ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2007

ΟΙ ΦΩΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΗ ΓΙΑΝΝΙΟΥ


Γεια σας από την Αθήνα!
Οι φωτιές του Άη Γιαννιού είναι ένα αρχαίο έθιμο, όχι μόνο ελληνικό. Γίνονται με το θερινό ηλιοστάσιο, τη μικρότερη νύχτα του χρόνου, η οποία σηματοδοτεί το κλείσιμο ενός κύκλου στο χρόνο και την έναρξη του επόμενου. Το νόημά τους είναι διπλό: αφενός, πρακτικά, καίμε τα χόρτα από τους κήπους μας, που τέτοια εποχή είναι κατάξεροι, προσπαθώντας να εξαφανίσουμε κάθε σπόρο ζιζανίου ώστε η γη να είναι καθαρή για την επόμενη χρονιά. Αφετέρου, συμβολικά, καθαριζόμαστε και οι ίδιοι. Γι’ αυτό πηδάμε μέσα από τη φωτιά, φωνάζοντας «Όξω ψύλλοι και κοριοί!». Γι’ αυτό επίσης καίμε διάφορα πράγματα που μας συνδέουν με τον προηγούμενο κύκλο: το στεφάνι του Μάη, το βραχιόλι του Μάρτη κ.ά..
Το έθιμο τελούνταν σε όλη την Ελλάδα, ακόμη και μέσα στις μεγάλες πόλεις, μέχρι σχετικά πρόσφατα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η αρχή της εγκατάλειψής του ήταν η ασφαλτόστρωση του δρόμου. Όπου οι δρόμοι είναι χωμάτινοι, σε γενικές γραμμές εξακολουθεί να τελείται.
Η συγκεκριμένη φωτιά όπου πήγαμε ανάβει στην Καισαριανή. Εκεί μέχρι πρόσφατα ήταν μια λαϊκή γειτονιά με χαμηλά σπιτάκια και με συμπαγή, σε αρκετά μεγάλο βαθμό, πληθυσμό. Αλλά ακόμη και σήμερα, που τα σπιτάκια ολοένα γκρεμίζονται για να χτιστούν πολυκατοικίες, και που έχουν εισρεύσει πολλοί νεήλυδες (οι «νεόπλουτοι / νεοκαισαριανιώτες», όπως τους αποκαλούν με... συγκρατημένη συμπάθεια οι παλιοί), είναι ακόμη γειτονιά. Από το σπίτι του μέχρι την ΕΒΓΑ λέει κανείς καμιά δεκαριά καλημέρες!
Για τον παλιό λοιπόν πληθυσμό της Καισαριανής, οι φωτιές του Άη Γιαννιού είναι κάτι οικείο, που ανήκει σε αναμνήσεις όχι πολύ παλιές. Όταν λοιπόν ένας άνθρωπος αποφάσισε να ξανανάψει τη φωτιά, πριν καμιά δεκαπενταριά χρόνια νομίζω, βρήκε πρόθυμη συμπαράσταση από όλη τη γειτονιά. Μετά, χρόνο με το χρόνο, το πράγμα άρχισε να παίρνει διαστάσεις. Μαζεύονταν άνθρωποι από άλλες γειτονιές, κάθονταν μέχρι αργά, τρωγοπίναν και χόρευαν. Πλέον η μάζωξη μοιάζει περισσότερο με μουσικό χάπενινγκ. Επιμένω όμως στο μοιάζει, γιατί όση μουσική κι αν υπάρχει, η φωτιά είναι πάντοτε η καρδιά της βραδιάς.
Η φωτιά ανάβει σε ένα σταυροδρόμι, μέσα στην πόλη, ανάμεσα στις πολυκατοικίες και στα τελευταία εναπομείναντα σπιτάκια. Η αρχική πρώτη ύλη της φωτιάς είναι ένα αξιοσημείωτο πλήθος από μαγιοστέφανα, που τα φέρνουν όλοι οι γειτόνοι. Έρχονται και οι ίδιοι, πηδούν τη φωτιά και εύχονται και του χρόνου. Για τη μαρίδα της Καισαριανής είναι το σούπερ γεγονός. Όλο τον Ιούνιο ρωτούν πότε θα ανάψει η φωτιά, και όταν έρθει η μέρα μαζεύονται με τα ποδήλατα και τα σκέιτ ή πεζοί, και μετράν πόσες φορές πήδηξε ο καθένας.
Η φωτιά άναψε κατά τις έντεκα. Μέχρι τότε το πράγμα έμοιαζε άτονο, άνευρο. Άνθρωποι κάθονταν γύρω γύρω με ένα ποτό στο χέρι, λέγοντας «τι ζέστη!» ή άλλες κοινοτοπίες. Η φωτιά όμως ξύπνησε τους πρώτους. Πήδηξε πρώτος ο οικοδεσπότης, μετά η πιτσιρικαρία, σιγά σιγά και οι υπόλοιποι. Οπωσδήποτε είχε και αρκετούς που δεν πηδούσαν, τους αρκούσε να βλέπουν να πηδάν οι άλλοι.
Η φωτιά έχει μαγική δύναμη, αυτό το έχει νοιώσει πολύς κόσμος. Αλλά βέβαια ο σημερινός άνθρωπος έχει καταπιεί τόσα φάρμακα και χημικά στη ζωή του που η μαγεία είναι δύσκολο πια να τον πιάσει. Εμάς τουλάχιστον· οι πιτσιρικάδες δε μου φάνηκε να δυσκολεύονται τόσο. Για μας λοιπόν, εκτός από το καθαρτήριο πυρ, υπάρχουν και κάποια άλλα ενισχυτικά. Το κυριότερο είναι ο χορός.



Τέτοιος χορός δε γίνεται με βιολιά και με λαούτα, με μπουζούκια και με κιθάρες, με φλογέρες και ούτια. Θέλει βίαιους, επιθετικούς ήχους, που μπαίνουν από το αυτί σου στη ραχοκοκκαλιά σου και σου λένε, ή κουνήσου ή θα σε κουνήσω. Θέλει βαρύ πυροβολικό: γκάιντα, ζουρνά, τσαμπούνα, και κυρίως τύμπανα.
Φέτος είχαμε τέσσερις τσαμπούνες, μία γκάιντα, ένα ζουρνά και βέβαια, όπως κάθε χρόνο, πολλά και ποικίλα τύμπανα. Το ότι κάπου στο περιθώριο είχε και λύρες, λαούτα, κιθάρες, δεν το κρίνω μεγάλης σημασίας.
Λίγο μετά την αφή της φωτιάς, όταν το πήδημα είχε αρχίσει να γενικεύεται, ακούστηκε η πρώτη πιαυλέα. Έγινε για λίγο ο πρώτος χορός. Γύρω από την πυρά. Διάλειμμα. Αργότερα έγινε ο δεύτερος. Διάλειμμα. Ε, με τούτα και με κείνα φτάσαμε στο σημείο όπου δεν είχε πλέον διαλείμματα, όπου οι χοροί διαδέχονταν αλλήλους ασταμάτητα και τα όργανα δεν ξεκουράζονταν. Η φωτιά καταβρόχθιζε παλέτες, καλεκλοπόδαρα, κούτσουρα. Μερικοί πηδούσαν μόνοι τους, άλλοι δυο δυο χεράκι χεράκι, άλλοι αγκαλιά με το όργανό τους συνεχίζοντας τη μουσική. Μερικοί, λόγω κακής συνεννόησης, ξεκινούσαν από αντίθετα σημεία, πηδούσαν, συγκρούονταν στον αέρα πάνω από τη φωτιά και έσκαγαν μέσα. Και τα νταούλια κρουν...



Μετά από μερικές ώρες, με μερικούς άρχισε να δουλεύει. Κάποιοι όντως πέταξαν στη φωτιά τους ψύλλους τους, το πουκάμισό τους και τον εαυτό τους, και έγιναν η Φωτιά, έγιναν ο Χορός. Κάποιον φαίνεται ότι ανήμερα τ’ Άη Γιαννιού τον «έπιασε» ο Άγιος Κωσταντίνος, κι έγινε αναστενάρης.
Εν τω μεταξύ είχε γίνει και ο Κλήδονας. Κατά τις τέσσερις το πρωί σταματήσαμε τη μουσική και το χορό, και ανοίξαμε τον Κλήδονα. Εκείνη ακριβώς την ώρα, δηλαδή τη λιγότερο θορυβώδη στιγμή όλης της βραδιάς, να σου και τα παιδιά από το κράτος. Ρώτησαν ποιος είναι υπεύθυνος εδώ. Ήρθε ο «υπεύθυνος», και του είπαν: ή σταμάτα τους, ή έλα μαζί μας στην Ασφάλεια (στα κεντρικά, παρακαλώ, όχι στο τμήμα!). Έρχομαι, τους είπε, έτσι κι αλλιώς δεν τίθεται θέμα να τους σταματήσω. Τότε κάποιος φώναξε ότι θα έρθουμε όλοι μαζί στην Ασφάλεια. Οι μπάτσοι, αφού εκτίμησαν πρόχειρα το πλήθος που θα ερχόταν, βρήκαν ότι δε συμφέρει, και έφυγαν.
Περισσότερα παρατράγουδα δεν είχαμε. Όμως μας χάλασαν όσο να ’ναι το κέφι. Έτσι, μετά το τέλος του Κλήδονα, ξανάρχισαν μεν τα τραγούδια και τα όργανα –σε πιο ήπιους τόνους, όπως είναι το φυσικό, όχι πλέον με νταούλια–, αλλά χωρίς κεντρικό παλμό. Τρία-τέσσερα πηγαδάκια έπιαναν το καθένα το τραγούδι του, ταυτόχρονα. Η παρέα είχε σπάσει.

Η εκτίμησή μου είναι ότι οι μπάτσοι δε φταίνε, μια δουλειά κάνουν. (Βέβαια, δουλειά είναι αυτή; Αλλά αφού υπάρχουν, υπάρχουν, τι να κάνουμε...). Αν δεν τους καλούσαν οι νεήλυδες γειτόνοι δε θα έρχονταν, όπως δεν είχαν έρθει τόσα χρόνια. Οι νεήλυδες πάλι, συμφωνώ ότι δεν είναι υποχρεωμένοι να ακούν τα νταούλια όλη νύχτα. Το θέμα είναι ότι σ’ αυτή τη ζωή δεν υπάρχουν μόνο υποχρεώσεις, νόμοι και κανόνες. Εντάξει άνθρωπε, δεν είσαι υποχρεωμένος να μας ακούς, αλλά δεν μπορείς να κάνεις μια παραχώρηση; Για σένα ο αποψινός ύπνος δεν είναι κάτι ξεχωριστό. Κοιμάσαι κάθε βράδυ. Για μας αυτό είναι μία φορά. Αν δεν το κάνουμε απόψε, δε θα το κάνουμε ποτέ. Οι νόμοι είναι για όταν οι άνθρωποι δεν μπορούν να βγάλουν άκρη μεταξύ τους. Η ύπαρξη νόμων, διαιτητών, αστυνομίας και δικαστηρίων, είναι ένδειξη μιας ανώριμης κοινωνίας. Τα μικρά παιδιά λένε «θα το πω στον μπαμπά μου», αλλά μεγαλώνοντας μαθαίνουν να μην το λένε.

Du reste: η βραδιά ήταν όσο καλύτερη θα μπορούσε να είναι. Το ότι πέντε δέκα άνθρωποι από όλους αυτούς έχασαν τον εαυτό τους και ήρθαν σε έκσταση είναι τρομερά σπουδαίο. Δυστυχώς δεν ήμουν ένας από αυτούς. Αλλά η έκσταση δεν ολοκληρώθηκε: κι αυτοί οι πέντε δέκα, πόσο μάλλον όλοι εμείς μαζί, κι αν ξέφυγαν, κι αν εξαϋλώθηκαν, κι αν έγιναν φωτιά και χορός, δεν έγιναν Ένα. Παρέμειναν μονάδες.
Ίσως του χρόνου. Αλλά αυτό, αν γίνει, δε γίνεται κατόπιν συνειδητής προσπάθειας, παρά γίνεται από μόνο του.
Όσοι, όπως εγώ, δεν μπόρεσαν έστω και το πρώτο στάδιο, να αποδυθούν τον εαυτό τους, έχουν πρόβλημα οι ίδιοι. Ελπίζεται ότι κάποια φορά θα το ξεπεράσουν. Αν το πετύχουμε έστω μία φορά στη ζωή μας, είναι ήδη πάρα πολύ. Οι πιο πολλοί άνθρωποι πεθαίνουν χωρίς να δοκιμάσουν αυτή την εμπειρία.
Για μένα φταίω εγώ, δε μου φταίει κανείς άλλος. Ωστόσο, δεν μπορώ να μην το πω: αυτοί που ήρθαν για να κρατάνε ένα ποτό στο χέρι, μακριά από τη φωτιά, γιατί ήρθαν; Δε βοήθησαν. Έχω δει πανηγύρια, χορούς, τα Αναστενάρια, και κατάλαβα ότι με το να τα βλέπω, εγώ και όσοι άλλοι αμέτοχοι, δυσκολεύουμε τα πράγματα για τους μετέχοντες. Μην το κάνετε ποτέ αυτό. Ξέρω ότι είναι δύσκολο, είναι πειρασμός να πας να δεις τι γίνεται εκεί, αλλά άμα κοιτάς δε γίνεται! ΟΧΙ ΣΤΟΥΣ ΘΕΑΤΕΣ, λοιπόν. Άμα σε καλούν να πηδήξεις, μην πας για να κοιτάς τους άλλους να πηδάν. Εσύ πόσο καλά πηδάς όταν σε βλέπουν;

Και του χρόνου.
Όξω ψύλλοι και κοριοί!

3 σχόλια:

Αναρά είπε...

Γεια σου Πέπε! Ο κόσμος είναι πολύ μικρός τελικά, οι κανόνες του παιχνιδιού όμως δεν μου επιτρέπουν να επεκταθώ. «Ξεφύλλισα» τα ημερολόγιά σου κι από τα κείμενα που μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση ήταν «Το παράπονο του κακού τσαμπουνιέρη». Δεν ξέρω αν έχει καμιά σημασία, αλλά εγώ θα σου πω ένα ευχαριστώ για τα μαθήματα που προσφέρθηκες να κάνεις στα καρπαθάκια.

Φιλικά,
Αναρά.

Πέπε είπε...

Καλώς τη κόρη! Κι εγώ σ' ευχαριστώ. Ελπίζω βέβαια το "παράπονο" να μη φάνηκε σαν προσπάθεια να εκμαιεύσω με το στανιό κάποια αναγνώριση / ανταπόδοση από όπου να 'ναι. Η ίδια η προσπάθεια εμπεριέχει την ανταπόδοση, κατά τούτο δεν έχω παράπονο.
Εκτιμώ ιδιαίτερα το ότι διάβασες και πρόσεξες τόσο τους "κανόνες"!...

Αναρά είπε...

Όχι, δεν μου έδωσε τέτοια εντύπωση το "παράπονό" σου. Βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα όλη την περιγραφή της γνωριμίας με το νησί, τους κατοίκους και τη μουσική του. Επιπλέον, όποιος έχει ζήσει στην Κάρπαθο δεν μπορεί παρά να εκτιμήσει την ακρίβεια της περιγραφής των Καρπάθιων ως μια χούφτα φαντασμάτων "που παριστάνουν με αυτοκτονικό πείσμα τους Καρπάθιους του 1800 ενώ είναι Αμερικάνοι του 1950". :D