ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...

Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2007

ΚΑΛΕΣ ΑΠΟΚΡΙΕΣ

Από τη στιγμή περίπου που μπήκε το Τριώδιο, προσπαθούσα να οργανώσω εδώ στο χωριό μία ηχογράφηση, όπου θα κατέγραφα τα τοπικά αποκριάτικα τραγούδια. Από τις περσινές Απόκριες θυμόμουν ότι τα τραγούδια αυτά είναι πολύ περισσότερα από όσα είναι γνωστά, είτε από τους δίσκους και τα βιβλία είτε ως πανελλήνια. Λογικό άλλωστε, αφού σε οποιοδήποτε μέρος τα αποκριάτικα τραγούδια είναι αυτά που πιο δύσκολα θα δημοσιεύονταν. Ειδικά δε για την Κάρπαθο, το να είναι κανείς κάτοικος Όθους και να είναι κάθε μέρα εκεί είναι πολύ ευνοϊκή συγκυρία για μια τέτοια δουλειά. Το Όθος είναι το μόνο χωριό του νησιού όπου τα αποκριάτικα έθιμα τελούνται ακόμη συστηματικά κάθε χρόνο. Επομένως εκείνοι που ξέρουν αυτά τα τραγούδια (πρόκειται για μία ειδική κατηγορία τραγουδιστών: είναι εκείνοι που σε κάθε τόπο αρέσκονται σ' αυτό το είδος, ξέρουν πολλά, τα ερμηνεύουν με ιδιαίτερο μπρίο, και δεν αποκλείεται να είναι άνθρωποι που τον υπόλοιπο χρόνο δεν ανοίγουν το στόμα τους να τραγουδήσουν) είναι σε καλύτερη φόρμα από τους ομολόγους τους των άλλων χωριών, όπου γίνεται λιγότερη προπόνηση.

Ίσως έχετε υπόψη σας ένα βιβλίο, πρόκειται νομίζω για εγχειρίδιο ανθρωπολογικής έρευνας, που αναφέρει στο οπισθόφυλλο τα εξής: "Ο Τάδε, μελετητής των παραδοσιακών συμπεριφορών στην κοινωνία των Ακουμπαταμπαούλα, ξέρει τα πάντα για το πώς γίνεται η ανθρωπολογική έρευνα. Όμως οι ίδιοι οι Ακουμπαταμπαούλα δεν έχουν ιδέα!"... και συνεχίζει με τα προβλήματα που μπορεί να συναντήσει ένας ερευνητής λόγω της πολιτισμικής του διαφοράς με τους ανθρώπους τους οποίους μελετά.* Έπεσα λίγο σ' αυτή την περίπτωση, μόνο που δεν έχω διαβάσει το βιβλίο, κι έτσι δεν ήξερα πώς λύνονται αυτά τα προβλήματα. Εν ολίγοις, την ημέρα και ώρα της ηχογράφησης άλλοι δεν εμφανίστηκαν καθόλου και άλλοι εμφανίστηκαν μεν, αλλά όχι στο σημείο του ραντεβού αλλά σε διάφορα άσχετα μέρη. Μετά από ένα εξόχως δημιουργικό τρίωρο στο καφενείο, όπου περίμενα ποιος θα εμφανιστεί ή θα πάρει τηλέφωνο και ταυτόχρονα προσπαθούσα να συγκρατήσω εκείνους που είχαν ήδη εμφανιστεί, τελικά πήρα την απόφαση ότι η ηχογράφηση μάλλον δεν έγινε.**

Είχε προηγηθεί ένα γλέντι την Τσικνοπέμπτη, που το είχα ηχογραφήσει αλλά δεν ήταν αυτό που θέλω: εκτός από τη βαβούρα του καφενείου, παρουσίαζε και το σημαντικό πρόβλημα ότι δεν υπήρχαν όργανα, κι έτσι έπαιξα εγώ λύρα, που δεν ξέρω -αλλά και να ήξερα, ο σκοπός ήταν να γράψω εκείνους, όχι εμένα. Έτσι βγήκε μία καταγραφή πλούσια μεν σε τραγούδια και σε κέφι, αλλά πολύ μέτρια από άλλες απόψεις. Ήταν όμως μία καλή προθέρμανση.

Μετά από την Τσικνοπέμπτη και μετά από το αποτυχημένο ραντεβού, ακολούθησαν τα γενέθλιά μου, που έκανα μια μάζωξη με μικτή παρέα, και από το Όθος και από μη Καρπάθιους φίλους μου. Κάποια στιγμή βγήκαν και τα όργανα, πρώτα οι μπουζουκομπαγλαμάδες και αργοότερα τα καρπάθικα, και φυσικά υπήρξε και ένα αποκριάτικο πρόγραμμα. Πρέπει να πω ότι αρκετοί από εκείνους που ήθελα να καταγράψω είναι φίλοι μου που ούτως ή άλλως κάνουμε παρέα στο χωριό (γι' αυτό και βρέθηκαν στη μάζωξη), κάτι που ίσως δε διευκολύνει τα πράγματα όπως αρχικά θα νόμιζε κανείς. Πάντως έγινε άλλη μια προθέρμανση. Εννοείται ότι δεν έκατσα να ηχογραφήσω τα γενέθλιά μου.

Προκύπτει δε εκείνη την ημέρα, ότι έναν εκ των συντελεστών τον έχουν καλέσει να πάει στο καρπάθικο ραδιόφωνο να μιλήσει για το Πιπέρι, και μού πρότεινε να πάμε μαζί, για να ακουστεί και η γνώμη ενός μη ντόπιου, που τα βλέπει από μία διαφορετική οπτική. Ο εν λόγω συντελεστής είναι ο φίλος μου Μιχάλης Χ., φιλόλογος και αρκετά δημόσιο πρόσωπο στην Καρπαθιακή κοινωνία. Ειρήσθω εν παρόδω ότι ένα πό τα ασυνήθιστα με την καρπάθικη μουσική παράδοση είναι ότι οι ενεργοί φορείς της δεν είναι μόνο βοσκοί και ψαράδες, αλλά και δασκάλοι, γιατροί και γενικώς αστοί (άλλωστε σ' αυτό το τόσο παραδοσιακό από ορισμένες απόψεις νησί υπάρχει πάρα πολύ μεγάλος βαθμός αστικοποίησης). Ο Μιχάλης τώρα που σας λέω, έχει κάνει κι ο ίδιος ορισμένες έρευνες και συλλογές στοιχείων πάνω σε θέματα της καρπάθικης παράδοσης, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να είναι ταυτόχρονα ένας αυθεντικός γλεντιστής του χωριού, με συμμετοχή μεταξύ άλλων και στα αποκριάτικα.

Η εκπομπή θα γινόταν σήμερα το πρωί (Τετάρτη). Τη Δευτέρα λοιπόν, στα γενέθλια, μού το είπε, και κανονίσαμε να βρεθούμε την Τρίτη στο καφενείο για να οργανωθούμε. Ξαναμιλάμε την Τρίτη και επιβεβαιώνουμε το ραντεβού για τις οχτώ το βράδυ. Στις εφτάμιση με παίρνει ένας άλλος, από την παρέα που ήταν και στα γενέθλια και θα ήταν και στην ηχογράφηση, και μου λέει: Μίλησες με το Μιχάλη;
-Μίλησα.
-Άκου, μου λέει, εδώ στο καφενείο έχει πολύ θόρυβο, να έρθουμε καλύτερα σπίτι σου;
Με έπιασε κάπως απροετοίμαστο.
-Ποιοι να έρθετε;
-Μα όλοι! Δε θα κάνουμε την ηχογράφηση;
-Τι να σου πω, του λέω, τώρα το μαθαίνω. Να έρθετε, άκου λέει!

Ένα από τα θέματα που όλοι επέμεναν ήταν ότι για να γίνει αυτή η ηχογράφηση θα έπρεπε οι συμμετέχοντες να είναι στο κέφι, δηλαδή να έχουν τραβήξει τα ποτηράκια τους. Εγώ τη συγκεκριμένη στιγμή είχα μόλις ξυπνήσει και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν ένας καφές και μία ήρεμη συζήτηση μεταξύ φιλολόγων για το τι θα λέγαμε στην εκπομπή. Αλλά αν αυτοί θέλαν να γράψουμε τα τραγούδια, δεν ήμουν και τρελός να τους πω όχι!

Έρχονται λοιπόν. Ήρθαν όλοι! Ακόμη και οι πιο γλιστεροί, αυτοί που πραγματικά δεν ήξερα σε ποια γλώσσα να τους πω τη λέξη "ραντεβού" για να συνεννοηθούμε, ήταν εκεί απίκο. Κάναμε μία ωραία ηχογράφηση, και περάσαμε και μία υπέροχη βραδιά, με δημιουργικό κέφι και αίσθηση παρέας. Βρίσαμε με την ψυχή μας, χωρίς όμως να χυδαιολογήσουμε ούτε στιγμή. Όταν θεωρήσαμε ότι τελειώσαμε, οι τελευταίοι που αντέχαμε ακόμη πήγαμε στο καφενείο να φάμε. Εκεί ξεκινήσαμε την περίφημη συζήτηση για την εκπομπή, όπου φυσικά προέκυψε η ιδέα να παίξουμε κάποιες από τις ηχογραφήσεις μας.

Έτσι, στις δύο τη νύχτα που γύρισα σπίτι μου χρειάστηκε να κάτσω επιτόπου να αρχίσω το ξεκαθάρισμα των όσων είχαμε γράψει. Τα χτένιζα μέχρι τις πέντε το πρωί, για να απομονώσω τις κουβέντες και όλα τα άσχετα εκτός από τη μουσική, να γράψω τους τίτλους, να δω ποια είναι κατάλληλα για το ραδιόφωνο. Πήγα για ύπνο. Το πρωί οχτώ η ώρα είχα μάθημα. Στις εννιάμιση την κοπάνησα για τα Πηγάδια. Πήγα στο στούντιο. Η εκπομπή ήταν δέκα με έντεκα.

Η παρουσιάστρια μας ευχαρίστησε που διαθέσαμε το χρόνο μας και τις βαρυσήμαντες γνώσεις μας, καθώς και για ό,τι γενικώς έχουμε κάνει στην Κάρπαθο. Εμείς από την πλευρά μας την ευχαριστήσαμε για την πρόσκληση και την τιμή, καθώς και για τη γενικότερη προσφορά της ίδιας και του σταθμού. Μετά ο Μιχάλης ευχαρίστησε εμένα που αγάπησα το χωριό, και όλο το νησί, και έχω μπει στην τοπική κοινωνία και ψάχνω τη μουσική τους κλπ.. Εγώ τον ευχαρίστησα, και στο πρόσωπό του όλο το Όθος και την Κάρπαθο, που με υποδέχτηκαν και με αγκάλιασαν και με βοήθησαν τόσο στις μουσικές μου αναζητήσεις όσο και γενικότερα. Αναφερθήκαμε και στην ηχογράφηση, ο Μιχάλης με ευχαρίστησε που πήρα την πρωτοβουλία και αποτυπώθηκαν μερικά τραγούδια, κι εγώ τον ευχαρίστησα, μαζί με τους άλλους συμμετέχοντες, για τη συνεργασία τους και για το ότι μου εμπιστεύτηκαν τα τραγούδια τους. Η παρουσιάστρια μας ευχαρίστησε που φέραμε την ηχογράφηση μαζί μας.

Ήμασταν όλοι τόσο ευχαριστημένοι, που μπορούσαμε πια να ξεκινήσουμε. Θα σας επαναλάβω λίγο πολύ αυτά που είπα για το Πιπέρι, γιατί είναι μία ευκαιρία να τα γράψω. Από καιρό την περίμενα.

Το έθιμο το έχω δει μία μόνο φορά, πέρσι. Όλοι οι ντόπιοι λένε ότι δεν είναι αυτό που θυμούνται από τους παλιούς, έχει ξεφτίσει. Εγώ δεν έχω μέτρο σύγκρισης. Αυτό που είδα είναι το εξής:

Από το πρωί της Καθαράς Δευτέρας στελιάζεται ένα γλέντι στο καφενείο. Τρώνε, πίνουν και μνημονεύουν τους νεκρούς τους. Βγάζουν τα όργανα, και αρχίζουν τις μαντινάδες. Οι μαντινάδες αναφέρονται σε όσους έχουν πεθάνει πρόσφατα ή και παλιότερα και η απουσία τους παραμένει αισθητή, και λέγονται και μερικές γενικότερου γνωμικού χαρακτήρα για το εφήμερο της ζωής. Όπως λένε αυτές τις μέρες σε άλλα μέρη, τούτη η γης που την πατούμε, όλοι μέσα θε να μπούμε. Η συγκίνηση ανεβαίνει, μέχρι που ξεχειλίζει.

Όταν όλοι έχουν χορτάσει δάκρυ και τραγούδι, μετά την κάθαρση, το κλίμα αλαφρώνει. Αρχίζουν τα εύθυμα τραγούδια. Εν τω μεταξύ κάνουν την εμφάνισή τους και οι πρώτες καμουζέλλες, δηλαδή μασκαράδες. Οι μεταμφιέσεις που είδα πέρσι ήταν αυτές που θα βλέπαμε και στην Αθήνα ή την Πάτρα, όχι κάτι έκδηλα παραδοσιακό. Όταν η εύθυμη ατμόσφαιρα έχει γενικευθεί, ένας ένας οι γλεντιστάδες την κοπανάνε για λίγο, μασκαρεύονται και ξανακατεβαίνουν. Έφυγα κι εγώ κάποια στιγμή, και όταν κατέβηκα ντυμένος ο κόσμος είχε μεταφερθεί στο Μέγαρο (κοινοτικός χώρος για συνεστιάσεις και χορούς). Απ' ό,τι έμαθα, είχε μεσολαβήσει ένας σύντομος χορός στην πλατεία, όπου εμφανίστηκαν και κάποιες από τις παραδοσιακές καμουζέλλες. Αόριστα θυμάμαι μια φωτογραφία με κάποιον σε γάιδαρο.

Στο Μέγαρο αρχίζει κάποια στιγμή το Δικαστήριο ανηθίκων πράξεων. Οι άντρες που είναι ντυμένοι γυναίκες προσάγουν ενώπιον του Καδή άντρες που είναι ντυμένοι άντρες ή δεν είναι ντυμένοι τίποτε, με διάφορες κατηγορίες του τύπου "με αύτωσε αλλά δε με ικανοποίησε". Ανάλογα με το ταλέντο του Καδή και την ετοιμολογία κατηγόρων και κατηγορουμένων διαμείβονται πολύ σπιρτόζικοι διάλογοι. Τελικά κανείς δεν αθωώνεται. Η καταδίκη είναι πρόστιμο, που καταβάλλεται στ' αλήθεια.

Παράλληλα τα όργανα παίζουν σε άλλο σημείο του Μεγάρου. Ήδη από το μεσημέρι έχουν αρχίσει να συρρέουν άνθρωποι από όλα τα χωριά, οι περισσότεροι μασκαράδες. Έτσι μέσα στο Μέγαρο επικρατεί ένας πολύχρωμος πανικός με σερπαντίνες, μουτσούνες, τριχωτές γάμπες με δικτυωτά καλσόν, πολλά κεράσματα, μουσική και φασαρία. Κάποια στιγμή στήνεται ο χορός του Πιπεριού, ως εξής:
Σε μια περίοπτη εξέδρα ανεβαίνουν όσοι θέλουν να χορέψουν. Μόνο άντρες, μόνο μασκαρεμένοι και όχι πάρα πολλοί, για να φαίνονται. Ο κάβος (κορυφαίος του χορού) έχει μια λούρα και επιβλέπει αν όλα γίνονται όπως πρέπει. Ξεκινάει ο Κάτω χορός, με τραγούδια και μαντινάδες βωμολοχικού και σεξουαλικού περιεχομένου. Μετά από τρία τέσσερα λεπτά χορού, έρχεται ο στίχος: Πώς το τρίβουν το πιπέρι του διαόλου οι καλογέροι; Με τη μύτη τους (π.χ.) το τρίβουν και το διπλοκοπανίζουν. Λύνεται ο χορός, τρίβουν το πιπέρι με τη μύτη τους, ο κορυφαίος βαράει με τη λούρα όποιον δεν το κάνει καλά. Συγκεκριμένα πέρσι φαίνεται ότι το έκαναν όλοι καλά, και ο κορυφαίος κινδύνεψε να μην έχει δουλειά να κάνει, οπότε προέκρινε να βαράει γενικώς κι όποιον πάρει ο χάρος. Έφαγα μερικές με τη δερμάτινη ζώνη στη μούρη, κι ήταν όλες δικές μου. Στο Όθος το πιπέρι δεν το τρίβουν στη γη, όπως σε άλλα μέρη και όπως είναι το "κανονικό", αλλά ο ένας με τον άλλον. Αυτό μερικές φορές δημιουργεί κάποια συμπλέγματα ξεκαρδιστικά.

Ξαναδένεται ο χορός, και συνεχίζουν με τα γαμοτράγουδα και με τα βήματα του Κάτω. Μετά από λίγη ώρα επανέρχεται το πιπέρι. Το τρίβουν με άλλο μέρος του σώματος, τρώνε και μερικές, και συνεχίζεται η ίδια ιστορία. Ξέρετε βέβαια με τι το τρίβουν την τελευταία φορά.

Όταν τελειώσει ο χορός του πιπεριού γίνεται ένας κανονικός χορός, με συμμετοχή ντυμένων και άντυτων, με κανονικά τραγούδια. Αυτό τραβάει μέχρι όποια ώρα τη νύχτα υπάρχουν ακόμη κέφια.

Την άλλη μέρα ο κόσμος πάει στις δουλειές του. Το παρδαλό πανηγύρι έχει σχολάσει, και αρχίζει η Σαρακοστή.

Το πρώτο Σάββατο ή Κυριακή της Σαρακοστής γίνεται άλλο ένα γλέντι στο Μέγαρο, οι λεγόμενες Γίλλες. Είναι αφιερωμένο στα καινούργια ζευγάρια της χρονιάς και στα νεογέννητα παιδιά της χρονιάς. Όποιο ζευγάρι παντρεύτηκε ή έκανε παιδί κερνάει μία γίλλα (ένα ειδικό ψωμί, καρυκευμένο με διάφορα συμβολικά συστατικά). Το γλέντι αυτό γίνεται με τα λεφτά που έχει εισπράξει το Δικαστήριο από τα πρόστιμα.

Τι είναι λοιπόν το ιδιαίτερο με όλη αυτή την ιστορία; Κατά τη γνώμη μου είναι το ότι, ενώ το Πιπέρι είναι ένα έθιμο με πανάρχαιες καταβολές και μαγικο-ψυχολογικές προεκτάσεις, εντούτοις είναι σήμερα προσιτό στον καθένα. Όλος ο κύκλος των εκδηλώσεων αποτελεί ύμνο και γιορτή για τη ζωή που γεννιέται μέσα από το θάνατο: πρώτα το πένθιμο γλέντι της Καθαράς Δευτέρας πρωί (θάνατος), μετά οι γονιμικές τελετές με τα γαμοτράγουδα, το χορό του πιπεριού, τα φαλλικά σύμβολα όπως η λούρα του κάβου του χορού,το δικαστήριο κλπ. (έρωτας), και στο τέλος οι Γίλλες (γέννηση). Όμως, αν κάποιος δεν τα γνωρίζει όλα αυτά και δεν τον ενδιαφέρουν, έχει πάντα τη δυνατότητα να βάλει μια περούκα και να πάει απλώς για να καρναβαλίσει, να κάνει χαβαλέ. (Και θεωρώ ότι ο καρναβαλικός χαβαλές δεν είναι κάτι υποτιμητέο: δεν είναι καθόλου μικρή υπόθεση να μεταμφιεστείς και να βγεις από τον εαυτό σου, να γελάς και να πειράζεις και να σε πειράζουν όλη μέρα). Δεν είναι σαν άλλα αρχαιοπινή έθιμα που, διατηρώντας την παλιά τους μορφή, αποκλείουν εκ των πραγμάτων τη συμμετοχή του αμύητου. Το Πιπέρι είναι για όλους, από τα πολύ μικρά παιδιά μέχρι τους γέρους και τις γριές, ντόπιους και ξένους, για να μπουν μέσα σ' αυτό και όχι για να το παρακολουθούν. Είναι ένα σύγχρονο έθιμο, απολύτως ζωντανό και λειτουργικό, αλλά με ρίζες στα βάθη του χρόνου και στα έγκατα της ανθρώπινης ψυχής.

Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια, το ότι πολλές λεπτομέρειες έχουν ξεχαστεί ή αλλοιωθεί ή είναι καινούργιες και ξενόφερτες, προσωπικά δε με ενοχλεί καθόλου. Ο λέγόμενος Γύρος, όπου την προηγούμενη Κυριακή μια ομάδα καμουζέλλες και οργανοπαίχτες κάνει το γύρο των χωριών και στήνει ένα χορό σε κάθε πλατεία για να καλέσει τους χωριανούς στο Πιπέρι, είναι ένα καινούργιο έθιμο των τελευταίων δέκα ή δεκαπέντε χρόνων. Οι Γίλλες δεν είναι οθείτικες, τις πήραν από το Απέρι. Το πιπέρι κανονικά τρίβεται στη γη, όχι όπως το κάνουν εδώ. Οι παλιές μεταμφιέσεις, στις οποίες περιλαμβανόταν και ένας κουδουνάτος με προβιές (δηλαδή ούτε λίγο ούτε πολύ ένας Σάτυρος!) έχουν χρόνια να εμφανιστούν. Και τι μ' αυτό; Η ουσία παραμένει ζωντανή, το περίβλημα ας αλλάζει όπως θέλει.

Πάρτε και δυο τραγουδάκια, ένα κόσμιο και ένα βωμολοχικό:

1. Ο ΚΑΤΤΗΣ

Ένας κάττης μιαν ημέρα
βάζει ράσο σαν πατέρας.
Μπαίνει μες στο μοναστήρι
και διαβάζει το Ψαλτήρι,
και διαβάζει το Ρολόι
να 'ρθει το πεντικολόι.
-Πεντικοί, μη φοηθείτε,
'λάτε να ξαορευτείτε".
Κι απείτι και τους ήφερε στου φούρνου την καμάρα,
άγρια φωνή τους ήσυρε, τους ήπιασε τρομάρα.
Τα μικρά πεντικαλάκια
ήρπα 'πού τα κεφαλάκια.
Τους μιάλους πεντικάλους
ήρπαν απού τους κεφάλους.
Και μια γρα πεντικαλίνα
με τα μοιρολόγια εκίνα:
-Μη με φάεις μένα, κάττη,
να σου μαειρέψω ρύζι.
-Δεν το θέλω εγιώ το ρύζι,
κι εις τα 'όντια μου κα'ίζει.
-Μη με φάεις μένα, κάττη,
να σου μαειρέψω φά. (=φάβα)
-Δεν το θέλω εγιώ το φα
κι είν' τα 'όντια μου κουφά.
-Μη με φάεις μένα, κάττη,
να σου μαειρέψω χέλι.
-Δεν το τρώω εγιώ το χέλι,
και γλιστρά 'πού το πιατέλλι.
-Μη με φάεις μέας, κάττη,
να σου μαειρέψω αβγό.
-Δεν το θέλω εγιώ τ' αυγό,
μόνο θέλω ποντικό!

2. ΤΡΕΙΣ ΚΑΛΕΣ ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΕΣ

Τρεις καλές γειτόνισσες,
Καστελοριζιώτισσες,
ψωλοκόκκαλο βαστούσι,
στην ταβέρνα παν να πιούσι.
Βάλε κάπελλα κρασί,
φέρε μας και τη μισή.
Κι αουπόξω απ' την ταβέρνα
νιος πραματευτής επέρνα,
και φωνάζουν του κι οι τρεις:
-Βρε καλέ πραμετευτή,
τι πραματευτιά πουλάς,
και γυρνάς και διαλαλάς;
-Να το πω, να μην το πω;
Ντρέπομαι να σας το πω.
Να το πω, να μην το πω;
Δυο σακκιά ψωλές βαστώ,
κι όποια θέλει ν' αγοράσει
'πού τον πάγκο να περάσει.
'Κούσαν το οι λεύτερες,
πήραν από τέσσερες.
'Κούσαν το κι οι παντρεμένες,
πήραν δυο οι καημένες.
Και μια χήρα η καημένη,
ήτο παραπονεμένη.
Ξετινάσσει τα τσου'άλια,
πέφτει μια με δυο κεφάλια!
-Τουτη'ά 'ν' καλή για μένα,
που 'ν' τα μέσα μου καμένα.
Να τη βάλω στο λαήνι
να τραφεί να μι'αλύνει. (=μεγαλώσει)
Να τη βάλω στα μεριά μου
για να γιατρευτεί η καρδιά μου.


ΚΑΙ ΔΥΟ ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ:

-Να σ' αρωτήξω να μου πεις, στο λόγο της τιμής σου,
ωσάν τη μύτη σου μακριά αν είναι κι η ψωλή σου.

-Δεν είναι και πολύ μακρά, κανονική στο μπόι.
Μια χωριανή σου ρώτηξε απού τη συχνοτρώει.


Καλή Αποκριά!

____________________________________________

Δύο συμπληρώσεις σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο:

*Εντόπισα ξανά το βιβλίο. Nigel Barley, Ο ανυποψίαστος ανθρωπολόγος: σημειώσεις από μια χωμάτινη καλύβα, μτφρ. Γιώργος Σεφερλής, Αθήνα (Αιώρα) 2005. Το ακριβές κείμενο στο οπισθόφυλλο λέει: Όταν ο άγγλος ανθρωπολόγος Nigel Barley φτάνει στο Βόρειο Καμερούν για να μελετήσει την ορεσίβια φυλή των Ντοουάγιο, γνωρίζει πολύ καλά πώς πρέπει να διεξάγεται η επιτόπια έρευνα. Οι Ντοουάγιο, όμως, δεν έχουν ιδέα...
Το βιβλίο είναι κατά βάθος σοβαρότατο. Ωστόσο είναι γραμμένο με εξαιρετικό βρετανικό χιούμορ. Αυτοβιογραφικό και ανθρωπολογικό ταυτόχρονα, θα το συνιστούσα ακόμη και σε κάποιον εντελώς άσχετο από αυτό τον επιστημονικό χώρο, ως σπαρταριστό μυθιστόρημα.

**Σ' ένα άλλο κείμενο, που περιλαμβάνεται σ' ένα πολύ αυστηρότερα εξειδικευμένο συλλογικό τόμο με γενικό τίτλο Εαυτός και "Άλλος": Εννοιολογήσεις, ταυτότητες και πρακτικές στην Ελλάδα και την Κύπρο (επιμ. Δήμητρα Γκέφου-Μαδιανού, Αθήνα (Gutenberg) 2006), ένας έλληνας εθνομουσικολόγος περιγράφει πώς έζησε ακριβώς τον ίδιο καημό:
Στο Φιλώτι, ένα χωριό της ορεινής Νάξου, στο οποίο πραγματοποίησα το μεγαλύτερο μέρος της επιτόπιας έρευνάς μου σχετικά με την επιτέλεση του τραγουδιού, το φύλο και την έννοια της κοινότητας, ιδιαίτερα κατά το πρώτο διάστημα της παραμονής μου εκεί, βρέθηκα αρκετές φορές στη δυσάρεστη θέση να πηγαίνω σε ραντεβού τα οποία είχαν κλειστεί από ανδρικές «παρέες» με τη μεγαλύτερη σοβαρότητα και πειστικότητα, για να διαπιστώσω ότι κανείς άλλος δεν είχε εμφανιστεί. Όταν ζητούσα εξηγήσεις, οι χωριανοί μού έλεγαν κάτι σαν «δεν ταίριαξε τελικά, δεν πειράζει, την άλλη φορά...». Πολύ συχνά επίσης έφτανα πρώτος σε κάποιο ομαδικό ραντεβού, ενώ οι υπόλοιποι κατέφθαναν, με τους δικούς τους ρυθμούς ο καθένας, τις επόμενες ώρες. (Παναγιώτης Πανόπουλος, «Άμα ταιριάξει...»: φύλο, χρόνος και εντοπιότητα σ' ένα χωριό της Νάξου, στον ως άνω τόμο).

Ήτοι, μου πήρε πέντε χρόνια όχι βέβαια για να καταλάβω (ο καθένας το καταλαβαίνει) αλλά για να διασταυρώσω και μέσα από την επιστημονική βιβλιογραφία, ότι αυτό που μου συνέβη συμβαίνει και στας καλλιτέρας των οικογενειών.


12 Νοεμβρίου 2011

2 σχόλια:

KAREEM ABDUL-JABBAR είπε...

ΠΙΠΕΡΙ!! όλα τα λεφτά! Μακάρι να συνεχίσουν το έθιμο και να το βελτιώσουν ακόμα!

Πέπε είπε...

Καρίμ, καλωσήρθες!
Υπάρχει η προσπάθεια, το κέφι, η όρεξη, υπάρχουν και οι δυσκολίες. Εγώ το βλέπω αισιόδοξα.