ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρπαθολογικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρπαθολογικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

Ένα καρπάθικο τραγούδι, «Άρκοντες τρων και πίνουσι»

Αφορμή γι' αυτή την ανάρτηση, που μας γυρίζει για λίγο στον από ετών ξεχασμένο καρπάθικο χαρακτήρα των Καρπάθικων Ημερολογίων, είναι η λέξη ακράνης, που απαντά σ' ένα καρπάθικο δημοτικό τραγούδι, και που τη συζητεί ο Νίκος Σαραντάκος στις Λέξεις που χάνονται και στο μπλογκ του.
Οι Λέξεις που χάνονται (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2011) ξανακυκλοφόρησαν πρόσφατα ως προσφορά με την εφημερίδα Το Βήμα. Το βιβλίο περιλαμβάνει 366 λέξεις που, ενώ με τον ένα ή τον άλλο τρόπο παραμένουν ζωντανές στην ελληνική γλώσσα, ωστόσο είναι αθησαύριστες από όλα ή τα περισσότερα λεξικά της σύγχρονης ελληνικής. Για την καθεμία παρατίθεται σύντομη συζήτηση: περίπου μισή σελίδα σχετικά με την ετυμολογία και τη χρήση της λέξης.

Γράφει λοιπόν για τον ακράνη ο Σαραντάκος:

Ακράνης είναι ο φίλος, ο συμπολεμιστής, ο σύντροφος. Η λ. είναι δάνεια από το τουρκικό akran, που σημαίνει «συνομήλικος», «όμοιος»· αραβικής αρχής. Δεν ακούγεται πια στις μέρες μας, αλλά τα παλιότερα λεξικά την έχουν. Τη βρίσκουμε σε ακριτικό τραγούδι από την Κάρπαθο, όπου «κι ο Κωσταντίνος ο μικρός ας ελιανοτραούει τ' ακράνη του τ' Ανδρόνικου του νιου του παινεμένου».
Ο ακράνης αποδίδει ακριβώς το αρχαίο εταίρος, και γι' αυτό το χρησιμοποίησαν πολύ οι Καζαντζάκης-Κακριδής στις ομηρικές μεταφράσεις τους, π.χ. «σέρνει φωνή κι ανακαλέστηκε τον γκαρδιακό του ακράνη» (Ψ 179) ....κλπ. (Λέξεις... 24)


Το τραγούδι είναι αυτό. Ας σχολιάσω ότι, αντίθετα προς τα περισσότερα ακριτικά τραγούδια αλλά και προς τα περισσότερα τραγούδια της Καρπάθου, το συγκεκριμένο δεν έχει εντοπιστεί παρά μόνο στην Κάρπαθο. Στις Εκλογές του ο Ν. Πολίτης, ενώ κατά γενικό κανόνα παραθέτει τις υποθετικές αρχικές μορφές των διάφορων πανελλήνιων τραγουδιών όπως τις ανασυνέστησε βάσει των τοπικών παραλλαγών που συνέλεξε ανά τον Ελληνισμό, ειδικά γι' αυτό παραθέτει αυτούσια την καρπάθικη εκδοχή, γιατί άλλην δε βρήκε, και το σημειώνει.

Έστειλα λοιπόν ένα σχόλιο στον Σαραντάκο, ο οποίος μου έκανε την τιμή να του αφιερώσει ειδική ανάρτηση στο μπλογκ του, όπου και το σχολιάζει με τη σειρά του. Είναι το εξής:

Το αναφερόμενο καρπάθικο τραγούδι (Άρχοντες τρων και πίνουσι) αποτελεί ολοζώντανο στοιχείο της τοπικής δημοτικής παράδοσης. Στην Όλυμπο, το κατεξοχήν «παραδοσιακό» χωριό του νησιού, ήταν παλιότερα το εναρκτήριο τραγούδι των γαμήλιων γλεντιών. Σήμερα είναι το εναρκτήριο τραγούδι σχεδόν κάθε γλεντιού, είτε πρόκειται για γάμο ή βάφτιση, είτε για πανηγύρι, είτε για γλέντι μεταξύ φίλων που μπορεί να προέκυψε και απρογραμμάτιστα. Τις τελευταίες δεκαετίες αυτή του η χρήση επεκτείνεται και στα υπόλοιπα χωριά, τη λεγόμενη Κάτω Κάρπαθο.
Όμως η συγκεκριμένη λέξη, προ γενεών ήδη χαμένη από το ενεργό λεξιλόγιο των Καρπαθίων, δε λέγεται σχεδόν ποτέ. Συνήθως λένε τ’ Αντρόνικου τ’ αήττητου. Αήττητος είναι εμφανώς λέξη που δεν μπορεί να προέρχεται από δημοτικό τραγούδι.
       Είμαι της γνώμης ότι αρχικά το ακράνη του εξελήφθη ως μία λέξη, ακράνητου (ο *ακράνητος). Ύστερα, είτε λόγω άγνοιας της σημασίας και παρετυμολογικής επίδρασης είτε από απλό παράκουσμα, θα έγινε ακράτητου. Τι μπορεί να σημαίνει του Αντρόνικου τ’ ακράτητου; Μάλλον θα εννοούσε −σκέφτηκε κάποιος (υποθέτω)− «ασυγκράτητου, ορμητικού, δεινού στη μάχη». Από κει, το πέρασμα στις λέξεις ανίκητος (που δεν είμαι βέβαιος αν το έχω ακούσει) και αήττητος (που το έχω ακούσει πολλάκις) είναι εύκολο.
Ο στίχος στην παλιά μορφή, τ’ Αντρόνικου τ’ ακράνη του, ακούγεται σήμερα μόνο από ανθρώπους που ναι μεν συμμετέχουν στα παραδοσιακά γλέντια με ενεργό ρόλο, ταυτόχρονα όμως έχουν διαβάσει και Μιχαηλίδη Νουάρο ή ίσως και Νικόλαο Πολίτη, είναι δηλαδή όχι απλώς γραμματιζούμενοι αλλά σχεδόν λόγιοι. (Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της καρπάθικης κουλτούρας και ζωής είναι ότι στο γλέντι συχνά δασκάλοι, γιατροί, δικηγόροι κλπ. συμμετέχουν και συμπεριφέρονται σαν παραδοσιακοί  Έλληνες της υπαίθρου του 19ου αιώνα, με πλήρως αφομοιωμένους −εμπειρικά− τους κώδικες του προφορικού πολιτισμού.) 

Εις επίρρωσιν της τελευταίας παραγράφου, ιδού η επανεκτέλεση του καρπάθικου τραγουδιού από τη Δόμνα Σαμίου. Η Σαμίου λέει τ' ακράνη του, όπως το κατέγραψε ο Πολίτης το 1914 αλλά και ο Μπο-Μποβύ (Τραγούδια των Δωδεκανήσων) το 1938, ενώ οι σημερινοί Καρπάθιοι στην άλλη εκτέλεση, που κατέγραψα εγώ το 2005, λένε τ' αήττητου.

Κυριακή 15 Αυγούστου 2010

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΡΕΑΡΗΣ

Το πανηγύρι του Άη Γιάννη της Βρουκούντας ανήκει, μαζί με τα Αναστενάρια, το καρναβάλι της Σκύρου και μερικά ακόμη, στις πιο γνωστές, προβεβλημένες και μελετημένες παραδοσιακές εκδηλώσεις που γίνονται στην Ελλάδα. Είναι ένα πανηγύρι που γίνεται όπως παλιά, όταν δεν υπήρχε ούτε τουρισμός, ούτε εκβιομηχάνιση της ζωής, ούτε ρεύμα και οδικό δίκτυο, και όταν στις αγροτικές κοινωνίες οι άνθρωποι δεν ήταν καταναλωτές αλλά έφτιαχναν μόνοι τους τα πάντα, από το ψωμί και τα ρούχα τους μέχρι τη μουσική τους.
Ως εκ τούτου το πανηγύρι του Άη Γιάννη της Βρουκούντας κάθε χρόνο κατακλύζεται από στίφη ερευνητών, μουσικολόγων, ανθρωπολόγων, λααογράφων, χορολόγων και τουριστών, ενί λόγω ατόμων με κάμερες και μαγνητοφωνάκια, που συρρέουν εκεί να δουν και να πάρουν μαζί τους εικόνες από ένα ζωντανό παρελθόν, της εποχής που δεν υπήρχαν κάμερες, μαγνητοφωνάκια, ανθρωπολόγοι και τουρίστες.
Όταν το επισκέφθηκα, μία μοναδική φορά, το 2003, είχα σαφώς την αίσθηση ότι όλα όσα έβλεπα να γίνονται έρχονται από πολύ μεγάλο βάθος χρόνου. Βέβαια κάποια ξεκινούσαν μεν από βάθος χρόνου αλλά δεν έφταναν μέχρις εμάς, χάνονταν στο δρόμο κάπου λίγο πριν το τέλος. Η παρουσία όλων των άσχετων δεν προσέφερε τίποτε και σε μερικές περιπτώσεις αφαιρούσε κιόλας. Οπωσδήποτε όμως δεν αφαιρούσε τα πάντα. Το πανηγύρι έγινε: ήρθαν οι Ολυμπίτες της ξενιτιάς να συναντήσουν τους Ολυμπίτες της πατρίδας, να ζήσουν όλοι μαζί την ενότητα του χωριού όπου αισθάνονται τόσο έντονα ότι ανήκουν, δεμένοι σ' ένα μοναδικό χορευτικό κύκλο που δεν κόπηκε ούτε μία στιγμή μέχρι το πρωί, με κέντρο τα λυροτσάμπουνα, τα όργανα που ακόμη κι ο γεροντότερος εκεί μέσα τα θυμόταν από τη μακρινή του παιδική ηλικία να μην έχουν λείψει από καμία σημαντική στιγμή της ζωής του και της ζωής της κοινότητας, που επίσης χωρίς διακοπή όλη νύχτα έπαιζαν για χιλιοστή φορά τους ίδιους σκοπούς με πέρσι, με πρόπερσι και με πάντα, και πάνω σ' αυτούς τους σκοπούς οι μερακλήδες να εναλλάσσουν τις παμπάλαιες μπαλάντες για την αγάπη, τον πόλεμο, το θάνατο και τη ζωή με τις δικές τους ολοκαίνουργιες φτερωτές μαντινάδες, που καμιά τους δεν υπήρχε πριν τραγουδηθεί για πρώτη και τελευταία φορά. Τραγούδησαν την αγωνία τους να πιστέψουν πως όσα κι αν φέρει η ζωή, κάποια πράγματα που η διάρκειά τους μέσα στο χρόνο τούς κάνει να τα εμπιστεύονται ανεπιφύλακτα θα συνεχίσουν να στέκουν. Πως οι ρίζες τους είναι ακόμη μέσα στη γη τους, κι αυτή η γη εξακολουθεί να τις τρέφει. Με άλλα λόγια, ετέλεσαν το χρέος που τελούσαν οι Έλληνες από τότε που εφευρέθηκε η ξενιτιά, και που οι αποικίες έστελναν αντιπροσώπους να συμμετάσχουν και να αναβαπτιστούν στις μεγάλες εορτές της μητρόπολης. Έστω κι αν ετούτοι εδώ υποχρεώθηκαν να τα κάνουν όλα αυτά ενώπιον κοινού.

Μία από τις πολλές σκηνές που μου εντυπώθηκαν ήταν η εξής:
Έχει απολύσει ο εσπερινός, έχουν στρωθεί οι τάβλες. Έχουμε φάει, κι έχουν αρχίσει τα τραγούδια της τάβλας, προστάδιο πριν αρχίσει το κυρίως γλέντι. Τα πρώτα «τραγούδια» της τάβλας δεν είναι τραγούδια, είναι εκκλησιαστικά τροπάρια. Ακολουθούν τα καθαυτού τραγούδια, που λέγονται χωρίς όργανα και που, μακρόσυρτα καθώς είναι, δεν ακούγονται πολύ διαφορετικά από τα τροπάρια που έψελναν λίγο πριν οι ίδιοι άνθρωποι. Και τελικά έχουν βγει και τα όργανα: τσαμπούνα, λύρα και λαούτο. Και παίζουν τον Συρματικό, το σκοπό όπου τραγουδιούνται τα περισσότερα από αυτά τα παμπάλαια αφηγηματικά τραγούδια που λέγαμε, και με τον οποίο ξεκινάνε απαρέγκλιτα όλα τα γλέντια.
Παίζουν την εισαγωνή του Συρματικού, μια σειρά από οργανικές «βόλτες» που δεν έχουν συγκεκριμένη διάρκεια αλλά μπορούν να κρατήσουν όσο χρόνο κι αν χρειαστεί, μέχρι να αποφασίσει κάποιος να μπει μ' ένα τραγούδι. Το να λέει κανείς καλά Συρματικό θεωρείται ό,τι πιο απαιτητικό υπάρχει για έναν μερακλή. Είναι λίγοι εκείνοι που μπορούν να φέρουν επιτυχώς εις πέρας αυτή την αποστολή, που μέσα στην τάξη του γλεντιού αποτελεί τιμή και προνόμιο αλλά και ευθύνη. Στην τάβλα γύρω από τους οργανοπαίχτες κάθονταν, μεταξύ άλλων, δυο τρεις πρωτομερακλήδες που θα μπορούσαν να το αναλάβουν. Φαίνεται πως με διάφορους άδηλους τρόπους έκαναν μεταξύ τους μια σιωπηρή συνεννόηση:
-Θα το πεις ή να το πω;
-Πες το.
-Σίγουρα; Δε θες εσύ;
-Παρακαλώ, σ' εσένα η τιμή.
-Εντάξει, θα το πω.
-Μπορείς; Αν θες το λέω εγώ.
-Πες το εσύ καλύτερα.
-Εντάξει. Κάτσε να δούμε ποιο θα πω...

Μέχρι να γίνουν όλα αυτά οι οργανοπαίχτες εξακολουθούσαν να παίζουν την εισαγωγή. Οι υπόλοιποι γλεντιστάδες δεν αδημονούσαν, γιατί σ' αυτά τα γλέντια όποιος βιάζεται δεν έχει καμία ελπίδα. Τελικά προκύπτει ότι θα το πει ο Γιώργος Πρεάρης. Ο Πρεάρης είναι ένας «αρχαίος» άνθρωπος, φορέας και θεματοφύλακας μιας βαριάς κληρονομιάς: μόνο τα τραγούδια και οι σκοποί που ξέρει είναι ένα σημαντικό κεφάλαιο στον πολιτισμό της Ολύμπου και κατ΄επέκταση, τολμώ να πω, στον νεοελληνικό πολιτισμό.
Τη στιγμή λοιπόν που ο Πρεάρης είναι έτοιμος κι έχει ήδη ανοίξει το στόμα του για ν' αρχίσει το τραγούδι, έρχεται τρέχοντας ένα πιτσιρίκι και τον τραβάει από το μανίκι.
-Θείο, θείο!
-Τι έγινε;
-Τρέχα, φωνάζει η θεία.
-Δεν μπορώ τώρα.
-Όχι, να έρθεις. Είπε η θεία...
Το πανηγύρι δεν είναι μόνο τραγούδια, όργανα και χορός. Γίνονται κι ένα σωρό άλλα πράγματα, πέρα από το προσκήνιο. Ένα από αυτά είναι ότι κάθε οικογένεια προσκυνητών, με το που θα φτάσει στο χώρο μετά από κανένα τετράωρο πεζοπορίας από την Όλυμπο, πρέπει να εξασφαλίσει ένα μέρος να κοιμηθεί το βράδυ. Υπάρχει ένα πλάτωμα όπου στρώνουν μπατανίες, αλλά δε χωράει απεριόριστους. Όποιος αργήσει την πάτησε. Φαίνεται λοιπόν ότι η θεία είχε στρώσει κάπου για όλη την οικογένεια και μετά προέκυψε κάποιο πρόβλημα, κάποιοι δε χώραγαν, τσακώθηκε με κανένα γείτονα, ποιος ξέρει τι, και φώναζε τον άντρα της να έρθει να καθαρίσει, αλλιώς κινδύνευαν να μην έχουν τόπο να πλαγιάσουν.
Τα όργανα έπαιζαν ακόμη εισαγωγή. Ο γερομερακλής κοίταξε τον πιτσιρικά μ' ένα ύφος σαν να του έλεγε «Είσαι με τα καλά σου; Εδώ εγώ έχω να πω Συρματικό, κι εσύ μου λες για τις μπατανίες;», του ξέκοψε ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση να παρατήσει το πόστο του ειδικά αυτή την κρίσιμη στιγμή για να πάει να ασχοληθεί με τετριμμένα ζητήματα του καθ' ημέραν βίου, και τραγούδησε.
Αυτός είναι ο μερακλής. Το τραγούδι τού το είχαν εμπιστευτεί οι πρόγονοί του, που το είχαν από τους δικούς τους προγόνους, για να το πει σήμερα ώστε να ξεκινήσει το γλέντι με τους χωριανούς που μαζεύτηκαν από τα πέρατα της γης για να πάρουν αμπάριζα και να βγουν, και η νοητή κοινότητα να γίνει για μια νύχτα ξανά πραγματική, και για να το ξαναπεί και κάθε άλλη αντίστοιχη φορά που θα γίνεται το ίδιο, μέχρι να το μάθουν οι νεότεροι και να το λένε όταν εκείνος θα 'χει φύγει, και το πανηγύρι να διαιωνιστεί, κι έτσι ο κόσμος να συνεχίσει να υπάρχει, ενώ αλλιώς δε θα συνεχίζει, θα είναι κάθε μέρα ένας καινούργιος κόσμος χωρίς παρελθόν και χωρίς βάση. Σ' όλα αυτά να προσθέσουμε και κάτι που μάλλον δε θα απασχολούσε τον Πρεάρη, αλλά το σκέφτηκα εγώ: ότι οι παλιοί παλιοί αυτά τα τραγούδια δεν τα 'χαν εμπιστευτεί μόνο στους δικούς του προγόνους, αλλά στους προγόνους όλων των Ελλήνων (για να μην επεκταθώ και στα αντίστοιχα άλλων λαών), αλλά όταν στα περισσότερα άλλα μέρη τα 'χαν ξεχάσει στην Όλυμπο τα κρατάγαν ακόμα.
Ο Πρεάρης δεν είπε τίποτε από όλα αυτά. Δεν έδειξε αν έχει ή δεν έχει την αίσθηση που είχα εγώ, ότι τελεί ένα ιερό χρέος εκείνη τη στιγμή. Απλώς κατέστησε σαφές ότι είναι αδιανόητο να παρατήσει το τραγούδι, αφού στο κάτω κάτω δεν είχε πιάσει και καμιά φωτιά.

Αργότερα σκέφτηκα πως ανάμεσα σ' όλους τους άσχετους που δεν είχαν δουλειά εκεί, δηλαδή ούτε με λυροτσάμπουνα είχαν μεγαλώσει ούτε είχαν να επιβεβαιώσουν και να ανανεώσουν τους δεσμούς τους με κανέναν, ήμουν κι εγώ. Η παρουσία μου δεν προσθέτει τίποτε στην ουσία του πανηγυριού. Είχα πάει από το δικό μου προσωπικό ενδιαφέρον γι' ατό το μέρος και για τα έθιμα και τα τραγούδια του, δηλαδή, αν το καλοσκεφτούμε, για ατομιστικούς λόγους. Ενώ το πνεύμα του πανηγυριού είναι ακριβώς η συλλογικότητα. Κι έτσι δεν ξαναπήγα μέχρι τώρα στον Άη Γιάννη.
Πήγα όμως σε πολλά άλλα πανηγύρια, όσα δεν έχουν αυτό τον τόσο ιδιαίτερο, καθαρά τοπικό χαρακτήρα, και όσα δεν είναι τόσο φημισμένα για την αυθεντικότητά τους ώστε να μπασταρδεύονται από τις συνέπειες της ίδιας τους της φήμης.

Λίγα χρόνια μετά λοιπόν, γινόταν το πανηγύρι της Λαμπρής Τρίτης στην Όλυμπο. Μια παρέα μερακλήδες είχαν στελιάσει καθιστό γλέντι γύρω από ένα τραπέζι στο Πλατύ. Τα πράγματα ήταν ακόμα ανεπίσημα: η παρέα ήταν μικρή, οι οργανοπαίχτες κάθονταν στους πάγκους μαζί με τους άλλους και όχι σε καρέκλες πάνω στο τραπέζι, όπως γίνεται στο χορό, και ο πολύς ο κόσμος που θα ξεκίναγε το χορό δεν είχε ακόμα μαζευτεί. Είχαν ξεκινήσει και πάλι με ένα Συρματικό, και τώρα έλεγαν μαντινάδες απευθύνοντας ο ένας στον άλλο παίνια και φιλοφρονήσεις.
Κάποια στιγμή ξεπρόβαλε από ένα στενό ο Γιώργος ο Πρεάρης. Κοίταξε μ' ένα αβέβαιο και κάπως παράξενο ύφος γύρω γύρω, μετά πλησίασε κι έπιασε θέση σ' ένα πάγκο. Έκατσε χωρίς να χαιρετήσει άνθρωπο. Οι άλλοι του φέρθηκαν με ιδιαίτερα τιμητικό και σεβαστικό τρόπο, του έκαναν τόπο να καθήσει, και πολύ σύντομα άρχισαν να του τραγουδούν μαντινάδες. Ήταν η μία πιο επαινετική από την άλλη. Ακούγοντάς τις αντιλήφθηκα ότι η κοινή γνώμη γι΄αυτό τον σημαντικό άνθρωπο ήταν λίγο πολύ η ίδια με τη δική μου: οι μερακλήδες τον αναγνώριζαν ως πρωτομερακλή τους, και θεωρούσαν σαφώς ότι αποτελεί σπουδαίο κεφάλαιο για την Όλυμπο, ότι είναι ένας από τους διαύλους που εξασφαλίζουν την επικοινωνία του παρόντος με όλες τις γενιές του παρελθόντος. Κάτι σαν τους ραψωδούς ή τους μάντεις της αρχαιότητας, που ήξεραν οι πρώτοι το παρελθόν (σε εποχή που δεν υπήρχε γραφή, οπότε την ιστορία την ήξεραν μόνο οι παραμυθάδες) και οι δεύτεροι το μέλλον. Όλα αυτά είναι δικά μου λόγια βέβαια, αλλά κι εκείνοι με τα δικά τους αυτό πάνω κάτω έλεγαν.
Ο Πρεάρης δεν έδειξε καμία προσοχή στα λόγια που του απηύθυναν οι γλεντιστάδες, δεν τραγούδησε, δεν απήντησε τίποτε, εξακολουθούσε να κοιτάει στα χαμένα, και κάποια στιγμή σηκώθηκε κι έφυγε, πάλι χωρίς να χαιρετήσει, στη μέση μιας μαντινάδας που του έλεγε κάποιος.

Αλτσχάιμερ, μου είπαν αργότερα. Δεν ξέρω αν ισχύει η πληροφορία, αλλά ότι ήταν άρρωστος είναι βέβαιο.

Αγανάκτησα. Αν το είχε η μοίρα του να αρρωστήσει, ας αρρώσταινε. Υπάρχουν χίλιες δυο αρρώστιες που χτυπάνε στο αίμα, στα κόκκαλα, στο συκώτι, στα πόδια, στα χέρια, στα μάτια, όπου θες. Ήταν ανάγκη αυτόν τον άνθρωπο να τον χτυπήσει ειδικά στη μνήμη; Ή αντίστροφα: αν ήταν να πέσει μια αρρώστια που χτυπάει στη μνήμη, ήταν ανάγκη να πέσει ειδικά σ' αυτόν;

Επιτρέπεται να γίνονται τέτοια στον κόσμο; Δεν έχουμε πολλούς ανθρώπους σαν κι αυτόν, που ήταν ταμείο γνώσης και μνήμης και σοφίας, για να μας τους σπαταλάτε! Θα μου πεις, και τι να κάνεις; Να τα βάλεις με το θεό ή τη μοίρα; Χαμπάρι δε θα πάρουν ότι κάπου κάποιος μικρός, ελάχιστος άνθρωπος, κουνάει τη γροθιά του και φωνάζει. Το αποδέχεσαι, δεν υπάρχει άλλη λύση. Και στο κάτω κάτω έχει πολλούς που πόνεσαν πιο πολύ από μένα γι' αυτή την ιστορία: οι χωριανοί του και οι μερακλήδες τ' αγαπάνε πιο πολύ από μένα τα τραγούδια (ας πούμε ότι εγώ τ' αγαπάω από λίγο πιο μακριά, ίσως πιο πολύ τα θαυμάζω και τα καμαρώνω, ενώ εκείνοι τα 'χουν δικά τους), και φυσικά υπάρχουν οι δικοί του άνθρωποι που έζησαν το δράμα του από κοντά. Εγώ πού κολλάω; Κλαίνε οι χήρες, κλαίνε κι οι παντρεμένες;

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *

Ο Γιώργος Πρεάρης πέθανε χτές, παραμονή της Παναγίας 2010. Αιωνία του η μνήμη.

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2008

ΜΕΤΑΘΕΣΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ

Άλλο ένα κείμενο αρχείου. Μιας κι αυτό τον καιρό δεν έχω πολύ χρόνο για γράψιμο, αυτά τα παλιότερα κείμενα είναι μια κάποια λύσις, παρά να μην υπάρχει καμία κίνηση στη στήλη.
Το έγραψα το Μάρτιο του 2008, την επομένη της ημέρας που έμαθα ότι πήρα μετάθεση από Κάρπαθο για Αθήνα. Επομένως εντάσσεται στον ίδιο κύκλο με το προηγούμενο: πάλι κάποια από τα όσα έχω αισθανθεί γι' αυτό το νησί. Όλα βέβαια είναι πολλά. Τόσο πολλά ώστε αναπόφευκτα υπάρχουν και αντιφάσεις.
Το κείμενο προοριζόταν για το πρώτο τεύχος ενός καρπάθικου περιοδικού που δε νομίζω ότι τελικά εκδόθηκε ποτέ.
Λέει:
Καλησπέρα σας.

Είναι μάλλον ανορθόδοξο να εγκαινιάζω τη στήλη, στο πρώτο πρώτο τεύχος, με έναν αποχαιρετισμό. Έλα όμως που μόλις χθες βγήκαν οι μεταθέσεις μας, και έμαθα ότι φεύγω από την Κάρπαθο. Πρόκειται βέβαια για ένα γεγονός της προσωπικής μου ζωής, που εκ πρώτης όψεως δεν αφορά όλο τον κόσμο. Όμως δε συνέβη μόνο σε μένα. Άλλωστε, σε μια δεύτερη ματιά οι μεταθέσεις των εκπαιδευτικών επηρεάζουν, έστω και λίγο ή εμμέσως, όλη τη ζωή στο νησί μας.
Στην Κάρπαθο συνυπάρχουν δύο −τουλάχιστον δύο− παράλληλες κοινωνίες: οι ντόπιοι Καρπάθιοι και οι «ξένοι» δημόσιοι υπάλληλοι: εκπαιδευτικοί, λιμενικοί κλπ.. Πιθανώς και άλλες ομάδες ξένων, όπως οι Αλβανοί, Γεωργιανοί και λοιποί μετανάστες να έχουν συγκροτήσει τις δικές τους παράλληλες μικροκοινωνίες, αλλά προς το παρόν ας ασχοληθούμε με τις δύο πρώτες, με έμφαση στους δασκάλους, αφού ο γράφων είναι δάσκαλος και αυτούς γνωρίζει καλύτερα.
Η βασική διαφορά μεταξύ του ξένου δασκάλου και του Καρπάθιου είναι ότι ο δεύτερος ζει μόνιμα (κατ’ αρχήν) στον τόπο του, ενώ ο πρώτος προσωρινά (κατ’ αρχήν πάλι) εκτός έδρας. Αυτό θέτει όλους τους μεν σε μία κοινή βάση, και τους διαφοροποιεί από τους δε. Έτσι οι δύο κοινωνίες ακολουθούν διαφορετικές πορείες, που φυσικά όμως συναντώνται και τέμνονται συχνά. Πολλές φορές δημιουργούνται φιλίες, αγάπες ή ακόμη και γάμοι μεταξύ ντόπιων και ξένων· οι πολυπρόσωπες όμως παρέες, ενώ μπορεί να αποτελούνται κυρίως από ντόπιους και από ένα ξένο, ή το αντίστροφο, μόνο κατ’ εξαίρεση είναι πραγματικά σύμμικτες.
Ο κυριότερος πάντως χώρος όπου οι πορείες τους συναντώνται είναι, φυσικά, το σχολείο. Όλα τα σχολεία της Καρπάθου στελεχώνονται κυρίως από νέους, μη Καρπάθιους εκπαιδευτικούς, που μένουν ένα ή δύο χρόνια, σπανίως περισσότερα, και μετά φεύγουν. Οι ντόπιοι ή οι μόνιμα εγκατεστημένοι είναι συγκριτικά πολύ λίγοι. Αυτό δίνει το πιο χαρακτηριστικό ίσως στίγμα στην εκπαίδευση της Καρπάθου, καθώς και όλων των άλλων παρόμοιων τόπων. Όπως στο στρατό, όπως παντού, έτσι και στο σχολείο, ο παλιός είναι αλλιώς αλλά ο νέος είναι ωραίος. Ο νέος εκπαιδευτικός έρχεται άμαθος, άπειρος, στου κασίδη το κεφάλι, και μόλις αρχίσει να μαθαίνει κάπως την τέχνη φεύγει, να πάει να την εφαρμόσει κάπου αλλού. Ο παλιός την ξέρει. Από την άλλη, συχνά ο νέος έρχεται με μια φόρα και μια όρεξη που στον παλιό μπορεί να έχει κοπάσει.
Το σύστημα λοιπόν των μεταθέσεων κάνει τους μαθητές και τους λίγους μόνιμα εγκατεστημένους δασκάλους να αποχαιρετούν κάθε χρόνο όσους φεύγουν και να υποδέχονται τους καινούργιους. Οι καινούργιοι φέρνουν ο καθένας την προσωπικότητα, το στιλ, τις γνώσεις και τις μεθόδους του, που μπορεί να είναι καλύτερες ή χειρότερες από του προηγούμενου αλλά σίγουρα θα είναι διαφορετικές. Δε θα αναλύσουμε εδώ αν αυτό είναι καλό ή κακό για τα σχολειά μας −θα ξεφεύγαμε από το θέμα μας. Βέβαιον είναι πάντως ότι τα χαρακτηρίζει. Και καθώς το σχολειό είναι ένα από τα βασικότερα κύτταρα στον οργανισμό της κοινωνίας, αυτή η αέναη εναλλαγή προσώπων που έρχονται και φεύγουν αφήνει τον αντίκτυπό της στη ζωή της Καρπάθου.
Στην προσωπική ζωή του ίδιου του μετατιθέμενου, ο αντίκτυπος είναι, προφανώς, ακόμη ισχυρότερος. Άλλο να χάσει ή να κερδίσει η Κάρπαθος ένα δάσκαλο, κι άλλο ο δάσκαλος να κερδίσει ή να χάσει ολόκληρη την Κάρπαθο!
Λένε για την Κάρπαθο, και για άλλα νησιά, ότι όλοι έρχονται κλαίγοντας και φεύγουν κλαίγοντας. Οι διορισμοί, οι μεταθέσεις, οι αποσπάσεις και όλες γενικώς οι μετακινήσεις των εκπαιδευτικών γίνονται με ένα σύστημα που για άλλους είναι κατάρα και για άλλους ευλογία. Όποιος άφησε πίσω στον τόπο το ταίρι του για να έρθει στην ξενιτιά να υπηρετήσει, όποια μάνα πήρε τα παιδιά από τον πατέρα τους για να τα φέρει σε ένα καινούργιο σχολείο και ένα καινούργιο περιβάλλον, που μόλις το συνηθίσουν θα πρέπει πάλι να το αποχωριστούν, όποιος γονιός άφησε πίσω τα παιδιά του και ήρθε μόνος, όποιος γενικά άφησε μια ζωή στρωμένη για να έρθει να αντιμετωπίσει το άγνωστο και το προσωρινό, έχει κάθε λόγο να έρθει κλαίγοντας. Οι άλλοι, όσοι είναι ελεύθεροι υποχρεώσεων, έχουν τη μοναδική ευκαιρία να ταξιδέψουν, να γυρίσουν, να γνωρίσουν γωνιές της χώρας μας (ακόμη και του εξωτερικού) που πιθανώς να μην επισκέπτονταν ποτέ υπό άλλες συνθήκες, και να ζήσουν τα προνόμια μιας ζωής που δεν επιφυλάσσεται σε πολλούς άλλους. Και αυτοί έχουν χρέος ιερό να χαρούν όλα τους τα προνόμια στο έπακρο, όχι μόνο γιατί είναι πολύ αμφίβολο αν θα τα ξαναέχουν αλλά και προς χάριν και τιμήν των συναδέλφων της προηγούμενης κατηγορίας, για τους οποίους αυτά τα προνόμια είναι καταδίκη.
Βέβαια η πρώτη εμπειρία μπορεί να είναι λίγο αποκαρδιωτική. «Τι, Κάρπαθο; Πού είναι αυτός ο βράχος; Δεν έχει δρομολόγια! Δεν έχει ούτε ένα γιατρό! Ερημιά, δεν έχει κόσμο! Πουλάν ληγμένα τρόφιμα! Δεν έχει κινηματογράφους, βιβλιοπωλεία −μην πω για θέατρα. Τα σχολεία είναι μικρά, δεν έχουν εργαστήρια, γήπεδα... Τι θα κάνουμε εδώ;» Τι θα κάνουμε; Θα τα καταφέρουμε! Εντάξει, δεν τα έχει αυτά, είναι αλήθεια. Έχει όμως άλλα. Εγώ τα κατάφερα. Κι εσύ τα κατάφερες, κι αυτός, κι αυτή. Κάθε φορά σχεδόν όλοι όχι απλώς τα καταφέρνουμε, αλλά μαζεύουμε εμπειρίες και ακριβές αναμνήσεις που μας συνοδεύουν σε όλη μας τη ζωή. Πολλοί ζούμε εδώ τη χρυσή μας περίοδο. Είμαστε σαν δεύτερη φορά φοιτητές, αλλά με πιο πολύ μυαλό στο κεφάλι μας και με δικά μας λεφτά. Ποιος τέλειωσε τις σπουδές του, ή έστω το σχολείο, και να μην ευχήθηκε να ’χε άλλα τόσα χρόνια να ξανακάνει τα ίδια, τώρα που ξέρει; Και ιδού, σε κάποιους ήρθε ένα τζίνι, βγαλμένο από το μπουκάλι με το λογότυπο του ΥΠΕΠΘ TRAVEL, και μας πραγματοποίησε την ευχή, μια ευχή που τόσες χιλιάδες γενιές ανθρώπων από τον Αδάμ και εντεύθεν έκαναν: να ’σαν τα νιάτα δυο φορές...!
Ξανά φοιτητές δε σημαίνει μόνο ρεμπελιό και ανμελιά, φραπέ και Ανώι και από Πάσχα μέχρι Νοέμβρη μπάνια. Είναι κι αυτά καλά και σημαντικά, και μην τα υποτιμάμε. Αλλά είναι και πολλά άλλα. Στον μικρό τόπο κουράζεσαι όσο χρειάζεται για τη δουλειά σου, αλλά δεν έχεις την άσκοπη φθορά της πόλης. Ξυπνάς το πρωί, βλέπεις ανθρώπους στο δρόμο και τους ξέρεις, σου γνέφουν καλημέρα· η διαδρομή σου μέχρι το σχολείο ξέρεις πόσο θα κρατήσει (συνήθως όχι πάνω από δέκα λεπτά, βία ένα τέταρτο), είναι ευχάριστη και πολιτισμένη, για πολλούς μέσα από το δάσος ή δίπλα από την παραλία· δεν ξεκινάς τη μέρα σου τελειωμένος, έχοντας τσακωθεί και βριστεί με κάθε αντίπαλο οδηγό, ταξιτζή και πεζό· η κόρνα στην Κάρπαθο χρησιμεύει αποκλειστικά και μόνο για να χαιρετάς· δε βασανίζεσαι μια ώρα να φτάσεις κι άλλη μια ώρα να παρκάρεις· το σουπερμάρκετ, η τράπεζα, το ταχυδρομείο είναι κοντά στο σπίτι σου· έχεις μπροστά σου τη θάλασσα, πίσω σου το βουνό και πάνω σου τον ουρανό· ανασαίνεις καθαρό αέρα, βρέχει και βρέχεσαι, όχι σαν την Αθήνα που πρέπει να το μάθεις από την τηλεόραση! Οι φίλοι σου μένουν κοντά, θα τους συναντήσεις χωρίς πολλά κανονίσματα. Στο μικρό σχολείο προλαβαίνεις να γνωρίσεις και να αγαπήσεις τα παιδιά σου, πράγμα πολύ δύσκολο στις τάξεις των 30-35 μαθητών επί έξι τμήματα που έχουν τα σχολεία των μεγάλων πόλεων. Αν δεν έχει γυμναστήρια και εργαστήρια, όμως το σχολείο είναι μέσα στα δέντρα και δε μοιάζει με φυλακή· δεν έχει απ’ έξω πρεζεμπόρους και παιδεραστές, ούτε από μέσα συμμορίες.
Με δυο λόγια: στην Κάρπαθο δε σκας για όσα δε χρειάζεται. Αφιερώνεις όσο χρόνο, όσο μυαλό και όση ψυχή χρειάζεται εκεί που χρειάζεται, και όλο το υπόλοιπο είναι για σένα. Ζεις! Δουλεύεις και ζεις, δε ζεις για να δουλεύεις. Γι’ αυτό όλοι εδώ, ή σχεδόν όλοι, δενόμαστε με τον τόπο και με τους ανθρώπους και πλουτίζουμε την ψυχή μας, γι’ αυτό ακόμα και ο απλός πρωινός καφές της Κυριακής με την παρέα (μια παρέα που στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα ή το Ηράκλειο μπορεί να ζούσε στην πολυκατοικία μας και να μην τη γνωρίζαμε ποτέ) είναι τόσο ξεχωριστός και δε θέλουμε να τον στερηθούμε: γιατί τον ζούμε.
Και ιδού, έρχεται η ώρα της μετάθεσης. Άλλος για Χίο τράβηξε, πήγε, κι άλλος για Μυτιλήνη. Άλλον τον έστειλαν εκεί που ήθελε, άλλον όχι· πολλοί πάνε εκεί όπου είχαν ζητήσει το Νοέμβριο (τότε γίνονται οι αιτήσεις), όταν ακόμα έκλαιγαν που ήρθαν, αλλά στο μεταξύ κατάλαβαν όσα τότε ήταν ακόμη νωρίς για να τα αντιληφθούν, και τώρα πάλι κλαίνε που θα φύγουν· δεν είναι λίγοι εκείνοι που, εν όψει της μετάθεσης στην πατρίδα τους, ζητούν απόσπαση για να ξανάρθουν στην Κάρπαθο, γιατί δεν πάει η καρδιά τους να αφήσουν τους φίλους, τα παιδιά τους, το νησί. Πού και πού κάποιοι ξωμένουν και για πάντα. Για κάποιους η μετάθεση είναι το περιπόθητο τέλος του ξενιτεμού και του αποχωρισμού από οικείους και αγαπημένους, για άλλους είναι η παράταση με ένα νέο ξενιτεμό. Όσοι οι άνθρωποι, τόσες κι οι περιπτώσεις.
Εγώ γυναίκα, παιδιά, σκυλιά δεν έχω· δεν ξέρω πώς είναι για όσους έχουν, σέβομαι τις ανάγκες και τους καημούς τους και τους εύχομαι ό,τι επιθυμούν. Αλλά για τους υπόλοιπους, η γνώμη μου είναι: όλες οι μεταθέσεις είναι καλές. Πήγες στην πατρίδα σου; Συγχαρητήρια, καλή πατρίδα! Επόμεινες στην Κάρπαθο; Και πάλι συγχαρητήρια, τώρα είσαι κατεχάρης, δεν έχεις να φοβηθείς τίποτε, ξέρεις ότι εδώ είναι καλά. Σ’ έστειλαν αλλού κι αλλού, στη Ζάκυνθο, στην Ιεράπετρα, στο Νευροκόπι, στα Ζαγοροχώρια; Συγχαρητήρια, η κατάκτηση του κόσμου συνεχίζεται. Ετοιμάσου για μια νέα Κάρπαθο −ξέρεις εσύ! Είσαι και πάλι απογοητευμένος; Ζήτα απόσπαση· κι αν την πάρεις, συγχαρητήρια, αλλιώς και πάλι συγχαρητήρια. Ό,τι και να γίνει, καλώς γενάμενο. Η ζωή είναι για μας. Το μόνο κακό είναι το τέρμα.

* * * * *

Κι εγώ; Πώς θα φύγω από εδώ για την Αθήνα, γελώντας ή κλαίγοντας;
Με την Κάρπαθο έχω μακράν ιστορία. Πρωτοήρθα παραθεριστής προ δέκα ετών, το 1999, μια βδομάδα στην Όλυμπο και μια στο Φοινίκι. Το ίδιο έκανα κάθε καλοκαίρι έκτοτε, μέχρι το 2003 (μόνο το 2001 δεν ήρθα, που ήμουνα φαντάρος). Το 2004 διορίστηκα εδώ δάσκαλος, κι από τότε έχω μείνει τέσσερα χρόνια. Ένα χρόνο κάτοικος Πηγαδιών, τρία Όθους. Έκανα εδώ, και τι δεν έκανα! Γύρισα τα χωριά, γνώρισα ανθρώπους. Φίλοι μου με παιδιά πιτσιρίκια, τώρα μου τα στέλνουν στο Γυμνάσιο κι αυτά κοντεύουν να στρίψουν μουστάκι. Αγάπησα με πάθος τον τόπο και τον πολιτισμό του, και εν τω μέτρω των δυνάμεών μου τον σπούδασα και τον ασπάστηκα. Έμαθα την καρπάθικη μουσική και το τραγούδι, έπαιξα και άκουσα με την ψυχή μου, γλέντησα με το γέλιο και με το δάκρυ. Λάλησα νύφες, έκλαψα πεθαμένους, έτριψα το Πιπέρι. Πήρα από τους παλιούς μερακλήδες ό,τι μπόρεσα, και ήδη ξεπληρώνω το χρέος μου στα παιδόγγονά τους, με τα μαθήματα μουσικής που κάνω στο χωριό μου. (Παιδιά, κακά τα ψέματα: το Όθος είναι το χωριό μου, −ή μήπως, λιγάκι, κι η Όλυμπος;− και η Κάρπαθος είναι το νησί μου.) Τέσσερις φουρνιές συναδέλφων γνώρισα, αγάπησα κι αποχαιρέτησα, μαζί με τη φετεινή, και άλλες τέσσερις μαθητών. Τη ζωή του ξένου στην Κάρπαθο την είδα από όλες της τις απόψεις: και στην πόλη, και στο χωριό· ανακατεύτηκα και με τους ντόπιους και με τους δικούς μου· έκανα και τα φοιτητηλίκια μου, Ανώι και φραπέ, έπαιξα και τον ντόπιο, να καλλιεργώ κουκιά και να πηγαίνω στο καφενείο. Το πετσί μου μυρίζει Κάρπαθο, και κολακεύομαι να πιστεύω ότι κι εγώ έχω αφήσει τη μυρωδιά μου στην Κάρπαθο.
Προ ημερών συνάντησα μια ντόπια, γνωστή μου ήδη από την πρώτη χρονιά που είχα έρθει διακοπές. Μέσα στην κουβέντα, μου ανέφερε ότι με έχει σε μια φωτογραφία με την κόρη της, που ήταν τοσηδούλα, εφτά χρονών. Φέτος η κόρη δίνει Πανελλαδικές. Μου ’ρθε ζάλη! Δέκα χρόνια! Πόσοι γεννήθηκαν και πόσοι πέθαναν, πόσοι παντρεύτηκαν και πόσοι χώρισαν, πόσοι πέρασαν, πόσοι ήρθαν κι έφυγαν μέσα σε δέκα χρόνια! Πόσα άλλαξαν στην Κάρπαθο και πόσα σε μένα, λίγο λίγο, ανεπαίσθητα αλλά και αμετάκλητα...
Αλλά στο μεταξύ στερήθηκα και την Αθήνα. Τέσσερα χρόνια μακριά από τον τόπο μου δεν είναι λίγα. Εκεί έχω τους ρυθμούς μου, εκεί είμαι στ’ αλήθεια ντόπιος. Πηγαίνω κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα, και τρέχω να προφτάσω όσα έγιναν κατά την απουσία μου, να καλύψω το χαμένο έδαφος. Και δεν είναι εύκολο. Οι δυο πατρίδες είν’ κακές, όπως και να το κάνεις. Κι εκεί γεννιούνται παιδιά, οι μικροί μεγαλώνουν και οι μεγάλοι πεθαίνουν· κι εκεί άλλοι παντρεύονται κι άλλοι χωρίζουν· κι εκεί αλλάζουν οι δρόμοι και οι γειτονιές, σπίτια χτίζονται, μαγαζιά ανοίγουν και κλείνουν, ερήμην μου. Δεν το δέχομαι εύκολα ότι αυτά γίνονται ερήμην μου, πρέπει να προλάβω τις εξελίξεις, να μην αποξενωθώ. Τρέχω... Άσε που εδώ είναι όλη μου η οικογένεια, οι παλιοί φίλοι... Άσε που εδώ και τέσσερα χρόνια είμαι μεταξύ δύο σπιτιών, χωρίς ποτέ να ξέρω με βεβαιότητα αν το τάδε βιβλίο ή ο δείνα δίσκος, το γκρι πουκάμισο ή η ριγιέ κάλτσα είναι στην Αθήνα ή στην Κάρπαθο. Άσε που μου ’χει λείψει η άνεση του να έχω στην πόλη μου βιβλιοπωλεία, κινηματογράφους, γιατρούς, μαγαζιά, επιλογές, να βρίσκω περίπτερο και βενζινάδικο ακόμη και στις τέσσερις το πρωί, να μη σώνονται οι εφημερίδες... Θέλω τον τόπο μου!
Τη στιγμή που έμαθα τη μετάθεσή μου ήμουν με συναδέλφους, με ανθρώπους που είχαμε τον ίδιο καημό. Μόλις άκουσα Αθήνα, η καρδιά μου πέταξε. Η πρώτη μου κουβέντα ήταν «πάμε να κεράσω». Πήγαμε να κεράσω. Στο δρόμο, συναντώ έναν από τους ντόπιους φίλους μου και του ανακοινώνω περιχαρής το μεγάλο νέο. Και μέχρι να τελειώσω τη φράση μου, τον κοίταζα και είδα την άλλη όψη της μετάθεσης: ναι μεν θα πάω εκεί, ζήτω, αλλά θα φύγω από εδώ, αλίμονο... Πού θα σας αφήσω, και πού θα σας ξανάβρω, όλους εσάς που είστε η ζωή μου εδώ, τόσα χρόνια, κι ας είστε και Καρπάθιοι κι ας είστε και «ξένοι», κι ας είστε και μαθητές μου ή σιομάλικοί μου ή μεγαλύτεροι ή γέροι... Σαν το Μάρτη το δίγνωμο, μια γελώ μια κλαίω για τη μετάθεση.
Θα φύγω. Απόσπαση δε ζητάω. Είναι η ώρα, έκλεισε αυτός ο κύκλος. Θ’ ακολουθήσω τη μοίρα μου. Πάμε γι’ άλλα. Αλλά δε θα φύγω με ελαφριά καρδιά. Την Κάρπαθο, με τους ανθρώπους της και ό,τι άλλο σέρνει μαζί της, θα την πάρω μαζί μου στην καρδιά μου και θα την κουβαλώ παντού.
Καλές αντάμωσες, σε όλους!

Σας ευχαριστώ.

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2008

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΠΑΘΟΥ

Από το Σεπτέμβριο του 2008 δε μένω πια στην Κάρπαθο, αλλά στην Αθήνα, την πατρίδα μου.
Βρήκα κάπου ένα παλιό μέιλ που είχα γράψει σε κάποιον κάποτε, στα πλαίσια μιας συζήτησης που πια δε θυμάμαι, και που για κάποιο λόγο τελικά δεν το έστειλα. Σας το παραθέτω εδώ, γιατί συνοψίζει κάποια από τα πολλά που έχω νιώσει γι' αυτό το νησί.

Δεν είχα καμία πρόθεση να εκτραπώ από τα πλαίσια της κοσμιότητας και του σεβασμού! Αν κάποιος εξέλαβε έτσι τα γραφόμενά μου, δεν έχω παρά να του ζητήσω συγγνώμη και να τον διαβεβαιώσω καλόπιστα ότι έγινε παρανόηση.

Κατά τα άλλα: σίγουρα υπάρχει ο μύθος της Καρπάθου. Αυτός ήταν που με παρακίνησε να εγκατασταθώ εδώ, και μάλιστα σε χωριό. Το διάστημα της μέχρι τώρα παραμονής μου με έχει βοηθήσει μέχρι κάποιο σημείο να γκρεμίσω αυτό το μύθο, και είμαι στην ευχάριστη θέση να δηλώσω ότι αυτό δε με κάνει να μετανιώνω που ήρθα, απεναντίας μου δίνει πολύ πιο αληθινούς λόγους να εμμένω στην επιλογή μου. Από την άλλη μεριά, σίγουρα δεν είμαι και Καρπάθιος. Κανείς δε γίνεται μέσα σε τρία χρόνια Καρπάθιος! Άρα, όντως υπάρχει κάποια απόσταση ανάμεσα σε μένα και στο καθετί που παρατηρώ. Προσπαθώ βέβαια να τη μειώσω, γιατί θεωρώ πολύ πιο σημαντικό το να ζει κανείς παρά το να μελετά τη ζωή των άλλων. Αλλά αντικειμενικά δεν την έχω εκμηδενίσει. Με άλλα λόγια, ανακαλύπτω ακόμη πράγματα που για τους ντόπιους είναι δεδομένα και αυτονόητα.

Ωστόσο, δεν είμαι μόνο εγώ που ζω (έστω και λίγο) μέσα στο μύθο της Καρπάθου. Μέσα στην ίδια την Κάρπαθο, στις καρδιές των Καρπαθίων, ο μύθος αυτός είναι πολύ ισχυρός. Τα "ήθη και τα έθιμα" είναι ένας κοινός τόπος που πολύ συχνά επαναλαμβάνεται, χωρίς να γίνεται πολύ έντονη η διάκριση ανάμεσα σε έθιμα που διατηρούνται και σε εκείνα που ανήκουν στο παρελθόν. Σ' αυτή τη μυθοποίηση έχουν συντελέσει βέβαια πολύ όλες οι απειράριθμες μελέτες που έχουν γίνει από Έλληνες και ξένους για διάφορες πτυχές του τοπικού λαϊκού πολιτισμού (και κατεξοχήν του ολυμπίτικου). Είμαι όμως της γνώμης ότι ο ξενιτεμός είναι ένας άλλος σημαντικός παράγοντας μυθοποίησης. Το μεγαλύτερο ποσοστό των Καρπαθίων ζει έξω από το νησί, σε μέρη περισσότερο ή λιγότερο μακρινά. Εκεί συναναστρέφονται πολύ τους συντοπίτες τους, και όλοι μαζί συντηρούν και τροφοδοτούν τη νοσταλγία τους για την Κάρπαθο, και ειδικότερα για την Κάρπαθο της εποχής όπου ζούσαν κι εκείνοι εκεί. Ανάλογα με την ηλικία του καθενός, όσο πιο μακρινή είναι αυτή η εποχή τόσο περισσότερο την εξωραΐζει η ανάμηνση. Παράλληλα, οι ξενιτεμένοι καλλιεργούν ορισμένα από τα τοπικά έθιμα, κυρίως όσα είναι δυνατόν να συνεχίσουν να τελούνται σε αστικό περιβάλλον. Απ' ό,τι μάλιστα έχω αντιληφθεί, αυτό που κατεξοχήν καλλιεργείται είναι η μουσική παράδοση.

Εν τω μεταξύ, στην κυρίως Κάρπαθο η ζωή συνεχίζεται κούτσα κούτσα. Οι λίγοι που μένουν στο νησί είναι αφενός αυτοί που δεν μπόρεσαν ούτε καν να φύγουν, και αφετέρου όσοι τα κατάφεραν να αντεπεξέλθουν στις δυσκολίες του νεότερου τρόπου ζωής. Και επίσης οι συνταξιούχοι των παροικιών που επιστρέφουν. Γενικώς λίγοι άνθρωποι. Και μάλιστα πολλοί από αυτούς έχουν εγκαταλείψει τα χωριά τους και μένουν στα Πηγάδια.

Αυτοί οι παραμένοντες, για να μπορέσουν να τη βγάλουν, έχουν μοιραία στραφεί από τον παραδοσιακό τρόπο ζωής σε έναν πολύ πιο αστικοποιημένο. Άλλωστε πολλοί είναι παλιννοστούντες, επομένως έχουν ήδη ζήσει σε αστικά περιβάλλοντα. Γενικά από το Όθος και κάτω σχεδόν δε βλέπεις χωριάτες, εκτός αν είναι γέροι (νομίζω ότι από το Μεσοχώρι και την Όλυμπο αυτό το είδος δεν έχει ακόμη εκλείψει). Οι νέοι και τα παιδιά είναι σαν Αθηναίοι ή σαν Αμερικάνοι.

Κάποιες φορές το χρόνο όμως, οι ξενιτεμένοι έρχονται στον τόπο τους, μαζικά και για λίγο. Είναι ο καιρός που γίνονται τα μεγάλα καλοκαιρινά πανηγύρια, και με την ευκαιρία του ξανανταμώνατος γίνονται και αρκετοί γάμοι, βαφτίσεις και ανεπίσημα γλέντια. Αυτές τις μέρες οι μεν ξενιτεμένοι έρχονται να αγγίξουν για λίγο το όνειρό τους, και συχνά είναι τόσο αποφασισμένοι να το κάνουν αυτό ώστε παραβλέπουν την όποια πραγματικότητα και επιμένουν να φαντάζονται την Κάρπαθο των παιδικών τους αναμνήσεων. Οι δε μόνιμα εγκατεστημένοι ξαναζούν για λίγες μέρες μία κατάσταση όπου, όπως παλιά, όλα τα σπίτια έχουν φώτα το βράδυ, τα καφενεία είναι γεμάτα και τα σοκάκια γεμίζουν από τη φασαρία των παιδιών.

Μετά περνάει αυτή η εποχή, κι ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του.

"Το καλοκαόρι πέρασε, εφύασι κι οι ξένοι,
και ο χειμώνας έρχεται. Το τι μας περιμένει...!"

Για πολλούς ξενιτεμένους (σαφώς όχι όλους) έρχεται κάποια στιγμή που επιστρέφουν μόνιμα. Όμως και πάλι, όντας και οι ίδιοι συνηθισμένοι τόσα χρόνια σε έναν άλλο τρόπο ζωής και όχι τον παραδοσιακό καρπάθικο, και βρίσκοντας επιπλέον και το νησί αλλαγμένο, αδυνατούν να επιστρέψουν σ' εκείνα που θυμόντουσαν και ονειρεύονταν μια ζωή. Άλλωστε δεν έχει και νόημα. Όταν ο εικοστός πρώτος αιώνας έχει μπει σε κάθε χωριό και σε κάθε σπίτι, ποιος ο λόγος να ξαναβάλει κανείς τα ποτούρια και να ζέψει τα βόδια στο αλέτρι;

Αυτό που μένει τελικά είναι ότι η Κάρπαθος είναι ένα νησί με:
-λίγους κατοίκους, και περισσότερους γέρους παρά νέους.
-αστικό τρόπο ζωής για τον πιο πολύ κόσμο.
-λύρες, λαούτα, μαντινάδες, και κάποια μεμονωμένα παλαιινά έθιμα όπως τα Εφτά, το Πιπέρι, κάποια στάδια του γάμου κλπ.
-Οτιδήποτε άλλο αφορά μόνο τη γενιά που ετοιμάζεται να φύγει. Εκείνοι μιλούν τα καρπάθικα, εκείνοι έχουν ζήσει την παλιά Κάρπαθο με την αγροτιά, την τσομπανοσύνη, τις δυσκολίες της και τις χαρές της.
Αυτά νομίζω ότι ισχύουν εξίσου και για την Όλυμπο, με μόνη τη διαφορά ότι οι εκεί γέροι είναι πρεσβευτές ενός ακόμη παλιότερου τρόπου ζωής: φορούν ακόμη τις χειροποίητες παραδοσιακές φορεσιές (οι γυναίκες), θερίζουν με το δρεπάνι, αλέθουν στον ανεμόμυλο (ορισμένοι), η διάλεκτός τους είναι αρχαιοπρεπέστερη. Αυτό δε σημαίνει ότι η Όλυμπος είναι πιο πίσω, σημαίνει ότι πριν τρεις γενιές ήταν ίσως πιο πίσω. Τώρα είναι στο 2007 σαν όλο τον κόσμο.

Για όποιον αρνείται να αποδεχθεί αυτή την πραγματικότητα, και προτιμά να βαυκαλίζεται ότι το παρελθόν όλης της Ελλάδας συμβαίνει ειδικά στην Κάρπαθο να είναι παρόν, η Κάρπαθος δεν είναι τόπος αλλά μύθος.

Και, για να επανέλθω εκεί απ' όπου ξεκίνησα: μένω με την εντύπωση ότι είναι πολλοί οι Καρπάθιοι που ζουν μ' αυτό το μύθο. Που θεωρούν για παράδειγμα ότι το γλέντι δεν είναι απλώς ένας τρόπος ψυχαγωγίας, αλλά κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να το συνεχίσουν τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους, χωρίς να τα ρωτήσουν αν τα εκφράζει. Που τραγουδούν μαντινάδες στους γάμους των στενών συγγενικών τους προσώπων ακόμη κι αν δεν το έχουν ξανακάνει στη ζωή τους (γιατί προφανώς δεν αισθάνθηκαν την ανάγκη να το κάνουν), με αποτέλεσμα να μην το έχουν μάθει και να διαβάζουν τις μαντινάδες από το χαρτί. Που χτίζουν ροζ σπιταρώνες με μαρμάρινα κολωνάκια απέξω και με ένα παραδοσιακό καρπάθικο δωμάτιο μέσα, το δωμάτιο που παλιά ήταν ολόκληρο το σπίτι, στολισμένο με ένα πλήθος πανάκριβα πράγματα που έχουν χάσει όλη την παλιά τους πρακτική λειτουργικότητα.

Ή που πιστεύουν, και εξακολουθούν να το λένε, ότι το γλέντι γίνεται σύμφωνα με κάποιους συγκεκριμένους κανόνες κοσμιότητας. Αυτά είναι ανυπόστατα. Αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, μπορούμε να πούμε ότι γινόταν με κάποιους κανόνες. Σήμερα γίνεται με άλλους τρόπους, λιγότερο αυστηρούς. Ακόμη και στην Όλυμπο.

Όλα αυτά δεν τα λέω με μεμψιμοιρία. Είναι καλό που αλλάζουν τα πράγματα, όπως ακριβώς είναι καλό (αν και μερικές φορές δυσβάσταχτο) που οι γέροι πεθαίνουν. Δε θα θέλαμε, νομίζω, να γερνάμε για πάντα χωρίς να έχουμε την ευκαιρία να πεθάνουμε κάποια λογική στιγμή! Και αναμφισβήτητα η ζωή στην Κάρπαθο προσφέρει ορισμένες πολυτέλειες (όχι βέβαια υλικές) που αντισταθμίζουν με το παραπάνω τα όποια κακώς κείμενα. Αυτή είναι τουλάχιστον η γνώμη μου ως ξένου. Αυτά που νόμιζα ότι θα βρω εδώ δεν υπάρχουν, αλλά υπάρχουν άλλα και είναι εξίσου σημαντικά και δεν τα απαρνιέμαι.

Όμως οι μύθοι υπάρχουν. Και όποιος θεωρεί ότι κακώς υπάρχουν, ας μην ξεχνά ότι δεν είναι καθόλου εύκολο να τους βγάλουμε από τη μέση, και ας μην κρίνει πολύ αυστηρά όσους τους πιστεύουν.

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2007

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ ΤΣΑΜΠΟΥΝΙΕΡΗ (Bad Piper's Blues)

Η παρούσα επιστολή γράφεται εν θερμώ.

Πρωτοήρθα στην Κάρπαθο πριν οκτώ ή εννέα χρόνια. Με παρότρυνε ένας φίλος μου που ήμασταν μαζί στο Ωδείο (εγώ μάθαινα σάζι κι εκείνος πολίτικη λύρα), και ανταλλάσσαμε, όπως και με άλλους, δίσκους, ακούσματα και μουσικές εμπειρίες τον καιρό που ήμασταν όλοι αμύητοι στην καθαυτό παραδοσιακή μουσική αλλά θέλαμε να μυηθούμε. Εκείνος λοιπόν είχε πάει ένα δυο καλοκαίρια πιο πριν, και μου είπε: εκεί πρέπει να πας οπωσδήποτε. Εκεί θα καταλάβεις! Πήγα λοιπόν. Έφυγα παίρνοντας μαζί μου από εκεί έναν αυλό (μονοτσάμπουνο) και μερικά τοπικά σιντί. Ξαναπήγα το επόμενο καλοκαίρι, και πήρα μια τσαμπούνα και μερικά σιντί ακόμη. Το χειμώνα άκουγα και ξανάκουγα τα σιντί και προσπαθούσα να κατανοήσω τη μουσική και να την παίξω, πρώτα στον αυλό, σιγά σιγά στην τσαμπούνα. Το καλοκαίρι πήγαινα στην Όλυμπο και, βλέποντας και ακούγοντας τους άλλους να παίζουν, καταλάβαινα κάθε φορά και λίγο καλύτερα, λόγω της προεργασίας όλο το χειμώνα. Γύρναγα στην Αθήνα το χειμώνα, με μερικά ακόμη σιντί, και ξανάβαζα μπροστά το νέο κύκλο προεργασίας, ευρισκόμενος όμως ένα σκαλοπάτι πιο μπροστά κάθε φορά λόγω της πρόσφατης εμπειρίας στον τόπο παραγωγής. Και ούτω καθεξής.
Αυτή η ιστορία συνέχισε για πέντε - έξι χρόνια. Μόνο ένα καλοκαίρι δεν πήγα, γιατί ήμουν φαντάρος. Στο στρατό είχα πάρει μαζί μου ένα γουώκμαν, και δύο κασέτες στις οποίες είχα αντιγράψει όλους τους καρπάθικους σκοπούς που είχα σε σιντί (μόνο σκοπούς· όχι συρματικά, πάνω χορούς κλπ.). Δεν πήρα μαζί μου καμία άλλη μουσική. Σχεδόν κάθε βράδυ άκουγα είτε τη μία είτε την άλλη κασέτα, με τα ακουστικά, πριν κοιμηθώ, περιμένοντας ότι κάποια στιγμή θα μου γίνουν βίωμα (οι σκοποί εννοώ βέβαια: δεν είχα την αφέλεια να πιστεύω ότι το ίδιο το γλέντι θα μου γινόταν βίωμα από τις κασέτες!). Κάποια στιγμή με πήραν από τη μονάδα και με έστειλαν σε φυλάκιο. Για όποιον δεν έχει πάει φαντάρος, το φυλάκιο είναι ένα μίνι στρατόπεδο με καμιά δεκαριά άτομα συνήθως αλλά αρκετά μεγάλο σε έκταση, κάπου στις ερημιές του Αδάμ, μακριά από το κυρίως στρατόπεδο και με πολύ πιο ελεύθερους όρους διαβίωσης. Μόλις ευκαίρησα πήρα εκεί την τσαμπούνα. Στις ελεύθερες ώρες, που ήταν μπόλικες, ανέβαινα στα όρη στα βουνά και προβάριζα αυτά που άκουγα τόσον καιρό στις κασέτες. Εκεί δεν είχα να ενοχλήσω κανέναν, ούτε να τους μπω στο μάτι σαν «ο εκκεντρικός με το σκωτσέζικο όργανο». Τα βράδυα εξακολουθούσα να βάζω τις κασέτες.
Αυτό που λέμε ως σχήμα λόγου για μια κασέτα που ακούμε πολύ, ότι «την λιώσαμε», το έκανα στην κυριολεξία, όχι με τις κασέτες αλλά με το κασετόφωνο: έφαγε όλα του τα ψωμιά με αυτές τις δύο κασέτες. Μέχρι να απολυθώ είχε φτάσει να φαλτσάρει οικτρά.
Έκανα δύο Αύγουστους στο στρατό, αλλά στον δεύτερο ήμουν σε άδεια απόλυσης, οπότε μπόρεσα να ξαναπάω στην Όλυμπο. Ξέχασα να αναφέρω ότι είχα βάλει βύσμα για να υπηρετήσω στην Κάρπαθο, αλλά δε δούλεψε κι έτσι βρέθηκα στη Λήμνο.
Εν τω μεταξύ είχα καταλάβει τη λογική της μαντινάδας, και είχα αρχίσει δειλά δειλά να λέω και καμία. Εννοείται ότι αυτό γινόταν μόνο σε πολύ ελαφρές περιστάσεις, σε παρέες που να υπάρχουν πολλοί μη Ολυμπίτες, και με απαραίτητη προϋπόθεση να παρευρίσκεται ο Μιχάλης ο Ζωγραφίδης, ένας από τους ελάχιστους ντόπιους που ήταν ανεπιφύλακτα ενθαρρυντικός. Ιδανικές συνθήκες γι’ αυτό ήταν όχι στην Κάρπαθο, αλλά στην Αθήνα, όποτε τύχαινε να ανέβουν οι Ζωγραφίδηδες για κάποια συναυλία, οπότε κάποιες φορές βρισκόμασταν και για ένα γλέντι, με Αθηναίικες παρέες. Αυτά τα γλέντια για τους Καρπάθιους δε θα θεωρούνταν ούτε καταχρηστικώς γλέντια, ούτε καν «τούτα-κείνα», αλλά για μας τους πτωχοαθηναίους ήταν assez bons pour l’ Orient.
Την περίσταση όπου είπα την πρώτη μου μαντινάδα τη θυμάμαι ολοκάθαρα. Περιείχε την ευρηματική ομοιοκαταληξία «μπονέντη - γλέντι» (και ο μπονέντης και το γλέντι θεωρούνται «εθνικά σύμβολα» του νησιού, και είναι ζήτημα αν έχουν ξανασυνδυαστεί άλλες χίλιες φορές σε μαντινάδα!), και φυσικά ήταν προσχεδιασμένη. Παρά ταύτα την έβγαλα με ιδιαίτερο άγχος. Η θεματολογία των μαντινάδων γυρόφερνε, και περίμενα πότε θα έρθει η στιγμή που η δική μου θα κολλάει με τις προηγούμενες, ελπίζοντας ταυτόχρονα ότι ο σκοπός εκείνη την ώρα θα ήταν ή κάποιος που να ξέρω να τον τραγουδήσω, ή τουλάχιστον κάποιος όχι τόσο παράξενος, ώστε να μπορώ να γυρίσω σε άλλον που να τον ξέρω. Τελικά την είπα, αλλάζοντας δέκα χρώματα αλλά με σχετικά λίγα λάθη στο σκοπό.
Έτσι έσπασα την παρθενιά. Αυτά ήταν στο σπίτι μου, που κατά τεκμήριο ήταν ο κατεξοχήν χώρος όπου θα αισθανόμουν πιο άνετα. Έκτοτε, έχοντας φάει την πρώτη κρυάδα, πήρα μια σχετική φόρα. Το ίδιο βράδυ βέβαια δεν ξανατραγούδησα (καλά μου ήταν!), αλλά στα επόμενα ένα-δύο χρόνια, όποτε τύχαιναν μερικές τέτοιες περιστάσεις, είχα αρχίσει πλέον να λέω από μία έως δυο-τρεις μαντινάδες κάθε βραδιά.
Κάποιαν άλλη φορά θα έρχονταν ο Μιχάλης και ο γιος του ο Γιώργος να παίξουν, χωρίς τον Αντώνη ή άλλο τσαμπουνιέρη. Λέω με το νου μου: να η ευκαιρία! Όλο και κάπου θα πάμε να φάμε και να τραγουδήσουμε, θα βρω μια ευκαιρία να παίξω και τσαμπούνα! Παρουσία Καρπάθιου τσαμπουνιέρη δεν είχα μέχρι τώρα τολμήσει να παίξω, κι ένας λόγος ήταν και το ότι, ακόμη και σ’ αυτά τα «ελαφρά» γλέντια, εφαρμόζονταν κάποιοι από τους δαιδαλώδεις και αυστηρότατους κανόνες του ολυμπίτικου γλεντιού. Λοιπόν, η τσαμπούνα σε άλλες στιγμές επιτρέπεται και σε άλλες όχι, αλλά άντε βρες ποιες είναι αυτές! Ο μόνος τρόπος να είσαι σίγουρος είναι να δεις τον άλλον να παίζει, οπότε βέβαια δεν πας να του πεις «σταμάτα λίγο να παίξω εγώ»! Οπότε, δεν έπαιζα. Τώρα λοιπόν θα μπορούσα, έστω και με ρίσκο να παραβώ λίγο εξ αγνοίας το πρωτόκολλο, να παίξω. Θα έπρεπε όμως να παίξω Πάνω χορό: δεν είναι δυνατόν να παίζεις τσαμπούνα στους σκοπούς και να μην παίζεις στο χορό. Έλα όμως που δεν τον ήξερα! Τόσες φορές που τον είχα ακούσει, και ζωντανά (συχνά μάλιστα και με διάρκεια αρκετών ωρών) και στα σιντί, και ακόμη δεν τον είχα καταλάβει. Λέω, ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα. Θα κάτσω να τον βγάλω. Διάλεξα μία ηχογράφηση που μου φαινόταν ότι έμοιαζε αρκετά με άλλες εκτελέσεις που είχα ακούσει λάιβ, όσο μπορούσα να κρίνω, και άρα είχε αρκετά εχέγγυα ότι είναι ένας σχετικά στάνταρ Πάνω χορός, που δε θα γύριζε κανείς να μου πει «τι είν’ αυτά που παίζεις». Τον άκουσα ένα εκατομμύριο φορές. Πήγα να τον παίξω, τίποτα. Λέω, εδώ θέλει μέθοδο. Έκατσα να ξεχωρίσω μία μία τις πιαυλές, και τις έγραψα με νότες. Τις χώρισα σε ενότητες, και άρχισα να μαθαίνω πρώτα μία πιαυλέα, μετά την επόμενη, σταδιακά όλη την ενότητα. Μετά την πρώτη πιαυλέα της δεύτερης ενότητας, και ούτω καθεξής. Πρώτα έμαθα να τις παίζω στο σάζι (που είναι το κανονικό μου όργανο, και που εξυπηρετούσε γιατί μπορούσα να το κουρδίσω στον τόνο της ηχογράφησης, ενώ με την τσαμπούνα δε γινόταν αυτό). Έπαιζα στο σάζι, ακούγοντας την κασέτα και βλέποντας τις νότες. Μετά στο σάζι, με κασέτα χωρίς νότες. Μετά στο σάζι χωρίς κανένα βοήθημα. Μετά στον αυλό, και τελικά στην τσαμπούνα. Έκανα ένα μήνα πρόβες. Όταν πήγαινε αργά το βράδυ και δεν μπορούσα να παίξω τσαμπούνα στο διαμέρισμα, συνέχιζα τις πρόβες με μια φλογέρα. Μιλάμε, ούτε Πανελλαδικές!
Έρχεται η μέρα. Πέφτουν τα τηλέφωνα, κανονίζουμε ένα ραντεβού σε μία ταβέρνα που δεν τη γνώριζα, μαζί με ένα σωρό κόσμο που επίσης δε γνώριζα. Προς μεγάλη μου έκπληξη, ήταν μία ταβέρνα με ζωντανό πρόγραμμα κρητικής μουσικής. Καλά, εδώ θα τραγουδήσουμε; Αφού τραγουδούν άλλοι! Τέλος πάντων οι Κρητικοί ήταν μιλημένοι. Κάποια στιγμή βγάζουν ένα ανακοινωθέν ότι έμαθαν πως ένας κοντονησιώτης τους λυράρης είναι εδώ, και πολύ τον παρακαλούν να ανέβει κι αυτός να παίξει λίγο. Ξέρετε οι πιο πολλοί πώς είναι όταν ο Μιχάλης παίζει «λίγο»!
Λοιπόν μου λέει ο Μιχάλης, έλα κι εσύ να παίξεις τσαμπούνα. Έρχομαι, αλλά βέβαια δεν είχα προβλέψει ότι πρώτη φορά στη ζωή μου που θα έπαιζα θα είχαμε και μικρόφωνα. Η επόμενη έκπληξη ήταν όταν έμαθα, ή μάλλον κατάλαβα, ποιοι ήταν όλοι αυτοί οι άγνωστοι της παρέας: ήταν μία χορευτική ομάδα που συνεργαζόταν με το Μιχάλη. Τι παίζουμε λοιπόν σε μία χορευτική ομάδα; Φυσικά, Πάνω Χορό!
Η πρώτη νότα που έβγαλα ήταν λίγο οφσάιντ, λόγω τρακ. Κατόπιν τούτου ο Μιχάλης ανέλαβε ο ίδιος τα ηνία (κανονικά ό,τι παίζει η τσαμπούνα, η λύρα το ακολουθεί· αλλά πρέπει κι ο τσαμπουνιέρης να ξέρει.). Ξεκίνησε με μια δοξαριά που δεν ήταν μέσα στις πεντακόσιες που είχα προβάρει. Αυτό ήταν! Για όση ώρα χόρευαν, εγώ στεκόμουν με την τσαμπούνα εκτός μικροφώνου και γυρισμένη ανάποδα, να ακούγεται όσο το δυνατόν πιο λίγο, προσπαθώντας μάταια να πιάσω κάπου μες στις δοξαριές του Μιχάλη την άκρη του νήματος, και νιώθοντας εντελώς μα εντελώς ηττημένος. Μα εντελώς!


Πέρασε καιρός. Έδωσα ΑΣΕΠ για καθηγητής. Πέτυχα, και ζήτησα τοποθέτηση στην Όλυμπο. Μέχρι το τέλος Αυγούστου είχα μάθει ότι θα πάω στην Δ΄ Δωδεκανήσου, αλλά το ακριβές νησί και σχολείο ακόμη εκκρεμούσε. (Η Δ΄ Δωδεκανήσου ούτε λίγο ούτε πολύ περιλαμβάνει: Πάτμο, Λέρο, Λειψούς, Νίσυρο, Σύμη, Χάλκη, Αστυπάλαια, Τήλο, Κάρπαθο, Κάσο και Καστελόριζο.) Έπρεπε να παρουσιαστούμε 1η Σεπτεμβρίου, αλλά είχε πάει τρεις ή τέσσερις του μηνός για να μάθω ειδικά εγώ, όχι όλοι, σε ποιο νησί θα ήμουν. Ήταν η Κάρπαθος, αλλά το χωριό ακόμη εκκρεμούσε. Παραμονή του Αγιασμού φτάνω με το αεροπλάνο στο νησί, αυγή αυγή, μπαίνω σε ένα ταξί και δεν ήξερα να του πω πού να με πάει! Του εξήγησα την ιστορία της ζωής μου, και μου είπε: αν δεν ξέρεις αν πας Όλυμπο ή Απέρι, καλύτερα να σε πάω Απέρι. Πήγαμε στο Απέρι, με άφησε σ’ ένα καφενείο και από εκεί άρχισα τα τηλέφωνα. Ο προϊστάμενος, που τον είχα ενοχλήσει και όλες τις προηγούμενες ημέρες, ήταν σαφής: «Εσύ είσαι που θες να πας Όλυμπο, ε; Έχουνε βάλει μια γυναίκα ρε γαμώτο... Να πας να τη βρεις να τη ρωτήσεις αν θέλει να σκαντζάρετε. Θα θέλει.» Με διάφορους τρόπους βρήκα το τηλέφωνο της γυναίκας... της κοπέλας τέλος πάντων, της είπα άκρες μέσες περί τίνος επρόκειτο, μάλλον δεν ανέπτυξα όλη την παροιμιώδη ευφράδειά μου, τελικά δεν την έπεισα. Βρήκα κάπου να μείνω στα Πηγάδια μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση. Πέρναγε η μέρα, και είχα αρχίσει να αδημονώ: τι κάθομαι και κάνω εδώ στα Κάτω χωριά; Το απόγευμα δεν άντεξα άλλο. Πήρα ένα ταξί και ανέβηκα στην Όλυμπο (100 ευρώ). Βρήκα και τη συνάδελφο, η οποία είχε αρχίσει να ενοχλείται από την πίεσή μου, δέχτηκε κάπως σφιχτομούνικα να πιούμε ένα καφέ και να της ξαναεκθέσω το αίτημά μου, και με απέπεμψε. Μάλιστα κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια αυτού του καφέ με πήρε στο κινητό ο Μιχάλης, και μου λέει, πού είσαι; Του λέω, στο Διαφάνι (το μόνο χωριό που είναι κοντά στην Όλυμπο· εκεί έμενε η κοπέλα και όλοι γενικώς οι εκπαιδευτικοί της Ολύμπου). Ανέβα στην Όλυμπο, μου λέει, τι δουλειά έχεις στο Διαφάνι; Εκεί είναι το χωριό σου; Εκεί κόντεψα να δακρύσω.
Έμεινα λοιπόν στο Γυμνάσιο Απερίου, και έπιασα σπίτι στα Πηγάδια, την πρωτεύουσα. Η πρώτη μου χρονιά εκεί ήταν και η πρώτη εμπειρία που είχα από την Κάτω Κάρπαθο, που μέχρι τότε, ακούγοντας από τους Ολυμπίτες, την είχα σε χαμηλή εκτίμηση. Τελικά είναι μια χαρά άνθρωποι, μην ακούτε! Στην αρχή βέβαια το έφερα βαρέως, ιδίως καθώς όλοι οι εκπαιδευτικοί της Ολύμπου καταριόντουσαν τη μοίρα τους και όλοι οι εκπαιδευτικοί του υπόλοιπου νησιού τους λυπούνταν, και έλεγα, μα δεν υπάρχει Θεός; Ένας μόνο βρέθηκε να θέλει να πάει εκεί, και πήγε αλλού, και οι άλλοι που δεν ήθελαν πήγαν; Αλλά σιγά σιγά μού πέρασε. Βέβαια ανέβαινα στην Όλυμπο μια-δυο φορές το μήνα (και είδα για πρώτη φορά πόσο διαφέρει η χειμερινή από την αυγουστιάτικη Όλυμπο!), αλλά και στα Κάτω χωριά γνώρισα ένα σωρό κόσμο και αγάπησα το μέρος. Έτσι τελικά δε ζήτησα να μετακινηθώ την επόμενη χρονιά. Άλλωστε ήταν και ορισμένοι μαθητές που δε μου ’κανε καρδιά να τους παρατήσω.
[Σφήνα: ξέρετε, τώρα μόλις θυμήθηκα ότι δύο καλοκαίρια πριν το διορισμό μου είχα πάει στο πανηγύρι του Άη Γιάννη της Βρουκούντας, και έκανα τάμα στον Άη Γιάννη να με φέρει στην Όλυμπο. Δηλαδή τι παραπάνω έπρεπε να κάνω;]
Τη χρονιά που έμενα στα Πηγάδια, είχε ακριβώς κάτω από το σπίτι μου μία ταβέρνα που άραζε ο Ζωγραφίδης, και έπαιζε κάθε βράδυ μουσική. Τον άκουγα από το παράθυρο και κατέβαινα. Κατά καιρούς έπαιζαν κι άλλοι. Εκεί ήταν το μεγάλο σχολείο για μένα. Το ίδιο στυλ «ελαφρών» γλεντιών που λέγαμε και πιο πριν, όπου στο περιεχόμενο και την ουσία του γλεντιού υπάρχει πολύ μεγαλύτερη χαλαρότητα παρά σ’ ένα κανονικό γλέντι στο Πλατύ, αλλά στη μουσική (εννοώ νότες, ρυθμό, κούρδισμα, αυτά τα βασικά) δε γίνονταν εκπτώσεις. Εκεί ήταν που ξεθάρρεψα με τις μαντινάδες. Επίσης και με το λαούτο, το οποίο αγόρασα εκείνη τη χρονιά. Όσα καρπάθικα ήξερα, δηλαδή αρκετά πλέον, τα είχα περάσει στο σάζι, και τα έπαιζα κατά μόνας, μέχρι που ωρίμασε μέσα μου η σκέψη ότι ουσιαστικά λαούτο παίζω, οπότε γιατί να μην πάρω ένα πραγματικό λαούτο; Και πήρα, κι άρχισα να το μαθαίνω. Σε απείρως λιγότερο καιρό απ’ όσο ασχολιόμουν με την τσαμπούνα, είχα φτάσει να παίζω όχι καλά ίσως, αλλά πάντως αποδεκτά από τους αυστηρούς κριτές μου. Αφού είχα απορήσει: «Μα καλά, δεν το βλέπουν ότι δεν ξέρω; Ούτε βλέπουν ότι τσαμπούνα ξέρω, έστω κάτι ψιλά;»
Καμιά φορά μου έλεγε ο Μιχάλης να φέρω και την τσαμπούνα. Εγώ πλέον την είχα φοβηθεί, και προφασιζόμουν διάφορα και δεν την έφερνα. Όμως το άκουγαν οι θαμώνες, και σιγά σιγά είχε κυκλοφορήσει ότι παίζω και τσαμπούνα. Τελικά μια φορά κάποιος είχε μία τσαμπούνα, και εξαναγκάστηκα –τραβάτε με κι ας κλαίω– να παίξω. Τη φουσκώνω, βλέπω ότι το τσαμπουνοκαύκαλο ήταν λίγο γυρισμένο μέσα στο ασκί και δε με βόλευε. Πάω να το γυρίσω λίγο να το φέρω ση βολή μου. «Σιγά, μου λέει ο Μιχάλης, μην το σπάσεις!» Πάμε να κουρδίσουμε. Παίζω μια, ήθελε ταίριασμα. «Τι είν’ αυτά, μου λέει, ξεταίριαστη είναι!» (λες κι έφταιγα εγώ!). Την ταιριάζουμε, δηλαδή ο Μιχάλης την ταίριαξε. Του παίζω να ταιριάξει τη λύρα. «Όχι έτσι, πού να σ’ ακούσω; Προς τα πάνω το τσαμπουνοκαύκαλο!» Μέχρι να βρω πόσο πάνω το ήθελε, δεν μπορούσα να την κρατήσω καλά, και ο αέρας δεν έβγαινε σταθερά και φάλτσαρε. «Σταθερά τον αέρα!» Τέλος πάντων, αφού όλοι οι παριστάμενοι έχουν πεισθεί ότι πρώτη φορά στη ζωή μου πιάνω το όργανο, και κοντεύω κι εγώ να το πιστέψω, κάποια στιγμή είμαστε έτοιμοι. «Πάμε», μου λέει. «Πάνω χορό!!!»
Μιχάλη, του λέω, δεν τον ξέρω τον Πάνω χορό, σ’ το ’πα και τις προάλλες. Δεν πειράζει, μου λέει, παίζε. Εμ τι δεν πειράζει, άμα πριν την πρώτη νότα μου έχεις ήδη κάνει δέκα παρατηρήσεις, με τι ηθικό να παίξω κάτι που δεν το ξέρω;... [Παρακαλώ να μη λησμονήσετε ότι παρ’ όλα αυτά επιμένω: όση ενθάρρυνση έχω λάβει από το Μιχάλη δεν είχα λάβει, μέχρι τότε τουλάχιστον, από κανέναν Καρπάθιο. Απλώς στην τσαμπούνα είναι κομμάτι απαιτητικός.] Παίζει τον Πάνω χορό μόνος του με τον λαουτιέρη. Μετά πιάνουμε ένα Συρματικό, που το ήξερα. Έπαιξα τσαμπούνα. Τελειώνοντας το τραγούδι, τον βλέπω κι επιταχύνει επικινδύνως τις δοξαριές του. Να δεις που αυτός θα το γυρίσει πάλι στον Πάνω χορό! Όσο λοιπόν το τέμπο το επέτρεπε ακόμη, προλαβαίνω εγώ πρώτος και το γυρίζω στα «Μάρμαρα του Γαλατά». Με κατακεραυνώνει πάλι. «Τι είναι αυτά; Τραγούδησα εγώ τα Μάρμαρα; Τον τραγουδιστή θα ακολουθάς!»... Έτσι μας πήγε εκείνη η βραδιά. Κάποια στιγμή με έσκασε, του την είπα κι εγώ, τσακωθήκαμε (εμμέτρως πάντα!), και κάναμε κάποιο καιρό να ξαναμιλήσουμε.
Εκ των υστέρων που το σκεφτόμουν, κατέληξα ότι όλη αυτή η ταπείνωση ίσως τελικά να μου περιποιεί τιμή. Η γνώση έχει κάποιο τίμημα. Φαντάζομαι ότι κι ο ίδιος δε θα έμαθε με τα χάδια να παίζει λύρα. Αλλά, τιμή-ξετιμή, σου κόβει τη φόρα.
Όλον αυτό τον καιρό έτρεχα σε όποιο χωριό είχε πανηγύρι, και έκανα και γενικότερα επισκέψεις στα χωριά. Είχα γνωρίσει πολύ κόσμο. Είχα αρχίσει να συμμετέχω και σε μερικά γλέντια. Επίσης είχα τύχει και σε μερικά μη καρπάθικα γλέντια, με ρεμπέτικα και τέτοια.
Προς το καλοκαίρι, κάτι παιδιά από το Όθος μου πρότειναν να πάω να παίξουμε σε ένα τουριστάδικο. Θα είχε ένα πρόγραμμα μισό καρπάθικο, μισό ρεμπέτικο. Η ιδέα ήταν να παίζω μπαγλαμά στα ρεμπέτικα· όμως δεν υπήρχε κανείς να παίζει κιθάρα, εγώ πρότεινα να βάλουμε λαούτο αντί κιθάρας κι ας μην έχουμε μπαγλαμά, και τελικά βρέθηκα να παίζω λαούτο και στα καρπάθικα. Το πρόγραμμα και το κοινό ήταν τόσο βρωμοτελευταία, που μπορούσε κανείς να κάνει ατιμωρητί οσαδήποτε λάθη. Ακόμη μετανιώνω που δεν τους είπα να παίξω τσαμπούνα, γιατί εκεί πραγματικά μ’ έπαιρνε (υπήρχε κι άλλος για λαούτο). Πάντως ακόμα κι έτσι, παίζοντας για κανένα μήνα τρεις φορές τη βδομάδα επί μια-δυο ώρες τα ίδια κομμάτια, και μ’ ένα δεύτερο λαούτο για να κλέβω πατήματα και πενιές, το προχώρησα αρκετά το πράγμα.
Παράλληλα προς όλα αυτά, είχα κάνει και διάφορες συνεντεύξεις για τη διατριβή μου. Έτσι είχε αρχίσει να γίνεται γνωστό ότι υπάρχει ένας καθηγητής που ασχολείται ποικιλοτρόπως με τη μουσική, και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα καρπάθικα, και τα ξέρει κιόλας. Γενικά οι Καρπάθιοι πιστεύουν ότι για να ξέρεις καρπάθικα πρέπει να είσαι ντόπιος από μάνα και πατέρα, οπότε τους φαίνεται πολύ παράδοξο ένας ξένος να τραγουδάει και να παίζει. Όσοι με είχαν ακούσει μόνο μια δυο φορές, ή δεν ήταν πολύ του γλεντιού οι ίδιοι, έμεναν εκστατικοί: «Μα εσείς είστε πιο Καρπάθιος από εμάς!» Όσοι πάλι μπορούσαν να κρίνουν καλύτερα, είτε επειδή ήταν πιο πεπειραμένοι είτε γιατί με είχαν ακούσει πιο πολλές φορές και τους είχε φύγει το πρώτο σάστισμα, καταλάβαιναν φυσικά τις ελλείψεις μου. Όμως γενικά οι κατωχωρίτες δεν ήταν τόσο αυστηροί όσο οι Ολυμπίτες.
Το δεύτερο χρόνο άφησα τα Πηγάδια και εγκαταστάθηκα στο Όθος, και δεν το μετάνιωσα στιγμή. Μπήκα για τα καλά στη ζωή του χωριού. Έκανα μερικούς προσωπικούς φίλους, γνωρίστηκα λίγο πιο χαλαρά με ένα σωρό κόσμο, συμμετείχα σε όλα τα έθιμα και τις εκδηλώσεις του χωριού. Οι χωριανοί με δέχτηκαν, με αγκάλιασαν και με υποστήριξαν στις διάφορες αντικειμενικές δυσκολίες που έχει η ζωή εδώ με τρόπο που δε θα ξεχάσω ποτέ. Ό,τι και να γίνει, όσο κι αν κάποια στιγμή τσαντιστώ από ένα περιστατικό κι αρχίσω να βρίζω θεούς και δαίμονες, τη φιλοξενία των Οθειτών δε θα την ξεχάσω –και όλης της Καρπάθου, άλλωστε. Δήλωσις.
Τη χρονιά εκείνη, δηλαδή την περσινή, συμμετείχα σε όλες τις μουσικές φάσεις του χωριού, ως λαούτο και λίγο και ως τραγουδιστής (όπως είναι εύλογο, σε πιο στενούς κύκλους τραγουδούσα πιο πολύ). Φτάσαμε να με καλούν σε γάμους και να παίρνω και μερτικό στα λεφτά. Μια δυο φορές έπαιξα και τσαμπούνα, μάλιστα την τσαμπούνα που έφτιαξα μόνος μου. Παράλληλα έκανα και διάφορα άλλα που θεωρούσα ότι αποτελούν χρέος ενός ευγνώμονος ανθρώπου, αλλά που τα γούσταρα κιόλας: στο σχολείο ενέτασσα στη διδασκαλία διάφορα στοιχεία της καρπάθικης παράδοσης· στο περσινό Συνέδριο καρπαθιακής Λαογραφίας έκανα μία εισήγηση για την καρπάθικη τσαμπούνα· κατά καιρούς δεν παρέλειπα και να τους τα ψέλνω για τα διάφορα στραβά που τους βρίσκω –και να μην αμφιβάλλετε ότι αυτό εκτιμάται, όταν προέρχεται από άνθρωπο εξακριβωμένα καλής προαιρέσεως.
Την επόμενη χρονιά, την οποία και διανύουμε αισίως, συνεχίσαμε στο ίδιο στυλ. Το καινούργιο που προστέθηκε είναι τα μαθήματα μουσικής. Μια φορά την εβδομάδα μαζεύουμε, μαζί μ’ έναν Οθείτη φίλο μου (που παίζει λύρα και λαούτο, έχουμε παίξει πάρα πολλές φορές μαζί και είναι αναμφίβολα ο επόμενος δάσκαλός μου μετά το Ζωγραφίδη) τα πιτσιρίκια του χωριού και τους δείχνουμε κομμάτια της τοπικής μουσικής. Είχαμε αρχίσει με τα στάνταρ τραγούδια, τώρα κάνουμε σκοπούς, και έχουμε κάνει εμβόλιμα και μερικά μαθήματα για τη σύνταξη της μαντινάδας, για φωνητική, για μια ψιλοεισαγωγή στις νότες κλπ.. Και άλλη μια φορά κάνω μόνος μου μαθήματα τσαμπούνας. Στην τσαμπούνα υπήρχαν εξ αρχής τρεις μαθητές· στο τραγούδι αρχικά ήταν καμιά ντουζίνα, αλλά οι μόνοι που παρέμειναν είναι τελικά οι ίδιοι τρεις που έρχονται και στην τσαμπούνα, και που επί μήνες δεν έπαψαν να ρωτούν πότε θα αρχίσουν μαθήματα για λύρα και λαούτο.
Πώς φτάσαμε να είμαι ειδικά εγώ που κάνω αυτά τα μαθήματα; Γενικά σε όλα τα χωριά υπάρχει μία τάση να γίνονται τέτοια μαθήματα, μερίμνη των τοπικών πολιτιστικών συλλόγων. Λέω «τάση» γιατί από χρόνο σε χρόνο τα πράγματα αλλάζουν. Μια βρίσκεται δάσκαλος, μια δε βρίσκεται (διότι φερ’ ειπείν παντρέυτηκε ή έπιασε δουλειά και δεν αδειάζει, ή πενθάει και δεν παίζει μουσική, ή έφυγε στην Αθήνα ή στην Αμερική, ή πέθανε, ή εξ άλλων λόγων δεν μπορεί), μια βρίσκεται χώρος, μια δε βρίσκεται, μια υπάρχει ενδιαφέρον από παιδιά και γονείς και μια όχι... Πέρσι στο Όθος δε γίνονταν μαθήματα, είχε όμως αρχίσει να συζητιέται να γίνουν. Οι διάφοροι μεταξύ των γονέων θαυμαστές μου, που πιστεύουν ότι τα ξέρω τόσο καλά, μου το είχαν προτείνει. Ιδιαίτερα μέτρησε για μένα η άποψη μιας κυρίας που έλεγε ότι αν γίνονταν μερικές τέτοιες δραστηριότητες τα παιδιά δε θα αλήτευαν στους δρόμους. Και καθώς η κόρη της συγκεκριμένης κυρίας ήταν ο μεγαλύτερος ταραξίας του σχολείου μας, αλλά εξαιρετικό παιδί όταν δεν έχεις τίποτε να χωρίσεις μαζί της (την αγαπάω πολύ), σκεφτόμουν ότι θα ήταν σπουδαία ευκαιρία αν κάναμε μαζί με τα παιδιά κάτι δημιουργικό και συνεργατικό, απαλλαγμένο από τις εντάσεις και τις προστριβές που δημιουργούνται στο σχολείο. (Τελικά η εν λόγω δεν πάτησε στα μαθήματα.) Η άλλη σκέψη ήταν πως ό,τι ξέρω από καρπάθικα το χρωστάω στους Καρπάθιους, οπότε είναι πολύ ταιριαστό να το επιστρέψω στα παιδιά τους. Όσο για το αν ήμουν ο καταλληλότερος, σαφώς δεν ήμουν· όμως πρώτον η δουλειά μου είναι δάσκαλος, οπότε κατά τεκμήριο δεχόμαστε ότι έχω κάποια μέθοδο, δεύτερον ξέρω «μουσική» (νότες), και επ’ αυτού θεωρώ ότι ένας βαθμός θεωρητικοποίησης της μουσικής είναι πλέον στην εποχή μας απαραίτητος για την εκμάθηση ακόμα και της πιο ζωντανής παράδοσης, για να αναπληρώνει το έλλειμμα εμπειρίας που αναπόφευκτα έχουν τα σημερινά παιδιά σε σύγκριση με τα προ πενήντα ή εκατό ετών παιδιά και για να συνάδει με τον τρόπο που μαθαίνουν όλα τα υπόλοιπα πράγματα, και τρίτον και κυριότερον εγώ ήμουν διαθέσιμος, ενώ από τους κανονικούς οργανοπαίχτες του χωριού ο μόνος άλλος που προσφέρθηκε ήταν αυτός που σας λέω ότι κάνουμε το τραγούδι μαζί. Στο κάτω κάτω ο σκοπός δεν είναι να τους κάνω ούτε βιρτουόζους της τσαμπούνας ούτε πρωτομερακλήδες του τραγουδιού: αυτό ή το ’χεις ή δεν το ’χεις. Αν όμως το ’χεις, χρειάζεσαι και κάποιον να σου δείξει τα πρώτα βήματα, από πού τη φουσκώνουν και με ποια δάχτυλα την πιάνουν. Εμένα οι διάφοροι δασκάλοι μου στη μουσική δεν ήταν εξίσου καλοί μουσικοί και δασκάλοι, μάλλον θα έλεγα ότι οι καλύτεροι στο μάθημα ήταν λιγότερο επιφανείς μουσικοί.
Όλα αυτά λοιπόν έχουν συμβεί μέσα στα τελευταία οκτώ ή εννέα χρόνια, από τότε που πρωτογνώρισα την τσαμπούνα και την Κάρπαθο. Έρχομαι τώρα στο ζουμί, στο γιατί τα γράφω όλα αυτά.
Προ ολίγου καιρού ήμουν σε ένα γλέντι, αυτό που σας το περιέγραψα και στο φόρουμ ως «το κακό γλέντι». Είχα γράψει ότι κάποια στιγμή προς το τέλος έπαιξα κι εγώ λίγη τσαμπούνα, και ότι θεωρώ πως δεν έπαιξα άσχημα. Λοιπόν. Προκύπτει ότι αυτό το γλέντι κάποιος το είχε ηχογραφήσει, και μας έδωσε μία κόπια. Ήμασταν σήμερα στο αυτοκίνητο του φίλου μου που παίζουμε μαζί και κάνουμε τα μαθήματα μαζί κλπ., και ακούγαμε αυτή την ηχογράφηση, και πηγαίναμε να πάρουμε έναν άλλον οργανοπαίχτη φίλο μας και να πάμε... τέλος πάντων, κάπου. Τον βρίσκουμε λοιπόν, μπαίνει, και μετά από κανένα δεκάλεπτο σχολιάζει για τη μουσική: «Αυτός που παίζει τσαμπούνα είναι πολύ άσχετος» (χωρίς να ξέρει ότι ήμουν εγώ).

Ε, μπάστα πια! Άει σιχτίρ, φαντασμένοι επαρχιώτες! Νομίζετε πια πως κατέχετε κανένα θησαυρό μοναδικό στον κόσμο, με τη μουσική σας και την παράδοσή σας και όλα τα έθιμά σας που τα ’χετε και ρημάζουν πεπαλαιωμένα και ανεδαφικά, και δεν έχετε ιδέα τι πάει να πει προσπάθεια, αφού εσείς γεννηθήκατε μες στα λυροτσάμπουνα και σας τα σέρβιραν με το γάλα της μάνας σας. Στρογγυλοκάθεστε και περιμένετε να έρθει ο δάσκαλος ο Αθηναίος να κάνει τζάμπα μάθημα στα παιδιά σας, γιατί εσείς είστε τού μπίζι, που λέμε και στα καρπάθικα (δωρική διάλεκτος), και κάνετε και κριτική από πάνω! Και μιλάμε για μια μουσική που δεν την επιλέξατε καν, δεν κάνατε τη διαδικασία να την ανακαλύψετε και να την προτιμήσετε από τα πεντακόσια άλλα είδη τοπικής ελληνικής μουσικής ή τα εκατομμύρια είδη μουσικής γενικώς ανά τον κόσμο, απλώς τη βρήκατε εκεί και την πήρατε έτσι, παθητικά. Δεν τρέξατε εσείς στην Όλυμπο να ξευτιλιστείτε μπροστά σε μία συνάδελφο, ζητώντας της να σας παραχωρήσει τη μοναδική θέση φιλολόγου στο πιο δυσπρόσιτο χωριό της Ελλάδας. Κανείς από εσάς, ούτε ένας, δεν άφησε την Αθήνα για τα Πηγάδια και μετά τα Πηγάδια για το Όθος, χωρίς να έχει καταγωγή και περιουσία εκεί. Έχετε το θράσος; Ακόμη δεν έχετε πάρει χαμπάρι ότι η Κάρπαθος δεν υπάρχει, ότι είναι ένας ονειρικός τόπος στον οποίον μένουν μια χούφτα φαντάσματα που παριστάνουν με αυτοκτονικό πείσμα τους Καρπάθιους του 1800 ενώ είναι Αμερικάνοι του 1950;
Πολύ άσχετος. Ναι ρε μάστορα, τόσο μπορώ. Για προσπάθησε κι εσύ να σε καμαρώσουμε!