Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα. Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε. Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...
Σε 70 περίπου σχολεία της Α΄ Αθηνών πρόκειται να γίνουν μισοχρονίς αλλαγές διευθυντών. Τα προβλήματα που δημιουργεί αυτή η κίνηση, με τον κάθε διευθυντή να πρέπει να παρατήσει τη δουλειά του στη μέση και να πιάσει τη μισοξεκινημένη δουλειά κάποιου συναδέλφου του, έρχονται να προστεθούν στα υπόλοιπα προβλήματα της φετεινής χρονιάς: καταλήψεις, κλειστά σχολεία λόγω γρίππης κλπ..
Ένα από αυτά τα σχολεία, το 3. Γυμνάσιο Νέας Φιλαδέλφειας, ξεκίνησε μία προσπάθεια να αλλάξει η απόφαση και οι αλλαγές διευθυντών να γίνουν μια πιο λογική στιγμή, δηλαδή το καλοκαίρι.
Παραθέτω το κείμενο της διαμαρτυρίας. Δημοσιεύτηκε αρχικά στο μπλογκ"Nelly's Κι αυτά κι εκείνα", και έκτοτε αναδημοσιεύτηκε σε αρκετά άλλα μπλογκ. Εγώ το πήρα από το "Δυοσμαράκι".
Προς την Υπουργό Παιδείας δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων
Κυρία Άννα Διαμαντοπούλου
Προς τον Περιφερειακό Διευθυντή Α/βάθμιας και Β/βάθμιας Εκπαίδευσης Αττικής
Κύριο Παρασκευά Γιαλούρη
Προς την Διευθύντρια του Α' ΠΥΣΔΕ Αττικής
Κυρία Πολυξένη Ζαβού-Ράδου
Προς όλα τα μέλη του ΠΥΣΔΕ
Προς όλους τους Συλλόγους και τις Ομοσπονδίες των Καθηγητών
Προς όλους τους Εκπαιδευτικούς
Προς όλους τους Γονείς
Προς όλους τους Μαθητές
Προς κάθε ενδιαφερόμενο
Έχω την χαρά και την τιμή να είμαι Πρόεδρος του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων του 3ου Γυμν. Ν. Φιλαδέλφειας.
Παίρνω το θάρρος να σας γράψω ζητώντας τη βοήθειά σας για ένα θέμα, που μας καίει όλους πολύ, τις κρίσεις των διευθυντών.
Στο καταταλαιπωρημένο σχολείο μας που υπέφερε από δεινά τουλάχιστον την τελευταία δεκαετία είχαμε την τύχη, μετά τις κρίσεις του 2007, να έρθει μια Διευθύντρια, η κυρία Μαρία Χατζηιωάννου, που κατάφερε το ακατόρθωτο: Από αχούρι, με μορφή εγκαταλελειμμένου, ξεχαρβαλωμένου αναμορφωτηρίου να το μετατρέψει σε σχολείο- αγκαλιά για όλα τα παιδιά.
Το σχολείο μας δεν είχε τίποτα σωστό. Ηταν όλα ξεχαρβαλωμένα, δεν παρείχε ούτε τα στοιχειώδη και επιπλέον λειτουργούσε και υπό ένα καθεστώς τρομοκρατίας και χαφιεδισμού. Τα παιδιά έκαναν συνεχώς καταλήψεις διεκδικώντας τα αυτονόητα. Μέχρι και το βάψιμο των αιθουσών το κάναμε οι γονείς κάποιες Κυριακές.
Και ήρθε αυτή η γυναίκα και έβαλε τάξη σε όλα, μα κυρίως έβαλε αγάπη.
Και το σχολείο μας έγινε αυτό, που έπρεπε να είναι τα σχολεία όλου του κόσμου.
Μια κυψέλη δημιουργίας και αγάπης.
Τέρμα τα προβλήματα, τέρμα η παραβατικότητα, τέρμα οι καταλήψεις.
Τα παιδιά ξεκίνησαν δράσεις και προγράμματα, που θα ζήλευε και το καλύτερο ιδιωτικό σχολείο.
Τα παιδιά αγάπησαν αυτήν, αγάπησαν τα μαθήματα, αγάπησαν το σχολείο τους σαν το σπίτι τους.
Το φροντίζουν. Το προσέχουν.
Και τώρα έρχεται το Α' ΠΥΣΔΕ, μ΄αυτήν την παράνομη, όπως διαβάζω, διαδικασία και τα ακυρώνει όλα.
Θέλει να μας πάρει την Διευθύντρια, παρόλο που η ίδια δήλωσε ότι δεν θέλει να μετακινηθεί, άλλωστε σε λίγο μπορεί να συνταξιοδοτηθεί, αν θέλει.
Και ερωτώ, μήπως τηρώντας τους τύπους χάνουμε την ουσία;
Ποιός ο ρόλος του εκπαιδευτικού;
Ποιός ο ρόλος του σχολείου;
Ποιός ο ρόλος όλων αυτών, που διορίζονται ή εκλέγονται για να καλύψουν θέσεις καίριες, όπως αυτές των ΠΥΣΔΕ;
Πώς τιμάται ένας επιτυχημένος Διευθυντής; Με το να τον αλλάζετε πόστο παρά τη θέλησή του;
Προσπάθησα να επικοινωνήσω με την Διευθύντρια του ΠΥΣΔΕ και τηλεφωνικά, να της εκφράσω την αγωνία μας και την επιθυμία μας, όμως αν και κατανοώ την έντασή της και τις πιέσεις που δέχεται πανταχόθεν, δεν μπορώ να κατανοήσω την αντίληψή της, πως "οι γονείς δεν έχουν κανένα λόγο για τα παιδιά τους και ουδείς αναντικατάστατος"!!!!
Πώς μπορεί κάποιος που ασχολείται με την εκπαίδευση, να γελοιοποιεί την αγωνία ενός γονιού, εκλεγμένου στη θέση του Προέδρου του ΔΣ του Συλλόγου μας κλείνοντάς του το τηλέφωνο;
Ουδείς αναντικατάστατος, μου είπε! Μα, είμαστε όλοι ίδιοι; Δεν υπάρχουν καλοί, καλύτεροι και χειρότεροι;
Η ίδια η διαδικασία των κρίσεων δεν το αποδεικνύει αυτό;
Και αν εμείς οι γονείς δεν έχουμε λόγο για το καλό των παιδιών μας, τότε ποιός έχει;
Το άρθρο 3 της χάρτας για τα δικαιώματα και τα καθήκοντα των γονέων της ευρωπαϊκής κοινότητας, ορίζει πως:
"ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΛΗΡΟΥΣ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΤΟ ΕΠΙΣΗΜΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥΣ ΒΑΣΕΙ ΤΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ, ΔΕΞΙΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΞΙΩΝ ΤΟΥΣ.
ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΚΑΘΗΚΟΝ ΝΑ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ ΩΣ ΕΤΑΙΡΟΙ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΤΟΥΣ."
Και το άρθρο 8:
"ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΛΛΟΓΟΙ ΤΟΥΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΙΚΑ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΑΠΟΨΉ ΤΟΥΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΖΗΤΑΤΑΙ ΕΝΕΡΓΑ, ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΣΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΒΑΘΜΙΔΕΣ."
Και ναι, η Διευθύντριά μας είναι αναντικατάστατη!!!
Μα και όλα τα σχολεία θα αναστατωθούν με τις μετακινήσεις στη μέση της χρονιάς. Από τη μια η γρίπη, από την άλλη οι καταλήψεις, τώρα συμβαίνει και αυτό, τί θα πάρουν τα παιδιά από τη φετινή χρονιά; Γιατί δεν έγιναν οι κρίσεις το καλοκαίρι, που μας πέρασε ή γιατί δεν γίνονται το καλοκαίρι που θα έρθει;
Γιατί δεν ζητάτε εκ νέου δηλώσεις προτίμησης σχολείων;
Οι προτιμήσεις των υποψηφίων είναι φυσικό να έχουν αλλάξει σε αυτά τα δυο χρόνια. Γιατί έγινε καταμέτρηση μορίων χωρίς δηλώσεις; Και οι συνεντεύξεις τι νόημα είχαν;
Σας παρακαλώ λοιπόν θερμά, βοηθήστε μας να κρατήσουμε τη Διευθύντριά μας!
Μην αφήσετε να αναστατωθούν τόσα σχολειά στο μέσον της χρονιάς!
Αφουγκραστείτε τις αγωνίες των γονιών!
Τις επιθυμίες των παιδιών!
Αυτά είναι το μέλλον της Ελλάδας.
Πάρτε τα στα σοβαρά!
Ας μην χάνουμε την ουσία και ας δούμε το θέμα προς όφελος των παιδιών μας.
Με εκτίμηση
Η Πρόεδρος του ΔΣ του Συλλόγου Γονέων και Kηδεμόνων του 3ου Γυμν. Ν. Φιλαδέλφειας
Στο μπλογκ της αρχικής δημοσίευσης η συντάκτρια της ανάρτησης, πρόεδρος του Συλλόγου Γονέων του εν λόγω σχολείου, συμπληρώνει:
ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ
το θέμα είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό του μικρού μας σχολείου:
Είναι περίπου 70 σχολεία στην Α' Περ. Αθήνας, που θα ανακυκλωθούν οι Διευθυντές μές στο μέσον της σχολικής χρονιάς!
Και ερωτώ:
Α. Τίνος το αυτί ιδρώνει, που αυτοί οι 70 διευθυντές αυτή τη στιγμή δεν μπορούν να προγραμματίσουν τίποτα στην αναμονή της μετακίνησης;
Β. Που οι νέοι που θα τοποθετηθούν, θα χρειαστούν ένα χρονικό διάστημα εγκλιματισμού και ενημέρωσης, αρα πάλι μηδέν δράσεις και προγραμματισμός;
Γ.Που όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περιοχή, όπου πολλά σχολειά είχαν κλείσει με καταλήψεις και σχεδόν όλα έκλεισαν βδομάδες λόγω γρίπης;
Δ.Που τις ανεπιθύμητες μετακινήσεις διευθυντών οι μαθητές θα τις αντιμετωπίσουν με δυναμικές κινητοποιήσεις;
Ε. Μήπως τελικά η φετινή χρονιά για τα σχολεία μας θα πάει χαμένη;
Ήταν μια χρονιά που στο Γυμνάσιό μας, όπως και σε ολόκληρο το νησί, δεν είχαν στείλει καθηγητή ούτε Μουσικής ούτε Καλλιτεχνικών. Γι’ αυτά τα μαθήματα προβλέπεται από μία ώρα την εβδομάδα σε κάθε τάξη. Έτσι, μας περίσσευαν έξι ώρες κενές, δύο στην Πρώτη τάξη, δύο στη Δευτέρα και δύο στην Τρίτη. Στην αρχή τα παιδιά σ’ αυτές τις ώρες απλώς είχαν κενό, δηλαδή έβγαιναν στο χωριό και βωλοδέρνανε. Όταν σιγουρευτήκαμε ότι δεν πρόκειται να έρθει καθηγητής, κάναμε τις αναγκαίες αλλαγές στο συνολικό πρόγραμμα, και οι κενές ώρες ήρθαν στο τέλος κάποιας ημέρας. Έτσι τα παιδιά σχολάγαν νωρίτερα.
Με «γνωστικά» κριτήρια, αυτή η απώλεια είναι πολύ πιο ασήμαντη απ’ ό,τι αν δε γινόταν Φυσική ή Μαθηματικά ή Λογοτεχνία. Η Αισθητική Αγωγή (δηλαδή τα Καλλιτεχνικά και η Μουσική μαζί) θεωρείται το κατεξοχήν δευτερεύον, ασήμαντο μάθημα. Άλλωστε δεν εξετάζεται, και σχεδόν δε βαθμολογείται καν −για την ακρίβεια μπαίνει ένας βαθμός αλλά δε συνυπολογίζεται στο μέσο όρο, και κατά παράδοση σχεδόν όλοι οι καθηγητές βάζουν πολύ ψηλούς βαθμούς, από 17 έως 20.
Ωστόσο στην πραγματικότητα ένα σχολείο όπου δε γίνονται αυτά τα δύο μαθήματα είναι κάτι τραγικό, γιατί χωρίς αυτά τι μένει; Μένουν όλα τα άλλα, που στηρίζονται κατά βάση στην ίδια λογική: διαβάζω, εξετάζομαι, περνάω ή κόβομαι· αν έχω κενά από τις προηγούμενες τάξεις δυσκολεύομαι· αν παραδυσκολευτώ και τα παρατήσω, το μάθημα γίνεται εφιάλτης· μπορεί να αρχίσουν τα ιδιαίτερα και τα φροντιστήρια· αν είμαι καλός προχωράω, αλλά πάντα με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή το λογικό και γνωστικό χτίσιμο καινούργιων στοιχείων πάνω σε παλιά.Φυσικά αυτό δεν είναι κακό. Γίνεται απαίσιο όμως, όταν είναι το μοναδικό πράγμα που γίνεται στο σχολείο από την προσευχή της Δευτέρας μέχρι το σχόλασμα της Παρασκευής. Τα Καλλιτεχνικά και η Μουσική στηρίζονται σε άλλες βασικές αρχές. Είναι δυνατόν να προχωρήσουν χωρίς το βούρδουλα του βαθμού, που ρεαλιστικά είναι αναπόφευκτος στα άλλα μαθήματα. Ο κακός μαθητής, που συνήθως είναι γενικά κακός και όχι μόνο στα θεωρητικά ή μόνο στα φυσικομαθηματικά, έχει την ευκαιρία να δοκιμαστεί σε τελείως άλλους τομείς όπου πιθανόν να είναι πολύ καλός. Ο καλός μαθητής πάλι, που κι αυτός συνήθως είναι γενικά καλός και όχι επιλεκτικά, έχει την ευκαιρία να καλλιεργήσει και άλλες νοητικές και πρακτικές δεξιότητες, πέρα από αυτές των «γνωστικών» μαθημάτων, αποφεύγοντας τον ενδεχόμενο κίνδυνο να αναπτυχθεί μονόπαντα. Ο μέτριος μαθητής, που κινείται με βάση όχι τις ικανότητες που έχει ή δεν έχει αλλά την αδιαφορία, ίσως να βρει σ’ αυτά τα μαθήματα το κίνητρο, την ευχαρίστηση που δεν του προσφέρουν τα υπόλοιπα, φτάνοντας πιθανώς στο σημείο να αναθεωρήσει τη συνολικά απαξιωτική του γνώμη για το σχολείο.
Εν ολίγοις πρόκειται για μαθήματα που σπάνε τη μονοτονία των άλλων μαθημάτων. Δεν είναι καλύτερα ή χειρότερα από τα υπόλοιπα, αλλά είναι εξαιρετικά σημαντικά από την άποψη ακριβώς ότι είναι διαφορετικά. Μ’ αυτά (και, θεωρητικά, και με τη Γυμναστική −άλλο πώς γίνεται συνήθως) είναι που παύεις πια να πηγαίνεις σχολείο για μια μοναδική δουλειά.
Στα μικρά σχολεία είναι αρκετά πιθανό ένας καθηγητής να μη συμπληρώνει το ωράριό του. Εκεί για παράδειγμα ήμασταν δύο φιλόλογοι για όλο το Γυμνάσιο, με υποχρεωτικό ωράριο 21+21 ώρες, αλλά το σύνολο των φιλολογικών μαθημάτων και στις τρεις τάξεις ήταν λιγότερο από 42 ώρες. Γι’ αυτόν και για μία σειρά άλλους λόγους τη βγάζαμε πολύ ξεκούραστα. Σε σχέση μ’ αυτό που γνώρισα αργότερα στην Αθήνα τη βγάζαμε αφάνταστα ξεκούραστα, μπορώ να πω. Έτσι αποφάσισα να αναλάβω, με δική μου πρωτοβουλία, το μάθημα της Μουσικής. Το πρότεινα στο διευθυντή. Θα ήταν κάτι ανεπίσημο, ανάμεσα σ’ εμάς και τα παιδιά, χωρίς εμπλοκή της Υπηρεσίας. Με άλλα λόγια δε θα έμπαινε βαθμός, και επισήμως θα ήταν σαν να πήγαινα στο κενό τους να τους απασχολήσω.
Μέσα στην εβδομάδα είχα δύο τελευταίες ώρες που δεν είχα μάθημα, και που συνέπιπταν μ’ εκείνες που ούτε τα παιδιά είχαν. Έτσι, θα τους λέγαμε ότι την τάδε μέρα η μία τάξη και τη δείνα η άλλη τάξη δε θα σχολάνε πιο νωρίς, αλλά κανονικά. (Αυτό έπιανε τις δύο μεγαλύτερες τάξεις. Για την πρώτη γυμνασίου το πρόγραμμα δε βόλευε.) Όμως, το να σχολάνε νωρίτερα είναι ένα προνόμιο που δε θα το απαρνούνταν εύκολα: αν τους λέγαμε ότι θα το χάσουν για να κάνουμε Μουσική θα διαμαρτύρονταν, θα λέγανε «εμείς θέλουμε το κενό μας» (την έχω ακούσει αρκετές φορές αυτή την απίστευτη ατάκα) και θα γινόταν κακή αρχή. Έτσι έκανα επιπροσθέτως μία εσωτερική αλλαγή στο δικό μου πρόγραμμα: μετέφερα στην τελευταία ώρα κάποιο μάθημα που είχα μαζί τους πιο νωρίς, και στο κενό που δημιουργήθηκε έβαλα τη Μουσική. Αυτό δε χρειαζόταν να το ανακοινώσω σε κανέναν, μόνο στα παιδιά. Ο διευθυντής δε θα συμφωνούσε, γιατί η τελευταία ώρα είναι πάντα καμένη στο συγκεκριμένο σχολείο: για κάποιο μυστηριώδη λόγο που σχετίζεται με τα δρομολόγια των λεωφορείων, κρατάει μόνο 25 λεπτά και γενικά αντιμετωπίζεται ως η αναγκαία καθυστέρηση που θα κάνει το σχόλασμα πιο γλυκό, και όχι ως ωφέλιμος χρόνος μαθήματος. Οπότε δεν ήθελε να χαντακώσουμε σ’ αυτή την ώρα ένα «κανονικό» μάθημα, όπως τα Αρχαία ή τα Νέα. Εγώ πάλι, δολίως σκεπτόμενος, έκρινα ότι καλύτερα να βάζαμε εκεί το «κανονικό» μάθημα, αφού έτσι κι αλλιώς υπήρχε και άλλη ώρα μέσα στην εβδομάδα όπου θα είχαμε όλο τον κανονικό χρόνο και τις επιθυμητές συνθήκες, παρά τη Μουσική που είναι μια φορά την εβδομάδα.
Μ’ όλη αυτή τη σκευωρία λοιπόν κατάφερα να κάνω Μουσική στη Β΄ και τη Γ΄ Γυμνασίου. Κρίμα για την Α΄, αλλά δε χωρούσε πουθενά στα προγράμματα. Για να κάνω και σ’ αυτούς θα έπρεπε να αναθεωρηθεί ολόκληρο το πρόγραμμα του Γυμνασίου, πράγμα που δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει: είναι τόσο περίπλοκη, κουραστική και εκνευριστική διαδικασία για όλους και μετά βεβαιότητος θα δημιουργούσε προβλήματα για τα οποία θα έβγαινα εγώ υπόλογος, οπότε μόνο αν έκανα όλους τους μαθητές Παγκανίνηδες και Μαρίες Κάλλας θα ξεπλενόμουνα κάπως. Ενώ έτσι όπως το κάναμε, χωρίς να μπω σε κανενός το μάτι, οι δύο τάξεις θα συμπλήρωναν ένα χαμένο μάθημα και η πρώτη, τι να κάνουμε, θα έμενε χωρίς μουσική όπως την είχε εξαρχής καταδικάσει η Υπηρεσία.
**********
Εγώ δεν είχα σκοπό να κάνω κανέναν Παγκανίνι ή Μαρία Κάλλας. Βασικά ήθελα να κάνουμε ένα μάθημα για τα μουσικά όργανα. Έχει ανθρώπους που όταν βλέπουν ένα συγκρότημα δεν ξεχωρίζουν την κιθάρα από το μπάσο, ή (σε μια ορχήστρα) το βιολί από τη βιόλα, και άλλους που τα ξεχωρίζουν. Είμαι της γνώμης ότι όποιος τα ξεχωρίζει κερδίζει κάτι. Άλλο είναι να ξέρεις να ονομάζεις με ακρίβεια τα αντικείμενα του γύρω κόσμου κι άλλο να λες «αυτό το πωστολένε» ή να ονομάζεις όλα τα όργανα κιθάρες. Ήδη είχα σοκαριστεί όταν μια φορά τούς είπα κάτι για τον ευκάλυπτο που ήταν πίσω από το σχολείο και μερικά παιδιά δεν ήξεραν ποιος είναι ο ευκάλυπτος, γιατί μια ζωή τον ονόμαζαν απλώς «δέντρο». Όταν ξέρεις να ξεχωρίζεις το ένα δέντρο από το άλλο και το ένα όργανο από το άλλο έχεις πιο σαφή εικόνα του κόσμου που σε περιβάλλει. Δε χρειάζεται να ξέρεις κάθε απίθανο είδος δέντρου, αλλά ο ευκάλυπτος, διάβολε, είναι κάτι αρκετά κοινό. Όπως αντιλαμβάνεσθε, αυτό το σκεπτικό ήταν άμεσα επηρεασμένο από τις γλωσσολογικές μου σπουδές: «Τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου».
Σημειωτέον ότι ούτε ήξερα ούτε με απασχόλησε ποια είναι η κανονική ύλη του Υπουργείου για το μάθημα της Μουσικής σε κάθε τάξη. Αποφάσισα ότι θα έβρισκα αυτό που εγώ θέλω να τους κάνω και θα το έκανα, ίδιο και στις δύο τάξεις.
Θεωρούσα ευνοϊκή συγκυρία το ότι είχα στη διάθεσή μου αρκετά όργανα που θα μπορούσα να τους παρουσιάσω στ’ αλήθεια. Είχα στο σπίτι δείγματα των οργάνων που παίζονται στο νησί, λύρα, τσαμπούνα και λαούτο, καθώς και ένα φιλοξενούμενο σαντούρι, είχα δύο φίλους συναδέλφους που έπαιζαν κιθάρα και ακορντεόν και θα μπορούσαν να μου τα δανείσουν ή ακόμη και να έρθουν, αν ήθελαν, να τα παρουσιάσουν οι ίδιοι στα παιδιά, και με παρόμοιους τρόπους όλο και κάπου θα βρισκόταν μια φλογέρα, ένα μπουζούκι και μερικά άλλα όργανα. Επίσης είχα ένα πολύ καλό βιβλίο για τα όργανα, φτιαγμένο λες επίτηδες για σχολική χρήση, που παρουσιάζει μερικές δεκάδες γνωστά και λιγότερο γνωστά όργανα του κόσμου σ’ ένα δισέλιδο το καθένα, με φωτογραφίες και λίγες εύληπτες και ουσιαστικές πληροφορίες.
Τελικά, μία σειρά σκέψεων με οδήγησε σε κάτι άλλο, που νομίζω ότι ήταν ακόμη καλύτερο. Κάναμε την παρουσίαση των οργάνων, αλλά πριν από αυτήν έγινε μία σειρά μαθημάτων με θέμα την εισαγωγή στην ακουστική: πώς παράγονται οι μουσικοί ήχοι.
Ξεκινήσαμε με ένα χάρακα που τον κρατάς στην άκρη του θρανίου και τον τινάζεις και κάνει τόινγκ τόινγκ. Ανάλογα πόσο μακρύ είναι το κομμάτι του χάρακα που είναι στον αέρα, αλλάζει ο τόνος του τόινγκ τόινκγ. Πώς ακριβώς όμως αλλάζει; Βρήκαν μόνοι τους ότι άμα μακρύνουμε το ελεύθερο κομμάτι του χάρακα ο ήχος γίνεται πιο μπάσος, κι άμα το κοντύνουμε γίνεται πιο ψηλός. Τους ρώτησα αν ξέρουν πώς λέγεται η κίνηση που κάνει ο χάρακας. Όταν κάποιος θυμήθηκε από τη Φυσική ότι αυτό είναι ταλάντωση, το θυμήθηκαν και οι άλλοι. Όλοι το είχαν ακούσει, αλλά δεν το είχαν βέβαια μάθει όλοι.
Το να τους ρωτάω πράγματα από την ύλη της Φυσικής χωρίς να είμαι ο Φυσικός τους τους έκανε να συζητάνε πιο ελεύθερα: δεν ήταν εξέταση, δεν είχαν τίποτα να φοβηθούνε. Δε θα μπορούσα ποτέ να κάνω με την ίδια άνεση μια ανάλογη κουβέντα για τα φιλολογικά μαθήματα, γιατί όλοι θα επηρεαζόμασταν από το γεγονός ότι εγώ τους τα έχω διδάξει (ή και άλλος να ήταν, ξέρω τι περίπου τους έχει κάνει) και άρα το να τα ξέρουν είναι κάποιου είδους υποχρέωση απέναντί μου, που είτε την τηρούν και μπράβο είτε όχι και κακώς. Στη Φυσική κάναμε απλώς κουβέντα.
Τους εντυπωσίασα με το ότι, αν και φιλόλογος, ήξερα κάποια πράγματα από τη Φυσική. Τους έκανα να γελάσουν παίζοντας στοιχειώδεις μελωδίες με το τόινγκ τόινγκ του χάρακα. Τους δημιούργησα μία αίσθηση απενοχοποίησης ενθαρρύνοντάς τους να παίζουν κι εκείνοι με το χάρακα. Και απέφυγα τον κίνδυνο να γίνουμε παιδική χαρά συνδέοντας, με τρόπο που φαινόταν απροσδόκητος και συνάμα απόλυτα φυσικός, το αστείο αυτό παιχνιδάκι με τους κανόνες της Φυσικής.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά ανακαλύψαμε έναν κανόνα, ότι ο πιο μακρύς χάρακας βγάζει πιο μπάσα φωνή και αντιστρόφως. Τον ελέξγαμε πειραματικά, και παίξαμε λίγο προσπαθώντας να μαντέψουμε τι φωνή θα έκανε ο καθένας μας να βγάλει ο χάρακας αν τον κράταγε λίγο πιο έξω ή λιγο πιο μέσα στο θρανίο. Εμπεδώσαμε αυτό τον κανόνα, κι εκεί τέλιωσε το πρώτο μάθημα.
Στο επόμενο μάθημα φτιάξαμε το Μονόχορδο του Πυθαγόρα. Το Μονόχορδο του Πυθαγόρα είναι ένα πειραματικό μουσικό όργανο, επί του οποίου μελετώνται οι κανόνες ακουστικής των εγχόρδων. Αποτελείται από μία έδρα, ένα σκουπόξυλο και μία καλούμπα σπάγκο. Δένουμε τη μια άκρη του σπάγκου κάπου κάτω από την τάβλα της έδρας, τον φέρνουμε να διασχίσει όλο το πλάτος της τάβλας, και τον τεντώνουμε τραβώντας δυνατά την καλούμπα από την άλλη άκρη. Πάνω στην έδρα έχουμε και το σκουπόξυλο, ξαπλωμένο κάθετα στο σπάγκο, και περασμένο από κάτω του. Κρατάει τον τεντωμένο σπάγκο σε μια απόσταση από την τάβλα, δηλαδή λειτουργεί σαν καβαλάρης. Με το τμήμα του τεντωμένου σπάγκου από το σκουπόξυλο μέχρι την άκρη της έδρας μπορούμε να βγάλουμε και πάλι ήχους: τόινγκ, τόινγκ. Αφού το έφτιαξα και τους έδειξα πώς δουλεύει, ζήτησα να σηκωθεί όποιος ήθελε να με βοηθήσει. Προσφέρθηκαν σχεδόν όλοι. Διάλεξα τον πιο καμένο μαθητή της τάξης, ας τον πούμε Γρηγόρη. Δε θα σας πω αυτή τη στιγμή όλη την ιστορία της περίπτωσης Γρηγόρη, αλλά ήταν σαφώς ένας καμένος μαθητής, σχεδόν αναλφάβητος και που συνέχεια έμπλεκε σε καβγάδες και κάθε είδους προβλήματα. Ήταν πρώτη φορά που προσφερόταν να βοηθήσει στο μάθημα.
Σηκώθηκε λοιπόν, και του είπα να κρατάει τεντωμένη την καλούμπα. Εγώ έκανα τόινγκ τόινγκ με τη χορδή μετακινώντας μπρος πίσω το σκουπόξυλο, και τα παιδιά έπρεπε να βρουν, βάσει του κανόνα του προηγούμενου μαθήματος, αν η νότα θα ψήλωνε ή θα χαμήλωνε. Το πήγαιναν καλά: το είχαν πάρει λίγο σαν παιχνίδι, κι έτσι συμμετείχαν και μάλιστα αμιλλώνταν κιόλας. Όμως καμιά φορά η νότα άλλαζε χωρίς να μετακινήσουμε το σκουπόξυλο. Όποτε γινόταν αυτό, έκανα παρατήρηση στο Γρηγόρη. Τελικά κάποια στιγμή του είπα: τέντωσέ το γερά. Έκανα τόινγκ με τη χορδή. Πιο γερά, του είπα. Ξαναέκανα τόινγκ, και ήταν πιο ψηλό από πριν. Τι έγινε εδώ; Ξέρουμε ότι η νότα αλλάζει αν αλλάξει το μήκος της χορδής· τώρα πώς άλλαξε η νότα με το ίδιο μήκος χορδής;
Έτσι ανακαλύψαμε τον δεύτερο κανόνα: ότι εκτός από το μήκος, άλλος παράγοντας που επηρεάζει τη νότα είναι το πόσο τεντωμένη είναι η χορδή. Έβαλα το Γρηγόρη να αλλάζει το τέντωμά του ενώ εγώ έκανα τόινγκ τόινγκ με τη χορδή, κι έβγαιναν δίαφοροι αστείοι ήχοι· κι ενώ εκείνος έκανε κάτι που θα μπορούσε να το δει σα μια βλακεία για να γελάσουμε μέσα στο μάθημα, είδε έκπληκτος την κάθε του βλακεία να οδηγεί σ’ ένα επιστημονικό συμπέρασμα, που όλοι −ακόμα κι ο ίδιος− το καταλάβαιναν χωρίς προσπάθεια.
Πάμε παραπέρα. Αν το τέντωμα είναι σταθερό, τότε η νότα αλλάζει αν μετακινούμε το σκουπόξυλο. Θεωρητικά μπορούμε να παίξουμε τραγούδια μ’ αυτό τον τρόπο. Στην πράξη όμως δεν είναι εύκολο να πηγαίνουμε κοτζάμ σκουπόξυλο πέρα-πώε με τόση ταχύτητα και ακρίβεια στις κινήσεις ώστε να βγουν μελωδίες. Πώς αλλιώς μπορούμε να το κάνουμε;
Κάποιος (μπορεί να ’ταν και ο ίδιος ο Γρηγόρης, που αιφνιδίως είχε πάρει φόρα) σκέφτηκε ότι με το ένα χέρι μπορούμε, χωρίς να κουνάμε το σκουπόξυλο, να πατάμε το σπάγκο πάνω στην έδρα, σε διαφορετικά κάθε φορά σημεία, και με το άλλο να κάνουμε το τόινγκ τόινγκ. Αυτό ήταν πράγματι πιο αποτελεσματικό. Τους έβαλα να παίξουν μ’ αυτό. Όχι πως οι ήχοι είχαν καμιά ιδιαίτερη μουσικότητα, αλλά είχε πλάκα, και ταυτόχρονα η κίνηση θύμιζε πλέον αρκετά ξεκάθαρα τις κινήσεις κάποιου που παίζει ένα αληθινό όργανο.
Στη συνέχεια είπαμε τους άλλους δύο κανόνες: ότι μία χορδή πιο χοντρή βγάζει πιο χαμηλή νότα από μία πιο λεπτή και αντιστρόφως, και ότι μία από υλικό μεγαλύτερης πυκνότητας βγάζει πιο χαμηλή νότα από μία από υλικό μικρότερης πυκνότητας. Αυτούς τους είπαμε θεωρητικά, χωρίς παιχνίδια, αλλά πλέον υπήρχε η δυνατότητα να τους καταλάβουν, έχοντας εμπεδώσει καλά τους δύο πρώτους.
Μετά από αυτά ήταν πλέον καιρός να αρχίσουμε με τα πραγματικά όργανα. Τους έφερα ένα λαούτο στην τάξη. Το περιεργαστήκαμε, το πειράξαμε. Τους άφηνα να το πιάνουν και να το κάνουν ό,τι θέλουν χωρίς να τους λέω «μη μου το σπάσεις». Δοκιμάσαμε διάφορα: παίζεις σε μία χορδή· με το ένα χέρι την πατάς σε διάφορα σημεία, της αλλάζεις το μήκος του ελεύθερου τμήματος κι έτσι βγάζεις διαφορετικές νότες· όμως η πιο χαμηλή νότα που μπορείς να παίξεις είναι όταν η χορδή είναι ανοικτή, δηλαδή το ελεύθερο τμήμα της είναι ολόκληρο το μήκος της· αν η μελωδία που πας να παίξεις καταβαίνει και σε πιο χαμηλές νότες, τι κάνεις; Ήταν εύκολο πλέον να βρούνε ότι θα χρησιμοποιήσουμε μια άλλη χορδή, πιο χοντρή. Καθώς μάλιστα το έβλεπαν από πολύ κοντά, φαινόταν ποια χορδή είναι χοντρή και πια λεπτή. Με ανάλογους τρόπους βρήκαν το νόημα του κουρδίσματος: στρίβοντας τα κλειδιά αλλάζουμε το τέντωμα της κάθε χορδής, κι έτσι ανεβοκατεβάζουμε τον τόνο της μέχρι εκεί που θέλουμε.
Τους ρώτησα ποιος ήθελε να μας παίξει «κάτι» στο λαούτο. Στην αρχή ήθελαν λίγοι, αλλά σιγά σιγά πήραν θάρρος σχεδόν όλοι. Στο τέλος τους έπαιξα εγώ λίγη πραγματική μουσική κι είπαμε ένα-δυο τραγούδια.
Σε άλλο μάθημα τους έφερα το σαντούρι. Το σαντούρι έχει δύο ακαταμάχητα προσόντα: πρώτον, είναι φτιαγμένο λες επίτηδες για να βλέπεις αυτούς τους κανόνες ολοκάθαρα μπρος στα μάτια σου, με τις μακριές / κοντές και τις λεπτές / χοντρές χορδές. Δεύτερον, αν αρχίσεις να το κοπανάς στην τύχη, σχεδόν ό,τι κι αν κάνεις θα ακουστεί ωραίο. Εγώ δεν ξέρω σαντούρι, αλλά τόσο καιρό που το είχα σπίτι μου όλο και το έψαχνα, και έτσι είχα αποκτήσει μια μίνιμουμ εξοικείωση. Τους το έδειξα, και τους έπαιξα λίγο κάτι ό,τι να ’ναι, για να πάρουν ένα δείγμα του ήχου. Πολλοί το ήξεραν επειδή εκείνα τα χρόνια υπήρχε μια πιτσιρίκα που έπαιζε σαντούρι με τον Νταλάρα και είχε γίνει φίρμα της τηλεόρασης. Με το που ακούστηκε η πρώτη νότα, τα παιδιά γοητεύτηκαν από τον όντως μαγικό του ήχο, που μπορεί να κατευνάζει τα πάθη, να ηρεμεί τις ψυχές και να εγγυηθεί ότι σήμερα θα είχαμε ένα μάθημα πιο ήσυχο: δε θα κοπανάγαμε χάρακες, δε θα κάναμε αστεία, δε θα φωνάζαμε όλοι μαζί «κύριε κύριε εγώ εγώ». Το μάθημα ήταν λίγο συζήτηση και λίγο παίξιμο. Στο συζητητικό μέρος, για άλλη μια φορά ανακυκλώναμε τους ίδιους κανόνες περί κοντής χορδής και τα λοιπά. Εφόσον τους εφαρμόζαμε κάθε φορά με ένα διαφορετικό όργανο, δεν υπήρχε η αίσθηση ότι ξαναλέμε αιωνίως τα ίδια, κι έτσι το μάθημα δεν ήταν βαρετό. Στο παίξιμο, ο καθένας από όσους ήθελαν ανέβηκε με τη σειρά στην έδρα όπου καθόταν το σαντούρι κι έπαιξε κάτι. Λόγω της φύσης του οργάνου, ολωνών τα παιξίματα ακούγονταν ωραία. Θυμάμαι όμως σα σήμερα την ιδιαίτερη επιτυχία που είχε ο Γρηγόρης: κάπως έτυχε και αυτό το κουτουρού παίξιμό του ήταν τόσο ωραίο, ώστε όλοι τον παρακολουθούσαν με ιδιαίτερη προσήλωση. Όταν τελείωσε όλοι χειροκροτήσαμε αυθόρμητα.
**********
Όλα αυτά γίνονταν με την Τρίτη Γυμνασίου, μία τάξη που γενικώς ήταν απείθαρχη και προβληματική (η ίδια που αναφέρω και στο κείμενο Ένα εκπαιδευτικό πείραμα). Στη Δευτέρα Γυμνασίου είχα σκοπό να ακολουθήσω το ίδιο πρόγραμμα. Όμως εκείνοι ήταν αλλιώτικη ομάδα. Ήταν πιο πειθαρχημένοι, πιο συγκροτημένοι, και όχι απλώς δεν είχαν ανάγκη από τόση εναλλακτικούρα και βιωματική γνώση αλλά ίσα ίσα που μαζί τους αυτό δεν έπιανε καν. Έτσι, μετά από την εισαγωγή στην ακουστική με το χάρακα κλπ. περάσαμε πιο γρήγορα στην καθαυτό οργανογνωσία. Λίγο με όργανα που έφερνα εκεί επιτόπου, λίγο με το βιβλίο που σας έλεγα πιο πριν, μπήκαμε αρκετά σύντομα σε μία ύλη παρόμοιας δομής με των άλλων μαθημάτων: χωρίσαμε τα όργανα σε έγχορδα-κρουστά-πνευστά, κλπ..
Έγινε βέβαια κι εκεί λίγο από αυτό το νταλαβέρι με τα όργανα που βλέπαμε και παίζαμε στην τάξη. Υπήρχε ένα παιδί που έπαιζε τσαμπούνα, και την έφερε αλλά ντρεπόταν και δε δεχόταν με τίποτα να παίξει. Θυμάμαι χαρακτηριστικά τη μέρα που ένας φίλος Φυσικός, που έκανε επίσης κάποιο μάθημα σ’ αυτό το τμήμα και ήταν από την Κρήτη, ήρθε στο μάθημα ως γκεστ-σταρ με την κιθάρα του. Εκτός από το να παίξει, τους μίλησε λίγο για το όργανο, με ιδιαίτερη έμφαση σ’ ένα θέμα που εγώ δεν είχα θίξει καθόλου, το πώς ο ήχος μεταδίδεται και δυναμώνει μέσω του ηχείου του οργάνου. Γενικά τα παιδιά τον υποδέχτηκαν με τόση αγάπη και ενθουσιασμό όσο αμφιβάλλω αν του έδειχναν ποτέ την ώρα που είχαν κανονικό μάθημα μαζί του. Δυο-τρειςωστόσο σχολίασαν χαμογελώντας τον τρόπο που πρόφερε τη λέξη ηχείο, στα κρητικά (ηshείο). Θεώρησα ότι μας ανοίγεται δρόμος για ένα νέο κεφάλαιο, το οποίο θα έπρεπε να αξιοποιήσουμε με κάθε διαθέσιμο μέσο, ακόμα και αυτό τον μάλλον άπρεπο χαβαλέ που δημιουργήθηκε από την προφορά του. Έτσι στο επόμενο μάθημα τους μίλησα για τη μετάδοση των κυμάτων του ήχου, επανερχόμενος κάθε τόσο στη λέξη ηshείο που μπορούσαμε πλέον εύκολα να τη θυμόμαστε συνειρμικά, και σε άλλα που μας είχε πει ο Φυσικός, ενώ ως πειραματική εφαρμογή κάναμε το κόλπο με το σπάγκο και τα δύο χάρτινα ποτηράκια, που δουλεύει σαν τηλέφωνο. Μερικοί το ήξεραν, άλλοι όχι, πάντως οι περισσότεροι ενθουσιάστηκαν.
Ωστόσο σε γενικές γραμμές μ’ αυτό το τμήμα κάναμε πιο πολλή θεωρία και λιγότερο παιχνίδι. Εντωμεταξύ κάποια μέρα, χαζολογώντας στο σπίτι μου με το ίντερνετ, βρήκα ένα ωραίο βιντεάκι με το Μπολερό του Ραβέλ. Είναι ένα κομμάτι όπου πάρα πολλά όργανα της κλασικής ορχήστρας εναλλάσσονται μεταξύ τους ως σολιστικά, ενώ παράλληλα η υπόλοιπη ορχήστρα τα συνοδεύει, και το βίντεο έδειχνε πολύ ευκρινώς και τον εκάστοτε σολίστα και τους υπόλοιπους. Αποφάσισα λοιπόν ότι θα τους το πάω για να δούνε στην πράξη τα όργανα που είχαμε μάθει επί χάρτου. Πρώτα όμως έπρεπε να μάθουμε επί χάρτου όλα τα όργανα που εμφανίζονταν στο βίντεο. Το κάναμε λοιπόν κι αυτό, με φωτοτυπίες από το βιβλιαράκι. Στην πορεία είχαμε την ευκαιρία να ανακαλύψουμε και πάλι μερικά πράγματα, όπως ότι ένας αυλός όσο πιο μακρύς είναι τόσο πιο μπάσα παίζει, όπως συμβαίνει και με τις χορδές, τι γίνεται όμως όταν φτάνουμε στο όριο ενός εύχρηστου μήκους και θέλουμε να φτάσουμε σε ακόμη πιο μπάσες νότες; Μπορούμε να φτιάξουμε ένα όργανο δυο ή τρία μέτρα μακρύ; Και βρήκαμε ότι μπορούμε, ερκεί να το διπλώσουμε για να είναι εύχρηστο. Μετά είδαμε όντως στο βιβλίο το φαγκότο, το κόντρα φαγκότο, την τούμπα και άλλα τέτοια διπλωτά όργανα, και στο τέλος μια μέρα είδαμε και το βιντεάκι στον προτζέκτορα, όπου τους έβαλα να αναγνωρίσουν όσα όργανα μπορούσαν. Το Μπολερό είναι επιπλέον ένα κομμάτι ιδανικό σαν πρώτο δείγμα κλασικής μουσικής για όποιον δεν έχει ξανακούσει. Είναι εύληπτο, δεν είναι απαιτητικό από τον ακροατή. Ακόμη όμως κι αν εκείνων τους έπεφτε δύσκολο, αν π.χ. τους έλεγα «ελάτε να ακούσουμε αυτό» και κάποια στιγμή το βαριόντουσαν, το βίντεο σε συνδυασμό με την άσκηση βοηθούσε να τους βάλω πλαγίως, δολίως να το ακούσουν χωρίς να έχουν στραμμένη την προσοχή τους στη μουσική. Θε έπρεπε να δούμε όλο το βίντεο και ο καθένας να σημειώνει σ’ ένα χαρτί τα όργανα που αναγνώριζε, όχι να φωνάζουν την ίδια στιγμή «κύριε κύριε φλάουτο, κύριε κύριε βιόλα» γιατί αυτό δε θα μας έβγαζε πουθενά. Έτσι, ενώ αυτοί πρόσεχαν να κάνουν σιωπηλά την άσκηση, η μουσική έκανε κρυφά τη δουλειά της κι έμπαινε απαρατήρητη στις ψυχές των παιδιών.
Δε λέω, μπορεί αυτή η τελευταία σκέψη να είναι μια δικιά μου ανυπόστατη μπούρδα, αλλά όπως και να ’χει κανένας δε βλάφτηκε που άκουσε και λίγο Ραβέλ. Μετά συγκρίναμε ποια όργανα είχε αναγνωρίσει ο καθένας.
****************
Αυτό το μάθημα δε συνεχίστηκε μέχρι το τέλος της χρονιάς. Για κάποιο λόγο που πλέον δε θυμάμαι, τράβηξε μόνο κάνα δίμηνο. Μετά κάτι άλλαξε με το πρόγραμμα, και τη μουσική την πήρε το ποτάμι. Είχα τσαντιστεί κρυφά με το διευθυντή, γιατί είχα την αξίωση να με υποστηρίξει λίγο πιο ενεργά αφού εγώ οικειοθελώς είχα προσφερθεί να κάνω όλη αυτή την ιστορία, αλλά τέλος πάντων με κάποιο τρόπο με άδειασε και μείναμε στη μέση. Δεν πειράζει, ήταν καλός διευθυντής και με είχε υποστηρίξει σε διάφορα άλλα, οπότε χαλάλι αυτή η ιστορία που μάλιστα την έχω ξεχάσει κιόλας.
Το ορατό αποτέλεσμα που είδα όσο καιρό κάναμε το μάθημα ήταν ότι αρκετά παιδιά έμαθαν αρκετά πράγματα από τα επιμέρους που ήθελα να τους μάθω, πώς λέγεται το τάδε όργανο ή ποιος κανόνας εξηγεί το δείνα φαινόμενο. Επίσης ότι κατάφερα για μοναδική φορά στη ζωή μου να κάνω ένα μάθημα στο οποίο οι μαθητές δεν είχαν καμία απολύτως υποχρέωση. Μάθαιναν όσα μάθαιναν χωρίς να τους βάζω να διαβάζουν ή να κάνουν οποιαδήποτε συνειδητή προσπάθεια.
Πέρα από αυτά τα επιμέρους, είχα δύο πολύ υψηλούς στόχους που δεν είμαι σε θέση να πω αν επετεύχθησαν ή όχι. Ο ένας είναι αυτός που έγραψα στην αρχή, να διευρύνουμε τα όρια του κόσμου μας διευρύνοντας τα όρια της γλώσσας μας. Ο άλλος ήταν να καταλάβουν τα παιδιά ποια φυσικά φαινόμενα κρύβονται πίσω από το γεγονός ότι ένας μουσικός παίζει λύρα στο πανηγύρι του χωριού ή μπουζούκι στην τηλεόραση. Αν γινόταν αυτό, ήλπισα ότι θα τους οδηγούσε σταδιακά στη συνειδητοποίηση ότι υπάρχει μία αντικειμενική επιστημονική ερμηνεία, μερικές φορές όχι ιδιαίτερα δυσνόητη, πίσω από οτιδήποτε συμβαίνει στον κόσμο· ότι, για να το πω σχηματικά, οι κεραυνοί είναι ηλεκτρικές εκκενώσεις και όχι κάτι που το ρίχνει ο Δίας. Είμαι της γνώμης ότι όποιος δεν το ξέρει αυτό ζει τη ζωή του σαν περαστικός, βλέπει διάφορα να συμβαίνουν γύρω του και το μόνο που έχει να πει είναι «πω πω!», και κινδυνεύει να καταλήξει άβουλος και παθητικός, χωρίς να του περάσει από το νου ότι μπορεί κι ο ίδιος να επέμβει σε ό,τι του συμβαίνει, αν αποκωδικοποιήσει τους μηχανισμούς −πράγμα που δεν πρόκειται να γίνει με κάποιον που ούτε καν φαντάζεται ότι υπάρχουν μηχανισμοί, κάποιον που δε συνδέει τα αποτελέσματα με τα αίτια αλλά περιορίζεται να βλέπει τα αποτελέσματα σαν κάτι ουρανοκατέβατο.
Δεν ξέρω αν πέτυχε όλο αυτό το μεγαλόπνοο σχέδιο. Είναι κάτι που ποτέ δε θα το μάθω: ακόμη κι αν συναντήσω τους μαθητές μου όταν θα είναι μεγάλοι, και δω ότι είναι ή δεν είναι άβουλοι κλπ. ή το αντίθετο, τίποτε δεν μπορεί να αποδείξει πώς θα ήταν τα πράγματα αν δεν είχαμε κάνει αυτό το δίμηνο Μουσική ή αν είχαμε κάνει όλη τη χρονιά.
Πάντως ο Γρηγόρης ήταν μία πολύ ορατή ανταμοιβή. Αφού έζησε μια φορά την πρωτόγνωρη εμπειρία τού να γίνεται κέντρο της προσοχής όχι για κάποια αταξία που έκανε αλλά επειδή είπε καλό μάθημα, και μετά αυτό επαναλήφθηκε και μερικές φορές ακόμη, η όλη του στάση στο σχολείο άλλαξε. Δεν ξεπέρασε βέβαια τον αναλφαβητισμό του, όμως εγκατέλειψε την εδραιωμένη μέχρι τότε πεποίθηση πως οτιδήποτε ζητάνε οι καθηγητές από τους μαθητές είναι πέρα από τις δικές του δυνάμεις και συνεπώς περιττεύει ακόμη και να προσπαθήσει, και άρχισε να προσπαθεί μερικά πράγματα. Εκείνο τον καιρό άρχισε να σηκώνει χέρι και στα Αρχαία, και μάλιστα μία μέρα μού έκλινε και έναν Αόριστο. Παράλληλα σταμάτησε να δημιουργεί μπελάδες και να τον τραβάμε όλη την ώρα στο γραφείο. Δηλαδή, από εκεί που (κατά τα φαινόμενα) δεν είχε κάνει ποτέ τίποτα καλό στο σχολείο και αρκετά κακά, έπαψε να κάνει οτιδήποτε κακό και έκανε και μερικά καλά. Και το πίστεψε και ο ίδιος. Σημαντικότατο, νομίζω. Έστω και μόνο γι’ αυτή τη μικρή πρόοδο του Γρηγόρη θεωρώ ότι η όλη ιστορία με το μάθημα της Μουσικής άξιζε τον κόπο.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι έκθεση ενός μαθητή Γ' Λυκείου, με θέμα "Βία". Το δημοσιεύω γιατί το βρήκα συγκλονιστικό. Βέβαια, μιλάει για πράγματα που δεν είναι άγνωστα (εκτός από μία συγκεκριμένη λέξη που δεν ξέρω τι σημαίνει), ωστόσο είναι η πρώτη φορά που πέφτω πάνω σε μία μαρτυρία από πρώτο χέρι. Έχω διορθώσει την ορθογραφία και (λίγο) τη στίξη, προς αποφυγή της εντύπωσης ότι μπορεί να το ανέβασα με χλευαστική διάθεση. Κατά τα άλλα, η αντιγραφή είναι πιστή.
Πάμε λοιπόν:
Το φαινόμενο της βίας στα χρόνια μας είναι πολύ μεγάλο, σε πάρα πολλούς τομείς: στα γήπεδα, στους δρόμους, στις πλατείες, στις παρέες. Εγώ έχω ακούσει πολλά πράγματα για τη βία, και έχω περάσει πολλά, στο γήπεδο που πηγαίνω. Έχω ακούσει στην τηλεόραση για ανθρώπους που σκοτώνονται μεταξύ τους για βλακείες, και πολλά άλλα, όπως που μπαίνουν στα σχολεία παρέες και δέρνουν μικρότερούς τους, ή άλλους στην ηλικία τους, επειδή θέλουν να δείξουν ότι είναι πιο δυνατοί από αυτούς. Εγώ τόσα χρόνια που πάω γήπεδο έχω περάσει πάρα πολλά σε σχέση με τη βία: έχω πάει σε εκτός έδρας αγώνες, έχουμε παίξει ξύλο με πολλούς, με πέτρες, ξύλα, μολότωφ, σέρβικες, φορούσαμε κράνη, αφού να φανταστείτε έχω πολλά ράμματα από πέτρες και μαχαίρια. Παίζαμε ξύλο με άλλες περιοχές, είκοσι άτομα εμείς, είκοσι αυτοί, αίματα παντού, παίζαμε ξύλο με τα ΜΑΤ, δακρυγόνα, φωτοβολίδες λάμψης και πολλά άλλα. Τα πιο πολλά σκηνικά έχουν γίνει Ολυμπιακός - Παναθηναϊκός. Εγώ βέβαια είμαι με τους Ολυμπιακούς, αλλά παρ' όλα αυτά η βία δεν κάνει καλό σε κανέναν και πουθενά.
Τις προάλλες είχαμε γιορτή για τη λήξη της σχολικής χρονιάς. Το πλήρες πρόγραμμα της ημέρας είχε ως εξής:
-Τρεις πρώτες ώρες: μάθημα. Μάθημα εδώ και καμιά δεκαριά μέρες δε γίνεται, πώς να γίνει. Αλλά ειδικά την εντελώς τελευταία μέρα ήταν ηλίθιο και μόνο να το σκεφτεί κανείς. Υποτίθεται πως έπρεπε να τους μαντρώσουμε στην αίθουσα, να πάρουμε απουσίες ψαρωτικά χωρίς σκοπό να τις περάσουμε μετά, και να τους απασχολήσουμε για να μην κυκλοφορούν πάνω κάτω σκάζοντας δυναμιτάκια και πίνοντας μπάφους. Την πρώτη ώρα έπαιξα αυτή την παράσταση για κανα εικοσάλεπτο. Τη δεύτερη (στην ίδια τάξη) απλώς μπήκα και έκανα πως υπογράφω στο απουσιολόγιο. Την τρίτη ώρα (σε άλλη τάξη) δεν έκανα τον κόπο να πάω ούτε για καλημέρα. Προτίμησα να κάτσω στο γραφείο να χιλιοξαναματαμετράω τις απουσίες.
-Μετά την τρίτη ώρα, γύρω στις έντεκα: δώσαμε το πρόγραμμα των εξετάσεων.
-Έντεκα και μετά: γιορτή. Η γιορτή χωριζόταν σε δύο σκέλη, μαθητική και καθηγητική. Η μαθητική ήταν στην αυλή, η καθηγητική στο γραφείο, τους διαδρόμους και μερικές αίθουσες. Η μαθητική γιορτή περιλάμβανε λάιβ με διάφορα συγκροτήματα από μαθητές μας, ενώ τα πριν, τα μετά και τα ενδιάμεσα τα κάλυπτε ένας άλλος μαθητής με πρόγραμμα ντι-τζέι. Τα συγκροτήματα ήταν ένα (ή δύο;) χέβι μέταλ και δύο χιπ χοπ. Μόνο το ένα χιπ χοπ σχήμα, που ήταν δύο αγόρια όλο κι όλο, αποτελούνταν κατά 100% από δικούς μας μαθητές. Στα άλλα συμμετείχαν και εξωσχολικοί.
Υποτίθεται ότι τη μαθητική γιορτή την είχα οργανώσει εγώ. Στην πραγματικότητα την είχε οργανώσει ένα παιδί, ο ίδιος που ήταν και ο ντι-τζέι. Εγώ είχα περιοριστεί σε ρόλο "πλάτης" (είχα πάει μαζί με το παιδί στο διευθυντή και είχα υποστηρίξει την πρόταση του πάρτυ) και στο να ρίξω μερικές ιδέες. Η γιορτή δεν ήταν σε καμία περίπτωση έργο μου, όπως οι εθνικές γιορτές, ήταν όμως υπό την αιγίδα μου. Παρά ταύτα δεν έκατσα να την παρακολουθήσω, γιατί οι συνθήκες πίεζαν να παραστώ στην άλλη γιορτή, των καθηγητών. Απλώς κάθε τόσο πεταγόμουν έξω να δω πώς πάνε τα πράγματα.
Το πρόγραμμα της άλλης γιορτής περιελάμβανε χιλιοματαξαναμέτρημα απουσιών, αντιπαραβολή απουσιολογίων με βιβλία φοίτησης, μέτρημα και επιβεβαίωση δικαιολογητικών, σβήσιμο απουσιών σε όσους υπήρχε γραμμή, αντιγραφή της τελικής κατάστασης απουσιών σε ένα διαφορετικό έντυπο, πέρασμα του τελικού αποτελέσματος στις καρτέλες, όλα αυτά για τους πιο προχώ συναδέλφους, ενώ για όσους είχαν μείνει πιο πίσω υπήρχαν οι επιπλέον οψιόν του περάσματος βαθμολογιών, της αντιγραφής βαθμολογιών στις καταστάσεις, της αντιγραφής από τις καταστάσεις στις καρτέλες, της υπαγόρευσης από τις καρτέλες (ή από τις καταστάσεις) στη γραμματέα που τα πέρναγε στον υπολογιστή. Στο τρελό κέφι που επικρατούσε στη μέσα γιορτή συντελούσε και ο απόηχος των ντεσιμπελιών από τους μεταλλάδες και τους χιπχοπάδες της έξω γιορτής που πλανιόταν παντού ηδονίζοντας τους τοίχους, τα τζάμια και το έδαφος.
Εν πάση περιπτώσει, δεν ήθελα να χάσω και όλο το πανηγύρι των παιδιών. Πέρα από τη συναισθηματική εμπλοκή που είχα με τη γιορτή, και από το γεγονός ότι όλοι οι μουσικοί του σχολείου είναι προστατευόμενοί μου (ναι, είμαι η στέγη τεχνών του ΕΠΑΛ Καισαριανής!), ήθελα κιόλας. Καθώς δεν αντιμετωπίζω τα προβλήματα μεγαλύτερων σε ηλικία συναδέλφων που δεν μπορούν να ακούσουν αυτές τις μουσικές και τις θεωρούν ηχορρύπανση, και καθώς συναισθανόμουν απόλυτα ότι, όταν κάποιοι είναι έξω και παίζουν ή ακούν μουσική και χορεύουν και γουστάρουν, και κάποιοι άλλοι είναι μέσα και γράφουν και σβήνουν άχρηστες πληροφορίες για να ταΐσουν το αδηφάγο τέρας της γραφειοκρατίας, τότε κάποιοι από τους δύο έχουν πιαστεί μαλάκες, ήθελα να είμαι, έστω και για λίγο, με τους έξω.
Κι έτσι ήρθα για πρώτη φορά στη ζωή μου σε επαφή με το χιπ χοπ. Παιδιά, έπαθα μουνόπλακα! Δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο. Είχα ακούσει βέβαια από ραδιόφωνο και μαγαζιά, αλλά στο λάιβ είναι τελείως αλλιώς. Το χιπ χοπ δεν έχει όργανα, έχει μία μουσική υπόκρουση που είναι φτιαγμένη με πρόγραμμα στον υπολογιστή, υπάρχει κάποιος εκτός σκηνής που τη χειρίζεται (δεν κατάλαβα αν είναι τελείως κονσέρβα και αυτός πατάει απλώς το πλέη ή αν την φτιάχνει στ' αλήθεια εκείνη τη στιγμή), και στη σκηνή είναι μόνο οι φωνητικάδες. Το πρώτο από τα δύο σχήματα ήταν το καλό. Ήταν δύο Αλβανοί, 16-17 χρονών, που σπάγανε κόκαλα. Οι στίχοι, άλλοι στα ελληνικά και άλλοι στα αλβανικά, ήταν δικοί τους. Τους αλβανικούς βέβαια δεν τους κατάλαβα. Κατάλαβα όμως όσο μπορούσα τους ελληνικούς, και κατάλαβα πάρα πολύ καλά την ανταπόκριση των παιδιών από κάτω -αλλά και τη δική μου. Οι δύο τυπάδες στη σκηνή ήταν η φωνή όλων των παιδιών που είχαν μαζευτεί εκεί γύρω. Τα τραγούδια τους ήταν δυνατά, λέγαν την αλήθεια. Και δεν έλεγαν μόνο "κωλοκοινωνία" και τέτοια, τζάμπα μαγκιά και πρόκληση. Είχαν βέβαια και τραγούδια αγανάκτησης, αλλά και τραγούδια χαράς, χορού, έρωτα. Είχαν ρυθμό. Η μουσική υπόκρουση ήταν όμορφη. Το σόου ήταν καλό, οι τύποι ήξεραν πολύ καλά το μουσικό ιδίωμα - ένα μουσικό ιδίωμα που ουσιαστικά το έχουν βγάλει αυτοί, και μερικοί σαν αυτούς λίγο πιο παλιά στα Δυτικά προάστεια, και μερικοί σαν εκείνους ακόμα λίγο πιο παλιά στα μαύρικα των αμερικάνικων πόλεων. Δεν είναι καθόλου εύκολο να περιγράψω και να εξηγήσω τι ακριβώς ήταν αυτό που με μαγνήτισε στα τραγούδια τους, αλλά πλέον ξέρω πώς ένιωσε κάποιος που το 1930 στον Πειραιά πρωτοάκουσε ρεμπέτικα, ή μερικά χρόνια πιο πριν στη Νέα Ορλεάνη πρωτοάκουσε μπλουζ. Μαγεία, σαγήνη και κίνδυνος. Κατάλαβα γιατί κάποιες μουσικές κατά καιρούς θεωρήθηκαν τόσο απειλητικές ώστε απαγορεύθηκαν από το καθεστώς. Και κατάλαβα ακόμη γιατί οι ίδιες αυτές μουσικές ασκούσαν τόσο ακαταμάχητη έλξη ώστε οι θεράποντες και θιασώτες τους να αψηφούν την απαγόρευση και να συνεχίζουν, κρύβοντας τον μπαγλαμά στο σακάκι. Και κατάλαβα το νόημα της γνωστής αφήγησης από τα απομνημονεύματα του Βαμβακάρη, όπου περιγράφει πώς ένοιωσε όταν πρωτοάκουσε μπουζούκι από τον μπάρμπα Τάδε το Σμυρνιό, κι έκανε όρκο ότι ή θα μάθει να παίζει αυτό το όργανο ή αλλιώς θα τσακίσει τα δάχτυλά του με τον μπαλτά του χασάπη, με αποτέλεσμα να περάσει μια ζωή μπαινοβγαίνοντας στα κρατητήρια και σήμερα να είναι θρύλος. Και κατάλαβα το νόημα της επισήμανσης "Σώστε τα παιδιά σας: μην τα αφήνετε να ακούνε νέγρικη μουσική", που κυκλοφορούσε σε αφίσες στην Αμερική στις αρχές του 20ού αιώνα.
Δεν μπόρεσα να τα πω όλα αυτά στα παιδιά, που άλλωστε δεν τα ήξερα κιόλας (δεν είναι σε δικό μου τμήμα). Απλώς τους είπα ότι είναι πολύ δυνατοί, μπράβο, και με ευχαρίστησαν πολύ ευγενικά αλλά και με καμάρι. Οι μαθητές που ήταν στο κοινό χάρηκαν που μου άρεσε. Το άλλο σχήμα δεν ήταν καλό. Οι μεταλλάδες, που γενικά είναι καλοί, σήμερα δεν έπαιξαν καλά. Αλλά και καλά να έπαιζαν, όπως άλλη φορά που τους έχω ακούσει, δε συγκρίνονται.
Κατά τα άλλα, η γιορτή είχε ορισμένα προφανή μειονεκτήματα:
-Τέτοια πράγματα δεν έχει και πολύ νόημα να γίνονται τελευταία μέρα. Αν γίνονται από νωρίς, κάπου αρχές της χρονιάς, εξυπηρετούν κατά το ότι δίνουν στους μαθητές το στίγμα του σχολείου: «Εδώ δεν ερχόμαστε μόνο για αγγαρεία, έχει και ευχάριστα πράγματα. Και, αν έχεις κάτι να πεις (όπως αυτά τα παιδιά που παίζουν μουσική), εμείς θέλουμε να το ακούσουμε, και θέλουμε να το ακούσουν και οι συμμαθητές σου.» Και με κάτι τέτοια είναι δυνατόν να δημιουργηθεί στα παιδιά μία πιο θετική εθκόνα για το σχολείο, να το αγαπήσουν και να το σεβαστούν. Τέλος της χρονιάς, αυτό το τρένο το 'χουμε χάσει.
-Κανείς δεν κατάλαβε ότι ήταν γιορτή του σχολείου. Έμοιαζε να είναι μία εκδήλωση που αφορά αποκλειστικά τους μαθητές. Εμείς λάμψαμε διά της απουσίας μας. Το πράγμα δεν είχε ανακοινωθεί μερικές μέρες πιο πριν (για την ακρίβεια, ούτε καν εκείνη την ίδια ημέρα), στην έναρξη της γιορτής δε σηκώθηκε κανείς από εμάς να πει μια κουβέντα στο μικρόφωνο, και κατά τη διάρκεια του προγράμματος η φυσική παρουσία καθηγητών περιοριζόταν σε τρεις - τέσσερις που κάναν ένα σύντομο διάλειμμα από τη χαρτοδουλειά τους. Αλλά και επί της ουσίας, οι μόνοι που είχαν εμπλακεί ήταν ο μαθητής που ανέφερα πιο πάνω, άλλος ένας που έκανε τα κονέ για να νοικιάσουμε μηχανήματα, εγώ, και σε μικρότερο βαθμό ο διευθυντής. (Και βέβαια οι μουσικοί, αλλά οι μισοί από αυτούς ήταν εξωσχολικοί.) Από τον υπόλοιπο κόσμο, μαθητές και δασκάλους, οι πιο πολλοί δεν το ήξεραν καν.
Μια - δυο μέρες αργότερα, τα συζητάγαμε με το παιδί που είχε την πρωτοβουλία. Λίγο έως πολύ συμφωνήσαμε σ' αυτά που σας είπα. Έμαθα όμως και τα παραλειπόμενα της γιορτής. Φαίνεται ότι κάποια στιγμή, αφού και τα δύο χιπ-χοπ συγκροτήματα είχαν τελειώσει το πρόγραμμά τους, εκείνος τούς έπαιξε ένα μπιτ και ανέβηκαν ένας από το ένα συγκρότημα και ένας από το άλλο, να κάνουν λάιβ διάλογο - κόντρα, ραπάροντας αυτοσχέδιους στίχους. Όταν το άκουσα αυτό κυριολεκτικά ανατρίχιασα. Έγινε τέτοιο πράγμα και δεν ήμουν;
Προσπάθησα να τους εξηγήσω τι είναι το γλέντι με αυτοσχέδιες μαντινάδες, που είναι ζώσα παράδοση στο νησί όπου έμενα τέσσερα χρόνια, και πόσες φορές έχω παραστεί ή και συμμετάσχει σε τέτοια γλέντια και πόσο εξαιρετική σημασία αποδίδω σ' αυτή την πρακτική. Δεν ξέρω αν τους μετέδωσα τη συγκίνησή μου, αλλά, αφού εκείνοι ήταν εκεί όταν εγώ δεν ήμουν, νομίζω ότι δεν έχει και τόση σημασία.
Σήμερα έκανα κάτι που χρειαζόταν, που γενικότερα χρειάζεται να γίνεται πού και πού, και που μ’ έκανε να νιώσω πολύ ωραία.
Το φετεινό μου σχολείο σε γενικές γραμμές είναι χάλια. Ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των μαθητών είναι βουτηγμένοι σε ένα βούρκο αδιαφορίας, θρασύτητας, αρπακτικότητας, αχαριστίας. Έχει τμήματα στα οποία ούτε μία φορά μέσα σε τρεις μήνες δεν έχω κάνει μάθημα −εννοώ μάθημα, αυτό που εκ παραδόσεως ξέρουμε όλοι ότι σημαίνει η λέξη. Στις καλύτερες μέρες κάνω κάτι που θυμίζει κάπως μάθημα, και στις υπόλοιπες κάνω τον μπάτσο, το δικαστή, το βρεφονηπιοκόμο. Και έχει και τμήματα όπου μπορώ μεν να κάνω μάθημα, αλλά και πάλι όχι καλό μάθημα. Καλό μάθημα δεν έχω κάνει ποτέ.
Αφού το κλίμα είναι αυτό, αντιλαμβάνεται κανείς ότι έχω συνέχεια μαθητές που προξενούν προβλήματα. Στην πραγματικότητα δεν είναι εύκολο να πεις ότι κάποιος ή κάποιοι μαθητές είναι αυτοί που δημιουργούν το πρόβλημα και οι άλλοι όχι, γιατί το πρόβλημα είναι διάχυτο. Αλλά οπωσδήποτε μέσα σ’ όλο το ενορχηστρωμένο μπάχαλο, ξεχωρίζουν κάποιοι σολίστ. Αυτοί τους οποίους αναγκάζομαι να πετάξω έξω ή να κατεβάσω στο γραφείο για τα περαιτέρω. Και μερικές φορές φωνάζω κάποιους να έρθουν μαζί μου στο γραφείο και αυτοί στο δρόμο διαρρέουν, οπότε το μόνο που μου μένει είναι να δώσω το όνομά τους στο Διευθυντή.
Γίνομαι έξαλλος όταν τα παιδιά με αναγκάζουν να υποδυθώ αυτό τον άσχημο ρόλο: όχι μόνο μπάτσος και δικαστής, αλλά και σχεδόν καταδότης. Αλλά κι απ’ την άλλη τι να κάνω; Κάπως πρέπει να εξασφαλιστεί η τήρηση των ορίων, όσο κουνημένα κι αν είναι αυτά. (Δε θέλω να ακούσω θεωρίες για άλλη, πιο φιλική αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων. Τις ξέρω καλύτερα από τον καθένα, και δεν πιάνουν. Ξέρετε γιατί; Γιατί δε θέλουν τα παιδιά.) Το αποτέλεσμα είναι ότι έχω στείλει αρκετό κόσμο για αποβολή.
Όμως μέσα σ’ όλο το χάλι, κάποια παιδιά ξεχωρίζουν. Από αρχές Οκτωβρίου έχω αναλάβει την ορχήστρα και τη χορωδία που θα έλεγαν τα τραγούδια στην 28η Οκτωβρίου και θα τα πουν και στη 17η Νοεμβρίου.
Για την πρώτη γιορτή, σας έχω γράψει πώς πήγαν τα πράγματα. Η δεύτερη είχε την επιπλέον δυσκολία ότι είχαμε στη διάθεσή μας μόνο δύο εβδομάδες για να την ετοιμάσουμε. Η 17 Νοέμβρη πέφτει Δευτέρα. Την προηγούμενη Παρασκευή (αύριο) θα πάμε για πρόβα τζενεράλε στο χώρο που μας παρέχει ο Δήμος για αυτές τις εκδηλώσεις, που βρίσκεται εκτός σχολείου. Σήμερα Πέμπτη ήταν η τελευταία πρόβα στο σχολείο. Κατόπιν ειδικής συνεννοήσεως με το διευθυντή, τόσο τα παιδιά όσο κι εγώ πήραμε για σήμερα απαλλαγή από κάθε άλλη υποχρέωση και κάναμε εφτά ώρες πρόβα.
Πήρα όμως την εξής πρωτοβουλία: έληξα την πρόβα στην έκτη ώρα, και έδιωξα όλα τα παιδιά εκτός από κάποια που είχα σταμπάρει. Μ’ αυτούς καθαρίσαμε και συγυρίσαμε το χώρο όπου επί δυο βδομάδες αφήναμε άδειους καφέδες, χαρτιά από σάντουιτς και λοιπά, και μετά τους είπα να με ακολουθήσουν.
−Πού;
−Θα δείτε.
−Ελάτε κύριε, πού;
−Δε σας λέω.
−Για τη φασίνα μας θέλατε;
−Όχι.
−Αλλά;
−Δε θα απαντήσω καμία ερώτηση.
Αφήνοντάς τους έτσι σε απορία, τους έφερα στο γραφείο του διευθυντή. Μόλις μας δέχτηκε, ζήτησα από τα παιδιά να πουν τα ονόματα και τα τμήματά τους, και μετά άρχισα:
−Με τα συγκεκριμένα παιδιά είχα εξαιρετική συνεργασία. Ποτέ δε χρειάστηκε να τους θυμίσω ποιος είναι ο καθηγητής εδώ μέσα. Ήταν όλοι πρόθυμοι να πάρουν αυτό που είχα να τους προσφέρω, να το εκτιμήσουν, και αντίστοιχα να προσφέρουν οι ίδιοι αυτό που είχαν. Πέρα από αυτό όμως: αυτός και αυτός έκατσαν κατ’ επανάληψη μετά το σχόλασμα να με βοηθήσουν με τα μικρόφωνα, τα κουβαλήματα και άλλα ζητήματα· εκείνος και εκείνη (κάποιοι που ξέρουν μουσική) έκατσαν και στην πρόβα αλλά και σε απογεύματα να δείξουν στους άλλους τα κομμάτια, κατά τρόπο συχνά πιο αποτελεσματικό από τον δικό μου· ο άλλος μας διέθεσε με δική του πρωτοβουλία όλο τον ηλεκτρονικό του εξοπλισμό, την (όποια) τεχνογνωσία του, τα αρχεία του με τραγούδια / κείμενα / βίντεο, και πολύ από τον χρόνο του· τέλος, εκείνη κι εκείνη αποτελούσαν ανεκτίμητο παράγοντα ηρεμίας στην ομάδα, και μπορούσαν να μαζεύουν τους υπόλοιπους ακόμη κι όταν εγώ έχανα τον έλεγχο. Και ήθελα ενώπιόν σας (λέω στο Διευθυντή) να τους συγχαρώ και να τους ευχαριστήσω.
Ο διευθυντής υπερθεμάτισε, και σημείωσε τα ονόματά τους στο βιβλίο Ποινών, που απ’ έξω γράφει Βιβλίο Επαίνων και Ποινών, αλλά σχεδόν κανείς δε θυμάται ότι είναι και για επαίνους.
1. Η 28η Οκτωβρίου είναι η επέτειος της εισόδου της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Γιατί η έναρξη ενός πολέμου θα έπρεπε να αποτελεί αφορμή εορτασμών;
Η γνώμη μου είναι η εξής:
Το '40 συνέβη στην Ελλάδα κάτι που είχε ξαναγίνει αρκετές φορές στην Ιστορία, αλλά που είναι ιδιαίτερα αμφίβολο αν θα το ξαναδούμε πια: έγινε ο τελευταίος καθαρός, αγνός πόλεμος. Το ποιος είναι ο εχθρός ήταν πολύ ξεκάθαρο, δεν ήταν -όπως σήμερα- κάποια απρόσωπη και απροσδιόριστη έννοια όπως η "τρομοκρατία", η "ασύμμετρη απειλή", η παγκοσμιοποίηση ή ακόμα και οι δημοκρατικά και νόμιμα εκλεγμένες κυβερνήσεις. Ήταν ένας συγκεκριμένος κατακτητής. Το τι απειλούσε αυτός ο κατακτητής ήταν επίσης πολύ σαφές: τη ζωή μας, την ελευθερία μας, το σπίτι μας, το χωράφι μας, το μέλλον των παιδιών μας. Ούτε την παγκόσμια έννομη τάξη ούτε άλλες τέτοιες άπιαστες έννοιες (ή μάλλον και αυτά, αλλά όχι μόνον αυτά).
Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα, ο ελληνικός λαός μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο είχε γίνει μια γροθιά. Παραμερίζοντας τις διόλου ευκαταφρόνητες πολιτικές ή άλλες διαφορές που τον δίχαζαν και το πλήθος των προβλημάτων που είχε σωρεύσει στην πλάτη του η ιστορία των προηγούμενων δεκαετιών, όλοι όρμησαν με αυθόρμητο ενθουσιασμό στον αγώνα.
Πότε λέτε να ξαναδούμε κάτι τέτοιο;
Προσωπικά, ανήκω στη γενιά που οι μεγαλύτεροι μακάριζαν ως την πρώτη που δεν πέρασε ούτε πόλεμο, ούτε κατοχή, ούτε προσφυγιά, ούτε πείνα, ούτε τίποτε. Στη γενιά μου λοιπόν, ήδη από αρκετά νεαρή ηλικία θυμάμαι να είναι πολύ διαδεδομένη η θέση "αν γίνει πόλεμος εγώ δεν πάω να σκοτωθώ για καμιά κυβέρνηση / για κανενός το συμφέρον / για κανένα αφεντικό" κλπ.. Έλλειψη ιδανικών σε μια μοσκαναθρεμμένη γενιά; Αν το εκλάβουμε έτσι, θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι ο πόλεμος και η δυστυχία χρειάζονται, για να αποκτάμε ιδανικά. Δεν είναι ελκυστικό το συμπέρασμα, αλλά πέρα από αυτό δεν αληθεύει κιόλας. Τι, όλοι οι βομβαρδισμένοι ή βομβαρδιστές των Βαλκανίων, επί παραδείγματι, εμφορούνται από αγνά και άδολα ιδεώδη;
Οι Έλληνες του '40 έζησαν και τον πόλεμο, και τη δυστυχία, και την κατοχή, και την πείνα, και την αδικία, και τον εξευτελισμό, και -οι περισσότεροι- όλα τα πριν και τα μετά, αλλά είχαν την ανεκτίμητη τύχη να ζουν μέσα σε τέτοιες ιστορικές συγκυρίες ώστε τα ιδανικά να υπάρχουν, και να είναι σαφή και αντιληπτά από τον καθένα, όχι μόνο από τους ψαγμένους ιδεολόγους.
2. Σήμερα, 29 Οκτωβρίου 2008, κάποιος (άγνωστος φυσικά) είχε σκορπίσει στο σχολείο φεϊγ βολάν της Χρυσής Αυγής, με τα συνθήματα "Τα ΟΧΙ χρειάζονται Μεταξάδες" και "Ψηλά τις σημαίες". Το σχολείο μας αποτελείται κατά μεγάλο ποσοστό από ξένους, αλλά και όλο Έλληνες να ήμασταν, η αιφνίδια εμφάνιση τέτοιων σλόγκαν το ίδιο σύγκρυο θα μου προκαλούσε. Στη σχετική συζήτηση που έκανα με τους μαθητές στην τάξη, τους είπα τα εξής περίπου:
Οι άνθρωποι αυτοί είναι εξαιρετικά επικίνδυνοι. Η αναφορά που κάνουν στο ΟΧΙ και τον Μεταξά είναι τελείως υποκριτική, γιατί ενώ αυτό που συνέβη το '40 ήταν η συσπείρωση όλων των κατοίκων της χώρας σε μία ενιαία δύναμη με εσωτερική ομόνοια και ομοψυχία, οι ίδιοι τώρα επιδιώκουν ακριβώς το αντίθετο: τη διάσπασή μας, το να φοβόμαστε και να υποπτευόμαστε τον διπλανό μας. Όταν είμαι Έλληνας, η προπαγάνδα ότι αναξιοπαθώ εξαιτίας των κακών μεταναστών -ποιος, εγώ, με τους ένδοξους προγόνους και τη λαμπρή ιστορία, εγώ ο νόμιμος κληρονόμος ενός φωτεινού μέλλοντος που δεν το βλέπω όμως πουθενά, άρα μου το έχουν αρπάξει οι ξένοι- είναι πολύ εύκολο να μου φουσκώσει τα μυαλά. Και θα με κολακέψει, και θα με οδηγήσει στη δαιμονοποίηση των ξένων.
Το '40 όλοι (ή σχεδόν όλοι) οι κάτοικοι της Ελλάδας ήταν Έλληνες. Τώρα δεν είναι. Η διαφορά αυτή ευνοεί μια τέτοια προπαγάνδα. Το νου σας, είπα στα παιδιά, μην τσιμπάτε! Αν βλέπουμε τον καθένα γύρω μας με καχυποψία, αν τον αναγορεύσουμε εχθρό, θα γίνουμε μία σκόρπια μάζα από ανάδελφα άτομα, ευάλωτη στην κάθε επιβουλή.
Ο εχθρός σήμερα δεν είναι ο Έλληνας, ο Αλβανός, ο Πακιστανός, ο Τούρκος, ο Αμερικάνος. Ο εχθρός είναι:
α) Η άγνοια, η αμορφωσιά και η πνευματική αδράνεια που θα μας καταστήσουν δεκτικούς στην προπαγάνδα.
β) Οι διάφοροι επιτήδειοι, όπως εν προκειμένω οι εθνικιστές / νεοναζί / νεοφασίστες κλπ. που, βρίσκοντάς μας μπόσικους λόγω πνευματικής αδράνειας, θα μας παραμυθιάσουν με τις διασπαστικές τους θεωρίες και θα μας καταντήσουν σκόρπια μάζα.
γ) Κάποιος πραγματικός εχθρός (δεν ξέρω ποιος είναι και αν υπάρχει, μακάρι να μη βρεθεί ποτέ κανένας αλλά ας μην επαναπαυόμαστε) που, όταν αποφασίσει να μας επιτεθεί, όχι κατ' ανάγκην με τα όπλα, θα μας βρει μια σκόρπια μάζα έτοιμη να πέσει.
Όπως έχουμε πει, φέτος μένω στην Αθήνα, όπου είναι και το καινούργιο μου σχολείο, ένα ΕΠΑΛ. Τα ΕΠΑΛ (Επαγγελματικά Λύκεια) είναι ένας αρκετά απαξιωμένος θεσμός: θεωρούνται τα λύκεια χαμηλών αξιώσεων. Δεν είναι τα εντελώς μπαζολύκεια, γιατί αυτά είναι οι ΕΠΑΣ (Επαγγελματικές Σχολές), αλλά οπωσδήποτε είναι χαμηλότερου επιπέδου από τα Ενιαία Λύκεια (τα κανονικά δηλαδή). Είναι δε οξύμωρο, αλλά όχι παράδοξο, ότι όσο χαμηλότερες αξιώσεις εγείρει ένα σχολείο από τους μαθητές του τόσο υψηλότερες είναι οι αντίστοιχες για τους διδάσκοντες. Εν πάση περιπτώσει, σ’ αυτό το σχολείο, όπου −όπως μάλλον αντιλήφθηκε ήδη ο οξυδερκής αναγνώστης− έκανα κάπως ανώμαλη προσγείωση, γίνονται εθνικές γιορτές όπως σε όλα τα σχολεία. Συνέβη δε να είμαι εγώ αρμόδιος, μαζί με μία συνάδελφο που διδάσκει σχέδιο. Έτσι, μια μέρα ανακοινώσαμε ότι θα συγκροτηθεί χορωδία και ορχήστρα, και όσοι μαθητές ενδιαφέρονται να έρθουν να το δηλώσουν, ιδιαίτερα δε αν κάποιοι παίζουν όργανα. Για μεν το τραγούδι, εμφανίστηκε το αναμενόμενο ετερόκλητο πλήθος: κάποιοι που όντως τους αρέσει, κάποιοι που όχι μόνο τους αρέσει αλλά και έχουν ήδη ασχοληθεί και συμμετέχουν και σε άλλες χορωδίες, κάποιοι απλώς για να χάνουν μάθημα. Στα όργανα τώρα, εμφανίστηκαν τέσσερα πέντε παιδιά· εκτός από έναν που παίζει τουμπελέκι, οι άλλοι όλο με ηλεκτρικές κιθάρες, ντραμς και μπάσα. −Κι εσύ τι παίζεις; −Κιθάρα. −Ωραία. Ηλεκτρική ή κλασική; −Ηλεκτρική. −Ωραία. Και τι μουσική παίζεις; −Βασικά παίζω μέταλ, θρας και τέτοια. −Τέλεια! Εμείς βασικά παίζουμε Βέμπο, Λοΐζο και τέτοια: θα τα βρούμε!
Και τα βρήκαμε. Σχηματίστηκε ένα συγκρότημα με δύο κιθάρες, μπάσο, ντραμς και τουμπελέκι (το τουμπελέκι ακούγεται λίγο άσχετο, αλλά ο τύπος πρέπει μάλλον να είναι επίδοξος ντράμερ που βρήκε ένα προσωρινό υποκατάστατο της ογκώδους, ακριβής και ανοικονόμητης ντραμς, και όχι κανονικός τουμπελεκιτζής με συνείδηση τσιφτετελά). Οι πιο δραστήριοι ήταν οι δύο κιθαρίστες. Φαίνεται ότι όσοι παίζουν ηλεκτρική κιθάρα χωρίς να έχουν πιάσει ποτέ κλασική κινούνται σε ένα διαφορετικό μουσικό σύμπαν, που μου ήταν άγνωστο, ανοίκειο αλλά και συναρπαστικό: παράξενες κλίμακες, πιασίματα που δεν αναγνώριζα, απροσδόκητες αρμονικές συνωδίες κλπ.. Κάθε κομμάτι που άκουγαν, το μετέφραζαν στη δική τους μουσική γλώσσα, επιφέροντας κάποιες μικροαλλαγές που εγώ ποτέ δε θα σκεφτόμουν, κάνοντας το κομμάτι καινούργιο αλλά συνάμα και αναγνωρίσιμο· φανταζόμουν ότι αν άκουγαν τις διασκευές τους οι αυθεντικοί συνθέτες των κομματιών θα ενθουσιάζονταν. Εντωμεταξύ, οι τύποι κατέβαζαν τις ιδέες βροχηδόν: εδώ ας κάνουμε το ένα, εκεί ας κάνουμε το άλλο. Είχα μαγευτεί με την πάρτη τους. Οι ιδέες τους ήταν και πολλές και καλές. Οι ίδιοι αντίθετα, χωρίς την παραμικρή έπαρση, έδειχναν να πιστεύουν ότι το παίζουν έτσι και όχι όπως είναι κανονικά επειδή «δεν ξέρουν»! Τα παιδιά ήξεραν ότι ασχολούμαι μεν με τη μουσική, αλλά με τελείως άλλα είδη από τα δικά τους. Το ενδιαφέρον, η ενθάρρυνση και η εμπιστοσύνη που έδειξα στους ίδιους και τη δουλειά τους τους έδωσε φτερά. Από την άλλη, έβλεπαν κιόλας ότι δεν είμαι απλώς ένας άσχετος που θαμπώθηκε από το πρωτόγνωρο: υπήρχαν σημεία όπου τους έκανα πολύ συγκεκριμένες παρατηρήσεις, και κάποιες μεμονωμένες ιδέες που δε μου άρεσαν. Άρα, αφού ήξερα να τους πω και όχι, σήμαινε ότι το «ναι» μου ήταν το έγκυρο, βάσιμο «ναι» κάποιου που στ’ αλήθεια εκτιμά ευτό που έκαναν. Το αποτέλεσμα ήταν ότι αναπτύξαμε μία εξαιρετική συνεργασία. Ποτέ δε χρειάστηκε να τους ανακαλέσω στην τάξη ή να τους θυμίσω ποιος είναι ο καθηγητής εδώ μέσα. Απλώς παίζαμε, δοκιμάζαμε, συζητούσαμε και προχωρούσαμε. Αισθανόμουν ότι μέσα στο ζόρικο και συχνά εχθρικό κόσμο του ΕΠΑΛ είχα βρει ένα παραδεισάκι, μία όαση όπου οι μαθητές είναι ώριμοι, συνεργάσιμοι, ευγενικοί (αλήθεια, αυτό μού έκανε εντύπωση: οι μαλλιάδες με τη βρώμικη μουσική και τις μπλούζες με τις νεκροκεφαλές ήταν τα πιο ευγενικά παιδιά!), έξυπνοι, δημιουργικοί και αναγνωρίζουν αυτό που κάνεις γι’ αυτούς και το ανταποδίδουν. Οι πρόβες της χορωδίας γίνονταν χώρια. Η ιδέα που είχα και που ακολούθησα ήταν η εξής: πρώτα δείχνω ένα τραγούδι στη χορωδία· με μια κλασική κιθάρα που χρησιμοποιούσα στις πρόβες, έβρισκα τον τόνο που τους βόλευε καλύτερα· ύστερα, ξέροντας πλέον συγκεκριμένες συγχορδίες, το έδειχνα στους μαλλιάδες· μ’ αυτούς το επεξεργαζόμασταν, του πετάγαμε τα μάτια έξω, και τέλος, κάθε που ένα-δυο τραγούδια ήταν έτοιμα και από τους μεν και από τους δε, τους έσμιγα για μία πρόβα όλοι μαζί. Παράλληλα η συνάδελφος προχωρούσε τις δικές της πρόβες με τα κείμενα και τα ποιήματα (όπου συμμετείχαν κυρίως παιδιά που ήταν και στη χορωδία). Και, τις τελευταίες μέρες, αρχίσαμε να προβάρουμε όλο το σετ. Η χορωδία μπορούσε να προβάρει σε οποιαδήποτε αίθουσα του σχολείου ήταν εύκαιρη. Με τα όργανα όμως ήταν πιο δύσκολο, γιατί είναι πολύ δυνατά. Ο μόνος χώρος που βρήκε το σχολείο να μας διαθέσει ώστε να μην ενοχλούμε το μάθημα ήταν μία αποθήκη με θρανία, στο υπόγειο, που ήταν τίγκα στη σκόνη, την μπίχλα και την πατζέχρα. Στην αρχή μού κακοφάνηκε. Μετά είδα τη ροκ πτυχή του θέματος: ήταν περίπου σαν να κάναμε πρόβα σε γκαράζ, όπως έκαναν στα πρώτα τους βήματα όλοι οι θρύλοι του εξήντα και εντεύθεν. Έτσι το παρουσίασα στα παιδιά της ορχήστρας σαν σπουδαίο τεφαρίκι. Έπιασε και δεν έπιασε... Εν πάση περιπτώσει, την πρώτη φορά που έφεραν τις κιθάρες και τους ενισχυτές κάναμε πρόβα εκεί. Πάνω που είχαν αρχίσει να συμπαθούν το χώρο, διαπιστώσαμε ότι ακριβώς από κάτω είχε βόθρο. Ο οποίος την πρώτη μέρα πέρασε απαρατήρητος, αλλά μετά άρχισε να βρωμεί ακατάσχετα. Αυτό μάς έδωσε την αφορμή να προσέξουμε επίσης ότι από τις σωλήνες που διέσχιζαν το δωματιάκι ακούγαμε πότε κάποιος τράβαγε καζανάκι. Στο τέλος οι σωλήνες άρχισαν να έχουν και διαρροές. Γενικά κάναμε πρόβες σ’ έναν ελεεινό χώρο που θα προσέβαλλε τον καθένα. Προσπάθησα (και νομίζω ότι το ψιλοπέτυχα) να τους μεταστρέψω την αγανάκτηση προς την κατεύθυνση της ιδέας ότι εργαζόμαστε μυστικά, υπόγεια, υπό αντίξοες συνθήκες, προετοιμάζοντας μία επανάσταση −τη θρας διασκευή του Ντούτσε− της οποίας το πολιτιστικό προϊόν θα χαρίζαμε μετά μεγαλόψυχα στην κοινωνία. Τα παιδιά σχολίαζαν: «Σκατά ήχο θα έχουμε» ή «Σήμερα θα παίξουμε βρώμικα». Αλλά αφού είχαν πάψει να λένε, όπως στην αρχή, «Εδώ κύριε μας έχουν χεσμένους», σήμαινε ότι το ηθικό πήγαινε καλά. Η συνεργασία με τη χορωδία δεν ήταν τόσο ονειρεμένη. Ξεκίνησα με τη φιλοδοξία να μάθω τραγούδι σε όσους δεν ήξεραν καν πότε κάνουν φάλτσα. Σύντομα φάνηκε ότι αυτό δεν επέπρωτο να συμβεί. Δεν πειράζει, είπα, ας έχουμε και φάλτσους. Σχολείο είμαστε, δεν είμαστε η χορωδία Τρικάλων. Τους εξήγησα ότι δε θέλω μόνο τους καλούς, ότι όλοι είναι ευπρόσδεκτοι γιατί όλοι οι άνθρωποι και όχι μόνο οι προικισμένοι έχουν δικαίωμα στο τραγούδι. Απλώς, παιδιά, όσοι αντιλαμβάνονται ότι δεν το ’χουν πιάσει σωστά ας τραγουδούν λίγο πιο διακριτικά· και αντίστοιχα, όσοι ξέρουν ότι το λένε καλά, ας κάνουν τον κόπο να τραγουδούν λίγο πιο δυνατά, για να καλύπτουν το κενό των φάλτσων: το ’να χέρι νίβει τ’ άλλο. Όλα αυτά τους τα ’λεγα όχι μόνο για ένα καλύτερο μουσικό αποτέλεσμα, αλλά κυρίως για να εδραιώσω ένα κλίμα αποδοχής και να τους βγάλω από την ηλίθια νοοτροπία του «πρέπει - δεν πρέπει», «καλός - κακός» που γενικώς κουβαλάνε οι μαθητές. Αλήθεια σάς το λέω, απότυχα τελείως! Από τη δεύτερη ή τρίτη συνάντηση τα παιδιά συνειδητοποίησαν ότι εδώ είμαστε ένας καθηγητής και καμιά εικοσαριά παιδιά, και έχουμε κάτι να μάθουμε, δηλαδή περίπου το ίδιο όπως στην τάξη. Λοιπόν, τι κάνουμε στην τάξη για να το κάνουμε κι εδώ; Χαζοπαζαρεύουμε, μιλάμε με το διπλανό μας (κατεξοχήν όταν ο καθηγητής έχει πιάσει ατομικά κάποιον και του εξηγεί), κάνουμε ηλίθια πλάκα με τους στίχους (κι εσύ ησυχάζεις, το δάχτυλο βάζεις να βρεις την πληγή: τι εννοεί κύριε, πού το βάζει το δάχτυλο;), ενεργοποιούμε τη λειτουργία «ανίκανος να μάθει οτιδήποτε» και, κάθε τόσο, ρωτάμε −όλοι με τη σειρά, σε διαστήματα του μισού λεπτού περίπου− «Πού είμαστε;». Εγώ μπορεί να είμαι ένας χαρισματικός νέος δάσκαλος γεμάτος έμπνευση, όρεξη, αγάπη, πρωτοτυπία και χίλα δυο άλλα ανεκτίμητα προσόντα, αλλά χάνω εύκολα την υπομονή και την ψυχραιμία μου. Στην τάξη, καμιά φορά, όταν γίνεται χαμός, κοπανάω την έδρα (που έχει πλούσια μπάσα) φανάζοντας «θα ησυχάσετε επιτέλους» ή κάτι παρόμοιο, και γενικά καταφέρνω να τους αποσπάσω για λίγο την προσοχή. Στο βόθρο όμως δεν είχε έδρες. Όταν λοιπόν ήρθε η στιγμή γι’ αυτό το εφέ, κοπάνησα ό,τι βρήκα πρόχειρο μπροστά μου. Έτυχε δε να είναι η κιθάρα μου. Αλλά οι κιθάρες δε φτιάχνονται από τόσο ανθεκτικά υλικά όσο οι έδρες, κι έτσι την έσπασα. Εκείνη την ημέρα τους παράτησα, δηλώνοντας ότι δε δικαιολογώ καμία απουσία, κι έφυγα βγάζοντας καπνούς από το κεφάλι. Κατ’ ευτυχή συγκυρία, έχω κολλητό και γείτονα έναν πολύ καλό οργανοποιό. Έτρεξα λοιπόν βουρ στο εργαστήρι του, και μπουκάρησα φωνάζοντας «Μαλάκα, διώξε όλους τους πελάτες και σώσε με». Θα έπρεπε ίσως να έχω κοιτάξει πρώτα αν έχει πελάτες μέσα και ποιους: γιατί έτυχε να είναι εκεί ένας επιφανής μουσικός, ας τον πούμε για την ιστορία “Νταλάρα„. «Ναι, μου λέει ο δικός μου, το βρήκες: θα διώξω τον “Νταλάρα„ για να σου μαζέψω τα σπασμένα!» Πάντως μου την έφτιαξε αυθημερόν. Την επόμενη μέρα στην πρόβα τα πνεύματα είχαν ηρεμήσει. Τα μεν παιδιά είχαν αντιληφθεί ότι το παρατράβηξαν και είχαν έρθει μεταμελημένοι και έτοιμοι για μια πιο καλή συνεργασία, εγώ δε −που στην ουσία επίσης το ’χα παρατραβήξει− αφού τους εξήγησα ότι δεν ήρθαμε εδω για καβγάδες και κόντρες αλλά για να περάσουμε καλά, τους έδειξα την επισκευασμένη κιθάρα και τους είπα ότι και όλα τ’ άλλα τα θεωρώ σαν να μη συνέβησαν −και εντάξει με τις απουσίες τους! Μου απήντησαν ότι κι εκείνοι θέλουν να συνεργαστούμε, ότι εκτιμούν πολύ ό,τι κάνω γι’ αυτούς, ότι θέλουν να συμμετάσχουν γιατί η εορτή είναι πολύ εθνική, αλλά και ότι θα έπρεπε ίσως να πετάξω έξω μερικούς ρεμπεσκιέδες. Εγώ όμως δεν το ήθελα αυτό. Τους εξήγησα ότι, αν δε με ανάγκαζαν οι ίδιοι, θα ήθελα να το αποφύγω· ξέρω βέβαια ότι μερικοί έρχονται μόνο για χαβαλέ και για να χάνουν μάθημα, και δεν προσφέρουν τίποτε στην ομάδα, αλλά το τραγούδι, όπως είναι εξίσου για καλλίφωνους και φάλτσους, έτσι είναι και για ώριμους και ανώριμους. Άλλωστε, το να χάνουν μάθημα και το να γίνεται μέσα σε κάποια λογικά όρια και λίγος χαβαλές, είναι σύμφυτα στοιχεία της χορωδίας η οποία οργανώνεται επίσημα από το σχολείο, δεν το κάνουν καταχρηστικά ούτε εις βάρος κανενός. Μετά από αυτό το μανιφέστο των προωθημένων δημοκρατικών μου θέσεων, κάναμε την καλύτερη πρόβα μας έβερ. Βέβαια χρειάστηκε να πετάξω έναν έξω, αλλά κατά τα άλλα ήμασταν δημιουργικοί και αγαπημένοι. Γενικώς έτσι πήγαινε το πράγμα. Παράλληλα, για να μην ξεστρατίσει η εκδήλωση σε καθαρά καλλιτεχνική και χαθεί ο εθνικός - ιστορικός της χαρακτήρας, τους εξηγούσα και διάφορα σχετικά ιστορικά στοιχεία. Και αυτό όμως, γινόταν με αφορμή τα τραγούδια. Είχα επιμείνει ότι ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ να τραγουδάμε κάτι αν δεν το έχουμε προηγουμένως κατανοήσει και αποδεχθεί. Αν λες μηχανικά τα λόγια χωρίς να τα έχεις προσέξει, αυτό μπορεί να αποβεί επικίνδυνο. Έτσι τούς έδινα στο περίπου το ιστορικό συμφραζόμενο ή τις αναφορές του κάθε τραγουδιού. Όπως γίνεται συνήθως, το βασικό σχέδιο της γιορτής ήταν ένα σύντομο κείμενο που καλύπτει πολύ περιληπτικά την ιστορία από την έναρξη του πολέμου μέχρι το τέλος της Κατοχής και δίνει και μία πρόταση για το σημερινό νόημα της επετείου, διανθισμένο με ποιήματα, λογοτεχνικά αποσπάσματα και τραγούδια που το εικονογραφούν. Καθώς τα παιδιά όλο και κάτι ξέρουν για το θέμα, έστω και πολύ χοντρά, από τα τόσα χρόνια εθνικών εορτών, ο σκοπός δεν ήταν να τους εξηγήσω τα πάντα −ποια πάντα; σάμπως και ποιος ξέρει τα πάντα στην Ιστορία;− αλλά να τους φωτίσω κάποιες λεπτομέρειες, οι οποίες θα συνέβαλλαν στο να συμπληρώσουν κάπως τη θολή εικόνα τους για τα πράγματα. Του χρόνου με κάποια άλλη αφορμή θα βρεθεί κάποιος να τους φωτίσει μια άλλη λεπτομέρεια. Αφού περάσουν αρκετά χρόνια, κάποιοι από αυτούς ίσως ενδιαφερθούν και προσπαθήσουν να σχηματίσουν μία πραγματικά κάπως ξεκάθαρη ιδέα· προς το παρόν, το να ξέρουν π.χ. γιατί τα τραγούδια της εποχής κοροϊδεύουν τον Μουσολίνι που μέχρι τότε ήταν σύμβολο τρόμου τούς είναι αρκετό, φρονώ. Τελικά η γιορτή ήταν πετυχημένη. Το δύσκολο κοινό του ΕΠΑΛ την παρακολούθησε άνετα, χωρίς να βαρεθούν και να αρχίσουν τις αηδίες· οι συμμετέχοντες πέρασαν πολύ καλά, και απέδωσαν πιστεύω το καλύτερο που αντικειμενικά θα μπορούσαν. Φυσικά είχε φάλτσα, είχε κακή ποιότητα ήχου, είχε κάποιους που ξεχνούσαν πότε μπαίνουν ή που έκαναν σαρδάμ ή ξεκινούσαν να πουν λάθος τραγούδι ή κείμενο, αλλά αυτά είναι μέσα στο παιχνίδι. Εγώ έτρεχα όλη την ώρα πάνω κάτω στην πλατεία, στις κουΐντες του θεάτρου, εμπρός και πίσω από τη σκηνή, ρυθμίζοντας διάφορες λεπτομέρειες ή δίνοντάς τους το σύνθημα για το ένα ή το άλλο που έπρεπε να γίνει, ώστε να ξέρουν ότι η κατάσταση ελέγχεται, δεν τους έχουμε εγκαταλείψει μόνους στη σκηνή, και ταυτόχρονα τους ενθάρρυνα, τους χαμογελούσα και τους περικαμάρωνα σα γύφτικο σκεπάρνι. Από τους συναδέλφους κανείς δε βρέθηκε να γκρινιάξει για τις καινοτόμες μουσικές μας ιδέες (πράγμα που με ανησυχεί λίγο: μήπως τελικά δεν είναι τόσο καινοτόμες;), αντίθετα ήταν όλοι ευχαριστημένοι. Γενικά όλα πήγαν καλά. Και του χρόνου!
Το πολύ γνωστό βιβλίο «Εγώ ελπίζω να τη βολέψω» του Μαρτσέλο ντ’ Όρτα είναι το πρώτο από μια ολόκληρη σειρά, που γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Ο συγγραφέας είναι δάσκαλος στη Νάπολη. Το βιβλίο, όπως και τα επόμενα που ακολούθησαν, είναι ανθολογία μαργαριταριών που συγκέντρωσε από γραπτά μαθητών του. Τα μάζευε επί χρόνια. Η επιλογή και η παρουσίαση φανερώνουν μεγάλη αγάπη και σεβασμό του δασκάλου προς τα παιδιά του: ο σκοπός του σε καμία περίπτωση δεν είναι να χλευάσει τους μαθητές για την άγνοιά τους στο α ή β θέμα. Αλλά οπωσδήποτε, πρόκειται για μια άγνοια που σε αρκετές περιπτώσεις παράγει ξεκαρδιστικά κείμενα. (Βλ. σχετικά http://www.aueb.gr/users/antoniadis/stories/). Από την πρώτη μου χρονιά ως δάσκαλος είδα αυτά τα βιβλία από μια νέα σκοπιά. Κάθε άλλος αναγνώστης απλώς θα γελάσει, θα απορήσει, θα θαυμάσει και πιθανόν και να δυσπιστήσει, διαβάζοντας τα μαργαριτάρια των Ναπολιτάνων μαθητών· αυτές ήταν και οι δικές μου αντιδράσεις πριν διοριστώ. Όποιος όμως έχει βρεθεί σε τάξη και έχει μαζέψει μερικές εργασίες και διαγωνίσματα, αυτός έχει μπει στα παρασκήνια και ξέρει το κόλπο. Μπήκα λοιπόν κι εγώ στα παρασκήνια, και αναφώνησα: «Τόσο εύκολο ήταν; Τέτοια βιβλία σάς ετοιμάζω κάθε χρόνο, κι εγώ και κάθε συνάδελφος!» Δεν είναι έτσι, φυσικά. Μια τέτοια βιαστική κρίση θα υποτιμούσε πολύ τόσο το συγγραφέα όσο και τους μαθητές του, που πολλά από τα κείμενά τους, ισορροπώντας μεταξύ της κωμωδίας και της τραγωδίας, μας αποκαλύπτουν με συγκλονιστικό τρόπο τι συμβαίνει στην ψυχή ενός παιδιού από τον φτωχό ιταλικό Νότο. Αλλά το θέμα είναι ότι τα μαργαριτάρια φύονται σε κάθε τάξη κάθε σχολείου. Και πολλές φορές δε δείχνουν την άγνοια του μαθητή, αλλά την ανεπάρκεια του δασκάλου και του συστήματος.
...Δε θα δικαιολογηθώ άλλο. Πιστεύω να σας έχω πείσει αρκετά όλους ότι είμαι ένας καλοπροαίρετος, ευαίσθητος αναγνώστης και ένας δάσκαλος γεμάτος αγάπη, κατανόηση και αυτοκριτική. Εντάξει; Όλοι πεπεισμένοι; Ωραία, πάμε λοιπόν: Εγώ γελάω με τα μαργαριτάρια των παιδιών! Ουφ, το ’πα!
******************************************
Στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου περιλαμβάνεται ένα χρονογράφημα του Ροΐδη, από εφημερίδα της εποχής, στο οποίο, με την περίφημη λεπτή ειρωνία του, εκφράζει την ενόχλησή του από δύο κακώς κείμενα της Αθήνας: το πλήθος των αδέσποτων σκυλιών, και τη συνήθεια των εμπόρων να απλώνουν τις πραμάτειες τους στο πεζοδρόμιο σαν να ήταν μέρος του μαγαζιού τους. Ένα από τα προβλήματα που προκύπτουν, επισημαίνει ο Ροΐδης, είναι ότι οι σκύλοι κατουρούν τις πραμάτειες των εμπόρων. Κάναμε αυτό το κείμενο στην τάξη. Το διαβάσαμε, το αναλύσαμε, το συζητήσαμε, και είχαμε και μία γραπτή ερώτηση για το σπίτι. Ένας μαθητής, στην απάντησή του, χρησιμοποιεί ακριβώς τη φράση «οι σκύλοι κατουρούν τις πραμάτειες», όπως σας το γράφω. Εδώ που τα λέμε, και πώς αλλιώς να το πει; «Ουρούν»; Μπλιαχ. «Κάνουν την ανάγκη τους»; Γελοίο. «Δροσίζουν τις πραμάτειες», όπως το έγραφε ειρωνικά ο Ροΐδης; Ασφαλώς όχι: ο Ροΐδης είναι φτασμένος συγγραφέας και έχει δικαίωμα να κάνει ύφος, ενώ ο μαθητής ακόμη ασκείται στα βασικά του γραπτού λόγου. Έτσι κι αλλιώς το κατούρημα είναι κατούρημα όπως κι αν το ονομάσεις, κι αν κάποιον τον ενοχλεί, δεν του φταίει η λέξη αλλά το γεγονός. Κατέληξα λοιπόν ότι ο μαθητής καλώς επέλεξε αυτή τη διατύπωση. Κάποιος άλλος μαθητής δεν είχε κάνει την άσκηση. Επίσης, δεν είχε ιδέα για τι πράγμα μιλάει το κείμενο −πιθανότατα δεν ήξερε ούτε ποιο κείμενο έχουμε ούτε οτιδήποτε άλλο σχετικά με το μάθημα. Αντιγράφει την άσκηση από το συμμαθητή του, αλλά όταν φτάνει στην εν λόγω φράση, κωλώνει: «Οι σκύλοι κατουρούν τις πραμάτειες;; Αποκλείεται!» Του φάνηκε τόσο απίθανο να γράφει κάτι τέτοιο ο συμμαθητής του σε σχολική εργασία, ώστε ο νους του αρνήθηκε να το καταχωρήσει. Κι έτσι, μαζεύω τις εργασίες και τις διαβάζω, και φτάνω σε μία που, ενώ γενικά δείχνει συγκροτημένη και αρκετά καλή, σε κάποιο σημείο με αιφνιδιάζει με ένα σουρεαλιστικό και αναπάντεχο «οι σκύλοι κατηγορούν τις πραμάτειες»!
Τις προάλλες συνάντησα στο δρόμο τον Κωστή, πρώην μαθητή μου. Τον είχα τα τρία προηγούμενα χρόνια, σ’ όλο το Γυμνάσιο. Φέτος πάει πρώτη ΕΠΑΛ (Λυκείου).
Ο Κωστής ήταν μια ακραία περίπτωση μαθητή. Η μάνα του είναι επιβεβαιωμένα τρελή. Ο πατέρας του αλκοολικός, βίαιος, ανεύθυνος. Ένας πολύ μικρότερος αδελφός του θεωρείται (για αδιευκρίνιστους λόγους) το παιδί πρότυπο, καμάρι των γονιών του, όχι σαν τον άχρηστο τον Κωστή.
Ο ίδιος ο Κωστής έκανε την Α΄ Γυμνασίου τέσσερις (αριθμός 4) φορές. Την τέταρτη άλλαξε σχολείο και ήρθε στο δικό μας, την ίδια χρονιά που ήρθα κι εγώ. Δηλαδή τον γνώρισα στην τέταρτη Α΄ Γυμνασίου του, και τον είχα ακόμη στη Β΄ και τη Γ΄.
Ήταν μια κινούμενη δυστυχία. Ως μαθητής, απόλυτα ανεπίδεκτος. Στους συμμαθητές του αντιπαθής. Τον απέφευγαν, τον κορόιδευαν. Δεν πλενόταν, και τα παιδιά σιχαίνονταν να ακουμπήσουν οτιδήποτε είχε ακουμπήσει ο ίδιος, και δεν έκαναν καμία προσπάθεια να το κρύψουν. Για τους ελεεινούς του βαθμούς ο πατέρας του είτε τον βάραγε είτε του έλεγε: «Μα γιατί δεν μπορείς να είσαι σαν τον αδερφό σου;». Δεν είχε φίλους. Πόσο μάλλον δεν είχε γκόμενα. Οι παλιοί του καθηγητές, από το άλλο γυμνάσιο, του είχαν τσακίσει την όποια αυτοπεποίθηση. 17 ετών, δεν είχε γνωρίσει άλλο συναίσθημα από την περιφρόνηση. Ήταν ο απόλυτος πάτος. Όχι απλώς ο πάτος του σχολείου μας, ο πάτος της κοινωνίας. Πιο κάτω από τον τρελό του χωριού, που ίσως κάποιοι τον συμπαθούν. Πιο κάτω από τους εγκληματίες, που ίσως κάποιοι τους θαυμάζουν για το νταηλίκι τους ή τουλάχιστον τους φοβούνται, ή που μπορεί να έχουν κάνει λεφτά με την παρανομία. Ήταν ίσα με τα διωγμένα σκυλιά. Στου Κωστή τη ζωή, όσο είμαι σε θέση να την ξέρω, δεν υπήρχε τίποτε που να μην είναι ολόμαυρο.
Τα αντιμετώπιζε όλα αυτά με πραγματική υπομονή αγίου. Θα μπορούσε να είναι βίαιος, καβγατζής, αλλά δεν ήταν. Θα μπορούσε να διασαλεύει την τάξη και να εξεγείρεται κατά της δικής μας εξουσίας, αλλά δεν το έκανε. Στην τάξη και στο διάλειμμα ποτέ δεν έδινε την παραμικρή αφορμή. Το μόνο που έκανε ήταν ότι είχε κλείσει τα εισερχόμενα του μυαλού του. Είχε κατεβάσει τα στόρια. Το βρίσκω λογικό εκ μέρους του. Το αποτέλεσμα όμως ήταν ότι τουλάχιστον από τότε που τον ξέρω εγώ, οι σχολικές του γνώσεις δεν αυξήθηκαν ούτε κατά ένα γιώτα. Ούτε μία φορά δεν ήξερε μάθημα. Ήταν ο μόνος άνθρωπος που έχω δει γράφει το όνομά του με λάθη. Τα γράμματά του ήταν σαν κάποιου που πιάνει πρώτη φορά μολύβι και δεν είναι σίγουρος πώς ακριβώς το κρατάνε. Έδειχνε σαν καθυστερημένος, ακόμα και στη φάτσα. Υπάρχει μέχρι και η φήμη ότι είχε πάθει εγκεφαλικές βλάβες από το ξύλο του πατέρα του. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε ο Κωστής είναι όχι απλώς λειτουργικά αναλφάβητος, είναι σχεδόν σκέτος αναλφάβητος.
Οι λόγοι που σ’ εμάς κάθε χρόνο προβιβαζόταν και τελικά πήρε απολυτήριο ήταν: αφενός, ότι σ’ εμάς γενικά όλοι περνάνε· αφετέρου, ότι καθώς είναι από φτωχή οικογένεια, το να έχει ένα απολυτήριο γυμνασίου ήταν η μόνη του ελπίδα να μπορέσει να βρει κάτι στη ζωή ώστε τουλάχιστον να επιβιώνει υλικά· και επιπλέον η άποψη που είχαν προβάλει ορισμένοι από εμάς, ότι όποια κι αν είναι τα σχολικά του αμαρτήματα, ο Κωστής τα έχει ήδη προπληρώσει, με τις τέσσερις χρονιές στην ίδια τάξη και τις ψυχολογικές τους συνέπειες.
Ήθελε να πάει κάπου να μάθει υδραυλικός. Τελικά μαθαίνει ότι η σχολή όπου στόχευε δεν είναι για αποφοίτους γυμνασίου, αλλά πρώτης ΕΠΑΛ. Πήγε λοιπόν και γράφτηκε στην πρώτη ΕΠΑΛ, προς απόγνωση των εκεί συναδέλφων (πώς το πήρε ο ίδιος, ούτε θέλω να σκέφτομαι).
Και μια μέρα, καθώς έλεγα στην αρχή, τον συναντώ στο δρόμο. Με συμπαθούσε πάντοτε, επειδή δεν του φερόμουν ούτε με αποστροφή ούτε με συγκατάβαση, αλλά όπως σε κάθε αξιοπρεπή άνθρωπο. Χάρηκε λοιπόν που με είδε, και μιλήσαμε λίγο. Μου είπε ότι είναι ξανά μαθητής. Και, μιας και με συνάντησε, ήθελε κάτι να μου ζητήσει: στο μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας είχαν ένα κείμενο που το είχαμε κάνει και μαζί στο Γυμνάσιο, το Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού. Θυμόταν ότι εγώ τούς το είχα φέρει να το ακούσουν από μία ηχογράφηση, και το είπε στην καθηγήτριά του, και μήπως θα μπορούσα να του το δανείσω να το ακούσουν κι εκεί;
ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΗΚΑ. Όταν το μάθημα είχε δημοτικά τραγούδια ήταν η καλύτερή μου, και έβαζα πάντοτε όλο το μεράκι και την έμπνευσή μου για να μεταδώσω στα παιδιά την ομορφιά των τραγουδιών. Και ιδού ο χειρότερος μαθητής όλων των εποχών, ο τελευταίος των τελευταίων, ο πανάχρηστος, ο αναλφάβητος, ο καθυστερημένος, το απροσάρμοστο, ο Κωστής, θυμόταν πώς είχα κάνει εκείνο το συγκεκριμένο μάθημα, και προφανώς τον είχε αγγίξει κιόλας, αλλιώς δε θα το θυμόταν! Δε νομίζω ότι ο ίδιος είναι σε θέση να αντιληφθεί τι ανεκτίμητο δώρο ήταν για μένα αυτή η κουβέντα του.
Του υποσχέθηκα ότι θα του το φέρω. Και δεν το ξέχασα. Αποφάσισα να του γράψω σε ένα σιντί όλες τις διαφορετικές εκτελέσεις που είχα από το τραγούδι, και να του το δώσω είτε για να το κρατήσει είτε για να το χαρίσει στην καθηγήτριά του είτε για να κάνει ό,τι νομίζει. Αλλά το αμέλησα. Τη μια μέρα δεν είχα χρόνο, την άλλη δεν είχα άδεια σιντί, την τρίτη δεν ήξερα πώς να τον συναντήσω, τελικά δεν το έκανα.
Μία βδομάδα αργότερα, σήμερα δηλαδή, τον ξαναπέτυχα στο δρόμο. Του είπα ότι δεν το έφερα, αλλά δεν το ξέχασα κιόλας, και τον ρώτησα αν το θέλει ακόμη. Όχι, μου είπε, έχουν περάσει σ’ άλλα κείμενα. Ευχαριστεί πολύ πάντως.
Πόσο ντράπηκα! Πόσο μετάνοιωσα! Αν είχα ασχοληθεί λίγο, ο Κωστής θα είχε ίσως μία μοναδική ευκαιρία να λάμψει στην τάξη, φέρνοντας κάτι που θα ζωντάνευε το κείμενο, που θα έδινε άλλο χαρακτήρα στο μάθημα και που κανένα άλλο παιδί και πιθανότατα ούτε η ίδια η καθηγήτρια δεν ήξερε ότι υπάρχει, ή κι αν το είχε ακουστά πάντως δε θα το έφερνε στην τάξη. Βέβαια, μπορεί και να μη συνέβαινε τίποτε απ’ όλα αυτά, μπορεί κανείς να μην έδινε σημασία και να μην έπαιζαν καν την ηχογράφηση· η πιθανότητα όμως, έστω και μικρή, να γίνονταν αυτά τα σπουδαία θα ήταν ασφαλώς η μοναδική στη μακρότατη μαθητική του καριέρα· και ίσως, ίσως-ίσως, μια στο εκατομμύριο, να έδινε την πρώτη ευκαιρία του Κωστή να βγει από την κόλαση όπου ζει: να έπαιρνε ένα δημόσιο μπράβο, ένα χαμόγελο, μια αναγνώριση επιτέλους από κάποιον ότι ο Κωστής κάτι αξίζει, δεν είναι άχρηστος όπως πιστεύουν όλοι και πρώτος απ’ όλους ο ίδιος.
Αλλά δεν ασχολήθηκα, όπως κανείς ποτέ δεν ασχολείται με τον Κωστή, κι έτσι η μοναδική ευκαιρία του πήγε στράφι.
[Το παρακάτω κείμενο το εκφώνησα στην εκκλησία του χωριού μας ανήμερα της 28ης, μετά τη δοξολογία. Διευκρινίζω ότι δεν επρόκειτο για σχολική εορτή -αυτή έγινε στις 26 και περιελάμβανε άλλα κείμενα.]
Στις 28 Οκτωβρίου 1940 οι Έλληνες αποφάσισαν, πρώτοι αυτοί από όλα τα έθνη, να αντισταθούν στον επεκτατισμό του ιταλογερμανικού Άξονα. Καθ’ όλη τη διάρκεια του ιταλοελληνικού και του γερμανοελληνικού πολέμου και της Κατοχής επέδειξαν ηρωικό και ανυπότακτο πνεύμα, και δοξάσαν την πατρίδα μας παγκοσμίως.
Αυτή η παγκόσμια δόξα της Ελλάδας έχει έκτοτε παρερμηνευθεί πολύ από εμάς, τους σύγχρονους Έλληνες. Στηριζόμενοι σε πλήθος πασίγνωστα ιστορικά παραδείγματα, από τους Τριακοσίους του Λεωνίδα και τους Μαραθωνομάχους, διά μέσου όλης της Αρχαιότητας και του Βυζαντίου, μέχρι την Επανάσταση του ’21 και τελικά μέχρι το ’40, βγάλαμε το συμπέρασμα ότι οι Έλληνες είναι από τη φύση τους γενναίοι και ανυπότακτοι.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερος μύθος. Σήμερα, που είναι ημέρα μνήμης και τιμής για τους πεσόντες (αλλά και τους επιζήσαντες) του ’40, ας συνειδητοποιήσουμε επιτέλους πόσο τους έχουμε υποτιμήσει: οι άνθρωποι αυτοί δε γεννήθηκαν ήρωες, όπως κανείς ποτέ δε γεννήθηκε ήρωας. Δεν παρέλαβαν τον ηρωισμό και τη γενναιότητα, έτοιμη κληρονομιά από τους ένδοξους προγόνους τους. Τον βρήκαν μέσα στις δικές τους καρδιές και μόνο. Ούτε βέβαια οι άλλοι λαοί, που επέδειξαν μικρότερο ή και καθόλου ηρωισμό απέναντι στους ίδιους κατακτητές, είναι δειλοί και αντιήρωες. Το ότι οι Έλληνες αντέδρασαν έτσι ενώ οι Γάλλοι π.χ. αλλιώς ερμηνεύεται από τις ιστορικές συνθήκες, όπως προσπαθήσαμε να καταδείξουμε προχθές στη σχολική εορτή. Σήμερα δε θα χρειαστεί να κάνουμε το ίδιο: η Ιστορία δεν είναι άγνωστη, υπάρχει γραμμένη στα βιβλία και ο καθένας μπορεί να τη μελετήσει και να βγάλει τα συμπεράσματά του.
Ας μείνουμε όμως στο θέμα του μύθου: γιατί υπάρχει, και γιατί επιμένουμε να τον συντηρούμε; Γιατί έχουμε οι Έλληνες αυτή τη συνήθεια, να αποδίδουμε τις δάφνες για το κάθε κατόρθωμα κάποιου κοντινού ή μακρινού προγόνου μας, όχι στον ίδιο, όπως του αξίζει, αλλά στο ανώνυμο και απροσδιόριστο γονίδιο του ελληνικού ηρωισμού;
Ο λόγος κατά τη γνώμη μου είναι απλός: το κάνουμε γιατί μάς κολακεύει. Μας χαϊδεύει τα αφτιά, και μας απαλλάσσει από τις δικές μας ευθύνες. Αν όλοι οι Έλληνες είναι γεννημένοι ήρωες, τότε είμαστε κι εμείς. Και δε χρειάζεται να το αποδείξουμε. Και ό,τι χρωστά η ανθρωπότητα στους Έλληνες του ’40, το χρωστά και σ’ εμάς. Όπως μας χρωστά τα φώτα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού που εξαπλώθηκε και καταύγασε όλο τον Δυτικό κόσμο, και όπως μας χρωστά τη δημοκρατία, τη φιλοσοφία, τις βάσεις των επιστημών, το ολυμπιακό ιδεώδες, το όνομα της Ευρώπης και χίλια δυο χρέη για τα οποία εμείς προσωπικά δεν κουνήσαμε το δαχτυλάκι μας.
Δεν είναι έτσι. Κανείς δε μας χρωστάει τίποτε. Εμείς είμαστε που χρωστάμε. Στους Έλληνες του ’40 χρωστάμε την ελεύθερη πατρίδα μας, χρωστάμε το χώμα που πατάμε και τον ανέφελο ουρανό που μας σκέπει, χρωστάμε ότι μας έδειξαν πώς λέει κανείς Όχι. Και επειδή η γενιά εκείνη φεύγει ή έχει ήδη φύγει, το χρέος οφείλουμε να το αποδώσουμε στα δικά μας παιδιά.
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με κάτι απλό: να μάθουμε το μάθημα που μας δίδαξαν εκείνοι. Να λέμε κι εμείς Όχι όπου πρέπει, και όχι μόνο Ναί.
Όχι λοιπόν στους μύθους που μας κολακεύουν και μας εφησυχάζουν.
Με την Τρίτη Γυμνασίου φέτος έχουμε πρόβλημα. Ψιλοείχαμε από τις προηγούμενες χρονιές μ’ αυτή την τάξη: δεν ήταν ιδιαίτερα σαματατζήδες, αλλά ως σύνολο ήσαν παντάπασιν αδιάφοροι μαθητές. Συχνά μου έδιναν την αίσθηση ότι μπαίνω σε μια άδεια αίθουσα και μιλώ στους τοίχους. Μερικά παιδιά που είναι από πάστα καλού μαθητή, σύντομα βαρέθηκαν να προσπαθούν για κάτι που δεν έχει καμία κοινωνική αναγνώριση. Θα έπαιρναν βέβαια τον καλό βαθμό, θα έπαιρναν ένα μπράβο από εμάς, αλλά κανείς από τους συμμαθητές τους δε θα έπαιζε ένα βλέφαρο μπροστά σ’ αυτό το κατόρθωμα. Έτσι κι αυτοί σιγά σιγά βούλιαξαν.
Φέτος που πάνε Τρίτη, ή, για την ακρίβεια, από τα μισά της Δευτέρας, είχαμε και κάτι επιπλέον: προστέθηκε στη σύνθεση της τάξης ένα παιδί που προερχόταν από αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος. Δε θα κάτσω να περιγράψω λεπτομερώς την περίπτωσή του, γιατί υπάρχει φόβος να τον αδικήσω. Η κεντρική ιδέα είναι ότι χαλάει την τάξη. Δημιουργεί μία διαρκή ανόητη θυμηδία, στην οποία παρασύρονται και οι επιρρεπέστεροι από τους υπόλοιπους. Το αποτέλεσμα είναι ότι στην τάξη επικρατούν τέτοιες συνθήκες ώστε η όποια προσπάθεια για ένα καλό μάθημα, εκ μέρους είτε του δασκάλου είτε των άλλων παιδιών, φαίνεται ακόμη πιο άπελπις και πιο μάταιη.
Χρειάζονται δραστικά μέτρα. Είναι μία τάξη που μπορεί εύκολα να σε εκνευρίσει και ν’ αρχίσεις να φωνάζεις ή να μοιράζεις τιμωρίες, και όλοι ξέρουμε ότι αυτό δε θα βοηθήσει σε τίποτε.
Είχα σκεφτεί ότι αυτά τα παιδιά πάσχουν από έλλειψη κινήτρου. Για ορισμένους από αυτούς το σχολείο είναι απλώς ένα βάρβαρο πρωινό ξύπνημα και ένα χασομέρι μέχρι το μεσημέρι που γυρνάνε σπίτι τους. Πιθανώς για τους μεγαλύτερους να είναι και κάτι σαν καταδίκη, που θα περάσει μεν ούτως ή άλλως όταν έρθει η ώρα της, αλλά μέχρι τότε καλύτερα να τη διασκεδάσουμε κάπως. Με αυτό το τελευταίο αναφέρομαι σε παιδιά που για τον ένα ή τον άλλο λόγο έχουν χάσει κάποιες χρονιές: άλλος είναι αλλοδαπός και μέχρι να προσαρμοστεί στο νέο γλωσσικό περιβάλλον καθυστέρησε μερικά χρόνια, άλλος έτρωγε όλη την ώρα αποβολές και έμεινε από απουσίες, κλπ.. Φυσικά, αυτοί που μας δυσκολεύουν περισσότερο είναι ακριβώς αυτοί οι τελευταίοι.
Πιστεύω γενικά (και δε διεκδικώ βέβαια την πατρότητα αυτής της εξυπνάδας) ότι το παιδί που δημιουργεί όλη την ώρα προβλήματα επιζητεί την προσοχή μας. Και όταν έχει πειστεί ότι δεν μπορεί να ελπίζει στην καλή προσοχή, το μπράβο, την αναγνώριση, καταφεύγει στο να διεκδικεί την κακή προσοχή, το μάλλωμα, ακόμη και την τιμωρία. Αν λοιπόν εγώ βρω ένα τρόπο να τον υποβοηθήσω να αποσπάσει ένα μπράβο, είναι πιθανόν να τον έχω ικανοποιημένο και να παρατήσει τις χαζομάρες. Ακόμη και με στοιχειώδεις τρόπους, όπως να ζητήσω ειδικά από αυτόν να μοιράσει τις φωτοτυπίες ή να πάει να φέρει κιμωλίες, του δείχνω ότι δεν ξεχνώ την παρουσία του, κι εκείνος αυτό είναι που θέλει. Έτσι, σιγά σιγά, πείθεται ότι η προσοχή που γυρεύει δε χρειάζεται να είναι αποκλειστικά η κακή, ότι η καλή προσοχή δεν είναι κάτι άπιαστο για κείνον, κι έτσι σταδιακά μπορεί ν’ αρχίσει να ανορθώνει την τραυματισμένη του αυτοπεποίθηση.
Πολύ όμορφη θεωρία, έτσι; Το πονηρό σημείο της είναι η λέξη «Σταδιακά». Με το να τον στείλω μια φορά για κιμωλίες δεν πρόκειται να ξεριζωθούν άξαφνα όλες οι αιτίες που τον οδηγούν σ’ αυτή τη συμπεριφορά. Ούτε και μπορώ να τον στέλνω δέκα φορές την ώρα για κιμωλίες. Θέλει υπομονή, επιμονή, ευελιξία, ευρηματικότητα, σωστό συγκερασμό επιείκειας και αυστηρότητας, κι εγώ δεν είμαι ούτε σοφός ούτε άγιος, είμαι απλώς ένας σχετικά καινούργιος δάσκαλος που ακόμη εξερευνώ τη δύσκολη και γοητευτική μας τέχνη.
Και έχουμε και άλλα παιδιά που δε μοιάζουν να επιζητούν κανενός είδους προσοχή, αλλά μοιάζουν ότι μάλλον θέλουν να την αποφύγουν. Βαριούνται που ζουν, βαριούνται που έρχονται στο σχολείο, βαριούνται που βλέπουν τη μάπα μου, και εύχονται ενδόμυχα να περιορίσουν τις επαφές μαζί μου στο ελάχιστο. Μοιάζουν να σκέφτονται: «Δε μας παρατάς; Εντάξει, ήρθα. Δε σου φτάνει; Κάνω και ησυχία, ούτε τώρα είσαι ικανοποιημένος; Άντε, την άλλη φορά θα σου φέρω και μισή άσκηση, κι ελπίζω πια να σκάσεις. Τι, τη γνώμη μου; Δεν έχω γνώμη (κι αν είχα, σιγά μη σ’ την έλεγα), δε με νοιάζει, αφήστε με ήσυχο.»
Σε ένα από τα πρώτα μαθήματα φέτος, μπαίνω στην εν λόγω τάξη να κάνουμε Κείμενα. Μετά τα εισαγωγικά, φτάνω στο σημείο «Το πρώτο μας κείμενο θα είναι...» και πριν ολοκληρώσω, ακούω: Αχ, κύριε, όχι πάλι δημοτικό τραγούδι!
Από τα διάφορα κείμενα που ανθολογούνται στα σχολικά βιβλία, τα δημοτικά τραγούδια συγκαταλέγονται στις αγαπημένες μου κατηγορίες. Και αφού η επιλογή των κειμένων είναι στη διακριτική μου ευχέρεια, θεωρώ ότι αξίζει τον κόπο να εμμένουμε λίγο περισσότερο σ’ αυτά που μου αρέσουν, γιατί είναι πιο πιθανό να κερδίσουν οι μαθητές κάτι από το κείμενο που βλέπουν ότι παθιάζει τον άλλο παρά από ένα που ακόμη κι ο δάσκαλος το βαριέται − ή, εν πάση περιπτώσει, το αντιμετωπίζει με αμηχανία και αναγκάζεται να καταφύγει σε φιλολογίστικους σχολαστικισμούς για να αποδείξει την αξία του. Ιδού λοιπόν, διαπιστώνω ότι το πάθος που είχα εκδηλώσει στις προηγούμενες χρονιές δεν υπήρξε ιδιαίτερα μεταδοτικό. Εννοείται πως, αν με είχαν αφήσει να ολοκληρώσω τη φράση μου, θα έλεγα «Το πρώτο μας κείμενο θα είναι ένα δημοτικό τραγούδι, το Γιοφύρι της Άρτας.» Έφαγα την ψιλοψυχρολουσία μου, αλλά πάντως αφού αυτό το μάθημα είχα ετοιμάσει, αυτό θα κάναμε, πάει και τελείωσε.
Παρατήρησα όμως ότι, εν μέσω των φωνών που διαμαρτύρονταν, ακούστηκε και μία που έλεγε: «...εκτός αν μας το φέρετε να το ακούσουμε». Αχά! Να λοιπόν κάτι που τους ξυπνά. Εδώ θα πιαστώ. Πράγματι, τις προηγούμενες χρονιές, όποτε κάναμε κάποιο δημοτικό τραγούδι (ή και άλλο ποίημα που να υπάρχει σε μελοποιημένη εκδοχή, π.χ. Καββαδία) τους έφερνα να ακούσουν την ηχογράφηση, και φαίνεται πως αυτό τους άρεσε. Να αναφέρω εν παρενθέσει ότι έχω αγανακτήσει με τον τρόπο που αντιμετωπίζουν οι φιλόλογοι γενικώς τα δημοτικά τραγούδια: μοιάζουν να τα θεωρούν ποιήματα απολύτως ανάλογα και συγκρίσιμα με τα κυρίως ποιήματα, αυτά που γράφονται και διαβάζονται, και λησμονούν τελείως ότι το τραγούδι είναι άλλου είδους πράγμα. [Έχω ξανααναφερθεί, εκτενέστερα, σ’ αυτό το ζήτημα στο κείμενο για το τραγούδι του Νεκρού Αδερφού. Ρίξτε μια ματιά ύστερα.] Οπότε, το να τους το βάλω να το ακούσουν είναι το ελάχιστο που μπορώ να κάνω.
Αμ’ έλα που από το καλοκαίρι, που άδειασα το σπίτι μου εδώ για να μείνει η σπιτονοικοκυρά, δεν έχω ακόμη ανοίξει όλες μου τις κούτες; Έχω σιντί με σχεδόν οποιοδήποτε δημοτικό τραγούδι σε παραλλαγές από διάφορες περιοχές, αλλά αυτές τις μέρες αυτά τα σιντί ήταν αποθηκευμένα γύρευε πού.
Μιαν άλλη φορά, που είχαμε Ερωτόκριτο στο μάθημα, είχα ετοιμάσει, με τη συνεργασία ενός φίλου μου που έχει ωραία φωνή και ωραία κρητική προφορά, μία δική μας ηχογράφηση του συγκεκριμένου αποσπάσματος. Θα μπορούσα και τώρα να κάνω κάτι ανάλογο.
Μετά, σκέφτηκα κάτι καλύτερο: αν είναι να το ακούσουν από μένα, γιατί να το ηχογραφήσω; Μπορώ να φέρω κάποιο όργανο στην τάξη και να τους το παίξω λάιβ. Αλλά είναι κάπως τολμηρό να μετατρέψει κανείς το μάθημα σε συναυλία, ιδίως ενώπιον ενός κοινού με αμφίβολες αντιδράσεις.
Το βρήκα! Θα τους βάλω να το παίξουμε όλοι μαζί. Θα τους δείξω τρόπους και μέσα να παίξουν μουσική ανεξαρτήτως του αν ξέρουν ή όχι, και θα κάνουμε όλοι μαζί μία ενορχήστρωση - εκτέλεση του τραγουδιού.
Πήγα στο σχολείο κουβαλώντας σε μία τσάντα τρία βάζα με φακές, κουκιά και ρύζι, που παίζονται σαν μαράκες. Τους είπα την ιδέα μου. Μου είπαν: μα εγώ δεν ξέρω μουσική! Το είχα προβλέψει, και είχα έτοιμη την ατάκα που σκοτώνει: Όλοι οι άνθρωποι ξέρουν μουσική, θα δεις. (Υπολόγιζα ότι θα προκαλούσα αίσθηση με κάτι τέτοια.) Πρώτα τους έδειξα τη μελωδία. Ανάμεσα στις διάφορες τοπικές εκδοχές, είχα διαλέξει μία που τραγουδιέται εύκολα, σχετικά γρήγορα, και −το κυριότερο− που είναι αντιφωνική. Αντιφωνική σημαίνει ότι δε χρειάζεται να ξέρεις ή να διαβάζεις τα λόγια, αρκεί να τα ξέρω εγώ· εγώ λέω και οι άλλοι επαναλαμβάνουν. Αφού κάναμε πρόβα δυο - τρεις στροφές και το πιάσανε, προχώρησα στη μουσική υπόκρουση. Εσείς, στο τάδε σημείο θα χτυπάτε το πόδι κάτω, εσείς στο άλλο σημείο θα χτυπάτε τα χέρια, εσείς σε ένα τρίτο σημείο θα κάνετε στράκα με τα δάχτυλα, και θέλω και τρεις εθελοντές που να τα ψιλοκαταφέρνουν με το ρυθμό. Παίξαμε για λίγο αυτό το ρυθμικό σχήμα, μέχρι να το καταλάβουν. Μετά μοίρασα στους τρεις εθελοντές τα βάζα με τα όσπρια, και τους έδειξα σε ποιο σημείο τα χτυπάνε.
Όπως βλέπετε, ακολουθούσα ένα σχέδιο κλιμακούμενης επίθεσης: υποτίθεται ότι θα ξεκινάγαμε από το στάδιο «Μα τι μας βάζει να κάνουμε, μωρά είμαστε και θα βαράμε χέρια - πόδια;», και πριν το πάρουν χαμπάρι θα έπαιζαν μουσική και θα έλεγαν «Μπρε! Παίζω μουσική!».
Κάναμε δυο - τρεις στίχους πρόβα μαζί με τα χειροποδοκροτήματα και τις οσπριομαράκες. Μετά ζήτησα άλλον έναν εθελοντή. Τον πήρα κατ’ ιδίαν, και του λέω: Βγες, πήγαινε στο τάδε σημείο, βρες το αυτοκίνητό μου, είναι ξεκλείδωτο, φέρε μου το λαούτο. Α, κύριε, θα παίξετε και λαούτο; Όχι, του λέω, εσύ θα παίξεις. Ξαφνιάστηκε κάπως, αλλά πήγε και το έφερε.
Το λαούτο το είχα εκ των προτέρων κουρδίσει με ένα τρόπο ώστε να βγάζει μία συγκεκριμένη συγχορδία χωρίς να χρειάζεται να κάνεις κανένα δακτυλισμό. Απλώς έδειξα στο παιδί πώς κρατάμε την πένα, πώς βαράμε τις χορδές και σε ποιο σημείο του ρυθμού τις βαράμε, και εντάχθηκε κι αυτός στην ορχήστρα.
Είμαστε πλέον έτοιμοι να ξεκινήσουμε: ξεκινάμε πρώτα με σκέτο ρυθμό· ένα, δύο, τρία, τέσσερα, μπουμ, κλαπ, μπουμ, κλαπ, τσαφ (όσπρια), γκραν (λαούτο). Για λόγους ολίγον αστείους και ολίγον σοβαρούς, βαστάω και μια μπαγκέτα και διευθύνω. Μόλις έχουν πιάσει όλοι σχετικά καλά το ρυθμό, τραγουδώ τον πρώτο στίχο. Επαναλαμβάνουν. Δεύτερος στίχος. Τους ενθαρρύνω να τραγουδούν πιο ζωηρά, τους επαναφέρω στο ρυθμό όποτε τον χάνουν, τους λέω δεν πειράζει όταν κάνουν λάθη, και συνεχίζουμε. Τρίτος στίχος.
Μετά από μερικούς στίχους, όταν πλέον το πράγμα είναι αρκετά στρωμένο, βγάζω τον τελευταίο άσο από το μανίκι μου: την οκαρίνα. Είναι ένα πάρα πολύ μικρό όργανο, σαν καρύδι, με γλυκειά φωνή, σαν φλογέρας, στον ίδιο τόνο όπου έχω από πριν κουρδίσει και το λαούτο. Στα σημεία όπου εκείνοι επαναλαμβάνουν τα λόγια ή σε κάποια ενδιάμεσα χωρίς λόγια, παίζω οκαρίνα. Από το τίποτα έχουμε φτιάξει μια πλήρη ορχήστρα με πνευστά, έγχορδα, πολλά και ποικίλα κρουστά, και μικτή χορωδία. Δεν είναι μαγεία; Δεν είμαι ο σούπερ δάσκαλος, που μέσα από το παιχνίδι και την άρνηση της σοβαροφάνειας αποκαλύπτει στα παιδιά ανεξερεύνητους συναρπαστικούς κόσμους δημιουργικότητας και απολαυστικής γνώσης;
Όχι βέβαια. Τίποτε απ’ όλα αυτά. Οι καλοί μαθητές τραγουδούσαν καλά, οι κακοί τραγουδούσαν κακά, και εκείνοι που στο μάθημα χαζογελάνε χαζογελούσαν και τώρα. Και κανείς, μέσα σε όλη αυτή τη σύνθετη προσπάθεια, δεν παρακολουθούσε τι λένε οι στίχοι − που υποτίθεται πως είναι ο βασικός σκοπός μας.
Από κάποια στιγμή και μετά περνούσα ακριβώς τόσο καλά όσο και όταν κάνω συμβατικό μάθημα με τη συγκεκριμένη τάξη, δηλαδή όχι μεν πολύ άσχημα αλλά όχι και όπως όταν παίζω μουσική με μουσικούς. Είχα την αφέλεια να πιστεύω ότι όλη αυτή η διαδικασία θα λειτουργούσε σαν μαγικό ραβδάκι, που αιφνιδίως θα άλλαζε όλη την παράδοση χαβαλέ και αδιαφορίας που τόσο καιρό με υπομονή έχουν χτίσει τα παιδιά. Δε γίνονται έτσι αυτά τα πράγματα, από τη μια στιγμή στην άλλη.
Βέβαια δεν το μετάνοιωσα. Αυτό δε σημαίνει ότι η προσπάθεια πήγε χαμένη. Ίσως, επειδή δεν τους έχει ξανατύχει να τους ζητάει ο φιλόλογος να κοπανάνε τα πόδια τους, να μην ήξεραν πώς να αντιδράσουν και να κατέφυγαν στις γνωστές και σίγουρες αντιδράσεις (χαζόγελα κλπ.). Υπάρχει πάντα μία ισχυρή πιθανότητα να έλαβαν ένα ερέθισμα με αποτελέσματα βραδυφλεγή, όχι άμεσα. Το θεωρώ εντελώς απίθανο να μην τους άρεσε ΚΑΘΟΛΟΥ η μουσική, να μην τους έκανε καν λίγη εντύπωση. Απλώς, θέλει υπομονή. Σε λίγο καιρό θα το ξανακάνουμε, ή θα κάνουμε κάτι άλλο (ίσως με θέατρο, με ζωγραφική, θα δούμε). Στο μεταξύ θα συνεχίσω να τους στέλνω για κιμωλίες, θα προσπαθήσω να μην ορύομαι πολύ συχνά, θα τιμωρώ και λίγο όπου κρίνω ότι χρειάζεται (γιατί κι αυτό είναι κάτι που το θέλουν: οι μαθητές δεν αγαπούν την ασυδοσία. Ναι μεν κοιτάνε να κάνουν αυτό που απαγορεύεται, αλλά εν μέρει το κάνουν επειδή ακριβώς απαγορεύεται. Αν επιτραπούν όλα η ζωή γίνεται μια νερόβραστη σούπα.), και βλέπουμε. Ντουμ σπίρο σπέρο.
Το πιο άμεσα ενθαρρυντικό σημείο αυτής της ιστορίας ήταν ότι όλες οι άλλες τάξεις ζήλεψαν, και ήθελαν κι εκείνες.