ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα χάλια μας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα χάλια μας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

ΤΟ ΣΚΟΥΠΙΔΑΡΙΟ ΕΙΝΑΙ ΜΙΣΗ ΑΡΧΟΝΤΙΑ

Τι κάνετε όταν, ενώ έχετε ήδη διασχίσει το πρώτο από τα 7-8 μέτρα του στενού (περίπου μισό μέτρο) διαδρόμου που έχει δημιουργηθεί στο πεζοδρόμιο, επειδή το υπόλοιπο έχει καλυφθεί από σκουπίδια, εμφανίζεται από την απέναντι πλευρά γέρος με ψώνια;

Μια λύση είναι να συνεχίσετε την πορεία, οπότε στα μισά περίπου της διαδρομής θα πρέπει να γίνει κονταροχτύπημα σύμφωνα με τους κανόνες της ιπποσύνης.

Η πιθανότερη όμως απάντηση είναι ότι θα οπισθοχωρούσατε ευγενώς, επιστρέφοντας στην αρχή του διαδρόμου -δηλαδή στο τέλος των σκουπιδιών-, όπου όμως ενδεχομένως θα διαπιστώνατε ότι δεν μπορείτε να σταθείτε γιατί το δεντράκι της δεντροστοιχίας, παρά τα 4 μέτρα του ύψους του, έχει απλώσει κλωνάρια μέχρι κάτω στο ύψος της μάπας σας, οπότε πρέπει να οπισθοχωρήσετε κι άλλο, ίσως μάλιστα να αναζητήσετε και ένα σημείο στο πεζοδρόμιο με αρκετή άπλα ώστε να μπορείτε να κάνετε κανονική μεταβολή και όχι απλώς να πηγαίνετε με την όπισθεν.

Όλη αυτή η μανούβρα δεν περνά απαρατήρητη από τον γέρο με τα ψώνια. Έτσι, αφού διασχίσει το δερβένι και περάσει από μπροστά σας, το πιθανότερο είναι ότι θα σας ευχαριστήσει -αν δεν αρχίσει να λέει και περισσότερα (εύγε νέε μου, αποτελείτε λαμπρή εξαίρεση στην εποχή μας κλπ κλπ). Οπότε κι εσείς κάτι θα του απαντήσετε. Μετά μπορεί εκείνος να προσθέσει, μια κι έσπασε ο πάγος, κάποιο σχόλιο για τα σκουπίδια, και έτσι να προκληθεί ένας σύντομος διάλογος. Για να μην πω ότι, καθώς όλα αυτά εκτυλίσσονται στο μοναδικό διαβατό σημείο του πεζοδρομίου, δεν αποκλείεται να εμπλακούν στη συζήτηση κι άλλοι περαστικοί.

Κι έτσι αποκαθίστανται οι χαμένες σχέσεις οικειότητας με τους συμπολίτες μας, συσφίγγονται οι δεσμοί μέσα στις γειτονιές, καλιεργείται η κοινωνικότητα, ανταλλάσσονται αβρότητες που μας φτιάχνουν το κέφι και που ανεβάζουν το επίπεδο ποιότητας της καθημερινότητάς μας.

Θα γίνονταν ποτέ αυτά αν υπήρχαν σκουπίδια μόνο μέσα στους κάδους, και αν τα περισσευούμενα, αντί να τα βγάλουμε στο δρόμο, τα φυλάγαμε στο μπαλκόνι μας μέχρι να ξαναρχίσει η αποκομιδή τους;

Δε θα γίνονταν. Θα παραμέναμε στην απρόσωπη εχθρική μεγαλούπολη όπου κανείς δε λέει μια καλημέρα ή δεν κοιτάει τον περαστικό από απέναντι.

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

ΒΑΜΠΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΑΠΡΟΦΑΓΙΑ

Όπως είναι γνωστό, την Πέμπτη 26 Αυγούστου τρέχοντος έτους έγινε ένα αεροπορικό δυστήχημα στην Κρήτη: δύο μαχητικά F16 συγκρούστηκαν κατά τη διάρκεια άσκησης. Ένας αεροπόρος σκοτώθηκε κι έναν τον μαζέψαν σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση. (Tvxs, Ελευθεροτυπία)
Δύο μέρες μετά, το Σάββατο, ο νεκρός κηδεύτηκε στην πατρίδα του, την Άρτα, με τιμές και παρουσία εκπροσώπων της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. (Tvxs) Ο δεύτερος πιλότος ακόμη χαροπάλευε. (Tvxs, Ελευθεροτυπία)
Τελικά ο δεύτερος ξεψύχησε μερικές ώρες μετά την κηδεία του πρώτου, στο γύρισμα Σαββάτου προς Κυριακή, και κηδεύτηκε την Κυριακή το απόγευμα στο χωριό του, τη Γέργερη Ηρακλείου (Κρήτη). Επίσης με τιμές, με κήρυξη και εν συνεχεία παράταση του επίσημου πένθους στις Ένοπλες Δυνάμεις. (Tvxs, Ελευθεροτυπία, Καθημερινή, Βήμα)

Όμως έτυχε εκείνες ακριβώς τις μέρες να βρίσκομαι στη Γέργερη, και να ξέρω ότι τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι.
Όπως είναι φυσικό, ολόκληρο το χωριό είχε συγκλονιστεί από το δυστύχημα του συγχωριανού τους, που όλοι τον ήξεραν και πολλοί ήταν συγγενείς του. Επί δύο μέρες, Πέμπτη και Παρασκευή, όπου και να στεκόσουν κάποιος θα είχε λάβει τελευταία νέα από την οικογένεια του αεροπόρου ή θα είχε μόλις γυρίσει ο ίδιος από το νοσοκομείο.
Το Σάββατο το μεσημέρι ο αεροπόρος ήταν ήδη νεκρός. Είχε ξεψυχήσει κάποια στιγμή μέσα στο πρωινό ή αργά την προηγούμενη νύχτα. Το Σάββατο το απόγευμα έγινε στην Άρτα η άλλη κηδεία, και ο θάνατος του Κρητικού αεροπόρου ανακοινώθηκε επίσημα μόνο τα ξημερώματα της Κυριακής.
Έτσι, σύμφωνα με τις επίσημες ειδήσεις ο ένας παρέμεινε νεκρός δύο μέρες μέχρι να κηδευτεί ενώ ο άλλος μόνο μισή. Αν όμως η κηδεία του δεύτερου είχε γίνει στ' αλήθεια τόσο γρήγορα, θα συνέπιπτε με την κηδεία του πρώτου. Οι αρχές δε θα μπορούσαν να γίνουν δυο κομμάτια και να παρευρεθούν ταυτόχρονα και στις δύο κηδείες, στην Άρτα και στην Κρήτη, να αποδώσουν τις δέουσες τιμές, να εκφράσουν τη συμπαράστασή τους και γενικά να φανούν κοντά στον άνθρωπο. Έτσι απέκρυψαν το θάνατο του δεύτερου μέχρι να βολεύει να γίνουν δύο ξεχωριστές κηδείες.
Το Σάββατο το μεσημέρι αυτά που σας γράφω τα ήξερε όλη η Γέργερη. Λογικά σήμερα Δευτέρα θα τα ξέρει ήδη όλη η Κρήτη. Ο άνθρωπος δεν πέθανε στη σκοτεινή πλευρά της σελήνης ώστε τα καθέκαστα να μείνουν άγνωστα και οι αρχές να μαγειρεύουν τις ειδήσεις όπως τις βολεύει. Νά όμως που παρά ταύτα δε δίστασαν να τις μαγειρέψουν. Κράτησαν το μακαρίτη ζωντανό, και όποιος το πιστέψει το πίστεψε.

Τρίτη 24 Αυγούστου 2010

ΕΝΑ ΣΛΑΒΟΦΩΝΟ ΧΩΡΙΟ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Τις προάλλες επισκέφτηκα για λίγες μέρες ένα χωριό Σλαβόφωνων στα Σέρρας. Πιστεύω να ξέρετε τι είναι οι Σλαβόφωνοι. Αν όχι, είναι ένα τεράστιο και απίστευτα μπερδεμένο θέμα, για το οποίο έχουν γραφτεί τόνοι ψεμάτων που εξυπηρετούν διάφορες ιδεολογίες. Ακροθιγώς θα μπορούσα να πω ότι είναι το εξής:
Πληθυσμοί που κατοικούν σε διάφορα χωριά της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, που βρίσκονταν εκεί άγνωστο από πότε αλλά πάντως πριν τους πρόσφυγες, εφ' ώ και αυτοπροσδιορίζονται συνήθως ως Ντόπιοι, και οι οποίοι μιλούν μία σλάβικη γλώσσα που χονδρικά μάλλον προσεγγίζει αυτήν των Σκοπίων*. Τη γλώσσα την ονομάζουν Ντόπια ή Ντόπικα, ή επίσης Μακεδονικά. Από τους ίδιους άκουσα επίσης αόριστες περιγραφές του στιλ «η παλιά γλώσσα» ή «παλιά το λέγαμε έτσι», ενώ ο όρος Σλαβομακεδόνικα ή Σλαβομακεδονικά χρησιμοποιείται κυρίως από άλλους.
Το αν αυτοί οι άνθρωποι κατάγονται από ελληνόφωνους Έλληνες που εκσλαβίσθηκαν γλωσσικά ή από Σλάβους, και από ποιους συγκεκριμένα Σλάβους, και αν σήμερα είναι Έλληνες ή Μακεδονική μειονότητα ή κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο, πιστεύω ότι είναι εντελώς άγνωστο. Κατά καιρούς τούς έχουν διεκδικήσει όλα τα γύρω κράτη, και έχουν προσπαθήσει είτε να αποδείξουν ιστορικά ότι είναι το Α ή το Β είτε να τους πιέσουν να γίνουν το Α ή το Β. Από το ελληνικό κράτος τον τελευταίο αιώνα περίπου έχουν υποστεί έντονο διωγμό προκειμένου να αποβάλουν τη γλώσσα τους και οποιοδήποτε άλλο πολιτισμικό στοιχείο θα μπορούσε να δώσει λαβή για διεκδικήσεις σε άλλα κράτη, ιδίως δε να αποβάλουν καθετί που θα δικαιολογούσε τα Σκόπια (ΠΓΔΜ) να κάνουν λόγο για δικούς τους αλύτρωτους. Σ' αυτό το πλαίσιο έχουν μάθει κι οι ίδιοι να σκίζονται να αποδείξουν ότι είναι οι πιο φλογεροί και καθαροί Έλληνες.
Κυκλοφορεί άφθονη μυθολογία (πολλή από αυτήν σε «έγκριτες» ιστορικές, εθνολογικές και γλωσσολογικές μελέτες) σχετικά με τους Σλαβόφωνους. Έτσι όταν πήγα εκεί είχα μεγάλη περιέργεια να δω από πρώτο χέρι τι παίζει.

Δεν είδα σχεδόν τίποτε. Δεν άκουσα κανέναν να μιλάει τίποτε άλλο εκτός από ελληνικά. Ο φόβος μη τυχόν κάποιος που να μην είναι του χωριού (εγώ δηλαδή και η παρέα μου) τούς ακούσει να μιλάνε Ντόπια, ή έστω αντιληφθεί ότι αυτή η γλώσσα υπάρχει ή υπήρξε κάποτε, πλανάνται διάχυτος. Όπως είναι εύλογο, κι εμείς καταληφθήκαμε από αυτό το πνεύμα και φροντίζαμε να είμαστε άκρως διακριτικοί, μη τυχόν και πέσει κάτι στην αντίληψή μας.
Υπάρχουν βέβαια κάποιοι στο χωριό που δεν παριστάνουν ότι αυτή η γλώσσα δεν υπήρξε ποτέ. Αυτοί όμως είναι τα μαύρα πρόβατα, είναι τσακωμένοι με τους υπόλοιπους και στιγματισμένοι με την κατηγορία ή πάντως την υποψία της αντεθνικής δράσης. Από αυτούς λοιπόν έμαθα ότι η γλώσσα μιλιέται κανονικά, όχι μόνο μέσα στο σπίτι αλλά και στο καφενείο ή το δρόμο, εκτός αν φανεί να πλησιάζει ξένος. Δε μου προσδιόρισαν αν μιλιέται εξίσου από όλες τις ηλικίες ή μόνο από τους μεγαλύτερους, σαν να ψιλοκατάλαβα όμως ότι πέρα από τους γέρους και οι σαραντάρηδες-σαρανταπεντάρηδες την ξέρουν.
Από αυτούς τους εθνικά υπόπτους έμαθα ακόμη μερικές συγκεκριμένες λεπτομέρειες σχετικά με το διωγμό που υπέστησαν από το ελληνικό κράτος. Πέρα από τις μετονομασίες των χωριών, που τις ήξερα**, έχουν γίνει και μετονομασίες των ίδιων των ανθρώπων. Ο Ιβάν έγινε Γιάννης, ο Μπλάγκο (από μια λέξη που σχετίζεται με την έννοια της ευλογίας) έγινε Βαγγέλης (ευλογία = ευαγγελισμός ;;τέλος πάντων), τα επώνυμα απέβαλαν τα -ιτς και -οφ και έγιναν -ης και -ος ή -ίδης και -άκης.
(Κατ' ιδίαν όμως αρκετοί εξακολουθούν να προσφωνούνται με το σλάβικο όνομά τους, π.χ. ο Μπλάγκο έγινε στην παρέα Μπλάγος και έξω Βαγγέλης.)
Αυτά για τους ζωντανούς. Τους πεθαμένους δεν μπορούσαν να τους αλλάξουν, οπότε απλώς τους εξαφάνισαν: ξεπάτωσαν όλα τα μνήματα, όπου τα σλαβομακεδόνικα ονόματα ήταν γραμμένα με κυριλλικό αλφάβητο.
Όλα τα σπίτια του χωριού, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, γκρεμίστηκαν και ξαναχτίστηκαν σε νέο αρχιτεκτονικό στιλ (δηλαδή μάλλον χωρίς κανένα στιλ), για να μη μοιάζουν με τη λαϊκή αρχιτεκτονική των γειτονικών χωρών.
Δεν ξέρω για το συγκεκριμένο χωριό, αλλού όμως, στα επίσης σλαβόφωνα μέρη της Φλώρινας, γκρεμίστηκαν ακόμη και οι εκκλησιές, επειδή είχαν το σλάβικο στιλ με τους δύο τρούλους, και έγιναν καινούργιες. Φαίνεται δε ότι σ' αυτό, που είναι πολύ πρόσφατο γεγονός, δεν αντέδρασαν όχι παπάδες ή λαϊκοί αλλά ούτε καν αρχιτέκτονες ή εφορίες βυζαντινών αρχαιοτήτων. (Έτσι άκουσα, έτσι λέω. Δεν εγγυώμαι για την ακρίβεια των πληροφοριών μου.)
Έμαθα επίσης για τα Σπίτια του Παιδιού: ιδρύματα που είχε κάνει η Φρειδερίκη όπου φυλάσσονταν τα παιδιά από αυτά τα χωριά, με βασικό στόχο όχι απλώς να γαλουχηθούν σύμφωνα με την εθνικοπατριωτική και βασιλόφρονα/προσωπολατρική προπαγάνδα της εποχής, να μάθουν μεταξύ άλλων να αποστρέφονται τη σλάβικη γλώσσα τους, αλλά και κάτι πιο συγκεκριμένο και πρακτικό: να μάθουν ελληνικά.
Ο πολιτιστικός σύλλογος του χωριού οργανώνει εκδηλώσεις και καταγραφές της τοπικής παραδοσιακής μουσικής, στις οποίες τα τραγούδια εκτελούνται οργανικά, χωρίς λόγια, και οι ερευνητές απαγορεύεται (δε συνίσταται εν πάση περιπτώσει) να ρωτήσουν τίποτε σχετικά. Ενθαρρύνονται να παριστάνουν ότι το θεωρούν φυσικό ένα ολόκληρο χωριό να μην έχει τραγούδια παρά μόνο οργανικούς σκοπούς. Αυτά σήμερα, όχι επί Φρειδερίκης.

Από την εφημερίδα Εμπρός, 1959

Γιατί τα γράφω όλα αυτά;

Όχι για να ενημερώσω κανέναν για την ιστορία αυτών των πολύπαθων περιοχών. Άκρες μέσες είναι γνωστό τι έχουν περάσει αυτοί οι άνθρωποι για την ατυχή τους επιλογή να παν να γεννηθούν σ' ένα περιβάλλον όπου η ζώσα, μητρική γλώσσα δεν ήταν η ίδια με την επίσημη του κράτους. Κι εγώ ο ίδιος έχω διαβάσει πολύ περισσότερα από αυτά που σας μεταφέρω εδώ προχείρως, δεν έχω κάνει όμως συστηματική μελέτη και γι' αυτό τα αναφέρω όπως θα τα αναφέραμε σε οποιαδήποτε πρόχειρη κουβέντα.
Δύο ήταν τα πράγματα που μου έκαναν βαθειά εντύπωση: Πρώτον, η πληροφορία για το γκρέμισμα των σπιτιών και των μνημάτων. Το ελληνικό κράτος διέγραψε το παρελθόν. Αυτοί οι άνθρωποι έχασαν το δικαίωμα στη γλώσσα τους, στο χωριό τους (νέα κτίσματα, νέα ονόματα), στα μνήματα των προγόνων τους -που παρά ταύτα κάπου εκεί είναι θαμμένοι-, και δεν τους επετράπη να κρατήσουν ούτε το όνομά τους. Δεύτερον, το πώς βιώνεται σήμερα (2010) όλη αυτή η τρομοκρατία. Προφανώς αυτοί οι άνθρωποι συνειδητοποίησαν ότι η μόνη λύση για την επιβίωσή τους θα ήταν να υιοθετήσουν αυτό το νέο παρελθόν που τους φορέσανε. Κι έτσι ζουν σ' ένα καθεστώς καθημερινής φοβίας μήπως ο κάθε διπλανός τους, ιδίως ο ξένος, είναι χαφιές και πάει και τους δώσει ως σκοπιανούς πράκτορες έτσι και τους ξεφύγει καμιά σλάβικη κουβέντα.


Πίναξ μετονομασιών ξενογλώσσων τοπωνυμιών
(περιοχή Αγράφων) της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού.

Παρ' ότι πιστεύω (και το έχω υποστηρίξει σε άλλες αναρτήσεις μου) ότι γενικά ζούμε τον φουτουριστικό εφιάλτη ενός ολοκληρωτισμού τύπου 1984, αυτές τις μέρες είδα ότι οι εφιάλτες των ολοκληρωτικών καθεστώτων του παρελθόντος σε κάποια μέρη της όμορφης πατρίδας μας παραμένουν ολοζώντανοι.



__________________________________________________
* Όπως είναι φυσικό, από χωριό σε χωριό υπάρχουν ιδιωματικές αποκλίσεις. Το ίδιο συμβαίνει και με τα Ελληνικά των ίδιων περιοχών (και της υπόλοιπης Ελλάδας άλλωστε). Πρέπει όμως να έχουμε υπόψη μας ότι οι Σλαβικές γλώσσες γενικά μοιάζουν πολύ περισσότερο μεταξύ τους απ' ό,τι άλλες γλώσσες που ανήκουν στην ίδια οικογένεια μεταξύ τους. Ρώσος με Βούλγαρο συνεννοούνται σχετικά άνετα μεταξύ τους, μιλώντας ο καθένας τη δική του γλώσσα. Η διάλεκτος ή το ιδίωμα που μιλάει ένας Βούλγαρος στα δυτικά άκρα της χώρας, στα σύνορα με Σερβία ή Σκόπια, μοιάζει πολύ περισσότερο με τη σερβική (σερβοκροατική για την ακρίβεια) ή σκοπιανή (σλαβομακεδονική) διάλεκτο ή ιδίωμα που μιλιέται πέντε μέτρα παραπέρα, στην άλλη μεριά των συνόρων, παρά με τα βουλγάρικα της ανατολικής άκρης της Βουλγαρίας. Συνεπώς δεν είναι πάντα εύκολο να πει κανείς αν μία συγκεκριμένη γλωσσική μορφή, εν προκειμένω η γλώσσα των σλαβόφωνων χωριών της Ελλάδας, ανήκει ως διάλεκτος ή ιδίωμα στα Βουλγάρικα, τα Σκοπιανά ή τα Σερβοκροατικά ή είναι ξεχωριστή γλώσσα.
Ωστόσο υπάρχει ένα κριτήριο που το θεωρώ σχετικά ασφαλές: οι περισσότερες σλάβικες γλώσσες κλίνουν τα ουσιαστικά με πτώσεις (
το τραπέζι / του τραπεζιού), όπως και τα Ελληνικά. Ειδικά τα Σκοπιανά δεν έχουν πτώσεις, τις εκφράζουν με τη χρήση προθέσεων όπως συμβαίνει στις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες (π.χ. Αγγλικά: the table, of the table, to the table...). Το ίδιο συμβαίνει και με τα Ντόπια. Άρα τα Ντόπια είτε ανήκουν ως διάλεκτος/ιδίωμα/ντοπιολαλιά στην ίδια γλώσσα με τα Σκοπιανά, δηλαδή τη Μακεδονική όπως την ονομάζουν οι ίδιοι οι Σκοπιανοί, είτε εν πάσει περιπτώσει προσεγγίζουν πολύ περισσότερο τη γλώσσα των Σκοπίων παρά οποιαδήποτε άλλη σλάβικη γλώσσα.

** Οι αλλαγές των τοπωνυμίων ξεκίνησαν σποραδικά από συστάσεως του ελληνικού κράτους, έλαβαν πιο συστηματικό και εντατικό χαρακτήρα το 1909 και συχεχίζονταν μέχρι και την προηγούμενη δεκαετία. Πριν γίνουν, σε πολλές περιοχές της Ελλάδας τα περισσότερα ή και όλα τα χωριά και αρκετές πόλεις είχαν τούρκικα ή σλάβικα ονόματα. Τα νέα ονόματα, είτε μεταφράσεις των παλιών είτε εντελώς καινούργια, συνήθως βγάζουν μάτι με τον αδέξιο και αφύσικο χαρακτήρα τους: Μηλοχώρι (πρ. Λίγκα), Δασόλοφος (πρ. Ορμάν Μαγούλα), Αχλαδοχώρι (πρ. Μανδαρές, πιο πρώην Κισλάρ), Καρυδοχώρι, Καπνόφυτο, Βαμβακόφυτο, Ψωμοτόπι, Εμμανουήλ Παππάς (έλεος! ο κάτοικος πώς λέγεται, Εμμανουηλπαππαδιώτης; -πρ. Δοβίστα), Ορεινή (πρ. Φράστενα ή Φραστάνη), καθώς και τα διάφορα Ελληνικά, Βασιλικά, Προμαχώνας, Εύζωνοι, αλλά και Πρώτη (πρ. Κιούπκιοϊ), Καλλιθέα, Καλλίπολη, ενώ μερικά είναι αναβιώσεις αρχαίων τοπωνυμίων της περιοχής ή απλώς αρχαΐζοντα, όπως Ηράκλεια (πρ. Κάτω Τζουμαγιά), Έδεσσα (πρ. Βοδενά), Πτολεμαΐδα (πρ. Καϊλάρια), Αγριανή (πρ. Αχριάν Ντουμάρ), Αραβησσός (πρ. Όμπαρ). Ακόμη και στην Τουρκία την ελληνική ή και ελληνική πόλη του Τσεσμέ (τσεσμές σημαίνει κρήνη) μερικές φορές τη βλέπουμε να αναφέρεται σε ελληνικές πηγές ως Κρήνη. Για αδιευκρίνιστους λόγους επιβίωσαν μερικά σλάβικα όπως Αράχωβα, Ζαγορά / Ζαγοροχώρια, Μέτσοβο (υποθέτω λόγω των εθνικών ευεργετών, που άλλωστε δεν ήταν Σλαβόφωνοι αλλά Βλάχοι), Τύρναβος, από τούρκικα το ιστορικό Κιλελέρ, και αρκετά αρβανίτικα όπως Βάρκιζα.
Περισσότερα εδώ, απ' όπου πήρα και τη φωτογραφία του εγγράφου της ΓΥΣ. Σημειώνω ότι η πηγή όπου παραπέμπω παρέχει μεν αντικειμενικά στοιχεία, το σύνολο όμως του ιστοτόπου όπου εντάσσεται διαπνέεται από μία ιδεολογία που δε συμμερίζομαι.

Παρασκευή 25 Ιουνίου 2010

Η ΒΟΜΒΑ ΣΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΡΟ.ΠΟ.

Άγνωστοι χτες κατάφεραν να περάσουν έναν εκρηκτικό μηχανισμό μέσα στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Έφτασε σχεδόν μέχρι το γραφείο του ίδιου του Προστάτη του Πολίτη και τελικά έσκασε στα χέρια ενός στενού του συνεργάτη, σκοτώνοντάς τον.

Καταδικάζω αυτή την ενέργεια ως βλακώδη.

Πρώτον: άντε και σκοτώνατε τον Προστάτη. Και τι μ' αυτό; Θα είχατε κόψει το ένα κεφάλι της Λερναίας Ύδρας. Το ζητούμενο δεν είναι να τους σκοτώσουμε. Εμένα δε μ' ενοχλεί να είναι ο Προστάτης ζωντανός και αρτιμελής, φτάνει να μην κάνει αυτά που κάνει.

Δεύτερον: να δούμε τι αντίποινα θα πληρώσουμε. Στον Β' Παγκόσμιο, τον ελληνικό Εμφύλιο και άλλους πολέμους είχαν καθιερωθεί στην πράξη διάφορες ταρίφες για τα αντίποινα, π.χ. νεκρός δεκανέας κοστολογούνταν 10 αμάχους, νεκρός στρατηγός ένα ολόκληρο χωριό αμάχων κλπ. (λέω μερικά νούμερα στην τύχη, δεν έχω διαβάσει τους τιμοκαταλόγους της εποχής). Εδώ το ύψος των αντιποίνων θα μετρηθεί μάλλον σε στοιχεία ατομικών ελευθεριών, αξιοπρέπειας και ανθρώπινων δικαιωμάτων όλων μας. Να δούμε όμως ποια και πόσα θα είναι αυτά τα στοιχεία.

Μπράβο μαλάκες, μεγάλο κατόρθωμα κάνατε. Όταν δε θα πηγαίνουμε ούτε από την κρεβατοκάμαρά μας στο μπάνιο μας χωρίς σωματικό έλεγχο και επίδειξη ταυτότητας, εσείς θα λέτε «τουλάχιστον φάγαμε τον Βασιλάκη»; Καλή χώνεψη.

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

ΤΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ


Το παρακάτω βιντεάκι έχει τραβηχτεί στις Ινδίες, σε κάποιο άγνωστο σταυροδρόμι κάποιας άγνωστης πόλης.


Αυτό που βλέπουμε είναι τόσο απίστευτο ώστε καταντά αστείο. Δεκάδες αυτοκίνητα, μηχανάκια, ποδήλατα, λεωφορεία και πεζοί συρρέουν από και προς κάθε κατεύθυνση, χωρίς κανείς να περιμένει τον άλλο, και χωρίς παρά ταύτα να συγκρούονται ή έστω να ενοχλούν αλλήλους. [Αν τυχόν δεν ανοίγει το βίντεο, κάντε κλικ επαέ.]
Όμως αν το καλοσκεφτούμε, δεν είναι αστείο. Είναι ένα επίτευγμα που απέχει έτη φωτός απ’ ό,τι θα μπορούσαμε ποτέ να καταφέρουμε στην Ελλάδα. Το σταυροδρόμι δεν έχει φανάρια, καμία κατεύθυνση δεν είναι απαγορευμένη, και −χωρίς βέβαια να έχω μελετήσει τον ινδικό Κ.Ο.Κ., κρίνοντας από ό,τι βλέπω− δε φαίνεται να υπάρχουν κανόνες για το ποιος έχει προτεραιότητα. Το τι θα κάνει ο κάθε οδηγός ή πεζός δεν υπαγορεύεται από κανέναν εξωτερικό κανονισμό, το επιλέγει ο ίδιος κρίνοντας και αυτοσχεδιάζοντας κάθε στιγμή. Όμως όλοι είναι τόσο καλά μαθημένοι σ’ αυτό το σύστημα, ώστε ενώ τα οχήματα είναι πολλά η ροή της κυκλοφορίας είναι εντούτοις απρόσκοπτη, δε δημιουργείται μποτιλιάρισμα, και κανείς δεν ενοχλεί κανέναν.
Το να μην υπάρχουν κανόνες θα μπορούσε κάποιος βιαστικά να το καταδικάσει ως σημάδι καθυστέρησης και πρωτογονισμού. Όμως το αποτέλεσμα τον διαψεύδει: εφόσον το ζητούμενο, η ομαλή κυκλοφορία, επιτυγχάνεται, πάει να πει ότι ο τρόπος είναι σωστός, όσο κι αν σε κάποιον με άλλες συνήθειες φαίνεται παράδοξος. Κι ακόμα παραπάνω: όχι απλώς ο τρόπος είναι σωστός, είναι και πιο σωστός από τον δικό μας, αφού το αποτέλεσμα είναι πιο πετυχημένο από το αντίστοιχο δικό μας (σ’ εμάς η κίνηση θα μπλοκάριζε, όλοι θα καθυστερούσαν, θα εκνευρίζονταν, θα κόρναραν και θα μισούσαν αδυσώπητα αλλήλους).
Η πρακτική των Ινδών οδηγών μοιάζει να στηρίζεται στην εξής φιλοσοφία: «Δεν περιμένω κανέναν, φροντίζω μόνο για την προσωπική μου εξυπηρέτηση». Ακούγεται απαίσιο: τι μίζεροι μικροεγωιστές, τι απολίτιστοι! Κι όμως, ούτε αυτό είναι αλήθεια. Με τα δεδομένα που επικρατούν παρ’ ημίν, όποιος ενεργεί μ’ αυτό τον τρόπο είναι πράγματι απολίτιστος, μίζερος και μικροεγωιστής, και επιβαρύνει το σύνολο για ένα αμελητέο (και δη αμφίβολο) προσωπικό κέρδος. Να όμως που υπό άλλες συνθήκες η νοοτροπία «πρώτα εγώ» μπορεί να συντελέσει, μ’ ένα τρόπο ακατανόητο ίσως σ’ εμάς, στην αρμονικότερη και επιτυχέστερη συνύπαρξη πολλών ανθρώπων. Στο βιντεάκι βλέπουμε ότι τα καταφέρνουν μια χαρά, και ως σύνολο και ο καθένας προσωπικά. Άρα όλα σχετικά είναι.
****************************************************
Δεν έχω βιντεάκι από αντίστοιχες σκηνές σε δυτικοευρωπαϊκές πόλεις, αλλά όλοι λίγο-πολύ ξέρουμε τι γίνεται: όλοι τηρούν τις προτεραιότητες, όλοι μένουν στη λωρίδα τους, όλοι σταματάν στο πορτοκαλί αφήνοντας ελεύθερη τη διάβαση πεζών, και το αποτέλεσμα είναι ότι κι εκεί η κυκλοφορία ρέει ανεμπόδιστα και ο καθένας μπορεί να φτάσει στον προορισμό του σε προβλέψιμους χρόνους.
Μόνο που σ’ αυτή την περίπτωση το ίδιο αποτέλεσμα επιτυγχάνεται με τους ακριβώς αντίθετους τρόπους: πρώτον, υπάρχουν έξωθεν ρυθμίσεις για το τι ακριβώς θα κάνει ο καθένας σε κάθε περίπτωση, και δεύτερον, στο μικρό περιθώριο αυτοσχεδιασμού που απομένει στον καθένα δεν πρυτανεύει ο ατομισμός αλλά η εξυπηρέτηση του συνόλου.
Θα μπορούσε κουτοπόνηρα να σκεφτεί κανείς: «αφού κι ετούτοι κι εκείνοι τα καταφέρνουν, εγώ μαλάκας είμαι να βάλω τον εαυτό μου τελευταίο; Άρα, ζήτω το ινδικό σύστημα. Πρώτος εγώ.» Αυτό δείχνει βέβαια πως δεν έχει καταλάβει κανένα από τα δύο συστήματα. Εξίσου βιαστική είναι και η αντίθετη άποψη: «τι ζώα αυτοί οι Ινδοί! αφού έτσι κι αλλιώς θα τα κατάφερναν, τι τους έπιασε να τα κάνουν όλα πρώτοι;». Ούτε οι Ινδοί είναι ζώα ούτε οι Δυτικοευρωπαίοι κορόιδα. Και οι δύο λειτουργούν με τρόπο που είναι ουσιαστικότατα πολιτισμένος. Τα συστήματά τους εκ πρώτης όψεως διαφέρουν, αλλά το μυστικό είναι ότι και οι δύο έχουν αφομοιώσει εις βάθος ο καθένας το σύστημά του και παραμένουν συνεπείς σ’ αυτό.

Χρόνης Μπότσογλου: Αυτοκινητόδρομος
Ας δούμε τώρα την τρίτη περίπτωση. Στην Ελλάδα, σταυροδρόμι Ανατολής και Δύσης και χωνευτήρι των πολιτισμών, κάνουμε λίγο απ’ τό ’να και λίγο απ’ τ’ άλλο. Αφενός αναθέτουμε στους νόμους να μας βρουν τον τρόπο, αφετέρου θεωρούμε ότι μόνοι μας μπορούμε να βρούμε καλύτερο τρόπο, οπότε παρακάμπτουμε τους νόμους. Οι νόμοι μας στηρίζονται στη λογική «πρώτα οι άλλοι», οι λύσεις που βρίσκουμε μόνοι μας στη λογική «πρώτα εγώ», και το αποτέλεσμα είναι ότι δεν περνάει κανείς ούτε πρώτος ούτε τελευταίος, μένουμε όλοι κολλημένοι στην ακίνητη κίνηση βρίζοντας, συσσωρεύοντας εκνευρισμό και υποσχόμενοι ενδόμυχα ότι το επόμενο φανάρι θα το περάσουμε πάση θυσία, δεν πα να ’ναι και βαθυπόρφυρο. Δεν έχουμε κανένα σύστημα στο οποίο να μένουμε συνεπείς, και φυσικά τα κάνουμε σκατά. Δε λειτουργούμε πολιτισμένα.
Κι όμως, η Ελλάδα είναι όντως σταυροδρόμι των πολιτισμών. Από αρχαιοτάτων χρόνων υπάρχει αυτή η παράδοση της δημιουργικής ενσωμάτωσης ξένων πολιτιστικών στοιχείων. Ακόμη κι αν ένας σημερινός ανθελληναράς (ένας από εκείνους που από υπερβολική αντίδραση στις εμμονές των εθνόκαυλων φτάνει να μην παραδέχεται τίποτε καλό για τους Έλληνες) μπορέσει να αποδείξει ότι οι ρίζες οποιουδήποτε από τα πολιτιστικά επιτεύγματα που κατά παράδοση αποδίδουμε στους Έλληνες στην πραγματικότητα ξεκινάνε από κάποιον άλλο λαό, παραμένει αναντίρρητο γεγονός ότι η συγκεκριμένη μίξη από την οποία βγήκαν όλα αυτά είναι καθαρά ελληνική. Ίσως τελικά αυτό να είναι και το χαρακτηριστικότερο, σημαντικότερο και διαχρονικότερο στοιχείο του ελληνικού πολιτισμού.
Σε μία σύντομη παρέκβαση θα δώσω ένα πολύ γνωστό παράδειγμα του τι εννοώ, και επανέρχομαι στο κυρίως θέμα μου. Είναι γνωστό και επιστημονικά τεκμηριωμένο ότι το λατινικό και το κυριλλικό αλφάβητο προέρχονται από το ελληνικό. Ο ελληναράς χαίρεται και καμαρώνει γι’ αυτό: «χρωστάτε τη γραφή σας σ’ εμάς, όλος ο πολιτισμός προέρχεται από μας». Ο ανθελληναράς αντιδρά σ’ αυτό: «Αμάν πια, οι Έλληνες όλα τα καπηλεύονται. Είναι πασίγνωστο ότι το ελληνικό αλφάβητο προέρχεται με τη σειρά του από το φοινικικό. Το λέει κι ο Ηρόδοτος, ανοίχτε κάνα βιβλίο. Κάτσε κάτω βλάκα και μην κουνιέσαι, καμιά πρωτιά δεν έχουμε.» Η αλήθεια είναι ότι τα σχήματα, τα ονόματα και η σειρά των ελληνικών γραμμάτων προέρχονται όντως από τα φοινικικά. Αλλά η φοινικική γραφή δεν ήταν αλφαβητική: έγραφε μόνο τα σύμφωνα, τα φωνήεντα τα μάντευε κανείς. Είναι σαν να λέμε ότι έγραφαν ΠΝΤΣ και έπρεπε να μαντέψει κανείς αν εννοούσαν πόντος, πάντως, Πόντιος, πού ’ν’ τος, πάντες, πόντσο, άπαντες, απάνω τους, απανωτές, πένητες, ύπνο της... Ήταν ένα δύσκολο και ατελές σύστημα γραφής. Οπωσδήποτε τεράστιο πολιτιστικό επίτευγμα για την εποχή του, αλλά πολύ πιο πίσω από τα σημερινά αλφαβητικά συστήματα όπου κάθε φθόγγος γράφεται με ένα μονοσήμαντο τρόπο. Η επινόηση της αλφαβητικής γραφής είναι όντως ελληνική. Το έναυσμα προήλθε από τους Φοίνικες, αλλά η εφεύρεση, στη μορφή που την κάνει πραγματικά σημαντική, να αλλάζει τον κόσμο και να κάνει τη γραφή αρκετά εύκολη ώστε να μαθαίνεται απ’ όλους και όχι μόνο από τους ιερείς ή τους εμπόρους, συντελέστηκε στην Ελλάδα. Κατά τούτο, όλα τα αλφάβητα προέρχονται από το ελληνικό. Για παράδειγμα το αρμενικό, που οπτικά δε μοιάζει καθόλου με το ελληνικό, αξιοποιεί την ίδια ιδέα −ένα σύμβολο για κάθε φθόγγο. Το γλαγολικό, το παλιό αλφάβητο της σλαβωνικής (εκκλησιαστικής σλαβικής) γλώσσας, είναι αυτό που στην πραγματικότητα σχεδιάστηκε από τον Μεθόδιο και τον Κύριλλο. Δε μοιάζει με κανένα ιδιαίτερα, ούτε με το ελληνικό ούτε με το σημερινό σλαβικό αλφάβητο (που αποτελεί μεταγενέστερη τροποποίηση, παρόλο που παραπλανητικά το λέμε κυριλλικό), αλλά κι αυτό στηρίζεται στην αρχή της αλφαβητικής γραφής. Προέρχεται από το ελληνικό. Τα κινέζικα ιδεογράμματα και τα ινδικά συλλαβογράμματα, που δεν προέρχονται από το ελληνικό αλφάβητο, δεν είναι αλφάβητα, είναι άλλα συστήματα γραφής.
Με τον ίδιο τρόπο οι Έλληνες ανέκαθεν υιοθετούσαν, αφομοίωναν, εξείλισσαν και παρέδιδαν οποιοδήποτε αξιόλογο πολιτιστικό στοιχείο μάθαιναν από κάποιον άλλο λαό. Αυτός ο άλλος λαός μπορούσε να είναι ανατολίτικος, δυτικός, βόρειος ή νότιος, χωρίς καμία διάκριση, αρκεί να είχε κάτι καλό να δώσει. Στις απαρχές της ιστορίας οι υψηλοί και μεγάλης επιρροής πολιτισμοί αναπτύσσονταν κυρίως στα θερμά μέρη της Ανατολής (π.χ. Μεσοποταμία, Αίγυπτος), αργότερα το κέντρο μεταφέρθηκε προς Δυσμάς και προς Βορράν. Αλλά τα δάνεια που έπαιρναν οι Έλληνες δεν προήρχοντο αποκλειστικά από «υψηλούς» πολιτισμούς. Λαοί όπως οι Φρύγες και οι Λυδοί ποτέ δεν ήταν στο κέντρο του παγκόσμιου πολιτιστικού γίγνεσθαι, αλλά οι Έλληνες δεν απαξίωσαν να πάρουν κι απ’ αυτούς στοιχεία μουσικής και θρησκευτικά. Η σημερινή μας γλώσσα, ανάμεσα σε παμπλήθη λεξιλογικά δάνεια από την τουρκική, τις λατινογενείς γλώσσες, τα αγγλικά κλπ., έχει και κάποια λίγα αλλά σημαντικά που προέρχονται από την αλβανική (π.χ. μπέσα), τη γλώσσα ενός λαού που ποτέ δεν ήταν στην πρωτοπορία του πνεύματος. Αλλά οι Αλβανοί, μπορεί να μην έχτισαν πυραμίδες, καλλιέργησαν όμως την έννοια της μπέσας και αυτό ήταν αρκετό.
**************************************************
Αυτό είναι το σταυροδρόμι των πολιτισμών. Δεν είναι μύθευμα. Σήμερα όμως δε λειτουργεί πια. Ή πάντως σίγουρα δε λειτουργεί προς όφελός μας. Σήμερα είμαστε ένας απολίτιστος λαός, που προσπαθεί να επιβάλει στον εαυτό του νόμους δυτικού προτύπου, δηλαδή με κυρίαρχο το στοιχείο της κανονικότητας και της ρύθμισης, τους εφαρμόζει όμως με τρόπο ανατολίτικο, δηλαδή αυτοσχεδιάζοντας κατά περίπτωση (κάτι για το οποίο έχουμε χάσει την ικανότητα αλλά μας έχει μείνει η συνήθεια), και καταφέρνουμε:
−να μην μπορούμε να βάλουμε πέντα αμάξια σε μια σειρά στο δρόμο
−να μας αναγνωρίζουν σε όλα τα διεθνή αεροδρόμια επειδή είμαστε οι πιο σαματατζήδες τουρίστες
−οι φοιτητές μας στο Παρίσι να κλέβουν σοκολάτες από τον Άραβα της γωνίας, να μπαίνουν στο μετρό χωρίς εισιτήριο πηδώντας την μπάρα και να αντιγράφουν στις εξετάσεις
−και, σε σοβαρότερο επίπεδο, να έχουμε ένα κράτος παντάπασιν αναποτελεσματικό, αποτυχημένο σε όλα και που αδυνατεί να εμπνεύσει σεβασμό σε οποιονδήποτε Έλληνα ή ξένο.
Πώς καταφέραμε το πλέον ακαταμάχητο προσόν μας επί χιλιετίες, το ότι είμαστε «μεταξύ Ανατολής και Δύσης», να το μετατρέψουμε σε 100% καθαρό μειονέκτημα; Θεωρώ ότι αυτό είναι κατόρθωμα σχεδόν εφάμιλλο του να καταστρέψει κανείς από το ’60 μέχρι σήμερα ένα νησί που η φυσική του ομορφιά χρειάστηκε εκατομμύρια χρόνια για να διαμορφωθεί.
Το πρόβλημα είναι ότι δεν αποδεχόμαστε την κουλτούρα μας. Οι Ινδοί οδηγοί στο βιντεάκι λένε «έτσι ξέρουμε, έτσι κάνουμε, δεν είμαστε Ευρωπαίοι». Οι δυτικοευρωπαίοι ομόλογοί τους το ίδιο: «έτσι το ’χουμε εμείς εδώ, δεν είμαστε Ινδοί». Εμείς δεν έχουμε τον αυτοσεβασμό να πούμε «δεν είμαστε καθαροί Ανατολίτες, δεν είμαστε καθαροί Δυτικοί, είμαστε Έλληνες και το κάνουμε ελληνικά»: προσπαθούμε να είμαστε δυτικοί, να πιθηκίσουμε τους δυτικούς, γιατί από τον καιρό που συστήθηκε το ελληνικό κράτος τα πρότυπα από τη Δύση προέρχονταν, αρνούμαστε τα ανατολίτικα στοιχεία μας, και αφού αντικειμενικά δεν μπορούμε να τα ξεριζώσουμε τα έχουμε περιορίσει σε ελαττώματα. Ελαττώματα όχι γιατί είναι αφ’ εαυτών κακά αλλά γιατί έρχονται σε σύγκρουση με τα δυτικά πρότυπα που προσπαθούμε όχι πια να αφομοιώσουμε αλλά να αντιγράψουμε αυτούσια.
****************************************************
Στους τελευταίους αιώνες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας το κράτος ήταν υπό διάλυση. Δεν μπορούσε να εξασφαλίσει στους υπηκόους του τίποτε. Η αναγκαστική λύση επιβίωσης ήταν να την παλέψει κανείς μόνος του, όχι σύμφωνα με τους νόμους −που έτσι κι αλλιώς κανείς δεν τους γνώριζε, υπήρχε μόνο ένας καδής σε κάθε τόπο που τους εφήρμοζε όπως τον βόλευε− αλλά σύμφωνα με τις ευκαιρίες. Αν κάποιος τα κατάφερνε να βρει τη λύση, η πρώτη του μέριμνα θα ήταν να εξασφαλίσει τη βόλεψή του και μετά να τη μοιραστεί με τους πολύ δικούς του ανθρώπους: συγγενείς, κανένα κουμπάρο, κανένα συγχωριανό. Έτσι όπως το περιγράφω παραπέμπει άμεσα σε νεοελληνικές μικροπονηριές του τύπου «βρήκα άκρη για το βουλευτή που θα μου διορίσει τα παιδιά και θα κάαααθονται», αλλά δεν είναι μόνο έτσι. Οι περισσότεροι Έλληνες εκείνων των χρόνων που κατάφεραν να διακριθούν είτε στα γράμματα είτε στο εμπόριο, έτσι τα κατάφεραν: με προσωπικό αγώνα, βρίσκοντας μόνοι τους τις λύσεις.
Το Οθωμανικό κράτος δεν ήταν πάντα υπό διάλυση. Κάποτε λειτουργούσε όπως έπρεπε −όπως ήθελε δηλαδή. Και τότε όμως, η αυτενέργεια καλλιεργούνταν: «Κύριοι, μπορείτε να έχετε τη θρησκεία σας, την τοπική σας αυτοδιοίκηση, το εθιμικό σας δίκαιο. Εγώ αυτό που ζητάω είναι πέντε πραγματάκια: να πληρώνετε τους φόρους, λίγο παιδομάζωμα και τα λοιπά. Κατά τα άλλα είστε ελεύθεροι να την παλέψετε όπως νομίζετε καλύτερα.» Δεν προσπαθώ να εξωραΐσω τα περίφημα πεντακόσα χρόνια σκλαβιάς: δεν ήταν παραδείσιες συνθήκες, σε καμία περίπτωση. Ήταν όμως τέτοιες ώστε το να βρίσκει κανείς μόνος του λύσεις ήταν και αναγκαίο και θεμιτό. Και όποτε παρά ταύτα οι άνθρωποι (που τότε δεν ήταν βέβαια πολίτες, ήταν υπήκοοι) δεν κατάφερναν να βρουν μεταξύ τους την άκρη και χρειαζόταν να προσφύγουν στις αρχές, οι αρχές ενεργούσαν πιο σωστά και πιο ελεγχόμενα απ’ ό,τι στα μετέπειτα χρόνια της παρακμής. Όταν η παρακμή και η διάλυση έφτασε στο σημείο ο κάθε καδής, ο κάθε φορατζής και ο κάθε πασάς να δουλεύει για πάρτη του εις βάρος τόσο του λαού όσο και του κράτους, τότε πολλές φορές η λύση επιβίωσης ήταν η κομπίνα, το βόλεμα, το γλείψιμο και το λάδωμα.
Ακόμη πιο παλιά, επί Βυζαντίου, δεν ξέρω τι γινόταν. Δεν έχω δεδομένα να αναγάγω αυτή την παράδοση ελιγμών πιο πίσω. Πάντως είναι νομίζω φανερό ότι το να την ψάχνει κανείς μόνος του δεν είναι αφ’ εαυτού τόσο κακό όσο το έχουμε καταντήσει σήμερα.
Σήμερα έχουμε φορέσει στον εαυτό μας ένα σύστημα που δεν αφήνει περιθώριο να την ψάχνεις μόνος σου ει μη μόνον με αθέμιτους τρόπους. Είναι φανερό ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει. Μεταφέρουμε αυτούσια κόλπα από χώρες της Δύσης, που εκεί λειτουργούν, όχι γιατί είναι σωστά αλλά γιατί εκεί είναι σωστά. Ο Γερμανός ή ο Σκανδιναυός θα κάνει αυτό που του ζητά ο νόμος, το κράτος, όχι γιατί είναι κουτόφραγκος αλλά γιατί έχει χίλιους δυο βάσιμους λόγους να εμπιστεύεται το κράτος του. Θα κάνει μια ειλικρινή φορολογική δήλωση, γιατί ξέρει ότι μ’ αυτά τα λεφτά θα έρθει ένα συνεργείο να μπαλώσει τις λακκούβες στο δρόμο έξω από το σπίτι του. Θα περιμένει στο κόκκινο, γιατί ξέρει πως όταν ανάψει το πράσινο θα έχει χώρο να προχωρήσει, δε θα μείνει για πάντα στο ίδιο σημείο. Ο Έλληνας δεν έχει λόγο να εμπιστεύεται ούτε το κράτος ούτε το νόμο, γιατί ξέρει ότι οι λειτουργοί του κράτους και του νόμου είναι σαν τον ίδιον. Δε θα πληρώσει το φόρο, γιατί έτσι κι αλλιώς οι λακκούβες δε θα μπαλωθούν. Αλλά κι αν καμιά φορά έρθει το συνεργείο να τις μπαλώσει, οι μισές θα μείνουν έτσι επειδή ο ίδιος δεν ενδιαφέρθηκε να πάρει το αμάξι του παρόλο που επί μια βδομάδα έβλεπε την ανακοίνωση «παρακαλώ τσακίδια από δω χάμου, θα έρθει συνεργείο οδοποιίας την Τρίτη». Φαύλος κύκλος.

***************************************************
Κι όμως, υπάρχουν και μερικά σημεία όπου ο σύγχρονος απόγονος του πολυμήχανου Οδυσσέα έχει ακόμη το περιθώριο να αυτενεργεί χωρίς να κάνει τίποτε κακό. Εγώ διασχίζω το δρόμο την ώρα που δεν περνάν αμάξια −για την ακρίβεια, διασχίζω το κάθε σημείο του δρόμου τη στιγμή που δεν περνάνε αμάξια από το συγκεκριμένο σημείο. Όταν μια φορά είδα μια παρέα Γερμανούς, τρεις μετά τα μεσάνυχτα καθημερινής, στην παντέρημη επί χιλιάδες μίλια δεξιά και αριστερά Πανεπιστημίου, να περιμένουν να ανάψει ο Γρηγόρης, ε δεν μπορώ να πω, τους χλεύασα από μέσα μου. Αυτό που έκαναν δεν είχε νόημα. Ο Έλληνας που δεν έχει το χρόνο ή τα φράγκα να πάει ακριβώς αυτή τη στιγμή στο συνεργείο, άμα λάχει θα δέσει και την εξάτμισή του μ’ ένα κομμάτι σύρμα −κάτι αδιανόητο υποθέτω στη Ζυρίχη, αλλά δεδομένο στο Κάιρο. Ο Έλληνας που οι γιατροί τού λένε «η περίπτωσή σου δεν έχει καμία ελπίδα», είναι πιο πρόθυμος από τον αντίστοιχο Ευρωπαίο να ψάξει μήπως κάπου αλλού υπάρχει μία ελπίδα που ο συγκεκριμένος γιατρός δε γνώριζε. Μπορεί κανείς να την ψάχνει μόνος του χωρίς να γίνεται παράσιτο της κοινωνίας, φτάνει η κοινωνική οργάνωση να του το επιτρέψει.
Ο Έλληνας τα κατάφερε τόσες χιλιάδες χρόνια όχι επειδή ήταν καβαντζόπουστας, αλλά επειδή ήταν πολυμήχανος: μία ευρύτερη έννοια που βέβαια κάπου περιλαμβάνει και αυτήν του καβαντζόπουστα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται μαζί της. Γιατί δεν τον αφήνουμε να το αναπτύξει; Δεν είναι φανερό ότι τώρα δεν τα καταφέρνει;