ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

LOOK WHAT THEY 'VE DONE TO MY SONG! (2: ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ ΚΗΛΑΗΔΟΝΗΣ, ΧΑΡΡΥ ΚΛΥΝΝ)

Άλλες δύο όμορφες μουσικές ετυμολογίες. Δυστυχώς ο Blogger μού κάνει νερά. Αν τα βιντεάκια δε δουλεύουν, δείτε τα στο Γιουτιουμπ κάνοντας κλικ εκεί που λέει κλικ.


Η πρώτη:




Λ. Κηλαηδόνης, Τζιν τζιν τζιν.
Από το δίσκο «Ψυχραιμία παιδιά!», 1979.
(κλικ)




Elvis Presley, Wooden Heart.
Από την ταινία G.I.Blues, 1960.
Σε σιγκλάκι βγήκε το 1964.
(κλικ)





Muss i denn: παραδοσιακό τραγούδι της ξενιτιάς από την περιοχή
της Σουηβίας στη Βάδη - Βυρτεμβέργη (νότια Γερμανία). Ορισμένοι
στίχοι θεωρούνται μεταγενέστερη προσθήκη του 1824!
Εδώ τραγουδούν οι Comedian Harmonists.
(κλικ)


Και η δεύτερη:




Χάρρυ Κλυνν, «Μαλακά, πιο μαλακά»,
από τον ομώνυμο δίσκο, 1984.

(κλικ)




Benny Bell, «Shaving cream», 1946.
(κλικ)

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ

Μετά από κάποια γεγονότα τα οποία και αυτοπροσώπως τα έζησα και στο Γιουτιουμπ τα είδα, δημοσίευσα σ' ένα φόρουμ τις παρακάτω σκέψεις:


ΔΙΣ ΙΖ Ε ΦΡΙ ΚΑΝΤΡΙ

Γεια σας.

Η «Ημέρα του δρόμου», όπως και η Παγκυκλαδική της Σύρας και όπως και τα περισσότερα τσαμπουνογεγονότα των τελευταίων ετών, έχει καλυφθεί από διάφορα βιντεάκια που δημοσιεύτηκαν στο ΓιουΤιουμπ. Δυστυχώς, τα περισσότερα από αυτά (για την ακρίβεια όλα όσα έτυχε να δω) δεν έχουν κανέναν απολύτως λόγο ύπαρξης. Δημοσιεύτηκαν από ανθρώπους χωρίς την παραμικρή συναίσθηση ευθύνης του τι κάνουν ανεβάζοντάς τα.
Όταν, κάποια βραδιά, σε μια παρέα, πολύ αργά, μεθυσμένος και μερακλωμένος, πιάσω ένα ξεκούρδιστο όργανο και τραγουδήσω φάλτσα ένα τραγούδι του οποίου ξεχνάω τους μισούς στίχους, είναι πιθανόν να δημιουργηθεί μία μαγική ατμόσφαιρα μέθεξης (σε γενική πτώση), γιατί είναι η στιγμή όπου δε μετράει η μουσική ποιότητα αλλά η συναισθηματική: εγώ και οι άλλοι γύρω ξέρουμε ότι το τραγούδι που προσπαθώ να πω είναι ωραίο και αληθινό, και κανείς δεν κοιτάει (και ορθώς) αν εκείνη τη στιγμή το λέω τόσο ωραία ή το αλλοιώνω. Δεν έχω όμως δικαίωμα να ανέβω σε κάποιο δημόσιο βήμα και να παρουσιάσω αυτή τη μουντζούρα ισχυριζόμενος ότι αυτό είναι λ.χ. ένα τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι, γιατί απλούστατα το τραγούδι δεν είναι έτσι.
Στο Γιουτιουμπ γενικά απουσιάζει αυτή η συναίσθηση. Ο καθένας ανεβάζει τη μουντζούρα του, ισχυριζόμενος ότι αυτό ήταν η Μέρα του δρόμου ή οτιδήποτε άλλο. Όχι φίλε, δεν είναι η Μέρα του δρόμου αυτό! Αυτό είναι ένα βίντεο με κακή εικόνα και κακό ήχο, που δείχνει μια άμορφη μάζα ανθρώπων να θορυβούν. Ήσουν εκεί, έζησες μια ωραία εμπειρία, προσπάθησες να την αποτυπώσεις για να τη μοιραστείς με όλο τον κόσμο, αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφερες! Γιατί το ανεβάζεις; Τι σου φταίνε όσοι θα το δούνε, και τι σου φταίει το γεγονός το οποίο προδίδεις;
Με λίγη στοιχειώδη αυτοκριτική, μπορεί κανείς να πει: «Αυτό το βίντεο δεν είναι πολύ σπουδαίο, άρα δεν είναι για ανέβασμα. Την επόμενη φορά θα προσπαθήσω να αποφύγω το τάδε και δείνα λάθος, και ίσως κάποια στιγμή φτάσω να κάνω καλά βίντεα που αξίζει τον κόπο να τα μοιραστώ με όλο τον κόσμο». Αντ' αυτού, έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι μόνο επειδή βρεθήκαμε σε μια ωραία φάση, αυτό αυτόματα κάνει τις βιντεοσκοπήσεις μας (ή τις φωτογραφίες, ηχογραφήσεις, κείμενα κλπ.) άξιες να τις δείξουμε και παραπέρα.
Συνήθως λέμε «ντάξει μωρέ, ένα ερασιτεχνικό βιντεάκι με το κινητό είναι, μη γυρεύεις πολλά». Γιατί να μη γυρεύω πολλά; Έχουμε καταργήσει τις αξιώσεις ποιότητας από τη ζωή μας; Δεν απαιτώ να είναι οπωσδήποτε καλό, απαιτώ όμως να προσπαθεί να είναι καλό.
Βέβαια υπάρχουν και κάποιες εξαιρέσεις. Εδώ και εδώ βλέπουμε τη δουλειά κάποιου που δε θεωρεί αυτονόητο δικαίωμά του να μας πετάει μια λάσπη στην καραβάνα και να μας λέει «άμα δε σ' αρέσει νέος, παρήγγειλε σουβλάκια».



Μετά από μερικές μέρες ένας φίλος απάντησε με τις δικές του σκέψεις:


ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΙΚΑ ΦΙΛΜΑΚΙΑ

Με αφορμή το κείμενο "ΔΙΣ ΙΖ Ε ΦΡΙ ΚΑΝΤΡΙ" 05/11/10 θέλω να γράψω μια άποψη:

Συμφωνώ ότι είναι άτεχνα και κακής ποιότητας τα πιο πολλά φιλμάκια που ανεβάζονται, συντελούσης και της ποιότητας του You Tube. Ψάχνοντας όμως θέματα σαν αυτά που μας απασχολούν, ή και ό,τι άλλο, πέρα από τους αυτονόητα πρακτικούς λόγους της καταγραφής του περιθωριακού ή τουλάχιστον μη επίσημου πολιτισμικού περιβάλλοντος στη χώρα μας και διεθνώς, όταν πρόκειται για έρευνα στο παρελθόν η "όποια" καταγραφή είδαμε γίνεται πολύτιμη.
Αλλά αυτά τα άτεχνα φιλμάκια έχουν και τη δική τους αξία ειδικά αν τα δεις μέσα από άλλο πρίσμα, και εξηγούμαι.
Δούλεψα και δουλεύω με καταγραφές (φωτογραφία βίντεο ήχο) εδώ και χρόνια, άλλοτε στεγνά επαγγελματικά (τηρώντας τους κανόνες της αγοράς), άλλοτε αδέσμευτα ακολουθώντας τις δικές μου απαιτήσεις. Θα πω πολύ σχηματικά τις παρατηρήσεις μου. Στην "επαγγελματική" φάση λοιπόν είσαι σχεδόν υποχρεωμένος να δείξεις σε πρώτο πλάνο με κοντινό ήχο και με κοινώς αποδεκτή αισθητική το θέμα ή "ζητούμενο" , ενώ στην "ερασιτεχνική" τα πράγματα είναι πιο χαλαρά (σαν απελευθέρωση απο το επαγγελματικό), συνεπώς έχεις την άνεση να κοιτάξεις γύρω, να καταλάβεις πού βρίσκεσαι και τι συμβαίνει παράλληλα με το "ζητούμενο". Εδώ έχεις τη δυνατότητα να καταγράψεις και το "δάσος" που λέει η παροιμία, ακόμα να δοκιμάσεις διαφορετικές αισθητικές, να ρισκάρεις την αλήθεια... Μερικές φορές μου έτυχε να φιλμάρω απλώς πλάτες άλλων φωτογράφων και κινηματογραφιστών ή να δείχνω σκουντήματα της κάμερας ή να ακούμε θορύβους και ομιλίες με μακρινή τη μουσική του "ζητούμενου". Άλλοτε μου έτυχε να ξεχνιέμαι, να μου ξεφεύγει η σκόπευση γιατί κάτι άλλο μου τράβηξε την προσοχή και να ανακαλύπτω όταν ξανάβλεπα το βίντεο ότι κατέγραφα χαρτοπετσέτες στο πάτωμα, φαγιά σε πιάτα, αλλά και πολλές άλλες όψεις του γλεντιού, φευγαλέες εκφράσεις, έπιπλα, αυτοκίνητα και περιβάλλον κατά λάθος ή εξεπίτηδες.
Μετά τα πρώτα σιχτίρια για το αποτέλεσμα κατώτερο άσχετου πρωτάρη, άλλαξα γνώμη και μέσα σε όλες αυτές τις κακές λήψεις ανακάλυψα δυνατές αλήθειες γύρω από το "ζητούμενο" αλλά και τις δικές μου αντιδράσεις πάνω στη μουσική, στο χορό ή στο περιβάλλον. Πολλά δήθεν πρότυπα είχαν εξαλειφθεί, η καταγραφή ήταν όντως ρεαλιστική. Έκτοτε οι αντιλήψεις μου είναι ανοιχτές στην εμπειρία παρά στο στήσιμο.
Προφανώς βοήθησε και η κουλτούρα του πειραματικού σινεμά ήδη από τη δεκαετία του 70 που ανέδειξε το ερασιτεχνικό και την αξία του τυχαίου. Είχαμε τόσο ενθουσιαστεί μάλιστα εκείνη την εποχή που οργανώναμε δημόσιες προβολές με ερασιτεχνικά φιλμάκια που όπως καταλαβαίνετε προβαλλόμενα μετουσιώθηκαν σε υπερρεαλιστικά ντοκιμαντέρ.
Έτσι όταν βλέπω όλα αυτά τα φιλμάκια του You Tube χωρίς "ποιότητα", μου μένει η αίσθηση ότι είναι τουλάχιστον αληθινά. Αυτές οι ερασιτεχνικές καταγραφές ακόμα και όταν μιμούνται την τηλεόραση δεν ισχυρίζονται τίποτα παραπάνω από αυτό που είναι. Αλλά περιέχουν συχνά αποκαλυπτικές αλήθειες, άμεσες αντιδράσεις και προσωπικά βιώματα που σε κανένα καλοστημένο ντοκιμαντέρ δεν θα βρούμε. Η αξία τους θα λέγαμε έγκειται στις διαφορετικές ή προσωπικές αντιλήψεις χρόνου, χώρου, θέματος που επιτρέπουν στον θεατή να εμβαθύνει σε λεπτομέρειες ή διάρκειες. Αντίθετα πολλά άρτια τεχνικά και διδακτικά ντοκιμαντέρ παρά τις σημαντικές ποιότητες στην έρευνα υπόκεινται σε μια δομή που επεξηγεί χαρακτηρίζει ή εξιδανικεύει το περιεχόμενο μην αφήνοντας τον θεατή να κρίνει. Δεν είναι σκοπός μου εδώ να αναλύσω το επαγγελματικό ντοκιμαντέρ. Το ευχάριστο είναι ότι οι νέες τάσεις στο εθνολογικό ντοκιμαντέρ είναι πιο ευαίσθητες στην εικόνα, στον ήχο και στην παρατήρηση.

Ελπίζω να συμπλήρωσα κάτι με την άποψή μου.

Το μόνο σχόλιο που θα ήθελα να κάνω είναι: όσο μ' ενοχλεί να χαμηλώνουμε ή να καταργούμε τις αξιώσεις μας για ποιότητα σε οτιδήποτε, άλλο τόσο χαίρομαι όταν κάποιος ανακαλύπτει την ποιότητα εκεί όπου εγώ δεν τη βλέπω.


Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

ΒΑΜΠΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΑΠΡΟΦΑΓΙΑ

Όπως είναι γνωστό, την Πέμπτη 26 Αυγούστου τρέχοντος έτους έγινε ένα αεροπορικό δυστήχημα στην Κρήτη: δύο μαχητικά F16 συγκρούστηκαν κατά τη διάρκεια άσκησης. Ένας αεροπόρος σκοτώθηκε κι έναν τον μαζέψαν σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση. (Tvxs, Ελευθεροτυπία)
Δύο μέρες μετά, το Σάββατο, ο νεκρός κηδεύτηκε στην πατρίδα του, την Άρτα, με τιμές και παρουσία εκπροσώπων της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. (Tvxs) Ο δεύτερος πιλότος ακόμη χαροπάλευε. (Tvxs, Ελευθεροτυπία)
Τελικά ο δεύτερος ξεψύχησε μερικές ώρες μετά την κηδεία του πρώτου, στο γύρισμα Σαββάτου προς Κυριακή, και κηδεύτηκε την Κυριακή το απόγευμα στο χωριό του, τη Γέργερη Ηρακλείου (Κρήτη). Επίσης με τιμές, με κήρυξη και εν συνεχεία παράταση του επίσημου πένθους στις Ένοπλες Δυνάμεις. (Tvxs, Ελευθεροτυπία, Καθημερινή, Βήμα)

Όμως έτυχε εκείνες ακριβώς τις μέρες να βρίσκομαι στη Γέργερη, και να ξέρω ότι τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι.
Όπως είναι φυσικό, ολόκληρο το χωριό είχε συγκλονιστεί από το δυστύχημα του συγχωριανού τους, που όλοι τον ήξεραν και πολλοί ήταν συγγενείς του. Επί δύο μέρες, Πέμπτη και Παρασκευή, όπου και να στεκόσουν κάποιος θα είχε λάβει τελευταία νέα από την οικογένεια του αεροπόρου ή θα είχε μόλις γυρίσει ο ίδιος από το νοσοκομείο.
Το Σάββατο το μεσημέρι ο αεροπόρος ήταν ήδη νεκρός. Είχε ξεψυχήσει κάποια στιγμή μέσα στο πρωινό ή αργά την προηγούμενη νύχτα. Το Σάββατο το απόγευμα έγινε στην Άρτα η άλλη κηδεία, και ο θάνατος του Κρητικού αεροπόρου ανακοινώθηκε επίσημα μόνο τα ξημερώματα της Κυριακής.
Έτσι, σύμφωνα με τις επίσημες ειδήσεις ο ένας παρέμεινε νεκρός δύο μέρες μέχρι να κηδευτεί ενώ ο άλλος μόνο μισή. Αν όμως η κηδεία του δεύτερου είχε γίνει στ' αλήθεια τόσο γρήγορα, θα συνέπιπτε με την κηδεία του πρώτου. Οι αρχές δε θα μπορούσαν να γίνουν δυο κομμάτια και να παρευρεθούν ταυτόχρονα και στις δύο κηδείες, στην Άρτα και στην Κρήτη, να αποδώσουν τις δέουσες τιμές, να εκφράσουν τη συμπαράστασή τους και γενικά να φανούν κοντά στον άνθρωπο. Έτσι απέκρυψαν το θάνατο του δεύτερου μέχρι να βολεύει να γίνουν δύο ξεχωριστές κηδείες.
Το Σάββατο το μεσημέρι αυτά που σας γράφω τα ήξερε όλη η Γέργερη. Λογικά σήμερα Δευτέρα θα τα ξέρει ήδη όλη η Κρήτη. Ο άνθρωπος δεν πέθανε στη σκοτεινή πλευρά της σελήνης ώστε τα καθέκαστα να μείνουν άγνωστα και οι αρχές να μαγειρεύουν τις ειδήσεις όπως τις βολεύει. Νά όμως που παρά ταύτα δε δίστασαν να τις μαγειρέψουν. Κράτησαν το μακαρίτη ζωντανό, και όποιος το πιστέψει το πίστεψε.

Τρίτη 24 Αυγούστου 2010

ΕΝΑ ΣΛΑΒΟΦΩΝΟ ΧΩΡΙΟ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Τις προάλλες επισκέφτηκα για λίγες μέρες ένα χωριό Σλαβόφωνων στα Σέρρας. Πιστεύω να ξέρετε τι είναι οι Σλαβόφωνοι. Αν όχι, είναι ένα τεράστιο και απίστευτα μπερδεμένο θέμα, για το οποίο έχουν γραφτεί τόνοι ψεμάτων που εξυπηρετούν διάφορες ιδεολογίες. Ακροθιγώς θα μπορούσα να πω ότι είναι το εξής:
Πληθυσμοί που κατοικούν σε διάφορα χωριά της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, που βρίσκονταν εκεί άγνωστο από πότε αλλά πάντως πριν τους πρόσφυγες, εφ' ώ και αυτοπροσδιορίζονται συνήθως ως Ντόπιοι, και οι οποίοι μιλούν μία σλάβικη γλώσσα που χονδρικά μάλλον προσεγγίζει αυτήν των Σκοπίων*. Τη γλώσσα την ονομάζουν Ντόπια ή Ντόπικα, ή επίσης Μακεδονικά. Από τους ίδιους άκουσα επίσης αόριστες περιγραφές του στιλ «η παλιά γλώσσα» ή «παλιά το λέγαμε έτσι», ενώ ο όρος Σλαβομακεδόνικα ή Σλαβομακεδονικά χρησιμοποιείται κυρίως από άλλους.
Το αν αυτοί οι άνθρωποι κατάγονται από ελληνόφωνους Έλληνες που εκσλαβίσθηκαν γλωσσικά ή από Σλάβους, και από ποιους συγκεκριμένα Σλάβους, και αν σήμερα είναι Έλληνες ή Μακεδονική μειονότητα ή κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο, πιστεύω ότι είναι εντελώς άγνωστο. Κατά καιρούς τούς έχουν διεκδικήσει όλα τα γύρω κράτη, και έχουν προσπαθήσει είτε να αποδείξουν ιστορικά ότι είναι το Α ή το Β είτε να τους πιέσουν να γίνουν το Α ή το Β. Από το ελληνικό κράτος τον τελευταίο αιώνα περίπου έχουν υποστεί έντονο διωγμό προκειμένου να αποβάλουν τη γλώσσα τους και οποιοδήποτε άλλο πολιτισμικό στοιχείο θα μπορούσε να δώσει λαβή για διεκδικήσεις σε άλλα κράτη, ιδίως δε να αποβάλουν καθετί που θα δικαιολογούσε τα Σκόπια (ΠΓΔΜ) να κάνουν λόγο για δικούς τους αλύτρωτους. Σ' αυτό το πλαίσιο έχουν μάθει κι οι ίδιοι να σκίζονται να αποδείξουν ότι είναι οι πιο φλογεροί και καθαροί Έλληνες.
Κυκλοφορεί άφθονη μυθολογία (πολλή από αυτήν σε «έγκριτες» ιστορικές, εθνολογικές και γλωσσολογικές μελέτες) σχετικά με τους Σλαβόφωνους. Έτσι όταν πήγα εκεί είχα μεγάλη περιέργεια να δω από πρώτο χέρι τι παίζει.

Δεν είδα σχεδόν τίποτε. Δεν άκουσα κανέναν να μιλάει τίποτε άλλο εκτός από ελληνικά. Ο φόβος μη τυχόν κάποιος που να μην είναι του χωριού (εγώ δηλαδή και η παρέα μου) τούς ακούσει να μιλάνε Ντόπια, ή έστω αντιληφθεί ότι αυτή η γλώσσα υπάρχει ή υπήρξε κάποτε, πλανάνται διάχυτος. Όπως είναι εύλογο, κι εμείς καταληφθήκαμε από αυτό το πνεύμα και φροντίζαμε να είμαστε άκρως διακριτικοί, μη τυχόν και πέσει κάτι στην αντίληψή μας.
Υπάρχουν βέβαια κάποιοι στο χωριό που δεν παριστάνουν ότι αυτή η γλώσσα δεν υπήρξε ποτέ. Αυτοί όμως είναι τα μαύρα πρόβατα, είναι τσακωμένοι με τους υπόλοιπους και στιγματισμένοι με την κατηγορία ή πάντως την υποψία της αντεθνικής δράσης. Από αυτούς λοιπόν έμαθα ότι η γλώσσα μιλιέται κανονικά, όχι μόνο μέσα στο σπίτι αλλά και στο καφενείο ή το δρόμο, εκτός αν φανεί να πλησιάζει ξένος. Δε μου προσδιόρισαν αν μιλιέται εξίσου από όλες τις ηλικίες ή μόνο από τους μεγαλύτερους, σαν να ψιλοκατάλαβα όμως ότι πέρα από τους γέρους και οι σαραντάρηδες-σαρανταπεντάρηδες την ξέρουν.
Από αυτούς τους εθνικά υπόπτους έμαθα ακόμη μερικές συγκεκριμένες λεπτομέρειες σχετικά με το διωγμό που υπέστησαν από το ελληνικό κράτος. Πέρα από τις μετονομασίες των χωριών, που τις ήξερα**, έχουν γίνει και μετονομασίες των ίδιων των ανθρώπων. Ο Ιβάν έγινε Γιάννης, ο Μπλάγκο (από μια λέξη που σχετίζεται με την έννοια της ευλογίας) έγινε Βαγγέλης (ευλογία = ευαγγελισμός ;;τέλος πάντων), τα επώνυμα απέβαλαν τα -ιτς και -οφ και έγιναν -ης και -ος ή -ίδης και -άκης.
(Κατ' ιδίαν όμως αρκετοί εξακολουθούν να προσφωνούνται με το σλάβικο όνομά τους, π.χ. ο Μπλάγκο έγινε στην παρέα Μπλάγος και έξω Βαγγέλης.)
Αυτά για τους ζωντανούς. Τους πεθαμένους δεν μπορούσαν να τους αλλάξουν, οπότε απλώς τους εξαφάνισαν: ξεπάτωσαν όλα τα μνήματα, όπου τα σλαβομακεδόνικα ονόματα ήταν γραμμένα με κυριλλικό αλφάβητο.
Όλα τα σπίτια του χωριού, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, γκρεμίστηκαν και ξαναχτίστηκαν σε νέο αρχιτεκτονικό στιλ (δηλαδή μάλλον χωρίς κανένα στιλ), για να μη μοιάζουν με τη λαϊκή αρχιτεκτονική των γειτονικών χωρών.
Δεν ξέρω για το συγκεκριμένο χωριό, αλλού όμως, στα επίσης σλαβόφωνα μέρη της Φλώρινας, γκρεμίστηκαν ακόμη και οι εκκλησιές, επειδή είχαν το σλάβικο στιλ με τους δύο τρούλους, και έγιναν καινούργιες. Φαίνεται δε ότι σ' αυτό, που είναι πολύ πρόσφατο γεγονός, δεν αντέδρασαν όχι παπάδες ή λαϊκοί αλλά ούτε καν αρχιτέκτονες ή εφορίες βυζαντινών αρχαιοτήτων. (Έτσι άκουσα, έτσι λέω. Δεν εγγυώμαι για την ακρίβεια των πληροφοριών μου.)
Έμαθα επίσης για τα Σπίτια του Παιδιού: ιδρύματα που είχε κάνει η Φρειδερίκη όπου φυλάσσονταν τα παιδιά από αυτά τα χωριά, με βασικό στόχο όχι απλώς να γαλουχηθούν σύμφωνα με την εθνικοπατριωτική και βασιλόφρονα/προσωπολατρική προπαγάνδα της εποχής, να μάθουν μεταξύ άλλων να αποστρέφονται τη σλάβικη γλώσσα τους, αλλά και κάτι πιο συγκεκριμένο και πρακτικό: να μάθουν ελληνικά.
Ο πολιτιστικός σύλλογος του χωριού οργανώνει εκδηλώσεις και καταγραφές της τοπικής παραδοσιακής μουσικής, στις οποίες τα τραγούδια εκτελούνται οργανικά, χωρίς λόγια, και οι ερευνητές απαγορεύεται (δε συνίσταται εν πάση περιπτώσει) να ρωτήσουν τίποτε σχετικά. Ενθαρρύνονται να παριστάνουν ότι το θεωρούν φυσικό ένα ολόκληρο χωριό να μην έχει τραγούδια παρά μόνο οργανικούς σκοπούς. Αυτά σήμερα, όχι επί Φρειδερίκης.

Από την εφημερίδα Εμπρός, 1959

Γιατί τα γράφω όλα αυτά;

Όχι για να ενημερώσω κανέναν για την ιστορία αυτών των πολύπαθων περιοχών. Άκρες μέσες είναι γνωστό τι έχουν περάσει αυτοί οι άνθρωποι για την ατυχή τους επιλογή να παν να γεννηθούν σ' ένα περιβάλλον όπου η ζώσα, μητρική γλώσσα δεν ήταν η ίδια με την επίσημη του κράτους. Κι εγώ ο ίδιος έχω διαβάσει πολύ περισσότερα από αυτά που σας μεταφέρω εδώ προχείρως, δεν έχω κάνει όμως συστηματική μελέτη και γι' αυτό τα αναφέρω όπως θα τα αναφέραμε σε οποιαδήποτε πρόχειρη κουβέντα.
Δύο ήταν τα πράγματα που μου έκαναν βαθειά εντύπωση: Πρώτον, η πληροφορία για το γκρέμισμα των σπιτιών και των μνημάτων. Το ελληνικό κράτος διέγραψε το παρελθόν. Αυτοί οι άνθρωποι έχασαν το δικαίωμα στη γλώσσα τους, στο χωριό τους (νέα κτίσματα, νέα ονόματα), στα μνήματα των προγόνων τους -που παρά ταύτα κάπου εκεί είναι θαμμένοι-, και δεν τους επετράπη να κρατήσουν ούτε το όνομά τους. Δεύτερον, το πώς βιώνεται σήμερα (2010) όλη αυτή η τρομοκρατία. Προφανώς αυτοί οι άνθρωποι συνειδητοποίησαν ότι η μόνη λύση για την επιβίωσή τους θα ήταν να υιοθετήσουν αυτό το νέο παρελθόν που τους φορέσανε. Κι έτσι ζουν σ' ένα καθεστώς καθημερινής φοβίας μήπως ο κάθε διπλανός τους, ιδίως ο ξένος, είναι χαφιές και πάει και τους δώσει ως σκοπιανούς πράκτορες έτσι και τους ξεφύγει καμιά σλάβικη κουβέντα.


Πίναξ μετονομασιών ξενογλώσσων τοπωνυμιών
(περιοχή Αγράφων) της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού.

Παρ' ότι πιστεύω (και το έχω υποστηρίξει σε άλλες αναρτήσεις μου) ότι γενικά ζούμε τον φουτουριστικό εφιάλτη ενός ολοκληρωτισμού τύπου 1984, αυτές τις μέρες είδα ότι οι εφιάλτες των ολοκληρωτικών καθεστώτων του παρελθόντος σε κάποια μέρη της όμορφης πατρίδας μας παραμένουν ολοζώντανοι.



__________________________________________________
* Όπως είναι φυσικό, από χωριό σε χωριό υπάρχουν ιδιωματικές αποκλίσεις. Το ίδιο συμβαίνει και με τα Ελληνικά των ίδιων περιοχών (και της υπόλοιπης Ελλάδας άλλωστε). Πρέπει όμως να έχουμε υπόψη μας ότι οι Σλαβικές γλώσσες γενικά μοιάζουν πολύ περισσότερο μεταξύ τους απ' ό,τι άλλες γλώσσες που ανήκουν στην ίδια οικογένεια μεταξύ τους. Ρώσος με Βούλγαρο συνεννοούνται σχετικά άνετα μεταξύ τους, μιλώντας ο καθένας τη δική του γλώσσα. Η διάλεκτος ή το ιδίωμα που μιλάει ένας Βούλγαρος στα δυτικά άκρα της χώρας, στα σύνορα με Σερβία ή Σκόπια, μοιάζει πολύ περισσότερο με τη σερβική (σερβοκροατική για την ακρίβεια) ή σκοπιανή (σλαβομακεδονική) διάλεκτο ή ιδίωμα που μιλιέται πέντε μέτρα παραπέρα, στην άλλη μεριά των συνόρων, παρά με τα βουλγάρικα της ανατολικής άκρης της Βουλγαρίας. Συνεπώς δεν είναι πάντα εύκολο να πει κανείς αν μία συγκεκριμένη γλωσσική μορφή, εν προκειμένω η γλώσσα των σλαβόφωνων χωριών της Ελλάδας, ανήκει ως διάλεκτος ή ιδίωμα στα Βουλγάρικα, τα Σκοπιανά ή τα Σερβοκροατικά ή είναι ξεχωριστή γλώσσα.
Ωστόσο υπάρχει ένα κριτήριο που το θεωρώ σχετικά ασφαλές: οι περισσότερες σλάβικες γλώσσες κλίνουν τα ουσιαστικά με πτώσεις (
το τραπέζι / του τραπεζιού), όπως και τα Ελληνικά. Ειδικά τα Σκοπιανά δεν έχουν πτώσεις, τις εκφράζουν με τη χρήση προθέσεων όπως συμβαίνει στις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες (π.χ. Αγγλικά: the table, of the table, to the table...). Το ίδιο συμβαίνει και με τα Ντόπια. Άρα τα Ντόπια είτε ανήκουν ως διάλεκτος/ιδίωμα/ντοπιολαλιά στην ίδια γλώσσα με τα Σκοπιανά, δηλαδή τη Μακεδονική όπως την ονομάζουν οι ίδιοι οι Σκοπιανοί, είτε εν πάσει περιπτώσει προσεγγίζουν πολύ περισσότερο τη γλώσσα των Σκοπίων παρά οποιαδήποτε άλλη σλάβικη γλώσσα.

** Οι αλλαγές των τοπωνυμίων ξεκίνησαν σποραδικά από συστάσεως του ελληνικού κράτους, έλαβαν πιο συστηματικό και εντατικό χαρακτήρα το 1909 και συχεχίζονταν μέχρι και την προηγούμενη δεκαετία. Πριν γίνουν, σε πολλές περιοχές της Ελλάδας τα περισσότερα ή και όλα τα χωριά και αρκετές πόλεις είχαν τούρκικα ή σλάβικα ονόματα. Τα νέα ονόματα, είτε μεταφράσεις των παλιών είτε εντελώς καινούργια, συνήθως βγάζουν μάτι με τον αδέξιο και αφύσικο χαρακτήρα τους: Μηλοχώρι (πρ. Λίγκα), Δασόλοφος (πρ. Ορμάν Μαγούλα), Αχλαδοχώρι (πρ. Μανδαρές, πιο πρώην Κισλάρ), Καρυδοχώρι, Καπνόφυτο, Βαμβακόφυτο, Ψωμοτόπι, Εμμανουήλ Παππάς (έλεος! ο κάτοικος πώς λέγεται, Εμμανουηλπαππαδιώτης; -πρ. Δοβίστα), Ορεινή (πρ. Φράστενα ή Φραστάνη), καθώς και τα διάφορα Ελληνικά, Βασιλικά, Προμαχώνας, Εύζωνοι, αλλά και Πρώτη (πρ. Κιούπκιοϊ), Καλλιθέα, Καλλίπολη, ενώ μερικά είναι αναβιώσεις αρχαίων τοπωνυμίων της περιοχής ή απλώς αρχαΐζοντα, όπως Ηράκλεια (πρ. Κάτω Τζουμαγιά), Έδεσσα (πρ. Βοδενά), Πτολεμαΐδα (πρ. Καϊλάρια), Αγριανή (πρ. Αχριάν Ντουμάρ), Αραβησσός (πρ. Όμπαρ). Ακόμη και στην Τουρκία την ελληνική ή και ελληνική πόλη του Τσεσμέ (τσεσμές σημαίνει κρήνη) μερικές φορές τη βλέπουμε να αναφέρεται σε ελληνικές πηγές ως Κρήνη. Για αδιευκρίνιστους λόγους επιβίωσαν μερικά σλάβικα όπως Αράχωβα, Ζαγορά / Ζαγοροχώρια, Μέτσοβο (υποθέτω λόγω των εθνικών ευεργετών, που άλλωστε δεν ήταν Σλαβόφωνοι αλλά Βλάχοι), Τύρναβος, από τούρκικα το ιστορικό Κιλελέρ, και αρκετά αρβανίτικα όπως Βάρκιζα.
Περισσότερα εδώ, απ' όπου πήρα και τη φωτογραφία του εγγράφου της ΓΥΣ. Σημειώνω ότι η πηγή όπου παραπέμπω παρέχει μεν αντικειμενικά στοιχεία, το σύνολο όμως του ιστοτόπου όπου εντάσσεται διαπνέεται από μία ιδεολογία που δε συμμερίζομαι.

Κυριακή 15 Αυγούστου 2010

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΡΕΑΡΗΣ

Το πανηγύρι του Άη Γιάννη της Βρουκούντας ανήκει, μαζί με τα Αναστενάρια, το καρναβάλι της Σκύρου και μερικά ακόμη, στις πιο γνωστές, προβεβλημένες και μελετημένες παραδοσιακές εκδηλώσεις που γίνονται στην Ελλάδα. Είναι ένα πανηγύρι που γίνεται όπως παλιά, όταν δεν υπήρχε ούτε τουρισμός, ούτε εκβιομηχάνιση της ζωής, ούτε ρεύμα και οδικό δίκτυο, και όταν στις αγροτικές κοινωνίες οι άνθρωποι δεν ήταν καταναλωτές αλλά έφτιαχναν μόνοι τους τα πάντα, από το ψωμί και τα ρούχα τους μέχρι τη μουσική τους.
Ως εκ τούτου το πανηγύρι του Άη Γιάννη της Βρουκούντας κάθε χρόνο κατακλύζεται από στίφη ερευνητών, μουσικολόγων, ανθρωπολόγων, λααογράφων, χορολόγων και τουριστών, ενί λόγω ατόμων με κάμερες και μαγνητοφωνάκια, που συρρέουν εκεί να δουν και να πάρουν μαζί τους εικόνες από ένα ζωντανό παρελθόν, της εποχής που δεν υπήρχαν κάμερες, μαγνητοφωνάκια, ανθρωπολόγοι και τουρίστες.
Όταν το επισκέφθηκα, μία μοναδική φορά, το 2003, είχα σαφώς την αίσθηση ότι όλα όσα έβλεπα να γίνονται έρχονται από πολύ μεγάλο βάθος χρόνου. Βέβαια κάποια ξεκινούσαν μεν από βάθος χρόνου αλλά δεν έφταναν μέχρις εμάς, χάνονταν στο δρόμο κάπου λίγο πριν το τέλος. Η παρουσία όλων των άσχετων δεν προσέφερε τίποτε και σε μερικές περιπτώσεις αφαιρούσε κιόλας. Οπωσδήποτε όμως δεν αφαιρούσε τα πάντα. Το πανηγύρι έγινε: ήρθαν οι Ολυμπίτες της ξενιτιάς να συναντήσουν τους Ολυμπίτες της πατρίδας, να ζήσουν όλοι μαζί την ενότητα του χωριού όπου αισθάνονται τόσο έντονα ότι ανήκουν, δεμένοι σ' ένα μοναδικό χορευτικό κύκλο που δεν κόπηκε ούτε μία στιγμή μέχρι το πρωί, με κέντρο τα λυροτσάμπουνα, τα όργανα που ακόμη κι ο γεροντότερος εκεί μέσα τα θυμόταν από τη μακρινή του παιδική ηλικία να μην έχουν λείψει από καμία σημαντική στιγμή της ζωής του και της ζωής της κοινότητας, που επίσης χωρίς διακοπή όλη νύχτα έπαιζαν για χιλιοστή φορά τους ίδιους σκοπούς με πέρσι, με πρόπερσι και με πάντα, και πάνω σ' αυτούς τους σκοπούς οι μερακλήδες να εναλλάσσουν τις παμπάλαιες μπαλάντες για την αγάπη, τον πόλεμο, το θάνατο και τη ζωή με τις δικές τους ολοκαίνουργιες φτερωτές μαντινάδες, που καμιά τους δεν υπήρχε πριν τραγουδηθεί για πρώτη και τελευταία φορά. Τραγούδησαν την αγωνία τους να πιστέψουν πως όσα κι αν φέρει η ζωή, κάποια πράγματα που η διάρκειά τους μέσα στο χρόνο τούς κάνει να τα εμπιστεύονται ανεπιφύλακτα θα συνεχίσουν να στέκουν. Πως οι ρίζες τους είναι ακόμη μέσα στη γη τους, κι αυτή η γη εξακολουθεί να τις τρέφει. Με άλλα λόγια, ετέλεσαν το χρέος που τελούσαν οι Έλληνες από τότε που εφευρέθηκε η ξενιτιά, και που οι αποικίες έστελναν αντιπροσώπους να συμμετάσχουν και να αναβαπτιστούν στις μεγάλες εορτές της μητρόπολης. Έστω κι αν ετούτοι εδώ υποχρεώθηκαν να τα κάνουν όλα αυτά ενώπιον κοινού.

Μία από τις πολλές σκηνές που μου εντυπώθηκαν ήταν η εξής:
Έχει απολύσει ο εσπερινός, έχουν στρωθεί οι τάβλες. Έχουμε φάει, κι έχουν αρχίσει τα τραγούδια της τάβλας, προστάδιο πριν αρχίσει το κυρίως γλέντι. Τα πρώτα «τραγούδια» της τάβλας δεν είναι τραγούδια, είναι εκκλησιαστικά τροπάρια. Ακολουθούν τα καθαυτού τραγούδια, που λέγονται χωρίς όργανα και που, μακρόσυρτα καθώς είναι, δεν ακούγονται πολύ διαφορετικά από τα τροπάρια που έψελναν λίγο πριν οι ίδιοι άνθρωποι. Και τελικά έχουν βγει και τα όργανα: τσαμπούνα, λύρα και λαούτο. Και παίζουν τον Συρματικό, το σκοπό όπου τραγουδιούνται τα περισσότερα από αυτά τα παμπάλαια αφηγηματικά τραγούδια που λέγαμε, και με τον οποίο ξεκινάνε απαρέγκλιτα όλα τα γλέντια.
Παίζουν την εισαγωνή του Συρματικού, μια σειρά από οργανικές «βόλτες» που δεν έχουν συγκεκριμένη διάρκεια αλλά μπορούν να κρατήσουν όσο χρόνο κι αν χρειαστεί, μέχρι να αποφασίσει κάποιος να μπει μ' ένα τραγούδι. Το να λέει κανείς καλά Συρματικό θεωρείται ό,τι πιο απαιτητικό υπάρχει για έναν μερακλή. Είναι λίγοι εκείνοι που μπορούν να φέρουν επιτυχώς εις πέρας αυτή την αποστολή, που μέσα στην τάξη του γλεντιού αποτελεί τιμή και προνόμιο αλλά και ευθύνη. Στην τάβλα γύρω από τους οργανοπαίχτες κάθονταν, μεταξύ άλλων, δυο τρεις πρωτομερακλήδες που θα μπορούσαν να το αναλάβουν. Φαίνεται πως με διάφορους άδηλους τρόπους έκαναν μεταξύ τους μια σιωπηρή συνεννόηση:
-Θα το πεις ή να το πω;
-Πες το.
-Σίγουρα; Δε θες εσύ;
-Παρακαλώ, σ' εσένα η τιμή.
-Εντάξει, θα το πω.
-Μπορείς; Αν θες το λέω εγώ.
-Πες το εσύ καλύτερα.
-Εντάξει. Κάτσε να δούμε ποιο θα πω...

Μέχρι να γίνουν όλα αυτά οι οργανοπαίχτες εξακολουθούσαν να παίζουν την εισαγωγή. Οι υπόλοιποι γλεντιστάδες δεν αδημονούσαν, γιατί σ' αυτά τα γλέντια όποιος βιάζεται δεν έχει καμία ελπίδα. Τελικά προκύπτει ότι θα το πει ο Γιώργος Πρεάρης. Ο Πρεάρης είναι ένας «αρχαίος» άνθρωπος, φορέας και θεματοφύλακας μιας βαριάς κληρονομιάς: μόνο τα τραγούδια και οι σκοποί που ξέρει είναι ένα σημαντικό κεφάλαιο στον πολιτισμό της Ολύμπου και κατ΄επέκταση, τολμώ να πω, στον νεοελληνικό πολιτισμό.
Τη στιγμή λοιπόν που ο Πρεάρης είναι έτοιμος κι έχει ήδη ανοίξει το στόμα του για ν' αρχίσει το τραγούδι, έρχεται τρέχοντας ένα πιτσιρίκι και τον τραβάει από το μανίκι.
-Θείο, θείο!
-Τι έγινε;
-Τρέχα, φωνάζει η θεία.
-Δεν μπορώ τώρα.
-Όχι, να έρθεις. Είπε η θεία...
Το πανηγύρι δεν είναι μόνο τραγούδια, όργανα και χορός. Γίνονται κι ένα σωρό άλλα πράγματα, πέρα από το προσκήνιο. Ένα από αυτά είναι ότι κάθε οικογένεια προσκυνητών, με το που θα φτάσει στο χώρο μετά από κανένα τετράωρο πεζοπορίας από την Όλυμπο, πρέπει να εξασφαλίσει ένα μέρος να κοιμηθεί το βράδυ. Υπάρχει ένα πλάτωμα όπου στρώνουν μπατανίες, αλλά δε χωράει απεριόριστους. Όποιος αργήσει την πάτησε. Φαίνεται λοιπόν ότι η θεία είχε στρώσει κάπου για όλη την οικογένεια και μετά προέκυψε κάποιο πρόβλημα, κάποιοι δε χώραγαν, τσακώθηκε με κανένα γείτονα, ποιος ξέρει τι, και φώναζε τον άντρα της να έρθει να καθαρίσει, αλλιώς κινδύνευαν να μην έχουν τόπο να πλαγιάσουν.
Τα όργανα έπαιζαν ακόμη εισαγωγή. Ο γερομερακλής κοίταξε τον πιτσιρικά μ' ένα ύφος σαν να του έλεγε «Είσαι με τα καλά σου; Εδώ εγώ έχω να πω Συρματικό, κι εσύ μου λες για τις μπατανίες;», του ξέκοψε ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση να παρατήσει το πόστο του ειδικά αυτή την κρίσιμη στιγμή για να πάει να ασχοληθεί με τετριμμένα ζητήματα του καθ' ημέραν βίου, και τραγούδησε.
Αυτός είναι ο μερακλής. Το τραγούδι τού το είχαν εμπιστευτεί οι πρόγονοί του, που το είχαν από τους δικούς τους προγόνους, για να το πει σήμερα ώστε να ξεκινήσει το γλέντι με τους χωριανούς που μαζεύτηκαν από τα πέρατα της γης για να πάρουν αμπάριζα και να βγουν, και η νοητή κοινότητα να γίνει για μια νύχτα ξανά πραγματική, και για να το ξαναπεί και κάθε άλλη αντίστοιχη φορά που θα γίνεται το ίδιο, μέχρι να το μάθουν οι νεότεροι και να το λένε όταν εκείνος θα 'χει φύγει, και το πανηγύρι να διαιωνιστεί, κι έτσι ο κόσμος να συνεχίσει να υπάρχει, ενώ αλλιώς δε θα συνεχίζει, θα είναι κάθε μέρα ένας καινούργιος κόσμος χωρίς παρελθόν και χωρίς βάση. Σ' όλα αυτά να προσθέσουμε και κάτι που μάλλον δε θα απασχολούσε τον Πρεάρη, αλλά το σκέφτηκα εγώ: ότι οι παλιοί παλιοί αυτά τα τραγούδια δεν τα 'χαν εμπιστευτεί μόνο στους δικούς του προγόνους, αλλά στους προγόνους όλων των Ελλήνων (για να μην επεκταθώ και στα αντίστοιχα άλλων λαών), αλλά όταν στα περισσότερα άλλα μέρη τα 'χαν ξεχάσει στην Όλυμπο τα κρατάγαν ακόμα.
Ο Πρεάρης δεν είπε τίποτε από όλα αυτά. Δεν έδειξε αν έχει ή δεν έχει την αίσθηση που είχα εγώ, ότι τελεί ένα ιερό χρέος εκείνη τη στιγμή. Απλώς κατέστησε σαφές ότι είναι αδιανόητο να παρατήσει το τραγούδι, αφού στο κάτω κάτω δεν είχε πιάσει και καμιά φωτιά.

Αργότερα σκέφτηκα πως ανάμεσα σ' όλους τους άσχετους που δεν είχαν δουλειά εκεί, δηλαδή ούτε με λυροτσάμπουνα είχαν μεγαλώσει ούτε είχαν να επιβεβαιώσουν και να ανανεώσουν τους δεσμούς τους με κανέναν, ήμουν κι εγώ. Η παρουσία μου δεν προσθέτει τίποτε στην ουσία του πανηγυριού. Είχα πάει από το δικό μου προσωπικό ενδιαφέρον γι' ατό το μέρος και για τα έθιμα και τα τραγούδια του, δηλαδή, αν το καλοσκεφτούμε, για ατομιστικούς λόγους. Ενώ το πνεύμα του πανηγυριού είναι ακριβώς η συλλογικότητα. Κι έτσι δεν ξαναπήγα μέχρι τώρα στον Άη Γιάννη.
Πήγα όμως σε πολλά άλλα πανηγύρια, όσα δεν έχουν αυτό τον τόσο ιδιαίτερο, καθαρά τοπικό χαρακτήρα, και όσα δεν είναι τόσο φημισμένα για την αυθεντικότητά τους ώστε να μπασταρδεύονται από τις συνέπειες της ίδιας τους της φήμης.

Λίγα χρόνια μετά λοιπόν, γινόταν το πανηγύρι της Λαμπρής Τρίτης στην Όλυμπο. Μια παρέα μερακλήδες είχαν στελιάσει καθιστό γλέντι γύρω από ένα τραπέζι στο Πλατύ. Τα πράγματα ήταν ακόμα ανεπίσημα: η παρέα ήταν μικρή, οι οργανοπαίχτες κάθονταν στους πάγκους μαζί με τους άλλους και όχι σε καρέκλες πάνω στο τραπέζι, όπως γίνεται στο χορό, και ο πολύς ο κόσμος που θα ξεκίναγε το χορό δεν είχε ακόμα μαζευτεί. Είχαν ξεκινήσει και πάλι με ένα Συρματικό, και τώρα έλεγαν μαντινάδες απευθύνοντας ο ένας στον άλλο παίνια και φιλοφρονήσεις.
Κάποια στιγμή ξεπρόβαλε από ένα στενό ο Γιώργος ο Πρεάρης. Κοίταξε μ' ένα αβέβαιο και κάπως παράξενο ύφος γύρω γύρω, μετά πλησίασε κι έπιασε θέση σ' ένα πάγκο. Έκατσε χωρίς να χαιρετήσει άνθρωπο. Οι άλλοι του φέρθηκαν με ιδιαίτερα τιμητικό και σεβαστικό τρόπο, του έκαναν τόπο να καθήσει, και πολύ σύντομα άρχισαν να του τραγουδούν μαντινάδες. Ήταν η μία πιο επαινετική από την άλλη. Ακούγοντάς τις αντιλήφθηκα ότι η κοινή γνώμη γι΄αυτό τον σημαντικό άνθρωπο ήταν λίγο πολύ η ίδια με τη δική μου: οι μερακλήδες τον αναγνώριζαν ως πρωτομερακλή τους, και θεωρούσαν σαφώς ότι αποτελεί σπουδαίο κεφάλαιο για την Όλυμπο, ότι είναι ένας από τους διαύλους που εξασφαλίζουν την επικοινωνία του παρόντος με όλες τις γενιές του παρελθόντος. Κάτι σαν τους ραψωδούς ή τους μάντεις της αρχαιότητας, που ήξεραν οι πρώτοι το παρελθόν (σε εποχή που δεν υπήρχε γραφή, οπότε την ιστορία την ήξεραν μόνο οι παραμυθάδες) και οι δεύτεροι το μέλλον. Όλα αυτά είναι δικά μου λόγια βέβαια, αλλά κι εκείνοι με τα δικά τους αυτό πάνω κάτω έλεγαν.
Ο Πρεάρης δεν έδειξε καμία προσοχή στα λόγια που του απηύθυναν οι γλεντιστάδες, δεν τραγούδησε, δεν απήντησε τίποτε, εξακολουθούσε να κοιτάει στα χαμένα, και κάποια στιγμή σηκώθηκε κι έφυγε, πάλι χωρίς να χαιρετήσει, στη μέση μιας μαντινάδας που του έλεγε κάποιος.

Αλτσχάιμερ, μου είπαν αργότερα. Δεν ξέρω αν ισχύει η πληροφορία, αλλά ότι ήταν άρρωστος είναι βέβαιο.

Αγανάκτησα. Αν το είχε η μοίρα του να αρρωστήσει, ας αρρώσταινε. Υπάρχουν χίλιες δυο αρρώστιες που χτυπάνε στο αίμα, στα κόκκαλα, στο συκώτι, στα πόδια, στα χέρια, στα μάτια, όπου θες. Ήταν ανάγκη αυτόν τον άνθρωπο να τον χτυπήσει ειδικά στη μνήμη; Ή αντίστροφα: αν ήταν να πέσει μια αρρώστια που χτυπάει στη μνήμη, ήταν ανάγκη να πέσει ειδικά σ' αυτόν;

Επιτρέπεται να γίνονται τέτοια στον κόσμο; Δεν έχουμε πολλούς ανθρώπους σαν κι αυτόν, που ήταν ταμείο γνώσης και μνήμης και σοφίας, για να μας τους σπαταλάτε! Θα μου πεις, και τι να κάνεις; Να τα βάλεις με το θεό ή τη μοίρα; Χαμπάρι δε θα πάρουν ότι κάπου κάποιος μικρός, ελάχιστος άνθρωπος, κουνάει τη γροθιά του και φωνάζει. Το αποδέχεσαι, δεν υπάρχει άλλη λύση. Και στο κάτω κάτω έχει πολλούς που πόνεσαν πιο πολύ από μένα γι' αυτή την ιστορία: οι χωριανοί του και οι μερακλήδες τ' αγαπάνε πιο πολύ από μένα τα τραγούδια (ας πούμε ότι εγώ τ' αγαπάω από λίγο πιο μακριά, ίσως πιο πολύ τα θαυμάζω και τα καμαρώνω, ενώ εκείνοι τα 'χουν δικά τους), και φυσικά υπάρχουν οι δικοί του άνθρωποι που έζησαν το δράμα του από κοντά. Εγώ πού κολλάω; Κλαίνε οι χήρες, κλαίνε κι οι παντρεμένες;

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *

Ο Γιώργος Πρεάρης πέθανε χτές, παραμονή της Παναγίας 2010. Αιωνία του η μνήμη.

Παρασκευή 25 Ιουνίου 2010

Η ΒΟΜΒΑ ΣΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΡΟ.ΠΟ.

Άγνωστοι χτες κατάφεραν να περάσουν έναν εκρηκτικό μηχανισμό μέσα στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Έφτασε σχεδόν μέχρι το γραφείο του ίδιου του Προστάτη του Πολίτη και τελικά έσκασε στα χέρια ενός στενού του συνεργάτη, σκοτώνοντάς τον.

Καταδικάζω αυτή την ενέργεια ως βλακώδη.

Πρώτον: άντε και σκοτώνατε τον Προστάτη. Και τι μ' αυτό; Θα είχατε κόψει το ένα κεφάλι της Λερναίας Ύδρας. Το ζητούμενο δεν είναι να τους σκοτώσουμε. Εμένα δε μ' ενοχλεί να είναι ο Προστάτης ζωντανός και αρτιμελής, φτάνει να μην κάνει αυτά που κάνει.

Δεύτερον: να δούμε τι αντίποινα θα πληρώσουμε. Στον Β' Παγκόσμιο, τον ελληνικό Εμφύλιο και άλλους πολέμους είχαν καθιερωθεί στην πράξη διάφορες ταρίφες για τα αντίποινα, π.χ. νεκρός δεκανέας κοστολογούνταν 10 αμάχους, νεκρός στρατηγός ένα ολόκληρο χωριό αμάχων κλπ. (λέω μερικά νούμερα στην τύχη, δεν έχω διαβάσει τους τιμοκαταλόγους της εποχής). Εδώ το ύψος των αντιποίνων θα μετρηθεί μάλλον σε στοιχεία ατομικών ελευθεριών, αξιοπρέπειας και ανθρώπινων δικαιωμάτων όλων μας. Να δούμε όμως ποια και πόσα θα είναι αυτά τα στοιχεία.

Μπράβο μαλάκες, μεγάλο κατόρθωμα κάνατε. Όταν δε θα πηγαίνουμε ούτε από την κρεβατοκάμαρά μας στο μπάνιο μας χωρίς σωματικό έλεγχο και επίδειξη ταυτότητας, εσείς θα λέτε «τουλάχιστον φάγαμε τον Βασιλάκη»; Καλή χώνεψη.

Δευτέρα 21 Ιουνίου 2010

ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ (Μια ιστορία στην Ικαρία)

Ο θέλων μουσικήν μαθείν και θέλων επαινείσθαι
θέλει πολλάς υπομονάς, θέλει πολλάς ημέρας.

Γάμησέ τα: πολλάς υπομονάς δε λέει τίποτα! Στο αυτοβιογραφικό Bad Piper's blues και σε άλλα κείμενα αυτής της στήλης έχω μερικές από τις ιστορίες του πώς έμαθα και προσπαθώ ακόμη να μαθαίνω μουσική. Είμαι πεπεισμένος ότι η μουσική δε μαθαίνεται με τα χάδια παρά μόνο με τις σφαλιάρες. Ασφαλώς και η διαδικασία αυτή έχει ανεκτίμητες χαρές. Αλλά όποιος φαντάζεται ότι οι χαρές αυτές είναι τζάμπα ή έστω ότι παρέχονται σε χαμηλό κόστος, σύμφωνα με την προσωπική μου εμπειρία πλανάται κάργα.
Η ιστορία που ακολουθεί παρουσιάζει την πιο πρόσφατη σφαλιάρα που έφαγα προσπαθώντας να μάθω. Η ιστορία εκτυλίχθηκε στην Ικαρία, οπότε κρίνεται αναγκαία μια εισαγωγή σχετικά με την Ικαρία: τι είναι αυτό το μέρος σύμφωνα με όσα γνωρίζω και με όσα αφορούν τη μουσική.

Την Ικαρία την έχω επισκεφθεί δύο φορές στο παρελθόν. Και οι δύο επισκέψεις ήταν αποτυχημένες, για διάφορους λόγους. Ούτε καλά πέρασα, αλλά ούτε και μπόρεσα να μορφώσω μία ψύχραιμη προσωπική άποψη για το μέρος και για το αν ισχύουν ή όχι τα λεγόμενα περί αυτού.
Τα λεγόμενα τα έχει λίγο πολύ υπόψη του ο καθένας (βλ. π.χ. εδώ). Η Ικαρία είναι από τα κατεξοχήν νησιά που έχουν γίνει αντικείμενο σύγχρονης μυθολογίας: και καλά είναι εντελώς ιδιαίτερο μέρος, οι Καριώτες είναι τόοοοσο χαλαροί, υπάρχει μια άλλη αίσθηση του χρόνου, έχει μια ενέργεια κλπ.. Όλοι έχουν ακούσει για τον περίφημο φούρνο που λειτουργεί χωρίς μαγαζάτορα και μπαίνεις, παίρνεις μόνος σου το ψωμί σου και αφήνεις τα λεφτά. Όλοι έχουν επίσης ακούσει για τα εμπορικά μαγαζιά που ανοίγουν το βράδυ αντί την ημέρα. Και οι περισσότεροι ξέρουν προσωπικά κάποιον φίλο ενός γνωστού εκείνου του τουρίστα που ρώτησε μια γιαγιά τι ώρα είναι κι εκείνη του απάντησε «γιατί παιδί μου, θα πάρεις αντιβίωση;». Επίσης φημίζονται για γενικότερα αντισυμβατικοί.
Η Ικαρία είναι επίσης ξακουστή για τα πανηγύρια της. Δεν έχω βρεθεί ποτέ σε καριώτικο πανηγύρι. Από διασταύρωση διάφορων πληροφοριών είχα καταλήξει στην εξής εικόνα:
Πρόκειται για ένα μέρος που είχε αναπτύξει πλούσια και ιδιαίτερη λαϊκή μουσικοχορευτική παράδοση. Μέσα στις τελευταίες γενιές η παράδοση αυτή χάθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά, σα να τη σάρωσε κανένα κύμα. Έμεινε ζωντανό ένα μοναδικό δείγμα της, ο Ικαριώτικος χορός. Όλα τα υπόλοιπα έσβησαν και ξεχάστηκαν: κανείς δεν παίζει τα τοπικά όργανα, κανείς δεν ξέρει ικαριώτικα τραγούδια εκτός από τρία-τέσσερα, κανείς δε χορεύει άλους τοπικούς χορούς εκτός από αυτό τον ένα. Τα πανηγύρια μπορεί να είναι συχνά, με μεγάλη προσέλευση και με πολύ κέφι, αλλά δεν παύουν να είναι βασικά αφορμές για διασκέδαση, χωρίς περαιτέρω λειτουργική διάσταση -με την έννοια ότι απλώς πας για να σου παίζουν μουσική και να χορέψεις.
Γενικώς δηλαδή, πέρα από τα μεμονωμένα παλιά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν ακόμη, ο ιστός της παράδοσης έχει χαθεί.
Αντίθετα όμως από όλη αυτή την ισοπέδωση, ειδικά ο καριώτικος χορός (εξακολουθώ πάντα να περιγράφω την εικόνα που είχα σχηματίσει πριν τη στιγμή που αρχίζει η ιστορία) παραμένει λειτουργικά ζωντανός. Τόσο οι οργανοπαίχτες όσο και οι χορευτές εξακολουθούν όπως παλιά να αναδημιουργούν κάθε φορά κάτι που είναι ταυτόχρονα καινούργιο αφενός, προϊόν της συγκεκριμένης στιγμής και διάθεσης και του εκάστοτε συνδυασμού προσώπων που συμμετέχουν, και παλιό αφετέρου, πιστό στην «παράδοση» και στους όρους υπό τους οποίους διαμορφώθηκε. Το πώς επικοινωνούν οι μουσικοί με τους χορευτές και πώς ο καλός χορευτής βοηθάει τον καλό οργανοπαίχτη και τανάπαλιν εξηγείται και παρουσιάζεται με γοητευτικό και πειστικό τρόπο σ' αυτό το ντοκιμαντέρ της σειράς «Ελλήνων Δρώμενα», αλλά τεκμηριώνεται και από πολλές αφηγήσεις γνωστών που έχουν πάει ή και που είναι Καριώτες οι ίδιοι.

Η προσωπική μου εμπλοκή με τη μουσική της Ικαρίας είναι η εξής: Ξέρω ότι ο Καριώτικος παίζεται στο βιολί, και είναι κάτι ανάμεσα σε αυτοσχεδιασμό και σταθερή σύνθεση. Υπάρχει μία παρακαταθήκη από μουσικές φράσεις, που τις περισσότερες τις έχουν κληρονομήσει οι σημερινοί μουσικοί από τους παλιότερους αλλά κάποιες τις έχουν δημιουργήσει οι ίδιοι. Το πώς συνδυάζονται αυτές οι φράσεις για να βγει «ένας» καριώτικος είναι μια τεχνική ημιαυτοσχεδιασμού που εξαρτάται από τον κάθε βιολιτζή, το χωριό καταγωγής του, το χωριό όπου παίζει, τους χορευτές που χορεύουν εκείνη τη στιγμή κλπ.. Πάνω στο μεράκι της στιγμής κάποιοι βγάζουν και καινούργιες φράσεις, μερικές εκ των οποίων μπορεί σιγά σιγά να καθιερωθούν και να προστεθούν στο κοινό ταμείο. Η βασική αίσθηση παραμένει πάντα η ίδια, αλλά δεν υπάρχουν δύο ίδιες ηχογραφήσεις καριώτικου ακόμη κι από τον ίδιο βιολιτζή.
Ξέρω επίσης ότι παλιότερα το βασικό όργανο του καριώτικου, όπως και όλης της καριώτικης μουσικής, ήταν η λύρα. Η λύρα δεν παίζεται πια, αλλά υπάρχουν κάποιες λιγοστές ηχογραφήσεις, που δίνουν μια κάποια εικόνα. Συγκρίνοντας τις ηχογραφήσεις λύρας μ' αυτές του βιολιού είναι σαφές ότι το βιολί πήγε τα πράγματα αρκετά πιο πέρα. Οι λυράρηδες είχαν δημιουργήσει μία παράδοση (παρακαταθήκη μουσικών φράσεων και τρόποι αυτοσχεδιαστικού συνδυασμού και καθαρά αυτοσχέδιας δημιουργίας) που στηριζόταν στις μουσικές δυνατότητες του οργάνου τους. Το βιολί όμως έχει διαφορετικές μουσικές δυνατότητες: μπορεί να παίξει σχεδόν ό,τι και η λύρα -εκτός από κάποια πράγματα που είναι καθαρά λυρίστικα- καθώς και πολλά επιπλέον. Οι βιολιτζήδες λοιπόν παρέλαβαν μεν ό,τι τους παρέδωσαν οι λυράρηδες, εμπλούτισαν όμως την παράδοση με στοιχεία που βασίζονται στις δυνατότητες του νέου οργάνου και που δεν υπήρχαν πριν.
Ακόμη παλαιότερα ο καριώτικος παιζόταν στην τσαμπουνοφυλάκα, δηλαδή στην τσαμπούνα όπως ονομάζεται στην Ικαρία. Και πάλι ό,τι έπαιζαν στηριζόταν στο τι είναι δυνατόν να παιχτεί από το συγκεκριμένο όργανο. Η σχέση τσαμπούνας και λύρας είναι ανάλογη με τη σχέση λύρας και βιολιού: και πάλι δηλαδή, η λύρα μπορεί να παίξει σχεδόν ό,τι και η τσαμπούνα, κάποια πράγματα δεν μπορεί να τα αποδώσει, και μπορεί και αρκετά που δεν μπορεί η τσαμπούνα. Οι λυράρηδες λοιπόν πρόσθεσαν κι αυτοί το λιθαράκι τους στην παράδοση που τους άφησαν οι τσαμπουνιέρηδες, προσθαφαιρώντας στοιχεία ανάλογα με τις δυνατότητες του οργάνου τους.
Η τσαμπούνα χάθηκε από το νησί νωρίτερα από τη λύρα, και δεν έχει αφήσει σχεδόν καθόλου ίχνη. Υπάρχουν ελάχιστες αποσπασματικές ηχογραφήσεις, όλες ιδιωτικές, πουθενά δεν έχουν δημοσιευτεί φωτογραφίες ή περιγραφές ή πληροφορίες, κι έτσι σήμερα δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτε για την καριώτικη τσαμπούνα.
Κάποτε μου μπήκε η ιδέα να ψάξω να βρω πώς μπορεί να ήταν ο ικαριώτικος της τσαμπούνας. Ήδη το πώς είναι ο ικαριώτικος του βιολιού δεν είναι απλή υπόθεση, γιατί αν ακούσεις μία ηχογράφηση, δεν πάει να 'ναι και του καλύτερου, και τη μάθεις απέξω δεν έχεις μάθει τίποτε. Πόσο μάλλον με την τσαμπούνα, όπου πρέπει να πας δύο στάδια πιο πίσω, εκεί όπου δεν υπάρχει ούτε ζωντανή πράξη ούτε άμεσα τεκμήρια.
Είναι σαφές ότι το ζήτημα δεν είναι ποια περάσματα του σημερινού ικαριώτικου μπορούν να παιχτούν στην τσαμπούνα. Αυτό θα σήμαινε απλώς να πετάξουμε έξω το 80% της μουσικής και να κρατήσουμε τα αποφάγια. Αφού οι μαρτυρίες λένε ότι παλιά (όπως άλλωστε και σήμερα) ο καριώτικος χορευόταν για ώρες ή και για μια ολόκληρη νύχτα, αποκλείεται η μουσική του να στηριζόταν σε αποφάγια. Θα ήταν σίγουρα εξίσου πλούσια και πρόσφορη για διαρκή αναδημιουργία όπως και σήμερα, απλώς τα δεδομένα (δηλαδή η παρακαταθήκη μουσικών φράσεων) και ο τρόπος αξιοποίησής τους στηριζόταν στο τι μπορεί να κάνει μία τσαμπούνα κι όχι στο τι μπορεί να κάνει ένα βιολί.
Το ζήτημα είναι: τι μπορεί να κάνει μία τσαμπούνα, που να το ακούσει ο Καριώτης (που δεν έχει ξανακούσει τσαμπούνα, εκτός αν είναι 90 χρονών) και να το αναγνωρίσει αυθόρμητα ως καριώτικο, και να το χορέψει με κέφι και χωρίς να αισθάνεται ότι κάνει μουσειακή αναβίωση;
Άρχισα να μαζεύω σκόρπια στοιχεία και ενδείξεις όπου τα έβρισκα: στις ελάχιστες και αποσπασματικές ηχογραφήσεις καριώτικης τσαμπούνας που έπεσαν στα χέρια μου, σε δοξαριές της λύρας και του βιολιού που υπέθετα ότι πιθανώς αποτελούν επιβιώματα της παλιότερης παράδοσης, σε έμμεσες πληροφορίες και περιγραφές, σε μουσικές άλλων νησιών. Με βοήθησε σ' αυτό μια φίλη Καριωτίνα, που δεν ξέρει μουσική αλλά έχει ασχοληθεί πολύ μεθοδικά με το χορό στο νησί. Κατήρτισα ένα δικό μου υποθετικό κόρπους μουσικών φράσεων, με τις οποίες προσπάθησα να ανασυστήσω έναν «καριώτικο» ακολουθώντας αυτή την ημιαυτοσχεδιαστική τεχνική. Η φίλη μου άκουγε και χόρευε, και σχολίαζε: Αυτό χορεύεται, κράτα το. Εκείνο δε χορεύεται, πέτα το.
Αυτή η αναζήτηση άρχισε το 2002. Στα οχτώ χρόνια που πέρασαν από τότε, καθώς συνολικά η γνώση και η κατανόησή μου για τη μουσική της τσαμπούνας προχωρούσε, κάθε τόσο ξανάπιανα τον καριώτικο και τον ξαναδούλευα. Εδώ και κάνα χρόνο περίπου μου δόθηκαν μερικές ευκαιρίες να τον δοκιμάσω στα πόδια πραγματικών χορευτών, γιατί φυσικά μόνο έτσι μαθαίνεις να παίζεις -άμα κάθεσαι σπίτι σου και απλώς συνδυάζεις μουσικές φράσεις βάσει έρευνας και συλλογισμού δεν είσαι μουσικός, είσαι θεωρητικός. Οι θεωρητικοί είναι άχρηστοι σ' ένα γλέντι.

Και φτάνουμε στην ιστορία μας:

Μας καλούν στην Ικαρία, δύο φίλους που παίζουμε μαζί μουσική (τσαμπούνες) και εμένα, να παίξουμε δυο βραδιές. Προσωπικά θεώρησα ότι πρόκειται για μια σημαντική πρόκληση: το να παίξουμε σε αμιγές καριώτικο κοινό, με όλη τη φήμη χορευταράδων και μερακλήδων που έχουν, μας έθετε πολύ ψηλά τον πήχυ. Αν καταφέρουμε να τους γλεντήσουμε, θα είμαστε μάγκες.
Κυριότατα όμως θα είχα την ευκαιρία να δοκιμάσω τον καριώτικό μου σε πραγματικές συνθήκες, και να δω ποια από τα προϊόντα της θεωρητικής μου αναζήτησης αντέχουν στη σύγκριση με την πραγματικότητα, ποια είναι απορριπτέα, και τι διορθώσεις / βελτιώσεις πρέπει να κάνω μέχρι να μπορώ στ' αλήθεια να πω «παίζω Καριώτικο στην τσαμπουνοφυλάκα».
Μας είχαν ορμηνέψει ότι οι Καριώτες δεν έρχονται εύκολα στο κέφι, όταν όμως έρθουν είναι χειμαρρώδεις. Επίσης, ότι παραδόξως αγαπούν πολύ την τσαμπούνα, παρόλο που κανείς ντόπιος δεν παίζει εδώ και δεκαετίες. Χειμαρρώδες κέφι μποορεί να σημαίνει γνήσιο μερακλήκι, μπορεί όμως και να σημαίνει γιούργια κι όποιον πάρει ο Χάρος. Γενικώς πήγα εκεί με την ψυχολογία εκείνου που πρόκειται να διαπιστώσει επιτέλους αυτοπροσώπως ποια πραγματικότητα κρύβεται πίσω από τις αόριστες και αντιφατικές φήμες περί των περίφημων καριώτικων γλεντιών, που το μόνο κοινό τους σημείο είναι ότι σ' εκείνο το νησί γίνεται κάτι το ιδιαίτερο, και εκείνου επισης που έχει διάθεση να κριθεί αναμετρώμενος με αυτή την πραγματικότητα.

Και τελικά τι έγινε;

Εντάξει. Θα έλεγα ότι ο καριώτικός μου είχε αρκετούτσικη επιτυχία, ούτε τρελό σουξέ ούτε και γείωμα, κάτι ενδιάμεσο. Τη σφαλιάρα την έφαγα εκεί που δεν την περίμενα, όχι στον καριώτικο.
Το δεύτερο βράδυ μας είχαν καλεσμένους σε μια βάφτιση, όπου θα παίζαμε για λίγο ως διάλειμμα, ενώ οι βασικοί μουσικοί ήταν η κομπανία ενός Καριώτη βιολιτζή. Για τον συγκεκριμένο βιολιτζή είχα ακούσει από την Αθήνα τα καλύτερα, όπως «Αν πάτε Ικαρία, αν είστε τυχεροί θα τον πετύχετε και αν είστε πολύ τυχεροί θα τον βρείτε και στα ντουζένια του».
Τον πετύχαμε λοιπόν. Προσωπικά τον βρήκα πράγματι πολύ καλό. Οι Καριώτες φίλοι μας είχαν κάποιες επιφυλάξεις, όχι πως τον απέρριπταν κιόλας, αλλά εν πάσει περιπτώσει με άλλα μέτρα κρίνει ο ντόπιος που λαμβάνει υπόψη του χίλια δυο και με άλλα εγώ που απλώς ακούω δοξαριές.
Κάποια στιγμή γίνεται η σχετική συνεννόηση και η κομπανία μάς παραχωρεί τη θέση της. Ήμασταν τρεις, ο καθένας θα έπαιζε από λίγη ώρα τσαμπούνα με τραγούδι και συνοδεία στα άλλα όργανα από τους υπόλοιπους, συν ένας τέταρτος, ο Καριώτης φίλος που μας τα είχε κανονίσει όλα αυτά, που παίζει κι αυτός τσαμπούνα -μαθαίνει κι έχει μόλις φτάσει σε επίπεδο να κάνει τις πρώτες δημόσιες εμφανίσεις.
Ο Καριώτης προφανώς θα έπαιζε καριώτικο (με ανάλογους τρόπους όπως κι εγώ έχει διαμορφώσει κι εκείνος τον προσωπικό του Καριώτικο της τσαμπουνοφυλάκας). Εγώ, μετά από οχτώ χρόνια προετοιμασίας, εννοείται ότι θα έπαιζα επίσης καριώτικο. Οι άλλοι δύο, προφανώς θα έπαιζαν κάτι άλλο.
Ξεκινάμε λοιπόν. Ο ένας από τους άλλους δύο αρχίζει μια σειρά νησιώτικα συρτά. Εγώ έπαιζα λαούτο και τραγουδούσα, και είχαμε συνεννοηθεί ότι ανάλογα με την ανταπόκριση που βλέπαμε από κάτω θα έπαιρνα εγώ την πρωτοβουλία πότε να γυρίσουμε σε άλλο τραγούδι ή αν θα συνεχίσουμε το ίδιο, με περισσότερες ή λιγότερες στροφές κλπ., ώστε αν μεν χορεύουν κι έχουν κέφι να τους «βαρέσουμε» μέχρι να τα δώσουν όλα, αν πάλι δεν έχουν να μη γίνουμε κουραστικοί.
Το πρώτο τραγούδι του σετ ήταν η Τράτα μας η κουρελού. Σχεδόν αμέσως σηκώθηκαν κάμποσοι κι έπιασαν να χορεύουν. Σύντομα όμως, αντί για τα κλασικά βήματα του συρτού άρχισαν να κάνουν κάτι περίεργα. Έμοιαζαν σαν μιμητικές κινήσεις, όπως σε διάφορους αστείους αποκριάτικους χορούς που υπάρχουν σε κάμποσα μέρη. Σημειωτέον ότι στην Ικαρία υπάρχει η συνήθεια να χορεύουν το «Πιπέρι», που είναι ένας τέτοιος χορός, όχι τις Απόκριες αλλά ολογυρίς το χρόνο, πράγμα που μου φαίνεται εντελώς καφρίλα -χάνει όλο το νόημα και τη χάρη του. Στην Τράτα λοιπόν χόρευαν με κάτι κινήσεις που δεν έχουν μεν σχέση με το Πιπέρι, θύμιζαν όμως άλλα αποκριάτικα. Συγκεκριμένα σε κάποια φάση ο καθένας έσκυβε, περνούσε το ένα χέρι μέσα από τα σκέλια του και έπιανε το άλλο χέρι του διπλανού του, που δεν ήταν πια διπλανός αλλά πίσω από την πλάτη του, σχηματίζοντας έτσι μια παράξενη χορευτική αλυσίδα. Αυτό υπάρχει σε κάποιους αποκριάτικους χορούς που παλιά θεωρούνταν τόσο σκανδαλιστικά άκομψοι και άπρεποι ώστε χορεύονταν μόνο σε στενή παρέα, όχι δημόσια.
Έβλεπα αυτή την παράξενη εξέλιξη του χορού, και έχοντας στο νου μου τους συνειρμούς με αποκριάτικα, την πληροφορία ότι οι Καριώτες τα αποκριάτικα τα έχουν για παντός καιρού, και κάποιες τάσεις που είχα παρατηρήσει το προηγούμενο βράδυ να εξελίσσουν τους χορούς σε κλωτσοπατινάδα από το υπερβάλλον και ενεξέλεγκτο κέφι, αντιλήφθηκα ότι το πράγμα πάει να παρεκτραπεί από κόσμιο και μερακλήδικο χορό σε ανούσιο χαβαλέ για γκρούβαλους (χαρακτηριστική καριώτικη λέξη που σημαίνει, μεταξύ άλλων, όσους χορεύουν σαν τα γίδια - κυριολεκτικά μάλιστα θα πει "τραγιά την εποχή του ζευγαρώματος", αν και σήμερα δηλώνει κυρίως μία ειδική κατηγορία τουριστών στην Ικαρία). Με συναίσθηση λοιπόν ότι ο ρόλος του μουσικού δεν είναι απλώς να βαράει πενιές αλλά να είναι ο διαχειριστής του γλεντιού, άλλαξα από την Τράτα σε άλλο τραγούδι. Πράγματι, ο χορός επανήλθε στο φυσιολογικό πιάσιμο και βηματισμό, και συνέχισε με όρεξη και ομορφιά για κάμποση ώρα.
Έλα όμως που αργότερα, αφού είχαμε τελειώσει και έπαιζαν πάλι τα βιολιά, ήρθε στο τραπέζι μας ο νοικοκύρης του γλεντιού, ο πατέρας που βάφτιζε. Αυτό τον τύπο τον είχα ήδη μπανίσει σε διάφορες φάσεις του χορού, και είχα παρατηρήσει ότι είναι πραγματικός μερακλής, χόρευε ωραία, ταπεινά και λεβέντικα, χωρίς ούτε περιττές ακροβασίες ούτε κανενός είδους άκυρη φιγούρα, και όποτε ήταν πρωτοχορευτής παρέσυρε και τους υπόλοιπους σε κομψά και μερακλήδικα φερσίματα στο χόρό. Ήρθε λοιπόν να μας ευχαριστήσει, να μας τονίσει πόσο σπουδαίο είναι που ξανακούστηκε η τσαμπούνα στο νησί κλπ.. Έκανε όμως την παρατήρηση ότι κρίμα που τους χάλασα την Τράτα. Απόρησα, γιατί είχα αντιθέτως την εντύπωση ότι απέτρεψα την καφρίλα και έσωσα το χορό. Μου λέει λοιπόν:
-Δεν ξέρω για τα άλλα νησιά, αλλά στην Ικαρία η Τράτα δεν είναι συρτό. Δεν είδες που σηκώναμε μπατζάκια; (Είδα.) Δεν είδες που κάναμε ότι τραβάμε; (Είδα.) Ε λοιπόν, είναι διάφορες κινήσεις που μιμούνται τις δουλειές του ψαρά.

Ε α στο διάολο!

Δεν πάει μια βδομάδα που είχα κάνει τη φοβερή ανακάλυψη ότι η Τράτα είναι εργατικό τραγούδι, και το είχα γράψει κι εδώ. Την πληροφορία δεν την είχα βρει πουθενά: ήταν προσωπικό συμπέρασμα με βάση διάφορα σκόρπια στοιχεία, τα οποία είχα εντοπίσει, ερμνηεύσει και συνδυάσει κατά τρόπον ώστε να με οδηγήσουν σε μία διαπίστωση για την οποία ήμουν αφενός ιδιαίτερα περήφανος αλλά αφετέρου όχι και τελείως σίγουρος, αφού δεν είχα καμία έμπρακτη απόδειξη. Και μάλιστα αυτή την ανακάλυψη την είχα πει και στα παιδιά που παίζουμε, σαν ιστορική λεπτομέρεια βέβαια, όχι σαν κάτι που αφορά το παίξιμό μας, και μου είχαν πει το αναμενόμενο «α έτσι; Μμμ, ωραία». Και να που στην Ικαρία υπάρχει τοπική παράδοση που αποδεικνύει περίτρανα αυτό που είχα σκεφτεί θεωρητικά, μια παράδοση όμως που, καθώς μου είπαν, ελάχιστοι εκτός από τον συγκεκριμένο χορευτή γνωρίζουν και συνεχίζουν. Κι εγώ το είδα μπροστά στα μάτια μου και δεν το αναγνώρισα, το θεώρησα κάφρικη παρεκτροπή και το σταμάτησα, χαλώντας και σ' εκείνους τη σπάνια χαρά να χορέψουν ένα ξεχασμένο αλλά αγαπητό χορό και στον εαυτό μου την απόλαυση να δω κάτι που άλλοι ζουν μια ζωή στην Ικαρία και δεν το ξέρουν. Και επιπλέον αυτό (το ότι σταμάτησα το χορό) το έκανα όχι τυχαία, κατά λάθος, αλλά εκμεταλλευόμενος την ευθύνη του μουσικού να διαχειρίζεται την κατάσταση -δηλαδή ασκώντας κατάχρηση εξουσίας.

Το φύσαγα και δεν κρύωνε. Απέδειξα ότι μπορεί να σκίζω στη συλλογιστική και τη θεωρία αλλά στην πράξη τραυματίζω την παράδοση. Τι πιο αντίθετο από το καμάρι μου πως όλη αυτή τη θεωρία δεν τη στρέφω προς μια νεκροφιλική αντιμετώπιση της παράδοσης αλλά τη θέτω στην υπηρεσία της ζωντανής πράξης, ότι δε θέλω αναπαραγωγή αλλά αναδημιουργία, κλπ.κλπ.;
Ο φίλος ο Καριώτης με παρηγορούσε. Έλα, μην κάνεις την τρίχα τριχιά. Αφού δεν το ήξερες τι να έκανες; Δες το θετικά: τώρα το ξέρεις.
Ναι, δε λέω. Βασικά χαίρομαι που το ξέρω. Αλλά όποιος ανεβαίνει στο πάλκο έχει υποχρέωση να τα ξέρει αυτά. Όποιος έχει τα γένια έχει και τα χτένια. Το αν μπορούσες ή δεν μπορούσες να το ξέρεις λίγο μετράει: δε με υποχρέωσε κανείς να τα ξέρω, ανεβαίνοντας όμως εκεί πάνω ανέλαβα μόνος μου την υποχρέωση, με ό,τι αυτή επισύρει.

Ο χορευτής που μου τα έλεγε όλα αυτά δε με κατακεραύνωσε ο άνθρωπος, ίσα ίσα. Απλώς μου εξήγησε. Κατά τα άλλα επέμεινε ότι ευχαριστεί πολύ που ήρθαμε να παίξουμε και τι σπουδαίο που είναι να χορεύουν και πάλι οι άνθρωποι με την τσαμπουνοφυλάκα. Ήταν πολύ ευγενικός, φιλικός, σεβαστικός και όλα αυτά. Αλλά η σφαλιάρα παραμένει σφαλιάρα. Ούτως ή άλλως ένας οργανοπαίχτης δεν μπορεί να κάνει τίποτε χειρότερο από το να χαλάσει το χορό. Τσούζει πολύ να συνειδητοποιήσεις ότι αυτό ακριβώς είναι που έκανες. Πόσο μάλλον κάποιος που επαίρεται τόσο για τη γνώση των κωδίκων που θεωρεί ότι κατέχει, όσο εγώ. Ιδιαίτερα όταν, κάμποση ώρα αργότερα, ξαναέγινε ο ίδιος χορός με τους βιολιτζήδες και οι χορευτές ολοκλήρωσαν με την ησυχία τους αυτό που προηγουμένως είχαν παρατήσει στη μέση, ντρεπόμουν ακόμη και να κοιτάω. Ευχόμουν δε, όταν θα έρθει η ώρα να το διαλύσουμε, να βρεθεί κάποιος τρόπος να φύγω χωρίς να διασχίσω όλο το πλήθος κουβαλώντας το λαούτο στην πλάτη, που δείχνει ότι ήρθα εδώ με την ιδιότητα του μουσικού την οποία δεν ετίμησα.

Πάντως τώρα το ξέρω κι αυτό. Πάμε παραπέρα!