ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2011

ΠΕΡΙ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 4

ΣΥΝΤΑΓΜΑ 15 ΙΟΥΝΙΟΥ 2011

Αρχίζω να πιστεύω ότι τελικά δεν ήμουν τόσο μπερδεμένος σε μερικά θέματα όσο νόμιζα...

Ιδού τι είδα από το πρωί μέχρι το μεσημέρι της ημέρας της μεγάλης καταστολής:

Το ραντεβού ήταν για τις 7 το πρωί στο Σύνταγμα και σε 2-3 άλλα σημεία της πόλης. Ένα από αυτά ήταν ο Ευαγγελισμός, που είναι στο δρόμο από το σπίτι μου προς το Σύνταγμα. Δεν ξεκίνησα στις 7, ξεκίνησα λίγο πριν τις 8. Περνώντας από τον Ευαγγελισμό δεν είδα, με μια πρώτη ματιά, κανένα πλήθος. Έτσι αντί να ξεστρατίσω για να τσεκάρω από πιο κοντά συνέχισα κατευθείαν προς Σύνταγμα. Υπέθεσα ότι έχω αργήσει πολύ και ότι όλοι είναι ήδη στο Σύνταγμα.
Τρίχες. Στην πλατεία Συντάγματος είχε μερικούς ανθρώπους, δεν μπορώ να πω ότι είδα κάτι περισσότερο. Πρέπει να ήταν οι κατασκηνωτές, μέλη των επιτροπών, ελάχιστοι άλλοι συγκεντρωμένοι (που δεν ήταν συγκεντρωμένοι), και περαστικοί που πήγαιναν στις δουλειές τους. (Ποιες δουλειές άραγε, τέτοια μέρα;) Από κουβέντες με γνωστούς που πέτυχα καταλήξαμε ότι για να γεμίσει η πλατεία θα πρέπει να περιμένουμε γύρω στις 11, που θα πέρναγαν τα συλλαλητήρια του ΠΑΜΕ και της ΓΣΕΕ.

ΠΑΝΩ ΠΛΑΤΕΙΑ - ΠΡΩΙ

Στην Αμαλίας, ακριβώς μπροστά στα κάγκελα και τα ΜΑΤ της Βουλής, είχε πιο πολύ κόσμο και παλμό. Όσες φορές έχω περάσει από εκεί, μα πρωί, μα βράδυ, μα την πρώτη μέρα, μα την 21η, φαίνεται να μην έχουν αλλάξει πολλά: είναι εκεί οι ζωηροί διαδηλωτές με την ντουντούκα και τα τύμπανα, οι οποίοι δε χάνουν ποτέ το δυναμισμό τους. Επί ώρες φωνάζουν συνθήματα με αδιάκοπο κέφι. Αν είναι αιωνίως οι ίδιοι, πρέπει να πίνουν πάρα πολύ καοτόνικ. Αν εναλλάσσονται, είναι πολύ οργανωμένοι στς βάρδιες και την προθέρμανση.
Τσέκαρα να δω τους περίφημους φασίστες, για τους οποίους αόριστες φήμες λένε ότι έχουν κυριαρχήσει σ' αυτή την περιοχή. Όντως είδα μερικούς που βάσει μπλούζας «Ο.Υ.Κ. - Πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δικά μας θα 'ναι», κουρέματος, ματιάς, δε θα ήταν παράλογο να τους χαρακτηρίσεις φασίστες -δεν τους ρώτησα κιόλας. Αλλά φυσικά είχε και κανονικούς ανθρώπους, που είτε συμμετείχαν στα συνθήματα και τις μούντζες είτε παρακολουθούσαν ή έκοβαν κίνηση.
Οι τύποι με τα τύμπανα ήταν οι απόλυτοι μαέστροι. Όταν αυτοί αποφάσιζαν να παίξουν ζωηρά το ρυθμό ενός συνθήματος, όλοι οι συγκεντρωμένοι ζωήρευαν. Αυτό εξακολούθησε επί ώρες, και όταν πλέον ο κόσμος στην Αμαλίας ήταν πάρα πολύς.
Σκόρπιοι μέσα στον κόσμο ήταν μερικοί που εικονογραφούσαν πιστά τον τίτλο «Αγανακτισμένοι»: άνθρωποι που με την αγανάκτηση πραγματικά να τους ξεχειλίζει, φώναζαν εκτός εαυτών «πώς θα ζήσουν εμένα τα παιδιά μου» και τέτοια, χειρονομώντας προς τη Βουλή. Μετά από τρεις εβδομάδες, μου φάνηκε κάπως αφύσικο να ξεσπάει ο άλλος με τρόπο λες και μόλις έμαθε την είδηση που τον κάνει να αγανακτεί, και μάλιστα στις 8:30 το πρωί. Σκέφτηκα κιόλας, ρε λες να είναι κομπάρσοι; Αλλά πάλι, δεν ξέρω πώς λειτουργεί του καθενός η ψυχή.
Έκατσα κάμποση ώρα παρακολουθώντας τα συνθήματα. Εδώ σαφώς υπήρχε μια αλλαγή σε σχέση με παλιότερες μέρες. Τα συνθήματα ήταν χυδαία, γηπεδικά, άναρθρα: «Και α και ου, γαμώ το ΔουΝουΤου». «Ψήφο, ε; Να!». «Δε θα βρείτε τίποτα στις κάλπες, ρε μαλάκες, ρε μαλάκες». Να λοιπόν που υπάρχει και το απολίτικο στοιχείο.
Από μία άποψη, εντάξει, υπάρχουν και άνθρωποι που μόνο έτσι μπορούν να εκφραστούν. Ιδίως αν ό,τι πιο πνευματώδες έχουν να πουν το έχουν ήδη εξαντλήσει στις προηγούμενες εβδομάδες. Αυτό είναι το επίπεδο του κόσμου: υπεροπτική μεν άποψη, ελιτίστικη, αλλά και υπερβολικά καλοπροαίρετη / συγκαταβατική. Δεν καταλαβαίνω δηλαδή, όσοι έχουν καλύτερο επίπεδο πού βρίσκονται; Γιατί αφήνουν όλο το πεδίο στους κάφρους; Ιδίως προκειμένου για το μόνο σημείο του ευρύτερου Συντάγματος που προβάλλεται συστηματικά από τα ΜΜΕ;
Αηδίασα και πήγα να δω τι παίζει παραπέρα. Για κάνα δίωρο πήγα πάνω κάτω άπειρες φορές στην πάνω και την κάτω πλατεία και τους γύρω δρόμους, άλλοτε πιάνοντας παρέα με γνωστούς που έβρισκα, άλλοτε παρατηρώντας. Σιγά σιγά μαζευόταν κόσμος. Πρέπει να 'ταν γύρω στις 10 που η Αμαλίας ήταν πλέον αρκετά γεμάτη.

ΣΤΑΔΙΑΚΕΣ ΜΙΚΡΟΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ

Η αστυνομική παρουσία ήταν υπερβολικά μεγάλη. Όποτε γίνονταν μετακινήσεις αστυνομικών, όλο και κάποιοι γύρω τους τούς πρόγκαραν. Είτε με συνθήματα (το κλασικό ΜπαΓουΔο αλλά και το πολύ οξύτερο «Εν-δυο, εν-δυο» όποτε οι μπάτσοι περπατούσαν, και άλλα) είτε με ατάκες: μαλάκες, τι τους φυλάτε, και τέτοια. Υπήρχαν όμως και αντιδράσεις πιο προσεγγιστικές: «Αν έχετε τιμή, αν έχετε πατρίδα, ανάποδα ανάποδα κρεμάστε την ασπίδα», καθώς και προσωπικές αποστροφές από διάφορους που τους έλεγαν «μαζί μας έπρεπε να είστε, και δικά σας λεφτά κλέβουν» κλπ. Πάντως γενικά έδειχνε να υποφώσκει μεγαλύτερη ένταση μεταξύ αστυνομίας και διαδηλωτών απ' ό,τι είχα δει τις προηγούμενες μέρες.
Η ένταση αυξανόταν αισθητά όποτε τα ΜΑΤ περνούσαν τα κάγκελα και έμπαιναν στο χώρο των διαδηλωτών. Αυτό έγινε μερικές φορές. Οι αντιδράσεις ήταν πολύ έντονες, και έδειχναν να εννοούν «τώρα παραβιάζτε το δικό μας χώρο αδικαιολόγητα». Είδα αρκετές φάσεις όπου κάποιος έξαλλος ορμούσε προς τα ΜΑΤ ουρλιάζοντας και χειρονομώντας, και κάμποσοι διαδηλωτές προσπαθούσαν ήρεμα ή όχι να τον περιμαζέψουν. Όταν κάποιος πέταξε ένα φραπέ στους μπάτσους, η φάση κατέληξε στο να πέσουν μια δυο σφαλιάρες μεταξύ διαδηλωτών. Εκείνη τη στιγμή παρατηρούσα πολύ προσεκτικά τους μπάτσους να δω αν θα γελούσαν ή θα σχολίαζαν, αλλά έδειχναν αδιάφοροι.
Κάποια στιγμή μια γραμμή μπάτσων όχι απλώς βγήκε από τα κάγκελα αλλά στάθηκε λοξά προς την κυρίως γραμμή, αυτήν που ήταν στα κάγκελα, ακριβώς μέσα στη μέση του πλήθους, χωρίζοντάς το στα δύο σε μερικά σημεία. Έκατσαν εκεί κάνα δεκάλεπτο, έφαγαν πολλή πρόγκα και τελικά ξαναμπήκαν πίσω από τα κάγκελα. Δε φάνηκε να υπήρχε κανένας σκοπός σ' αυτό τον ελιγμό.
Είχα την αίσθηση ότι δημιουργούν επίτηδες ένταση. Είχε αρχίσει να μου μυρίζει ξύλο.

ΠΑΜΕ

Πρέπει να πω ότι για να είμαι στις 8 το πρωί εκεί είχα μείνει ξάγρυπνος όλη νύχτα, γιατί κανονικά κοιμάμαι περί τις αυγές και ξυπνάω το μεσημέρι. Εκείνη την ώρα λοιπόν είχα αρχίσει να νιώθω έντονα την κούραση. Ήθελα να πηγαίνω, αλλά με κρατούσε κάτι: «Δηλαδή ήρθες για να 'χεις να λες ότι ήρθες;» Άλλωστε δεν ήταν καν η στιγμή που θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει πως είδε ό,τι ήταν να δει: έρχονταν ακόμα αβέρτα κόσμος, και υπήρχε μια δυναμική που έδειχνε σαφώς ότι κάπου θα βγάλει. Είπα λοιπόν να περιμένω μέχρι να έρθουν και οι πορείες, να μη χάσω την κορύφωση της συγκέντρωσης.
Πράγματι κάποια στιγμή άκουσα από την κάτω μεριά (Φιλελλήνων) ντουντούκες και συνθήματα. Κατηφόρισα να δω κι από κει. Όταν είδα ότι είναι το ΠΑΜΕ, θυμήθκα ξαφνικά ότι θα μπορούσα ίσως να βρω εκεί ένα φίλο μου ΠΑΜίτη που έχουμε καιρό να βρεθούμε και δεν έχουμε κάνει καμία συζήτηση για όλα αυτά. Βέβαια θα μου πεις σιγά μην τον πετύχαινα τυχαία μέσα σε τόσο λεφούσι, αλλά παλι πού ξέρεις;
Η πορεία του ΠΑΜΕ προχώραγε σαν ένα ποτάμι μέσα στην κοίτη του. Έκατσα λοιπόν κι εγώ στην όχθη και παρακολουθούσα. Σε κάποια στάση της πορείας, μια κυρία δίπλα μου προσπάθησε να τους πιάσει κουβέντα και να τους πείσει να έρθουν να κάτσουν μαζί μας στο Σύνταγμα, εκφράζοντας κι ένα παράπονο (γιατί δηλαδή χώρια εσείς και χώρια εμείς;). Ένας ΠΑΜίτης που έκατσε να ασχοληθεί μαζί της ήταν απαξιωτικός. Αρχικά της είπε ειρωνικά «να, στο Σύνταγμα είμαστε!» και αργότερα «εσείς πρέπει να μάθετε να διαδηλώνετε, πρέπει να μάθετε να πειθαρχείτε». Παρόλο που αυτή είναι η τυπική διασπαστική στάση του ΠΑΜΕ, εν προκειμένω μου φάνηκε ότι η αντίδραση του τύπου δεν αντιπροσώπευε το σύνολο της πορείας. Αν μη τι άλλο, όταν η ίδια η πλατεία δηλώνει σταθερά από την πρώτη μέρα «όχι κόμματα εδώ», τι πιο λογικό από το να περάσει το ΠΑΜΕ χωρίς να ενωθεί με τους υπόλοιπους; Δεν έχω αμφιβολία ότι πολλοί ΠΑΜίτες θα ήρθαν μετά το τέλος της πορείας να ενωθούν με τον κόσμο, όχι όμως φυσικά ως μπλοκ του ΠΑΜΕ.
Κατά τα άλλα δεν αντιλήφθηκα δυσάρεστα συναισθήματα μεταξύ ΠΑΜιτών και λοιπών. Οπωσδήποτε η συνθηματολογία τους ήταν διαφορετική και από την κάφρικη συνθηματολογία της πάνω πλατείας (δόξα τω θεώ) και από εκείνην της κάτω πλατείας και της συνέλευσης. Αλλά κι αυτό είναι λογικό. Πρώτον, το ΚΚΕ είναι κόμμα της βουλής. Δεύτερον, άλλο ζητούμενο η άμεση δημοκρατία και άλλο ο κομμουνισμός. Δε βλέπω παρά υγιή πολυφωνία σ' αυτό. Η μόνη λεπτομέρεια που μ' ενόχλησε ήταν το σύνθημα «Να καταργηθεί το ΦΠΑ, δεν αντέχει άλλο η εργατιά». Δηλαδή όποιος δεν ανήκει στην εργατιά δε μας ενδιαφέρει αν αντέχει ή όχι; Μίλα για το λαό, όχι για ένα μέρος του μόνο. Μην τοποθετείς τον μη εργάτη απένατντι στον εργάτη. Κατά τα άλλα, μια χαρά. Μόνο που έκαναν έναν αιώνα οι ευλογημένοι να περάσουν, με παρατεταμένες στάσεις και με πολύ δυνατά μεγάφωνα όπου μέλη απηύθυναν χαιρετισμούς ή παίζονταν επαναστατικά τραγούδια... Κουράζει κάπου.

Β. ΣΟΦΙΑΣ - ΜΕΣΗΜΕΡΙ - ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΕΠΕΙΣΟΔΙΩΝ

Αφύ δε βρήκα το φίλο μου ξεκίνησα να γυρίζω σπίτι. Φυσικά η Β. Σοφίας στα λουλουδάδικα ήταν κλεισμένη από τους μπάτσους. Η έξοδος για να φύγουμε ήταν από τον πεζόδρομο της Ζαλοκώστα. Αυτό το ήξερα κι από τον ερχομό. Αφού ήταν πασίγνωστο ότι σκοπός της διαδήλωσης ήταν ο αποκλεισμός της Βουλής, θα ήταν παράλογο η αστυνομία να μην έχει μεριμνήσει για τη φύλαξη των εισόδων της. Αυτό που δεν είχα δει όμως ήταν το τείχος: είχαν στήσει έναν ολόκληρο φράχτη με πυκνό σιδερένιο πλέγμα σαν αυτό που έχουν οι κλούβες στις τζαμαρίες τους, γύρω στα δυόμισι μέτρα ψηλό, που έκλεινε όλο το πλάτος του δρόμου εκτός από δύο στενά περάσματα ένθεν κακείθεν για να περνάνε οι μπάτσοι. Είχε πρώτα μια σειρά κλούβες, μετά μια σειρά μπάτσους, μετά το φράχτη, μετά άλλη μια σειρά μπάτσους και μετά ήταν ο κόσμος. Ομολογουμένως ήταν αγριευτικό θέαμα.
Θα 'ταν γύρω στις 12 όταν πέρασα. Εκείνη την ώρα δεν είχε επεισόδια, ούτε επικρατούσε όμως βέβαια και αγάπη μεταξύ λαού και ΜΑΤ. Θα έλεγα ότι υπήρχε μια συγκρατημένη αλλά σαφής ένταση. Όπως και πιο πριν στην Αμαλίας, άλλοι έκραζαν τους μπάτσους, άλλοι τους προσέγγιζαν, ενώ παράλληλα πολύς κόσμος έφευγε προς τη Ζαλοκώστα αλλά και άλλος τόσος καινούργιος ερχόταν. Από αυτούς που στέκονταν, αρκετοί φορούσαν ιατρικές μάσκες ή είχαν αλοιφή στη μούρη. Ήταν και μερικοί με κανονικές αντιασφυξιογόνες μάσκες, και μετά παρατήρησα ότι αυτοί ήταν όλοι δημοσιογράφοι.
Και μεταξύ του πλήθους υπήρχε ένταση. Κάποιοι έκραζαν όσους έκραζαν τους μπάτσους, έγινε κάποια στιγμή ένας καβγάς μεταξύ δημοσιογράφων και πολιτών, κλπ. Σιγά σιγά οι τόνοι ανέβαιναν. Άρχισαν να πετάνε στους μπάτσους μπουκάλια νερού και φραπέδες. Αυτά γίνονταν κυρίως στο πεζοδρόμιο απέναντι από τα λουλουδάδικα, μπροστά στο μικρό άνοιγμα του φράχτη, εκεί που ήμουν κι εγώ, και όχι τόσο στο δρόμο. Στο δρόμο ο κόσμος δεν ήταν μεν φίλα διακείμενος προς τα ΜΑΤ, αλλά ούτε και τα προκαλούσε (τουλάχιστον όχι με πράξεις).
Μετά από μερικούς φραπέδες βγήκε άλλη μια σειρά μπάτσων, και πέρασε μερικά μέτρα μπροστά από την πρώτη. Το πλήθος αναταράχτηκε. Έπσεαν μερικά δακρυγόνα. Περισσότερα νερά και φραπέδες, τώρα και από το δρόμο. Οι μπάτσοι προχωράν κι άλλο. Το πλήθος έχει μπροστάρηδες μερικούς που παίζουν τύμπανα (εντελώς άλλους από τους τυμπανιστές της Αμαλίας), φωνάζουν συνθήματα, ακόμη και χορούς ρίχνουν, φέρονται ειρηνικά αλλά τσαμπουκαλεμένα. Από πιο πίσω έρχονται ακόμα αβέρτα μπουκάλια, ολμηδόν. Ένας κύριος δίπλα μου φωνάζει στους μπάτσους «δέκα κωλόπαιδα είναι, πιάστε τους ή να τους πιάσουμε εμείς! τρεις βδομάδες τώρα δεν έχει ανοίξει ρουθούνι!». Και έχει απόλυτο δίκιο. Οι μπάτσοι αναδεύουν απειλητικά τους πυροσβεστήρες με τα χημικά, αλλά δεν κάνουν κάτι άλλο*.
Ένα βήμα η μια πλευρά, ένα βήμα η άλλη, φτάνουμε σε σημείο ο κόσμος (πολλοί; κάποιοι;) να πετάνε πλέον πέτρες. Τα ΜΑΤ ρίχνουν δύο κρότου-λάμψης, η μία σκάει μες στον κόσμο. Δεν ξέρω πλέον πόσες σειρές μπάτσοι έχουν βγει μπροστά από το φράχτη. Απωθούν τον κόσμο του δρόμου, εμάς όμως στο πεζοδρόμιο δε μας ενοχλούν (γιατί προφανώς δεν μπορούν να αποκλείσουν το στενάκι που είναι η μόνη έξοδος).
Είχα την επιλογή να σταθώ εκεί που ήμουν, να προχωρήσω προς Σύνταγμα ή να φύγω από τη Ζαλοκώστα. Εκεί που ήμουν είχε αρχίσει να μη μου πολυαρέσει, γιατί δεν ήταν μεν εστία βίας, είχα όμως πλέον μπάτσους και μπροστά μου και πίσω μου. Προς Σύνταγμα και πάλι δε μου άρεσε, γιατί αν τύχαινε τίποτα η μόνη μου λύση θα ήταν να τρέξω μαζί με όλο το μπούγιο για να πάμε πού; λίγα μέτρα παρακάτω το πλήθος της Αμαλίας ήταν πλέον συμπαγές. Έφυγα από Ζαλοκώστα, ξανακατέβηκα προς Σύνταγμα και βγήκα στο τέλος της Πανεπιστημίου, κι από κει στην πίσω πλευρά εκείνου του πλήθους της Β. Σοφίας που σταδιακά απωθούσαν οι μπάτσοι. Το δακρυγόνο στην ατμόσφαιρα ήταν πλέον αρκετά βαρύ.
Και τότε είδα τον κουκουλοφόρο. Άλλο ένα πράγμα που δεν είχα ξαναδεί με τα μάτια μου. Είχε τη στερεοτυπική εμφάνιση νίντζα, με τη μούρη φασκιωμένη με μαύρη μπλούζα και μαύρο γυαλί. Έτρεχε προς το μέρος μου, δηλαδή απομακρυνόμενος από το πλήθος προς την κατεύθυνση που εκείνο υποχωρούσε, για να μαζέψει όσα μπουκάλια έβρισκε. Άρπαξε δυο-τρία, έκανε μεταβολή, διέσχισε το πλήθος, έφτασε στην πρώτη γραμμή και τα έριξε στους μπάτσους. Κανένας δεν ασχολήθηκε να τον πιάσει, να τον απομονώσει. Ούτε μπάτσος ούτε διαδηλωτής. Μετά δεν εξαφανίστηκε, συνέχισε να τρέχει πάνω κάτω στην πρώτη γραμμή και στο κενό μεταξύ πρώτης γραμμής και μπάτσων, λες κι είχε κάποια βεβαιότητα (που δεν ήταν και τόσο λανθασμένη) ότι δεν τον πιάνει τίποτε.
Λίγο πιο πέρα πέφτουν οι δύο πρώτες μολότωφ. Τις είδα να πετάνε, φλεγόμενες, ταυτόχρονα, πάνω από τα κεφάλια του πλήθους, όχι στο δικό μας επεισόδιο αλλά στην προς τα δω άκρη του μετώπου της Αμαλίας. Πού έσκασαν δεν είδα, είχε κόσμο ανάμεσα.
Θεώρησα ότι έχω δει αρκετά. Ήταν γύρω στη μιάμιση. Μπορούσα άνετα να φύγω: δεν είχα έρθει για να παίξω ξύλο, κι όσο για να το δω, ποιος ο λόγος; Η συνέχεια ήταν τόσο προφανής ώστε ήταν σα να την έχω ήδη δει.

..........................................................
* Σημείωση μέρες μετά: εδώ έχω μια ανακρίβεια. Οι πυροσβεστήρες δεν έχουν χημικά, έχουν πυροσβεστικό υλικό. Τα χημικά τα έχουν σε βομβίδες και, ένας ανά διμοιρία, και στη φυσούνα. Αυτό δεν το ήξερα όταν τους είδα. Παρά ταύτα, γεγονός παραμένει ότι κουνούσαν τους πυροσβεστήρες με ύφος απειλητικό.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΠΑΓΚΡΑΤΙ

Αφού έκανα μια αρκετά πιο περίπλοκη διαδρομή προς το σπίτι μου απ' ό,τι αν οι δρόμοι ήταν ανοιχτοί, ξαναβρήκα κόσμο στη Ριζάρη και Β. Κωνσταντίνου. Η Β. Κωνσταντίνου ήταν κλειστή και περιστοιχισμένη από ένα απίστευτο πλήθος δελτάδων. Ρώτησα και μου είπαν ότι από εδώ περνούσαν τα αυτοκίνητα των βουλευτών. Έπρεπε να περάσω απέναντι, αλλά δεν άφηναν ούτε πεζούς. Έπρεπε, λέει, να πάω μέχρι το Χίλτον. Εντωμεταξύ κόντευα να φτάσω σπίτι μου και κατουριόμουν κιόλας. Εδώ υπήρχε μεν ένα κάποιο συγκεντρωμένο πλήθος, αλλά ούτε ένταση ούτε τίποτε, ήταν γελοίο καψόνι όλο αυτό το τζάμπα περπάτημα. Εν πάση περιπτώσει δέκα μέτρα παραπέρα οι δελτάδες είχαν μάλλον άλλες διαταγές, και πέρασα κανονικά.

Στο Παγκράτι υπήρχε ειρήνη και γαλήνη, εκτός από ένα απίστευτο κυκλοφοριακό κομφούζιο. Είχαν κλείσει και μερικούς δρόμους που δεν είχαν εμφανή σχέση με τις επίμαχες διαδρομές, τοπικά στενάκια, και δυο τροχαίοι που ήλεγχαν να μην περάσει κανείς από το στενό τους έκαναν χάζι το μποτιλιάρισμα. Αργότερα όμως άρχισε κι εκεί να μυρίζει δακρυγόνο, δεν ξέρω τι έγινε, άκουσα και μερικά μπαμ-μπουμ...
Αργότερα έγιναν χοντρά μπάχαλα στο Σύνταγμα, όπως είναι γνωστό διεθνώς.

* * * * * * * * * * * * * * * *

Όλη αυτή η λεπτομερής ανασκόπηση όσων είδα με ηρέμησε, πρέπει να πω. Ωστόσο όταν ξεκίνησα να γράφω ήμουν πολύ στενοχωρημένος. Το μπάχαλο ήταν εντελώς στημένο. Δεν είχε καμία σχέση με το κίνημα της πλατείας. Δεν ξέρω αν ο κουκουλοφόρος που είδα και οι άλλοι με τα μπουκάλια και με τις μολότωφ ήταν επαγγελματίες προβοκάτορες της αστυνομίας (λένε ότι τσάκωσαν έναν με αστυνομική ταυτότητα) ή απλοί ιδιώτες μπάχαλοι, αλλά ακόμη κι αν δεν υπήρχαν αυτοί η αστυνομία έκανε ό,τι περνούσε απ' το χέρι της ώστε σταδιακά, από το πρωί, να ανεβάσει την ένταση μέχρι να πέσει το πρώτο μπουκάλι, ο πρώτος φραπές, για να ακολουθήσουν ένα ένα τα βήματα στη γνωστή σειρά μέχρι το γενικευμένο ξέσπασμα της βίας.

ΠΕΡΙ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 3

Ξημερώνει η Πέμπτη 16 Ιουνίου. Το παρακάτω κείμενο το έγραψα πριν 24 ώρες, δηλαδή λίγο πριν τον προγραμματισμένο αποκλεισμό της Βουλής της 15ης Ιουνίου, για ένα άλλο φόρουμ. Το παραθέτω με μικρές διορθώσεις.

Τώρα που το πρωί της Τετάρτης δεν έχει έρθει ακόμη, καταθέτω και τις δικές μου σκέψεις γιατί αύριο μπορεί να έχω άλλες.

Η παρουσία μου στο Σύνταγμα από την Κυριακή 5 Ιουνίου και μετά ήταν αρκετά περιορισμένη, επομένως και η άποψή μου.

Το ότι κάθε φορά έφευγα με μία εντελώς διαφορετική εικόνα που αναιρούσε την προηγούμενη, στην αρχή με ανησύχησε (μα δεν έχω καταλάβει τίποτε;), στην πορεία αντιθέτως με ενδυνάμωσε (ευτυχώς που δε νομίζω ότι έχω καταλάβει), τελικά με πήρε από κάτω (είμαι από αυτούς που δεν καταλαβαίνουν τίποτε, ανίατος).

Μετά το μεγάλο μπαμ της προπερασμένης Κυριακής, τη Δευτέρα δεν πήγα, αλλά υπέθεσα ότι δε χάλασε ο κόσμος, αφού την Κυριακή είχα δει ότι είμαστε πολλοί. Την Τρίτη πήγα, αλλά πολύ αργά, για τους ίδιους λόγους. Όταν έφτασα, διαπίστωσα ότι έχω φερθεί σα μαλάκας: όλοι είχαν κάνει την ίδια σκέψη (ξεκινήστε κι έρχομαι), και στην πλατεία είχε μείνει μια σκόρπια κατάσταση χωρίς τον παλμό της προηγούμενης εβδομάδας.

Τελευταία φορά που πήγα ο κόσμος ήταν λιγοστός σαν μαλλί σε κασιδιάρικο κεφάλι. Δεν υπήρχε ο εορταστικός τόνος των πρώτων 10-τόσων ημερών. Ο ένας γκρίνιαζε ότι έχει γεμίσει η «πάνω πλατεία» φασίστες, ο άλλος ότι έχει γεμίσει η «κάτω πλατεία» ανρχοσυριζαίους, ο τρίτος ότι του κανονίσαν λάιβ και τελικά λόγω κακής οργάνωσης ματαιώθηκε και από πάνω κλέψαν και το λάπτοπ του ηχολήπτη. Είχε πρεζάκια και υπαίθριους πωλητές τσαντών λουΐ-βιτόν. Αφού υπάρχει εξομολογητική διάθεση, να σας πω ότι εμένα με πείραξε αυτό (πρεζ-λ.β.).

Έπρεπε να επιμείνω σε πείσμα των αποθαρρυντικών σημείων, αλλά κυριάρχησε η αδράνειά μου.

Μου την έχει δώσει που όλο και περισσότεροι λένε «δεν πάω εκεί, έχει φασίστες». Πέραν του ότι δεν έχω καταλάβει πώς ξέρουμε τόσο θετικά ότι έχει φασίστες και μάλιστα πολλούς, κατά τη γνώμη μου η μόνη λύση -αφού δεν είναι δυνατόν να απαγορεύσεις στον φασίστα αυτό που επιτρέπεται σε όλους- είναι ακριβώς να είσαι εκεί ώστε να συμβάλεις στο να μειοψηφήσουν οι φασίστες. Αν κάνουμε το ίδιο στις εκλογές, δεν πάμε επειδή ψηφίζουν και οι φασίστες, θα ψηφίσουν μόνο οι φασίστες!
Αλλά να που δεν πήγα ούτε εγώ. Αυτούς που είδα με τα μάτια μου δεν ήταν φασίστες, ήταν ένα μικρό αποσυναρμολογημένο πλήθος που δεν μπορώ καν να το ονομάσω «ομάδα», αποτελούμενο εν μέρει από τα αποκαΐδια της γιορτής, εν μέρει από κάποιους που εξακολουθούσαν το παιχνίδι της άμεσης δημοκρατίας εγκλωβισμένοι στην κοσμάρα τους, εν μέρει από κάποιους που συνέχιζαν με κέφι και συνέπεια να υπηρετούν το στόχο αλλά ήταν πλέον λίγοι, και από τους υπόλοιπους που είτε γκρίνιαζαν είτε πουλούσαν τσάντες λουΐ βιτόν.

Δεν είναι περίεργο που τόσες εβδομάδες δεν έπεσε ξύλο; Γιατί μας (τους) άφησαν έτσι ανενόχλητους; Αυτό το κράτος δε μας έχει συνηθίσει σε τόση ανεκτικότητα. Κάθε χρόνο τσακίζονται παΐδια και κεφάλια και εισπνέονται χημικά για πολύ μικρότερες αιτίες από την κατάληψη πλατείας επί 3 (!!!) βδομάδες.
Να λοιπόν η απάντηση: «Θα σας αφήσουμε ανενόχλητους μέχρι να βαρεθείτε. Πόσο καιρό μπορείτε να παίζετε χωρίς αντίπαλο; Μια, δυο, τρεις, στο τέλος ή θα πάτε σπίτια σας, ή θα σας φάει η μιζέρια, ή θα δημιουργήσετε έναν αντίπαλο όπως μπορέσετε.» Όπερ και εγένετο.

Δεν ξέρω αν έγιναν όλα αυτά που λέω. Το ότι τα είδα δε σημαίνει τίποτε, μπορεί να ήταν απλώς αυτά που συνέβαιναν στο σημείο όπου βρισκόμουν εκείνη τη στιγμή, και παντού αλλού όλο τον υπόλοιπο καιρό να συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο. Αν όμως συνέβησαν έτσι, βαρύτατη ευθύνη πέφτει σ' όλους όσοι φερθήκαμε όπως εγώ. Δε φταίει ο αντίπαλος όταν χάνεις, το ξέρεις ότι δουλειά του είναι να κερδίσει. Το να κερδίσεις εσύ όμως είναι δική σου δουλειά!

Θα δούμε τώρα με το ξημέρωμα...

Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

ΠΕΡΙ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 2

Έχουν περάσει 10 μέρες από την πρώτη συγκέντρωση στο Σύνταγμα και από το προηγούμενο σχετικό κείμενό μου. Ξανακατέβηκα αρκετές φορές, άλλοτε νωρίς, άλλοτε αργά, άλλοτε στο ένα σημείο της πλατείας και άλλοτε στο άλλο. Θέλω να καταθέσω τις μέχρι τώρα εντυπώσεις μου.

Η ΔΥΣΚΟΛΙΑ ΣΤΗΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ - ΠΡΟΠΥΛΑΙΑ - ΚΑΤΣΑΡΟΛΕΣ

Στο Σύνταγμα γίνονται πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Στο κέντρο της κυρίως πλατείας υπάρχει η λαϊκή συνέλευση. Στους χώρους με το γρασίδι υπάρχουν αντίσκηνα, με παρέες-παρέες απέξω. Σε άλλα σημεία της πλατείας υπάρχουν διάφορα πάρτυ: παρέες που παίζουν μουσική και γλεντάνε μαζί με τους γύρω, που συμμετέχουν χορεύοντας ή παίζοντας κι αυτοί ή απλώς ακούγοντας. Στην κάτω μεριά της πλατείας έχει στηθεί ένα πλήθος πάγκων με σουβλάκια, μπίρες, καλαμπόκια και μαλλί της γριάς. Ανάμεσα σ' όλα αυτά κινείται ένα αυξομειούμενο αλλά γενικά μεγάλο πλήθος ανθρώπων. Πάνω από την πλατεία, στην Αμαλίας έξω από τον Άγνωστο Στρατιώτη, είναι η κυρίως διαδήλωση -πανώ, συνθήματα, ταμπούρλα, σφυρίχτρες. Και στα σκαλάκια από Αμαλίας προς πλατεία υπάρχουν μάζες κινούμενων ή στεκάμενων ανθρώπων.
Θεωρώ ότι είναι σχεδόν αδύνατο να έχει κανείς πλήρη εικόνα όσων συμβαίνουν. Ακόμη κι αν είναι κάθε μέρα στο Σύνταγμα, σ' όποιο σημείο κι αν βρίσκεται δε θα μπορεί να ξέρει τι γίνεται λίγο παραπέρα. Ασφαλώς η δική μου εικόνα είναι αποσπασματική. Ακόμη πιο αποσπασματική θα είναι η εικόνα όποιου τα μαθαίνει δεύτερο χέρι.
Την Τετάρτη συνέβη ένα γεγονός που έμεινε στην ειδησεογραφία ως «η ομιλία του Μίκη Θεοδωράκη στα Προπύλαια». Αυτό είναι εντελώς άκυρος τίτλος: μίλησαν καμιά δεκαριά άνθρωποι, μεταξύ των οποίων ο Θεοδωράκης δεν ήταν ο κεντρικός ομιλητής, δε μίλησε πέρισσότερη ώρα από τους άλλους, και (κατά τη γνώμη μου) σίγουρα δε μίλησε ουσιαστικότερα από τους άλλους. Απλώς ήταν ο πιο γνωστός απ' όλους, αλλά και πάλι χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι υπόλοιποι ήταν οι περιπτεράδες της γωνίας. Αυτό είναι ένα καλό παράδειγμα της αποσπασματικότητας στην πληροφόρηση.
Επιπλέον: ενώ υπάρχει ένα ρεύμα (καθόλου άδικο) απαξίωσης των «συστημικών» ΜΜΕ και ακούμε όλη την ώρα προτροπές να κλείσουμε την τηλεόραση και να ενημερωνόμστε από το διαδίκτυο, εντούτοις οι αδέσμευτες διαδικτυακές πηγές ενημέρωσης δεν είναι κι αυτές άμεμπτες. Σε μια από αυτές διάβασα μεταξύ άλλων ότι ο Θεοδωράκης «έκανε λόγο για το ενδεχόμενο πώλησης της Ακρόπολης στους Τούρκους». Το πιθανότερο συμπέρασμα που θα έβγαζε κανείς από μια τέτοια είδηση είναι ότι ο Θεοδωράκης έχει παραφρονήσει και στήνει θεωρίες συνωμοσίας. Άκουσα όντως τον Θεοδωράκη με τ' αφτιά μου να λέει «σε λίγο θα πουλήσουμε την Ακρόπολη στους Τούρκους», αλλά η αποκοπή αυτής της πρότασης από το συμφραζόμενο αλλάζει τελείως το νόημά της. Ο άνθρωπος απλώς έφερε ένα υποθετικό ακραίο παράδειγμα ως σχήμα λόγου, για να διανθίσει και να ζωηρέψει μια ομιλία που μάλλον την εκφωνούσε χωρίς γραπτό κείμενο (δεν είχα οπτική επαφή αλλά έτσι μου φάνηκε), στην οποία αναφέρθηκε γενικότερα στο ξεπούλημα της Ελλάδας. Μπορεί η ομιλία του να μου φάνηκε ότι πάσχει σε πρωτοτυπία, σε πληρότητα και σε πρόταση, αλλά ποτέ δεν προφήτεψε ότι θα πουληθεί η Ακρόπολη με την κυριολεξία της φράσης.
Επομένως έχουμε μια διπλή διαστρέβλωση της αλήθειας, χωρίς ωστόσο χρήση ψευδολογίας: πρώτον, λέμε «μίλησε ο Θεοδωράκης», πράγμα που είναι γεγονός -μόνο που μίλησαν κι άλλοι δέκα. Δεύτερον, λέμε «ο Θεοδωράκης είπε αυτό», που επίσης είναι γεγονός -μόνο που είπε ένα σωρό εκτός από αυτό!
Ένα άλλο παράδειγμα είναι οι κατσαρόλες. Έχουν δημοσιευτεί πολλές φωτογραφίες με διαδηλωτές που χτυπούν κατσαρόλες. Δίνεται η εντύπωση ότι η κατσαρόλα είναι ένα από τα σύμβολα του κινήματος. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει πολύ δυσάρεστους συνειρμούς σε όσους έχουν μια παραπάνω ενημέρωση (δεν είμαι ένας εξ αυτών), γιατί φαίνεται ότι στην πρόσφατη ιστορία άλλων χωρών η κατσαρόλα έχει χρησιμοποιηθεί ως σύμβολο σε ακροδεξιά κινήματα. Οι πιθανοί λόγοι να χτυπάει κανείς κατσαρόλες είναι διάφοροι:
α) Μπορεί να θέλει να δείξει μ' έναν εύγλωττο τρόπο ότι πεινάει, ότι πένεται.
β) Μπορεί να είναι το πιο πρόχειρο μέσο φασαρίας που βρήκε στο σπίτι του. Η φασαρία (σφυρίχτρες, καραμούζες, τύμπανα, βουβουζέλες) έχει πολύ σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση ενός μαζικού παλμού: όλοι οι στρατοί είχαν πάντοτε στρατιωτικές ορχήστρες από δυνατά όργανα, αλλά ακόμη και για έναν ειρηνικό πανηγυρισμό συνήθως έχουμε την αυθόρμητη τάση να κάνουνμε θόρυβο (π.χ. γαμήλιες πομπές αυτοκινήτων που κορνάρουν).
γ) Μπορεί -λιγότερο πιθανό- να έχει υπόψη του τον ακροδεξιό συνειρμό, και να τον υιοθετεί συνειδητά.
δ) Μπορεί -ακόμη λιγότερο πιθανό- να μην τον έχει υπόψη του, αλλά να του υπέβαλε δολίως την ιδέα της κατσαρόλας κάποιος που τον έχει, με τον προβοκατόρικο σκοπό να απαξιωθεί το κίνημα στη συνείδηση όσων θα το συνδέσουν με ακροδεξιά στοιχεία επειδή τυχαίνει να γνωρίζουν αυτή τη μάλλον σπάνια πληροφορία.
ε) ...[συμπληρώστε]
Όμως δε συμβαίνει τίποτε απ' όλα αυτά. Εγώ προσωπικά δεν είδα παρά ελάχιστους να χτυπούν κατσαρόλες. Η κατσαρόλα δεν είναι σύμβολο του κινήματος. Απλώς έτυχε ή επελέγη, στις φωτογραφίες με τα εκατοντάδες υψωμένα χέρια και τις μούντζες, να δείξουν και μερικές από αυτές τις λιγοστές κατσαρόλες.

ΑΜΑΛΙΑΣ - ΣΥΝΘΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

Όσες φορές πήγα, πλήθη φώναζαν συνθήματα. Κυριαρχεί το «Ουστ» -λιτό και περιεκτικό-, η μούντζα, η καινοφανής χειρονομία με τα δάχτυλα που τρέμουν, το «Κλέφτες», και αρκετά με ευρηματικό χιούμορ, όπως «Τίνος είναι Μαργαρίτα το παιδί;». Επίσης πολλή γιούχα, κυρίως όταν εμφανίζεται κανείς στα παράθυρα της Βουλής ή στο προαύλιο, και φυσικά όταν περνάνε τα ΜΑΤ. Και τέλος τα πράσινα φωτάκια λέιζερ.
Δεν έτυχα σε καμία πραγματική ασχημονία. Το βράδυ που δεν άφηναν τους βουλευτές να βγουν δεν ήμουν, κι έτσι δεν έχω άποψη. Το ότι αυτό το ζωηρό πλήθος είναι τόσες μέρες μύτη με μύτη με τα ΜΑΤ και δεν έχει γίνει τίποτε βίαιο το θεωρώ καταπληκτικό επίτευγμα.
Διάβασα ότι άρχισαν να παρεισφρέουν φασιστικά στοιχεία, να γίνονται ναζιστικοί χαιρετισμοί κλπ. Δεν το είδα, δεν έχω να πω τίποτε.
Βέβαιον είναι ότι κυκλοφορούν πολλές ελληνικές σημαίες. Η ελληνική σημαία τα τελευταία χρόνια έχει πέσει σε μια άδικη απαξίωση. Το γεγονός ότι έχει χρησιμοποιηθεί από τους εθνικιστές την έχει εμπλέξει, στην αντίληψη πολλών αντιεθνικιστών, στη σύγχυση μεταξύ της καλής και της κακής έννοιας του έθνους και των εθνικών συμβόλων. «Πατρίδα μας η γη», «Έλληνες είστε και φαίνεστε» κλπ. Το έθνος δεν είναι κάτι κακό, δε σε καταπιέζει, δε σου επιβάλλει τι να κάνεις ή τι να σκεφτείς. Το έθνος είναι η ομάδα όπου ανήκεις. Αν δε θέλεις να ανήκεις, οκ (εφόσον βέβαια δεν κάνεις την εσφαλμένη ταύτιση του έθνους με το κράτος που σε έχει απογοητεύσει). Όχι όμως, επειδή οι ακροδεξιοί μλάνε όλη την ώρα για πατρίδα, να σημαίνει ότι όποιος δεν αρνείται την πατρίδα και τα σύμβολά της είναι εθνικιστής!!
Συνεπώς η παρουσία ελληνικών σημαιών δεν έχει, και δεν πρέπει να θεωρείται ότι έχει, αυτόχρημα εθνικιστικό / φασιστικό / ακροδεξιό νόημα. Από κει και πέρα, το αν ο καθένας που έρχεται με τη σημαία στην Αμαλίας το εννοεί με την υγιή ή την εθνικιστική έννοια, δεν το γνωρίζω.
Στη συνθηματολογία υπάρχει και αρκετή τάση απαξίωσης του κοινοβουλευτισμού. Η απογοήτευση από τον τρόπο που εφαρμόζεται το πολίτευμα δε θα έπρεπε να επηρεάζει τη γνώμη μας για το ίδιο το πολίτευμα. Άλλο «δε θέλω αυτούς τους βουλευτές» ή «δε θέλω τέτοιους βουλευτές» κι άλλο «δε θέλω καθόλου βουλή». Όμως αυτές είναι εννοιολογικές διακρίσεις που, ενώ μπορεί ίσως να τις κάνει ο καθένας την ώρα που σκέφτεται ή συζητεί ψύχραιμα, είναι πολύ λεπτές για ένα πλήθος που φωνάζει ρυθμικά. Το πλήθος που φωνάζει, αφενός είναι πάντα πιθανό να μαζοποιηθεί και επομένως να γίνει χειραγωγήσιμο. Αφετέρου όμως, αν δε συγκεντρωθεί και δε φωνάξει το πλήθος δεν πρόκειται ποτέ να γίνει τίποτε. Αλίμονο αν στον πόλεμο ο στρατιώτης καθόταν να σκεφτεί αν πολεμάει δίκαια ή άδικα! Δε με ανησυχεί ένα συγκεντρωμένο πλήθος που δε σκέφτεται, ή που δε σκέφτεται ορθά ή όπως εγώ θεωρώ ορθά. Η σκέψη είναι αρμοδιότητα άλλων -και στους άλλους περιλαμβάνω ακόμη και τα ίδια άτομα που συμμετέχουν στο πλήθος, σε άλλη όμως στιγμή.

ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ

Η μόνη φορά που συμμετείχα στη συνέλευση ήταν την πρώτη μέρα, όπου έγιναν όσα γράφω στο άλλο κείμενο. Άλλες φορές είτε άκουσα για λίγη ή περισσότερη ώρα απ' έξω, είτε στεκόμουν σε τελείως άλλο σημείο. Αυτό που είδα την πρώτη μέρα μού έδωσε την εντύπωση ότι είναι πολιτισμένο αλλά κάπως «σκόρπιο». Το να δικαιούται ο καθένας το λόγο, να μην κάνει κανείς κατάχρηση του χρόνου που διαθέτει, να μη διακόπτει κανείς φωνάζοντας, να μη γίνονται φασαρίες, να μην αποπαίρνουν τον λιγότερο ψημένο ομιλητή, όλα αυτά είναι πολύ σπουδαία. Και δε γίνονται στη Βουλή, ούτε στις τηλεοπτικές συζητήσεις (για να μην πω ότι δε γίνονται ούτε στις ιδιωτικές συζητήσεις). Είναι αναγκαία προϋπόθεση για να βγει κάτι. Σε καμία περίπτωση όμως δεν είναι και ικανή: πρέπει να υπάρξει και πρόταση.
Προσωπικά ακόμα δεν έχω καταλάβει τι έχουμε να πούμε πέρα από το ότι δε θέλουμε πια να κυβερνώμαστε έτσι.
Το κίνημα, ενώ είναι γνωστό ως «αγανακτισμένοι», στην πραγματικότητα ονομάζεται (με απόφαση της συνέλευσης) «Άμεση Δημοκρατία τώρα». Σε επίπεδο πλατείας όντως εφαρμόζεται η άμεση δημοκρατία. Έχει στηθεί μια αυτοοργάνωση με ομάδες στις οποίες έχουν κατανεμηθεί διάφορες αρμοδιότητες σχετικά με τη διαχείρηση της ίδιας της κοινότητας της πλατείας: ομάδες ιατρικές, σίτισης, καθαριότητας κλπ. Κανείς δεν έχει αναδειχθεί σε θέση σημαντικότερη από τον άλλον. Ακόμη και οι ομιλητές δε στέκουν για το τρίλεπτό τους σε βήμα, πράγμα που θα τους έδινε ένα έστω και στιγμιαίο πλεόνασμα εξουσίας, αλλά στο ίδιο επίπεδο με τους ακροατές. Αυτά είναι επίσης καταπληκτικά επιτεύγματα.
Όμως ένα κίνημα δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς ηγέτες. Όταν κάποια στιγμή θα εμφανιστούν κι αυτοί, είναι υψίστης σημασίας να είναι αγνοί, όχι δημαγωγοί, όχι καπελωτές, όχι ιδιοτελείς. Για να τους ξεχωρίσει το κίνημα, να τους διαλέξει και να τους αναδείξει, θα πρέπει να έχει ασκηθεί αρκετά στη σκέψη. Όσο συνεχίζονται αυτές οι αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, αυτή η σκέψη και η κρίση καλλιεργείται. Το να εμπεδώνεται μια κουλτούρα αυτοοργάνωσης δημιουργεί ώριμους και υπεύθυνους πολίτες. Άρα καλό είναι που ακόμη παραμένουμε στα ίδια (συζητήσεις όπου ακούγονται όλες οι γνώμες με σεβασμό αλλά που δεν έχουν ακόμη αλλάξει τον κόσμο), γιατί χρειάζεται κάποιος χρόνος. Όμως αν περάσει περισσότερος χρόνος από τον πρέποντα, το κίνημα θα ξεφουσκώσει. Ή θα αλωθεί.
Με άλλα λόγια: το ότι η συγκέντρωση είναι αυτοοργανωμένη σε επίπεδο καθαριότητας κλπ. είναι μεν ωραίο αλλά δεν αλλάζει τον κόσμο. Δημιουργεί όμως τις προϋποθέσεις ώστε ένα κίνημα που αυτή τη στιγμή είναι ακόμη στα σπάργανα να ωριμάσει. Τότε ίσως αλλάξει τον κόσμο.
Δεν ξέρω σε ποια κατεύθυνση θα τον τρέψει. Δεν πιστεύω στην άμεση δημοκρατία σε επίπεδο μεγαλύτερο από αυτό μιας πλατείας. Το Σύνταγμα στο μάξιμουμ πρέπει να είχε μαζέψει τόσο κόσμο όσοι περίπου ήταν οι πολίτες της αρχαίας Αθήνας, που αποτελεί το πρότυπο της άμεσης δημοκρατίας. Περισσότεροι από τόσους, εξαπλωμένοι σε μια ολόκληρη χώρα, δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα λειτουργούσαν χωρίς κάποιο σύστημα εκπροσώπησης. [Σε ανύποπτο χρόνο είχα γράψει για μια μορφή άμεσης δημοκρατίας που εφαρμόζεται στην Ελβετία.]

ΤΑ ΠΑΡΤΥ

Όσοι είναι στην πλατεία και δεν παίρνουν μέρος στη συνέλευση ή δεν έχουν αναλάβει κάποιο συγκεκριμένο πόστο στο πλαίσιο της αυτοδιαχείρισης, στήνουν παρτάκια. Καταναλώνεται πολλή μπίρα, παίζεται πολλή μουσική. Το αμεσοδημοκρατικό πνεύμα είναι κι εδώ εμφανές: κανείς δε στήνει μια οργανωμένη συναυλία με σκηνή και ηχεία, πράγμα που θα έδινε στους μουσικούς έναν πιο ηγεμονικό λόγο σε σχέση με τους ακροατές. Δε θα ξεχάσω την εικόνα μιας ομάδας που έπαιζαν παραδοσιακά, καθισμένοι σ' ένα παγκάκι της πλατείας, με καμιά τριανταριά άτομα σταυροπόδι απέναντί τους, τα οποία έδιναν μεν σαφώς την εντύπωση ότι αποτελούν κοινό, πλην οι μισοί κρατούσαν κι αυτοί τα δικά τους όργανα και συμμετείχαν παίζοντας λίγο μπουζουκάκι, λίγο τουμπελέκι, λίγη λύρα! Άλλες φορές το πράγμα είναι ακόμη πιο συμμετοχικό, είναι απλώς παρέες όπου κανείς δεν είναι απέναντι αλλά όλοι μαζί ανάκατα, και απλώς μερικοί από όλη την παρέα παίζουν όργανα. Ιδιαίτερη είναι η παρουσία των πολύ ηχηρών οργάνων, και κατεξοχήν των κρουστών. Είδα και κάτι σαν αυτοσχέδια συναυλία μιας ομάδας κρουστών αλλά και παρέα που χωρίς κανείς να κάνει συναυλία γλεντούσαν όλοι μαζί παίζοντας αποκλειστικά κρουστά για πάνω από μια ώρα συνεχόμενα. Ωστόσο παίζονται και πιο ήπιες μουσικές. Γενικά είδα κυρίως παραδοσιακά και έθνικ, άντε και λίγο ρεμπέτικα, καθώς και το αγέραστο είδος της κατεξοχήν παρεΐστικης μουσικής με κιθάρες (ψιλορόκ σε ακουστικές εκτελέσεις).
Η εικόνα της πλατείας με τις μυρμηγκιές κόσμου, όπου τέτοια σκηνικά γίνονται ταυτόχρονα σε 3-4 διαφορετικά σημεία, ενώ ταυτόχρονα υπάρχουν τα αντίσκηνα και οι πάγκοι των σουβλατζήδων καθώς και οι μάζες των περιφερόμενων πάνω κάτω, όλο αυτό είναι η απόλυτη εικόνα γιορτής. Το Σύνταγμα είναι χαρούμενο, πανηγυρίζει. Οι φάτσες δεν είναι αγανακτισμένες, είναι γελαστές. Αυτά τα γλέντια τουλάχιστον δύο φορές τα είδα να διαλάνε πολύ μετά την ανατολή του ήλιου. Η ατμόσφαιρα είναι χαλαρή, φιλική, ερωτική. Όποιος το έχει ζήσει αυτό όχι μόνο στο Σύνταγμα αλλά και σε παραλίες ή όπου αλλού ξέρει πώς σε πιάνει μια τάση ν' αγαπάς όλο τον κόσμο.
Τίθεται όμως το ερώτημα: έχει νόημα αυτό; Είναι πολιτική πράξη να τραγουδάς; (Δεν εννοώ φυσικά να τραγουδάς πολιτικά τραγούδια.) Σκέφτεσαι πολιτικά τη στιγμή που τραγουδάς και που ξημερώνει και που έχεις πιει ένα εκατομμύριο μπίρες; Κάνεις κάτι διαφορετικό απ' ό,τι έκανες παλιότερα στις παραλίες;
Πιθανότατα ναι. Αυτή η κοινή για όλους γιορτή είναι ένα από τα στοιχεία που θέτουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί το ξεκάθαρα πολιτικό σκέλος του όλου φαινομένου,
δηλαδή η συνέλευση. Μοιάζει ανεύθυνος χαβαλές, αλλά δεν είναι. Ξεκινάει ο άλλος από το σπίτι του να δει τι επιτέλους γίνεται στο Σύνταγμα, ή να κάνει το καθήκον του ευρισκόμενος εκεί όπου γίνονται οι εξελίξεις, και τι βλέπει; Ένα πολύχρωμο, χαρούμενο πλήθος που γιορτάζει, μέσα στο οποίο ανακαλύπτει όλους του τους γνωστούς, όπου μπορεί να πετάγεται από πηγαδάκι σε πηγαδάκι ή να μείνει μόνιμα σ' ένα σημείο (οι περισσότεροι με το που φτάνουν, πρώτη τους δουλειά είναι να κάνουν μια γύρα να δουν ποιους θα πετύχουν και τι παίζει). Λίγο είναι αυτό;
Θα ήταν ανεύθυνος χαβαλές (και πάλι όχι υποχρεωτικά) αν γινόταν μόνο αυτό. Από τη στιγμή όμως που αυτό συνυπάρχει με τη συνέλευση, με τις ομάδες αυτοδιαχείρισης και με τη διαδήλωση στην Αμαλίας και κανένα δεν εμποδίζει το άλλο, τότε όχι απλώς δεν είναι κακό αλλά είναι και ενεργά καλό. Η πλατεία είναι ένας πολυχώρος. Και είναι χαρακτηριστικότατο ότι καμία δραστηριότητα δεν έχει τόσο δυνατό ήχο ώστε να καλύπτει τον ήχο της άλλης: τα μεγάφωνα της συνέλευσης είναι λίγο πιο δυνατά απ' ό,τι είχα περιγράψει στο άλλο κείμενο για την πρώτη μέρα, αλλά και πάλι η ένταση δεν είναι τέτοια ώστε να επιβάλει σε κανέναν να ακούει τις ομιλίες αν δεν το έχει επιλέξει ο ίδιος, οι δε μουσικές είναι όλες χωρίς ενίσχυση και όχι πολύ κοντά στη συνέλευση.
Όμως την τρίτη ή τέταρτη φορά που είδα να γίνονται τέτοια γλέντια, δηλαδή την όγδοη ή ένατη μέρα συνολικά, είχαν αρχίσει να μην είναι πλέον τόσο καλά. Δεν ξέρω, ίσως το συνηθίσαμε κι έχασε τη γοητεία του εξωπραγματικού να κάνεις την πλατεία Συντάγματος παραλία; Πάντως σα να μου φάνηκε ότι το πηγαίο και εκρηκτικό κέφι είχε αρχίσει να εκφυλίζεται σε μεθυσμένη βαβούρα. Έκτοτε αποφάσισα ότι δε θα ξαναπάω με όργανα, και ότι ήρθε η ώρα να ασχοληθώ πιο πολύ με τη συνέλευση ή γενικότερα με τα πιο κεντρικά γεγονότα. Ελπίζω τα γλέντια είτε να επανέλθουν στον αρχικό ωραίο χαρακτήρα τους (οπότε και δε θα είχα αντίρρηση να ξανασυμμετάσχω) είτε να σταματήσουν. Πάντως όχι να χαλάσουν, και κυριότατα όχι να αντκατασταθούν από οργανωμένα χάπενιγκ με ηχητική ενίσχυση και με σαφή διαχωρισμό «καλλιτεχνών» και «κοινού».
Σχετικά με τα μικρόφωνα, την εξουσία που δίνουν σε όποιον τα βαστάει και το διαχωρισμό που δημιουργούν ανάμεσα στον λέγοντα και τον ακούοντα, θέλω να σημειώσω και το εξής, επανερχόμενος στην ημέρα με τις ομιλίες στα Προπύλαια: Η συγκέντρωση εκείνη ήταν ωραία. Είχε πραγματικά πάρα πολύ κόσμο, και πολλοί από αυτούς φαίνονταν αμέσως ότι δεν είναι σε καμία περίπτωση πορειάκηδες αλλά αντίθετα οι πρώην τηλεθεατές που λέγαμε πότε θα ξεκουνηθούν και επιτέλους ξεκουνήθηκαν. Από τους ομιλητές δε μου άρεσαν όλοι, μερικοί δεν έλεγαν τίποτε παραπάνω απ' ό,τι λεέι η κάθε παρέα στα καφενεία, κάποιοι όμως με συνήρπασαν. Οι στιγμές όπου ένα τεράστιο πλήθος φώναζε Ε-πα-νά-στα-ση ήταν δυνατές, όσο κι αν αναλογιστούμε ότι τέτοιες κουβέντες είναι πολύ πιο φτηνές σήμερα απ' ό,τι στον καιρό της Γαλλικής ή της Ελληνικής ή της Οκτωβριανής επανάστασης. Χάρηκα που πήγα. Όταν όμως τελείωσαν οι ομιλίες και έφυγα προς Σύνταγμα, το γεγονός ότι εκεί δεν υπήρχε πια κανένας κεντρικός ομιλητής ήταν τόσο ανακουφιστικό ώστε κατάλαβα, διά της συγκρίσεως, ότι η παρουσία ηγετικών μορφών κάπου με ενοχλούσε.

ΑΠΟΛΙΤΙΚ - ΑΚΟΜΜΑΤΙΚ - ΠΑΡΕΚΤΡΟΠΕΣ

Πέρα από τα προαναφερθέντα φαινόμενα μειοψηφικής παρουσίας ακροδεξιών στοιχείων, τα οποία τονίζω ότι δεν τα είδα με τα μάτια μου και δε βεβαιώνω ότι συνέβησαν, η απουσία «ετικετών» εξακολουθεί να κυριαρχεί. Αυτό δε σημαίνει ότι έρχονται μόνο άνθρωποι χωρίς κομματικές προτιμήσεις. Σημαίνει ότι όποιος ανήκει οπουδήποτε δεν έρχεται υπ' αυτή του την ιδιότητα. Σίγουρα υπάρχουν αναρχικοί, αριστεροί, δεξιοί, αλλά δεν ήρθαν να εκπροσωπήσουν την παράταξή τους. Επίσης πρέπει να υπάρχουν και πολλοί απογοητευμένοι ψηφοφόροι των δύο μεγάλων κομμάτων.
Ούτε όμως ισχύει αυτό που ακούστηκε, ότι ο καθένας εκπροσωπεί τον εαυτό του. Δεν έχω την εικόνα ότι πρόκειται για συγκέντρωση ατόμων. Αντιθέτως, έδωσα ένα σωρό παραδείγματα όπου βλέπω έντονο το πνεύμα της ομάδας, της κοινωνικότητας, της κοινοτικότητας.
Υπάρχει το πολυαναφερόμενο «ετερόκλητο πλήθος»: γέροι, μαθητές, γονείς με μικρά παιδιά, ανάπηροι, παπάδες, νοικοκυρές, φοιτητές, μετανάστες. Ωραία πολυχρωμία. Το ετερόκλητο δε σημαίνει ασυνάρτητο.
Το ότι όλη αυτή τη δραστηριότητα τη βρίσκω έντονα πολιτική (με τη θετική έννοια) παρά τον ακομματικό χαρακτήρα της, νομίζω ότι δε χρειάζεται να το ξαναπώ. Η συγκέντρωση δεν είναι απολίτικη.
Δεν ήμουν παρών την Παρασκευή 3 Ιουνίου, όταν το ΚΚΕ έστησε ένα στέκι πάνω ή δίπλα στο Σύνταγμα. Δεν ξέρω τι ακριβώς έγινε, μου το μετέφεραν από σπασμένο τηλέφωνο. Μου φάνηκε ότι το πράγμα θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμα και σε επεισόδια, και αυτό θα ήταν πολύ κρίμα. Χαίρομαι πάρα πολύ που τελικά δεν έγιναν επεισόδια. Οτιδήποτε θα μπορούσε να προκαλέσει βία σε μία συγκέντρωση που έχει σπάσει κάθε ρεκόρ ειρηνικότητας θα ήταν μία μαγαρισιά. Άλλες φορές έχω συνταχθεί ψυχικά με κάποια από τις εμπόλεμες πλευρές. Τώρα είναι επιτακτικό χρέος να διατηρήσουμε την ειρήνη στην πλατεία, είναι το μεγαλύτερο όπλο μας.
Από την άλλη, το γεγονός ότι το ΚΚΕ έκανε τη δική του πορεία το Σάββατο δε με βρίσκει αντίθετο. Οι πορείες του ΚΚΕ έχουν διάφορα καλά (είναι συγκροτημένες, δεν υπάρχουν ποτέ έκτροπα) και διάφορα κακά (είναι διασπαστικές, διαχωρίζουν απολύτως τα μέλη τους από όλη την υπόλοιπη κοινωνία), αλλά στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία το να βγει το κόμμα με την πιο ξεκάθαρη ταυτότητα από όλο το πολιτικό φάσμα να κράξει για τα ίδια, σε γενικές γραμμές, θέματα που κράζουν και οι ανάμικτοι ακομματίκ του Συντάγματος δείχνει ίσα ίσα ότι αυτό που λένε και οι μεν και οι δε δεν είναι κάτι περιθωριακό.
Δεν ήμουν ούτε όταν η πορεία (παρέλαση) του Άθενς Πράιντ έφτασε στο Σύνταγμα. Άκουσα ότι σημειώθηκαν κάποιες εντάσεις. Λένε ότι κι εκεί εκδηλώθηκαν φασιστικές συμπεριφορές. Δεν ξέρω, δε σχολιάζω. Απλώς χαίρομαι που την ίδια μέρα είχε και Σύνταγμα, και ΚΚΕ, και Άθενς Πράιντ. Η πολυχρωμία στην αμέσως μεγαλύτερη κλίμακα. Έβραζε η Αθήνα. Καλό είναι αυτό.

**********************************************
Ξημερώνει η Κυριακή του Πανευρωπαϊκού. Να δούμε τι θα μας φέρει...

Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

ΠΕΡΙ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 1

Τα παρακάτω συνέβησαν στη λεγόμενη «απολίτικη» χτεσινή διαδήλωση στο Σύνταγμα στις 25 Μαΐου 2011.

1. Στην πλατεία Συντάγματος (η κυρίως συγκέντρωση ήταν στην Αμαλίας, μπροστά από τον Άγνωστο στρατιώτη) διεξαγόταν μια λαϊκή συνέλευση. Δεν την παρακολούθησα από την αρχή. Άνθρωποι είχαν κάνει έναν αρκετά μεγάλο κύκλο, στη μέση κενό, γύρω γύρω καθιστοί και παραέξω όρθιοι. Κάποιοι συντόνιζαν τη συζήτηση. Είχαν φέρει ένα μικρόφωνο κι έναν φορητό ενισχυτή, όχι πολύ δυνατά, κι έδιναν τον λόγο σε όποιον τον ζητούσε. Όλοι μίλησαν πολιτισμένα, κανείς δεν τους διέκοψε, οι γύρω έκαναν αρκετή ησυχία. Κάποιοι ομιλητές είχαν μια στέρεη και συγκεκριμένη γνώμη, είχαν παρακολουθήσει το κίνημα στην Ισπανία, γενικά άρθρωναν σαφή λόγο. Άλλοι ήταν αφελείς, μπερδεμένοι ή ψιλοασυνάρτητοι. Αρκετοί ξεκινούσαν με το να δηλώσουν ότι πρώτη φορά έρχονται σε συγκέντρωση και ότι δεν είναι του «χώρου», και εξέφραζαν με αυθόρμητο και όχι συστηματοποιημένο τρόπο απόψεις και συναισθήματα. Κυριαρχούσε η ευγενική διάθεση, να ακουστούν όλοι, να ενθαρρυνθούν όλοι, να χειροκροτηθούν σχεδόν όλοι. Γενικά δεν υπήρχε τσιγγουνιά στα χειροκροτήματα, πρέπει να πω.

Κάποιος ζήτησε το λόγο και είπε περίπου τα εξής:

«Γεια σας, με λένε Θανάση. Περιμένω κοριτσάκι σε 15 μέρες. (χειροκροτήματα.) Είναι το πρώτο μου παιδί και πραγματικά ανησυχώ σε τι κόσμο θα το φέρω. Όμως ούτε μια στιγμή δε σκεφτήκαμε με τη μάνα του, με την οποία είμαστε 10 χρόνια ζευγάρι, να το ρίξουμε. Μια ζωή αξίζει περισσότερο από [...κάπως έτσι, δεν το θυμάμαι].
»Βρέθηκα εδώ τυχαία. Δουλεύω σε μια εταιρεία μεταφορών, κι έχουμε μια μετακόμιση. Θέλω λοιπόν να σας παρακαλέσω να ανοίξετε ένα μέρος της πλατείας, για να περάσει το φορτηγό, να κατεβάσουμε τα πράγματα στο σταθμό του Μετρό για μια έκθεση που θα γίνει.
»

Ο πρόλογος ήταν τόσο ωραία διατυπωμένος και το φινάλε τόσο απροσδόκητο ώστε η αγόρευση έγινε δεκτή με χειροκροτήματα και γέλια. Μετά ο επόμενος αγορητής πήρε το μικρόφωνο, και η συνέλευση συνεχίστηκε. Ο τρίτος ή τέταρτος αγορητής, μετά από δέκα λεπτά, επανέφερε το θέμα του φορτηγού. Προτάθηκε να αποφασίσουμε αν συμφωνούμε να περάσει το φορτηγό. Ξεκίνησαν οι εισηγήσεις. Κάποιος πήρε το λόγο και άρχισε να λέει πως πρέπει να δούμε όλες τις πτυχές, και ξεκίνησε να μας μεταφέρει πρώτα εκείνην που του είχε παρουσιάσει προ ολίγου σε ιδιωτική συνομιλία ο Θανάσης. Ήταν η μοναδική φάση όπου μέλη της συγκέντρωσης, χωρίς να πάρουν το λόγο και το μικρόφωνο, διέκοψαν τον ομιλητή. Έτσι δεν προλάβαμε να ακούσουμε ούτε αυτή την πτυχή ούτε τις υπόλοιπες. Στο κέντρο του κύκλου άρχισαν να μαζεύονται όρθιοι και να συζητούν φωνάζοντας όλοι μαζί, ενώ εκείνος που είχε το μικρόφωνο έλεγε «Μα θα μιλήσεις κι εσύ, όλοι θα ακουστούν, παρακαλώ ηρεμία».
Στο μεταξύ το φορτηγό ήταν ήδη πάνω στην πλατεία και περίμενε να ανοίξει ο χώρος. Κάποιοι, θεωρώντας παρατυπία το να φτάσει μέχρι εκεί το φορτηγό πριν βγει η απόφαση της συνέλευσης, πρόγκηξαν τον οδηγό. Παράλληλα στο κέντρο του κύκλου συζητιόταν αν θέλουμε να ψηφίσουμε δι' ανατάσεως της χειρός ή δια βοής. Κάποιος από το κοινό φώναξε «να ψηφίσουμε αν θέλουμε να γίνει ψηφοφορία».
Τελικά κάποιος πήρε το μικρόφωνο, κατάφερε να φέρει την ηρεμία, και είπε: «Λοιπόν, άντε να ψηφίσουμε. Με χέρια: θέλουμε ή δε θέλουμε να περάσει το φορτηγό;» Παρόλο που η ερώτηση διατυπώθηκε ακριβώς όπως σας την παραθέτω, σηκώθηκαν αρκετά χέρια. Το μικρόφωνο συνέχισε: «Άρα θέλουμε να περάσει το φορτηγό. Φορτηγό, πέρασε!» Είκοσι ή τριάντα όρθιοι μετακινήθηκαν μερικά βήματα, μερικοί καθιστοί πήγαν ένα κώλο πιο πέρα για να τους διευκολύνουν, και το φορτηγό πέρασε.



2. Η πλατεία ήταν τίγκα στο σκουπίδι. Το ίδιο και οι δρόμοι γύρω γύρω. Άπειρα μπουκάλια από νερό, ντενεκεδάκια από μπίρες και αναψυκτικά, πλαστικά ποτήρια από φραπέδες (ή μάλλον φρέντο για την ακρίβεια), και ορισμένες άλλες κατηγορίες σκουπιδιών με μικρότερη εκπροσώπηση. Επίσης άφθονο χαρτί: εκτός από φυλλάδια και φεϊβολάν, υπήρχαν επίσης πολλές εφημερίδες που τις χρησιμοποιούσαν όσοι κάθονταν, παρέες παρέες, στο γρασίδι του Συντάγματος για να μη λερώνεται ο κώλος τους -η καθαριότητα είναι η μισή αρχοντιά.
Μόλις λύθηκε το ζήτημα του φορτηγού, στη συνέλευση τέθηκε και το ζήτημα των σκουπιδιών. Κλήθηκαν όσοι ενδιαφέρονταν να τα μαζέψουν να συγκεκτρωθούν λίγο παραπέρα. Θεώρησα ότι μαζεύοντας σκουπίδια θα είχα περισσότερα να προσφέρω στον αγώνα παρά παρακολουθώντας την υπόλοιπη συνέλευση, κι έτσι πήγα εκεί παραπέρα και δεν άκουσα άλλο.
Μαζευτήκαμε καμιά δεκαριά άτομα, νομίζω. Εκτός από έναν κύριο άνω των 50 και εμένα, όλοι οι άλλοι ήταν φοιτητές. Πήγαμε στα καφενεία της πλατείας να ζητήσουμε σακκούλες. Δεν μπορούσαν να μας δώσουν πολλές. Έτσι μας έδωσαν λίγες.
Μάλλον αυθόρμητα σκεφτήκαμε όλοι ότι δε χρειάζεται ειδική συνεδρίαση για να χαράξουμε την πολιτική μας, και ότι μπορούμε απλώς ν' αρχίσουμε να μαζεύουμε ό,τι βρούμε. Μέγα σφάλμα! Πολλοί άρχισαν απλώς να μαζεύουν μπουκάλια και κουτάκια μέχρι να γεμίσει η σακκούλα τους ως τα χείλη, για να την αφήσουν μετά δίπλα σε κάποιον από τους ξέχειλους κάδους. Δε γίνεται έτσι, γίδια!!
Πιάνεις ένα ένα τα μπουκαλάκια, τα ανοίγεις, τα αδειάζεις (μπορείς έτσι και να ξεπλύνεις πρόχειρα τα χέρια σου), τα πατικώνεις όσο γίνεται πιο σφιχτά, τα ξανακλείνεις, και τότε τα πετάς. Παίρνεις την μπίρα, την αδειάζεις, την πατάς δυνατά με το παπούτσι σου, αν δε γίνει τελείως πίττα επαναλαμβάνεις όσες φορές χρειαστεί, και τότε την πετάς. Παράλειψη οποιουδήποτε από τα παραπάνω βήματα οδηγεί σε πρόωρο γέμισμα της σακκούλας, και δεν είχαμε πολλές επειδή -για τους λόγους που προανέφερα- είχαμε λίγες.
Θα το πιστέψετε ότι αυτό ΔΕΝ ήταν αυτονόητο; Μάζευαν λες και ο σκοπός ήταν να γεμίσει η σακκούλα, και όχι να αδειάσει η πλατεία. Ακόμη και το ότι τη σακκούλα τη δένουμε (επομένως δεν την τιγκάρουμε τελείως, αφήνουμε λίγο τράτο για να γίνει ο κόμπος) και δεν την ακουμπάμε απλώς όρθια και ανοιχτή σε επισφαλή ισορροπία, δεν ήταν προφανές σε όλους.
Ο βασικός λόγος που ο τόπος ήταν μες στο σκουπίδι ήταν απλώς ότι τα παρατάγαν όλοι όπου βρίσκαν. Ωστόσο για κάποιους μπορούσε να βρεθεί και κάτι σαν ελαφρυντικό, επειδή οι κάδοι ήταν ήδη γεμάτοι. Προσωπικά δε θεωρώ ότι ένας γεμάτος κάδος είναι δικαιολογία για να πετάξεις το μπουκάλι σου στην πλατεία Συντάγματος, βρίσκεις κάποιο τρόπο να το κρατήσεις και το πετάς αργότερα όπου βρεις κάδο, αλλά έστω. Οι κάδοι όμως γιατί ήταν γεμάτοι; Γιατί από όσους πέταξαν το μπουκάλι τους μέσα οι περισσότεροι δε σκέφτηκαν να το πατικώσουν. Θεώρησαν ότι ο κάδος είναι για να πετάξουν οι πρώτοι 10-20 τυχεροί τα προνομιούχα μπουκάλια τους και όχι όλοι.
Δηλαδή οι μισοί εκειπέρα ήταν κάφροι που δε σκέφτονταν ούτε πού θα πετάξουν τα σκουπίδια τους, και από τους άλλους μισούς που δεν ήταν κάφροι η πλειοψηφία δεν ήταν σε θέση να σκεφτεί πώς να τα πετάξει, ενώ ακόμη και από την υπερπολιτισμένη ελίτ των εθελοντών σκουπιδιαρέων πολλοί επίσης δεν το σκέφτηκαν αυτό.

Αυτά συνέβησαν σε μία συλλογική, υπερκομματική συγκέντρωση που έγινε με σκοπό να παρακάμψουμε τις διαφορές μας και να απαιτήσουμε όλοι ενωμένοι, με ειρηνικό τρόπο, τα δίκια μας.

Δεν ξέρω τι να σκεφτώ... Μερικά πράγματα δεν είναι καν θέμα παιδείας. Η κοινή λογική δε νομίζω πως είναι θέμα παιδείας. Δεν είναι ούτε θέμα πολιτικό, ούτε ευφυΐας. Ίσα ίσα, η παιδεία, η πολιτικοποίηση και ακόμη και η καλλιέργεια της γενικής ευφυΐας προϋποθέτουν την κοινή λογική ως στοιχειώδη βάση. Ένα κουτί μεγαλύτερο από το άνοιγμα μιας πόρτας δε χωράει από την πόρτα (τουλάχιστον όχι από αυτή τη μεριά). Αν δε συμφωνήσουμε σ' αυτό, αν δεν εξασφαλίσουμε αυτό το μίνιμουμ συνεννόησης, τότε... τότε τι;

Νομίζω ότι έχουμε πολύ δρόμο ακόμη μέχρι την άμεση δημοκρατία.


*********************************************************

[Προσθήκη την 1η Ιουνίου]

Την επόμενη μέρα ετοιμαζόμουν για ένα ταξίδι. Η συγκέντρωση επαναλήφθηκε αλλά δεν πήγα. Την τρίτη μέρα έφυγα στο ταξίδι. Όταν γύρισα η συγκέντρωση συνεχιζόταν. Τώρα έχουμε φτάσει αισίως στην όγδοη μέρα. Όσα είδα μετά το ταξίδι δεν ταυτίζονται κατ' ανάγκην με τις εντυπώσεις μου της πρώτης ημέρας.

Θα δούμε...

Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

LOOK WHAT THEY 'VE DONE TO MY SONG! (3: ΕΝΑΣ ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΟΣ ΣΚΟΠΟΣ)

Καλησπέρα σας και καλές Απόκριες.

Στην ελληνική κωμωδία «Η Γυναικοκρατία» (1973, Γ. Κωνσταντίνου - Μ. Χρονοπούλου κ.ά.), η υπόθεση, που εκτυλίσσεται σ' ένα απροσδιόριστο χωριό κάπου στην Ελλάδα, στηρίζεται στο έθιμο κατά το οποίο, κάποια μέρα μες στις Απόκριες, οι γυναίκες και οι άνδρες αλλάζουν για ένα εικοσιτετράωρο τους παραδοσιακούς τους ρόλους. Αυτό το έθιμο είναι υπαρκτό, και από την ταινία φαντάζεται κανείς ότι τότε, το 1973, θα ήταν αρκετά γνωστό.
Kάποια στιγμή βλέπουμε, στο αυστηρά γυναικείο αποκριάτικο γλέντι, να τραγουδούν το τραγούδι «Με τη θεια μου τη Θοδώρα». Είναι ένα από τα πανελλήνιας διάδοσης αποκριάτικα παραδοσιακά τραγούδια, που σε κάθε τόπο το λένε με άλλο όνομα θειας και άλλο σκοπό: στην Κρήτη η θεια είναι και πάλι Θοδώρα, στα Αλάτσατα της Μ. Ασίας Κοντύλω, στην Κάρπαθο Ερήνη. Το τραγούδι δε συνδέεται ειδικώς με το έθιμο της γυναικοκρατίας, αλλά γενικά με τις Απόκριες. Δεν είναι κυριολεκτικά βωμολοχικό, είναι όμως από τα πιο χοντρά αποκριάτικα, αφού είναι όχι απλώς απροκάλυπτα σεξουαλικό αλλά και αιμομικτικό. Τα λόγια, συμπιλημένα από διάφορες κατά τόπους παραλλαγές, λένε:

Με τη θεια μου τη Θοδώρα
επηγαίναμε στη χώρα.

Σκούντα εγώ και σκούντα εκείνη
δίνει ο Θιος και πέφτει εκείνη,
πάνω εγώ, από κάτω εκείνη.
-Άχου θεια και να 'σουν ξένη,
τι κακό 'θελε να γένει.

-Κάμε γιε μου τη δουλειά σου
κι αύριο είμαι πάλι θεια σου!
Να κι ο μπάρμπας από πέρα,
τράκα τρούκα τη μαχαίρα.
-Τι της κάνεις βρε της θειας σου
κι είν' τα πόδια της στ' αφτιά σου;
-Μπάρμπα, θερμασιά την πιάνει
και την τρίβω για να γειάνει.

-Τρίψ΄τηνε καλά παιδί μου,
οπού να 'χεις την ευχή μου,
τρίψ' τηνε καλά να 'δρώσει
να σου δώσω κι ένα γρόσι.

(Μάλιστα στην Κάλυμνο έχω ακούσει και το εξής ωραίο φινάλε:

Πέφτει ο θειος μου στο κρεβάτι
δύο μήνες παρά κάτι.
Στα εννιάμερα του θειου μου,
τα γενέθλια του γιου μου
.)

Η εκτέλεση που τραγουδούν στη «Γυναικοκρατία» είναι διασκευασμένη βέβαια, αλλά σίγουρα στηρίζεται σε κάποια υπαρκτή τοπική παραλλαγή. Δεν ξέρω από πού είναι. Πάντως με την ίδια σχεδόν μελωδία, και πάλι με το όνομα Θοδώρα, το τραγούδι υπάρχει στην Κρήτη, στα χωριά της Πάνω Ρίζας (νομός Ηρακλείου) -πέρα από τον άλλο, επίσης κρητικό σκοπό για το ίδιο τραγούδι από άλλα μέρη του νησιού.
Τώρα, εδώ θα ήθελα να ασχοληθούμε με τη μελωδία και όχι τόσο με τα λόγια. Πρόκειται για μια μελωδία που, ως γνήσια αποκριάτικη, τη βρίσκουμε μεταμφιεσμένη μέσα σε διάφορα τραγούδια και οργανικούς σκοπούς της Ελλάδας, ακόμη και εκτός Ελλάδας, τόσο σε τοπικές δημοτικές παραδόσεις όσο και σε άλλα είδη μουσικής. Ξεκινώντας με το κρητικό τραγούδι, παρατηρεί κανείς αμέσως ότι ο σκοπός δε θυμίζει Κρήτη. Βέβαια παιγμένος με λύρα και λαούτο κρητικοποιείται αρκετά, αλλά και πάλι δείχνει να είναι δάνειο. (Είναι κρίμα που δεν μπορώ να σας το βάλω να το ακούσετε. Είναι στο δίσκο του χαμπιολάτορα Πελοπίδα Σαριδάκη«Οι βοσκοί του Ψηλορείτη».)
Στην Κρήτη δεν υπάρχουν πολλές δάνειες μουσικές. Όσες υπάρχουν, είναι κυρίως μικρασιάτικες. Άρα προς τα εκεί στρέφονται οι υποψίες. Ως καθαρά μικρασιάτικο σκοπό δεν τον έχω ακούσει. Πιστεύω όμως ότι τον έχω εντοπίσει κρυμμένον σε δύο κομμάτια της Μυτιλήνης. Να σημειώσουμε ότι η παράδοση της Μυτιλήνης είναι κατά κύριο λόγο μικρασιάτικη, όχι όπως αλλού λόγω επίδρασης αλλά επειδή πριν το 1922 και κυρίως πριν τη χάραξη των σημερινών συνόρων η Μυτιλήνη ήταν ένα μικρασιάτικο νησί. Έτσι στη μουσική της βρίσκουμε την αδιάσπαστη μέχρι σήμερα συνέχεια ενός μικρασιάτικου τόπου όπου δεν υπήρξε ξεριζωμός.
Το ένα κομμάτι είναι ένα οργανικό που λέγεται «Γκάιντα», και υπάρχει, παιγμένο με βιολί, στο δίσκο «Λέσβος Αιολίς». Έχει πολλά μουσικά θέματα, και ένα από αυτά σχεδόν ταυτίζεται με το δεύτερο γύρισμα της θειας μου της Θοδώρας. Το άλλο είναι πολύ πιο γνωστό: είναι η «Θεια μου η Αμεσρούδα», αποκριάτικος σκοπός με άπειρα δίστιχα, συνήθως σατιρικά ή πάντως χιουμοριστικά αλλά όχι βωμολοχικά. Στιχουργικά η θεία αυτή δεν έχει καμία σχέση με τις άλλες τρεις, τη Θοδώρα, την Κοντύλω και την Ερήνη. Ως προς τη μουσική όμως, η θεια μου η Αμερσούδα είναι σαφώς παραλλαγή της μελωδίας που λέγαμε.
Τη θεια την Αμερσούδα την ξέρουμε σχεδόν όλοι στην Ελλάδα από τη μάνα μας ή τη γιαγιά μας. Αυτό οφείλεται στην ηχογράφηση της Σοφίας Βέμπο το 1946, που προφανώς έγινε πανελλήνιο σουξέ, ιδίως που λίγο μετά τον Πόλεμο η τραγουδίστρια του μετώπου ήταν κοσμοαγάπητη. Ενώ όμως το '46 μπήκε σε κάθε ελληνικό σπίτι, στη Μυτιλήνη εξακολούθησε και εξακολουθεί ακόμη την καριέρα της ως τοπικός σκοπός για τον οποίο βγαίνουν ακόμη καινούργια δημώδη δίστιχα.

Τώρα, πρέπει να προσέξουμε το εξής: οι σκοποί για αστεία, σατιρικά, πονηρά τραγούδια, συνήθως έχουν κάτι το πονηρό από μόνοι τους, ανεξάρτητα από τα λόγια. Καθώς έχω ιδιαίτερη αγάπη για τα αποκριάτικα, κατά καιρούς έχω ζητήσει από λαϊκούς μουσικούς σε διάφορα νησιά να μου δείξουν τους σκοπούς τους, πράγμα που κάποιες φορές συνέβη σε άσχετες εποχές και όχι τις Απόκριες. Παρατήρησα λοιπόν ότι όποιος βρισκόταν εκεί γύρω, ακόμη και οι ίδιοι οι οργανοπαίχτες, άρχιζαν αμέσως να γελάνε, με το άκουσμα μόνο της μελωδίας, πριν ειπωθεί οποιοσδήποτε στίχος. Αυτό λοιπόν συμβαίνει και με τη θεια μου την Αμερσούδα, η οποία ακόμη και χωρίς στίχους κοινωνεί το σατιρικό και ανατρεπτικό πνεύμα της.
Θεωρώ ότι σ' αυτή την ιδιότητα του σκοπού στηρίχτηκε ο Παναγιώτης Τούντας, για να γράψει ένα από τα πιο ιστορικά τραγούδια του ρεμπέτικου, την Βαρβάρα. Η Βαρβάρα γράφτηκε το 1936, δηλαδή 10 χρόνια πριν βγάλει η Βέμπο την Αμερσούδα. Άρα, για να ισχύει η υπόθεσή μου θα πρέπει να δεχτούμε ή να αποδειχτεί ότι η Αμερσούδα ήταν ήδη γνωστή.
Η Βαρβάρα έχει μια μελωδία με τέσσερις φράσεις. Από αυτές οι δύο πρώτες είναι οι ίδιες με της Αμερσούδας, η τέταρτη είναι επανάληψη της δεύτερης, και μόνο η τρίτη είναι πρωτότυπη. Ένας πολύ σοβαρός μελετητής του ρεμπέτικου, ο Νίκος Πολίτης, έγραψε σε αδημοσίευτη εισήγησή του ότι ο Τούντας χρησιμοποίησε μια έτοιμη μελωδία από τη Ρουμανία, γνωστή γενικώς αλλά άγνωστη στην Ελλάδα, ενώ σε επανεπεξεργασία του ίδιου κειμένου που δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό «Η Κλίκα» αναφέρει ότι η μελωδία πιθανώς στηρίζεται τμηματικά σε λαϊκό ρουμάνικο σκοπό. Αυτή την πληροφορία δεν είμαι σε θέση ούτε να την επιβεβαιώσω ούτε να τη διαψεύσω. Ωστόσο δε μου φαίνεται να αντιφάσκει προς τη δική μου άποψη: κι η ίδια η Αμερσούδα δε θα ήταν απίθανο να προέρχεται από ρουμάνικη μελωδία. Η μυτιληνιά «γκάιντα» που ανέφερα πιο πάνω είναι ακριβώς στο στυλ διάφορων ρουμανόφερτων χασαποσέρβικων. Επιπλέον, μελωδικοί πυρήνες σχετικοί με της Αμερσούδας εντοπίζονται -με άλλο ρυθμό, όχι χασαποσέρβικο αλλά 7/16- και σ' ένα τούρκικο χορό, που λέγεται Rumeli Horonu. Δεν είμαι βέβαιος ποια περιοχή ονομάζουν οι Τούρκοι Rumeli, νομίζω την ευρωπαϊκή Τουρκία, δηλαδή την ανατολική Θράκη, της οποίας οι κυριότερες πόλεις βρίσκονταν μέσα στις διαδρομές των Τσιγγάνων Ρουμάνων μουσικών. Μπορεί κανείς να ακούσει το τούρκικο κομμάτι εδώ, και σε πολύ ανώτερη εκτέλεση στο δίσκο του Ταλίπ Οζκάν «L' art vivant de Talip Ozkan». Όσο για το θέμα των ρουμάνικων επιρροών, υπάρχει αυτή τη στιγμή σχετική έρευνα εν εξελίξει. Μόλις πληροφορηθώ για τα αποτελέσματά της θα ενημερώσω αυτή την ανάρτηση.
Η Βαρβάρα βγήκε σχεδόν αμέσως μετά το πραξικόπημα που έφερε το δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά στην εξουσία. Από τις πρώτες δουλειές του Μεταξά ήταν να ιδρύσει υπουργείο αρμόδιο για τη λογοκρισία του τύπου και της μουσικής, αλλά αυτό δεν άρχισε αυθημερόν τη δράση του, αφού έπρεπε να προηγηθεί η θέσπιση σχετικής νομοθεσίας και γενικά κάποια οργάνωση. Η Βαρβάρα όμως απαγορεύτηκε πρώτη πρώτη, πριν καν θεσπιστεί γενικότερα η λογοκρισία. Λέγεται ότι ο ίδιος ο δικτάτορας είχε μια κόρη Βαρβάρα, την οποία διαπόμπευε το τραγούδι (που άρα μπορεί να χαρακτηριστεί κατά μία έννοια αντιστασιακό), αλλά έχω ακούσει και την εκδοχή ότι αυτό είναι αστικός μύθος κι ότι ο Μεταξάς δεν είχε τέτοια κόρη. Όποιος ενδιαφέρεται για τα εν οίκω του Ιωάννη Μεταξά, ας ρίξει μια ματιά και σ' αυτή την ιστορική πηγή.
Όπως και να 'χει, ο Μεταξάς, ως φασίστας ηγέτης, οραματιζόταν έναν ελληνικό λαό εργατικό, λεβέντη, πατριώτη, χωρίς ανατρεπτικές σκέψεις ή χωρίς καθόλου σκέψεις, απαλλαγμένο από χιούμορ, νωχέλεια, από κάθε μνήμη τουρκοκρατίας και δουλοπρέπειας, κλπ.. Στο πλαίσιο αυτού του οράματος εθέσπισε και τη λογοκρισία της μουσικής, αρχής γενομένης από τη Βαρβάρα. Είναι γνωστό ότι όταν η λογοκρισία γενικεύτηκε και οργανώθηκε, στράφηκε κυρίως εναντίον των τραγουδιών με χασικλήδικους στίχους. Λιγότερο γνωστό είναι ότι δε λογοκρίνονταν μόνο στίχοι, αλλά και όσες μελωδίες έφεραν (κατά την κρίση των μουσικών της επιτροπής λογοκρισίας) μνήμες Ανατολής, γιατί είτε θύμιζαν τη σκλαβιά στον βάρβαρο Τούρκο είτε προήγαν τα ανατολίτικα ανθελληνικά ιδανικά της ραθυμίας, του γλεντιού σε χαλαρούς ρυθμούς, της υπομονής.
Φασίστας - φασίστας, ο Μεταξάς σ' αυτό το θέμα τουλάχιστον υπήρξε σοφός. Η δύναμη που μπορεί να έχει μια μελωδία πάνω στα ήθη των ανθρώπων δεν είναι κάτι οφθαλμοφανές, κι όμως αυτός το έπιασε. Η Βαρβάρα όμως του ξέφυγε: απαγόρευσε μόνο τα λόγια της κι όχι τη μουσική, γιατί ναι μεν ήταν μια μουσική με ανατρεπτικό χιούμορ, αλλά άντε να το στηρίξεις αυτό σε χειροπιαστά δεδομένα.
Έτσι ο Τούντας, μόλις του απαγόρεψαν τη Βαρβάρα, έβγαλε τη «Μαρίκα τη δασκάλα». Είναι ακριβώς η ίδια μελωδία, όμοια εκτέλεση, ίδια όλα, οι στίχοι όμως είναι αναδιπλωμένοι σ' ένα πολύ πιο ανώδυνο θέμα: ενώ η Βαρβάρα ψωνιζόταν, η Μαρίκα η δασκάλα είναι απλώς τσιγγούνα. Το τραγούδι και πάλι είναι σατιρικό, αλλά δεν ξεπερνά τα όρια της παρουσίασης ενός γραφικού ανθρώπινου τύπου της γειτονιάς. Θα πέρναγε -όπως και πέρασε- από οποιαδήποτε λογοκρισία, χωρίς να προσφέρει καμία λαβή να πιαστεί κανείς για να το κόψει. Βέβαια φαντάζομαι ότι η Βαρβάρα είχε γίνει τόσο γνωστή ώστε οι άνθρωποι άκουγαν τη Μαρίκα και κρυφογέλαγαν όχι για όσα έλεγε, αλλά για όσα ήξεραν από τη Βαρβάρα. Άρα και που την κόψαν τη Βαρβάρα, δεν πέτυχαν τίποτε σπουδαίο.
Η αντεπίθεση του Τούντα συνεχίστηκε. Λίαν συντόμως, το '37, έβγαλε και τρίτο τραγούδι στην ίδια μελωδία, το «Μανωλιός και Δημητρούλα». Εδώ οι στίχοι δεν είναι καν σατιρικοί, έστω και σε αθώο επίπεδο: απλώς περιγράφεται ένα ζευγαράκι με τις ρομαντικές του βόλτες. Κι όμως, ακούστε το και πείτε μου αν δε νομίζετε ότι κάποιος τους κοροϊδεύει! Δε φταίνε τα λόγια αλλά η μουσική.
Μιας κι αυτό το στυλ είχε επιτυχία, εμφανίστηκε και μία (τουλάχιστον) αντιγραφή της Βαρβάρας / Μαρίκας, η Μαγδάλω. Οι στίχοι μιλάνε με ανώδυνη σάτιρα για έναν άλλο τύπο της γειτονιάς, την κουτσομπόλα κυρά Μαγδάλω. Η μελωδία στηρίζεται σ' αυτήν της Βαρβάρας, με ίσα ίσα τόσες μικροαλλαγές όσες χρειάζονταν για να είναι εκτός κοπιράιτ. Δε γνωρίζω ποιος υπογράφει αυτό το τραγούδι, αφού το έχω δει να αναφέρεται και ως δημιουργία του Δημήτρη Σέμση (στίχοι και μουσική), και του Σέμση (μουσική) σε στίχους Κώστα Μακρή, και των άγνωστων σ' εμένα Χ. Πυρνασσού - Κ. Κάνουλα. Πόσο μάλλον δεν ξέρω ποιος το έγραψε στ' αλήθεια. Άλλωστε να πούμε ότι και η ίδια η Βαρβάρα, αν και υπογράφεται από τον Τούντα, υπάρχει η φήμη ότι στην πραγματικότητα ήταν του Γιοβάν Τσαούς (Γιάννη Εϊτζιρίδη). Ποια πραγματικότητα δηλαδή... Σας είπα τη γνώμη μου: τουλάχιστον τη μουσική δεν την έγραψε κανείς.
Εν πάση περιπτώσει περνούν μερικά χρόνια, και ξαφνικά οι Έλληνες έχουν να αντιμετωπίσουν πολύ πιο σοβαρά θέματα, γιατί ξεσπάει ο Πόλεμος. Με τις πρώτες νίκες κατά της Ιταλίας βγαίνουν και τα σχετικά τραγούδια, που τα θυμόμαστε κάθε 28 Οκτωβρίου: Τιριτόμπα, Κορόιδο Μουσολίνι, Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του κλπ.. Σήμερα θυμόμαστε κυρίως τα τραγούδια της Βέμπο, αλλά και πολλοί άλλοι είχαν βγάλει σατιρικά κατά της Ιταλίας πατριωτικά τραγούδια. Μεταξύ αυτών και ο Τούντας, που ξαναματαδιασκεύασε τη Βαρβάρα ως «Άκου Ντούτσε μου τα νέα».
Η πρακτκή να γράφονται σατιρικά τραγούδια πάνω σε ήδη γνωστές μελωδίες είναι συνηθισμένη: και ευκολομνημόνευτα είναι, και η παρωδία εντείνει ακόμη περισσότερο τη σάτιρα. Άλλωστε σίγουρα πολλά τέτοια τραγούδια θα ξεκίνησαν όχι από συνθέτες και στιχουργούς αλλά από τους ίδιους τους φαντάρους ή τους θριαμβεύοντες αμάχους πίσω στην Ελλάδα. Εδώ π.χ. διαβάζουμε την ενδιαφέρουσα ιστορία του «Κορόιδο Μουσολίνι», που ήταν αρχικά λαϊκό ιταλικό και πέρασε από διάφορες διασκευές πριν γίνει αυτό που ξέρουμε, ενώ σε άλλη ανάρτηση εδώ στα Ημερολόγια είδαμε ένα άλλο πρωτεϊκό τραγούδι να καταλήγει, μεταξύ δεκάδων άλλων εκδοχών, και σε γηπεδικό παιάνα. Επίσης η έτοιμη μελωδία εξυπηρετεί και την ταχύτητα: ένα τέτοιο τραγούδι θα μπορούσε ακόμη και στη δεκαετία '40, φαντάζομαι, να γραφτεί, να ηχογραφηθεί, να κυκλοφορήσει σε τιράζ και να ακουστεί σε γραμμόφωνα και ραδιόφωνα μέσα σε λίγες μέρες από το γεγονός που το ενέπνευσε. Τέλος, δεν ξέρω κατά πόσο, για ορισμένους συνθέτες, πέρα από τον πατριωτισμό υπήρχε και το κίνητρο του εύκολου σουξέ.

Παρ' ότι η Βαρβάρα έχει αποκτήσει θρυλικές διαστάσεις μεταξύ όσων ψάχνονται με τα ρεμπέτικα, είναι τραγούδι που ακούγεται σπάνια σήμερα. Δεν έχω υπόψη μου καμία νεότερη ηχογράφηση και καμία επανακυκλοφορία της αρχικής ηχογράφησης σε δίσκο. Από σημερινούς μουσικούς την έχει στο ρεπερτόριό του ο Αγάθων Ιακωβίδης, τον οποίο βλέπουμε εδώ να λέει σ' ένα κορδόνι και την αυθεντική Βαρβάρα και τη Μαρίκα και τον Μπενίτο. (Ο ηλικιωμένος κύριος που βλέπουμε να κάθεται σε μιαν άκρη και να μουρμουρίζει τους στίχους είναι κάποιος ανιψιός του Τούντα).

Έτσι λοιπόν παρακολουθήσαμε τα ταξίδια ενός σκοπού που συνδέει τα αποκριάτικα έθιμα με το έπος του '40, τα τελειώματα του παλιού ελληνικού κινηματογράφου με τα σημερινά λαϊκά πάλκα, τα αθυρόστομα δημοτικά τραγούδια με τη λογοκρισία του ρεμπέτικου, την ελληνική Μικρά Ασία με την τούρκικη Θράκη και πιθανώς και με την Ρουμανία.

Καλές Απόκριες!

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

LOOK WHAT THEY 'VE DONE TO MY SONG! (2: ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ ΚΗΛΑΗΔΟΝΗΣ, ΧΑΡΡΥ ΚΛΥΝΝ)

Άλλες δύο όμορφες μουσικές ετυμολογίες. Δυστυχώς ο Blogger μού κάνει νερά. Αν τα βιντεάκια δε δουλεύουν, δείτε τα στο Γιουτιουμπ κάνοντας κλικ εκεί που λέει κλικ.


Η πρώτη:




Λ. Κηλαηδόνης, Τζιν τζιν τζιν.
Από το δίσκο «Ψυχραιμία παιδιά!», 1979.
(κλικ)




Elvis Presley, Wooden Heart.
Από την ταινία G.I.Blues, 1960.
Σε σιγκλάκι βγήκε το 1964.
(κλικ)





Muss i denn: παραδοσιακό τραγούδι της ξενιτιάς από την περιοχή
της Σουηβίας στη Βάδη - Βυρτεμβέργη (νότια Γερμανία). Ορισμένοι
στίχοι θεωρούνται μεταγενέστερη προσθήκη του 1824!
Εδώ τραγουδούν οι Comedian Harmonists.
(κλικ)


Και η δεύτερη:




Χάρρυ Κλυνν, «Μαλακά, πιο μαλακά»,
από τον ομώνυμο δίσκο, 1984.

(κλικ)




Benny Bell, «Shaving cream», 1946.
(κλικ)

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ

Μετά από κάποια γεγονότα τα οποία και αυτοπροσώπως τα έζησα και στο Γιουτιουμπ τα είδα, δημοσίευσα σ' ένα φόρουμ τις παρακάτω σκέψεις:


ΔΙΣ ΙΖ Ε ΦΡΙ ΚΑΝΤΡΙ

Γεια σας.

Η «Ημέρα του δρόμου», όπως και η Παγκυκλαδική της Σύρας και όπως και τα περισσότερα τσαμπουνογεγονότα των τελευταίων ετών, έχει καλυφθεί από διάφορα βιντεάκια που δημοσιεύτηκαν στο ΓιουΤιουμπ. Δυστυχώς, τα περισσότερα από αυτά (για την ακρίβεια όλα όσα έτυχε να δω) δεν έχουν κανέναν απολύτως λόγο ύπαρξης. Δημοσιεύτηκαν από ανθρώπους χωρίς την παραμικρή συναίσθηση ευθύνης του τι κάνουν ανεβάζοντάς τα.
Όταν, κάποια βραδιά, σε μια παρέα, πολύ αργά, μεθυσμένος και μερακλωμένος, πιάσω ένα ξεκούρδιστο όργανο και τραγουδήσω φάλτσα ένα τραγούδι του οποίου ξεχνάω τους μισούς στίχους, είναι πιθανόν να δημιουργηθεί μία μαγική ατμόσφαιρα μέθεξης (σε γενική πτώση), γιατί είναι η στιγμή όπου δε μετράει η μουσική ποιότητα αλλά η συναισθηματική: εγώ και οι άλλοι γύρω ξέρουμε ότι το τραγούδι που προσπαθώ να πω είναι ωραίο και αληθινό, και κανείς δεν κοιτάει (και ορθώς) αν εκείνη τη στιγμή το λέω τόσο ωραία ή το αλλοιώνω. Δεν έχω όμως δικαίωμα να ανέβω σε κάποιο δημόσιο βήμα και να παρουσιάσω αυτή τη μουντζούρα ισχυριζόμενος ότι αυτό είναι λ.χ. ένα τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι, γιατί απλούστατα το τραγούδι δεν είναι έτσι.
Στο Γιουτιουμπ γενικά απουσιάζει αυτή η συναίσθηση. Ο καθένας ανεβάζει τη μουντζούρα του, ισχυριζόμενος ότι αυτό ήταν η Μέρα του δρόμου ή οτιδήποτε άλλο. Όχι φίλε, δεν είναι η Μέρα του δρόμου αυτό! Αυτό είναι ένα βίντεο με κακή εικόνα και κακό ήχο, που δείχνει μια άμορφη μάζα ανθρώπων να θορυβούν. Ήσουν εκεί, έζησες μια ωραία εμπειρία, προσπάθησες να την αποτυπώσεις για να τη μοιραστείς με όλο τον κόσμο, αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφερες! Γιατί το ανεβάζεις; Τι σου φταίνε όσοι θα το δούνε, και τι σου φταίει το γεγονός το οποίο προδίδεις;
Με λίγη στοιχειώδη αυτοκριτική, μπορεί κανείς να πει: «Αυτό το βίντεο δεν είναι πολύ σπουδαίο, άρα δεν είναι για ανέβασμα. Την επόμενη φορά θα προσπαθήσω να αποφύγω το τάδε και δείνα λάθος, και ίσως κάποια στιγμή φτάσω να κάνω καλά βίντεα που αξίζει τον κόπο να τα μοιραστώ με όλο τον κόσμο». Αντ' αυτού, έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι μόνο επειδή βρεθήκαμε σε μια ωραία φάση, αυτό αυτόματα κάνει τις βιντεοσκοπήσεις μας (ή τις φωτογραφίες, ηχογραφήσεις, κείμενα κλπ.) άξιες να τις δείξουμε και παραπέρα.
Συνήθως λέμε «ντάξει μωρέ, ένα ερασιτεχνικό βιντεάκι με το κινητό είναι, μη γυρεύεις πολλά». Γιατί να μη γυρεύω πολλά; Έχουμε καταργήσει τις αξιώσεις ποιότητας από τη ζωή μας; Δεν απαιτώ να είναι οπωσδήποτε καλό, απαιτώ όμως να προσπαθεί να είναι καλό.
Βέβαια υπάρχουν και κάποιες εξαιρέσεις. Εδώ και εδώ βλέπουμε τη δουλειά κάποιου που δε θεωρεί αυτονόητο δικαίωμά του να μας πετάει μια λάσπη στην καραβάνα και να μας λέει «άμα δε σ' αρέσει νέος, παρήγγειλε σουβλάκια».



Μετά από μερικές μέρες ένας φίλος απάντησε με τις δικές του σκέψεις:


ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΙΚΑ ΦΙΛΜΑΚΙΑ

Με αφορμή το κείμενο "ΔΙΣ ΙΖ Ε ΦΡΙ ΚΑΝΤΡΙ" 05/11/10 θέλω να γράψω μια άποψη:

Συμφωνώ ότι είναι άτεχνα και κακής ποιότητας τα πιο πολλά φιλμάκια που ανεβάζονται, συντελούσης και της ποιότητας του You Tube. Ψάχνοντας όμως θέματα σαν αυτά που μας απασχολούν, ή και ό,τι άλλο, πέρα από τους αυτονόητα πρακτικούς λόγους της καταγραφής του περιθωριακού ή τουλάχιστον μη επίσημου πολιτισμικού περιβάλλοντος στη χώρα μας και διεθνώς, όταν πρόκειται για έρευνα στο παρελθόν η "όποια" καταγραφή είδαμε γίνεται πολύτιμη.
Αλλά αυτά τα άτεχνα φιλμάκια έχουν και τη δική τους αξία ειδικά αν τα δεις μέσα από άλλο πρίσμα, και εξηγούμαι.
Δούλεψα και δουλεύω με καταγραφές (φωτογραφία βίντεο ήχο) εδώ και χρόνια, άλλοτε στεγνά επαγγελματικά (τηρώντας τους κανόνες της αγοράς), άλλοτε αδέσμευτα ακολουθώντας τις δικές μου απαιτήσεις. Θα πω πολύ σχηματικά τις παρατηρήσεις μου. Στην "επαγγελματική" φάση λοιπόν είσαι σχεδόν υποχρεωμένος να δείξεις σε πρώτο πλάνο με κοντινό ήχο και με κοινώς αποδεκτή αισθητική το θέμα ή "ζητούμενο" , ενώ στην "ερασιτεχνική" τα πράγματα είναι πιο χαλαρά (σαν απελευθέρωση απο το επαγγελματικό), συνεπώς έχεις την άνεση να κοιτάξεις γύρω, να καταλάβεις πού βρίσκεσαι και τι συμβαίνει παράλληλα με το "ζητούμενο". Εδώ έχεις τη δυνατότητα να καταγράψεις και το "δάσος" που λέει η παροιμία, ακόμα να δοκιμάσεις διαφορετικές αισθητικές, να ρισκάρεις την αλήθεια... Μερικές φορές μου έτυχε να φιλμάρω απλώς πλάτες άλλων φωτογράφων και κινηματογραφιστών ή να δείχνω σκουντήματα της κάμερας ή να ακούμε θορύβους και ομιλίες με μακρινή τη μουσική του "ζητούμενου". Άλλοτε μου έτυχε να ξεχνιέμαι, να μου ξεφεύγει η σκόπευση γιατί κάτι άλλο μου τράβηξε την προσοχή και να ανακαλύπτω όταν ξανάβλεπα το βίντεο ότι κατέγραφα χαρτοπετσέτες στο πάτωμα, φαγιά σε πιάτα, αλλά και πολλές άλλες όψεις του γλεντιού, φευγαλέες εκφράσεις, έπιπλα, αυτοκίνητα και περιβάλλον κατά λάθος ή εξεπίτηδες.
Μετά τα πρώτα σιχτίρια για το αποτέλεσμα κατώτερο άσχετου πρωτάρη, άλλαξα γνώμη και μέσα σε όλες αυτές τις κακές λήψεις ανακάλυψα δυνατές αλήθειες γύρω από το "ζητούμενο" αλλά και τις δικές μου αντιδράσεις πάνω στη μουσική, στο χορό ή στο περιβάλλον. Πολλά δήθεν πρότυπα είχαν εξαλειφθεί, η καταγραφή ήταν όντως ρεαλιστική. Έκτοτε οι αντιλήψεις μου είναι ανοιχτές στην εμπειρία παρά στο στήσιμο.
Προφανώς βοήθησε και η κουλτούρα του πειραματικού σινεμά ήδη από τη δεκαετία του 70 που ανέδειξε το ερασιτεχνικό και την αξία του τυχαίου. Είχαμε τόσο ενθουσιαστεί μάλιστα εκείνη την εποχή που οργανώναμε δημόσιες προβολές με ερασιτεχνικά φιλμάκια που όπως καταλαβαίνετε προβαλλόμενα μετουσιώθηκαν σε υπερρεαλιστικά ντοκιμαντέρ.
Έτσι όταν βλέπω όλα αυτά τα φιλμάκια του You Tube χωρίς "ποιότητα", μου μένει η αίσθηση ότι είναι τουλάχιστον αληθινά. Αυτές οι ερασιτεχνικές καταγραφές ακόμα και όταν μιμούνται την τηλεόραση δεν ισχυρίζονται τίποτα παραπάνω από αυτό που είναι. Αλλά περιέχουν συχνά αποκαλυπτικές αλήθειες, άμεσες αντιδράσεις και προσωπικά βιώματα που σε κανένα καλοστημένο ντοκιμαντέρ δεν θα βρούμε. Η αξία τους θα λέγαμε έγκειται στις διαφορετικές ή προσωπικές αντιλήψεις χρόνου, χώρου, θέματος που επιτρέπουν στον θεατή να εμβαθύνει σε λεπτομέρειες ή διάρκειες. Αντίθετα πολλά άρτια τεχνικά και διδακτικά ντοκιμαντέρ παρά τις σημαντικές ποιότητες στην έρευνα υπόκεινται σε μια δομή που επεξηγεί χαρακτηρίζει ή εξιδανικεύει το περιεχόμενο μην αφήνοντας τον θεατή να κρίνει. Δεν είναι σκοπός μου εδώ να αναλύσω το επαγγελματικό ντοκιμαντέρ. Το ευχάριστο είναι ότι οι νέες τάσεις στο εθνολογικό ντοκιμαντέρ είναι πιο ευαίσθητες στην εικόνα, στον ήχο και στην παρατήρηση.

Ελπίζω να συμπλήρωσα κάτι με την άποψή μου.

Το μόνο σχόλιο που θα ήθελα να κάνω είναι: όσο μ' ενοχλεί να χαμηλώνουμε ή να καταργούμε τις αξιώσεις μας για ποιότητα σε οτιδήποτε, άλλο τόσο χαίρομαι όταν κάποιος ανακαλύπτει την ποιότητα εκεί όπου εγώ δεν τη βλέπω.