ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διάφορα και άλλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διάφορα και άλλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

ΤΟ ΣΚΟΥΠΙΔΑΡΙΟ ΕΙΝΑΙ ΜΙΣΗ ΑΡΧΟΝΤΙΑ

Τι κάνετε όταν, ενώ έχετε ήδη διασχίσει το πρώτο από τα 7-8 μέτρα του στενού (περίπου μισό μέτρο) διαδρόμου που έχει δημιουργηθεί στο πεζοδρόμιο, επειδή το υπόλοιπο έχει καλυφθεί από σκουπίδια, εμφανίζεται από την απέναντι πλευρά γέρος με ψώνια;

Μια λύση είναι να συνεχίσετε την πορεία, οπότε στα μισά περίπου της διαδρομής θα πρέπει να γίνει κονταροχτύπημα σύμφωνα με τους κανόνες της ιπποσύνης.

Η πιθανότερη όμως απάντηση είναι ότι θα οπισθοχωρούσατε ευγενώς, επιστρέφοντας στην αρχή του διαδρόμου -δηλαδή στο τέλος των σκουπιδιών-, όπου όμως ενδεχομένως θα διαπιστώνατε ότι δεν μπορείτε να σταθείτε γιατί το δεντράκι της δεντροστοιχίας, παρά τα 4 μέτρα του ύψους του, έχει απλώσει κλωνάρια μέχρι κάτω στο ύψος της μάπας σας, οπότε πρέπει να οπισθοχωρήσετε κι άλλο, ίσως μάλιστα να αναζητήσετε και ένα σημείο στο πεζοδρόμιο με αρκετή άπλα ώστε να μπορείτε να κάνετε κανονική μεταβολή και όχι απλώς να πηγαίνετε με την όπισθεν.

Όλη αυτή η μανούβρα δεν περνά απαρατήρητη από τον γέρο με τα ψώνια. Έτσι, αφού διασχίσει το δερβένι και περάσει από μπροστά σας, το πιθανότερο είναι ότι θα σας ευχαριστήσει -αν δεν αρχίσει να λέει και περισσότερα (εύγε νέε μου, αποτελείτε λαμπρή εξαίρεση στην εποχή μας κλπ κλπ). Οπότε κι εσείς κάτι θα του απαντήσετε. Μετά μπορεί εκείνος να προσθέσει, μια κι έσπασε ο πάγος, κάποιο σχόλιο για τα σκουπίδια, και έτσι να προκληθεί ένας σύντομος διάλογος. Για να μην πω ότι, καθώς όλα αυτά εκτυλίσσονται στο μοναδικό διαβατό σημείο του πεζοδρομίου, δεν αποκλείεται να εμπλακούν στη συζήτηση κι άλλοι περαστικοί.

Κι έτσι αποκαθίστανται οι χαμένες σχέσεις οικειότητας με τους συμπολίτες μας, συσφίγγονται οι δεσμοί μέσα στις γειτονιές, καλιεργείται η κοινωνικότητα, ανταλλάσσονται αβρότητες που μας φτιάχνουν το κέφι και που ανεβάζουν το επίπεδο ποιότητας της καθημερινότητάς μας.

Θα γίνονταν ποτέ αυτά αν υπήρχαν σκουπίδια μόνο μέσα στους κάδους, και αν τα περισσευούμενα, αντί να τα βγάλουμε στο δρόμο, τα φυλάγαμε στο μπαλκόνι μας μέχρι να ξαναρχίσει η αποκομιδή τους;

Δε θα γίνονταν. Θα παραμέναμε στην απρόσωπη εχθρική μεγαλούπολη όπου κανείς δε λέει μια καλημέρα ή δεν κοιτάει τον περαστικό από απέναντι.

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ

Μετά από κάποια γεγονότα τα οποία και αυτοπροσώπως τα έζησα και στο Γιουτιουμπ τα είδα, δημοσίευσα σ' ένα φόρουμ τις παρακάτω σκέψεις:


ΔΙΣ ΙΖ Ε ΦΡΙ ΚΑΝΤΡΙ

Γεια σας.

Η «Ημέρα του δρόμου», όπως και η Παγκυκλαδική της Σύρας και όπως και τα περισσότερα τσαμπουνογεγονότα των τελευταίων ετών, έχει καλυφθεί από διάφορα βιντεάκια που δημοσιεύτηκαν στο ΓιουΤιουμπ. Δυστυχώς, τα περισσότερα από αυτά (για την ακρίβεια όλα όσα έτυχε να δω) δεν έχουν κανέναν απολύτως λόγο ύπαρξης. Δημοσιεύτηκαν από ανθρώπους χωρίς την παραμικρή συναίσθηση ευθύνης του τι κάνουν ανεβάζοντάς τα.
Όταν, κάποια βραδιά, σε μια παρέα, πολύ αργά, μεθυσμένος και μερακλωμένος, πιάσω ένα ξεκούρδιστο όργανο και τραγουδήσω φάλτσα ένα τραγούδι του οποίου ξεχνάω τους μισούς στίχους, είναι πιθανόν να δημιουργηθεί μία μαγική ατμόσφαιρα μέθεξης (σε γενική πτώση), γιατί είναι η στιγμή όπου δε μετράει η μουσική ποιότητα αλλά η συναισθηματική: εγώ και οι άλλοι γύρω ξέρουμε ότι το τραγούδι που προσπαθώ να πω είναι ωραίο και αληθινό, και κανείς δεν κοιτάει (και ορθώς) αν εκείνη τη στιγμή το λέω τόσο ωραία ή το αλλοιώνω. Δεν έχω όμως δικαίωμα να ανέβω σε κάποιο δημόσιο βήμα και να παρουσιάσω αυτή τη μουντζούρα ισχυριζόμενος ότι αυτό είναι λ.χ. ένα τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι, γιατί απλούστατα το τραγούδι δεν είναι έτσι.
Στο Γιουτιουμπ γενικά απουσιάζει αυτή η συναίσθηση. Ο καθένας ανεβάζει τη μουντζούρα του, ισχυριζόμενος ότι αυτό ήταν η Μέρα του δρόμου ή οτιδήποτε άλλο. Όχι φίλε, δεν είναι η Μέρα του δρόμου αυτό! Αυτό είναι ένα βίντεο με κακή εικόνα και κακό ήχο, που δείχνει μια άμορφη μάζα ανθρώπων να θορυβούν. Ήσουν εκεί, έζησες μια ωραία εμπειρία, προσπάθησες να την αποτυπώσεις για να τη μοιραστείς με όλο τον κόσμο, αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφερες! Γιατί το ανεβάζεις; Τι σου φταίνε όσοι θα το δούνε, και τι σου φταίει το γεγονός το οποίο προδίδεις;
Με λίγη στοιχειώδη αυτοκριτική, μπορεί κανείς να πει: «Αυτό το βίντεο δεν είναι πολύ σπουδαίο, άρα δεν είναι για ανέβασμα. Την επόμενη φορά θα προσπαθήσω να αποφύγω το τάδε και δείνα λάθος, και ίσως κάποια στιγμή φτάσω να κάνω καλά βίντεα που αξίζει τον κόπο να τα μοιραστώ με όλο τον κόσμο». Αντ' αυτού, έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι μόνο επειδή βρεθήκαμε σε μια ωραία φάση, αυτό αυτόματα κάνει τις βιντεοσκοπήσεις μας (ή τις φωτογραφίες, ηχογραφήσεις, κείμενα κλπ.) άξιες να τις δείξουμε και παραπέρα.
Συνήθως λέμε «ντάξει μωρέ, ένα ερασιτεχνικό βιντεάκι με το κινητό είναι, μη γυρεύεις πολλά». Γιατί να μη γυρεύω πολλά; Έχουμε καταργήσει τις αξιώσεις ποιότητας από τη ζωή μας; Δεν απαιτώ να είναι οπωσδήποτε καλό, απαιτώ όμως να προσπαθεί να είναι καλό.
Βέβαια υπάρχουν και κάποιες εξαιρέσεις. Εδώ και εδώ βλέπουμε τη δουλειά κάποιου που δε θεωρεί αυτονόητο δικαίωμά του να μας πετάει μια λάσπη στην καραβάνα και να μας λέει «άμα δε σ' αρέσει νέος, παρήγγειλε σουβλάκια».



Μετά από μερικές μέρες ένας φίλος απάντησε με τις δικές του σκέψεις:


ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΙΚΑ ΦΙΛΜΑΚΙΑ

Με αφορμή το κείμενο "ΔΙΣ ΙΖ Ε ΦΡΙ ΚΑΝΤΡΙ" 05/11/10 θέλω να γράψω μια άποψη:

Συμφωνώ ότι είναι άτεχνα και κακής ποιότητας τα πιο πολλά φιλμάκια που ανεβάζονται, συντελούσης και της ποιότητας του You Tube. Ψάχνοντας όμως θέματα σαν αυτά που μας απασχολούν, ή και ό,τι άλλο, πέρα από τους αυτονόητα πρακτικούς λόγους της καταγραφής του περιθωριακού ή τουλάχιστον μη επίσημου πολιτισμικού περιβάλλοντος στη χώρα μας και διεθνώς, όταν πρόκειται για έρευνα στο παρελθόν η "όποια" καταγραφή είδαμε γίνεται πολύτιμη.
Αλλά αυτά τα άτεχνα φιλμάκια έχουν και τη δική τους αξία ειδικά αν τα δεις μέσα από άλλο πρίσμα, και εξηγούμαι.
Δούλεψα και δουλεύω με καταγραφές (φωτογραφία βίντεο ήχο) εδώ και χρόνια, άλλοτε στεγνά επαγγελματικά (τηρώντας τους κανόνες της αγοράς), άλλοτε αδέσμευτα ακολουθώντας τις δικές μου απαιτήσεις. Θα πω πολύ σχηματικά τις παρατηρήσεις μου. Στην "επαγγελματική" φάση λοιπόν είσαι σχεδόν υποχρεωμένος να δείξεις σε πρώτο πλάνο με κοντινό ήχο και με κοινώς αποδεκτή αισθητική το θέμα ή "ζητούμενο" , ενώ στην "ερασιτεχνική" τα πράγματα είναι πιο χαλαρά (σαν απελευθέρωση απο το επαγγελματικό), συνεπώς έχεις την άνεση να κοιτάξεις γύρω, να καταλάβεις πού βρίσκεσαι και τι συμβαίνει παράλληλα με το "ζητούμενο". Εδώ έχεις τη δυνατότητα να καταγράψεις και το "δάσος" που λέει η παροιμία, ακόμα να δοκιμάσεις διαφορετικές αισθητικές, να ρισκάρεις την αλήθεια... Μερικές φορές μου έτυχε να φιλμάρω απλώς πλάτες άλλων φωτογράφων και κινηματογραφιστών ή να δείχνω σκουντήματα της κάμερας ή να ακούμε θορύβους και ομιλίες με μακρινή τη μουσική του "ζητούμενου". Άλλοτε μου έτυχε να ξεχνιέμαι, να μου ξεφεύγει η σκόπευση γιατί κάτι άλλο μου τράβηξε την προσοχή και να ανακαλύπτω όταν ξανάβλεπα το βίντεο ότι κατέγραφα χαρτοπετσέτες στο πάτωμα, φαγιά σε πιάτα, αλλά και πολλές άλλες όψεις του γλεντιού, φευγαλέες εκφράσεις, έπιπλα, αυτοκίνητα και περιβάλλον κατά λάθος ή εξεπίτηδες.
Μετά τα πρώτα σιχτίρια για το αποτέλεσμα κατώτερο άσχετου πρωτάρη, άλλαξα γνώμη και μέσα σε όλες αυτές τις κακές λήψεις ανακάλυψα δυνατές αλήθειες γύρω από το "ζητούμενο" αλλά και τις δικές μου αντιδράσεις πάνω στη μουσική, στο χορό ή στο περιβάλλον. Πολλά δήθεν πρότυπα είχαν εξαλειφθεί, η καταγραφή ήταν όντως ρεαλιστική. Έκτοτε οι αντιλήψεις μου είναι ανοιχτές στην εμπειρία παρά στο στήσιμο.
Προφανώς βοήθησε και η κουλτούρα του πειραματικού σινεμά ήδη από τη δεκαετία του 70 που ανέδειξε το ερασιτεχνικό και την αξία του τυχαίου. Είχαμε τόσο ενθουσιαστεί μάλιστα εκείνη την εποχή που οργανώναμε δημόσιες προβολές με ερασιτεχνικά φιλμάκια που όπως καταλαβαίνετε προβαλλόμενα μετουσιώθηκαν σε υπερρεαλιστικά ντοκιμαντέρ.
Έτσι όταν βλέπω όλα αυτά τα φιλμάκια του You Tube χωρίς "ποιότητα", μου μένει η αίσθηση ότι είναι τουλάχιστον αληθινά. Αυτές οι ερασιτεχνικές καταγραφές ακόμα και όταν μιμούνται την τηλεόραση δεν ισχυρίζονται τίποτα παραπάνω από αυτό που είναι. Αλλά περιέχουν συχνά αποκαλυπτικές αλήθειες, άμεσες αντιδράσεις και προσωπικά βιώματα που σε κανένα καλοστημένο ντοκιμαντέρ δεν θα βρούμε. Η αξία τους θα λέγαμε έγκειται στις διαφορετικές ή προσωπικές αντιλήψεις χρόνου, χώρου, θέματος που επιτρέπουν στον θεατή να εμβαθύνει σε λεπτομέρειες ή διάρκειες. Αντίθετα πολλά άρτια τεχνικά και διδακτικά ντοκιμαντέρ παρά τις σημαντικές ποιότητες στην έρευνα υπόκεινται σε μια δομή που επεξηγεί χαρακτηρίζει ή εξιδανικεύει το περιεχόμενο μην αφήνοντας τον θεατή να κρίνει. Δεν είναι σκοπός μου εδώ να αναλύσω το επαγγελματικό ντοκιμαντέρ. Το ευχάριστο είναι ότι οι νέες τάσεις στο εθνολογικό ντοκιμαντέρ είναι πιο ευαίσθητες στην εικόνα, στον ήχο και στην παρατήρηση.

Ελπίζω να συμπλήρωσα κάτι με την άποψή μου.

Το μόνο σχόλιο που θα ήθελα να κάνω είναι: όσο μ' ενοχλεί να χαμηλώνουμε ή να καταργούμε τις αξιώσεις μας για ποιότητα σε οτιδήποτε, άλλο τόσο χαίρομαι όταν κάποιος ανακαλύπτει την ποιότητα εκεί όπου εγώ δεν τη βλέπω.


Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2010

HAUTE CUISINE

Τις προάλλες επισκέφθηκα ένα γκουρμέ εστιατόριο. Πολύ γκουρμέ. Εδώ που τα λέμε, πιο γκουρμέ απ' ό,τι έχω δει ακόμα και σε ταινίες.


Ο συνήθης τρόπος της αυτοσυντήρησής μου γενικά δε συνίσταται σε γαριδάκια και χάμπουργκερ. Χωρίς να είμαι γκουρμέ ο ίδιος, δεν τυγχάνω εντελώς άμοιρος αυτής της τέχνης. Στο συγκεκριμένο εστιατόριο όμως την είδα σε τόσο έντονο βαθμό ώστε με προβλημάτισε. Έχουν ήδη περάσει μερικές μέρες που το σκέφτομαι κι ακόμη δεν έχω καταλήξει σε μια οριστική γνώμη: μου άρεσε; δε μου άρεσε; άξιζε τον κόπο ή όχι;


Συνήθως περιγράφω την γκουρμέ κουζίνα ως «τεράστια πιάτα με ελάχιστη τροφή στο κέντρο». Διασκεδάζω να διαβάζω τα χριστουγεννιάτικα μενού που ανακοινώνουν διάφορα εστιατόρια στο Αθηνόραμα, τα οποία αποτελούνται από πιάτα που δεν έχουν όνομα παρά μόνο περιγραφή, και συνήθως πρόκειται για περιγραφές του τύπου «τάρτα από ρουθούνια εβραϊκής πέρκας μαριναρισμένα σε χυμό φραγκοστάφυλου με κόκκινο εστραγκόν και σοταρισμένα σε λάδι ταμαρίνθου ψυχράς εκθλίψεως, με σάλτσα από ροκφόρ, σοκολάτα και φύλλα χρυσού». Αλλά παρά την ειρωνική διάθεση, έχω φάει κατά καιρούς τέτοια εδέσματα από απροσδόκητους συνδυασμούς υλικών που όντως είχαν κάτι να πουν.


Το συγκεκριμένο εστιατόριο έχει χαρακτηριστεί «το καλύτερο εστιατόριο της Ελλάδας» -προσοχή: όχι το καλύτερο γκουρμέ εστιατόριο ή το καλύτερο γαλλικό εστιατόριο αλλά το καλύτερο νέτα σκέτα, υπονοώντας ότι θα κέρδιζε συγκρινόμενο με οποιοδήποτε μέρος προσφέρει τροφές οπουδήποτε στη χώρα. Πράγματι δε η είσοδός του κοσμείται από ένα σωρό χρυσούς σκούφους, βραβεία, πλακέτες και διακρίσεις που του έχουν απονεμηθεί. Με λίγη κοινή λογική ο καθένας φαντάζεται ότι «το καλύτερο», «το μοναδικό», «το γνησιότερο» και όλοι αυτοί οι υπερθετικοί χαρακτηρισμοί έχουν αναπόφευκτα ένα βαθμό υποκειμενικότητας. Δεν υπάρχει ένας που να είναι «ο» μεγαλύτερος συνθέτης των εποχών, «ο» σημαντικότερος ζωγράφος, «ο» σοφότερος διανοητής, «ο» καλύτερος άνθρωπος. Συνεπώς και μόνο που λέει κάποιος κάτι τέτοιο θεωρώ ότι αυτόματα μας επιτρέπει να εννοήσουμε «ένας από τους μεγαλύτερους». Μ' αυτό το δεδομένο δεν πήγα περιμένοντας το καλύτερο εστιατόριο της Ελλάδας, ούτε θα θεωρούσα ότι εξαπατήθηκα αν έβρισκα ένα άλλο καλύτερο. Βέβαια αν βρω είκοσι, τριάντα που να είναι μακράν καλύτερα, εκεί θα μπορώ να πω ότι αυτός που το χαρακτήρισε «το» καλύτερο μας δούλευε.

Πρόκειται σαφώς για εστιατόριο πολυτελείας. Αυτό από μόνο του συνιστά κατηγορία, και πρέπει να τονίζεται. Ένα είδος πολυτελείας δεν είναι κατ' ανάγκην καλύτερο από ένα αντίστοιχο πιο λαϊκό, έχει όμως διαφορετικό χαρακτήρα. Πρόκειται για ένα μαγαζί όπου οφείλει κανείς να πηγαίνει προετοιμασμένος για μεγαλεία. Δεν πας εκεί αν η παρουσία ενός σερβιτόρου που θα σου γεμίζει όλη την ώρα το ποτήρι και θα σου σπρώχνει το κάθισμα όποτε κάθεσαι σου προκαλεί αμηχανία. Ούτε αν θεωρείς ότι το να τρως με όρθια πλάτη και τους αγκώνες κολλημένους στο σώμα είναι υποκρισία και ψευτοσαβουάρ βιβρ. Θα έλεγα ακόμη ότι δεν πας εκεί ούτε σαν προστάδιο για να συνεχίσεις μετά κάπου αλλού την έξοδό σου. Τέλος δε, σε καμία περίπτωση δεν πας εκεί απλώς επειδή πείνασες.

Μιας και νήστευα, πήρα ένα έτοιμο νηστήσιμο μενού που πρότεινε το κατάστημα. Αυτό ήταν πολύ εξυπηρετικό, γιατί το να φτιάξει κανείς μόνος του ένα σωστό συνδυασμό από ορντέβρ, πρώτο πιάτο, δεύτερο πιάτο, ενδιάμεσα, συνοδευτικά και επιδόρπια θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο, τουλάχιστον για μένα. Πέρα από το ότι δεν ήμουν καθόλου βέβαιος για το πώς συνδυάζεται το κάθε διαθέσιμο πιάτο με τα υπόλοιπα, δεν είχα και καμία ένδειξη για την ποσότητα ώστε να ξέρω πόσα να παραγγείλω. Άλλωστε το προτεινόμενο μενού, όπως -υποθέτω- και τα δυο-τρία αρτύσιμα μενού που επίσης διετίθεντο, ήταν ένα ολοκληρωμένο έργο στο οποίο ο σεφ είχε ήδη μελετήσει τις αλληλουχίες των γεύσεων. Αφού τον εμπιστευόμαστε λοιπόν ως προς τη μαγειρική του, ας τον εμπιστευτούμε και στα υπόλοιπα.

Υπήρχαν τρεις σερβιτόροι που μας εξυπηρετούσαν: ένας σύμβουλος παραγγελιών, ο οποίος μας βοήθησε στην επιλογή και στη συνέχεια μας εξηγούσε τι είναι το καθετί που ερχόταν (κι ευτυχώς, γιατί από την εμφάνιση δε θα το μαντεύαμε ποτέ), ένας για τα κρασιά κι ένας που απλώς έφερνε κι έπαιρνε τα πιάτα.

Οι ποσότητες ήταν μικροσκοπικές. Το εικαστικό μέρος ήταν αδιαλείπτως εντυπωσιακό και μυστηριώδες -χωρίς όμως να εκπίπτει στο φαντεζί και το φτηνιάρικο. Κάθε πιάτο που ερχόταν ήταν κι ένας πίνακας ζωγραφικής. Κι όταν λέω πιάτο είναι τρόπος του λέγειν, γιατί ορισμένα σερβίρονταν σε σκεύη και δοχεία που δεν ξέρω καν να τα ονομάσω. Σε επίπεδο γεύσης ίσχυαν τα ανάλογα: κάθε πιάτο και μία γευστική εμπειρία, που για να τη βιώσει κανείς πλήρως έπρεπε να την απολαύσει αργά, χωρίς βιασύνη. Ανάμεσα σε κάθε δύο πιάτα μεσολαβούσε ένα διάστημα αρκετών λεπτών, που αναμφίβολα ήταν σχεδιασμένο για να μας «κάτσουν» οι γεύσεις και οι επιγεύσεις και να είμαστε έτοιμοι για την επόμενη χωρίς κίνδυνο να καταπλακώσει την προηγούμενη ή να μπερδευτεί μαζί της. Το λέω αυτό γιατί αποκλείεται το κενό να ήταν απλώς καθυστέρηση στο σέρβις: κάθε άλλη στιγμή υπήρχε ένας σερβιτόρος έτοιμος να μας εξυπηρετήσει πριν καν σκεφτούμε να τον αναζητήσουμε, και μάλιστα αυτό γινόταν χωρίς κατά τα άλλα η παρουσία τους να είναι ούτε κατ' ελάχιστον φορτική, αδιάκριτη ή περιοριστική.

Ένα από τα πιάτα ήταν χτένια. Αποτελούνταν από τρία κυβάκια από σάρκα χτενιού, άσπρα στις πέντε πλευρές και κοκκινωπά στην έκτη, την πάνω πάνω, το καθένα κοσμημένο με μικρά και κομψά φυλλαράκια από κάποιο αρωματικό φυτό ή κάποιο άλλο καρύκευμα. Το κόκκινο στην πάνω πλευρά μάς εξήγησαν ότι είναι ταντούρι, ένα μείγμα από 22 μπαχαρικά. Δεν μπορέσαμε να καταλάβουμε πώς από τα χτένια, που είναι κοχύλια, φτιάχνουν αυτά τα κυβάκια. Υποθέσαμε ότι είναι κάτι σαν τις μάζες από καβουρόψιχα. Ο γευστικός συνδυασμός ήταν εξαιρετικός. Απροσδόκητος μεν, αλλά χωρίς το ένα συστατικό να συσκοτίζει τη γεύση του άλλου -τουναντίον την ανεδείκνυε. Ωστόσο δεν είμαι βέβαιος αν το τελικό αποτέλεσμα ήταν καλύτερο από απλά χτένια όπως τα τρώμε εδώ στην Ελλάδα, ζωντανά από το κοχύλι με λεμόνι και προαιρετικό πιπέρι.

Το όλο μενού ήταν άκρως ερωτική εμπειρία. Φυσικά, ένα νηστήσιμο μενού πολλών πιάτων σε τέτοιο εστιατόριο δεν μπορούσε παρά να στηρίζεται στα θαλασσινά, που οι αφροδισιακές τους ιδιότητες είναι τόσο συζητημένες ώστε ακόμη κι αν στην πραγματικότητα αποτελούν μύθο δεν μπορεί κανείς παρά να αυθυποβληθεί. Αλλά ο ερωτισμός δεν περιοριζόταν σ' αυτό. Κάθε πιάτο ήταν μία γευστική έκρηξη, ανάλογη όχι με μία εκσπερμάτιση αλλά μάλλον με ένα ερωτικό γαργάλημα. Ο ερεθισμός εντεινόταν με κάθε επόμενο πιάτο, όπου κάθε φορά γινόταν και κάτι διαφορετικό, διεγείρονταν κάποια άλλα νεύρα. Δεν υπήρχε κάποιο συγκεκριμένο σημείο του μενού που θα ονόμαζα κορύφωση, έκλυση: ήταν μάλλον ένας ήπιος αλλά κλιμακούμενος οργασμός μακράς διαρκείας, ίσως ένας ταντρικός οργασμός.

Διακρινόταν μία ιδιαίτερη επιμονή στο να προβάλλεται αυτό το λεπτό και τεχνήεν γαργάλημα έναντι του κορεσμού. Αφενός καμία γεύση δεν ήταν πολύ έντονη, κυριαρχούσε το μέτρο. Αφετέρου, πέρα από τις μικρές ποσότητες (που παρέμειναν μικρές ακόμη και όταν αθροίστηκαν όλες μαζί), σε κάθε πιάτο υπήρχε και κάτι που να είναι πάρα πολύ μικρό από μόνο του: ένα μοναδικό φυλλαράκι από κάτι σαν μαϊντανό, μία φέτα μήλου λεπτή κυριολεκτικά σαν τσιγαρόχαρτο, ένας κόκκος μπαχαρικού.
Η όλη διαδικασία διήρκεσε αρκετά, γύρω στις δυόμιση ώρες υπολογίζω. Ήταν δυόμιση ώρες πραγματικής, υψηλής απόλαυσης, που θεωρώ ότι την έζησα στο ακέραιο, χωρίς να χάσω κάτι από έλλειψη εξοικείωσης -όχι γιατί η εξοικείωσή μου με τέτοιες γεύσεις είναι τόσο προχωρημένη, όσο γιατί τελικά δεν πρόκειται για μια τόσο εσωστρεφή τέχνη ώστε να γίνεται κατανοητή μόνο από εξειδικευμένους βαθείς γνώστες. Βέβαια κάποιος ακόμη πιο ανεξοικείωτος κάτι θα έχανε. Ήμουν τυχερός που ήταν στο επίπεδό μου.

Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι απόλαυσα το εκλεκτό αυτό δείπνο δεν επαρκεί για να θεωρήσω ότι όλα αυτά ήταν καλώς καμωμένα. Ήταν σαφές κατά τη γνώμη μου ότι ο σεφ έχει συνείδηση καλλιτέχνη. Οι καλές τέχνες δεν έχουν καμία πρακτική χρησιμότητα. Σκοπός τους είναι αποκλειστικά το Ωραίο. Με άλλα λόγια, φύγαμε πεινασμένοι. Είναι άραγε θεμιτό να ανάγεται η τροφή σε καθαρή τέχνη; Μήπως κάτι τέτοιο συνιστά εκζήτηση, μήπως παραπέμπει σε ρωμαϊκή παρακμίλα;

Πιστεύω ότι για να βγει μία λεπτή σαν τσιγαρόχαρτο φέτα από το κέντρο ενός μήλου, το υπόλοιπο μήλο πρέπει να πεταχτεί. Δεν ήμουν στα παρασκήνια, δεν ξέρω: ίσως υπάρχει τρόπος να το κρατήσουν και να το χρησιμοποιήσουν κάπου αλλού, αλλά το όλο στυλ του μαγαζιού μού έδωσε την εντύπωση ότι θα απαξιούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο, θα το θεωρούσαν μικροπρέπεια ακόμη και όταν ο πελάτης δε βλέπει. Κυριαρχούσε η αίσθηση ότι εδώ ξεκάνουμε ένα ολόκληρο βουνό για να εξορύξουμε ένα διαμάντι. Μήπως είναι ύβρις η τόση πολυτέλεια; Θα μου πείτε, για ένα μήλο προβληματίζεσαι τόσο; Ε ναι, για ένα μήλο. Δεν είναι τίποτα πολύτιμο, αλλά εν πάση περιπτώσει ο σκοπός που υπάρχει είναι για να τρώγεται, όχι για να είναι απλώς το περίβλημα της μιας και μόνης λεπτής κεντρικής φέτας.

Ένα από τα πρώτα «πιάτα» σερβιριζόταν όχι σε πιάτο, αλλά σ' ένα ποτήρι. Δε θυμάμαι αυτή τη στιγμή τι ήταν, ούτε αν το τρώγαμε με πηρούνι ή κουτάλι ή κανένα άλλο πιο ειδικό εργαλείο. Οπωσδήποτε το θέμα είναι ότι αφού τρώγαμε, κάπου θα έπρεπε να ακουμπήσουμε το όποιο μαχαιροπήρουνό μας. Γι' αυτό το σκοπό προοριζόταν το καθαυτού πιάτο, εκείνο που μας είχαν στρώσει εξ αρχής στο τραπέζι αλλά δεν είχε έρθει η ώρα να το χρησιμοποιήσουμε ακόμα. Ήταν αχανούς εκτάσεως, με ανάγλυφους ομόκεντρους κύκλους στην περιφέρεια, και χρυσό. Πορσελάνινο ήταν βέβαια, αλλά το χρώμα του ήταν χρυσό. Το ποτήρι με αυτό που τρώγαμε μας το είχαν ακουμπήσει μέσα σ' αυτό το εντυπωσιακό πιάτο. Φάγαμε, ακουμπήσαμε στο πιάτο το χρησιμοποιημένο μαχαιροπήρουνο, και ήρθαν και μας τα μάζεψαν όλα για να τα πάνε, υποθέτω, για πλύσιμο. Το επόμενο που μας σέρβιραν δεν ήταν σε ίδιο χρυσό πιάτο, αλλά σε κάποιο άλλο. Πράγμα που σημαίνει ότι πράγματι το χρυσό πιάτο είχε εκπληρώσει την υπηρεσία του, μας το είχαν φέρει μόνο γι' αυτό το σκοπό και όχι για να φάμε κάτι άλλο στη συνέχεια -άλλωστε το κάθε φαγητό ερχόταν σερβιρισμένο, κανένα πιάτο δεν ήρθε άδειο για να το γεμίσουμε εμείς.

Ε, εκεί αισθάνθηκα άσχημα. Ζούμε σε οικονομική κρίση, και σε περιβαλλοντική κρίση. Είναι προκλητική σπατάλη να χρησιμοποιούμε ένα τεράστιο χρυσό πιάτο μόνο και μόνο για ν' ακουμπήσουμε ένα μαχαιροπήρουνο, μετά το πιάτο να πηγαίνει για πλύσιμο, και όταν με τα πολλά πλυσίματα φθαρεί και ο χρυσός του ξεφτίσει να βγει στη σύνταξη χωρίς ποτέ να έχει φιλοξενήσει έστω και μια μικροσκοπική ποσότητα τροφής στο κέντρο του.

Εδώ θα μπορούσε κανείς να μου αντιτείνει: καλά, αυτό σε πείραξε; Εσύ ο ίδιος δε διάλεξες την περίοδο της οικονομικής κρίσεως για να πας σ' ένα μαγαζί όπου με τα λεφτά που θα χόρταιναν δεν ξέρω πόσοι άστεγοι εσύ τελικά έφυγες πεινασμένος; ...Δεν ξέρω τι να πω. Θεωρώ ότι ορισμένες πολυτέλειες αξίζει να τις προσφέρουμε μια στα τόσα στον εαυτό μας ή στην παρέα μας, αλλά δεν ήξερα μέχρι ποιο σημείο φτάνει η συγκεκριμένη πολυτέλεια.

Αλλά μπορεί να υπάρξει κι ένας αντίλογος: δε νομίζω ότι θα διενοείτο κανείς να διαμαρτυρηθεί γιατί να υπάρχουν συμφωνικές ορχήστρες των ογδόντα οργάνων, χώρια το μαέστρο (που πιθανώς να φαντάζει σε πολλούς περιττός και αργόμισθος), με το επιχείρημα ότι ένας μερακλής μ' ένα μπαγλαμαδάκι μπορεί να κάνει περισσότερους ανθρώπους να γλεντήσουν. Άλλες ανάγκες εξυπηρετεί η μία μουσική και άλλες η άλλη.

Παρατήρησα ότι πάνω στο τραπέζι δεν υπήρχε αλάτι. Πόσο μάλλον πιπέρι, ή -θου Κύριε- λαδόξιδο. Δεν ξέρω τι θα γινόταν αν ζητούσαμε αλάτι, γιατί δε χρειάστηκε να ζητήσουμε. Το πιθανότερο είναι να μας έφερναν. Δε φαντάζομαι να είναι τόσο ψώνια ώστε να θεωρούν ότι ο σεφ έχει βάλει ακριβώς την ποσότητα αλατιού που χρειάζεται και ότι οποιαδήποτε προσθήκη θα αποτελούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση στη δημιουργία του και θα αλλοίωνε τις γευστικές ισορροπίες. Αλλά παραμένει γεγονός ότι δεν είχαν αλάτι στο τραπέζι, άρα δε μας ενθάρρυναν να βάλουμε αλάτι στο φαγητό μας. Και ερωτώ: γιατί στην τρέχουσα κουζίνα θεωρείται δεδομένο και αποδεκτό ότι ο κάθε πελάτης έχει το προσωπικό του μέτρο για το πολύ και το λίγο αλάτι, κι εδώ όχι; Σε άλλου είδους μαγειρικές, μη-γκουρμέ, υπάρχει κάλλιστα περιθώριο να είναι κάποιος εξαιρετικός μάγειρας, εμπνευσμένος, δημιουργικός, καλλιτέχνης. Αλλά αυτό δεν περιορίζει την ελευθερία του πελάτη να κάνει μικροπροσαρμογές της δημιουργίας του σεφ στο προσωπικό του γούστο.

Τέλος, μια άλλη επιφύλαξη που είχα είναι η εξής: όσο απολαυστικός κι αν ήταν αυτός ο συγκεκριμένος τρόπος να τρως θαλασσινά, δεν είμαι βέβαιος αν υπερτερεί του παραδοσιακού. Ένα φρέσκο χτένι ή αστακός ή καβούρι Αιγαίου είναι αφ' εαυτού αρκετά ωραίο. Χρειάζεται να το ομορφήνουμε κι άλλο; Με ειδικά μείγματα 22 μπαχαρικών ή με μαρινάδες περγαμόντου μπορεί κανείς να αναδείξει άλλες όψεις της γεύσης και του αρώματός του, όχι υποδεέστερες, αλλά ούτε κατ' ανάγκην και ανώτερες. Σε πλήθος ψαροταβέρνες στα νησιά μας ή ακόμη και στον Πειραιά μπορεί κανείς να φάει ολόφρεσκα ψαρικά με απλούστερα (όχι χειρότερα) μαγειρέματα [και με πολύ καλύτερη σχέση τιμής-χόρτασης. Εντάξει, το γκουρμελίκι δεν είναι για χόρταση. Το κατανοώ αυτό, αλλιώς θα πήγαινα για σουβλάκια. Αλλά γιατί να μη συνδυάζονται όλα τα υπόλοιπα και με λίγο περισσότερη χόρταση;] Και σε κάποιες πιο σπάνιες ψαροταβέρνες μπορείς να βρεις όχι μόνο φρέσκο και καλό θαλασσινό, αλλά και τον εμπνευσμένο εκείνο μάγειρα που θα δομήσει ένα μενού κατά τρόπον εφάμιλλο αυτού του ταντρικού οργασμού που περιέγραφα πιο νωρίς.

Προσοχή: δεν κατηγορώ τον σεφ μας για άσκοπες βιρτουοζιές. Δεν υπελείπετο σε σεβασμό ούτε προς τα υλικά του ούτε προς την τέχνη του ούτε προς εμάς. Δεν ήταν σαν τον Νταλάρα ή τον Παβαρότι, που αντί να ακούς το τραγούδι ακούς τους ίδιους και τις ακροβασίες τους. Τη δική του δεξιοτεχνία την ήλεγχε απολύτως, και την είχε πιστά ταγμένη στο σκοπό του. Και γενικότερα άλλωστε το μαγαζί δεν ήταν σνομπ. Σε όλα υπήρχε γνήσια ευγένεια και πραγματική, υψηλή ποιότητα. Δεν αμφιβάλλω ότι σε τέτοια μέρη θα συχνάζουν νεόπλουτοι και φαντασμένοι, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είναι μαγαζί για νεόπλουτους και φαντασμένους. Μπορεί κάλλιστα να καλύψει τις αναζητήσεις ενός ρέκτη που κατά τα άλλα παραμένει φυσιολογικός και προσγειωμένος. Διατηρώ όμως ένα σκεπτικισμό: υπάρχει νόημα στο να είναι κανείς τόσο πια ρέκτης;

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2007

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Αν κάποιος κάνει παιδί με την αδελφή του, το παιδί του θα είναι συνάμα και ανήψι του, έτσι; Και αν το κάνει με τη μάνα του, το παιδί του θα είναι και αδέλφι του. Και αν το κάνει με την κόρη του, το παιδί του θα είναι και εγγόνι του.

Μπορείτε να το προχωρήσετε μόνοι σας και να δείτε τι θα βγει αν κάποιος κάνει παιδί με τη γιαγιά του κλπ..

Ας πιάσουμε όμως μερικές πιο ειδικές περιπτώσεις. Έστω ότι κάποιος είναι φανατικός και αμετανόητος αιμομίκτης. Κάνει με τη μάνα του μία κόρη (που είναι και αδελφή του), και ακολούθως, μόλις αυτή έλθει εις ηλικίαν, κάνει και μαζί της ένα παιδί. Τι θα του είναι; Από τον ίδιο, παιδί του. Από τη μάνα του παιδιού, αφενός εγγόνι του, αφού η μάνα του παιδιού είναι κόρη του μπαμπά, και αφετέρου ανήψι του, αφού η μάνα του παιδιού είναι συνάμα και αδελφή του μπαμπά.

Με παρακολουθείτε μέχρι εδώ; Έξοχα. Ας δούμε τώρα τις συγγένειες αυτού του παιδιού με τη μάνα του μπαμπά. Η μάνα του μπαμπά είναι προφανώς γιαγιά του παιδιού του μπαμπά, συμβαίνει όμως να είναι ταυτόχρονα και η δεύτερη γιαγιά του, αφού είναι μάνα και της μάνας του παιδιού. Επειδή όμως ο μπαμπάς είναι και παππούς του παιδιού, η διπλή γιαγιά είναι εν ταυτώ και προγιαγιά. Είναι δε, τέλος, και μεγάλη θεία του, ως μητέρα του θείου του (γιατί ο μπαμπάς είναι και θείος).

Πάμε τώρα στη μάνα του παιδιού: αυτή είναι επίσης και θεία του, ως αδελφή του μπαμπά του. Είναι ακόμη και αδελφή του, αφού ο πατέρας τους είναι ο ίδιος. Βέβαια αυτό προσδίδει στη μάνα της μάνας την πρόσθετη ιδιότητα της μεγάλης θείας του παιδιού (μάνα της θείας του). Νομίζω ότι αυτά είναι όλα.

Μια μέρα λοιπόν αυτό το παιδάκι γράφει στο σχολείο μια έκθεση με θέμα «Η οικογένειά μου». Και γράφει μέσα:

Η οικογένειά μου αποτελείται από τον μπαμπά μου, τη μαμά μου, τον παππού μου, τις δύο γιαγιάδες μου, την προγιαγιά μου, το θείο μου, τη θεία μου, δυο μεγάλες θείες μου, την αδελφή μου και εμένα. Ζούμε όλοι μαζί στο ίδιο σπίτι αλλά δεν έχουμε πρόβλημα χώρου, είμαστε μόνο τέσσερα άτομα.



Όπως έμαθα πολύ αργότερα,
το ζήτημα έχει απασχολήσει κι άλλους.

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2007

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μακρινή χώρα της Ανατολής ζούσε μία πεντάμορφη βασίλισσα. Ο άντρας της ήταν ο βασιλιάς της χώρας. Εργαζόταν σκληρά στη διακυβέρνηση του κράτους του και ήταν πολύ πλούσιος. Της είχε χτίσει ένα θαυμαστό παλάτι, με μαρμάρινες κολώνες και μεγάλες χρυσές σάλες, στρωμένες με πολύτιμα χαλιά. Η πεντάμορφη βασίλισσα ζούσε εκεί μέσα, και ο άντρας της ο βασιλιάς φρόντιζε να μην της λείψει ποτέ τίποτα, κανένα λούσο, καμία περιποίηση ή διασκέδαση. Μέχρι και του πουλιού το γάλα έβρισκες μέσα στο παλάτι.
Όμως η πεντάμορφη βασίλισσα έπληττε. Μέρα με τη μέρα έχανε το χαμόγελό της και το ροδοκόκκινο χρώμα της. Επιτέλους κάποια μέρα ο βασιλιάς το πρόσεξε. Τη ρώτησε:
−Τι έχεις, πεντάμορφη κυρά, και κλαις κι αναστενάζεις;
−Αφέντη βασιλιά, αποκρίθηκε εκείνη, βαρέθηκα. Πλήττω εδώ μέσα, στο ολόχρυσο παλάτι. Θέλω να βγω έξω, να δω τον απέραντο κόσμο. Πήγαινέ με ένα ταξίδι!*
Ο βασιλιάς, αφού σκέφτηκε πολύ, της αποκρίθηκε:
−Θα γίνει το θέλημά σου, πεντάμορφη κυρά. Θα σε στείλω ταξίδι σ’ ένα εξωτικό νησί σε μια μακρινή χώρα, κατά κει που πέφτει ο ήλιος, να δεις όλα τα θαυμαστά του κόσμου. Όμως εγώ δεν μπορώ να έρθω μαζί σου. Είμαι πολύ απασχολημένος στη διακυβέρνηση του κράτους. Θα πας με τη συνοδεία σου, και έννοια σου: εγώ θα φροντίσω τίποτα να μη σου λείψει.
Η πεντάμορφη βασίλισσα χάρηκε για το ταξίδι. Όσο για το βασιλιά που δε θα τη συνόδευε, έτσι κι αλλιώς είχε συνηθίσει να μη τον πολυβλέπει. Ξεκίνησε λοιπόν να ετοιμάζεται για το μεγάλο ταξίδι. Στο μεταξύ ο βασιλιάς αρμάτωσε μια ολόχρυση φεργάδα, που ’χε πανιά μεταξωτά, κι αντένες ασημένιες. Έβαλε ναύτες τα πιο διαλεχτά παλικάρια της χώρας, και καπετάνιο τον πιο ψημένο θαλασσόλυκο. Όταν οι ετοιμασίες ολοκληρώθηκαν, η βασίλισσα ανέβηκε στην ολόχρυση φεργάδα μαζί με τη βασιλική της συνοδεία. Σήκωσαν την άγκυρα και ξεκίνησαν.
Ταξίδεψαν και ταξίδεψαν μέσα στα σαράντα κύματα. Πέρασαν θάλασσες και πέλαγα, άφησαν πίσω τους νησιά και νησακούλια, ώσπου μια μέρα φτάσαν εκεί που πέφτει ο ήλιος, στο μεγάλο, εξωτικό νησί της μακρινής χώρας που της είχε πει ο βασιλιάς. Μόλις έφτασαν στο λιμάνι, τους υποδέχτηκαν οι απεσταλμένοι από τους άρχοντες της περιοχής. Καλωσόρισαν την πεντάμορφη βασίλισσα. Την έβαλαν σε μία άμαξα με οχτώ κάτασπρα άλογα, που τρέχαν σαν τον άνεμο, να την οδηγήσουν εκεί που θα ’μενε. Σ’ όλο το δρόμο κάλπαζαν πίσω, μπροστά και γύρω από την άμαξα αρματωμένοι καβαλάρηδες με φτερά στις περικεφαλαίες τους, που τη φύλαγαν μην της τύχει κανένα κακό.
Δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν, καμιά φορά η άμαξα με τα οχτώ κάτασπρα άλογα σταμάτησε. Ανοίγει η πόρτα, και η βασίλισσα βλέπει έναν άνθρωπο με αρχοντικά ρούχα να της κάνει βαθύ τεμενά και να της λέει:
−Πολυχρονεμένη μου βασίλισσα, πεντάμορφη κυρά της Ανατολής, καλωσόρισες στα μέρη μας. Κόπιασε να σου δείξω πού θα μένεις. Εγώ είμαι ο οικοδεσπότης σου, κι είμαι στις διαταγές σου. Έχω εντολή από τον άντρα σου, τον πολυχρονεμένο βασιλιά, να φροντίσω να μη σου λείψει τίποτα.
Κατεβαίνει η πεντάμορφη βασίλισσα από την άμαξα, ξοπίσω της κι η βασιλική της συνοδεία, γύρω τους κι οι αρματωμένοι καβαλάρηδες με τα φτερά στις περικεφαλαίες. Κοιτάζει η πεντάμορφη, τι να δει! Έναν απέραντο κήπο, με όλα τα δέντρα και τα λουλούδια της γης κι όλα τα πουλιά του ουρανού, και μέσα ένα παλάτι, εκατό φορές μεγαλύτερο από το δικό της! Ψηλοί οντάδες με μαρμάρινες σκάλες κι αλαβάστρινες κολώνες, με δρύινα πατώματα και ιστορημένα ταβάνια, και γύρω χίλια δυο άλλα χτίρια: τι μαγεριά, με τους καλύτερους μαγείρους του κόσμου, με τους άσπρους τους σκούφους, που ετοίμαζαν τα πιο σπάνια και εκλεκτά φαγιά για τους καλεσμένους, τι λουτρά με ζεστά και κρύα νερά και με σκλάβους που περιποιούνταν όσους παίρναν το λουτρό τους και τους αλείφανε με ακριβά μυρωδικά, τι σάλες του χορού πλατιές και ψηλοτάβανες, τι τραπεζαρίες λουσάτες, τι μαγαζιά με πολύτιμες πραμάτειες! Γύρω γύρω, από τις τρεις μεριές του απέραντου κήπου, ήταν ένας ψηλός καστρότοιχος με πολεμίστρες, που τις εφύλαγαν στρατιώτες αρματωμένοι σαν τους αστακούς. Και στην τέταρτη τη μεριά απλωνότανε η γαλάζια θάλασσα, με τα κύματά της και με τα ψάρια της και μ’ όλα της τα καράβια.
Η πεντάμορφη βασίλισσα έμεινε εκεί κάμποσες μέρες. Είχε κι άλλους καλεσμένους εκεί, άρχοντες και πλούσιους απ’ όλης της γης τα μέρη. Κανείς άλλος όμως δεν ήταν από βασιλική γενιά. Τη μέρα κολυμπούσανε στη θάλασσα, πλένονταν στα μαρμαρένια λουτρά, ή ψωνίζανε στα μαγαζιά με τις ακριβές πραμάτειες, και τα βράδια διασκεδάζανε στις λουσάτες τραπεζαρίες και στις σάλες του χορού, τις πλατιές και ψηλοτάβανες.
Όμως η πεντάμορφη βασίλισσα πάλι έπληττε. Είχε βαρεθεί τις πολυτέλειες, ήθελε να δει τον απέραντο κόσμο κι όχι να πάει και να κλειστεί σ’ άλλο ένα ολόχρυσο παλάτι, ας ήταν κι εκατό φορές μεγαλύτερο από αυτό που είχε στη χώρα της. Είχε μια καμαριέρα που είχε γίνει της εμπιστοσύνης της και λέγαν όλα τους τα μυστικά. Τη ρωτάει λοιπόν μια μέρα:
−Πες μου, καλή μου καμαριέρα, πώς είναι το υπόλοιπο νησί σας, έξω από τον καστρότοιχο με τις πολεμίστρες;
−Κυρά μου και βασίλισσα, της λέει η καμαριέρα, έξω από τον καστρότοιχο, εκεί που τελειώνουν τα σύνορα του παλατιού, είναι άλλα τέτοια παλάτια σαν το δικό μας, μόνο λίγο μικρότερα, με απέραντους κήπους, κι εκεί έχει άλλους καλεσμένους, πλούσιους κι αρχόντους, μα όχι τόσο σπουδαίους όσο είναι οι δικοί μας. Ύστερα έχει κι άλλα τέτοια σπίτια, μα δεν είναι πια παλάτια, που μένουν οι απλοί καλεσμένοι. Και πιο πέρα, όσο να πάει η ακρογιαλιά, είναι μικρά χάνια για τους φτωχούς καλεσμένους από τις χώρες του Βορρά, που δεν κολυμπάνε ποτέ, μόνο πίνουν όλη τη νύχτα και κοιμούνται όλη τη μέρα.
−Μα μόνο καλεσμένους έχει σ’ αυτή τη χώρα; Κι όταν φύγουν αυτοί και πάνε στις δικές τους τις χώρες, κανείς δε μένει εδώ; ρώτησε η πεντάμορφη βασίλισσα της Ανατολής.
−Κυρά μου πολυχρονεμένη, της αποκρίνεται η καμαριέρα, πώς δε μένει κανείς! Είναι όλοι αυτοί που περιποιούνται τους καλεσμένους, οι καραβοκύρηδες και οι αμαξάδες που τους πάνε και τους φέρνουν, οι ταβερναραίοι κι οι χανιτζήδες, κι οι έμποροι που τους πουλούν ακριβά ακριβά τις πραμάτειες τους.
−Όλοι δηλαδή σ’ αυτή τη χώρα, μόνο με τους καλεσμένους έχουν να κάνουν; ρώτησε η βασίλισσα.
−Όχι, κυρά μου πεντάμορφη. Όχι όλοι. Μόνο όσοι ζούνε στην ακροθαλασσιά. Μέσα στα βουνά είναι άλλοι άνθρωποι, μεροκαματιάρηδες. Αυτοί πάνε τη μέρα στα ζώα και στα χωράφια, και το βράδυ στους καφενέδες. Πίνουν τη ρακή, κι αν καμιά βραδιά έρθουν σε κέφι, βγάζουν τη λύρα και τραγουδούν και χορεύουν. Αυτοί δεν έχουν πάρε-δώσε με τους καλεσμένους. Αν ποτέ ξεπέσει κανείς ξένος στα μέρη τους, δεν του πουλούν τίποτα, μόνο τον κερνάνε. Μα και να του πουλήσουν, δεν κοιτάνε να τον κοροϊδέψουν. Μα είναι φτωχοί ανθρώποι, τα ρούχα τους είναι λερωμένα, τα χέρια τους τραχιά και τα σπίτια τους χαμηλοτάβανα. Τι σε νοιάζει εσένα γι’ αυτούς, κυρά μου της Ανατολής;
Μα της βασίλισσας της έκαμαν εντύπωση τα λόγια της καμαριέρας. Όλη τη νύχτα, μέσα στα μεταξωτά της σεντόνια και τα πουπουλένια παπλώματα, άλλο δε σκεφτόταν, μόνο όσα της είπε για τα βουνά και τους βουνίσιους, που ήταν άνθρωποι φτωχοί και λεβέντες. Και το πρωί με την αυγή, σαν έστειλε ο θεός τον αφέντη τον Ήλιο να δώσει την ημέρα στους ανθρώπους και στ’ άλλα του τα πλάσματα, έκαμε την απόφασή της. Εμάζεψε όλη της τη βασιλική συνοδεία, και τους ορμήνεψε να ντυθούν όλοι απλά· οι κόρες έβγαλαν τις ακριβές τους φορεσιές και τα χρυσά λιλιά τους, κι εβάλαν ταπεινά φορέματα· τα παλικάρια άφησαν τ’ άρματά τους· κι η ίδια η πεντάμορφη βασίλισσα έβγαλε τη χρυσή κορώνα από το κεφάλι της, έβγαλε κι απ’ τους ώμους της τη γούνα την ερμίνα, κι έμεινε μ’ ένα φορεματάκι φτωχικό, μα καθαρό και καλοσιδερωμένο. Ε τότες πια, σαν έβγαλε τα χρυσά της που λάμπανε, έλαμψε η δική της νιότη, και φάνηκε πια για τα καλά πως είναι πεντάμορφη. Μέχρι κι ο αφέντης ο Ήλιος, που βλέπει όλο τον κόσμο, σαν είδε αυτή την ομορφιά κοντοχαμήλωσε για να της κάνει ένα τεμενά. Μα ας είναι· παίρνει λοιπόν η πεντάμορφη βασίλισσα τη συνοδεία της, κι έτσι, αγνώριστοι όπως ήτανε, παίρνουνε δυο αμάξια ξύλινα −όχι πια χρυσά−, με δυο ψαρήδες το καθένα, και κινάνε να πάνε στα βουνά. Την είχε ορμηνέψει η καμαριέρα της και της είχε πει για ένα χωριό, πάνω στα βουνά στα βράχια, που είναι τα σπίτια χαμηλά μα φρεσκοασβεστωμένα, κι οι ανθρώποι είναι εκεί φτωχοί μα όλο νοικοκυραίοι, κι έχει στη μέση μια μικρή πλατεία, και στη μέση της πλατείας ένα βαθύσκιωτο πλατάνι, και στη ρίζα του πλάτανου μια βρύση με κρουσταλλένιο νερό που τρέχει μέρα-νύχτα, κι ότι είναι στον ήσκιο του πλατάνου ένα καπηλειό που κάνουν τα καλύτερα φαγιά −όχι τίποτα σπάνια πράγματα και ακριβά, μα είναι όλα παστρικά και νόστιμα. Εκεί λοιπόν ερέχτη να πάει η βασίλισσα με τη συνοδεία της, και για κει κινήσανε.
Εφτάσανε στο χωριό ψηλά στα βουνά, στα βράχια, και τα βρήκαν όλα όπως τα είχε πει στην πεντάμορφη βασίλισσα η καμαριέρα της. Εκεί ήταν η πλατεία, εκεί κι ο πλάτανος, εκεί κι η βρύση με το κρουσταλλένιο το νερό, εκεί και το καπηλειό. Και καθώς είχε πια βραδιάσει (το παραμύθι λέγεται γρήγορα, μα το ταξίδι δε γίνεται γρήγορα), το καπηλειό κι όλη η πλατεία ήταν όλο κόσμο, που είχαν γυρίσει από τις δουλειές τους κι εβγήκαν να ξεσκάσουν, άλλος να πάει βόλτα κι άλλος να πιει τη ρακή του. Σαν είδαν τους ξένους με τα ταπεινά τα φορέματα, δεν τους εγνώρισαν βέβαια πως είναι η βασίλισσα από την Ανατολή με τη συνοδεία της. Εσάστισαν όμως με την ομορφιά της. Είδαν κιόλας που οι άνθρωποι αυτοί είχαν μιαν αρχοντιά στους τρόπους τους, που φαίνονταν ότι δεν ήταν όποιοι κι όποιοι. Δώσ’ του λοιπόν κουβέντες και σούσουρο, βρε ποιοι να ’ναι αυτοί οι ξένοι, βρε ποια να ’ναι αυτή η πεντάμορφη, κάπου ευρέθη κανένας να ερχόταν από της ακροθαλασσιάς τα μέρη και να ξέρει το μυστικό, τελικά την εγνωρίσανε. Και σαν την εγνωρίσανε που ’τανε βασίλισσα, ακόμα πιο πολύ την εθαμάξανε, που κανενούς δεν έδινε διαταγές, μήτε αρματωμένους έσερνε ξοπίσω της μήτε τίποτα, μόνο μιλούσε σ’ όλους με το χαμόγελο και με τον καλό τον τρόπο.
Στο μεταξύ η βασίλισσα με τη συνοδεία της εκάτσανε σ’ ένα τραπάζι στο καπηλειό και τους φέρνανε φαγιά και τρώγανε. Ας τους αφήσουμε λοιπόν να τρώνε, κι ας δούμε σ’ ένα άλλο τραπέζι δίπλα τι γινότανε.
Εκεί καθόντανε μια άλλη παρέα και τρώγανε και πίνανε κι είχαν γιορτή μεγάλη, γιατί είχαν έρθει φίλοι τους από τα ξένα κι είχαν καιρούς και ζαμάνια να τους δουν, κι εσμίξανε ίσα ίσα εκεί στο καπηλειό, στο διπλανό τραπέζι από τη βασίλισσα. Ήταν ο Γιώργης απ’ τ’ Ανάπλι με τ’ όνομα, με τους φίλους του από το χωριό εκεί ψηλά στα βουνά στα βράχια, και με το γιο του και τη θυγατέρα του που ’χαν έρθει από τα ξένα, και μ’ ένα φίλο του γιου του. Κι είχαν χαρά μεγάλη για το αντάμωμά τους, και δώσ’ του τσούγκριζαν τις κούπες, εβίβα ο ένας, καλώς μας ήρθατε, εβίβα ο άλλος, καλώς σας ηύραμε.
Σαν είδαν να καταφτάνει η πεντάμορφη η βασίλισσα με τη συνοδεία της, εσάστισαν κι αυτοί με την ομορφάδα της και με την αρχοντιά της. Και σαν είδαν που ήρθε κι έκατσε δίπλα τους, ακόμη πιο πολύ τα ’χασαν. Και σαν εμάθαν και το μυστικό, ποια είναι η πεντάμορφη, εκεί πια εξεσπάστηκαν για τα καλά. Κι όλο αφορμές γυρεύαν να σηκώνονται και να ξανακάθονται σ’ άλλη θέση, ίσαμε που να τη δουν όλοι τους καλά και να χορτάσουν την ομορφιά της. Αμ’ χορταίνεται τέτοια ομορφιά; Και δώσ’ του να τσουγκρίζουν τις κούπες και να λένε στην υγειά της πεντάμορφης, σιγά σιγά μην τους ακούσει. Και δώσ’ του ο Γιώργης απ’ τ’ Ανάπλι, με τ’ όνομα, να λέει μια στον ένα και μια στον άλλο, «την είδα εγώ, εσένα ξανοίγει, φαίνεται θα της άρεσες», και να τους φουσκώνει τα μυαλά. Μην τα πολυλογούμε, εξεχάσαν ό,τι είχαν να πούνε και μόνο με την πεντάμορφη είχαν πια να κάνουν.
Στο μεταξύ, με το πολύ εβίβα και εβίβα και να τσουγκρίζουν τις κούπες και να τις πίνουν στο κατόπι, ήρθανε και στο κέφι κι ήθελαν να τραγουδήσουν. Και λέει ο Γιώργης απ’ τ’ Ανάπλι, με τ’ όνομα: ε, δεν πιάνετε δα και τα όργανα; Γιατί ήταν στην παρέα και παιχνιδιατόροι, ένας με το λαούτο κι άλλος με την ασκομαντούρα. Κι αυτοί, όχι που δεν είχαν όρεξη και κέφι, αμ’ έλα που εντρέπονταν; Σου λέει, ν’ αρχίσουμε τώρα εμείς τη φασαρία με την ασκομαντούρα, να τρομάξει η πεντάμορφη να φύγει και να τη χάσουμε; Λέει ο Γιώργης απ’ τ’ Ανάπλι, με τ’ όνομα, όχι, λέει, θα της αρέσει και θα ’ρθει και πιο κοντά. Λέει, όχι, δεν παίζω. Εγώ ντρέπουμαι. Βρε τι να κάνουμε, τι να κάνουμε, που κι η παρέα είχε κεφίσει, λέει, τη βρήκα τη λύση: να φωνάξουμε το Μανολιό με τη λύρα, να παίξει αυτός να βγάλει το φίδι από την τρύπα, που είναι γλυκό το όργανο και δεν τρομάζουν οι όμορφες. Στέλνουν, τον φωνάζουν, έρχεται το Μανωλιό με τη λύρα.
Στο μεταξύ η βασίλισσα με τη συνοδεία της έφαγαν κι απόφαγαν, επλήρωσαν το λογαριασμό, άφησαν κι ένα γερό μπαχτσίσι στην ταβερναριά για τα ωραία της τα φαγιά, κι ήταν για να φύγουν. Με το που ακούει η πεντάμορφη τη λύρα και το λαγούτο, ετσίτωσε τ’ αυτί της. Σιμώνει τους, μπρε, λέει, ίντα όργανο είναι τούτο; Γλυκειά φωνή που την έχει! Εκείνοι πια, σαν την είδαν κι έρχεται σιμά και τους μιλεί, εκατάπιαν τη γλώσσα τους από τη σαστιμάρα τους. Με τα πολλά της λέει ο ένας, που ’παιζε το λαούτο, κόπιασε, της λέει, κι από κοντά να τ’ ακούσεις, κι έννοια σου, δεν τις τρώμε εμείς τις όμορφες. (Εμένα μου λες, που την έτρωε όλο το βράδυ με τα μάτια, μα ας είναι.) Και πιάνει καρέκλα η πεντάμορφη, κι από κει που ’τανε για να φύγει, ξανακαθίζει δίπλα τους ακριβώς, κι άκουγε τη λύρα και γουστάριζε. Τα όργανα πια, να τους έχει πιάσει ζάλη και ταραχή! Μα δεν είναι και κάθα μέρα αυτό, να παίζεις τη λύρα στη βασίλισσα, και σε τέτοια βασίλισσα μάλιστα! Σου λέει, μας ήκουσε, μας εμίλησε, τώρα κάθισε και κοντά μας, μετά τι;
Μετά τίποτα. Έκατσεν η πεντάμορφη, άκουσε ένα τραγούδι, δυο, μετά είχε και ταξίδι να γυρίσει, σηκώνεται. Μα πριν να φύγει, έπιασε και τους εχαιρέτησεν όλους έναν έναν και τους έδωσε το χέρι. Κατόπι πια επήρε τη συνοδεία της και μην την είδατε...

**********************************************************

Περνάνε καμιά δεκαριά μέρες, και μια λαμπρή, μια κυριακή, μιαν ακριβήν ημέρα, βγαίνει αυτή περίπου η ιστορία στην εφημερίδα. Κι αν εγώ σας τα ’γραψα να μοιάζουν με παραμύθι, είναι όμως αληθινά, γιατί ήμουν εκεί και τα έζησα πρώτο χέρι (τουλάχιστον από το σημείο που φτάνουν στο χωριό· τα πιο πριν τα φαντάστηκα). Αυτό που έγραφε η εφημερίδα απείχε αρκετά από τα γεγονότα. Περιέγραφε ούτε λίγο ούτε πολύ ένα γλέντι με τη βασίλισσα, με λύρες, ασκομαντούρες, λαούτα, με τους κτηνοτρόφους του χωριού πάνω στα βουνά, στα βράχια (δεν είμαστε κτηνοτρόφοι! Δε θα ντρεπόμασταν να είμαστε, αλλά πάντως δεν είμαστε!) να της τραγουδάνε μαντινάδες τη μία πίσω από την άλλη, ενώ κάποιοι από την παρέα τής τις μετέφραζαν στα Αγγλικά και τα Γαλλικά (δεν έφτανε μόνο στη μία γλώσσα, χρειαζόταν και δεύτερη για πιο σίγουρα). Η αλήθεια είναι ότι το γλέντι έγινε, αλλά αφού είχε φύγει η βασίλισσα. Κι επειδή ένα γλέντι μόνο με... κτηνοτρόφους δεν είναι θέμα για εφημερίδα, ο δημοσιογράφος παρέτεινε την παραμονή της βασίλισσας λίγο παραπάνω, ώστε να παραστεί κι εκείνη στο γλέντι κι έτσι να γεμίσει το κεντρικό σαλόνι της εφημερίδας, μιας κι ήταν καλοκαίρι και δεν υπήρχαν ειδήσεις (αυτά ήταν πριν τις πυρκαϊές).
Μεταξύ άλλων φωτογραφιών, που ήταν σκοτεινές και μέτριες γιατί είχαν τραβηχτεί λαθραία, η μόνη καθαρή και ευκρινής ήταν μία, τυπωμένη σε τεράστιο μέγεθος, που έδειχνε την πεντάμορφη βασίλισσα μαζί με έναν από την παρέα, έναν γραφικό ντόπιο, ασπρομάλλη με αφάνα και μουστάκα, δυο κεφάλια πιο κοντό από εκείνην, σαν να είναι η Χιονάτη με έναν από τους Εφτά Νάνους. Η ίδια φωτογραφία υπήρχε, σε μικρότερο μέγεθος, και στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας. Το όνομα του ανθρώπου μνημονευόταν και στο κείμενο, μαζί με κάποιες μαντινάδες που υποτίθεται ότι είχε πει στη βασίλισσα. Αναφερόταν και το όνομα ενός άλλου ντόπιου, πάλι από την παρέα, πάλι με τις μαντινάδες του, αλλά χωρίς φωτογραφία. Από κάποια αβλεψία όμως, ανάμεσα στη σωρεία ανακριβειών που προσπαθούσαν να βγάλουν είδηση εκ του μη όντος, είχε αποδοθεί και μία μαντινάδα του μη εικονιζόμενου στον εικονιζόμενο. (Αφού κανείς δεν είχε πει καμία μαντινάδα δεν κατάλαβα πώς έγινε αυτό το λάθος, αλλά πάντως όλοι στο χωριό δέχονταν ότι έγινε).
Την ίδια μέρα με την κυκλοφορία της εφημερίδας, στο χωριό ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος. Εκείνος που δεν είχε βγει φωτογραφία και που του είχαν αφαιρέσει την πατρότητα της μαντινάδας, φέρεται (δεν ξέρω αν είναι αλήθεια) να έκανε δριμύτατη φραστική επίθεση στον άλλον, που είχε γίνει σταρ των πρωτοσέλιδων και των κεντρικών σαλονιών. Στη συνέχεια ο καθένας μάζεψε το λαό του και όλοι μαζί έκοψαν την καλημέρα στο λαό του αλλουνού. Ο ανιψιός του αδικημένου, για παράδειγμα, που έχει ένα καφενείο όπου αράζαμε μέρα παρά μέρα και κάναμε παρέα, ξαφνικά δε μας μίλαγε πια, θεωρώντας ότι ανήκουμε στο λαό του αδικήσαντος. Ο ίδιος ο αδικήσας αφιέρωσε όλη την ημέρα στο να ανεβοκατεβαίνει την κεντρική περαντζάδα του χωριού, περιμένοντας ποιος θα του πει «σε είδα στην εφημερίδα με τη βασίλισσα». Όταν του το έλεγαν φούσκωνε σαν το παγώνι, όταν δεν του το έλεγαν έπαιρνε ένα ύφος «ε, πες το λοιπόν!» και δε μιλούσε, περίμενε. Σε κάθε ευκαιρία παραπονιόταν για την άδικη επίθεση που υπέστη από τον άλλο. Όλο το χωριό, ή −για να μην υπερβάλλουμε− όλοι οι καφενόβιοι του χωριού, είχαν εμπλακεί στον εμφύλιο εντασσόμενοι είτε στη μία παράταξη είτε στην άλλη. Εννοείται πως η ταβερναριά και η οικογένειά της τήρησαν ουδετερότητα, αφού είχαν λάβει τζάμπα εξαιρετική διαφήμιση από το άρθρο.

Και σκέφτομαι: οι άμεσα εμπλεκόμενοι ξέρουν πολύ καλά ότι το άρθρο γράφει αρλούμπες. Επίσης ξέρουν ότι δεν το έγραψε κανείς από τους δυο τους, ώστε να έχει λόγο να μειώσει τον άλλον. Και όμως τσιμπάνε! Θεωρούν ότι θίγονται, ή ότι ανεβαίνουν (ή ότι ανεβαίνει ο άλλος εις βάρος τους). Είναι βέβαια λογικό, δεδομένου ότι ούτε κάθε μέρα βλέπουν βασίλισσες, ούτε κάθε μέρα βλέπουν το χωριό τους στο κεντρικό άρθρο κυριακάτικης εφημερίδας πανελλήνιας κυκλοφορίας, πόσο μάλλον το όνομά τους, και μάλιστα τις μαντινάδες τους, και, η κορωνίδα όλων, τη φωτογραφία τους (ο ένας δηλαδή) μαζί με τη βασίλισσα, ΚΑΙ στο πρωτοσέλιδο! Εντάξει, ο καθένας θα ζαλιζόταν λίγο μ’ όλα αυτά. Το δημοσίευμα τάραξε τα νερά της ήσυχης καθημερινότητας του χωριού, έδωσε τροφή στις συζητήσεις και δουλειά στα καφενεία για μια βδομάδα (και στην ταβέρνα της πλατείας πολύ περισσότερη δουλειά: έλληνες και ξένοι τουρίστες συνέρρεαν σωρηδόν, και μετά από μερικές μέρες είχαμε και επίσκεψη του προέδρου της Μολδαυΐας −στο λόγο μου, δεν κάνω πλάκα!!! Αλλά αυτόν δεν πήγαμε να τον δούμε, ούτε μαντινάδες του μεταφράσαμε σε τρεις γλώσσες. Μετά την πεντάμορφη βασίλισσα τίποτε πια δε μας συγκινούσε.)

Και σκέφτομαι: ώστε έτσι δουλεύει ο Τύπος. Αν υπάρχει τόση σάλτσα και ανακρίβεια σ’ ένα τόσο απολύτως ασήμαντο άρθρο, και παρά ταύτα όσοι ξέρουν τα πραγματικά γεγονότα τσιμπούν, ενώ οι υπόλοιποι επίσης συγκινούνται από το θέμα μέχρι σημείου να εμπλακούν στη διχόνοια που προκλήθηκε, τι γίνεται όταν γράφουν για σημαντικά γεγονότα, εθνικής ή παγκόσμιας σημασίας, που συγκινούν (και πολύ περισσότερο) όλο τον κόσμο, όχι μόνο ένα μικρό χωριό, και που κανείς δεν τα ξέρει στις αυθεντικές τους διαστάσεις;
Μου ’ρθε ζάλη. Όχι πως δεν το ’χα ακουστά, ότι ο Τύπος ανεβοκατεβάζει κυβερνήσεις, αλλά ήταν η πρώτη φορά που είδα από κοντά πώς ακριβώς το κάνει.

* Ποιητική άδεια. Στην πραγματικότητα η Βασίλισσα δεν είναι καθόλου έξω από τον κόσμο, σαν κάτι συναδέλφους της.

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2007

ΜΙΚΡΗ ΕΡΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

«Πρέπει να χωρίσουμε. Όχι, δεν έχω βρει άλλον / άλλη. Όχι, δεν έχω κανένα παράπονο. Σ’ αγαπάω πάντα. Όμως αυτή η σχέση δε λειτουργεί πια. Πρέπει να χωρίσουμε. Όμως θα κατέχεις πάντα μία ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου. Άλλωστε μπορούμε να συνεχίσουμε να βλεπόμαστε, αλλά όχι ως ζευγάρι.»
Συνήθως αυτός είναι ο πρόλογος ενός κύκλου επεισοδίων που επαναλαμβάνονται με σταθερά προβλέψιμη αλληλουχία:
α) «Θέλω να χωρίσουμε» κλπ..
β) Κλάματα και οδυρμοί.
γ) Λόγοι παραμυθίας, αγκαλιές και χαδάκια.
δ) Σεξ.
ε) Προαιρετικά άλλος ένας γύρος κλάματα.
Μετά γυρίζουμε ο καθένας σπίτι του και συνεχίζουμε να διάγουμε τη ζωή των χωρισμένων. Ξαναβρισκόμαστε, και επαναλαμβάνουμε τον ίδιο κύκλο επεισοδίων. Σταδιακά, καθώς τον εμπεδώνουμε όλο και καλύτερα, αρχίζουμε να τον απλουστεύουμε. Τελικά απλώς πηδιόμαστε. Η διαφορά είναι ότι τώρα δεν είμαστε ζευγάρι.

Νέος άνδρας έχει πρόσφατα χωρίσει, και βρίσκεται σ’ αυτήν ακριβώς τη φάση. Εξακολουθούν κανονικά να πηδιούνται με την πρώην κοπέλα του, απλώς προσπαθούν να το αραιώσουν. Την πρώτη φορά αφήνουν να μεσολαβήσει μία μέρα, τη δεύτερη δύο μέρες κ.ο.κ.. Παράλληλα έχει γνωρίσει μία άλλη κοπέλα. Έχουν κάνει ένα-δύο αναγνωριστικά πηδήματα, αλλά ακόμη δεν έχουν αποφασίσει αν ενδιαφέρονται για κάτι πιο σταθερό.
Η δεύτερη κοπέλα πρόκειται να φύγει για ένα μεγάλο ταξίδι. Ο νέος άνδρας τής έχει υποσχεθεί ότι θα της γράψει κάτι κασέτες. Ως γνωστόν, μία κασέτα συχνά ισοδυναμεί με ερωτική επιστολή. Όμως έρχεται η παραμονή του ταξιδιού και ακόμη δεν έχουν συναντηθεί για να της τις δώσει. Δίνουν ραντεβού. Θα περάσει 7 το απόγευμα από το σπίτι της, να της... ευχηθεί καλό ταξίδι.
Πιο νωρίς ο νέος βρίσκεται στο σπίτι της πρώην κοπέλας του. Έχει περάσει για λίγο, όμως το λίγο γίνεται πολύ. Μπλέκει εκεί και δεν μπορεί να φύγει. Κλεφτά, από την τουαλέτα, καταφέρνει να στείλει στην άλλη μηνύματα: Άργησα, θα έρθω στις 8. Θα έρθω στις 9. Θα έρθω στις 10.
Τελικά κάποια στιγμή καταφέρνει να φύγει, τόσο βιαστικά που δεν προλαβαίνει ούτε να πλύνει την πασσαλειμμένη με κολπικά υγρά μούρη του. Φτάνει στης άλλης κατά τις 11:30, σκεπτόμενος: τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Πρωινό ξύπνημα αύριο για το ταξίδι, τι να γυρεύεις... Άσε που μυρίζω κιόλας!
Χτυπάει την πόρτα. Η κοπέλα τον υποδέχεται με τη νυχτικιά. Δεν ανάβει φώτα, δεν τον καλεί μέσα, και του μιλάει ψιθυριστά. Εκείνος διακρίνει κάποια αμηχανία.
–Ε, γεια... Σου έφερα τις κασέτες, λέει ο νέος (όπως άλλοτε ο κλεινός Γκουσγκούνης έλεγε «έφερα τα ψάρια!»).
–Ευχαριστώ. Συγγνώμη που δε σε βάζω μέσα, αλλά ε... κοιμάται ο Βαγγέλης.
Ωραία, σκέφτεται ο νέος. Κανένα ίχνος ζήλιας δεν του δαγκώνει την καρδιά. Αντίθετα, αισθάνεται ξαλαφρωμένος. Άργησε, την έστησε, αλλά δεν της προκάλεσε κανένα σοβαρό μπελά. Δε μένει παρά να αποχαιρετηθούνε για το ταξίδι. Όμως, υπάρχει ένα λεπτό σημείο: να τη φιλήσει; Δε γίνεται, με τέτοια μούρη. Να μην τη φιλήσει; Ούτε αυτό γίνεται. Από την άλλη, κι η κόρη δε δείχνει πολύ πρόθυμη να τον φιλήσει. Ο νέος εξακολουθεί να διακρίνει μία αμηχανία, αυξανόμενη πλέον ποικιλοχρόως. Το παίρνει απόφαση: θα τη φιλήσει.
–Ε, αυτά λοιπόν. Άειντε, καλό ταξίδι, λέει και την πλησιάζει. Η κόρη είναι πλέον σαν παντζάρι.
–Καλή αντάμωση. Συγγνώμη που δε σε φιλάω, αλλά... να, ε...μυρίζω!

Παρασκευή 27 Απριλίου 2007

ΣΥΒΑΡΙΤΙΣΜΟΙ ΣΤΗ ΝΗΣΟ ΤΟΥ ΜΠΟΝΕΝΤΗ

Δρίλλα!

Τσουρέκι με δρίλλα.

Αυγά (κατά προτίμηση από κοτέτσι και της ημέρας) τηγανητά με δρίλλα.

Φράουλες με δρίλλα: ψιλοκομμένες, με μαύρη ζάχαρη.

Δρίλλα με πετουμέζι (θυμίζει λίγο κρεμ καραμελέ).

Ψιλοκούλλουρα με δρίλλα και μέλι κηρήθρας.

Ψωμί ολυμπίτικο, ζυμωμένο με σχινόκαρπα, με δρίλλα και μέλι κηρήθρας. Τα σχινόκαρπα έχουν άρωμα μαστίχας.

Αααχ!

Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2007

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Τα "Καρπάθικα Ημερολόγια" είναι μία στήλη από την οποία θα μοιράζομαι μαζί σας σκέψεις και ιδέες. Από πολύ παλιά είχα τη συνήθεια, τέτοιες σκέψεις και ιδέες να τις λέω στον εαυτό μου σε μία υποθετικά γραπτή μορφή, όπως αν τις δημοσίευα κάπου. Ιδού λοιπόν, αρχίζω να τις δημοσιεύω. Αναμένω τις απαντήσεις σας και τα σχόλιά σας.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Δεν είμαι ιδιαίτερα φανατικός επ' αυτού: ο σκοπός δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα. Γι' αυτό δε θα ασχοληθώ να εξαλείψω κάποιες ενδείξεις από τις οποίες, όποιος με γνωρίζει, θα βρει εύκολα ποιος είμαι (πάντως αν δεν έχουμε γνωριστεί μη σπάτε άδικα το κεφάλι σας, δεν είμαι κανένας διάσημος!). Άλλωστε οι πρώτοι που θα διαβάσουν τη στήλη θα είναι γνωστοί μου -από κάπου πρέπει ν' αρχίσουμε. Όσοι γράψετε κάποια απάντηση, είστε φυσικά ελεύθεροι να την υπογράφετε όπως θέλετε, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Πάντως, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου.
ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΣΤΗΛΗΣ; Κανένα ιδιαιτέρως. Ιδέες και σκέψεις που μπορεί να γεννηθούν από οποιοδήποτε ερέθισμα μέσα στην καθημερινή ζωή: από κάτι που είδα, άκουσα, διάβασα ή μου συνέβη. Βέβαια είναι λογικό ότι αυτές οι σκέψεις θα έχουν σχέση με τα προσωπικά μου ενδιαφέροντα. Έτσι είναι πολύ πιθανό να σας γράψω ένα γράμμα με αφορμή κάποιο μουσικό θέμα, ή τα ήθη και τις συνήθειες του τόπου εδώ που ζω, ενώ είναι ελάχιστα πιθανό να σας γράψω για αυτοκίνητα ή για πολεμικές τέχνες. Πάλι δεν ξέρεις καμιά φορά. Οτιδήποτε μπορεί να πυροδοτήσει μία καλή σκέψη ή συζήτηση.
Εν ολίγοις πρόκειται για μια στήλη περιαυτολογίας. Ό,τι δηλαδή είναι συνήθως τα μπλογκ.