωστε και η παρουσία της συμπαγούς και συγκροτημένης αλυσίδας δίπλα μου μου δημιουργούσε κάποια αίσθηση ασφάλειας. Αν όμως προκύψει κάτι άλλο και χρειαστεί να φύγουμε σβέλτα, πού θα πάμε; Σ' ένα τέτοιο ενδεχόμενο η αλυσίδα δε μου φαινόταν ότι θα διευκόλυνε πολύ τα πράγματα. Λέω, ας πάω σε καμιά άλλη μεριά, σε κάνα σταυροδρόμι, να έχω επιλογές άμα χρειαστεί να το στρίψω.
Βέβαια, το να πας οπουδήποτε μέσα σε τόσο στριμωξίδι ήθελε πολλή ώρα. Τέλος πάντων, κάποια στιγμή βρέθηκα στην κάτω πλατεία, δε μου άρεσε γιατί είναι γούβα και δε βλέπεις τι γίνεται, και είχα την πανέξυπνη έμπνευση να κατευθυνθώ προς τη γωνία της Μεγάλης Βρετανίας.
Πώς διάολο τον λένε το δρόμο με τα ξενοδοχεία; Την ας πούμε συνέχεια της Βασιλίσσης Σοφίας; Καραγεώργη Σερβίας; Τέλος πάντων, βρέθηκα εκεί. Με το που πάτησα το πόδι μου, κατάλαβα ότι είμαι στο λάθος σημείο. Ήμουν ακριβώς εκεί όπου δεν έπρεπε να είμαι: στα μετόπισθεν εκείνων που πετροβολούσαν. Πλήθος κουκουλοφόρων γύρω. (Την απεχθάνομαι αυτή τη λέξη, έχει τύχει πολύ δόλιας μεταχείρισης, αλλά πώς αλλιώς να τους πεις όταν φοράνε κουκούλες;)
Συνήθως ο κουκουλοφόρος σκεπάζεται από τα μάτια και πάνω με κάτι (π.χ. μαντίλι) και από τα μάτια και κάτω με κάτι άλλο (π.χ. δεύτερο μαντίλι, γιακά από ζιβάγκο κλπ). Ή υπάρχει ένας ειδικός τρόπος που φοράνε στη μούρη τους την μπλούζα, μία μόνο, αφήνοντας ακάλυπτα τα μάτια. Ή κανονική κουκούλα σαν των ληστών στα έργα, με ένα άνοιγμα πάλι για τα μάτια. Είδα όμως κι έναν που δε φόραγε τίποτα απ' όλα αυτά, αλλά μία μαύρη κουκούλα με δύο στρογγυλές τρύπες για τα μάτια. Σαν μαύρος ΚουΚλουξΚλαν.



Ή σαν τα σκιτσάκια με τους καταδότες των Γερμανών στον πόλεμο.




Ή, ακόμη ακριβέστερα: σαν δήμιος.



Πήρα φύσημα ως τάχιστα από εκείνο το λάθος σημείο.

Πέρασα από διάφορα άλλα σημεία, είδα διάφορα κλπ.. Κάποια στιγμή αποφάσισα να φύγω. Δε μ' έπαιρνε να κάτσω άλλο. Είχα συνηθίσει από τις προηγούμενες φορές ότι άμα δε σε τρώει ο κώλος σου δεν κινδυνεύεις: βλέπεις τον εχθρό, δεν κάθεσαι μες στα πόδια του, βλέπεις και ποιοι τον προκαλούν με πέτρες, μπουκάλια με νερό, μολότωφ ή έστω με λόγια, και κρίνεις αν θες να είσαι εκεί ή κάπου αλλού. Μπορεί να εισπνεύσεις λίγο δακρυγόνο αλλά μέχρι εκεί. Δε θα σκάσει επάνω σου αν δεν είσαι εκεί όπου πρόκειται να το ρίξουν.
Εδώ ήμουν σε εντελώς νέες συνθήκες. Ο εχθρός δεν ήταν οι μπάτσοι (οι οποίοι κυρίως έξυναν τ' αρχίδια τους χαζεύοντας τον πετροπόλεμο). Δεν ήξερες ποιος ήταν ο εχθρός, ούτε πού είναι -μέχρι να βρεθείς μέσα στις τάξεις του όπως εγώ ή κάτω από την πέτρα του όπως μερικοί άλλοι. Κι άμα δεν ξέρεις ποιος είναι ο εχθρός, δεν ξέρεις και ποιοι είμαστε Εμείς. Δεν υπήρχαμε Εμείς. Όλοι ήταν δυνάμει Άλλοι.
Από διάφορα στενά βγήκα στη Σταδίου. Ήταν πλέον σχεδόν έρημη (πιο πριν έβραζε από κόσμο). Ανέβηκα σ' ένα κάθετο προς Κολωνάκι. Ξαφνικά, ποδοβολητά πίσω μου. Είναι μια παρέα και τρέχουν, αδειάζοντας πέτρες από τις τσέπες τους και φωνάζοντας "το νου σας πίσω, έρχονται μπάτσοι". Πίσω μας, στη Σταδίου, μια ομάδα ματατζήδες κυνηγούσαν μια ομάδα λιθοβολητές, εκείνοι έτρεχαν, και κάποιοι από εκείνους έκοψαν από το στενάκι μου. Οι μπάτσοι δεν έστριψαν: ή ακολούθησαν τους υπόλοιπους που ίσως ήταν περισσότεροι (δεν έβλεπα), ή ποιος ξέρει, ίσως τους άφησαν επίτηδες να ξεφύγουν παριστάνοντας για λίγο ότι τους κυνηγάνε για τα μάτια του κόσμου. Το θέμα είναι ότι τα χρειάστηκα για τα καλά: έστω ότι οι μπάτσοι θέλουν στ' αλήθεια να τους πιάσουν, και όχι βέβαια για να τους σφίξουν το χέρι. Έτσι και μπουν στο δικό μου δρόμο, σιγά μην κάτσουν να ψειρίσουν αν είμαι κι εγώ από αυτούς που κυνηγάνε ή όχι. Δεν έχω ιδέα τι θα έκανα σε μια τέτοια περίπτωση. Ευτυχώς δε χρειάστηκε να κάνω τίποτε, αφού οι μπάτσοι συνέχισαν στη Σταδίου. Ήταν όμως πλέον τελείως σαφές ότι δεν έχει καμία σημασία αν προσέχεις ή δεν προσέχεις. Ο κίνδυνος είναι παντού.

Κάτι ακόμα.

Άκουσα από πολλούς βαρύτατες κατηγορίες κατά του ΠΑΜΕ. Ότι φύλαγαν τους μπάτσους, ότι φύλαγαν τη Βουλή, ότι οι μπάτσοι τους φύλαγαν, κλπ.. Αν αυτά ισχύουν, είναι φοβερό το τι έκανε το ΠΑΜΕ. Αν δεν ισχύουν, είναι φοβερό το πώς σκέφτονται μρικοί άνθρωποι και το ποιοι μηχανισμοί έχουν λειτουργήσει για να στρέψουν τη σκέψη τους σ' αυτή την κατεύθυνση.
Αλλά αυτά δεν είναι τίποτα. Το μόνο πραγματικά φοβερό είναι ότι μια μεγάλη μερίδα διαδηλωτών τρέφει καχυποψία προς μια μεγάλη μερίδα συνδιαδηλωτών τους. Μου είναι απολύτως αδιάφορο αν ισχύουν οι υποψίες: το τι νομίζω εγώ για το ΠΑΜΕ το είπα πιο πάνω και έχω πλήρη συνείδηση ότι αυτή δεν είναι παρά η γνώμη μου και άλλος μπορεί να έχει την αντίθετη. Αλλά αυτή η διάσπαση της όποιας τυχόν ομόνοιας, αλληλεγγύης, ενότητας, είναι σημαντική επιτυχία του Εχθρού. Για άλλον ένα λόγο πέρα από τους προηγούμενους, "Εμείς" δεν υπάρχουμε, υπάρχουν μόνο Άλλοι.

Ότι σκοτώθηκε άνθρωπος, το έμαθα αργότερα, σπίτι μου.

__________________________________________
[Συμπλήρωση μερικες μέρες αργότερα]

Οι συζητήσεις και οι καβγάδες σχετικά με τα γεγονότα βράζουν. Μεταξύ άλλων, κυκλοφορούν φωτογραφίες και βίντεα που δείχνουν ροπαλοφόρους των ΚΝΑΤ να πλακώνουν διαδηλωτές.
Ό,τι δείχνει η φωτογραφία έχει γίνει (δε θα αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τώρα αν είναι φωτοσοπιά ή αν είναι από άλλο γεγονός, αυτό μας έλειπε). Αλλά αυτό απέχει από του να αποδεικνύει ποιο ήταν το συνολικό γεγονός.
Αυτά που εγώ προσωπικά είδα με τα μάτια μου ήταν δύο πράγματα: πρώτον, πέτρες να έρχονται πάνω στο ΠΑΜΕ. Δεύτερον, τους μπροστινούς ΠΑΜίτες να κάνουν κάποια στιγμή ένα ντου και μετά από λίγο να επιστρέφουν χειροκροτούμενοι. Τις πέτρες τις έβλεπα χωρίς να βλέπω αυτούς που τις έριχναν (στη φάση που ήμουν στην Καραγεώργη είδα ποιοι τις ρίχναν αλλά όχι πού έπεφταν, και αυτό κράτησε ελάχιστη ώρα γιατί έφυγα). Από το ντου είδα μόνο πλάτες ΠΑΜιτών να τρέχουν. Όταν έφτασαν στον προορισμό τους ήταν εκτός του οπτικού μου πεδίου. Αργότερα έμαθα ότι όντως έκαναν επίθεση και πλάκωσαν με τα στειλιάρια των σημαιών αυτούς που τους πετροβόλαγαν.
Το να πλακώσεις με τα στειλιάρια αυτόν που σε πετροβολάει δεν είναι βία. Είναι νόμιμη άμυνα. Είναι το στοιχειώδες που θα έκανε ο καθένας, εκτός βέβαια αν προτιμούσε να σηκωθεί να φύγει. Στις σκηνές που είδα, πρώτα οι άλλοι πετροβολούσαν και μετά από αρκετή ώρα τους την έπεσαν οι ΠΑΜίτες. Δεν ξέρω τι είχε προηγηθεί, δεν ξέρω τι ακολούθησε, και ακόμη κι εκείνες τις στιγμές δεν ξέρω τι γινόταν πέρα από εκεί όπου έφτανε το μάτι μου. Αν όμως γινόταν μια δίκη και με καλούσαν μάρτυρα και με ρωτούσαν τι είδα, θα έλεγα με καθαρότατη συνείδηση αυτά που είδα, από τα οποία δεν προκύπτει καμία απολύτως πρόκληση εκ μέρους του ΠΑΜΕ ενώ προκύπτει βαρύτατη πρόκληση εις βάρος του.
Να υποθέσω ότι πιο πριν, την ώρα που ήμουν αλλού, το ΠΑΜΕ είχε προβεί σε κάποια ενέργεια τόσο κατάφωρα προκλητική ώστε κανένας άνθρωπος στον κόσμο δεν θα είχε περιθώριο για οποιαδήποτε άλλη αντίδραση παρά, εκών-άκων, να πετάξει πέτρα ; Ε ωραία, ας το υποθέσω. Το υπέθεσα ήδη. Σαν τι μπορεί να ήταν αυτή η τόσο προκλητική ενέργεια;...

Οι πάντες στην πορεία, με μοναδικές εξαιρέσεις εμένα και τα 10-20 άτομα που ήταν ακριβώς δίπλα μου, είχαν διαφορετικό οπτικό πεδίο από το δικό μου. Διαφορετικό και μεταξύ τους φυσικά. Κάποιοι θα είχαν προνομιακή θέα, και θα είδαν πολλά πράγματα καθαρότερα από εμένα. Άλλοι θα είχαν εξίσου κακή θέα με τη δική μου αλλά όχι την ίδια. Άλλοι πάλι θα βρίσκονταν σε εντελώς διαφορετικό σημείο και θα έβλεπαν καλά ή κακά τι άλλο συνέβαινε ταυτόχρονα.
Η απορία μου είναι πώς τόσες χιλιάδες συμπολίτες μας έχουν την πεποίθηση ότι τα είδαν όλα και ότι ξέρουν μετά βεβαιότητος τι συνέβη, και βγάζουν ακράδαντα συμπεράσματα είτε περί ροπαλοφόρων των ΚΝΑΤ είτε περί του αντιθέτου. Φίλε, ακόμη κι αν σε βάλουν ολομόναχο σ' ένα αδειανό καλοφωτισμένο δωμάτιο 2Χ2, όλο δε θα το βλέπεις. Κάποιο σημείο θα είναι πίσω από την πλάτη σου ή κάτω από τις πατούσες σου.
Άιντε τώρα, όλοι οι φωτισμένοι παντογνώστες...

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

ΤΟ ΣΚΟΥΠΙΔΑΡΙΟ ΕΙΝΑΙ ΜΙΣΗ ΑΡΧΟΝΤΙΑ

Τι κάνετε όταν, ενώ έχετε ήδη διασχίσει το πρώτο από τα 7-8 μέτρα του στενού (περίπου μισό μέτρο) διαδρόμου που έχει δημιουργηθεί στο πεζοδρόμιο, επειδή το υπόλοιπο έχει καλυφθεί από σκουπίδια, εμφανίζεται από την απέναντι πλευρά γέρος με ψώνια;

Μια λύση είναι να συνεχίσετε την πορεία, οπότε στα μισά περίπου της διαδρομής θα πρέπει να γίνει κονταροχτύπημα σύμφωνα με τους κανόνες της ιπποσύνης.

Η πιθανότερη όμως απάντηση είναι ότι θα οπισθοχωρούσατε ευγενώς, επιστρέφοντας στην αρχή του διαδρόμου -δηλαδή στο τέλος των σκουπιδιών-, όπου όμως ενδεχομένως θα διαπιστώνατε ότι δεν μπορείτε να σταθείτε γιατί το δεντράκι της δεντροστοιχίας, παρά τα 4 μέτρα του ύψους του, έχει απλώσει κλωνάρια μέχρι κάτω στο ύψος της μάπας σας, οπότε πρέπει να οπισθοχωρήσετε κι άλλο, ίσως μάλιστα να αναζητήσετε και ένα σημείο στο πεζοδρόμιο με αρκετή άπλα ώστε να μπορείτε να κάνετε κανονική μεταβολή και όχι απλώς να πηγαίνετε με την όπισθεν.

Όλη αυτή η μανούβρα δεν περνά απαρατήρητη από τον γέρο με τα ψώνια. Έτσι, αφού διασχίσει το δερβένι και περάσει από μπροστά σας, το πιθανότερο είναι ότι θα σας ευχαριστήσει -αν δεν αρχίσει να λέει και περισσότερα (εύγε νέε μου, αποτελείτε λαμπρή εξαίρεση στην εποχή μας κλπ κλπ). Οπότε κι εσείς κάτι θα του απαντήσετε. Μετά μπορεί εκείνος να προσθέσει, μια κι έσπασε ο πάγος, κάποιο σχόλιο για τα σκουπίδια, και έτσι να προκληθεί ένας σύντομος διάλογος. Για να μην πω ότι, καθώς όλα αυτά εκτυλίσσονται στο μοναδικό διαβατό σημείο του πεζοδρομίου, δεν αποκλείεται να εμπλακούν στη συζήτηση κι άλλοι περαστικοί.

Κι έτσι αποκαθίστανται οι χαμένες σχέσεις οικειότητας με τους συμπολίτες μας, συσφίγγονται οι δεσμοί μέσα στις γειτονιές, καλιεργείται η κοινωνικότητα, ανταλλάσσονται αβρότητες που μας φτιάχνουν το κέφι και που ανεβάζουν το επίπεδο ποιότητας της καθημερινότητάς μας.

Θα γίνονταν ποτέ αυτά αν υπήρχαν σκουπίδια μόνο μέσα στους κάδους, και αν τα περισσευούμενα, αντί να τα βγάλουμε στο δρόμο, τα φυλάγαμε στο μπαλκόνι μας μέχρι να ξαναρχίσει η αποκομιδή τους;

Δε θα γίνονταν. Θα παραμέναμε στην απρόσωπη εχθρική μεγαλούπολη όπου κανείς δε λέει μια καλημέρα ή δεν κοιτάει τον περαστικό από απέναντι.