ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στον κύκλο του χρόνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στον κύκλο του χρόνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Απριλίου 2012

Η ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΔΕΞΙΟΥ ΛΟΓΟΥ: Αποκωδικοποιώντας μια προεκλογική ομιλία.

Προεισαγωγικά: η Χρυσή Αυγή - μερικές σκέψεις

Τη Χρυσή Αυγή ποιοι την υποστηρίζουν; Εκτός από τους γνήσιους χρυσαυγίτες, που πιστεύω ότι ακόμη και σήμερα είναι μια θλιβερή ανθυπομειοψηφία (τύποι του ξύλου και του μπαλτά, με αυθόρμητα ρατσιστικά, ναζιστικά και βίαια ένστικτα), κυρίως είναι οι τρομοκρατημένες κυριούλες του Αγ. Παντελεήμονα και όλης της υπόλοιπης Ελλάδας, που το μυαλό τους δε φτάνει πιο πέρα από τη λογική ότι:
-ο τόπος έχει γεμίσει ξένους
-ο τόπος έχει γεμίσει εγκληματικότητα και ανασφάλεια
-άρα έξω οι ξένοι
-άρα ψήφο σ' αυτούς που έχουν δείξει ότι θέλουν στ' αλήθεια να διώξουν τους ξένους.

Άνθρωποι δηλαδή που δεν είναι κατ' ανάγκην ρατσιστές και εθνικιστές, πόσο μάλλον βίαιοι, απλώς γυρεύουν μια ομαλή ζωή όπως παλιά.

Αυτοί οι άνθρωποι δεν ενοχλούνται από το γεγονός ότι η Χρυσή Αυγή, εκτός από πολιτικό κόμμα, είναι μια εγκληματική συμμορία; (Δύο παραδείγματα εδώ.) Θα την υποστήριζαν εξίσου αν υποσχόταν κάτι ακόμη πιο ακραίο, π.χ. θάνατο στους λαθρομετανάστες;


Είναι δυνατόν να μην ξέρουν ότι ο τρόπος που ασκεί η Χρυσή Αυγή τη μεταναστευτική πολιτική της είναι η σκέτη και απροκάλυπτη βία; Ότι κατεβαίνουν ακριβώς όπως οι στρατοί, με στολή, εξοπλισμό, παράταξη, και ανοίγουν (στην καλύτερη περίπτωση) κεφάλια; Η Χρυσή Αυγή δεν προπαγανδίζει απλώς τον πόλεμο, τον έχει ήδη ξεκινήσει.
Ίσως αυτά να μην είναι τόσο γνωστά στους απλούς τηλεθεατές και αναγνώστες εφημερίδων. Ίσως να προβάλλονται μόνο μέσα από το διαδίκτυο, το οποίο δεν είναι για όλους πηγή ενημέρωσης. Δεν ξέρω τι δείχνει η τηλεόραση και οι εφημερίδες. Στο διαδίκτυο, και μάλιστα όχι σε κανένα κρυφό σάιτ που να το ξέρουν μόνο οι μυημένοι αλλά φόρα παρτίδα, στο ΥΤ και αλλού, η Χρυσή Αυγή καθόλου δεν προσπαθεί να αποκρύψει ποια είναι. Αν δεν έχετε δει τέτοια βιντεάκια, δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να τα μάθετε από μένα. Απλώς πιστέψτε με ότι υπάρχουν.
Ίσως ο μέσος «φιλήσυχος πολίτης» να δέχεται περισσότερα ερεθίσματα προς την κατεύθυνση άλλων πτυχών της πολιτικής της Χρυσής Αυγής, όπως:
-τον εθνικισμό, που, αν προβληθεί σε μια πιο ήπια και όχι κατάφωρα βίαιη μορφή, μπορεί να κολακεύσει τη φιλαυτία κάθε Έλληνα που να έχει γαλουχηθεί με το ιδεώδες των περασμένων μεγαλείων και διηγώντας τα να κλαις.
-τον αντίλογο στο δικομματικό κατεστημένο: η άκρα δεξιά είναι αντιμνημονιακή. Προσφέρει μια εναλλακτική σ' όποιον, ενώ έχει ήδη αγανακτήσει από την πολιτική των κυρίως συστημικών δυνάμεων, εντούτοις δεν είναι αριστερός.

Οπότε, τελικά, η Χρυσή Αυγή εμφανίζεται υπό δύο πρόσωπα: αφενός το πραγματικό, τις ένοπλες επιθέσεις κατά ξένων και αλληλέγγυων προς τους ξένους, τους ναζιστικούς χαιρετισμούς, τη στρατιωτική οργάνωση κλπ.. Αφετέρου ένα πολύ γενικό πλαίσιο ιδεών στο οποίο εγγράφονται αυτές οι πρακτικές, ιδεών με τις οποίες -αν τις δούμε αδιαβάθμιστα- δε χρειάζεται να είσαι πολύ ακραίος για να συμφωνήσεις: με δυο λόγια, ότι η ζωή μας είναι υποβαθμισμένη.
Το κόλπο έγκειται στην απόκρυψη της διαβάθμισης. Αν η κυριούλα από τον Άγιο Παντελεήμονα, που νοσταλγεί την παλιά όμορφη ζωή της με τις ξεκλείδωτες πόρτες, δει τα παλικάρια με τα ξυρισμένα κεφάλια, τους σβαστικοειδείς μαιάνδρους, τα ρόπαλα, και της πουν «τους ψηφίζεις αυτούς; ετοιμάζονται τώρα να υλοποιήσουν αυτά που σου υποσχέθηκαν» δε θα πει απλώς όχι, θα πάθει και κάνα καρδιακό προηγουμένως. Το μυστήριο είναι ότι, παρά ταύτα, το πραγματικό της πρόσωπο δεν το έχει πια και τόσο πολύ μυστικό!


Κλικ στην εικόνα για να τη δείτε σε μέγεθος που να διαβάζεται.

____________________________________________

Και τώρα, ας δούμε αυτό:


Προεκλογικό σποτ της ΝΔ (αν δεν ανοίγει, κλικ εδώ.)

1. Ο Σαμαράς τρέχει να μαζέψει όση κρίσιμη μάζα ψηφοφόρων θα διέρρεαν προς τη Χρυσή Αυγή αλλά δεν είναι ακόμη αμετάκλητα βαμμένοι φασίστες. Υιοθετεί τα στοιχεία εκείνα από τον ακροδεξιό λόγο που είναι ελκυστικά στον φιλήσυχο πολίτη, αφαιρώντας τα καθαρά χρυσαυγίτικα στοιχεία που τρομάζουν τον καθένα εκτός από τους βέρους ναζί χουλιγκάνους.
Μιλάει για φυλακίσεις / απελάσεις ξένων (κέντρα φύλαξης στα οποία μετ' ολίγον προσθέτει «παύλα φιλοξενίας»!!), για νόμο και τάξη (κάτι που ακούγεται σαν εύλογο αίτημα κάθε πολίτη φυσιολογικής χώρας αλλά δεν παύει να ήταν ένα από τα συνθήματα του Χίτλερ), για άνοιγμα νέων φυλακών (τώρα που έκλεισαν πολλά σχολεία), για μια αστυνομία που να διαθέτει ακόμη πιο σύγχρονα μέσα, κάνει λόγο για καθάρισμα (άλλος ένας όρος με ανατριχιαστικούς συνειρμούς) των πόλεων, κλπ..
Δε μιλάει όμως καθόλου (ευθέως τουλάχιστον) για βία, για καταστολή, για αίμα, για φυλές, για οτιδήποτε χωρίζει τον συνειδητό νεοναζί από τον απλό, φιλήσυχο, από σπόντα ψηφοφόρο της Χρυσής Αυγής. Αντίθετα όλα θα γίνουν με διάλογο, αναδεικνύοντας τις ωφέλειες που θα έχουν οι δήμοι και οι δημότες από τα κέντρα κράτησης, και, φυσικά, πάντα με επίκεντρο τον Ηλία, το Φώτη, την Πέγκυ από τη Ρόδο (χαμογελάκι - αχ τι μου θύμισε), την κυρία που τη λήστεψαν έξι φορές και είπε «ρε Αντώνη ήμαρτον», εσένα, εμένα και τον άνθρωπο της διπλανής πόρτας.
Ρατσιστές δεν είμαστε. Και για να μη μας πουν ρατσιστές (γιατί αν μας πουν είμαστε, αν δε μας πουν δεν είμαστε) θα πρέπει να συνεννοηθούμε με άλλες χώρες της νότιας Ευρώπης ώστε να κάνουμε όλοι τα ίδια, να υπάρξει δηλαδή συνενοχή και ομερτά.

2. Βέβαια παρατηρούμε εμβόλιμα και μερικά δείγματα παραδοσιακού δικομματικού λόγου:

-Τι εξωθεί όλους αυτούς τους ανθρώπους στο έγκλημα;
(Καμία απάντηση - το ερώτημα παρασιωπάται)
-Γιατί υπάρχουν όλοι αυτοί οι άνθωποι εδώ μέσα;
Δουβλίνο 2
-Και αφού, καλώς ή κακώς, υπάρχουν και εγκληματούν, γιατί τους αφήνουμε να γίνουν κράτος εν κράτει;
Γιατί μέχρι τώρα (δηλαδή άκρες μέσες επί ΠΑΣΟΚ -λες και το ΠΑΣΟΚ ήταν στα πράγματα από κτίσεως κόσμου) η μεν αστυνομία δεν κάνει σκούπες, επειδή δεν είναι σε κατάλληλη διάθεση, οι δε φυλακές, δεν ξέρω γιατί, δεν έχουν ανοιξει και οι παλιές δεν επαρκούν. Προφανώς μόλις έρθουμε εμείς στα πράγματα η αστυνομία θα αλλάξει διάθεση και οι φυλακές θα ανοίξουν διάπλατα τις αγκαλιές τους σε όλους.

Το στυλ που τα έχωνε η ΝΔ στο ΠΑΣΟΚ και αντιστρόφως από τον καιρό του Χάρρυ Κλυνν.

3. Εξωγλωσσικά στοιχεία ρητορικής:

-Δεν πουλάω κύρος και εξουσία. Κάθομαι στραβοχυμένος σε μια καρέκλα λες και αράζω στο καφενείο του Βαγγέλη. Είμαι ένας από σας. Άλλωστε έχω προσωπική επικοινωνία με τον Ηλία, το Φώτη, την Πέγκυ από τη Ρόδο (βρε την ατιμούλα!). Γυναίκες σαν τη μάνα σας μ' έχουν σαν παιδί τους, και μου λένε «ρε Αντώνη κλπ». Αφουγκράζομαι τον παλμό της κοινωνίας.
-Δεν είμαι άγριος, βίαιος, ορμητικός. Είμαι απλά ρεαλιστής και λογικός, παράλληλα δε και ένας άνθρωπος πλούσιος σε συγκινήσεις. Μιλώ σε χαμηλούς τόνους, αργά, ήρεμα. Δε συνθηματολογώ, εξηγώ -ακόμη και την αποφασιστικότητά μου δεν την προβάλλω, απλώς την αφήνω να διαφανεί. Ανεπαίσθητες αλλαγές στο χρωματισμό της φωνής μου και στη ματιά μου προδίδουν κάθε τόσο και μια συγκίνηση που δονεί την ευαίσθητη (προσπαθώ να το κρύψω αλλά κρύβεται;) ψυχή μου. Ξέρετε, ήμουν και στον Πρετεντέρη προχτές (ξέρω ότι το είδατε, άρα είναι σχεδόν σα να το είδαμε όλοι μαζί από τον ίδιο καναπέ, όπως κάνει η κάθε οικογένεια - ή αλλιώς: ξέρω ότι ξέρετε πού ήμουν προχτές, σάμπως τι έχω να σας κρύψω;).

____________________________________

Σούμα:

Όσα είδαμε στο 3 είναι η συνταγή του Γιωργάκη Παπανδρέου. Μπορεί ο Σαμαράς να κοπιάρει από εκείνον, ή μπορεί να την καλλιέργησαν μαζί. Είναι στοιχεία που σαφώς τους διαφοροποιούν από άλλους ρήτορες όπως ο Βενιζέλος, ο Καρατζαφέρης, ο Πάγκαλος.
Στο 2 είναι απίστευτο και όμως αληθινό ότι η ρητορική της εποχής της Μεταπολίτευσης επιζεί ακόμη σαν την κατσαρίδα. Την πιστεύυμε ακόμα; Μα είναι δυνατόν; Φαίνεται πως ναι. Αν έτσι νομίζει ο Σαμαράς και οι προπονητές του, πολύ φοβούμαι ότι κάτι θα ξέρουν.
Στο 1 όμως βρίσκεται όλη η φρίκη. Αφού επί χρόνια η ΝΔ έχανε κόσμο που διέρρεε προς τα δεξιότερα και προς τον Καρατζαφέρη, αφού στη συνέχεια ο Καρατζαφέρης έχασε πολύ από αυτό τον κόσμο που διέρρευσε ακόμη δεξιότερα στη Χρυσή Αυγή, τώρα ο Σαμαράς προσπαθεί να υφαρπάξει αυτό τον κόσμο πουλώντας τους ότι «ελάτε, κι εμείς μια Χρυσή Αυγή είμαστε στο κάτω κάτω». Δεν προσπαθεί να τους φέρει προς το μέρος του, τρέχει προς το δικό τους μέρος κυνηγώντας τους. Εκεί δηλαδή στην άκρα δεξιά.
Βέβαια είναι ιδιαίτερα πιθανόν να μην πρόκειται για πραγματικά ακροδεξιές πολιτικές, αλλά απλώς για έναν λαϊκίστικο ελιγμό ψηφοθηρίας, σαν του ίδιου του Καρατζαφέρη που πλέον κανείς δεν αμφιβάλλει ότι μόνο καιροσκόπος είναι και όχι συνεπής φασίστας ή οτιδήποτε άλλο με συνέπεια. Ακόμη κι έτσι όμως, το αποτέλεσμα είναι ότι ο Σαμαράς κάνει ένα περαιτέρω βήμα προς τη νομιμοποίηση του ακροδεξιού λόγου. Ο αναποφάσιστος φιλήσυχος, που μπορεί μέχρι τώρα να άκουγε τη Χρυσή Αυγή με επιφυλακτικότητα (έξω οι ξένοι; μωρέ σωστό, δε λέω, αλλά κάπως σκληρό / αίμα, βία, φυλετική καθαρότητα; μωρέ δεν ξέρω, εγώ φοβάμαι με κάτι τέτοια), θα ακούσει τώρα από τον Σαμαρά το πρώτο σκέλος χωρίς το τρομακτικό δεύτερο και θα του φανεί, συγκριτικά, ό,τι πιο ήπιο και ανθρωπιστικό.
Συνδυάζοντας αυτό το συμπέρασμα με τις πρόσφατες σκούπες της αστυνομίας, την Αμυγδαλέζα κλπ., βλέπουμε τις δύο δυνάμεις που παραδοσιακά βρίσκονταν γύρω από το κέντρο (λίγο δεξιότερα και λίγο αριστερότερα αντίστοιχα) να συναγωνίζονται ποια θα είναι η ακροδεξιότερη. Το κέντρο του πολιτικού φάσματος ήδη βρίσκεται στην άκρα δεξιά. Οπότε και η αυθεντική ακροδεξιά δεν είναι πια καμιά εξτρεμιστική επιλογή, ένα κλικ παραδίπλα από τα μέινστριμ κόμματα είναι.

__________________________________________________
Παρεμπιπτόντως, μία παρατήρηση για τα κέντρα φιλοξενίας λαθρομεταναστών:

Είναι γνωστό ότι το Σύνταγμα απαγορεύει να συλλαμβάνεται κανείς χωρίς συγκεκριμένη κατηγορία. Ωστόσο σε κάθε πορεία συλλαμβάνεται σωρηδόν κόσμος προληπτικά. Αυτό γίνεται νόμιμα. Πώς; Με το να μην το ονομάζουν σύλληψη (που απαγορεύεται) αλλά προσαγωγή (που το Σύνταγμα δε σκέφτηκε να την προβλέψει). Αντίστοιχα, δεν μπορείς να μπεις φυλακή αν δεν έχεις καταδικαστεί για κάτι. Μπορείς όμως κάλλιστα να φυλακιστείς σ' ένα χώρο που δε γράφει απέξω «Φυλακή» αλλά κάποια άλλη λέξη, π.χ. «Καλωσήλθατε αγαπημένοι μας λαθρομετανάστες».



__________________________________________________
Προσθήκη: 3 μέρες αργότερα δημοσιεύθηκε στο tvxs ένα κείμενο πάνω στην ίδια ακριβώς λογική, αν και πολύ αυστηρότερο και στηριγμένο σε ευρύτερο σώμα παραδειγμάτων.






__________________________________________________
Νεότερη προσθήκη: Τις σκέψεις μου τις γράφω κυρίως για να τις ξεκαθαρίσω. Αυτό το κείμενο εντάσσεται στον προβληματισμό που απασχολεί εμένα και κάθε Έλληνα αυτές τις προεκλογικές μέρες. Επρόκειτο να είναι το πρώτο από μια σειρά, αλλά μέσα στις επόμενες ημέρες γέμισε ο τόπος από κείμενα πάνω στον ίδιο προβληματισμό, κάποια από τα οποία περιλαμβάνουν αυτά περίπου που θα ήθελα κι εγώ να γράψω. Συνεπώς περιττεύει να τα γράψω κι εγώ, μη φορτώνουμε αδίκως το ίντερνετ.




Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

LOOK WHAT THEY 'VE DONE TO MY SONG! (3: ΕΝΑΣ ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΟΣ ΣΚΟΠΟΣ)

Καλησπέρα σας και καλές Απόκριες.

Στην ελληνική κωμωδία «Η Γυναικοκρατία» (1973, Γ. Κωνσταντίνου - Μ. Χρονοπούλου κ.ά.), η υπόθεση, που εκτυλίσσεται σ' ένα απροσδιόριστο χωριό κάπου στην Ελλάδα, στηρίζεται στο έθιμο κατά το οποίο, κάποια μέρα μες στις Απόκριες, οι γυναίκες και οι άνδρες αλλάζουν για ένα εικοσιτετράωρο τους παραδοσιακούς τους ρόλους. Αυτό το έθιμο είναι υπαρκτό, και από την ταινία φαντάζεται κανείς ότι τότε, το 1973, θα ήταν αρκετά γνωστό.
Kάποια στιγμή βλέπουμε, στο αυστηρά γυναικείο αποκριάτικο γλέντι, να τραγουδούν το τραγούδι «Με τη θεια μου τη Θοδώρα». Είναι ένα από τα πανελλήνιας διάδοσης αποκριάτικα παραδοσιακά τραγούδια, που σε κάθε τόπο το λένε με άλλο όνομα θειας και άλλο σκοπό: στην Κρήτη η θεια είναι και πάλι Θοδώρα, στα Αλάτσατα της Μ. Ασίας Κοντύλω, στην Κάρπαθο Ερήνη. Το τραγούδι δε συνδέεται ειδικώς με το έθιμο της γυναικοκρατίας, αλλά γενικά με τις Απόκριες. Δεν είναι κυριολεκτικά βωμολοχικό, είναι όμως από τα πιο χοντρά αποκριάτικα, αφού είναι όχι απλώς απροκάλυπτα σεξουαλικό αλλά και αιμομικτικό. Τα λόγια, συμπιλημένα από διάφορες κατά τόπους παραλλαγές, λένε:

Με τη θεια μου τη Θοδώρα
επηγαίναμε στη χώρα.

Σκούντα εγώ και σκούντα εκείνη
δίνει ο Θιος και πέφτει εκείνη,
πάνω εγώ, από κάτω εκείνη.
-Άχου θεια και να 'σουν ξένη,
τι κακό 'θελε να γένει.

-Κάμε γιε μου τη δουλειά σου
κι αύριο είμαι πάλι θεια σου!
Να κι ο μπάρμπας από πέρα,
τράκα τρούκα τη μαχαίρα.
-Τι της κάνεις βρε της θειας σου
κι είν' τα πόδια της στ' αφτιά σου;
-Μπάρμπα, θερμασιά την πιάνει
και την τρίβω για να γειάνει.

-Τρίψ΄τηνε καλά παιδί μου,
οπού να 'χεις την ευχή μου,
τρίψ' τηνε καλά να 'δρώσει
να σου δώσω κι ένα γρόσι.

(Μάλιστα στην Κάλυμνο έχω ακούσει και το εξής ωραίο φινάλε:

Πέφτει ο θειος μου στο κρεβάτι
δύο μήνες παρά κάτι.
Στα εννιάμερα του θειου μου,
τα γενέθλια του γιου μου
.)

Η εκτέλεση που τραγουδούν στη «Γυναικοκρατία» είναι διασκευασμένη βέβαια, αλλά σίγουρα στηρίζεται σε κάποια υπαρκτή τοπική παραλλαγή. Δεν ξέρω από πού είναι. Πάντως με την ίδια σχεδόν μελωδία, και πάλι με το όνομα Θοδώρα, το τραγούδι υπάρχει στην Κρήτη, στα χωριά της Πάνω Ρίζας (νομός Ηρακλείου) -πέρα από τον άλλο, επίσης κρητικό σκοπό για το ίδιο τραγούδι από άλλα μέρη του νησιού.
Τώρα, εδώ θα ήθελα να ασχοληθούμε με τη μελωδία και όχι τόσο με τα λόγια. Πρόκειται για μια μελωδία που, ως γνήσια αποκριάτικη, τη βρίσκουμε μεταμφιεσμένη μέσα σε διάφορα τραγούδια και οργανικούς σκοπούς της Ελλάδας, ακόμη και εκτός Ελλάδας, τόσο σε τοπικές δημοτικές παραδόσεις όσο και σε άλλα είδη μουσικής. Ξεκινώντας με το κρητικό τραγούδι, παρατηρεί κανείς αμέσως ότι ο σκοπός δε θυμίζει Κρήτη. Βέβαια παιγμένος με λύρα και λαούτο κρητικοποιείται αρκετά, αλλά και πάλι δείχνει να είναι δάνειο. (Είναι κρίμα που δεν μπορώ να σας το βάλω να το ακούσετε. Είναι στο δίσκο του χαμπιολάτορα Πελοπίδα Σαριδάκη«Οι βοσκοί του Ψηλορείτη».)
Στην Κρήτη δεν υπάρχουν πολλές δάνειες μουσικές. Όσες υπάρχουν, είναι κυρίως μικρασιάτικες. Άρα προς τα εκεί στρέφονται οι υποψίες. Ως καθαρά μικρασιάτικο σκοπό δεν τον έχω ακούσει. Πιστεύω όμως ότι τον έχω εντοπίσει κρυμμένον σε δύο κομμάτια της Μυτιλήνης. Να σημειώσουμε ότι η παράδοση της Μυτιλήνης είναι κατά κύριο λόγο μικρασιάτικη, όχι όπως αλλού λόγω επίδρασης αλλά επειδή πριν το 1922 και κυρίως πριν τη χάραξη των σημερινών συνόρων η Μυτιλήνη ήταν ένα μικρασιάτικο νησί. Έτσι στη μουσική της βρίσκουμε την αδιάσπαστη μέχρι σήμερα συνέχεια ενός μικρασιάτικου τόπου όπου δεν υπήρξε ξεριζωμός.
Το ένα κομμάτι είναι ένα οργανικό που λέγεται «Γκάιντα», και υπάρχει, παιγμένο με βιολί, στο δίσκο «Λέσβος Αιολίς». Έχει πολλά μουσικά θέματα, και ένα από αυτά σχεδόν ταυτίζεται με το δεύτερο γύρισμα της θειας μου της Θοδώρας. Το άλλο είναι πολύ πιο γνωστό: είναι η «Θεια μου η Αμεσρούδα», αποκριάτικος σκοπός με άπειρα δίστιχα, συνήθως σατιρικά ή πάντως χιουμοριστικά αλλά όχι βωμολοχικά. Στιχουργικά η θεία αυτή δεν έχει καμία σχέση με τις άλλες τρεις, τη Θοδώρα, την Κοντύλω και την Ερήνη. Ως προς τη μουσική όμως, η θεια μου η Αμερσούδα είναι σαφώς παραλλαγή της μελωδίας που λέγαμε.
Τη θεια την Αμερσούδα την ξέρουμε σχεδόν όλοι στην Ελλάδα από τη μάνα μας ή τη γιαγιά μας. Αυτό οφείλεται στην ηχογράφηση της Σοφίας Βέμπο το 1946, που προφανώς έγινε πανελλήνιο σουξέ, ιδίως που λίγο μετά τον Πόλεμο η τραγουδίστρια του μετώπου ήταν κοσμοαγάπητη. Ενώ όμως το '46 μπήκε σε κάθε ελληνικό σπίτι, στη Μυτιλήνη εξακολούθησε και εξακολουθεί ακόμη την καριέρα της ως τοπικός σκοπός για τον οποίο βγαίνουν ακόμη καινούργια δημώδη δίστιχα.

Τώρα, πρέπει να προσέξουμε το εξής: οι σκοποί για αστεία, σατιρικά, πονηρά τραγούδια, συνήθως έχουν κάτι το πονηρό από μόνοι τους, ανεξάρτητα από τα λόγια. Καθώς έχω ιδιαίτερη αγάπη για τα αποκριάτικα, κατά καιρούς έχω ζητήσει από λαϊκούς μουσικούς σε διάφορα νησιά να μου δείξουν τους σκοπούς τους, πράγμα που κάποιες φορές συνέβη σε άσχετες εποχές και όχι τις Απόκριες. Παρατήρησα λοιπόν ότι όποιος βρισκόταν εκεί γύρω, ακόμη και οι ίδιοι οι οργανοπαίχτες, άρχιζαν αμέσως να γελάνε, με το άκουσμα μόνο της μελωδίας, πριν ειπωθεί οποιοσδήποτε στίχος. Αυτό λοιπόν συμβαίνει και με τη θεια μου την Αμερσούδα, η οποία ακόμη και χωρίς στίχους κοινωνεί το σατιρικό και ανατρεπτικό πνεύμα της.
Θεωρώ ότι σ' αυτή την ιδιότητα του σκοπού στηρίχτηκε ο Παναγιώτης Τούντας, για να γράψει ένα από τα πιο ιστορικά τραγούδια του ρεμπέτικου, την Βαρβάρα. Η Βαρβάρα γράφτηκε το 1936, δηλαδή 10 χρόνια πριν βγάλει η Βέμπο την Αμερσούδα. Άρα, για να ισχύει η υπόθεσή μου θα πρέπει να δεχτούμε ή να αποδειχτεί ότι η Αμερσούδα ήταν ήδη γνωστή.
Η Βαρβάρα έχει μια μελωδία με τέσσερις φράσεις. Από αυτές οι δύο πρώτες είναι οι ίδιες με της Αμερσούδας, η τέταρτη είναι επανάληψη της δεύτερης, και μόνο η τρίτη είναι πρωτότυπη. Ένας πολύ σοβαρός μελετητής του ρεμπέτικου, ο Νίκος Πολίτης, έγραψε σε αδημοσίευτη εισήγησή του ότι ο Τούντας χρησιμοποίησε μια έτοιμη μελωδία από τη Ρουμανία, γνωστή γενικώς αλλά άγνωστη στην Ελλάδα, ενώ σε επανεπεξεργασία του ίδιου κειμένου που δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό «Η Κλίκα» αναφέρει ότι η μελωδία πιθανώς στηρίζεται τμηματικά σε λαϊκό ρουμάνικο σκοπό. Αυτή την πληροφορία δεν είμαι σε θέση ούτε να την επιβεβαιώσω ούτε να τη διαψεύσω. Ωστόσο δε μου φαίνεται να αντιφάσκει προς τη δική μου άποψη: κι η ίδια η Αμερσούδα δε θα ήταν απίθανο να προέρχεται από ρουμάνικη μελωδία. Η μυτιληνιά «γκάιντα» που ανέφερα πιο πάνω είναι ακριβώς στο στυλ διάφορων ρουμανόφερτων χασαποσέρβικων. Επιπλέον, μελωδικοί πυρήνες σχετικοί με της Αμερσούδας εντοπίζονται -με άλλο ρυθμό, όχι χασαποσέρβικο αλλά 7/16- και σ' ένα τούρκικο χορό, που λέγεται Rumeli Horonu. Δεν είμαι βέβαιος ποια περιοχή ονομάζουν οι Τούρκοι Rumeli, νομίζω την ευρωπαϊκή Τουρκία, δηλαδή την ανατολική Θράκη, της οποίας οι κυριότερες πόλεις βρίσκονταν μέσα στις διαδρομές των Τσιγγάνων Ρουμάνων μουσικών. Μπορεί κανείς να ακούσει το τούρκικο κομμάτι εδώ, και σε πολύ ανώτερη εκτέλεση στο δίσκο του Ταλίπ Οζκάν «L' art vivant de Talip Ozkan». Όσο για το θέμα των ρουμάνικων επιρροών, υπάρχει αυτή τη στιγμή σχετική έρευνα εν εξελίξει. Μόλις πληροφορηθώ για τα αποτελέσματά της θα ενημερώσω αυτή την ανάρτηση.
Η Βαρβάρα βγήκε σχεδόν αμέσως μετά το πραξικόπημα που έφερε το δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά στην εξουσία. Από τις πρώτες δουλειές του Μεταξά ήταν να ιδρύσει υπουργείο αρμόδιο για τη λογοκρισία του τύπου και της μουσικής, αλλά αυτό δεν άρχισε αυθημερόν τη δράση του, αφού έπρεπε να προηγηθεί η θέσπιση σχετικής νομοθεσίας και γενικά κάποια οργάνωση. Η Βαρβάρα όμως απαγορεύτηκε πρώτη πρώτη, πριν καν θεσπιστεί γενικότερα η λογοκρισία. Λέγεται ότι ο ίδιος ο δικτάτορας είχε μια κόρη Βαρβάρα, την οποία διαπόμπευε το τραγούδι (που άρα μπορεί να χαρακτηριστεί κατά μία έννοια αντιστασιακό), αλλά έχω ακούσει και την εκδοχή ότι αυτό είναι αστικός μύθος κι ότι ο Μεταξάς δεν είχε τέτοια κόρη. Όποιος ενδιαφέρεται για τα εν οίκω του Ιωάννη Μεταξά, ας ρίξει μια ματιά και σ' αυτή την ιστορική πηγή.
Όπως και να 'χει, ο Μεταξάς, ως φασίστας ηγέτης, οραματιζόταν έναν ελληνικό λαό εργατικό, λεβέντη, πατριώτη, χωρίς ανατρεπτικές σκέψεις ή χωρίς καθόλου σκέψεις, απαλλαγμένο από χιούμορ, νωχέλεια, από κάθε μνήμη τουρκοκρατίας και δουλοπρέπειας, κλπ.. Στο πλαίσιο αυτού του οράματος εθέσπισε και τη λογοκρισία της μουσικής, αρχής γενομένης από τη Βαρβάρα. Είναι γνωστό ότι όταν η λογοκρισία γενικεύτηκε και οργανώθηκε, στράφηκε κυρίως εναντίον των τραγουδιών με χασικλήδικους στίχους. Λιγότερο γνωστό είναι ότι δε λογοκρίνονταν μόνο στίχοι, αλλά και όσες μελωδίες έφεραν (κατά την κρίση των μουσικών της επιτροπής λογοκρισίας) μνήμες Ανατολής, γιατί είτε θύμιζαν τη σκλαβιά στον βάρβαρο Τούρκο είτε προήγαν τα ανατολίτικα ανθελληνικά ιδανικά της ραθυμίας, του γλεντιού σε χαλαρούς ρυθμούς, της υπομονής.
Φασίστας - φασίστας, ο Μεταξάς σ' αυτό το θέμα τουλάχιστον υπήρξε σοφός. Η δύναμη που μπορεί να έχει μια μελωδία πάνω στα ήθη των ανθρώπων δεν είναι κάτι οφθαλμοφανές, κι όμως αυτός το έπιασε. Η Βαρβάρα όμως του ξέφυγε: απαγόρευσε μόνο τα λόγια της κι όχι τη μουσική, γιατί ναι μεν ήταν μια μουσική με ανατρεπτικό χιούμορ, αλλά άντε να το στηρίξεις αυτό σε χειροπιαστά δεδομένα.
Έτσι ο Τούντας, μόλις του απαγόρεψαν τη Βαρβάρα, έβγαλε τη «Μαρίκα τη δασκάλα». Είναι ακριβώς η ίδια μελωδία, όμοια εκτέλεση, ίδια όλα, οι στίχοι όμως είναι αναδιπλωμένοι σ' ένα πολύ πιο ανώδυνο θέμα: ενώ η Βαρβάρα ψωνιζόταν, η Μαρίκα η δασκάλα είναι απλώς τσιγγούνα. Το τραγούδι και πάλι είναι σατιρικό, αλλά δεν ξεπερνά τα όρια της παρουσίασης ενός γραφικού ανθρώπινου τύπου της γειτονιάς. Θα πέρναγε -όπως και πέρασε- από οποιαδήποτε λογοκρισία, χωρίς να προσφέρει καμία λαβή να πιαστεί κανείς για να το κόψει. Βέβαια φαντάζομαι ότι η Βαρβάρα είχε γίνει τόσο γνωστή ώστε οι άνθρωποι άκουγαν τη Μαρίκα και κρυφογέλαγαν όχι για όσα έλεγε, αλλά για όσα ήξεραν από τη Βαρβάρα. Άρα και που την κόψαν τη Βαρβάρα, δεν πέτυχαν τίποτε σπουδαίο.
Η αντεπίθεση του Τούντα συνεχίστηκε. Λίαν συντόμως, το '37, έβγαλε και τρίτο τραγούδι στην ίδια μελωδία, το «Μανωλιός και Δημητρούλα». Εδώ οι στίχοι δεν είναι καν σατιρικοί, έστω και σε αθώο επίπεδο: απλώς περιγράφεται ένα ζευγαράκι με τις ρομαντικές του βόλτες. Κι όμως, ακούστε το και πείτε μου αν δε νομίζετε ότι κάποιος τους κοροϊδεύει! Δε φταίνε τα λόγια αλλά η μουσική.
Μιας κι αυτό το στυλ είχε επιτυχία, εμφανίστηκε και μία (τουλάχιστον) αντιγραφή της Βαρβάρας / Μαρίκας, η Μαγδάλω. Οι στίχοι μιλάνε με ανώδυνη σάτιρα για έναν άλλο τύπο της γειτονιάς, την κουτσομπόλα κυρά Μαγδάλω. Η μελωδία στηρίζεται σ' αυτήν της Βαρβάρας, με ίσα ίσα τόσες μικροαλλαγές όσες χρειάζονταν για να είναι εκτός κοπιράιτ. Δε γνωρίζω ποιος υπογράφει αυτό το τραγούδι, αφού το έχω δει να αναφέρεται και ως δημιουργία του Δημήτρη Σέμση (στίχοι και μουσική), και του Σέμση (μουσική) σε στίχους Κώστα Μακρή, και των άγνωστων σ' εμένα Χ. Πυρνασσού - Κ. Κάνουλα. Πόσο μάλλον δεν ξέρω ποιος το έγραψε στ' αλήθεια. Άλλωστε να πούμε ότι και η ίδια η Βαρβάρα, αν και υπογράφεται από τον Τούντα, υπάρχει η φήμη ότι στην πραγματικότητα ήταν του Γιοβάν Τσαούς (Γιάννη Εϊτζιρίδη). Ποια πραγματικότητα δηλαδή... Σας είπα τη γνώμη μου: τουλάχιστον τη μουσική δεν την έγραψε κανείς.
Εν πάση περιπτώσει περνούν μερικά χρόνια, και ξαφνικά οι Έλληνες έχουν να αντιμετωπίσουν πολύ πιο σοβαρά θέματα, γιατί ξεσπάει ο Πόλεμος. Με τις πρώτες νίκες κατά της Ιταλίας βγαίνουν και τα σχετικά τραγούδια, που τα θυμόμαστε κάθε 28 Οκτωβρίου: Τιριτόμπα, Κορόιδο Μουσολίνι, Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του κλπ.. Σήμερα θυμόμαστε κυρίως τα τραγούδια της Βέμπο, αλλά και πολλοί άλλοι είχαν βγάλει σατιρικά κατά της Ιταλίας πατριωτικά τραγούδια. Μεταξύ αυτών και ο Τούντας, που ξαναματαδιασκεύασε τη Βαρβάρα ως «Άκου Ντούτσε μου τα νέα».
Η πρακτκή να γράφονται σατιρικά τραγούδια πάνω σε ήδη γνωστές μελωδίες είναι συνηθισμένη: και ευκολομνημόνευτα είναι, και η παρωδία εντείνει ακόμη περισσότερο τη σάτιρα. Άλλωστε σίγουρα πολλά τέτοια τραγούδια θα ξεκίνησαν όχι από συνθέτες και στιχουργούς αλλά από τους ίδιους τους φαντάρους ή τους θριαμβεύοντες αμάχους πίσω στην Ελλάδα. Εδώ π.χ. διαβάζουμε την ενδιαφέρουσα ιστορία του «Κορόιδο Μουσολίνι», που ήταν αρχικά λαϊκό ιταλικό και πέρασε από διάφορες διασκευές πριν γίνει αυτό που ξέρουμε, ενώ σε άλλη ανάρτηση εδώ στα Ημερολόγια είδαμε ένα άλλο πρωτεϊκό τραγούδι να καταλήγει, μεταξύ δεκάδων άλλων εκδοχών, και σε γηπεδικό παιάνα. Επίσης η έτοιμη μελωδία εξυπηρετεί και την ταχύτητα: ένα τέτοιο τραγούδι θα μπορούσε ακόμη και στη δεκαετία '40, φαντάζομαι, να γραφτεί, να ηχογραφηθεί, να κυκλοφορήσει σε τιράζ και να ακουστεί σε γραμμόφωνα και ραδιόφωνα μέσα σε λίγες μέρες από το γεγονός που το ενέπνευσε. Τέλος, δεν ξέρω κατά πόσο, για ορισμένους συνθέτες, πέρα από τον πατριωτισμό υπήρχε και το κίνητρο του εύκολου σουξέ.

Παρ' ότι η Βαρβάρα έχει αποκτήσει θρυλικές διαστάσεις μεταξύ όσων ψάχνονται με τα ρεμπέτικα, είναι τραγούδι που ακούγεται σπάνια σήμερα. Δεν έχω υπόψη μου καμία νεότερη ηχογράφηση και καμία επανακυκλοφορία της αρχικής ηχογράφησης σε δίσκο. Από σημερινούς μουσικούς την έχει στο ρεπερτόριό του ο Αγάθων Ιακωβίδης, τον οποίο βλέπουμε εδώ να λέει σ' ένα κορδόνι και την αυθεντική Βαρβάρα και τη Μαρίκα και τον Μπενίτο. (Ο ηλικιωμένος κύριος που βλέπουμε να κάθεται σε μιαν άκρη και να μουρμουρίζει τους στίχους είναι κάποιος ανιψιός του Τούντα).

Έτσι λοιπόν παρακολουθήσαμε τα ταξίδια ενός σκοπού που συνδέει τα αποκριάτικα έθιμα με το έπος του '40, τα τελειώματα του παλιού ελληνικού κινηματογράφου με τα σημερινά λαϊκά πάλκα, τα αθυρόστομα δημοτικά τραγούδια με τη λογοκρισία του ρεμπέτικου, την ελληνική Μικρά Ασία με την τούρκικη Θράκη και πιθανώς και με την Ρουμανία.

Καλές Απόκριες!

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2008

ΔΥΟ ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΞ ΑΦΟΡΜΗΣ ΤΗΣ 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

1. Η 28η Οκτωβρίου είναι η επέτειος της εισόδου της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Γιατί η έναρξη ενός πολέμου θα έπρεπε να αποτελεί αφορμή εορτασμών;

Η γνώμη μου είναι η εξής:

Το '40 συνέβη στην Ελλάδα κάτι που είχε ξαναγίνει αρκετές φορές στην Ιστορία, αλλά που είναι ιδιαίτερα αμφίβολο αν θα το ξαναδούμε πια: έγινε ο τελευταίος καθαρός, αγνός πόλεμος. Το ποιος είναι ο εχθρός ήταν πολύ ξεκάθαρο, δεν ήταν -όπως σήμερα- κάποια απρόσωπη και απροσδιόριστη έννοια όπως η "τρομοκρατία", η "ασύμμετρη απειλή", η παγκοσμιοποίηση ή ακόμα και οι δημοκρατικά και νόμιμα εκλεγμένες κυβερνήσεις. Ήταν ένας συγκεκριμένος κατακτητής. Το τι απειλούσε αυτός ο κατακτητής ήταν επίσης πολύ σαφές: τη ζωή μας, την ελευθερία μας, το σπίτι μας, το χωράφι μας, το μέλλον των παιδιών μας. Ούτε την παγκόσμια έννομη τάξη ούτε άλλες τέτοιες άπιαστες έννοιες (ή μάλλον και αυτά, αλλά όχι μόνον αυτά).

Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα, ο ελληνικός λαός μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο είχε γίνει μια γροθιά. Παραμερίζοντας τις διόλου ευκαταφρόνητες πολιτικές ή άλλες διαφορές που τον δίχαζαν και το πλήθος των προβλημάτων που είχε σωρεύσει στην πλάτη του η ιστορία των προηγούμενων δεκαετιών, όλοι όρμησαν με αυθόρμητο ενθουσιασμό στον αγώνα.

Πότε λέτε να ξαναδούμε κάτι τέτοιο;

Προσωπικά, ανήκω στη γενιά που οι μεγαλύτεροι μακάριζαν ως την πρώτη που δεν πέρασε ούτε πόλεμο, ούτε κατοχή, ούτε προσφυγιά, ούτε πείνα, ούτε τίποτε. Στη γενιά μου λοιπόν, ήδη από αρκετά νεαρή ηλικία θυμάμαι να είναι πολύ διαδεδομένη η θέση "αν γίνει πόλεμος εγώ δεν πάω να σκοτωθώ για καμιά κυβέρνηση / για κανενός το συμφέρον / για κανένα αφεντικό" κλπ.. Έλλειψη ιδανικών σε μια μοσκαναθρεμμένη γενιά; Αν το εκλάβουμε έτσι, θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι ο πόλεμος και η δυστυχία χρειάζονται, για να αποκτάμε ιδανικά. Δεν είναι ελκυστικό το συμπέρασμα, αλλά πέρα από αυτό δεν αληθεύει κιόλας. Τι, όλοι οι βομβαρδισμένοι ή βομβαρδιστές των Βαλκανίων, επί παραδείγματι, εμφορούνται από αγνά και άδολα ιδεώδη;

Οι Έλληνες του '40 έζησαν και τον πόλεμο, και τη δυστυχία, και την κατοχή, και την πείνα, και την αδικία, και τον εξευτελισμό, και -οι περισσότεροι- όλα τα πριν και τα μετά, αλλά είχαν την ανεκτίμητη τύχη να ζουν μέσα σε τέτοιες ιστορικές συγκυρίες ώστε τα ιδανικά να υπάρχουν, και να είναι σαφή και αντιληπτά από τον καθένα, όχι μόνο από τους ψαγμένους ιδεολόγους.



2. Σήμερα, 29 Οκτωβρίου 2008, κάποιος (άγνωστος φυσικά) είχε σκορπίσει στο σχολείο φεϊγ βολάν της Χρυσής Αυγής, με τα συνθήματα "Τα ΟΧΙ χρειάζονται Μεταξάδες" και "Ψηλά τις σημαίες". Το σχολείο μας αποτελείται κατά μεγάλο ποσοστό από ξένους, αλλά και όλο Έλληνες να ήμασταν, η αιφνίδια εμφάνιση τέτοιων σλόγκαν το ίδιο σύγκρυο θα μου προκαλούσε. Στη σχετική συζήτηση που έκανα με τους μαθητές στην τάξη, τους είπα τα εξής περίπου:
Οι άνθρωποι αυτοί είναι εξαιρετικά επικίνδυνοι. Η αναφορά που κάνουν στο ΟΧΙ και τον Μεταξά είναι τελείως υποκριτική, γιατί ενώ αυτό που συνέβη το '40 ήταν η συσπείρωση όλων των κατοίκων της χώρας σε μία ενιαία δύναμη με εσωτερική ομόνοια και ομοψυχία, οι ίδιοι τώρα επιδιώκουν ακριβώς το αντίθετο: τη διάσπασή μας, το να φοβόμαστε και να υποπτευόμαστε τον διπλανό μας. Όταν είμαι Έλληνας, η προπαγάνδα ότι αναξιοπαθώ εξαιτίας των κακών μεταναστών -ποιος, εγώ, με τους ένδοξους προγόνους και τη λαμπρή ιστορία, εγώ ο νόμιμος κληρονόμος ενός φωτεινού μέλλοντος που δεν το βλέπω όμως πουθενά, άρα μου το έχουν αρπάξει οι ξένοι- είναι πολύ εύκολο να μου φουσκώσει τα μυαλά. Και θα με κολακέψει, και θα με οδηγήσει στη δαιμονοποίηση των ξένων.
Το '40 όλοι (ή σχεδόν όλοι) οι κάτοικοι της Ελλάδας ήταν Έλληνες. Τώρα δεν είναι. Η διαφορά αυτή ευνοεί μια τέτοια προπαγάνδα. Το νου σας, είπα στα παιδιά, μην τσιμπάτε! Αν βλέπουμε τον καθένα γύρω μας με καχυποψία, αν τον αναγορεύσουμε εχθρό, θα γίνουμε μία σκόρπια μάζα από ανάδελφα άτομα, ευάλωτη στην κάθε επιβουλή.
Ο εχθρός σήμερα δεν είναι ο Έλληνας, ο Αλβανός, ο Πακιστανός, ο Τούρκος, ο Αμερικάνος. Ο εχθρός είναι:
α) Η άγνοια, η αμορφωσιά και η πνευματική αδράνεια που θα μας καταστήσουν δεκτικούς στην προπαγάνδα.
β) Οι διάφοροι επιτήδειοι, όπως εν προκειμένω οι εθνικιστές / νεοναζί / νεοφασίστες κλπ. που, βρίσκοντάς μας μπόσικους λόγω πνευματικής αδράνειας, θα μας παραμυθιάσουν με τις διασπαστικές τους θεωρίες και θα μας καταντήσουν σκόρπια μάζα.
γ) Κάποιος πραγματικός εχθρός (δεν ξέρω ποιος είναι και αν υπάρχει, μακάρι να μη βρεθεί ποτέ κανένας αλλά ας μην επαναπαυόμαστε) που, όταν αποφασίσει να μας επιτεθεί, όχι κατ' ανάγκην με τα όπλα, θα μας βρει μια σκόρπια μάζα έτοιμη να πέσει.

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2008

28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2008 : Ο ΣΧΟΛΙΚΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ

Καλησπέρα σας.

Όπως έχουμε πει, φέτος μένω στην Αθήνα, όπου είναι και το καινούργιο μου σχολείο, ένα ΕΠΑΛ. Τα ΕΠΑΛ (Επαγγελματικά Λύκεια) είναι ένας αρκετά απαξιωμένος θεσμός: θεωρούνται τα λύκεια χαμηλών αξιώσεων. Δεν είναι τα εντελώς μπαζολύκεια, γιατί αυτά είναι οι ΕΠΑΣ (Επαγγελματικές Σχολές), αλλά οπωσδήποτε είναι χαμηλότερου επιπέδου από τα Ενιαία Λύκεια (τα κανονικά δηλαδή). Είναι δε οξύμωρο, αλλά όχι παράδοξο, ότι όσο χαμηλότερες αξιώσεις εγείρει ένα σχολείο από τους μαθητές του τόσο υψηλότερες είναι οι αντίστοιχες για τους διδάσκοντες.
Εν πάση περιπτώσει, σ’ αυτό το σχολείο, όπου −όπως μάλλον αντιλήφθηκε ήδη ο οξυδερκής αναγνώστης− έκανα κάπως ανώμαλη προσγείωση, γίνονται εθνικές γιορτές όπως σε όλα τα σχολεία. Συνέβη δε να είμαι εγώ αρμόδιος, μαζί με μία συνάδελφο που διδάσκει σχέδιο. Έτσι, μια μέρα ανακοινώσαμε ότι θα συγκροτηθεί χορωδία και ορχήστρα, και όσοι μαθητές ενδιαφέρονται να έρθουν να το δηλώσουν, ιδιαίτερα δε αν κάποιοι παίζουν όργανα. Για μεν το τραγούδι, εμφανίστηκε το αναμενόμενο ετερόκλητο πλήθος: κάποιοι που όντως τους αρέσει, κάποιοι που όχι μόνο τους αρέσει αλλά και έχουν ήδη ασχοληθεί και συμμετέχουν και σε άλλες χορωδίες, κάποιοι απλώς για να χάνουν μάθημα. Στα όργανα τώρα, εμφανίστηκαν τέσσερα πέντε παιδιά· εκτός από έναν που παίζει τουμπελέκι, οι άλλοι όλο με ηλεκτρικές κιθάρες, ντραμς και μπάσα.
−Κι εσύ τι παίζεις;
−Κιθάρα.
−Ωραία. Ηλεκτρική ή κλασική;
−Ηλεκτρική.
−Ωραία. Και τι μουσική παίζεις;
−Βασικά παίζω μέταλ, θρας και τέτοια.
−Τέλεια! Εμείς βασικά παίζουμε Βέμπο, Λοΐζο και τέτοια: θα τα βρούμε!

Και τα βρήκαμε. Σχηματίστηκε ένα συγκρότημα με δύο κιθάρες, μπάσο, ντραμς και τουμπελέκι (το τουμπελέκι ακούγεται λίγο άσχετο, αλλά ο τύπος πρέπει μάλλον να είναι επίδοξος ντράμερ που βρήκε ένα προσωρινό υποκατάστατο της ογκώδους, ακριβής και ανοικονόμητης ντραμς, και όχι κανονικός τουμπελεκιτζής με συνείδηση τσιφτετελά). Οι πιο δραστήριοι ήταν οι δύο κιθαρίστες. Φαίνεται ότι όσοι παίζουν ηλεκτρική κιθάρα χωρίς να έχουν πιάσει ποτέ κλασική κινούνται σε ένα διαφορετικό μουσικό σύμπαν, που μου ήταν άγνωστο, ανοίκειο αλλά και συναρπαστικό: παράξενες κλίμακες, πιασίματα που δεν αναγνώριζα, απροσδόκητες αρμονικές συνωδίες κλπ.. Κάθε κομμάτι που άκουγαν, το μετέφραζαν στη δική τους μουσική γλώσσα, επιφέροντας κάποιες μικροαλλαγές που εγώ ποτέ δε θα σκεφτόμουν, κάνοντας το κομμάτι καινούργιο αλλά συνάμα και αναγνωρίσιμο· φανταζόμουν ότι αν άκουγαν τις διασκευές τους οι αυθεντικοί συνθέτες των κομματιών θα ενθουσιάζονταν. Εντωμεταξύ, οι τύποι κατέβαζαν τις ιδέες βροχηδόν: εδώ ας κάνουμε το ένα, εκεί ας κάνουμε το άλλο. Είχα μαγευτεί με την πάρτη τους. Οι ιδέες τους ήταν και πολλές και καλές. Οι ίδιοι αντίθετα, χωρίς την παραμικρή έπαρση, έδειχναν να πιστεύουν ότι το παίζουν έτσι και όχι όπως είναι κανονικά επειδή «δεν ξέρουν»!
Τα παιδιά ήξεραν ότι ασχολούμαι μεν με τη μουσική, αλλά με τελείως άλλα είδη από τα δικά τους. Το ενδιαφέρον, η ενθάρρυνση και η εμπιστοσύνη που έδειξα στους ίδιους και τη δουλειά τους τους έδωσε φτερά. Από την άλλη, έβλεπαν κιόλας ότι δεν είμαι απλώς ένας άσχετος που θαμπώθηκε από το πρωτόγνωρο: υπήρχαν σημεία όπου τους έκανα πολύ συγκεκριμένες παρατηρήσεις, και κάποιες μεμονωμένες ιδέες που δε μου άρεσαν. Άρα, αφού ήξερα να τους πω και όχι, σήμαινε ότι το «ναι» μου ήταν το έγκυρο, βάσιμο «ναι» κάποιου που στ’ αλήθεια εκτιμά ευτό που έκαναν.
Το αποτέλεσμα ήταν ότι αναπτύξαμε μία εξαιρετική συνεργασία. Ποτέ δε χρειάστηκε να τους ανακαλέσω στην τάξη ή να τους θυμίσω ποιος είναι ο καθηγητής εδώ μέσα. Απλώς παίζαμε, δοκιμάζαμε, συζητούσαμε και προχωρούσαμε. Αισθανόμουν ότι μέσα στο ζόρικο και συχνά εχθρικό κόσμο του ΕΠΑΛ είχα βρει ένα παραδεισάκι, μία όαση όπου οι μαθητές είναι ώριμοι, συνεργάσιμοι, ευγενικοί (αλήθεια, αυτό μού έκανε εντύπωση: οι μαλλιάδες με τη βρώμικη μουσική και τις μπλούζες με τις νεκροκεφαλές ήταν τα πιο ευγενικά παιδιά!), έξυπνοι, δημιουργικοί και αναγνωρίζουν αυτό που κάνεις γι’ αυτούς και το ανταποδίδουν.
Οι πρόβες της χορωδίας γίνονταν χώρια. Η ιδέα που είχα και που ακολούθησα ήταν η εξής: πρώτα δείχνω ένα τραγούδι στη χορωδία· με μια κλασική κιθάρα που χρησιμοποιούσα στις πρόβες, έβρισκα τον τόνο που τους βόλευε καλύτερα· ύστερα, ξέροντας πλέον συγκεκριμένες συγχορδίες, το έδειχνα στους μαλλιάδες· μ’ αυτούς το επεξεργαζόμασταν, του πετάγαμε τα μάτια έξω, και τέλος, κάθε που ένα-δυο τραγούδια ήταν έτοιμα και από τους μεν και από τους δε, τους έσμιγα για μία πρόβα όλοι μαζί. Παράλληλα η συνάδελφος προχωρούσε τις δικές της πρόβες με τα κείμενα και τα ποιήματα (όπου συμμετείχαν κυρίως παιδιά που ήταν και στη χορωδία). Και, τις τελευταίες μέρες, αρχίσαμε να προβάρουμε όλο το σετ.
Η χορωδία μπορούσε να προβάρει σε οποιαδήποτε αίθουσα του σχολείου ήταν εύκαιρη. Με τα όργανα όμως ήταν πιο δύσκολο, γιατί είναι πολύ δυνατά. Ο μόνος χώρος που βρήκε το σχολείο να μας διαθέσει ώστε να μην ενοχλούμε το μάθημα ήταν μία αποθήκη με θρανία, στο υπόγειο, που ήταν τίγκα στη σκόνη, την μπίχλα και την πατζέχρα. Στην αρχή μού κακοφάνηκε. Μετά είδα τη ροκ πτυχή του θέματος: ήταν περίπου σαν να κάναμε πρόβα σε γκαράζ, όπως έκαναν στα πρώτα τους βήματα όλοι οι θρύλοι του εξήντα και εντεύθεν. Έτσι το παρουσίασα στα παιδιά της ορχήστρας σαν σπουδαίο τεφαρίκι. Έπιασε και δεν έπιασε... Εν πάση περιπτώσει, την πρώτη φορά που έφεραν τις κιθάρες και τους ενισχυτές κάναμε πρόβα εκεί. Πάνω που είχαν αρχίσει να συμπαθούν το χώρο, διαπιστώσαμε ότι ακριβώς από κάτω είχε βόθρο. Ο οποίος την πρώτη μέρα πέρασε απαρατήρητος, αλλά μετά άρχισε να βρωμεί ακατάσχετα. Αυτό μάς έδωσε την αφορμή να προσέξουμε επίσης ότι από τις σωλήνες που διέσχιζαν το δωματιάκι ακούγαμε πότε κάποιος τράβαγε καζανάκι. Στο τέλος οι σωλήνες άρχισαν να έχουν και διαρροές. Γενικά κάναμε πρόβες σ’ έναν ελεεινό χώρο που θα προσέβαλλε τον καθένα. Προσπάθησα (και νομίζω ότι το ψιλοπέτυχα) να τους μεταστρέψω την αγανάκτηση προς την κατεύθυνση της ιδέας ότι εργαζόμαστε μυστικά, υπόγεια, υπό αντίξοες συνθήκες, προετοιμάζοντας μία επανάσταση −τη θρας διασκευή του Ντούτσε− της οποίας το πολιτιστικό προϊόν θα χαρίζαμε μετά μεγαλόψυχα στην κοινωνία.
Τα παιδιά σχολίαζαν: «Σκατά ήχο θα έχουμε» ή «Σήμερα θα παίξουμε βρώμικα». Αλλά αφού είχαν πάψει να λένε, όπως στην αρχή, «Εδώ κύριε μας έχουν χεσμένους», σήμαινε ότι το ηθικό πήγαινε καλά.
Η συνεργασία με τη χορωδία δεν ήταν τόσο ονειρεμένη. Ξεκίνησα με τη φιλοδοξία να μάθω τραγούδι σε όσους δεν ήξεραν καν πότε κάνουν φάλτσα. Σύντομα φάνηκε ότι αυτό δεν επέπρωτο να συμβεί. Δεν πειράζει, είπα, ας έχουμε και φάλτσους. Σχολείο είμαστε, δεν είμαστε η χορωδία Τρικάλων. Τους εξήγησα ότι δε θέλω μόνο τους καλούς, ότι όλοι είναι ευπρόσδεκτοι γιατί όλοι οι άνθρωποι και όχι μόνο οι προικισμένοι έχουν δικαίωμα στο τραγούδι. Απλώς, παιδιά, όσοι αντιλαμβάνονται ότι δεν το ’χουν πιάσει σωστά ας τραγουδούν λίγο πιο διακριτικά· και αντίστοιχα, όσοι ξέρουν ότι το λένε καλά, ας κάνουν τον κόπο να τραγουδούν λίγο πιο δυνατά, για να καλύπτουν το κενό των φάλτσων: το ’να χέρι νίβει τ’ άλλο.
Όλα αυτά τους τα ’λεγα όχι μόνο για ένα καλύτερο μουσικό αποτέλεσμα, αλλά κυρίως για να εδραιώσω ένα κλίμα αποδοχής και να τους βγάλω από την ηλίθια νοοτροπία του «πρέπει - δεν πρέπει», «καλός - κακός» που γενικώς κουβαλάνε οι μαθητές. Αλήθεια σάς το λέω, απότυχα τελείως! Από τη δεύτερη ή τρίτη συνάντηση τα παιδιά συνειδητοποίησαν ότι εδώ είμαστε ένας καθηγητής και καμιά εικοσαριά παιδιά, και έχουμε κάτι να μάθουμε, δηλαδή περίπου το ίδιο όπως στην τάξη. Λοιπόν, τι κάνουμε στην τάξη για να το κάνουμε κι εδώ; Χαζοπαζαρεύουμε, μιλάμε με το διπλανό μας (κατεξοχήν όταν ο καθηγητής έχει πιάσει ατομικά κάποιον και του εξηγεί), κάνουμε ηλίθια πλάκα με τους στίχους (κι εσύ ησυχάζεις, το δάχτυλο βάζεις να βρεις την πληγή: τι εννοεί κύριε, πού το βάζει το δάχτυλο;), ενεργοποιούμε τη λειτουργία «ανίκανος να μάθει οτιδήποτε» και, κάθε τόσο, ρωτάμε −όλοι με τη σειρά, σε διαστήματα του μισού λεπτού περίπου− «Πού είμαστε;».
Εγώ μπορεί να είμαι ένας χαρισματικός νέος δάσκαλος γεμάτος έμπνευση, όρεξη, αγάπη, πρωτοτυπία και χίλα δυο άλλα ανεκτίμητα προσόντα, αλλά χάνω εύκολα την υπομονή και την ψυχραιμία μου. Στην τάξη, καμιά φορά, όταν γίνεται χαμός, κοπανάω την έδρα (που έχει πλούσια μπάσα) φανάζοντας «θα ησυχάσετε επιτέλους» ή κάτι παρόμοιο, και γενικά καταφέρνω να τους αποσπάσω για λίγο την προσοχή. Στο βόθρο όμως δεν είχε έδρες. Όταν λοιπόν ήρθε η στιγμή γι’ αυτό το εφέ, κοπάνησα ό,τι βρήκα πρόχειρο μπροστά μου. Έτυχε δε να είναι η κιθάρα μου. Αλλά οι κιθάρες δε φτιάχνονται από τόσο ανθεκτικά υλικά όσο οι έδρες, κι έτσι την έσπασα. Εκείνη την ημέρα τους παράτησα, δηλώνοντας ότι δε δικαιολογώ καμία απουσία, κι έφυγα βγάζοντας καπνούς από το κεφάλι.
Κατ’ ευτυχή συγκυρία, έχω κολλητό και γείτονα έναν πολύ καλό οργανοποιό. Έτρεξα λοιπόν βουρ στο εργαστήρι του, και μπουκάρησα φωνάζοντας «Μαλάκα, διώξε όλους τους πελάτες και σώσε με». Θα έπρεπε ίσως να έχω κοιτάξει πρώτα αν έχει πελάτες μέσα και ποιους: γιατί έτυχε να είναι εκεί ένας επιφανής μουσικός, ας τον πούμε για την ιστορία “Νταλάρα„. «Ναι, μου λέει ο δικός μου, το βρήκες: θα διώξω τον “Νταλάρα„ για να σου μαζέψω τα σπασμένα!»
Πάντως μου την έφτιαξε αυθημερόν. Την επόμενη μέρα στην πρόβα τα πνεύματα είχαν ηρεμήσει. Τα μεν παιδιά είχαν αντιληφθεί ότι το παρατράβηξαν και είχαν έρθει μεταμελημένοι και έτοιμοι για μια πιο καλή συνεργασία, εγώ δε −που στην ουσία επίσης το ’χα παρατραβήξει− αφού τους εξήγησα ότι δεν ήρθαμε εδω για καβγάδες και κόντρες αλλά για να περάσουμε καλά, τους έδειξα την επισκευασμένη κιθάρα και τους είπα ότι και όλα τ’ άλλα τα θεωρώ σαν να μη συνέβησαν −και εντάξει με τις απουσίες τους! Μου απήντησαν ότι κι εκείνοι θέλουν να συνεργαστούμε, ότι εκτιμούν πολύ ό,τι κάνω γι’ αυτούς, ότι θέλουν να συμμετάσχουν γιατί η εορτή είναι πολύ εθνική, αλλά και ότι θα έπρεπε ίσως να πετάξω έξω μερικούς ρεμπεσκιέδες. Εγώ όμως δεν το ήθελα αυτό. Τους εξήγησα ότι, αν δε με ανάγκαζαν οι ίδιοι, θα ήθελα να το αποφύγω· ξέρω βέβαια ότι μερικοί έρχονται μόνο για χαβαλέ και για να χάνουν μάθημα, και δεν προσφέρουν τίποτε στην ομάδα, αλλά το τραγούδι, όπως είναι εξίσου για καλλίφωνους και φάλτσους, έτσι είναι και για ώριμους και ανώριμους. Άλλωστε, το να χάνουν μάθημα και το να γίνεται μέσα σε κάποια λογικά όρια και λίγος χαβαλές, είναι σύμφυτα στοιχεία της χορωδίας η οποία οργανώνεται επίσημα από το σχολείο, δεν το κάνουν καταχρηστικά ούτε εις βάρος κανενός.
Μετά από αυτό το μανιφέστο των προωθημένων δημοκρατικών μου θέσεων, κάναμε την καλύτερη πρόβα μας έβερ. Βέβαια χρειάστηκε να πετάξω έναν έξω, αλλά κατά τα άλλα ήμασταν δημιουργικοί και αγαπημένοι.
Γενικώς έτσι πήγαινε το πράγμα. Παράλληλα, για να μην ξεστρατίσει η εκδήλωση σε καθαρά καλλιτεχνική και χαθεί ο εθνικός - ιστορικός της χαρακτήρας, τους εξηγούσα και διάφορα σχετικά ιστορικά στοιχεία. Και αυτό όμως, γινόταν με αφορμή τα τραγούδια. Είχα επιμείνει ότι ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ να τραγουδάμε κάτι αν δεν το έχουμε προηγουμένως κατανοήσει και αποδεχθεί. Αν λες μηχανικά τα λόγια χωρίς να τα έχεις προσέξει, αυτό μπορεί να αποβεί επικίνδυνο. Έτσι τούς έδινα στο περίπου το ιστορικό συμφραζόμενο ή τις αναφορές του κάθε τραγουδιού. Όπως γίνεται συνήθως, το βασικό σχέδιο της γιορτής ήταν ένα σύντομο κείμενο που καλύπτει πολύ περιληπτικά την ιστορία από την έναρξη του πολέμου μέχρι το τέλος της Κατοχής και δίνει και μία πρόταση για το σημερινό νόημα της επετείου, διανθισμένο με ποιήματα, λογοτεχνικά αποσπάσματα και τραγούδια που το εικονογραφούν. Καθώς τα παιδιά όλο και κάτι ξέρουν για το θέμα, έστω και πολύ χοντρά, από τα τόσα χρόνια εθνικών εορτών, ο σκοπός δεν ήταν να τους εξηγήσω τα πάντα −ποια πάντα; σάμπως και ποιος ξέρει τα πάντα στην Ιστορία;− αλλά να τους φωτίσω κάποιες λεπτομέρειες, οι οποίες θα συνέβαλλαν στο να συμπληρώσουν κάπως τη θολή εικόνα τους για τα πράγματα. Του χρόνου με κάποια άλλη αφορμή θα βρεθεί κάποιος να τους φωτίσει μια άλλη λεπτομέρεια. Αφού περάσουν αρκετά χρόνια, κάποιοι από αυτούς ίσως ενδιαφερθούν και προσπαθήσουν να σχηματίσουν μία πραγματικά κάπως ξεκάθαρη ιδέα· προς το παρόν, το να ξέρουν π.χ. γιατί τα τραγούδια της εποχής κοροϊδεύουν τον Μουσολίνι που μέχρι τότε ήταν σύμβολο τρόμου τούς είναι αρκετό, φρονώ.
Τελικά η γιορτή ήταν πετυχημένη. Το δύσκολο κοινό του ΕΠΑΛ την παρακολούθησε άνετα, χωρίς να βαρεθούν και να αρχίσουν τις αηδίες· οι συμμετέχοντες πέρασαν πολύ καλά, και απέδωσαν πιστεύω το καλύτερο που αντικειμενικά θα μπορούσαν. Φυσικά είχε φάλτσα, είχε κακή ποιότητα ήχου, είχε κάποιους που ξεχνούσαν πότε μπαίνουν ή που έκαναν σαρδάμ ή ξεκινούσαν να πουν λάθος τραγούδι ή κείμενο, αλλά αυτά είναι μέσα στο παιχνίδι. Εγώ έτρεχα όλη την ώρα πάνω κάτω στην πλατεία, στις κουΐντες του θεάτρου, εμπρός και πίσω από τη σκηνή, ρυθμίζοντας διάφορες λεπτομέρειες ή δίνοντάς τους το σύνθημα για το ένα ή το άλλο που έπρεπε να γίνει, ώστε να ξέρουν ότι η κατάσταση ελέγχεται, δεν τους έχουμε εγκαταλείψει μόνους στη σκηνή, και ταυτόχρονα τους ενθάρρυνα, τους χαμογελούσα και τους περικαμάρωνα σα γύφτικο σκεπάρνι. Από τους συναδέλφους κανείς δε βρέθηκε να γκρινιάξει για τις καινοτόμες μουσικές μας ιδέες (πράγμα που με ανησυχεί λίγο: μήπως τελικά δεν είναι τόσο καινοτόμες;), αντίθετα ήταν όλοι ευχαριστημένοι.
Γενικά όλα πήγαν καλά.
Και του χρόνου!

Σάββατο 1 Μαρτίου 2008

ΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ

Πάνε πολλά χρόνια, και δεν το καλοθυμούμαι με όλες του τις λεπτομέρειες. Ωστόσο ήταν μία εμπειρία που μου άφησε τόσο ισχυρές εντυπώσεις, ώστε αυτά που συγκρατώ ακόμη δεν είναι και λίγα.
Το καρναβάλι της Βασιλείας, το Φάσναχτ (Fasnacht), δεν είναι παγκοσμίως τόσο γνωστό όσο του Ρίου ή της Βενετίας. Κατά τη γνώμη μου όμως είναι τουλάχιστον εξίσου σημαντικό. Είναι ένα ολοκληρωμένο έθιμο, τόσο παραδοσιακό και αρχαιοπινές όσο και σύγχρονο, το οποίο, για τις μέρες που διαρκεί, κυριαρχεί απόλυτα στη ζωή της πόλης.
Η Βασιλεία είναι μια πόλη με μερικές δεκάδες χιλιάδες κατοίκους, στην Ελβετία, πολύ κοντά στο τριεθνές με Γαλλία και Γερμανία. Αποτελεί μόνη της καντόνι. Αυτό σημαίνει ότι είναι ημιαυτόνομο (ομόσπονδο) κρατίδιο. Όσο κατάλαβα από τις πληροφορίες των Ελβετών φίλων που μας φιλοξενούσαν, στην Ελβετία εφαρμόζεται ένα πολίτευμα που προσεγγίζει αρκετά την άμεση δημοκρατία: ορισμένα ζητήματα ρυθμίζονται με νόμους που ισχύουν σε όλο το κράτος, και άλλα με νόμους του κάθε καντονιού. Τους νόμους των καντονιών μπορεί να τους προτείνει οποιοσδήποτε πολίτης, με μόνη προϋπόθεση να έχει μαζέψει κάποιο αριθμό υπογραφών. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το εξής:
Οι Ελβετοί έχουν πολύ ανεπτυγμένη οικολογική συνείδηση. Κάποιος λοιπόν σκέφτηκε ότι τα αυτοκίνητα που είναι σταματημένα στα φανάρια παράγουν τζάμπα ρύπους. Μάζεψε τις απαιτούμενες υπογραφές, και πρότεινε ένα νομοσχέδιο βάσει του οποίου οι οδηγοί υποχρεούνται να σβήνουν τη μηχανή όταν δεν κινούνται. Το νομοσχέδιο τέθηκε σε ψήφιση από το αρμόδιο όργανο του καντονιού (δε θυμάμαι αν έχουν βουλή ή γίνεται δημοψήφισμα), εγκρίθηκε, και άρχισε να εφαρμόζεται. Ύστερα όμως διαπιστώθηκε ότι το άναψε-σβήσε όλη την ώρα τη μηχανή επιβαρύνει και το αυτοκίνητο και το περιβάλλον. Με την ίδια λοιπόν διαδικασία προτάθηκε και εγκρίθηκε η κατάργηση αυτού του νόμου, και ο Κ.Ο.Κ. του καντονιού επανήλθε στην προηγούμενη κατάσταση.
Πάμε λοιπόν στο καρναβάλι. Αργότερα θα επανέλθουμε στο θέμα της άμεσης δημοκρατίας.
Το καρναβάλι το κάνουν οι λεγόμενες «κλίκες». Οι κλίκες είναι ομάδες, όμιλοι, που σήμερα έχουν ως κύριο σκοπό ακριβώς αυτό, το να ετοιμάσουν την εμφάνιση που θα κάνουν στο Φάσναχτ. Η προέλευση όμως του θεσμού των κλικών ανάγεται στις μεσαιωνικές επαγγελματικές συντεχνίες. Ακόμη και σήμερα υπάρχουν μερικές κλίκες που αποτελούν άμεση συνέχεια κάποιου τέτοιου σιναφιού. Άλλες πάλι, νεότερες, δε συνδέονται με συγκεκριμένο επάγγελμα. Ορισμένες κλίκες έχουν εξαιρετικά αυστηρούς όρους για το ποιοι γίνονται δεκτοί ως μέλη: μόνο άνδρες, ή μόνο παιδιά μελών της κλίκας, ή μόνο γηγενείς Βασιλειώτες από μάνα και πατέρα. Αλλά οι περισσότερες είναι ανοιχτές στον καθένα. Πάντως ο κάθε Βασιλειώτης ή ανήκει σε μία κλίκα, ή σε άλλη, ή σε καμία. Δεν είναι κάτι που το κάνεις μόνο για μια χρονιά, για ένα καρναβάλι.
Η ετοιμασία διαρκεί σχεδόν από το τέλος του προηγούμενου καρναβαλιού. Επί έναν ολόκληρο χρόνο ράβουν στολές, κάνουν πρόβες, στολίζουν άρματα. Αλλά με μυστικότητα: τίποτε δεν πρέπει να αποκαλυφθεί πριν την επίσημη πρεμιέρα.
Το Φάσναχτ διαρκεί τέσσερις ημέρες. Η έναρξη τοποθετείται σε πολύ συγκεκριμένη στιγμή και τόπο: τέσσερις η ώρα το πρωί, στην πλατεία του Δημαρχείου. Ας σημειώσουμε ότι η Βασιλεία είναι μία υπέροχη πόλη, με υποδειγματική αρχιτεκτονική και ρυμοτομία. Προφανώς έχει ζήσει αιώνες ειρήνης, δεν έχει καεί ή βομβαρδιστεί, και έτσι διατηρούνται πλήθος ωραιότατα κτίρια ηλικίας αρκετών αιώνων, πλήρως ανακαινισμένα και λειτουργικά, ενώ και τα καινούργια δεν υπολείπονται αισθητικής. Όπως όλη η πόλη λοιπόν, έτσι και η πλατεία του Δημαρχείου είναι ένα κόσμημα.
Εκεί συγκεντρώνονται από λίγο πριν την ώρα έναρξης όλοι σχεδόν οι κάτοικοι. Το κέντρο της πόλης είναι αποκλεισμένο για τα τροχοφόρα. Η κάθε κλίκα έχει έρθει με μία συγκεκριμένη μεταμφίεση. Είναι δε πλήρως μεταμφιεσμένοι, από κορυφής μέχρις ονύχων, με μάσκες και στολές. Απολύτως αγνώριστοι: ο Λούκας, ο φίλος που μας φιλοξενούσε, μας εξήγησε ότι αν συναντήσει τη γυναίκα του, που ανήκει σε κλίκα (ενώ ο ίδιος όχι), αποκλείεται να τη γνωρίσει. Παρ' ότι συχνά βλέπουμε μάσκες σε μέγεθος ολόσωμο, που τα χέρια να βγαίνουν από τα αφτιά και τα πόδια από το λαιμό (φανταστείτε τι εξωπραγματική εικόνα δίνει ένας ολόκληρος στρατός από τέτοια κεφαλόποδα!), όλες έχουν ένα άνοιγμα εκεί όπου βρίσκεται το πραγματικό στόμα του ανθρώπου. Επικρατούν τα φανταχτερά χρώματα και το μη ρεαλιστικό στοιχείο: κανείς δεν ντύνεται π.χ. Ζορό ή Μαρία Αντουανέτα κατά τρόπον ώστε να τον περάσεις για αληθινό Ζορό ή Μαρία Αντουανέτα, ενώ είναι πιθανόν να δεις τερατόμορφες καρικατούρες του Ζορό ή της Μαρίας Αντουανέτας. Τερατόμορφες, αλλά όχι τρομαχτικές. Το όλο θέαμα μετέχει μεν του γκροτέσκου, αλλά η αισθητική θυμίζει κυρίως παραμύθι, καρτούν ή όνειρο, σε καμία περίπτωση εφιάλτη.
Οι μη ανήκοντες σε κλίκα είναι ντυμένοι κανονικά, όχι αποκριάτικα. Σε όλη τη Βασιλεία δε θα δεις ούτε έναν που να είναι μεν κατά βάση αμασκάρευτος, αλλά να έχει βάλει και μια περούκα ή μια πλαστική μάσκα έτσι για το χαβαλέ, όπως το κάνουμε στην Αθήνα. Το Φάσναχτ δεν είναι για χαβαλέ.
Όλο λοιπόν το συγκεντρωμένο πλήθος στέκει και παρακολουθεί το μεγάλο ρολόι του Δημαρχείου. Μόλις η ώρα πάει ακριβώς 4:00΄00΄΄, αρχίζει η μουσική.
Η μουσική αποτελείται από δύο μόνο όργανα: τύμπανα και πίφερα. Το πίφερο είναι ένα μικρό φλάουτο, με πολύ οξύ ήχο. Τα παίζουν οι ίδιες οι κλίκες. Πρέπει να πω ότι εντυπωσιάστηκα από το απίστευτα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων σ' αυτή την πόλη που παίζουν όργανα. Έτσι λοιπόν, έχει κλίκες που όλοι παίζουν τύμπανα και πίφερα, άλλες που κάποιοι παίζουν και κάποιοι όχι, και βέβαια και κάποιες χωρίς όργανα. Η ορχήστρα της κάθε κλίκας μπορεί να έχει από τέσσερα - πέντε μέχρι και καμιά τριανταριά μέλη. Και κάθε ορχήστρα έχει προετοιμάσει συγκεκριμένα κομμάτια (υποθέτω πως είναι σκοποί κάποιου τοπικού παραδοσιακού αποκριάτικου ρεπερτορίου).
Και, μία συγκεκριμένη στιγμή, στις τέσσερις ακριβώς, όλες οι ορχήστρες όλων των κλικών αρχίζουν να παίζουν ταυτόχρονα, η καθεμία το κομμάτι της (εδώ φαίνεται ο ρόλος του ανοίγματος στο στόμα: οι μασκοφόροι παίζουν πίφερα, μπορεί όμως το στόμα του ανθρώπου να βρίσκεται στο ύψος της μύτης ή του κούτελλου της μάσκας!). Ο θόρυβος που δημιουργείται είναι κάτι το απερίγραπτο. Πανζουρλισμός είναι το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς. Ίσως όποιος έχει βρεθεί στον Άη Συμιό, όπου πλήθος ζυγιές από εκκωφαντικούς ζουρνάδες και νταούλια παίζουν ταυτόχρονα διαφορετικά πράγματα, να μπορεί κάπως να το φανταστεί. Εγώ δεν έχω πάει στον Άη Συμιό, οπότε το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι ο ήχος βρίσκεται πολύ πέρα από τα όρια της μουσικής, πέρα και από τα όρια της παραφωνίας: από πάνω ένας συμπαγής συριγμός από εκατοντάδες πίφερα, όπου δεν ξεχωρίζουν νότες, και από κάτω ένας εξίσου συμπαγής ορυμαγδός τυμπάνων, όπου δεν ξεχωρίζει ρυθμός. Και όλο αυτό μπαίνει στο κεφάλι σου και σε μεθάει, σε δαιμονίζει, σε τρελαίνει. Και ο πιο ξενέρωτος, μετά από λίγα λεπτά έκθεσης σ' αυτό το απόκοσμο άκουσμα, θα αρχίσει να περιέρχεται σε έκσταση.
Ο κόσμος, κλίκες και πολίτες, αρχίζει να διαλύεται από την πλατεία και να σκορπίζει σ' όλη την πόλη. Σ' όποια κατεύθυνση κι αν πας, γύρω σου θα είναι η ονειρώδης πολυχρωμία των μασκοφόρων, που κυκλοφορούν πάντα ανά κλίκες, ομοιόμορφοι σαν χορός αρχαίας κωμωδίας, και ο διαπεραστικός ήχος των φλάουτων και των ταμπούρλων. Καθώς όμως οι ορχήστρες αρχίζουν να απομακρύνονται η μία από την άλλη, μπορεί κανείς να ακούσει πιο καθαρά πλέον τη μουσική της καθεμιάς. Εκεί θα παρατηρήσει πως πρόκειται για ορχήστρες πραγματικά επαγγελματικού επιπέδου, με άψογο συντονισμό που προδίδει άπειρες ώρες πρόβας. Δε φαλτσάρουν, δε βαράνε στο γάμο του Καραγκιόζη, δεν παίζουν ό,τι να 'ναι έτσι για το κέφι της στιγμής, αλλά και δεν έχουν ούτε ίχνος στείρας δεξιοτεχνίας. Η αίσθηση ότι στις οδούς και τα στενορρύμια της Βασιλείας ο ίδιος ο Παν παίζει τον αυλό του δε σε εγκαταλείπει στιγμή.
Από εδώ και πέρα, η οργιαστική αυτή γιορτή δε διακόπτεται καθόλου, επί τρεισήμισι εικοσιτετράωρα. Κάποιοι, πιο ανθεκτικοί, θα συνεχίσουν να κυκλοφορούν παίζοντας στους δρόμους μέχρι αργά το άλλο πρωί. Κάποιοι πάλι θα πάνε νωρίς για ύπνο, ώστε πριν διαλυθεί τελείως το καρναβάλι της πρώτης νύχτας να έχουν ξυπνήσει και ετοιμαστεί για τη δεύτερη μέρα.
Εμείς, συγκεκριμένα, κυκλοφορήσαμε πάνω κάτω για καμιά δυο τρεις ώρες και στο τέλος, αποκαμωμένοι, μπήκαμε σε μία μπιραρία. Νομίζω ότι θα ταίριαζε πιο πολύ η λέξη καπηλειό. Ήταν ένα μεσαιωνικό κτίριο, με μια τεράστια ψηλοτάβανη αίθουσα με τοιχογραφίες και ζωγραφιστά ταβάνια. Είχε μεγάλες τάβλες με πάγκους των είκοσι τόσων ατόμων, που θύμιζαν μοναστήρι, όπου καθόσουν μαζί με τις άλλες παρέες. Μπορούσες να φας και να πιεις διάφορα πράγματα, αλλά προτιμήσαμε την ειδική πατροπαράδοτη σπεσιαλιτέ της ημέρας, ένα είδος κρεμμυδόσουπας με τυρί. Αρκετοί από τους θαμώνες ήταν μεταμφιεσμένοι, αλλά χωρίς μάσκες, φυσικά. Όταν βγήκαμε είδαμε το παράδοξο θέαμα μιας σειράς από υπερφυσικά κεφάλια ακουμπισμένα στο δρόμο, στον τοίχο του καπηλειού.
Πήγαμε για ύπνο. Στο δρόμο μέχρι το σπίτι, βλέπαμε τον κόσμο να έχει μεν αραιώσει αλλά κατά βάση να συνεχίζει. Κάποιες κλίκες εξακολουθούσαν ακόμη να πηγαίνουν σύσσωμες, παίζοντας ή όχι, ενώ άλλες είχαν σκορπίσει και τα μέλη τους πήγαιναν συνδυό - συντρείς. Ακόμη και μεμονωμένοι μασκαράδες δε θεωρούσαν απαραίτητο να σταματήσουν τη μουσική. Οι δρόμοι ήταν στρωμένοι από παχιές στιβάδες χαρτοπόλεμου (που τουλάχιστον πέντε χρόνια αργότερα εξακολουθούσα να βρίσκω στις τσέπες του παλτού μου).
Από κει και πέρα οι αναμνήσεις μου είναι πιο συγκεχυμένες. Θυμάμαι ότι υπήρχε κάποια μέρα των παιδιών και κάποια μέρα των αρμάτων. Θυμάμαι ακόμη ότι κάθε διαφορετική ημέρα οι κλίκες εμφανίζονταν με διαφορετική μεταμφίεση. Επίσης, άλλαζε και η μουσική: τα πίφερα δεν ξαναεμφανίστηκαν, τώρα είχε μπάντες χάλκινων, στρατιωτικού τύπου. Εκεί κι αν έμεινα έκθαμβος με τη μουσική παιδεία των Βασιλειωτών: άντε και οι μισοί εκεί πέρα παίζουν πίφερο και τύμπανο, ας δεχτούμε ότι είναι τα παραδοσιακά τους όργανα και τα αγαπάνε πολύ. Αλλά το να βλέπεις εκατοντάδες, χωρίς υπερβολή, άτομα που με αμείωτα άψογο συντονισμό παίζουν τρομπέτα, τρομπόνι, τούμπα κλπ., ξέροντας μάλιστα ότι είναι όλοι τους ερασιτέχνες, είναι άκρως εντυπωσιακό.
Τι άλλο θυμάμαι; Κυκλοφορούσαν φεϊγβολάν με διάφορα ποιηματάκια, γραμμένα στην τοπική διάλεκτο -την οποία οι Βασιλειώτες διατηρούν υπερηφάνως. Δεν ξέρω γερμανικά (κι αν ήξερα, είναι αμφίβολο αν θα καταλάβαινα αυτά τα διαλεκτικά κείμενα), συνεπώς δεν ξέρω τι έλεγαν τα ποιήματα. Θυμάμαι μόνο την εικόνα της γλώσσας, που διέφερε πολύ από εκείνην της κοινής Γερμανικής, με χαρακτηριστικό τα πολλά διπλά φωνήεντα (ii, oo, yy, ee, ää, öö) και τις συχνές καταλήξεις σε -i.
Καθώς στη Βασιλεία είναι ένθερμοι προτεστάντες, σε πολλές μασκαράτες κυριαρχούσε το θέμα της σάτιρας της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας. Άλλωστε και οι ημερομηνίες του καρναβαλιού είναι σκοπίμως διαλεγμένες έτσι ώστε ποτέ να μη συμπίπτουν με το καθολικό καρναβάλι.
Μέσα σ' όλη αυτή την οργιώδη φρενίτιδα, οι άνθρωποι προφανώς έπιναν κιόλας: δεν περιμένει κανείς ότι θα αρκούνταν στη μεταμφίεση και τη μουσική για να έρθουν σε έκσταση. Πολλοί μάλιστα κουβαλούσαν φλασκιά και μεταλλικά κύπελλα, με αλυσιδίτσα, προσαρμοσμένα ως στοιχείο της στολής τους. Και όμως, πουθενά δεν είδαμε έστω και έναν που να είναι εκτός μάχης από το μεθύσι, να ξερνάει ή να είναι τάβλα στο πεζοδρόμιο. Ούτε είδαμε κανέναν να ασχημονεί καθ' οιονδήποτε τρόπο.
Το πρωί μετά την τελευταία νύχτα, ήταν σαν να μην έχει συμβεί τίποτε από όλα αυτά. Οι δρόμοι ήταν καθαρισμένοι και από το τελευταίο κομματάκι σερπαντίνας και χαρτοπόλεμου. Οι μάσκες, οι φορεσιές και η αποκριάτικη διακόσμηση είχαν εξαφανιστεί. Οι άνθρωποι πλέον, όταν συναντούσαν τη γυναίκα τους, την αναγνώριζαν. Η κυκλοφορία των οχημάτων ξανάρχισε κανονικά, και ο κόσμος ξανάπιασε τις δουλειές του -τις οποίες θα συνέχιζε, με το κεφάλι κάτω και με την περίφημη ελβετική οργάνωση και αποτελεσματικότητα, όπως μας είπε χαρακτηριστικά ο Λούκας, για όλο το χρόνο, μέχρι το επόμενο Φάσναχτ.
****************************************************
Μάθαμε ότι αυτή η γιορτή είναι σχετικά πρόσφατος θεσμός: όχι πάνω από εκατό χρόνων. Ομολογώ ότι δυσκολεύομαι να πιστέψω κάτι τέτοιο. Ίσως πριν εκατό χρόνια να καθιερώθηκε επίσημα, αλλά αποκλείεται να μη γιόρταζαν το καρναβάλι από πολύ παλιότερα -υποψιάζομαι δε, τουλάχιστον από τους ρωμαϊκούς χρόνους- έστω και κατά τρόπο πιο ιδιωτικό. Αυτό που είδα εγώ, και συγχωρέστε με αν βλέπω παντού πομπώδεις συσχετισμούς, με παρέπεμψε πολύ έντονα στα Διονύσια της αρχαίας Αθήνας. Έχουμε μία γιορτή που κύριο στοιχείο της είναι η έκσταση. Έχουμε τη μουσική αφενός, και μάλιστα τη μουσική αυλών και τυμπώνων, και το προσωπείο και τη μεταμφίεση αφετέρου, ως βασικούς παράγοντες που οδηγούν σ' αυτή την έκσταση. Έχουμε πάνδημη συμμετοχή: εδώ κηρύσσεται τετραήμερη αργία για να μπορέσουν όλοι να συμμετάσχουν στο καρναβάλι, εκεί είχαμε το κράτος να πληρώνει θεωρικά για να μπορέσουν όλοι να παρακολουθήσουν τις παραστάσεις των δραμάτων. Έχουμε προετοιμασία όλο το χρόνο για τη γιορτή. Και όλα αυτά τα έχουμε μέσα σε μία πόλη κράτος, που κυβερνάται αν όχι με άμεση δημοκρατία, πάντως με ό,τι πιο παραπλήσιο μπορεί να βρεθεί στο σημερινό κόσμο (ας σημειωθεί ότι, ενώ το ίδιο πολιτειακό καθεστώς ισχύει σε όλα τα καντόνια της Ελβετίας, τα περισσότερα έχουν έκταση και πληθυσμό πολύ μεγαλύτερο από της Βασιλείας. Ειδικά η Βασιλεία όμως είναι μία σχετικά μικρή πόλη, όπου οι περισσότεροι γνωρίζονται έστω και λίγο, οπότε η άμεση δημοκρατία γίνεται ακόμη αμεσότερη).
*****************************************************************
Μπορεί πάλι και να μην είναι καθόλου έτσι τα πράγματα. Μπορεί να σας έχω γράψει του κόσμου τις ανακρίβειες. Όπως είπαμε, δεν τα καλοθυμάμαι. Σας μεταφέρω τις εντυπώσεις μου όπως θα σας διηγούμουν ένα όνειρο. Άλλωστε, τόσο στη διάρκεια του Φάσναχτ όσο και σ' όλο τον καιρό, από την επόμενη κιόλας μέρα μέχρι και τώρα, δεν ήμουν καθόλου βέβαιος αν στ' αλήθεια δεν τα ονειρεύτηκα.
Άειντε, καλή Αποκριά.

Τρίτη 26 Ιουνίου 2007

ΟΙ ΦΩΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΗ ΓΙΑΝΝΙΟΥ


Γεια σας από την Αθήνα!
Οι φωτιές του Άη Γιαννιού είναι ένα αρχαίο έθιμο, όχι μόνο ελληνικό. Γίνονται με το θερινό ηλιοστάσιο, τη μικρότερη νύχτα του χρόνου, η οποία σηματοδοτεί το κλείσιμο ενός κύκλου στο χρόνο και την έναρξη του επόμενου. Το νόημά τους είναι διπλό: αφενός, πρακτικά, καίμε τα χόρτα από τους κήπους μας, που τέτοια εποχή είναι κατάξεροι, προσπαθώντας να εξαφανίσουμε κάθε σπόρο ζιζανίου ώστε η γη να είναι καθαρή για την επόμενη χρονιά. Αφετέρου, συμβολικά, καθαριζόμαστε και οι ίδιοι. Γι’ αυτό πηδάμε μέσα από τη φωτιά, φωνάζοντας «Όξω ψύλλοι και κοριοί!». Γι’ αυτό επίσης καίμε διάφορα πράγματα που μας συνδέουν με τον προηγούμενο κύκλο: το στεφάνι του Μάη, το βραχιόλι του Μάρτη κ.ά..
Το έθιμο τελούνταν σε όλη την Ελλάδα, ακόμη και μέσα στις μεγάλες πόλεις, μέχρι σχετικά πρόσφατα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η αρχή της εγκατάλειψής του ήταν η ασφαλτόστρωση του δρόμου. Όπου οι δρόμοι είναι χωμάτινοι, σε γενικές γραμμές εξακολουθεί να τελείται.
Η συγκεκριμένη φωτιά όπου πήγαμε ανάβει στην Καισαριανή. Εκεί μέχρι πρόσφατα ήταν μια λαϊκή γειτονιά με χαμηλά σπιτάκια και με συμπαγή, σε αρκετά μεγάλο βαθμό, πληθυσμό. Αλλά ακόμη και σήμερα, που τα σπιτάκια ολοένα γκρεμίζονται για να χτιστούν πολυκατοικίες, και που έχουν εισρεύσει πολλοί νεήλυδες (οι «νεόπλουτοι / νεοκαισαριανιώτες», όπως τους αποκαλούν με... συγκρατημένη συμπάθεια οι παλιοί), είναι ακόμη γειτονιά. Από το σπίτι του μέχρι την ΕΒΓΑ λέει κανείς καμιά δεκαριά καλημέρες!
Για τον παλιό λοιπόν πληθυσμό της Καισαριανής, οι φωτιές του Άη Γιαννιού είναι κάτι οικείο, που ανήκει σε αναμνήσεις όχι πολύ παλιές. Όταν λοιπόν ένας άνθρωπος αποφάσισε να ξανανάψει τη φωτιά, πριν καμιά δεκαπενταριά χρόνια νομίζω, βρήκε πρόθυμη συμπαράσταση από όλη τη γειτονιά. Μετά, χρόνο με το χρόνο, το πράγμα άρχισε να παίρνει διαστάσεις. Μαζεύονταν άνθρωποι από άλλες γειτονιές, κάθονταν μέχρι αργά, τρωγοπίναν και χόρευαν. Πλέον η μάζωξη μοιάζει περισσότερο με μουσικό χάπενινγκ. Επιμένω όμως στο μοιάζει, γιατί όση μουσική κι αν υπάρχει, η φωτιά είναι πάντοτε η καρδιά της βραδιάς.
Η φωτιά ανάβει σε ένα σταυροδρόμι, μέσα στην πόλη, ανάμεσα στις πολυκατοικίες και στα τελευταία εναπομείναντα σπιτάκια. Η αρχική πρώτη ύλη της φωτιάς είναι ένα αξιοσημείωτο πλήθος από μαγιοστέφανα, που τα φέρνουν όλοι οι γειτόνοι. Έρχονται και οι ίδιοι, πηδούν τη φωτιά και εύχονται και του χρόνου. Για τη μαρίδα της Καισαριανής είναι το σούπερ γεγονός. Όλο τον Ιούνιο ρωτούν πότε θα ανάψει η φωτιά, και όταν έρθει η μέρα μαζεύονται με τα ποδήλατα και τα σκέιτ ή πεζοί, και μετράν πόσες φορές πήδηξε ο καθένας.
Η φωτιά άναψε κατά τις έντεκα. Μέχρι τότε το πράγμα έμοιαζε άτονο, άνευρο. Άνθρωποι κάθονταν γύρω γύρω με ένα ποτό στο χέρι, λέγοντας «τι ζέστη!» ή άλλες κοινοτοπίες. Η φωτιά όμως ξύπνησε τους πρώτους. Πήδηξε πρώτος ο οικοδεσπότης, μετά η πιτσιρικαρία, σιγά σιγά και οι υπόλοιποι. Οπωσδήποτε είχε και αρκετούς που δεν πηδούσαν, τους αρκούσε να βλέπουν να πηδάν οι άλλοι.
Η φωτιά έχει μαγική δύναμη, αυτό το έχει νοιώσει πολύς κόσμος. Αλλά βέβαια ο σημερινός άνθρωπος έχει καταπιεί τόσα φάρμακα και χημικά στη ζωή του που η μαγεία είναι δύσκολο πια να τον πιάσει. Εμάς τουλάχιστον· οι πιτσιρικάδες δε μου φάνηκε να δυσκολεύονται τόσο. Για μας λοιπόν, εκτός από το καθαρτήριο πυρ, υπάρχουν και κάποια άλλα ενισχυτικά. Το κυριότερο είναι ο χορός.



Τέτοιος χορός δε γίνεται με βιολιά και με λαούτα, με μπουζούκια και με κιθάρες, με φλογέρες και ούτια. Θέλει βίαιους, επιθετικούς ήχους, που μπαίνουν από το αυτί σου στη ραχοκοκκαλιά σου και σου λένε, ή κουνήσου ή θα σε κουνήσω. Θέλει βαρύ πυροβολικό: γκάιντα, ζουρνά, τσαμπούνα, και κυρίως τύμπανα.
Φέτος είχαμε τέσσερις τσαμπούνες, μία γκάιντα, ένα ζουρνά και βέβαια, όπως κάθε χρόνο, πολλά και ποικίλα τύμπανα. Το ότι κάπου στο περιθώριο είχε και λύρες, λαούτα, κιθάρες, δεν το κρίνω μεγάλης σημασίας.
Λίγο μετά την αφή της φωτιάς, όταν το πήδημα είχε αρχίσει να γενικεύεται, ακούστηκε η πρώτη πιαυλέα. Έγινε για λίγο ο πρώτος χορός. Γύρω από την πυρά. Διάλειμμα. Αργότερα έγινε ο δεύτερος. Διάλειμμα. Ε, με τούτα και με κείνα φτάσαμε στο σημείο όπου δεν είχε πλέον διαλείμματα, όπου οι χοροί διαδέχονταν αλλήλους ασταμάτητα και τα όργανα δεν ξεκουράζονταν. Η φωτιά καταβρόχθιζε παλέτες, καλεκλοπόδαρα, κούτσουρα. Μερικοί πηδούσαν μόνοι τους, άλλοι δυο δυο χεράκι χεράκι, άλλοι αγκαλιά με το όργανό τους συνεχίζοντας τη μουσική. Μερικοί, λόγω κακής συνεννόησης, ξεκινούσαν από αντίθετα σημεία, πηδούσαν, συγκρούονταν στον αέρα πάνω από τη φωτιά και έσκαγαν μέσα. Και τα νταούλια κρουν...



Μετά από μερικές ώρες, με μερικούς άρχισε να δουλεύει. Κάποιοι όντως πέταξαν στη φωτιά τους ψύλλους τους, το πουκάμισό τους και τον εαυτό τους, και έγιναν η Φωτιά, έγιναν ο Χορός. Κάποιον φαίνεται ότι ανήμερα τ’ Άη Γιαννιού τον «έπιασε» ο Άγιος Κωσταντίνος, κι έγινε αναστενάρης.
Εν τω μεταξύ είχε γίνει και ο Κλήδονας. Κατά τις τέσσερις το πρωί σταματήσαμε τη μουσική και το χορό, και ανοίξαμε τον Κλήδονα. Εκείνη ακριβώς την ώρα, δηλαδή τη λιγότερο θορυβώδη στιγμή όλης της βραδιάς, να σου και τα παιδιά από το κράτος. Ρώτησαν ποιος είναι υπεύθυνος εδώ. Ήρθε ο «υπεύθυνος», και του είπαν: ή σταμάτα τους, ή έλα μαζί μας στην Ασφάλεια (στα κεντρικά, παρακαλώ, όχι στο τμήμα!). Έρχομαι, τους είπε, έτσι κι αλλιώς δεν τίθεται θέμα να τους σταματήσω. Τότε κάποιος φώναξε ότι θα έρθουμε όλοι μαζί στην Ασφάλεια. Οι μπάτσοι, αφού εκτίμησαν πρόχειρα το πλήθος που θα ερχόταν, βρήκαν ότι δε συμφέρει, και έφυγαν.
Περισσότερα παρατράγουδα δεν είχαμε. Όμως μας χάλασαν όσο να ’ναι το κέφι. Έτσι, μετά το τέλος του Κλήδονα, ξανάρχισαν μεν τα τραγούδια και τα όργανα –σε πιο ήπιους τόνους, όπως είναι το φυσικό, όχι πλέον με νταούλια–, αλλά χωρίς κεντρικό παλμό. Τρία-τέσσερα πηγαδάκια έπιαναν το καθένα το τραγούδι του, ταυτόχρονα. Η παρέα είχε σπάσει.

Η εκτίμησή μου είναι ότι οι μπάτσοι δε φταίνε, μια δουλειά κάνουν. (Βέβαια, δουλειά είναι αυτή; Αλλά αφού υπάρχουν, υπάρχουν, τι να κάνουμε...). Αν δεν τους καλούσαν οι νεήλυδες γειτόνοι δε θα έρχονταν, όπως δεν είχαν έρθει τόσα χρόνια. Οι νεήλυδες πάλι, συμφωνώ ότι δεν είναι υποχρεωμένοι να ακούν τα νταούλια όλη νύχτα. Το θέμα είναι ότι σ’ αυτή τη ζωή δεν υπάρχουν μόνο υποχρεώσεις, νόμοι και κανόνες. Εντάξει άνθρωπε, δεν είσαι υποχρεωμένος να μας ακούς, αλλά δεν μπορείς να κάνεις μια παραχώρηση; Για σένα ο αποψινός ύπνος δεν είναι κάτι ξεχωριστό. Κοιμάσαι κάθε βράδυ. Για μας αυτό είναι μία φορά. Αν δεν το κάνουμε απόψε, δε θα το κάνουμε ποτέ. Οι νόμοι είναι για όταν οι άνθρωποι δεν μπορούν να βγάλουν άκρη μεταξύ τους. Η ύπαρξη νόμων, διαιτητών, αστυνομίας και δικαστηρίων, είναι ένδειξη μιας ανώριμης κοινωνίας. Τα μικρά παιδιά λένε «θα το πω στον μπαμπά μου», αλλά μεγαλώνοντας μαθαίνουν να μην το λένε.

Du reste: η βραδιά ήταν όσο καλύτερη θα μπορούσε να είναι. Το ότι πέντε δέκα άνθρωποι από όλους αυτούς έχασαν τον εαυτό τους και ήρθαν σε έκσταση είναι τρομερά σπουδαίο. Δυστυχώς δεν ήμουν ένας από αυτούς. Αλλά η έκσταση δεν ολοκληρώθηκε: κι αυτοί οι πέντε δέκα, πόσο μάλλον όλοι εμείς μαζί, κι αν ξέφυγαν, κι αν εξαϋλώθηκαν, κι αν έγιναν φωτιά και χορός, δεν έγιναν Ένα. Παρέμειναν μονάδες.
Ίσως του χρόνου. Αλλά αυτό, αν γίνει, δε γίνεται κατόπιν συνειδητής προσπάθειας, παρά γίνεται από μόνο του.
Όσοι, όπως εγώ, δεν μπόρεσαν έστω και το πρώτο στάδιο, να αποδυθούν τον εαυτό τους, έχουν πρόβλημα οι ίδιοι. Ελπίζεται ότι κάποια φορά θα το ξεπεράσουν. Αν το πετύχουμε έστω μία φορά στη ζωή μας, είναι ήδη πάρα πολύ. Οι πιο πολλοί άνθρωποι πεθαίνουν χωρίς να δοκιμάσουν αυτή την εμπειρία.
Για μένα φταίω εγώ, δε μου φταίει κανείς άλλος. Ωστόσο, δεν μπορώ να μην το πω: αυτοί που ήρθαν για να κρατάνε ένα ποτό στο χέρι, μακριά από τη φωτιά, γιατί ήρθαν; Δε βοήθησαν. Έχω δει πανηγύρια, χορούς, τα Αναστενάρια, και κατάλαβα ότι με το να τα βλέπω, εγώ και όσοι άλλοι αμέτοχοι, δυσκολεύουμε τα πράγματα για τους μετέχοντες. Μην το κάνετε ποτέ αυτό. Ξέρω ότι είναι δύσκολο, είναι πειρασμός να πας να δεις τι γίνεται εκεί, αλλά άμα κοιτάς δε γίνεται! ΟΧΙ ΣΤΟΥΣ ΘΕΑΤΕΣ, λοιπόν. Άμα σε καλούν να πηδήξεις, μην πας για να κοιτάς τους άλλους να πηδάν. Εσύ πόσο καλά πηδάς όταν σε βλέπουν;

Και του χρόνου.
Όξω ψύλλοι και κοριοί!

Παρασκευή 30 Μαρτίου 2007

ΕΘΝΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ

Την 25η Μαρτίου στα Πηγάδια, πρωτεύουσα της Καρπάθου, γίνεται μεγάλος εορτασμός. Είναι μάλλον η μεγαλύτερη γιορτή του χρόνου για την πόλη. Αφενός, έχουμε την εθνική επέτειο, που τιμάται με παρέλαση όλων σχεδόν των σχολείων του νησιού, ήτοι: δύο Γυμνασίων, δύο Λυκείων και τουλάχιστον 6-7 Δημοτικών και άλλων τόσων Νηπιαγωγείων, από όσα χωριά είναι σε σχετικά κοντινή απόσταση. Αφετέρου έχουμε τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, στον οποίον είναι αφιερωμένη η κεντρική εκκλησία των Πηγαδιών, συνεπώς τελείται πανηγύρι.
Δεν πήγα, για μία σειρά λόγων: ένας ήταν ότι μένω τρία χωριά πιο πέρα, και ήταν Κυριακή πρωί. Ένας άλλος ήταν ο συνωστισμός. Το πρόγραμμα της ημέρας περιλαμβάνει: κάθοδο των μαθητών, δασκάλων και πολλών γονέων από όλα αυτά τα σχολεία, και πιθανώς και άλλων από τα χωριά που κατεβαίνοιυν για τη γιορτή χωρίς να έχουν προσωπική σχέση με την παρέλαση· μεγάλη λειτουργία στην Ευαγγελίστρια, όπου φυσικά γίνεται το αδιαχώρητο· παρέλαση, όπου δεν ξέρω αν εκτός από τα σχολεία συμμετέχουν και οι άλλες δυνάμεις του νησιού: στρατός, αστυνομία, πυροσβεστική κλπ.. Σίγουρα εκφωνούνται κάποιοι λόγοι και παρευρίσκονται όλες οι αρχές (δημοτικές, εκκλησιαστικές κλπ.) και όλος αυτός ο κόσμος, περίπου η μισή Κάρπαθος. Μετά την παρέλαση όλοι προσπαθούν να πάνε κάπου για καφέ, αλλά είναι περισσότεροι από όσους χωράνε σε όλες αθροιστικά τις καφετέριες και τα καφενεία της πόλης, με αποτέλεσμα να υπάρχουν όρθιοι, ουρές που περιμένουν, και γενικά μία έλλειψη άνεσης. Καθώς μεσημεριάζει, αρχίζει το πανηγυρικό γεύμα στο Μέγαρο (μεγάλη αίθουση συνεστιάσεων που ανήκει στην εκκλησία). Τα ψάρια για το συγκεκριμένο πανηγύρι είχαν αρχίσει να τα ετοιμάζουν από τη Δευτέρα! Για να μπορέσουν να εξυπηρετηθούν τόσοι άνθρωποι, η μόνη λύση είναι οι στρώσεις: γίνεται η πρώτη στρώση, τρώει ο κόσμος, φεύγουν, έρχονται να φάνε οι επόμενοι και πάει λέγοντας. Όσο η μία στρώση είναι μέσα, απαγορεύεται η είσοδος σε καινούργιους. Εννοείται ότι ο καθένας οφείλει να φάει και να την κάνει το συντομότερο, γιατί περιμένουν κι άλλοι. Υπάρχουν άνθρωποι επιφορτισμένοι με το άχαρο και δύσκολο καθήκον να προτρέπουν όσους είναι μέσα σε επίσπευση των διαδικασιών, και να ελέγχουν πόσοι καινούργιοι μπαίνουν κάθε φορά. Όσο οι προηγούμενοι τρώνε, οι επόμενοι περιμένουν στριμωγμένοι έξω από την είσοδο, εκνευρίζονται από την αναμονή, τσακώνονται και τα βάζουν με τους άμοιρους τους ταξιθέτες. Στην τελευταία στρώση, που πλέον δεν υπάρχει βία, βγαίνουν και τα όργανα. Αν υπάρχει παρέα και κέφι, γίνεται καθιστό γλέντι το οποίο τραβάει μέχρι το βράδυ, και κάποια στιγμή καταλήγει σε χορό. Αν το καθιστό δεν πετύχει, πάνε όλοι σπίτια τους και ξανάρχονται κατευθείαν για το χορό. Βέβαια ο χορός γίνεται με όρους περίπου λαϊκού κέντρου διασκέδασης· ήτοι, τα όργανα παίζουν από καθέδρας με τα μικρόφωνα, και αυτοί που χορεύουν είναι απλώς όσοι έχουν όρεξη, όχι όσοι έχουν κάτι να εκφράσουν με αυτό το χορό –π.χ. την οικογενειακή ή κοινοτική τους ενότητα, το να τιμήσουν την εορτάζουσα Παναγία ή κάτι άλλο.
Ο τρίτος λόγος που δεν πήγα ήταν ότι δεν είχα όρεξη να δω τον εορτασμό της εθνικής επετείου. Δεν τον έχω δει και ποτέ, αλλά έχω δει την 28η Οκτωβρίου και η εμπειρία μου δεν ήταν διόλου ενθαρρυντική. Αν λοιπόν ληφθεί υπόψιν ότι η 28η Οκτωβρίου είναι μικρότερη γιορτή, υπέθεσα ότι τώρα θα ήταν ακόμη χειρότερα.
Στην 28η Οκτωβρίου το κάθε χωριό γιορτάζει χώρια. Τη μεν παραμονή το κάθε σχολείο κάνει εσωτερικά τη γιορτή του και ακολουθεί δοξολογία στην εκκλησία και παρέλαση, ανήμερα δε της επετείου γίνεται μόνο στα Πηγάδια μία τελετή με κατάθεση στεφάνων, παρουσία πάλι των Αρχών και των σχολείων της πόλης (δύο Νηπιαγωγεία, δύο Δημοτικά, ένα Γυμνάσιο, ένα Λύκειο, και για αδιευκρίνιστους λόγους και ένα Λύκειο Ελληνίδων). Άρα δεν κατεβαίνει τόσος κόσμος από τα χωριά, ο πληθυσμός είναι όσος και κάθε μέρα.
Και όμως, όταν παρέστην μια φορά σ’ αυτή τη συγκριτικά σεμνή γιορτή, μου ήρθε σύγκρυο από αυτά που είδα!
Ο χώρος συγκέντρωσης είναι μία πλατεία όπου υπάρχει Ηρώο. Έχουν στηθεί μεγάφωνα, και μέχρι να συγκεντρωθούν όλοι και να αρχίσει η τελετή, τα μεγάφωνα παιανίζουν εμβατήρια σε εκκωφαντικές εντάσεις, λες κι είμαστε στη Χούντα. Τα διάφορα σχολεία προσέρχονται εν παρατάξει και παίρνουν τις θέσεις τους. Προσέρχονται και οι δημάρχοι, επάρχοι, ένστολοι, δεσποτάδες και λοιποί, και παίρνουν κι αυτοί τις δικές τους. Οι θεατές είναι γύρω γύρω. Όταν έρθει η στιγμή, παύουν τα εμβατήρια και έρχεται ο χειριστής του μικροφώνου, ο Μέγας Τελετάρχης, ένας άνθρωπος που με απαράμιλλο πάθος και στόμφο, λες και είναι ερωτευμένος με τη φωνή του, δίνει τα παραγγέλματα: «Κατάθεση στεφάνου από το πρώτο Νηπιαγωγείο Καρπάθου!!! Από το δεύτερο νηπιαγωγείο Καρπάθου!!!» κ.ο.κ..
Η σειρά είναι από τα μικρά σχολεία προς τα μεγάλα. Ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι από το κάθε σχολείο παίρνουν το στεφάνι τους και το καταθέτουν στο Ηρώο. Τα παιδιά αυτά είναι μασκαρεμένα ποικιλοτρόπως: άλλα τσολιαδάκια και αμαλίες, άλλα με καρπάθικες φορεσιές, άλλα σαν φαντάροι με παραλλαγές. Αφού καταθέσουν το στεφάνι, λένε το ποίημά τους. Προσωπικά δε γνώριζα ότι ο απάνθρωπος θεσμός του ποιήματος υπάρχει ακόμη. Άλλοι λένε απλά πατριωτικά ποιηματάκια του τύπου «Είμαι εγώ μια Ελληνοπούλα που σα μια Σουλιωτοπούλα αγαπώ με την καρδιά μου την πατρίδα τη γλυκειά μου», και άλλοι δοκιμάζουν τις ικανότητες απαγγελίας τους με αποσπάσματα Παλαμά, Σολωμού και άλλων ποιητών. Φυσικά το ύφος της απαγγελίας δεν προσπαθεί να κρύψει ότι τα παιδάκια δεν καταλαβαίνουν γρυ από ό,τι λένε. Ούτε τα βάσανα και τα κλάματα που χρειάστηκαν μέχρι να το μάθουν κρύβονται. Όταν μάλιστα το ποίημα είναι και κάπως εκτενές, συχνά ξεκινάνε ξεφωνίζοντας με φόρα και καταλήγουν να μουρμουρίζουν ξέπνοα και άνευρα τους τελευταίους στίχους, όπου συνήθως η πατριωτική έξαρση κορυφώνεται με μία κορώνα του τύπου «...και θα βρωντοφωνάξω ΟΧΙ!», που μόλις ακούγεται.
Οι γονείς και το υπόλοιπο κοινό, αισθανόμενοι την εθνική τους υπερηφάνεια να διεγείρεται από αυτή τη σκηνή λιτού μεγαλείου, ξασπάνε σε καταρρακτώδη χειροκροτήματα. Τα παιδάκια επιστρέφουν στην παράταξή τους (όπου οι συμμαθητές τους είναι ντυμένοι με στολή παρέλασης, μπλε-άσπρο). Ο Μέγας Τελετάρχης ανακοινώνει με αδιάπτωτο στόμφο την κατάθεση από το επόμενο σχολείο.
Στα μεγαλύτερα σχολεία η κατάσταση είναι πιο αξιοπρεπής. Οι μαθητές δε φορούν ούτε στολή παρέλασης ούτε φουστανέλα-τσαρούχ’-φουνταφές, απλώς είναι σχετικά καλοντυμένοι –όχι με σχισμένα–, και αντί ποιήματος λένε μία λογική φράση του στυλ «Από το τάδε σχολείο με ευγνωμοσύνη».
Τη χρονιά που τα παρακολούθησα αυτά, το επόμενο στάδιο ήταν μία αναμέτρηση δυνάμεων μεταξύ των δύο Δημοτικών. Στο ένα είχαν ετοιμάσει ποιήματα, στο άλλο τραγούδια. Μιά ομάδα επίλεκτων μαθητών από το ένα έκαναν ουρά μπροστά στο μικρόφωνο και απήγγειλαν με τη σειρά μερικές στροφές ο καθένας από κάποιο μακρύ ποίημα, με την ίδια ερμηνευτική δεινότητα όπως και προηγουμένως. Το κοινό παραληρούσε, ο Μέγας Τελετάρχης έσκαγε από καμάρι –αλλά κανείς δεν καμάρωνε όσο η υπεύθυνη δασκάλα. Όμως το δεύτερο σχολείο απάντησε με κάτι ακόμη δυναμικότερο: η χορωδία του δεν αποτελούνταν από επίλεκτη ομάδα αλλά από όλους τους μαθητές! Μία μεγαλοπρέπεια άνευ προηγουμένου! Κάποια δασκάλα είχε κρίνει ότι θα είναι ωραίο και ταιριαστό, αντί να περιοριστούμε σε ποιήματα των οποίων δεν καταλαβαίνουμε τα λόγια, να επεκτείνουμε τη σφαίρα των επιδόσεών μας και σε τραγούδια των οποίων δεν καταλαβαίνουμε τη μουσική. Χωρίς να ξέρει προφανώς η ίδια από μουσική, ώστε να μεταδώσει στα παιδιά αν μη τι άλλο το πώς ταιριάζουμε όλοι τις φωνές μας σε ένα τόνο και ένα ρυθμό, απλώς τους είπε ότι το πατριωτικό περιεχόμενο των τραγουδιών υποδεικνύει μία ζωηρή ερμηνεία, όχι σερνάμενη. Τα έρμα τα παιδιά γκαρίξαν λες και βρίσκονταν στο γήπεδο. Νέο κύμα εθνικού οργασμού συγκλόνισε το κοινό.
Μετά το πέρας της τελετής τα μεγάφωνα παιάνισαν για λίγο αόμη τα εμβατήρια (τα ίδια με πριν βέβαια: πού να βρεθεί ολόκληρη συλλογή από κασέτες!) και μετά σκορπίσαμε.
Η εντύπωση που αποκόμισα ήταν η ίδια όπως σε ένα τσίρκο. Όπως εκεί βλέπουμε άλογα, ελέφαντες και σκυλάκια να εκτελούν άθλους που για μας είναι θεαματικοί (π.χ. να κάνουν ποδήλατο) αλλά για τα ίδια τα ζώα και για όποιον άλλο μπορεί να πλησιάσει τη στέρεη λογική τους είναι απολύτως μάταια (τι με εξυπηρετεί το να ξέρει ποδήλατο ένας ελέφαντας; γιατί να το θαυμάσω;) και εξευτελιστικά, και επιπλέον αποτελούν το προϊόν γύρευε πόσων βασανιστηρίων, και συνοδεύονται από στολίδια, φτερά, μουσικές και έναν πομπώδη τελετάρχη με μικρόφωνο, έτσι ακριβώς ήταν και αυτό που είδαμε στην εθνική εορτή. Ξέρετε πώς μαθαίνει η αρκούδα να χορεύει; Αν δεν ξέρετε, τη βάζουν να σταθεί σε μια λαμαρίνα που από κάτω έχει αναμμένα κάρβουνα, και της παίζουν ντέφι. Αυτή φυσικά χοροπηδάει γιατί καίγεται, και σιγά σιγά συνηθίζει να χοροπηδάει όποτε ακούει ντέφι. Χρόνια πριν τον Παυλώφ, οι Έλληνες και λοιποί Βαλκάνιοι αρκουδιάρηδες είχαν μάθει να προκαλούν στα δύστυχα αυτά ζώα την αίσθηση της πυρωμένης λαμαρίνας χωρίς να υπάρχει η ίδια η πυρωμένη λαμαρίνα.
Με την ίδια μέθοδο, παιδιά του νηπιαγωγείου που δεν ξέρουν ανάγνωση αποστηθίζουν ποιήματα (που αν ο ποιητής τους μπορούσε να προβλέψει τη μοίρα των έργων του, μάλλον θα γινόταν ζωγράφος) και στολίζονται με φτερά για να τα απαγγείλουν. Το να μάθουν μερικά τραγούδια είναι μάλλον λιγότερο βασανιστικό ως διαδικασία, αλλά ακόμη εξευτελιστικότερο ως παράσταση, αφού μία κακή απαγγελία μπορεί να είναι στη χειρότερη περίπτωση «μη επιτυχημένη», ενώ το φάλτσο και κακόφωνο ομαδικό τραγούδι είναι κάτι παραπάνω, είναι γνησίως δυσάρεστο και οικτρό.
Η 28η Οκτωβρίου είναι η επέτειος του ΟΧΙ. Την ημέρα αυτή τιμάμε την επιλογή μιας μικρής και ανίσχυρης χώρας να ακολουθήσει τα δικά της ιδανικά και όχι τις ξένες επιταγές, τις απειλές και την υπεροπλία. Εν ολίγοις τιμάμε την ελεύθερη βούληση. Και την τιμάμε εξασκώντας τα παιδιά εξ απαλών ονύχων να παπαγαλίζουν ποιήματα και να μασκαρεύονται όπως τους πούμε, όποτε τους πούμε. Μη χειρότερα Θεέ μου...
Από συζητήσεις με συναδέλφους κατέληξα στο απροσδόκητο συμπέρασμα ότι μόνον εγώ δεν είχα ξαναδεί τέτοια γιορτή. Για όλο τον υπόλοιπο κόσμο ήταν κάτι δεδομένο. Να επαναλάβω ότι όλο αυτό το πανηγύρι δεν ήταν η σχολική εορτή, στην οποία ας δεχτούμε (αν και γιατί να το δεχτούμε;...) ότι οι απαγγελίες ποιημάτων και οι μεταμφιέσεις έχουν μια κάποια θέση, ήταν η εορτή της πόλης! Μέσα στα σχολεία είχε ήδη γίνει από την προηγούμενη ημέρα ό,τι ήταν να γίνει.
Οι εορταστικές εκδηλώσεις, όπως και στην 25η Μαρτίου και στη 17η Νοέμβρη, έτσι και στην 28η Οκτωβρίου ολοκληρώνονται με ένα φινάλε που και πάλι δεν ξέρω αν αποτελεί καρπάθικη πρωτοτυπία ή έχει ευρύτερη διάδοση: είναι καθιερωμένο αυτές τις ημέρες κάποιο από τα τμήματα της Β΄ ή της Γ΄ ενός από τα δύο Λύκεια του νησιού να οργανώνει πάρτυ σε μαγαζί. Αυτά τα πάρτυ έχουν ως κύριο σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων, συνήθως για τις πενταήμερες. Γίνονται σε νυχτερινά μαγαζιά, αλλά σε ημερήσιες ώρες: συνήθως έχουν έναρξη γύρω στη 1:30΄ το μεσημέρι, και προσέρχονται κυρίως οι υπόλοιποι μαθητές από τα Γυμνάσια και τα Λύκεια. Μια φορά που είχα πάει κι εγώ, ήταν υπέροχα. Δεν είναι μόνο ότι μερικά δεκατριάχρονα έως δεκαεξάχρονα κάπνιζαν και μεθοκοπούσαν, ενώ οι υπόλοιποι μαθητές πλήττουν μη έχοντες τι να κάνοντες, ακούγοντας σκυλάδικα από κακά ηχεία που θα παραμόρφωναν και ευγενέστερες μουσικές: ήταν κυρίως το ντεκόρ. Το συγκεκριμένο μαγαζί έχει γύρω γύρω τζαμαρίες. Κανονικά δουλεύει μόνο νύχτα. Για να μπορέσουν λοιπόν να δημιουργήσουν νυχτερινή ατμόσφαιρα μέρα μεσημέρι, είχαν κάνει συσκότιση κολλώντας με μονωτική μαύρες σακκούλες σκουπιδιών πάνω στα τζάμια.
Βασισμένος λοιπόν σε αυτές τις τρεις ξεχωριστές εμπειριίες μου, μία από το πανηγύρι του Ευαγγελισμού, μία από την τελευταία 28η Οκτωβρίου και μία από ένα σχολικό πάρτυ, θεώρησα καλό φέτος να κάτσω στο χωριό στην 25η Μαρτίου. Οι μαθητές μου παραπονέθηκαν λίγο που δεν ήρθα να τους καμαρώσω, αλλά ομολόγησαν ότι από την παρέλαση δεν έχασα πολλά πράγματα: επειδή, λέει, τα κορίτσια (με αφορμή τη μοναδική μέρα που βάζουν φούστα) ντύνονται όχι για παρέλαση αλλά για πασαρέλα, και δεν μπορούν να κάνουν βήμα με τα τακούνια, προσπαθούν να κρατήσουν την ισορροπία τους με σπασμωδικές κινήσεις των χεριών και τους φεύγουν τα τσαντάκια... Δεν πειράζει, αυτό το έχω δει κι άλλη φορά. Κι η ίδια η παρέλαση δεν καταλαβαίνω τι νόημα έχει, αν είναι να γίνεται έτσι γελοία. Βέβαια, θα αντιτείνει κανείς ότι δεν μπορεί να γίνει κι αλλιώς, αφού οι μαθητές δεν είναι φαντάροι για να έχουν εκπαιδευθεί στο βήμα. Αυτό πάλι ανοίγει ένα άλλο μεγάλο θέμα: ακόμη και οι φαντάροι, τι δουλειά έχουν να εκπαιδεύονται στο βήμα; Δεν έχουν τίποτε πιο χρήσιμο να μάθουν σχετικά με την εθνική μας άμυνα;
Όμως κάποια στιγμή αυτό το κείμενο πρέπει να κλείσει. και το κλείνω
ακριβώς
εδώ.

Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2007

ΚΑΛΕΣ ΑΠΟΚΡΙΕΣ

Από τη στιγμή περίπου που μπήκε το Τριώδιο, προσπαθούσα να οργανώσω εδώ στο χωριό μία ηχογράφηση, όπου θα κατέγραφα τα τοπικά αποκριάτικα τραγούδια. Από τις περσινές Απόκριες θυμόμουν ότι τα τραγούδια αυτά είναι πολύ περισσότερα από όσα είναι γνωστά, είτε από τους δίσκους και τα βιβλία είτε ως πανελλήνια. Λογικό άλλωστε, αφού σε οποιοδήποτε μέρος τα αποκριάτικα τραγούδια είναι αυτά που πιο δύσκολα θα δημοσιεύονταν. Ειδικά δε για την Κάρπαθο, το να είναι κανείς κάτοικος Όθους και να είναι κάθε μέρα εκεί είναι πολύ ευνοϊκή συγκυρία για μια τέτοια δουλειά. Το Όθος είναι το μόνο χωριό του νησιού όπου τα αποκριάτικα έθιμα τελούνται ακόμη συστηματικά κάθε χρόνο. Επομένως εκείνοι που ξέρουν αυτά τα τραγούδια (πρόκειται για μία ειδική κατηγορία τραγουδιστών: είναι εκείνοι που σε κάθε τόπο αρέσκονται σ' αυτό το είδος, ξέρουν πολλά, τα ερμηνεύουν με ιδιαίτερο μπρίο, και δεν αποκλείεται να είναι άνθρωποι που τον υπόλοιπο χρόνο δεν ανοίγουν το στόμα τους να τραγουδήσουν) είναι σε καλύτερη φόρμα από τους ομολόγους τους των άλλων χωριών, όπου γίνεται λιγότερη προπόνηση.

Ίσως έχετε υπόψη σας ένα βιβλίο, πρόκειται νομίζω για εγχειρίδιο ανθρωπολογικής έρευνας, που αναφέρει στο οπισθόφυλλο τα εξής: "Ο Τάδε, μελετητής των παραδοσιακών συμπεριφορών στην κοινωνία των Ακουμπαταμπαούλα, ξέρει τα πάντα για το πώς γίνεται η ανθρωπολογική έρευνα. Όμως οι ίδιοι οι Ακουμπαταμπαούλα δεν έχουν ιδέα!"... και συνεχίζει με τα προβλήματα που μπορεί να συναντήσει ένας ερευνητής λόγω της πολιτισμικής του διαφοράς με τους ανθρώπους τους οποίους μελετά.* Έπεσα λίγο σ' αυτή την περίπτωση, μόνο που δεν έχω διαβάσει το βιβλίο, κι έτσι δεν ήξερα πώς λύνονται αυτά τα προβλήματα. Εν ολίγοις, την ημέρα και ώρα της ηχογράφησης άλλοι δεν εμφανίστηκαν καθόλου και άλλοι εμφανίστηκαν μεν, αλλά όχι στο σημείο του ραντεβού αλλά σε διάφορα άσχετα μέρη. Μετά από ένα εξόχως δημιουργικό τρίωρο στο καφενείο, όπου περίμενα ποιος θα εμφανιστεί ή θα πάρει τηλέφωνο και ταυτόχρονα προσπαθούσα να συγκρατήσω εκείνους που είχαν ήδη εμφανιστεί, τελικά πήρα την απόφαση ότι η ηχογράφηση μάλλον δεν έγινε.**

Είχε προηγηθεί ένα γλέντι την Τσικνοπέμπτη, που το είχα ηχογραφήσει αλλά δεν ήταν αυτό που θέλω: εκτός από τη βαβούρα του καφενείου, παρουσίαζε και το σημαντικό πρόβλημα ότι δεν υπήρχαν όργανα, κι έτσι έπαιξα εγώ λύρα, που δεν ξέρω -αλλά και να ήξερα, ο σκοπός ήταν να γράψω εκείνους, όχι εμένα. Έτσι βγήκε μία καταγραφή πλούσια μεν σε τραγούδια και σε κέφι, αλλά πολύ μέτρια από άλλες απόψεις. Ήταν όμως μία καλή προθέρμανση.

Μετά από την Τσικνοπέμπτη και μετά από το αποτυχημένο ραντεβού, ακολούθησαν τα γενέθλιά μου, που έκανα μια μάζωξη με μικτή παρέα, και από το Όθος και από μη Καρπάθιους φίλους μου. Κάποια στιγμή βγήκαν και τα όργανα, πρώτα οι μπουζουκομπαγλαμάδες και αργοότερα τα καρπάθικα, και φυσικά υπήρξε και ένα αποκριάτικο πρόγραμμα. Πρέπει να πω ότι αρκετοί από εκείνους που ήθελα να καταγράψω είναι φίλοι μου που ούτως ή άλλως κάνουμε παρέα στο χωριό (γι' αυτό και βρέθηκαν στη μάζωξη), κάτι που ίσως δε διευκολύνει τα πράγματα όπως αρχικά θα νόμιζε κανείς. Πάντως έγινε άλλη μια προθέρμανση. Εννοείται ότι δεν έκατσα να ηχογραφήσω τα γενέθλιά μου.

Προκύπτει δε εκείνη την ημέρα, ότι έναν εκ των συντελεστών τον έχουν καλέσει να πάει στο καρπάθικο ραδιόφωνο να μιλήσει για το Πιπέρι, και μού πρότεινε να πάμε μαζί, για να ακουστεί και η γνώμη ενός μη ντόπιου, που τα βλέπει από μία διαφορετική οπτική. Ο εν λόγω συντελεστής είναι ο φίλος μου Μιχάλης Χ., φιλόλογος και αρκετά δημόσιο πρόσωπο στην Καρπαθιακή κοινωνία. Ειρήσθω εν παρόδω ότι ένα πό τα ασυνήθιστα με την καρπάθικη μουσική παράδοση είναι ότι οι ενεργοί φορείς της δεν είναι μόνο βοσκοί και ψαράδες, αλλά και δασκάλοι, γιατροί και γενικώς αστοί (άλλωστε σ' αυτό το τόσο παραδοσιακό από ορισμένες απόψεις νησί υπάρχει πάρα πολύ μεγάλος βαθμός αστικοποίησης). Ο Μιχάλης τώρα που σας λέω, έχει κάνει κι ο ίδιος ορισμένες έρευνες και συλλογές στοιχείων πάνω σε θέματα της καρπάθικης παράδοσης, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να είναι ταυτόχρονα ένας αυθεντικός γλεντιστής του χωριού, με συμμετοχή μεταξύ άλλων και στα αποκριάτικα.

Η εκπομπή θα γινόταν σήμερα το πρωί (Τετάρτη). Τη Δευτέρα λοιπόν, στα γενέθλια, μού το είπε, και κανονίσαμε να βρεθούμε την Τρίτη στο καφενείο για να οργανωθούμε. Ξαναμιλάμε την Τρίτη και επιβεβαιώνουμε το ραντεβού για τις οχτώ το βράδυ. Στις εφτάμιση με παίρνει ένας άλλος, από την παρέα που ήταν και στα γενέθλια και θα ήταν και στην ηχογράφηση, και μου λέει: Μίλησες με το Μιχάλη;
-Μίλησα.
-Άκου, μου λέει, εδώ στο καφενείο έχει πολύ θόρυβο, να έρθουμε καλύτερα σπίτι σου;
Με έπιασε κάπως απροετοίμαστο.
-Ποιοι να έρθετε;
-Μα όλοι! Δε θα κάνουμε την ηχογράφηση;
-Τι να σου πω, του λέω, τώρα το μαθαίνω. Να έρθετε, άκου λέει!

Ένα από τα θέματα που όλοι επέμεναν ήταν ότι για να γίνει αυτή η ηχογράφηση θα έπρεπε οι συμμετέχοντες να είναι στο κέφι, δηλαδή να έχουν τραβήξει τα ποτηράκια τους. Εγώ τη συγκεκριμένη στιγμή είχα μόλις ξυπνήσει και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν ένας καφές και μία ήρεμη συζήτηση μεταξύ φιλολόγων για το τι θα λέγαμε στην εκπομπή. Αλλά αν αυτοί θέλαν να γράψουμε τα τραγούδια, δεν ήμουν και τρελός να τους πω όχι!

Έρχονται λοιπόν. Ήρθαν όλοι! Ακόμη και οι πιο γλιστεροί, αυτοί που πραγματικά δεν ήξερα σε ποια γλώσσα να τους πω τη λέξη "ραντεβού" για να συνεννοηθούμε, ήταν εκεί απίκο. Κάναμε μία ωραία ηχογράφηση, και περάσαμε και μία υπέροχη βραδιά, με δημιουργικό κέφι και αίσθηση παρέας. Βρίσαμε με την ψυχή μας, χωρίς όμως να χυδαιολογήσουμε ούτε στιγμή. Όταν θεωρήσαμε ότι τελειώσαμε, οι τελευταίοι που αντέχαμε ακόμη πήγαμε στο καφενείο να φάμε. Εκεί ξεκινήσαμε την περίφημη συζήτηση για την εκπομπή, όπου φυσικά προέκυψε η ιδέα να παίξουμε κάποιες από τις ηχογραφήσεις μας.

Έτσι, στις δύο τη νύχτα που γύρισα σπίτι μου χρειάστηκε να κάτσω επιτόπου να αρχίσω το ξεκαθάρισμα των όσων είχαμε γράψει. Τα χτένιζα μέχρι τις πέντε το πρωί, για να απομονώσω τις κουβέντες και όλα τα άσχετα εκτός από τη μουσική, να γράψω τους τίτλους, να δω ποια είναι κατάλληλα για το ραδιόφωνο. Πήγα για ύπνο. Το πρωί οχτώ η ώρα είχα μάθημα. Στις εννιάμιση την κοπάνησα για τα Πηγάδια. Πήγα στο στούντιο. Η εκπομπή ήταν δέκα με έντεκα.

Η παρουσιάστρια μας ευχαρίστησε που διαθέσαμε το χρόνο μας και τις βαρυσήμαντες γνώσεις μας, καθώς και για ό,τι γενικώς έχουμε κάνει στην Κάρπαθο. Εμείς από την πλευρά μας την ευχαριστήσαμε για την πρόσκληση και την τιμή, καθώς και για τη γενικότερη προσφορά της ίδιας και του σταθμού. Μετά ο Μιχάλης ευχαρίστησε εμένα που αγάπησα το χωριό, και όλο το νησί, και έχω μπει στην τοπική κοινωνία και ψάχνω τη μουσική τους κλπ.. Εγώ τον ευχαρίστησα, και στο πρόσωπό του όλο το Όθος και την Κάρπαθο, που με υποδέχτηκαν και με αγκάλιασαν και με βοήθησαν τόσο στις μουσικές μου αναζητήσεις όσο και γενικότερα. Αναφερθήκαμε και στην ηχογράφηση, ο Μιχάλης με ευχαρίστησε που πήρα την πρωτοβουλία και αποτυπώθηκαν μερικά τραγούδια, κι εγώ τον ευχαρίστησα, μαζί με τους άλλους συμμετέχοντες, για τη συνεργασία τους και για το ότι μου εμπιστεύτηκαν τα τραγούδια τους. Η παρουσιάστρια μας ευχαρίστησε που φέραμε την ηχογράφηση μαζί μας.

Ήμασταν όλοι τόσο ευχαριστημένοι, που μπορούσαμε πια να ξεκινήσουμε. Θα σας επαναλάβω λίγο πολύ αυτά που είπα για το Πιπέρι, γιατί είναι μία ευκαιρία να τα γράψω. Από καιρό την περίμενα.

Το έθιμο το έχω δει μία μόνο φορά, πέρσι. Όλοι οι ντόπιοι λένε ότι δεν είναι αυτό που θυμούνται από τους παλιούς, έχει ξεφτίσει. Εγώ δεν έχω μέτρο σύγκρισης. Αυτό που είδα είναι το εξής:

Από το πρωί της Καθαράς Δευτέρας στελιάζεται ένα γλέντι στο καφενείο. Τρώνε, πίνουν και μνημονεύουν τους νεκρούς τους. Βγάζουν τα όργανα, και αρχίζουν τις μαντινάδες. Οι μαντινάδες αναφέρονται σε όσους έχουν πεθάνει πρόσφατα ή και παλιότερα και η απουσία τους παραμένει αισθητή, και λέγονται και μερικές γενικότερου γνωμικού χαρακτήρα για το εφήμερο της ζωής. Όπως λένε αυτές τις μέρες σε άλλα μέρη, τούτη η γης που την πατούμε, όλοι μέσα θε να μπούμε. Η συγκίνηση ανεβαίνει, μέχρι που ξεχειλίζει.

Όταν όλοι έχουν χορτάσει δάκρυ και τραγούδι, μετά την κάθαρση, το κλίμα αλαφρώνει. Αρχίζουν τα εύθυμα τραγούδια. Εν τω μεταξύ κάνουν την εμφάνισή τους και οι πρώτες καμουζέλλες, δηλαδή μασκαράδες. Οι μεταμφιέσεις που είδα πέρσι ήταν αυτές που θα βλέπαμε και στην Αθήνα ή την Πάτρα, όχι κάτι έκδηλα παραδοσιακό. Όταν η εύθυμη ατμόσφαιρα έχει γενικευθεί, ένας ένας οι γλεντιστάδες την κοπανάνε για λίγο, μασκαρεύονται και ξανακατεβαίνουν. Έφυγα κι εγώ κάποια στιγμή, και όταν κατέβηκα ντυμένος ο κόσμος είχε μεταφερθεί στο Μέγαρο (κοινοτικός χώρος για συνεστιάσεις και χορούς). Απ' ό,τι έμαθα, είχε μεσολαβήσει ένας σύντομος χορός στην πλατεία, όπου εμφανίστηκαν και κάποιες από τις παραδοσιακές καμουζέλλες. Αόριστα θυμάμαι μια φωτογραφία με κάποιον σε γάιδαρο.

Στο Μέγαρο αρχίζει κάποια στιγμή το Δικαστήριο ανηθίκων πράξεων. Οι άντρες που είναι ντυμένοι γυναίκες προσάγουν ενώπιον του Καδή άντρες που είναι ντυμένοι άντρες ή δεν είναι ντυμένοι τίποτε, με διάφορες κατηγορίες του τύπου "με αύτωσε αλλά δε με ικανοποίησε". Ανάλογα με το ταλέντο του Καδή και την ετοιμολογία κατηγόρων και κατηγορουμένων διαμείβονται πολύ σπιρτόζικοι διάλογοι. Τελικά κανείς δεν αθωώνεται. Η καταδίκη είναι πρόστιμο, που καταβάλλεται στ' αλήθεια.

Παράλληλα τα όργανα παίζουν σε άλλο σημείο του Μεγάρου. Ήδη από το μεσημέρι έχουν αρχίσει να συρρέουν άνθρωποι από όλα τα χωριά, οι περισσότεροι μασκαράδες. Έτσι μέσα στο Μέγαρο επικρατεί ένας πολύχρωμος πανικός με σερπαντίνες, μουτσούνες, τριχωτές γάμπες με δικτυωτά καλσόν, πολλά κεράσματα, μουσική και φασαρία. Κάποια στιγμή στήνεται ο χορός του Πιπεριού, ως εξής:
Σε μια περίοπτη εξέδρα ανεβαίνουν όσοι θέλουν να χορέψουν. Μόνο άντρες, μόνο μασκαρεμένοι και όχι πάρα πολλοί, για να φαίνονται. Ο κάβος (κορυφαίος του χορού) έχει μια λούρα και επιβλέπει αν όλα γίνονται όπως πρέπει. Ξεκινάει ο Κάτω χορός, με τραγούδια και μαντινάδες βωμολοχικού και σεξουαλικού περιεχομένου. Μετά από τρία τέσσερα λεπτά χορού, έρχεται ο στίχος: Πώς το τρίβουν το πιπέρι του διαόλου οι καλογέροι; Με τη μύτη τους (π.χ.) το τρίβουν και το διπλοκοπανίζουν. Λύνεται ο χορός, τρίβουν το πιπέρι με τη μύτη τους, ο κορυφαίος βαράει με τη λούρα όποιον δεν το κάνει καλά. Συγκεκριμένα πέρσι φαίνεται ότι το έκαναν όλοι καλά, και ο κορυφαίος κινδύνεψε να μην έχει δουλειά να κάνει, οπότε προέκρινε να βαράει γενικώς κι όποιον πάρει ο χάρος. Έφαγα μερικές με τη δερμάτινη ζώνη στη μούρη, κι ήταν όλες δικές μου. Στο Όθος το πιπέρι δεν το τρίβουν στη γη, όπως σε άλλα μέρη και όπως είναι το "κανονικό", αλλά ο ένας με τον άλλον. Αυτό μερικές φορές δημιουργεί κάποια συμπλέγματα ξεκαρδιστικά.

Ξαναδένεται ο χορός, και συνεχίζουν με τα γαμοτράγουδα και με τα βήματα του Κάτω. Μετά από λίγη ώρα επανέρχεται το πιπέρι. Το τρίβουν με άλλο μέρος του σώματος, τρώνε και μερικές, και συνεχίζεται η ίδια ιστορία. Ξέρετε βέβαια με τι το τρίβουν την τελευταία φορά.

Όταν τελειώσει ο χορός του πιπεριού γίνεται ένας κανονικός χορός, με συμμετοχή ντυμένων και άντυτων, με κανονικά τραγούδια. Αυτό τραβάει μέχρι όποια ώρα τη νύχτα υπάρχουν ακόμη κέφια.

Την άλλη μέρα ο κόσμος πάει στις δουλειές του. Το παρδαλό πανηγύρι έχει σχολάσει, και αρχίζει η Σαρακοστή.

Το πρώτο Σάββατο ή Κυριακή της Σαρακοστής γίνεται άλλο ένα γλέντι στο Μέγαρο, οι λεγόμενες Γίλλες. Είναι αφιερωμένο στα καινούργια ζευγάρια της χρονιάς και στα νεογέννητα παιδιά της χρονιάς. Όποιο ζευγάρι παντρεύτηκε ή έκανε παιδί κερνάει μία γίλλα (ένα ειδικό ψωμί, καρυκευμένο με διάφορα συμβολικά συστατικά). Το γλέντι αυτό γίνεται με τα λεφτά που έχει εισπράξει το Δικαστήριο από τα πρόστιμα.

Τι είναι λοιπόν το ιδιαίτερο με όλη αυτή την ιστορία; Κατά τη γνώμη μου είναι το ότι, ενώ το Πιπέρι είναι ένα έθιμο με πανάρχαιες καταβολές και μαγικο-ψυχολογικές προεκτάσεις, εντούτοις είναι σήμερα προσιτό στον καθένα. Όλος ο κύκλος των εκδηλώσεων αποτελεί ύμνο και γιορτή για τη ζωή που γεννιέται μέσα από το θάνατο: πρώτα το πένθιμο γλέντι της Καθαράς Δευτέρας πρωί (θάνατος), μετά οι γονιμικές τελετές με τα γαμοτράγουδα, το χορό του πιπεριού, τα φαλλικά σύμβολα όπως η λούρα του κάβου του χορού,το δικαστήριο κλπ. (έρωτας), και στο τέλος οι Γίλλες (γέννηση). Όμως, αν κάποιος δεν τα γνωρίζει όλα αυτά και δεν τον ενδιαφέρουν, έχει πάντα τη δυνατότητα να βάλει μια περούκα και να πάει απλώς για να καρναβαλίσει, να κάνει χαβαλέ. (Και θεωρώ ότι ο καρναβαλικός χαβαλές δεν είναι κάτι υποτιμητέο: δεν είναι καθόλου μικρή υπόθεση να μεταμφιεστείς και να βγεις από τον εαυτό σου, να γελάς και να πειράζεις και να σε πειράζουν όλη μέρα). Δεν είναι σαν άλλα αρχαιοπινή έθιμα που, διατηρώντας την παλιά τους μορφή, αποκλείουν εκ των πραγμάτων τη συμμετοχή του αμύητου. Το Πιπέρι είναι για όλους, από τα πολύ μικρά παιδιά μέχρι τους γέρους και τις γριές, ντόπιους και ξένους, για να μπουν μέσα σ' αυτό και όχι για να το παρακολουθούν. Είναι ένα σύγχρονο έθιμο, απολύτως ζωντανό και λειτουργικό, αλλά με ρίζες στα βάθη του χρόνου και στα έγκατα της ανθρώπινης ψυχής.

Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια, το ότι πολλές λεπτομέρειες έχουν ξεχαστεί ή αλλοιωθεί ή είναι καινούργιες και ξενόφερτες, προσωπικά δε με ενοχλεί καθόλου. Ο λέγόμενος Γύρος, όπου την προηγούμενη Κυριακή μια ομάδα καμουζέλλες και οργανοπαίχτες κάνει το γύρο των χωριών και στήνει ένα χορό σε κάθε πλατεία για να καλέσει τους χωριανούς στο Πιπέρι, είναι ένα καινούργιο έθιμο των τελευταίων δέκα ή δεκαπέντε χρόνων. Οι Γίλλες δεν είναι οθείτικες, τις πήραν από το Απέρι. Το πιπέρι κανονικά τρίβεται στη γη, όχι όπως το κάνουν εδώ. Οι παλιές μεταμφιέσεις, στις οποίες περιλαμβανόταν και ένας κουδουνάτος με προβιές (δηλαδή ούτε λίγο ούτε πολύ ένας Σάτυρος!) έχουν χρόνια να εμφανιστούν. Και τι μ' αυτό; Η ουσία παραμένει ζωντανή, το περίβλημα ας αλλάζει όπως θέλει.

Πάρτε και δυο τραγουδάκια, ένα κόσμιο και ένα βωμολοχικό:

1. Ο ΚΑΤΤΗΣ

Ένας κάττης μιαν ημέρα
βάζει ράσο σαν πατέρας.
Μπαίνει μες στο μοναστήρι
και διαβάζει το Ψαλτήρι,
και διαβάζει το Ρολόι
να 'ρθει το πεντικολόι.
-Πεντικοί, μη φοηθείτε,
'λάτε να ξαορευτείτε".
Κι απείτι και τους ήφερε στου φούρνου την καμάρα,
άγρια φωνή τους ήσυρε, τους ήπιασε τρομάρα.
Τα μικρά πεντικαλάκια
ήρπα 'πού τα κεφαλάκια.
Τους μιάλους πεντικάλους
ήρπαν απού τους κεφάλους.
Και μια γρα πεντικαλίνα
με τα μοιρολόγια εκίνα:
-Μη με φάεις μένα, κάττη,
να σου μαειρέψω ρύζι.
-Δεν το θέλω εγιώ το ρύζι,
κι εις τα 'όντια μου κα'ίζει.
-Μη με φάεις μένα, κάττη,
να σου μαειρέψω φά. (=φάβα)
-Δεν το θέλω εγιώ το φα
κι είν' τα 'όντια μου κουφά.
-Μη με φάεις μένα, κάττη,
να σου μαειρέψω χέλι.
-Δεν το τρώω εγιώ το χέλι,
και γλιστρά 'πού το πιατέλλι.
-Μη με φάεις μέας, κάττη,
να σου μαειρέψω αβγό.
-Δεν το θέλω εγιώ τ' αυγό,
μόνο θέλω ποντικό!

2. ΤΡΕΙΣ ΚΑΛΕΣ ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΕΣ

Τρεις καλές γειτόνισσες,
Καστελοριζιώτισσες,
ψωλοκόκκαλο βαστούσι,
στην ταβέρνα παν να πιούσι.
Βάλε κάπελλα κρασί,
φέρε μας και τη μισή.
Κι αουπόξω απ' την ταβέρνα
νιος πραματευτής επέρνα,
και φωνάζουν του κι οι τρεις:
-Βρε καλέ πραμετευτή,
τι πραματευτιά πουλάς,
και γυρνάς και διαλαλάς;
-Να το πω, να μην το πω;
Ντρέπομαι να σας το πω.
Να το πω, να μην το πω;
Δυο σακκιά ψωλές βαστώ,
κι όποια θέλει ν' αγοράσει
'πού τον πάγκο να περάσει.
'Κούσαν το οι λεύτερες,
πήραν από τέσσερες.
'Κούσαν το κι οι παντρεμένες,
πήραν δυο οι καημένες.
Και μια χήρα η καημένη,
ήτο παραπονεμένη.
Ξετινάσσει τα τσου'άλια,
πέφτει μια με δυο κεφάλια!
-Τουτη'ά 'ν' καλή για μένα,
που 'ν' τα μέσα μου καμένα.
Να τη βάλω στο λαήνι
να τραφεί να μι'αλύνει. (=μεγαλώσει)
Να τη βάλω στα μεριά μου
για να γιατρευτεί η καρδιά μου.


ΚΑΙ ΔΥΟ ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ:

-Να σ' αρωτήξω να μου πεις, στο λόγο της τιμής σου,
ωσάν τη μύτη σου μακριά αν είναι κι η ψωλή σου.

-Δεν είναι και πολύ μακρά, κανονική στο μπόι.
Μια χωριανή σου ρώτηξε απού τη συχνοτρώει.


Καλή Αποκριά!

____________________________________________

Δύο συμπληρώσεις σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο:

*Εντόπισα ξανά το βιβλίο. Nigel Barley, Ο ανυποψίαστος ανθρωπολόγος: σημειώσεις από μια χωμάτινη καλύβα, μτφρ. Γιώργος Σεφερλής, Αθήνα (Αιώρα) 2005. Το ακριβές κείμενο στο οπισθόφυλλο λέει: Όταν ο άγγλος ανθρωπολόγος Nigel Barley φτάνει στο Βόρειο Καμερούν για να μελετήσει την ορεσίβια φυλή των Ντοουάγιο, γνωρίζει πολύ καλά πώς πρέπει να διεξάγεται η επιτόπια έρευνα. Οι Ντοουάγιο, όμως, δεν έχουν ιδέα...
Το βιβλίο είναι κατά βάθος σοβαρότατο. Ωστόσο είναι γραμμένο με εξαιρετικό βρετανικό χιούμορ. Αυτοβιογραφικό και ανθρωπολογικό ταυτόχρονα, θα το συνιστούσα ακόμη και σε κάποιον εντελώς άσχετο από αυτό τον επιστημονικό χώρο, ως σπαρταριστό μυθιστόρημα.

**Σ' ένα άλλο κείμενο, που περιλαμβάνεται σ' ένα πολύ αυστηρότερα εξειδικευμένο συλλογικό τόμο με γενικό τίτλο Εαυτός και "Άλλος": Εννοιολογήσεις, ταυτότητες και πρακτικές στην Ελλάδα και την Κύπρο (επιμ. Δήμητρα Γκέφου-Μαδιανού, Αθήνα (Gutenberg) 2006), ένας έλληνας εθνομουσικολόγος περιγράφει πώς έζησε ακριβώς τον ίδιο καημό:
Στο Φιλώτι, ένα χωριό της ορεινής Νάξου, στο οποίο πραγματοποίησα το μεγαλύτερο μέρος της επιτόπιας έρευνάς μου σχετικά με την επιτέλεση του τραγουδιού, το φύλο και την έννοια της κοινότητας, ιδιαίτερα κατά το πρώτο διάστημα της παραμονής μου εκεί, βρέθηκα αρκετές φορές στη δυσάρεστη θέση να πηγαίνω σε ραντεβού τα οποία είχαν κλειστεί από ανδρικές «παρέες» με τη μεγαλύτερη σοβαρότητα και πειστικότητα, για να διαπιστώσω ότι κανείς άλλος δεν είχε εμφανιστεί. Όταν ζητούσα εξηγήσεις, οι χωριανοί μού έλεγαν κάτι σαν «δεν ταίριαξε τελικά, δεν πειράζει, την άλλη φορά...». Πολύ συχνά επίσης έφτανα πρώτος σε κάποιο ομαδικό ραντεβού, ενώ οι υπόλοιποι κατέφθαναν, με τους δικούς τους ρυθμούς ο καθένας, τις επόμενες ώρες. (Παναγιώτης Πανόπουλος, «Άμα ταιριάξει...»: φύλο, χρόνος και εντοπιότητα σ' ένα χωριό της Νάξου, στον ως άνω τόμο).

Ήτοι, μου πήρε πέντε χρόνια όχι βέβαια για να καταλάβω (ο καθένας το καταλαβαίνει) αλλά για να διασταυρώσω και μέσα από την επιστημονική βιβλιογραφία, ότι αυτό που μου συνέβη συμβαίνει και στας καλλιτέρας των οικογενειών.


12 Νοεμβρίου 2011