ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2009

ΚΟΤΕΣ

Τελευταία έτυχε να παρακολουθήσω τη σύνταξη της μεταπτυχιακής εργασίας στην Ιστορία μιας φίλης μου. Το θέμα της ήταν ο ελληνικός Εμφύλιος, και συγκεκριμένα το αρχείο των επιστολών προς μία συγκεκριμένη αγωνίστρια, που πήρε σβάρνα όλες τις εξορίες. Σε κάποιο σημείο της εργασίας προέκυψε το εξής πρόβλημα: είναι γνωστό από τις πηγές ότι την περίοδο από τόσο μέχρι τόσο, το τάδε στρατόπεδο εξορίστων είχε την αυστηρότερη λογοκρισία. Ωστόσο, ανάμεσα στις επιστολές του υπό εξέτασιν αρχείου, όσες είναι της συγκεκριμένης περιόδου και προς το συγκεκριμένο στρατρόπεδο, ενώ έχουν όλες περάσει από λογοκρισία, έχουν από ελάχιστα έως καθόλου σβησμένα. Πώς εξηγείται αυτή η αντίφαση;

Φαίνεται ότι το πόσα θα έσβηνε ο λογοκριτής εξαρτιόταν σε κάποιο βαθμό και από τον ίδιο: αν είχε κέφια ή όχι, αν είχε φόρτο εργασίας ή όχι κλπ.. Σε τελική ανάλυση, και στο αυστηρότερο καθεστώς, ο λογοκριτής δεν παύει να είναι ένας Έλληνας δημόσιος υπάλληλος: σβήσει δε σβήσει, ο μισθός πέφτει. Υπήρχε επιτροπή λογοκρισίας, δεν υπήρχε όμως δεύτερη επιτροπή που να ελέγχει αν οι λογοκριτές έκαναν καλά τη δουλειά τους.

Στην ταινία «Οι ζωές των άλλων», που η δράση της τοποθετείται στην παλιά Ανατολική Γερμανία, ο ύποπτος παρακολουθείται επί εικοσιτετραώρου βάσεως, οι συζητήσεις του μαγνητοφωνούνται, απομαγνητοφωνούνται, υπάρχουν και άτομα επιφορτισμένα με το καθήκον να τις ακούν σε ζωντανό χρόνο, τα οποία αλλάζουν βάρδιες για να καλύψουν όλο το εικοσιτετράωρο, κλπ. κλπ. −γενικά για κάθε ύποπτο κινητοποιείται ένας ολόκληρος μηχανισμός, ενώ παράλληλα και οι συμμετέχοντες σ’ αυτό το μηχανισμό μπορούν να θεωρούνται κι οι ίδιοι ύποπτοι και να παρακολουθούνται αντίστοιχα. Περιγράφεται γενικά μία κατάσταση που δε θα μπορούσε να συμβεί ποτέ στην Ελλάδα, καθώς προϋποθέτει τόση οργάνωση και τόσο στενό έλεγχο όσο ποτέ δεν είδαμε σε τίποτε στη χώρα μας.

Θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει ότι στην Ελλάδα ποτέ δεν υπήρξε η υποδομή για ένα πραγματικά ολοκληρωτικό καθεστώς, σαν αυτά που περιγράφονται στις «Ζωές των άλλων», στο «Κιβώτιο», στο «Λάθος», στο «1984». Γενικά γκρινιάζουμε για τους εαυτούς μας, που είμαστε τόσο ρεμπεσκιέδες ώστε τίποτα δε λειτουργεί «όπως στη Γερμανία», αλλά να που αυτή η ανοργανωσιά έχει και τα καλά της.

Πιστεύω ότι αυτοί οι καιροί έχουν παρέλθει. Έχει ξεκινήσει η προλείανση του εδάφους, και σύντομα θα είμαστε σε θέση να έχουμε ένα καθεστώς τόσο απόλυτο και με τόσο εύρυθμη λειτουργία όσο οποιοδήποτε απόλυτο καθεστώς στην ιστορία ή ακόμη και στη λογοτεχνία. Την επόμενη φορά που στην Ελλάδα θα υπάρξει δικτατορία, θα έχει τα εξής δύο χαρακτηριστικά: πρώτον, θα ελέγχει απεριόριστα ό,τι επιθυμεί να ελέγξει, χωρίς να προσκρούει στις τυπικές ελληνικές δυσκολίες του τύπου «μια δεν έχουμε σκατά, μια τα μαστίγια είναι χαλασμένα»· και δεύτερον, θα έχει εκλεγεί με δημοκρατικές και νόμιμες διαδικασίες.

Υπάρχει μία γενιά που μεγαλώνει και μπαίνει στην κοινωνία με δεδομένη την αμφισβήτηση κάποιων αξιών. Για τα παιδιά σχολικής ηλικίας είναι αδιανόητη η έννοια «ιδιωτικός χώρος», «παραβίαση ιδιωτικού χώρου». Από τότε που κατάλαβαν τον κόσμο, ο καθένας μπορούσε να τους φωτογραφίσει ή να τους μαγνητοσκοπήσει και να το ανεβάσει στο ίντερνετ· ο καθένας μπορούσε να ξέρει αν έχουν ανοιχτό το κινητό τους, αν έλαβαν το μήνυμα, αν έχουν ή δεν έχουν δικαιολογία να μην απαντήσουν· το να ξέρω ποιος με παίρνει τηλέφωνο −ξέροντας ότι κι εκείνος ξέρει ότι το ξέρω−, ποιος μόλις άνοιξε τον υπολογιστή του, το να κάνω καμάκι μέσω φέισμπουκ και γι’ αυτό το λόγο να απολύομαι την επόμενη μέρα από τη δουλειά μου, το να βλέπω σε ένα σωρό σάιτ όπου μπαίνω την ένδειξη «προσοχή, συλλέγουμε προσωπικά δεδομένα», το να σκάνε διαφημίσεις και άλλα ανεπιθύμητα μηνύματα στο προσωπικό μου τηλέφωνο ή το προσωπικό μου μέιλ, όλα αυτά είναι δεδομένα ακόμη και για ανθρώπους τέτοιας ηλικίας ώστε να έχουν προλάβει και τον κόσμο όταν ήταν αλλιώς, πόσο μάλλον για παιδιά που δεν έχουν δει ποτέ κάτι άλλο. Και όλα αυτά δε θεωρούνται ρουφιανιά: μπορεί να είναι λίγο δυσάρεστα, αλλά όχι ανήθικα. Εκλαμβάνονται στη χειρότερη περίπτωση ως φυσικοί μπελάδες της ζωής, ενώ καθόλου δεν αποκλείεται και η περίπτωση να θεωρούνται προνόμια: «Πού είσαι αγάπη μου;» −«Στην εκκλησία με τη θεια μου.» −«Ωραία, στείλε μου μια φωτογραφία!».


Under control

(Ceci n' est pas Magritte)


Το περιστατικό με τους δίδυμους πύργους έδωσε το άλλοθι για τη δημιουργία της αντιτρομοκρατικής υστερίας, στο πλαίσιο της οποίας το κράτος ή διάφορες άλλες ανώτερες δυνάμεις κάνουν κουμάντο στο αν θα βάλω την οδοντόκρεμα και το νυχοκόπτη μου στη χειραποσκευή ή στη βαλίτσα −αν τη βάλω στο λάθος μέρος έχουν δικαίωμα να την παρακρατήσουν, και το κάνουν πάντοτε. Κι αυτό, άμα σου συμβεί πολλές φορές φτάνεις να το θεωρείς φυσικό.

Στο ίδιο πλαίσιο, της πάταξης της τρομοκρατίας, η αστυνομία νομιμοποιείται να καταλαμβάνει τμήματα δρόμων που περνούν από πρεσβείες, υπουργεία ή και απλά αστυνομικά τμήματα, και να απαγορεύει τη διέλευση αυτοκινήτων από εκεί. Όμως αυτοί οι δρόμοι κατασκευάζονται και συντηρούνται από τον Έλληνα φορολογούμενο, όπως και οι υπόλοιποι που προορίζονται για χρήση. Κι αυτό επίσης, άμα σου συμβεί πολλές φορές φτάνεις να το θεωρείς φυσικό.

Εξίσου φυσικό έχουμε φτάσει να θεωρούμε το να μας σταματάνε κάθε τρεις και λίγο στο δρόμο για εξακρίβωση στοιχείων (λες και θα κυκλοφορούσαμε με καμιά ταυτότητα που να γράφει Παλαιοκώστας) και ενδελεχή σωματικό έλεγχο. Ή το να γεμίζουν οι δρόμοι με πάνοπλους μπάτσους, μέρα μεσημέρι, λες κι είμαστε στη Χούντα. Δηλαδή, είναι φυσικό και δεδομένο ο καθένας μας να είναι δυνάμει ύποπτος.

Αντιτρομοκρατικός αγώνας σημαίνει αγώνας για την ασφάλεια του πολίτη. Όμως ο πολίτης κινδυνεύει και από άλλα πράγματα, όχι μόνο από τα μέλη της Αλ Κάιντα που κουβαλάνε το μίλκο τους μέσα στο αεροπλάνο. Κινδυνεύει από τροχαία ατυχήματα. Γι’ αυτό η χρήση ζώνης όχι απλώς επιβάλλεται διά νόμου με υψηλότατο πρόστιμο, αλλά ελέγχεται ακόμη και από τα ίδια τα αυτοκίνητα που, αν είναι νέας τεχνολογίας, κάνουν μπιπ μπιπ μέχρι ο οδηγός ή ο επιβάτης να επανέλθουν στη νομιμότητα βάζοντας ζώνη. (Παρεμπιπτόντως: το να ξέρει το αυτοκίνητο αν είσαι μέσα ή όχι επίσης είναι πλέον φυσικό.) Υποθέτω ότι η επόμενη γενιά αυτοκινήτων δε θα αρκείται στο μπιπ μπιπ, αλλά θα ειδοποιεί μόνη της την αστυνομία ή θα αφαιρεί αυτόματα το ποσό του προστίμου από την πιστωτική κάρτα όποιου δε βάζει ζώνη.

Δηλώνω επαγγελματικό ταξίδι και παίρνω τον παράνομο δεσμό μου εκδρομή με την κούρσα. Μόλις παραβιάσω κάπου το όριο ταχύτητας, η κάμερα με φωτογραφίζει, και μετά από λίγες μέρες η ένοχη φωτογραφία αποστέλλεται στην οικογενειακή μου εστία!

Η ασφάλεια του πολίτη τίθεται ακόμη σε κίνδυνο από τη ρύπανση. Γι’ αυτό συζητείται η απαγόρευση της κυκλοφορίας όσων οχημάτων είναι από κάποια ηλικία και άνω στο κέντρο της Αθήνας. Το ότι αυτά τα οχήματα περνάνε ταχτικά ΚΤΕΟ και κάρτα καυσαερίων και βγαίνουν ότι δε ρυπαίνουν υπερβολικά, δεν έχει να κάνει. Πρέπει όλοι να έχουν καινούργιο αυτοκίνητο. Μάθαμε ότι τον υπολογιστή τον κρατάς δύο χρόνια και μετά είναι αρχαιολογία, το κινητό το ίδιο, τώρα και το αυτοκίνητο. Σε λίγο θα γκρεμίζουν και τα σπίτια αν είναι παλιά.

Κυριότατα όμως ο πολίτης κινδυνεύει από το συμπολίτη του. Εάν υπάρχει ένας άλλος άνθρωπος, το πιθανότερο είναι να είναι φορέας της γρίππης των χοίρων. Καλό είναι να μην τον εμπιστευόμαστε. Εάν είναι καπνιστής, κι εμείς δεν είμαστε, τότε μάλλον πρόκειται για στέλεχος της δικτατορίας των καπνιστών. Αν δεν καπνίζει ενώ εμείς καπνίζουμε, τότε μάλλον είναι και πολέμιος του καπνίσματος και των καπνιστών −και αν δεν είναι, με λίγη προπαγάνδα θα γίνει.

Απαγορεύεται το κάπνισμα στα καφενεία.

Απαγορεύονται οι σκύλοι στο πάρκο.

Απαγορεύεται το μίλκο στο αεροπλάνο.

Απαγορεύονται οι σκηνές στην παραλία.

Απαγορεύεται κάθε μέρα κι από κάτι που δεν προξενεί καμία προφανή βλάβη ή ενόχληση, και που μέχρι χτες επιτρεπόταν. Έτσι ο κόσμος συνηθίζει ότι κανένα δικαίωμα δεν είναι κεκτημένο.

Βέβαια, δις ιζ ε φρι κάντρι: θες οπωσδήποτε να στήσεις σκηνή; Πήγαινε στην Τήλο όπου επιτρέπεται. Μόνο που εκεί θα βρεις όλους τους κατασκηνωτές που παλιά σκορπίζονταν αραιά αραιά σε δεκάδες νησιά, και θα κονταροχτυπηθείς μαζί τους για μισό τετραγωνικό μέτρο ίσκιο από το αρμυρίκι.

Θες οπωσδήποτε να καπνίσεις; Τράβα έξω. Μόνο που βρέχει, που κόβεις τη συζήτησή σου στη μέση, και που δεν μπορείς να πίνεις καφέ και να καπνίζεις παράλληλα. Δε σ’ αρέσει; Κόφ’ το το ρημάδι! (Χαλιέσαι, νέος; Αναβολή!)

Θες οπωσδήποτε να κρατήσεις το παλιό σου αυτοκίνητο; Κράτα το, μόνο μην το κυκλοφορείς.

Θες οπωσδήποτε να μην αλλάζεις υπολογιστή όλη την ώρα; Κράτα τον παλιό, γράφε σε δισκέτες και γύρευε ποιος θα τις διαβάσει.

Θες οπωσδήποτε να μη σε σταματάνε για έλεγχο; Κάτσε σπίτι.

Δε σ’ αρέσει τίποτα απ’ όλα αυτά; Κατέβα σε πορεία. Μόνο που θα φας ξύλο. Για λόγους προστασίας του πολίτη.

*******

Μία κυρία κάθεται σε πιτσαρία - καφετέρια. Πίνει καφέ, και ζητάει από το σερβιτόρο να δει τον κατάλογο με τα φαγητά που στέλνουν στο σπίτι. Ο σερβιτόρος δεν καταλαβαίνει το αίτημα. Του το ξαναλέει λίγο αλλιώς, κι εκείνος κάτι αρχίζει να ψυλλιάζεται. Τελικά το πιάνει: «Θέλετε το μενού για το ντελίβερι;»

Η κυρία, μεγαλύτερης γενιάς από το σερβιτόρο, καταλαβαίνει μεν τι θα πει «μενού για ντελίβερι», αλλά δεν είναι η πρώτη διατύπωση που θα της ερχόταν στο μυαλό. Ο σερβιτόρος αντίθετα καταλαβαίνει αποκλειστικά και μόνο αυτή την έκφραση. Το μυαλό του αδυνατεί −ή, τέλος πάντων, αργεί− να επεξεργαστεί οποιαδήποτε εναλλακτική διατύπωση. Γιατί; Είναι υπολελειμμένος; Όχι βέβαια. Δε χωράει αμφιβολία ότι ξέρει να χειριστεί το κινητό του και το ίντερνετ πολύ καλύτερα από την κυρία, και να απολαύσει πολύ μεγαλύτερο ποσοστό των ωφελειών που του παρέχουν απ’ ό,τι εκείνη. Όμως, έχει μάθει κι ο ίδιος να σκέφτεται όπως το κινητό του: με μενού (δεν κάνω λογοπαίγνιο), παράθυρα, εργαλεία αναζήτησης, λέξεις-κλειδιά, με ναι και όχι. Ένας συγκεκριμένος τρόπος σκέψης, ουδόλως υποτιμητέος καθ’ εαυτόν, έχει μπει σε τόσο πολλές μικρολεπτομέρειες του καθ’ ημέραν βίου μας, σε τόσα λεπτά του εικοσιτετραώρου μας, και καλύπτει τόσες από τις μικρότερες και τις μεγαλύτερες ανάγκες μας, ώστε περιορίζει και τείνει να εκτοπίσει κάθε άλλο τρόπο σκέψης, ενώ κανονικά θα έπρεπε όλοι τους να αλληλοσυμπληρώνονται.

*******

Άλλο περιστατικό: παίρνω το καράβι για Κρήτη. Ένα τεράστιο, πεντακάθαρο υπερκαράβι, με φωτισμένους και χρωματιστούς χώρους, με τεράστια επιλογή από μαγαζιά, μπαρ, πισίνες, ντίσκο, σινεμά και δε συμμαζεύεται. Οποία διαφορά από τα ταλαίπωρα σαπιοκάραβα της Καρπάθου με τη βρώμα, την μπίχλα και τον κλασικό βαπορίσιο καφέ!

Σκάει η πρώτη ανακοίνωση. Φυσικά είναι τόσο δυνατή που όλες οι συζητήσεις αναστέλλονται. Όμως, τι έκπληξη! ο κλασικός μούτσος με τη μαγγίτικη ομιλία και τα ανεκδιήγητα αγγλικά (γιορ ατένσιο πλιζ, πάσατζερς γουιδάου τίκετ κάντλι ρικουέστ τζαμπ του δε σι) έχει αντικατασταθεί από μία ευγενική γκόμενα με κυματιστή, γλυκειά φωνή (τη φαντάζομαι με πλατινέ μαλλί, φρεσκοψεκασμένη μασχάλη και χωρίς ίχνος σπυριού στη μούρη), που −μετά την προεξαγγελτική μουσική που με προετοιμάζει− με πρωσφωνεί «αγαπητοί μας επιβάτες», κόπτεται ειλικρινά για την καλύτερη εξυπηρέτησή μου και τη μεγαλύτερη ασφάλειά μου και γενικά για το άνετο ταξίδι μου, με ευχαριστεί και με παρακαλεί μέχρις αηδίας, και επιπλέον μιλάει τη γλώσσα του Σαικσπήρου με οξφορδιανή προφορά, του Μολιέρου με παριζιάνικη, του Γοιθείου (Goethe) με αννοβεριανή κ.ο.κ.. Όμως, μέχρι να μιλήσει όλες αυτές τις γλώσσες, περνάει πολλή ώρα και σχεδόν έχει φτάσει η στιγμή της επόμενης ανακοίνωσης.

Για καμιά ώρα, οι ανακοινώσεις διαδέχονται η μία την άλλη σχεδόν αδιάκοπα. Η γλυκειά προεξαγγελτική μουσική είναι πάντα η ίδια. Μία από αυτές μάς πληροφορεί για τους σεφ του καραβιού (δηλ. τους χειριστές του κουμπιού «απόψυξη» στο φούρνο μικροκυμάτων) που, με γνώση και μεράκι, επιμελούνται μία σειρά λιμπιζερών πιάτων της διεθνούς κουζίνας αλλά και αγνές σπιτικές συνταγές της γιαγιάς από τη Μάνη. Καλή μας απόλαυση. Μία άλλη μάς ενημερώνει ότι, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή διαταγή Τάδε (κλασική ελληνική άρνηση ευθυνών: δε σου το επιβάλλω εγώ, άλλοι μού το επιβάλλουν κι εμένα), το κάπνισμα δεν επιτρέπεται σε όλους τους κλειστούς χώρους του πλοίου. Σε απλά ελληνικά, αυτή η φράση έχει ένα και μοναδικό νόημα: ότι επιτρέπεται μόνο σε κάποιους. Αλλά αυτό είναι ψέμα: στην πραγματικότητα, όπως όλοι το γνωρίζαμε και όπως ακριβώς προβλέπει η ευρωπαϊκή διαταγή Τάδε, το κάπνισμα δεν επιτρέπεται σε κανέναν από τους κλειστούς χώρους, τουτέστιν απαγορεύεται σε όλους. Στα αγγλικά το είπαν έτσι όπως το εννοούσαν στην πραγματικότητα: strictly prohibited. Στα ελληνικά, εμ θες να μας χρυσώσεις το χάπι, εμ δεν ξέρεις να το πεις σωστά. Οι εφτά γλώσσες σε μάραναν...

Περνάμε στην ανακοίνωση για τα μέτρα ασφαλείας. Εκτενέστατη. Μαζί με τη μετάφραση σε εφτά γλώσσες, κράτησε φορέβερ. Αυτή είναι απροκάλυπτα προφανές ότι τη λένε, όχι βέβαια για την ασφάλεια του επιβάτη που δεν υπάρχει περίπτωση να την ακούσει και να τα συγκρατήσει όλα, αλλά για να μην τους κάνει, σε περίπτωση ναυαγίου, παράπονα και μηνύσεις κανένας πνιγμένος ότι δεν τα είπαν. Δηλαδή για τη δικιά τους ασφάλεια.

Αφού άκουσα ακόμη πόσα και ποια καταστήματα λειτουργούν στο πλοίο και ποια από αυτά είναι στο ντεκ Αμφιτρίτη και ποια στο ντεκ Πολυξένη, και πόσο ανταγωνιστικές είναι οι τιμές τους, κάποια στιγμή άρχισα να βαριέμαι. Δεν ήθελα ν’ ακούσω άλλες ανακοινώσεις! Αμ έλα που δεν μπορούσες να τις γλιτώσεις πουθενά! Στο σαλόνι, στο διάδρομο, στο κατάστρωμα, στην τουαλέτα, στο μεσιανό κατάρτι, η φωνή της ξανθιάς γραμματέως του Μεγάλου Αδελφού ήταν πανταχού παρούσα, λες και το ηχείο ήταν μες στο κεφάλι μου!

Για μεγαλύτερη ασφάλεια και ένα πιο άνετο ταξίδι, στο μοναδικό χώρο όπου επιτρεπόταν το κάπνισμα (ένα υπαίθριο μπαρ με αρκετά δυνατή μουσική, όπου δεν μπορούσες για παράδειγμα να διαβάσεις ή να τηλεφωνήσεις ή να ακούς τη δικιά σου μουσική σε γουόκμαν) τα τασάκια είχαν υποχρεωτικά νερό μέσα, για να μην πετάνε οι στάχτες. Οπότε έπρεπε να κρατάμε τα τσιγάρα στο χέρι, δεν μπορούσαμε να τα ακουμπάμε στο τασάκι. Αυτό ήξερα να το κάνω και στον Κορνάρο που δεν έχει καθόλου τασάκια! Βέβαια δεν είχε αέρα. Αλλά για σκέψου να είχε! Από την άλλη, εφόσον όλοι οι καπνιστές ενός τεράστιου καραβιού που βάνει χιλιάδες επιβάτες ήταν συγκεντρωμένοι στον ίδιο χώρο, και με σαράντα μποφόρ πάλι ντουμάνι θα είχε.

Να μην πολυλογώ, σ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού και σ’ όλα τα σημεία του καραβιού ορισμένα απλά πράγματα που αξιώνω από τη ζωή μου και που είχα συνηθίσει να τα έχω στον κακομοίρη τον Κορνάρο και που δεν πειράζουν κανέναν ήταν ανέφικτα. Ένοιωθα ανεπιθύμητος. Βέβαια και στον Κορνάρο δε γίνονται όλα: υπάρχει βρώμα, ο καφές είναι βαπορίσιος. Όμως υπάρχει ντομπροσύνη: σου λένε, κύριε, εδώ είμαστε γυφταριό, κανόνισε την πορεία σου. Εδώ η τόση καθαριότητα και επιτήδευση είναι υποκριτική, κρύβει μια κατά βάσιν εχθρική συμπεριφορά. Επίσης, στον Κορνάρο οι άνθρωποι του καραβιού είναι αληθινοί βαπορίσιοι, με την ιδιαίτερη ευγένεια των θαλασσινών, λίγο απότομοι αλλά ζεστοί. Εδώ όλο με κάτι φλώρους από τα Έβερεστ είχαμε να κάνουμε, που το μόνο που ξέρουν είναι να λένε «θα πάρετε κάτι ακόμα;» και να πιάνουν το σάντουϊτς με το γάντι, αλλά επί της ουσίας σε διώχνουν και δεν καταλαβαίνουν και τι τους λες, σαν το σερβιτόρο της προηγούμενης ιστορίας.

*******

Συνελόντι ειπείν: μιλήσαμε για ένα πλήθος ατομικές ελευθερίες που μέρα με τη μέρα περιστέλλονται. Μιλήσαμε για την έκπτωση στην ποιότητα ζωής, σε μικρολεπτομέρειες της καθημερινότητας. Μιλήσαμε για το πώς αυτές οι εξελίξεις παρουσιάζονται υπό το ελκυστικό περίβλημα της μέριμνας για την ασφάλειά μας, για την ευκολία μας, την άνεσή μας κλπ., κατά τρόπον ώστε να τις επιζητούμε οι ίδιοι. Μιλήσαμε για την αποδυνάμωση της γλώσσας και της σκέψης. Μιλήσαμε για τη δημιουργία ψευδεπίγραφων αντιπαλοτήτων που μας απομακρύνουν από τον διπλανό μας. Και επιμείναμε ιδιαίτερα στο ότι όλα αυτά φαντάζουν φυσικά, στο πώς η κάθε απαγόρευση ή περιστολή μοιάζει να έπεσε έτσι από τον ουρανό, και πώς μας προετοιμάζει να δεχτούμε ακόμη πιο φυσικά και αδιαμαρτύρητα την επόμενη. Μόνο για τον τίτλο του κειμένου δε μιλήσαμε ακόμη.

Οι ΚΟΤΕΣ είναι το αρτισύστατο κόμμα των καπνιστών. Εκφράζουν την αντίθεσή τους στην καπνοαπαγόρευση. Μοιάζουν να κινούνται κάπου μεταξύ χαβαλέ και ελληνικής μαγκιάς. Ωστόσο πίσω από αυτή τη μόστρα, που προφανώς την υιοθέτησαν για να γίνει λίγος ντόρος και να ακουστούν, θεωρώ ότι κρύβεται κάτι πολύ πιο βαθύ και σοβαρό: η αντίθεση στη επίθεση που υφίστανται οι κεκτημένες ατομικές μας ελευθερίες.



Μετά από χρόνια που η ψήφος μου ήταν, όπως και πάρα πολλών συμπολιτών μας, αρνητική, δηλαδή την έδινα στον λιγότερο χειρότερο κατά τη γνώμη μου ή την έδινα στον Α για να τη στερήσω από τον Β, στις Κότες βρήκα για πρώτη φορά μία δημόσια φωνή που με εκφράζει. Δεν αστειεύομαι καθόλου.

Πρώτον, έχω χίλιους λόγους να αντιδρώ κι εγώ στην καπνοαπαγόρευση. Δεν αρνούμαι ότι τόσα χρόνια οι παθητικοί καπνιστές καταπιέζονταν από τους ενεργητικούς, αλλά αυτό δεν είναι λόγος να γίνει τώρα το αντίθετο. Η πολιτεία, αφού έκρινε ότι δεν είμαστε αρκετά ώριμοι για να τα βρούμε μεταξύ μας και πρέπει να παρέμβει σ’ αυτό το θέμα, θα μπορούσε να βρει άλλους τρόπους, που να τους σέβονται όλους: υποχρεωτικά αυστηρά μέτρα στο ζήτημα του αερισμού των δημόσιων χώρων, διαχωρισμό μαγαζιών για καπνιστές ή για μη καπνιστές, κλπ.. Το να τιμωρούμαι για την επιλογή μου να καπνίζω, τη στιγμή που αυτή η επιλογή είναι νόμιμη, με πληγώνει. Εξίσου με πληγώνει η υποκινούμενη μεταστροφή των μη καπνιστών σε αντικαπνιστές. Η έμμεση εξώθησή μου να το κόψω όχι πια γιατί βλάπτει εμένα ή τους άλλους, αλλά γιατί είναι ταλαιπωρία να καταφέρεις να κάνεις ένα τσιγάρο, θίγει βαθύτατα την αξιοπρέπειά μου: αφήστε με να επιλέξω εγώ αν και πότε και γιατί θα το κόψω.

Δεύτερον, η καπνοαπαγόρευση είναι μόνο μία από τις πάμπολλες εκφάνσεις του ίδιου προβλήματος. Η δικιά μου γενιά απλώς βλέπει τα δικαιώματά της να καταστρατηγούνται το ένα μετά το άλλο. Οι νεότερες όμως γενιές δεν έχουν καν τρόπο να ξέρουν ότι αυτά είναι δικαιώματά τους, ή ότι ήταν κάποτε. Γαλουχούνται έτσι ώστε να μη μάθουν την έννοια του δικαιώματος.

Τρίτον: εντάξει, και γι’ αυτούς τους λόγους θα χαραμίσεις μία ψήφο; Εδώ διακυβεύονται πολύ σοβαρότερα πράγματα.

Μάλιστα κύριε. Τους βρίσκω επαρκώς σοβαρούς λόγους. Γεννήθηκα σ’ ένα κόσμο που ήταν, πιστεύω, ο ωραιότερος που υπήρξε ποτέ. Δε γνωρίσαμε πόλεμο, προσφυγιά, διωγμό, πείνα, φόβο. Αφήναμε τα κλειδιά στην πόρτα. Αυτό τον κόσμο δεν τον κέρδισα, μου τον πρόσφεραν χάρισμα οι προηγούμενες γενιές, που εκείνες όμως τον είχαν κερδίσει με απίστευτους αγώνες και θυσίες. Τώρα μου τον παίρνουν πίσω. Δε ζω πια στον κόσμο που μεγάλωσα, αλλά σ’ έναν που με πνίγει, που δε με θέλει, που με κάνει να αμφιταλαντεύομαι ανάμεσα στο να βάλω τα κλάματα, να κάνω στείρωση, να αποδημήσω σε άλλη χώρα ή σε τόπο χλοερό (αλλά ποτέ δεν έχω το σθένος να κάνω τίποτε από αυτά). Οι επερχόμενοι δε θα ξέρουν καν ότι αυτός ο όμορφος κόσμος υπήρξε κάποτε: το μόνο που θα ξέρουν θα είναι ότι κάποτε δεν είχαμε ίντερνετ και ψηφιακές κάμερες, όπως κι εγώ ξέρω εγκυκλοπαιδικά ότι κάποτε δεν είχανε ηλεκτρισμό. Όμως, όσο ζούμε εμείς που προλάβαμε την έννοια του «δικαιώματος», είναι επιτακτική ανάγκη να γίνει λίγος ντόρος σχετικά, ώστε να μην ξεχνιέται η έννοια. Όταν το δικαίωμα θα φτάσει να είναι κάτι σαν τη θέση πάρκιγκ, που τώρα υπάρχει και σε δύο λεπτά έχει εξαφανιστεί χωρίς να αφήσει ίχνη και χωρίς κανείς ν’ απορήσει, ποιος θα παλέψει για τα εργασιακά του δικαιώματα, για τα ασφαλιστικά του δικαιώματα, για τα δικαιώματα των μεταναστών, για την Κύπρο και τη Μακεδονία, για το περιβάλλον;

Αυτά θέλω να διεκδικήσω, και όχι το ελεύθερο να καπνίζω μες στη μούρη του πλησίον μου. Δεν ξέρω αν οι Κότες το έχουν δει τόσο σοβαρά, ελπίζω να μη μένουν στο τσιγάρο. Πάντως ξέρω μετά βεβαιότητος ότι σ’ αυτούς τους προβληματισμούς μου καμία άλλη δημόσια φωνή δε βρήκα ποτέ που να συμφωνεί.

3 σχόλια:

Γιώργος είπε...

Γενικά συμφωνώ με όσα λες σε αυτό εδώ το ιστολόγιο, αλλά για την αντίθεσή σου στην απαγόρευση του καπνίσματος θα διαφωνήσω κάθετα, οριζόντια και διαγώνια!

Το δικαίωμά σου στο κάπνισμα (εννοείται πάντα σε κλειστό χώρο), δηλαδή το δικαίωμά σου στην ευχαρίστηση, έρχεται σε σύγκρουση με το δικαίωμα του μη καπνιστή στην υγεία. Και θαρρώ πως η υγεία έχει μεγαλύτερη βαρύτητα ως αγαθό από την ευχαρίστηση.

Η απαγόρευση προκύπτει από την απλή αρχή της δημοκρατίας, ότι «η ελευθερία σου σταματά εκεί που ξεκινά η ελευθερία του άλλου». Το γεγονός ότι τόσο καιρό μπορεί να έχεις καλομάθει σε αυτήν την αυθαιρεσία εις βάρος των συμπολιτών σου που δεν καπνίζουν (και είναι αναγκασμένοι να αναπνέουν τον καπνό σου) και να σου κακοφαίνεται τώρα, δεν σημαίνει ότι πρέπει να συνεχιστεί αυτό.

Και επίσης, τι πάει να πει «μερικά πράγματα που δεν πειράζουν κανένα»; Εννοείς και το κάπνισμα μέσα σε αυτά; Αν ναι, ξανασκέψου το, γιατί πολλοί θα έχουν υποφέρει κατά καιρούς από τον καπνό σου, απλά δεν στο έχουν πει ποτέ.

Στο άλλο που λες περί «διαχωρισμού μαγαζιών για καπνιστές ή μη». Με συγχωρείς, αλλά αυτό συνιστά διάκριση εις βάρος των μη καπνιστών. Ένας καπνιστής μπορεί να πάει σε μαγαζί μη καπνιστών και αν θέλει να καπνίσει, να βγει έξω. Ένας μη καπνιστής σε ποιο μαγαζί καπνιστών μπορεί να πάει και να αναπνεύσει καθαρό αέρα;

Λες επίσης «τιμωρούμαι για την επιλογή να καπνίζω, ενώ είναι νόμιμη». Δεν ξέρω αν το κατάλαβες, αλλά ήταν νόμιμη. Τώρα με την απαγόρευση είναι παράνομο να καπνίζεις σε κλειστούς δημόσιους χώρους.

Αυτά εν ολίγοις για το κάπνισμα. Και θεωρώ κρίμα που από όλα τα κακώς κείμενα που έθιξες, αυτό που σε πείραξε περισσότερο και επέλεξες να ρίξεις το βάρος είναι ένα κλασικό παράδειγμα δικαιώματος που δεν υπήρχε και επιτέλους πάμε να το αποκτήσουμε: το δικαίωμα να μην γυρνάμε σπίτι μετά από νυκτερινή έξοδο και να βρωμάμε τσιγαρίλα από πάνω μέχρι κάτω, το δικαίωμα στον καθαρό αέρα, το δικαίωμα στην υγεία.

Πέπε είπε...

Καλησπέρα φίλε, ευχαριστώ για την ανταπόκριση.

Πριν απαντήσω, να επισημάνω ότι πρέπει οπωσδήποτε να αντισταθούμε στην παγίδα να γίνουμε δυο εχθρικά στρατόπεδα, καπνιστές vs άκαπνοι.

Αυτά που λες είναι απολύτως λογικά, αλλά νομίζω ότι τα έχω ήδη απαντήσει! Ίσως δεν εκφράστηκα πολύ ξεκάθαρα στο κείμενο, οπότε, ενδεικτικά, αποσαφηνίζω την εξής φράση: όταν λέω "τιμωρούμαι για την επιλογή να καπνίζω ενώ είναι νόμιμη" δεν εννοώ "τιμωρούμαι με πρόστιμο επειδή τη Χ στιγμή κάπνισα εκεί όπου απαγορεύεται", αλλά "τιμωρούμαι με ταλαιπωρίες και εξευτελισμούς για τη γενικότερη επιλογή του να είμαι καπνιστής".

Κατά τα άλλα, είμαι 100% υπέρ του δικαιώματος να μη βρωμάνε τα ρούχα μας και τα μαλλιά μας. Απλώς θα ήθελα αυτό να γίνεται με σεβασμό προς όλους, και όχι μόνο με σεβασμό προς εκείνους που μέχρι τώρα τον είχαν στερηθεί (το σεβασμό εννοώ).

Πέπε είπε...

Θα ήθελα να παρατηρήσετε την εξής λεπτομέρεια: αυτό το κείμενο γράφτηκε 1η Οκτωβρίου 2009. Στις 4 Οκτωβρίου είχαμε εκλογές και άλλαξε η κυβέρνηση. Με τη νέα κυβέρνηση το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης μετονομάστηκε σε Προστασίας του πολίτη. Δύο μήνες μετά, στην επέτειο της 6ης Δεκεμβρίου και τις γύρω μέρες, έδειρε όσο δεν είχε δείρει στη ζωή του.

Αυτά δεν είχαν ακόμη συμβεί όταν έγραφα, σ' αυτό το κείμενο, τη φράση "κατέβα σε πορεία, μόνο που θα φας ξύλο για λόγους προστασίας του πολίτη".