ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...

Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

ΠΕΡΙ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 1

Τα παρακάτω συνέβησαν στη λεγόμενη «απολίτικη» χτεσινή διαδήλωση στο Σύνταγμα στις 25 Μαΐου 2011.

1. Στην πλατεία Συντάγματος (η κυρίως συγκέντρωση ήταν στην Αμαλίας, μπροστά από τον Άγνωστο στρατιώτη) διεξαγόταν μια λαϊκή συνέλευση. Δεν την παρακολούθησα από την αρχή. Άνθρωποι είχαν κάνει έναν αρκετά μεγάλο κύκλο, στη μέση κενό, γύρω γύρω καθιστοί και παραέξω όρθιοι. Κάποιοι συντόνιζαν τη συζήτηση. Είχαν φέρει ένα μικρόφωνο κι έναν φορητό ενισχυτή, όχι πολύ δυνατά, κι έδιναν τον λόγο σε όποιον τον ζητούσε. Όλοι μίλησαν πολιτισμένα, κανείς δεν τους διέκοψε, οι γύρω έκαναν αρκετή ησυχία. Κάποιοι ομιλητές είχαν μια στέρεη και συγκεκριμένη γνώμη, είχαν παρακολουθήσει το κίνημα στην Ισπανία, γενικά άρθρωναν σαφή λόγο. Άλλοι ήταν αφελείς, μπερδεμένοι ή ψιλοασυνάρτητοι. Αρκετοί ξεκινούσαν με το να δηλώσουν ότι πρώτη φορά έρχονται σε συγκέντρωση και ότι δεν είναι του «χώρου», και εξέφραζαν με αυθόρμητο και όχι συστηματοποιημένο τρόπο απόψεις και συναισθήματα. Κυριαρχούσε η ευγενική διάθεση, να ακουστούν όλοι, να ενθαρρυνθούν όλοι, να χειροκροτηθούν σχεδόν όλοι. Γενικά δεν υπήρχε τσιγγουνιά στα χειροκροτήματα, πρέπει να πω.

Κάποιος ζήτησε το λόγο και είπε περίπου τα εξής:

«Γεια σας, με λένε Θανάση. Περιμένω κοριτσάκι σε 15 μέρες. (χειροκροτήματα.) Είναι το πρώτο μου παιδί και πραγματικά ανησυχώ σε τι κόσμο θα το φέρω. Όμως ούτε μια στιγμή δε σκεφτήκαμε με τη μάνα του, με την οποία είμαστε 10 χρόνια ζευγάρι, να το ρίξουμε. Μια ζωή αξίζει περισσότερο από [...κάπως έτσι, δεν το θυμάμαι].
»Βρέθηκα εδώ τυχαία. Δουλεύω σε μια εταιρεία μεταφορών, κι έχουμε μια μετακόμιση. Θέλω λοιπόν να σας παρακαλέσω να ανοίξετε ένα μέρος της πλατείας, για να περάσει το φορτηγό, να κατεβάσουμε τα πράγματα στο σταθμό του Μετρό για μια έκθεση που θα γίνει.
»

Ο πρόλογος ήταν τόσο ωραία διατυπωμένος και το φινάλε τόσο απροσδόκητο ώστε η αγόρευση έγινε δεκτή με χειροκροτήματα και γέλια. Μετά ο επόμενος αγορητής πήρε το μικρόφωνο, και η συνέλευση συνεχίστηκε. Ο τρίτος ή τέταρτος αγορητής, μετά από δέκα λεπτά, επανέφερε το θέμα του φορτηγού. Προτάθηκε να αποφασίσουμε αν συμφωνούμε να περάσει το φορτηγό. Ξεκίνησαν οι εισηγήσεις. Κάποιος πήρε το λόγο και άρχισε να λέει πως πρέπει να δούμε όλες τις πτυχές, και ξεκίνησε να μας μεταφέρει πρώτα εκείνην που του είχε παρουσιάσει προ ολίγου σε ιδιωτική συνομιλία ο Θανάσης. Ήταν η μοναδική φάση όπου μέλη της συγκέντρωσης, χωρίς να πάρουν το λόγο και το μικρόφωνο, διέκοψαν τον ομιλητή. Έτσι δεν προλάβαμε να ακούσουμε ούτε αυτή την πτυχή ούτε τις υπόλοιπες. Στο κέντρο του κύκλου άρχισαν να μαζεύονται όρθιοι και να συζητούν φωνάζοντας όλοι μαζί, ενώ εκείνος που είχε το μικρόφωνο έλεγε «Μα θα μιλήσεις κι εσύ, όλοι θα ακουστούν, παρακαλώ ηρεμία».
Στο μεταξύ το φορτηγό ήταν ήδη πάνω στην πλατεία και περίμενε να ανοίξει ο χώρος. Κάποιοι, θεωρώντας παρατυπία το να φτάσει μέχρι εκεί το φορτηγό πριν βγει η απόφαση της συνέλευσης, πρόγκηξαν τον οδηγό. Παράλληλα στο κέντρο του κύκλου συζητιόταν αν θέλουμε να ψηφίσουμε δι' ανατάσεως της χειρός ή δια βοής. Κάποιος από το κοινό φώναξε «να ψηφίσουμε αν θέλουμε να γίνει ψηφοφορία».
Τελικά κάποιος πήρε το μικρόφωνο, κατάφερε να φέρει την ηρεμία, και είπε: «Λοιπόν, άντε να ψηφίσουμε. Με χέρια: θέλουμε ή δε θέλουμε να περάσει το φορτηγό;» Παρόλο που η ερώτηση διατυπώθηκε ακριβώς όπως σας την παραθέτω, σηκώθηκαν αρκετά χέρια. Το μικρόφωνο συνέχισε: «Άρα θέλουμε να περάσει το φορτηγό. Φορτηγό, πέρασε!» Είκοσι ή τριάντα όρθιοι μετακινήθηκαν μερικά βήματα, μερικοί καθιστοί πήγαν ένα κώλο πιο πέρα για να τους διευκολύνουν, και το φορτηγό πέρασε.



2. Η πλατεία ήταν τίγκα στο σκουπίδι. Το ίδιο και οι δρόμοι γύρω γύρω. Άπειρα μπουκάλια από νερό, ντενεκεδάκια από μπίρες και αναψυκτικά, πλαστικά ποτήρια από φραπέδες (ή μάλλον φρέντο για την ακρίβεια), και ορισμένες άλλες κατηγορίες σκουπιδιών με μικρότερη εκπροσώπηση. Επίσης άφθονο χαρτί: εκτός από φυλλάδια και φεϊβολάν, υπήρχαν επίσης πολλές εφημερίδες που τις χρησιμοποιούσαν όσοι κάθονταν, παρέες παρέες, στο γρασίδι του Συντάγματος για να μη λερώνεται ο κώλος τους -η καθαριότητα είναι η μισή αρχοντιά.
Μόλις λύθηκε το ζήτημα του φορτηγού, στη συνέλευση τέθηκε και το ζήτημα των σκουπιδιών. Κλήθηκαν όσοι ενδιαφέρονταν να τα μαζέψουν να συγκεκτρωθούν λίγο παραπέρα. Θεώρησα ότι μαζεύοντας σκουπίδια θα είχα περισσότερα να προσφέρω στον αγώνα παρά παρακολουθώντας την υπόλοιπη συνέλευση, κι έτσι πήγα εκεί παραπέρα και δεν άκουσα άλλο.
Μαζευτήκαμε καμιά δεκαριά άτομα, νομίζω. Εκτός από έναν κύριο άνω των 50 και εμένα, όλοι οι άλλοι ήταν φοιτητές. Πήγαμε στα καφενεία της πλατείας να ζητήσουμε σακκούλες. Δεν μπορούσαν να μας δώσουν πολλές. Έτσι μας έδωσαν λίγες.
Μάλλον αυθόρμητα σκεφτήκαμε όλοι ότι δε χρειάζεται ειδική συνεδρίαση για να χαράξουμε την πολιτική μας, και ότι μπορούμε απλώς ν' αρχίσουμε να μαζεύουμε ό,τι βρούμε. Μέγα σφάλμα! Πολλοί άρχισαν απλώς να μαζεύουν μπουκάλια και κουτάκια μέχρι να γεμίσει η σακκούλα τους ως τα χείλη, για να την αφήσουν μετά δίπλα σε κάποιον από τους ξέχειλους κάδους. Δε γίνεται έτσι, γίδια!!
Πιάνεις ένα ένα τα μπουκαλάκια, τα ανοίγεις, τα αδειάζεις (μπορείς έτσι και να ξεπλύνεις πρόχειρα τα χέρια σου), τα πατικώνεις όσο γίνεται πιο σφιχτά, τα ξανακλείνεις, και τότε τα πετάς. Παίρνεις την μπίρα, την αδειάζεις, την πατάς δυνατά με το παπούτσι σου, αν δε γίνει τελείως πίττα επαναλαμβάνεις όσες φορές χρειαστεί, και τότε την πετάς. Παράλειψη οποιουδήποτε από τα παραπάνω βήματα οδηγεί σε πρόωρο γέμισμα της σακκούλας, και δεν είχαμε πολλές επειδή -για τους λόγους που προανέφερα- είχαμε λίγες.
Θα το πιστέψετε ότι αυτό ΔΕΝ ήταν αυτονόητο; Μάζευαν λες και ο σκοπός ήταν να γεμίσει η σακκούλα, και όχι να αδειάσει η πλατεία. Ακόμη και το ότι τη σακκούλα τη δένουμε (επομένως δεν την τιγκάρουμε τελείως, αφήνουμε λίγο τράτο για να γίνει ο κόμπος) και δεν την ακουμπάμε απλώς όρθια και ανοιχτή σε επισφαλή ισορροπία, δεν ήταν προφανές σε όλους.
Ο βασικός λόγος που ο τόπος ήταν μες στο σκουπίδι ήταν απλώς ότι τα παρατάγαν όλοι όπου βρίσκαν. Ωστόσο για κάποιους μπορούσε να βρεθεί και κάτι σαν ελαφρυντικό, επειδή οι κάδοι ήταν ήδη γεμάτοι. Προσωπικά δε θεωρώ ότι ένας γεμάτος κάδος είναι δικαιολογία για να πετάξεις το μπουκάλι σου στην πλατεία Συντάγματος, βρίσκεις κάποιο τρόπο να το κρατήσεις και το πετάς αργότερα όπου βρεις κάδο, αλλά έστω. Οι κάδοι όμως γιατί ήταν γεμάτοι; Γιατί από όσους πέταξαν το μπουκάλι τους μέσα οι περισσότεροι δε σκέφτηκαν να το πατικώσουν. Θεώρησαν ότι ο κάδος είναι για να πετάξουν οι πρώτοι 10-20 τυχεροί τα προνομιούχα μπουκάλια τους και όχι όλοι.
Δηλαδή οι μισοί εκειπέρα ήταν κάφροι που δε σκέφτονταν ούτε πού θα πετάξουν τα σκουπίδια τους, και από τους άλλους μισούς που δεν ήταν κάφροι η πλειοψηφία δεν ήταν σε θέση να σκεφτεί πώς να τα πετάξει, ενώ ακόμη και από την υπερπολιτισμένη ελίτ των εθελοντών σκουπιδιαρέων πολλοί επίσης δεν το σκέφτηκαν αυτό.

Αυτά συνέβησαν σε μία συλλογική, υπερκομματική συγκέντρωση που έγινε με σκοπό να παρακάμψουμε τις διαφορές μας και να απαιτήσουμε όλοι ενωμένοι, με ειρηνικό τρόπο, τα δίκια μας.

Δεν ξέρω τι να σκεφτώ... Μερικά πράγματα δεν είναι καν θέμα παιδείας. Η κοινή λογική δε νομίζω πως είναι θέμα παιδείας. Δεν είναι ούτε θέμα πολιτικό, ούτε ευφυΐας. Ίσα ίσα, η παιδεία, η πολιτικοποίηση και ακόμη και η καλλιέργεια της γενικής ευφυΐας προϋποθέτουν την κοινή λογική ως στοιχειώδη βάση. Ένα κουτί μεγαλύτερο από το άνοιγμα μιας πόρτας δε χωράει από την πόρτα (τουλάχιστον όχι από αυτή τη μεριά). Αν δε συμφωνήσουμε σ' αυτό, αν δεν εξασφαλίσουμε αυτό το μίνιμουμ συνεννόησης, τότε... τότε τι;

Νομίζω ότι έχουμε πολύ δρόμο ακόμη μέχρι την άμεση δημοκρατία.


*********************************************************

[Προσθήκη την 1η Ιουνίου]

Την επόμενη μέρα ετοιμαζόμουν για ένα ταξίδι. Η συγκέντρωση επαναλήφθηκε αλλά δεν πήγα. Την τρίτη μέρα έφυγα στο ταξίδι. Όταν γύρισα η συγκέντρωση συνεχιζόταν. Τώρα έχουμε φτάσει αισίως στην όγδοη μέρα. Όσα είδα μετά το ταξίδι δεν ταυτίζονται κατ' ανάγκην με τις εντυπώσεις μου της πρώτης ημέρας.

Θα δούμε...

Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

LOOK WHAT THEY 'VE DONE TO MY SONG! (3: ΕΝΑΣ ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΟΣ ΣΚΟΠΟΣ)

Καλησπέρα σας και καλές Απόκριες.

Στην ελληνική κωμωδία «Η Γυναικοκρατία» (1973, Γ. Κωνσταντίνου - Μ. Χρονοπούλου κ.ά.), η υπόθεση, που εκτυλίσσεται σ' ένα απροσδιόριστο χωριό κάπου στην Ελλάδα, στηρίζεται στο έθιμο κατά το οποίο, κάποια μέρα μες στις Απόκριες, οι γυναίκες και οι άνδρες αλλάζουν για ένα εικοσιτετράωρο τους παραδοσιακούς τους ρόλους. Αυτό το έθιμο είναι υπαρκτό, και από την ταινία φαντάζεται κανείς ότι τότε, το 1973, θα ήταν αρκετά γνωστό.
Kάποια στιγμή βλέπουμε, στο αυστηρά γυναικείο αποκριάτικο γλέντι, να τραγουδούν το τραγούδι «Με τη θεια μου τη Θοδώρα». Είναι ένα από τα πανελλήνιας διάδοσης αποκριάτικα παραδοσιακά τραγούδια, που σε κάθε τόπο το λένε με άλλο όνομα θειας και άλλο σκοπό: στην Κρήτη η θεια είναι και πάλι Θοδώρα, στα Αλάτσατα της Μ. Ασίας Κοντύλω, στην Κάρπαθο Ερήνη. Το τραγούδι δε συνδέεται ειδικώς με το έθιμο της γυναικοκρατίας, αλλά γενικά με τις Απόκριες. Δεν είναι κυριολεκτικά βωμολοχικό, είναι όμως από τα πιο χοντρά αποκριάτικα, αφού είναι όχι απλώς απροκάλυπτα σεξουαλικό αλλά και αιμομικτικό. Τα λόγια, συμπιλημένα από διάφορες κατά τόπους παραλλαγές, λένε:

Με τη θεια μου τη Θοδώρα
επηγαίναμε στη χώρα.

Σκούντα εγώ και σκούντα εκείνη
δίνει ο Θιος και πέφτει εκείνη,
πάνω εγώ, από κάτω εκείνη.
-Άχου θεια και να 'σουν ξένη,
τι κακό 'θελε να γένει.

-Κάμε γιε μου τη δουλειά σου
κι αύριο είμαι πάλι θεια σου!
Να κι ο μπάρμπας από πέρα,
τράκα τρούκα τη μαχαίρα.
-Τι της κάνεις βρε της θειας σου
κι είν' τα πόδια της στ' αφτιά σου;
-Μπάρμπα, θερμασιά την πιάνει
και την τρίβω για να γειάνει.

-Τρίψ΄τηνε καλά παιδί μου,
οπού να 'χεις την ευχή μου,
τρίψ' τηνε καλά να 'δρώσει
να σου δώσω κι ένα γρόσι.

(Μάλιστα στην Κάλυμνο έχω ακούσει και το εξής ωραίο φινάλε:

Πέφτει ο θειος μου στο κρεβάτι
δύο μήνες παρά κάτι.
Στα εννιάμερα του θειου μου,
τα γενέθλια του γιου μου
.)

Η εκτέλεση που τραγουδούν στη «Γυναικοκρατία» είναι διασκευασμένη βέβαια, αλλά σίγουρα στηρίζεται σε κάποια υπαρκτή τοπική παραλλαγή. Δεν ξέρω από πού είναι. Πάντως με την ίδια σχεδόν μελωδία, και πάλι με το όνομα Θοδώρα, το τραγούδι υπάρχει στην Κρήτη, στα χωριά της Πάνω Ρίζας (νομός Ηρακλείου) -πέρα από τον άλλο, επίσης κρητικό σκοπό για το ίδιο τραγούδι από άλλα μέρη του νησιού.
Τώρα, εδώ θα ήθελα να ασχοληθούμε με τη μελωδία και όχι τόσο με τα λόγια. Πρόκειται για μια μελωδία που, ως γνήσια αποκριάτικη, τη βρίσκουμε μεταμφιεσμένη μέσα σε διάφορα τραγούδια και οργανικούς σκοπούς της Ελλάδας, ακόμη και εκτός Ελλάδας, τόσο σε τοπικές δημοτικές παραδόσεις όσο και σε άλλα είδη μουσικής. Ξεκινώντας με το κρητικό τραγούδι, παρατηρεί κανείς αμέσως ότι ο σκοπός δε θυμίζει Κρήτη. Βέβαια παιγμένος με λύρα και λαούτο κρητικοποιείται αρκετά, αλλά και πάλι δείχνει να είναι δάνειο. (Είναι κρίμα που δεν μπορώ να σας το βάλω να το ακούσετε. Είναι στο δίσκο του χαμπιολάτορα Πελοπίδα Σαριδάκη«Οι βοσκοί του Ψηλορείτη».)
Στην Κρήτη δεν υπάρχουν πολλές δάνειες μουσικές. Όσες υπάρχουν, είναι κυρίως μικρασιάτικες. Άρα προς τα εκεί στρέφονται οι υποψίες. Ως καθαρά μικρασιάτικο σκοπό δεν τον έχω ακούσει. Πιστεύω όμως ότι τον έχω εντοπίσει κρυμμένον σε δύο κομμάτια της Μυτιλήνης. Να σημειώσουμε ότι η παράδοση της Μυτιλήνης είναι κατά κύριο λόγο μικρασιάτικη, όχι όπως αλλού λόγω επίδρασης αλλά επειδή πριν το 1922 και κυρίως πριν τη χάραξη των σημερινών συνόρων η Μυτιλήνη ήταν ένα μικρασιάτικο νησί. Έτσι στη μουσική της βρίσκουμε την αδιάσπαστη μέχρι σήμερα συνέχεια ενός μικρασιάτικου τόπου όπου δεν υπήρξε ξεριζωμός.
Το ένα κομμάτι είναι ένα οργανικό που λέγεται «Γκάιντα», και υπάρχει, παιγμένο με βιολί, στο δίσκο «Λέσβος Αιολίς». Έχει πολλά μουσικά θέματα, και ένα από αυτά σχεδόν ταυτίζεται με το δεύτερο γύρισμα της θειας μου της Θοδώρας. Το άλλο είναι πολύ πιο γνωστό: είναι η «Θεια μου η Αμεσρούδα», αποκριάτικος σκοπός με άπειρα δίστιχα, συνήθως σατιρικά ή πάντως χιουμοριστικά αλλά όχι βωμολοχικά. Στιχουργικά η θεία αυτή δεν έχει καμία σχέση με τις άλλες τρεις, τη Θοδώρα, την Κοντύλω και την Ερήνη. Ως προς τη μουσική όμως, η θεια μου η Αμερσούδα είναι σαφώς παραλλαγή της μελωδίας που λέγαμε.
Τη θεια την Αμερσούδα την ξέρουμε σχεδόν όλοι στην Ελλάδα από τη μάνα μας ή τη γιαγιά μας. Αυτό οφείλεται στην ηχογράφηση της Σοφίας Βέμπο το 1946, που προφανώς έγινε πανελλήνιο σουξέ, ιδίως που λίγο μετά τον Πόλεμο η τραγουδίστρια του μετώπου ήταν κοσμοαγάπητη. Ενώ όμως το '46 μπήκε σε κάθε ελληνικό σπίτι, στη Μυτιλήνη εξακολούθησε και εξακολουθεί ακόμη την καριέρα της ως τοπικός σκοπός για τον οποίο βγαίνουν ακόμη καινούργια δημώδη δίστιχα.

Τώρα, πρέπει να προσέξουμε το εξής: οι σκοποί για αστεία, σατιρικά, πονηρά τραγούδια, συνήθως έχουν κάτι το πονηρό από μόνοι τους, ανεξάρτητα από τα λόγια. Καθώς έχω ιδιαίτερη αγάπη για τα αποκριάτικα, κατά καιρούς έχω ζητήσει από λαϊκούς μουσικούς σε διάφορα νησιά να μου δείξουν τους σκοπούς τους, πράγμα που κάποιες φορές συνέβη σε άσχετες εποχές και όχι τις Απόκριες. Παρατήρησα λοιπόν ότι όποιος βρισκόταν εκεί γύρω, ακόμη και οι ίδιοι οι οργανοπαίχτες, άρχιζαν αμέσως να γελάνε, με το άκουσμα μόνο της μελωδίας, πριν ειπωθεί οποιοσδήποτε στίχος. Αυτό λοιπόν συμβαίνει και με τη θεια μου την Αμερσούδα, η οποία ακόμη και χωρίς στίχους κοινωνεί το σατιρικό και ανατρεπτικό πνεύμα της.
Θεωρώ ότι σ' αυτή την ιδιότητα του σκοπού στηρίχτηκε ο Παναγιώτης Τούντας, για να γράψει ένα από τα πιο ιστορικά τραγούδια του ρεμπέτικου, την Βαρβάρα. Η Βαρβάρα γράφτηκε το 1936, δηλαδή 10 χρόνια πριν βγάλει η Βέμπο την Αμερσούδα. Άρα, για να ισχύει η υπόθεσή μου θα πρέπει να δεχτούμε ή να αποδειχτεί ότι η Αμερσούδα ήταν ήδη γνωστή.
Η Βαρβάρα έχει μια μελωδία με τέσσερις φράσεις. Από αυτές οι δύο πρώτες είναι οι ίδιες με της Αμερσούδας, η τέταρτη είναι επανάληψη της δεύτερης, και μόνο η τρίτη είναι πρωτότυπη. Ένας πολύ σοβαρός μελετητής του ρεμπέτικου, ο Νίκος Πολίτης, έγραψε σε αδημοσίευτη εισήγησή του ότι ο Τούντας χρησιμοποίησε μια έτοιμη μελωδία από τη Ρουμανία, γνωστή γενικώς αλλά άγνωστη στην Ελλάδα, ενώ σε επανεπεξεργασία του ίδιου κειμένου που δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό «Η Κλίκα» αναφέρει ότι η μελωδία πιθανώς στηρίζεται τμηματικά σε λαϊκό ρουμάνικο σκοπό. Αυτή την πληροφορία δεν είμαι σε θέση ούτε να την επιβεβαιώσω ούτε να τη διαψεύσω. Ωστόσο δε μου φαίνεται να αντιφάσκει προς τη δική μου άποψη: κι η ίδια η Αμερσούδα δε θα ήταν απίθανο να προέρχεται από ρουμάνικη μελωδία. Η μυτιληνιά «γκάιντα» που ανέφερα πιο πάνω είναι ακριβώς στο στυλ διάφορων ρουμανόφερτων χασαποσέρβικων. Επιπλέον, μελωδικοί πυρήνες σχετικοί με της Αμερσούδας εντοπίζονται -με άλλο ρυθμό, όχι χασαποσέρβικο αλλά 7/16- και σ' ένα τούρκικο χορό, που λέγεται Rumeli Horonu. Δεν είμαι βέβαιος ποια περιοχή ονομάζουν οι Τούρκοι Rumeli, νομίζω την ευρωπαϊκή Τουρκία, δηλαδή την ανατολική Θράκη, της οποίας οι κυριότερες πόλεις βρίσκονταν μέσα στις διαδρομές των Τσιγγάνων Ρουμάνων μουσικών. Μπορεί κανείς να ακούσει το τούρκικο κομμάτι εδώ, και σε πολύ ανώτερη εκτέλεση στο δίσκο του Ταλίπ Οζκάν «L' art vivant de Talip Ozkan». Όσο για το θέμα των ρουμάνικων επιρροών, υπάρχει αυτή τη στιγμή σχετική έρευνα εν εξελίξει. Μόλις πληροφορηθώ για τα αποτελέσματά της θα ενημερώσω αυτή την ανάρτηση.
Η Βαρβάρα βγήκε σχεδόν αμέσως μετά το πραξικόπημα που έφερε το δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά στην εξουσία. Από τις πρώτες δουλειές του Μεταξά ήταν να ιδρύσει υπουργείο αρμόδιο για τη λογοκρισία του τύπου και της μουσικής, αλλά αυτό δεν άρχισε αυθημερόν τη δράση του, αφού έπρεπε να προηγηθεί η θέσπιση σχετικής νομοθεσίας και γενικά κάποια οργάνωση. Η Βαρβάρα όμως απαγορεύτηκε πρώτη πρώτη, πριν καν θεσπιστεί γενικότερα η λογοκρισία. Λέγεται ότι ο ίδιος ο δικτάτορας είχε μια κόρη Βαρβάρα, την οποία διαπόμπευε το τραγούδι (που άρα μπορεί να χαρακτηριστεί κατά μία έννοια αντιστασιακό), αλλά έχω ακούσει και την εκδοχή ότι αυτό είναι αστικός μύθος κι ότι ο Μεταξάς δεν είχε τέτοια κόρη. Όποιος ενδιαφέρεται για τα εν οίκω του Ιωάννη Μεταξά, ας ρίξει μια ματιά και σ' αυτή την ιστορική πηγή.
Όπως και να 'χει, ο Μεταξάς, ως φασίστας ηγέτης, οραματιζόταν έναν ελληνικό λαό εργατικό, λεβέντη, πατριώτη, χωρίς ανατρεπτικές σκέψεις ή χωρίς καθόλου σκέψεις, απαλλαγμένο από χιούμορ, νωχέλεια, από κάθε μνήμη τουρκοκρατίας και δουλοπρέπειας, κλπ.. Στο πλαίσιο αυτού του οράματος εθέσπισε και τη λογοκρισία της μουσικής, αρχής γενομένης από τη Βαρβάρα. Είναι γνωστό ότι όταν η λογοκρισία γενικεύτηκε και οργανώθηκε, στράφηκε κυρίως εναντίον των τραγουδιών με χασικλήδικους στίχους. Λιγότερο γνωστό είναι ότι δε λογοκρίνονταν μόνο στίχοι, αλλά και όσες μελωδίες έφεραν (κατά την κρίση των μουσικών της επιτροπής λογοκρισίας) μνήμες Ανατολής, γιατί είτε θύμιζαν τη σκλαβιά στον βάρβαρο Τούρκο είτε προήγαν τα ανατολίτικα ανθελληνικά ιδανικά της ραθυμίας, του γλεντιού σε χαλαρούς ρυθμούς, της υπομονής.
Φασίστας - φασίστας, ο Μεταξάς σ' αυτό το θέμα τουλάχιστον υπήρξε σοφός. Η δύναμη που μπορεί να έχει μια μελωδία πάνω στα ήθη των ανθρώπων δεν είναι κάτι οφθαλμοφανές, κι όμως αυτός το έπιασε. Η Βαρβάρα όμως του ξέφυγε: απαγόρευσε μόνο τα λόγια της κι όχι τη μουσική, γιατί ναι μεν ήταν μια μουσική με ανατρεπτικό χιούμορ, αλλά άντε να το στηρίξεις αυτό σε χειροπιαστά δεδομένα.
Έτσι ο Τούντας, μόλις του απαγόρεψαν τη Βαρβάρα, έβγαλε τη «Μαρίκα τη δασκάλα». Είναι ακριβώς η ίδια μελωδία, όμοια εκτέλεση, ίδια όλα, οι στίχοι όμως είναι αναδιπλωμένοι σ' ένα πολύ πιο ανώδυνο θέμα: ενώ η Βαρβάρα ψωνιζόταν, η Μαρίκα η δασκάλα είναι απλώς τσιγγούνα. Το τραγούδι και πάλι είναι σατιρικό, αλλά δεν ξεπερνά τα όρια της παρουσίασης ενός γραφικού ανθρώπινου τύπου της γειτονιάς. Θα πέρναγε -όπως και πέρασε- από οποιαδήποτε λογοκρισία, χωρίς να προσφέρει καμία λαβή να πιαστεί κανείς για να το κόψει. Βέβαια φαντάζομαι ότι η Βαρβάρα είχε γίνει τόσο γνωστή ώστε οι άνθρωποι άκουγαν τη Μαρίκα και κρυφογέλαγαν όχι για όσα έλεγε, αλλά για όσα ήξεραν από τη Βαρβάρα. Άρα και που την κόψαν τη Βαρβάρα, δεν πέτυχαν τίποτε σπουδαίο.
Η αντεπίθεση του Τούντα συνεχίστηκε. Λίαν συντόμως, το '37, έβγαλε και τρίτο τραγούδι στην ίδια μελωδία, το «Μανωλιός και Δημητρούλα». Εδώ οι στίχοι δεν είναι καν σατιρικοί, έστω και σε αθώο επίπεδο: απλώς περιγράφεται ένα ζευγαράκι με τις ρομαντικές του βόλτες. Κι όμως, ακούστε το και πείτε μου αν δε νομίζετε ότι κάποιος τους κοροϊδεύει! Δε φταίνε τα λόγια αλλά η μουσική.
Μιας κι αυτό το στυλ είχε επιτυχία, εμφανίστηκε και μία (τουλάχιστον) αντιγραφή της Βαρβάρας / Μαρίκας, η Μαγδάλω. Οι στίχοι μιλάνε με ανώδυνη σάτιρα για έναν άλλο τύπο της γειτονιάς, την κουτσομπόλα κυρά Μαγδάλω. Η μελωδία στηρίζεται σ' αυτήν της Βαρβάρας, με ίσα ίσα τόσες μικροαλλαγές όσες χρειάζονταν για να είναι εκτός κοπιράιτ. Δε γνωρίζω ποιος υπογράφει αυτό το τραγούδι, αφού το έχω δει να αναφέρεται και ως δημιουργία του Δημήτρη Σέμση (στίχοι και μουσική), και του Σέμση (μουσική) σε στίχους Κώστα Μακρή, και των άγνωστων σ' εμένα Χ. Πυρνασσού - Κ. Κάνουλα. Πόσο μάλλον δεν ξέρω ποιος το έγραψε στ' αλήθεια. Άλλωστε να πούμε ότι και η ίδια η Βαρβάρα, αν και υπογράφεται από τον Τούντα, υπάρχει η φήμη ότι στην πραγματικότητα ήταν του Γιοβάν Τσαούς (Γιάννη Εϊτζιρίδη). Ποια πραγματικότητα δηλαδή... Σας είπα τη γνώμη μου: τουλάχιστον τη μουσική δεν την έγραψε κανείς.
Εν πάση περιπτώσει περνούν μερικά χρόνια, και ξαφνικά οι Έλληνες έχουν να αντιμετωπίσουν πολύ πιο σοβαρά θέματα, γιατί ξεσπάει ο Πόλεμος. Με τις πρώτες νίκες κατά της Ιταλίας βγαίνουν και τα σχετικά τραγούδια, που τα θυμόμαστε κάθε 28 Οκτωβρίου: Τιριτόμπα, Κορόιδο Μουσολίνι, Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του κλπ.. Σήμερα θυμόμαστε κυρίως τα τραγούδια της Βέμπο, αλλά και πολλοί άλλοι είχαν βγάλει σατιρικά κατά της Ιταλίας πατριωτικά τραγούδια. Μεταξύ αυτών και ο Τούντας, που ξαναματαδιασκεύασε τη Βαρβάρα ως «Άκου Ντούτσε μου τα νέα».
Η πρακτκή να γράφονται σατιρικά τραγούδια πάνω σε ήδη γνωστές μελωδίες είναι συνηθισμένη: και ευκολομνημόνευτα είναι, και η παρωδία εντείνει ακόμη περισσότερο τη σάτιρα. Άλλωστε σίγουρα πολλά τέτοια τραγούδια θα ξεκίνησαν όχι από συνθέτες και στιχουργούς αλλά από τους ίδιους τους φαντάρους ή τους θριαμβεύοντες αμάχους πίσω στην Ελλάδα. Εδώ π.χ. διαβάζουμε την ενδιαφέρουσα ιστορία του «Κορόιδο Μουσολίνι», που ήταν αρχικά λαϊκό ιταλικό και πέρασε από διάφορες διασκευές πριν γίνει αυτό που ξέρουμε, ενώ σε άλλη ανάρτηση εδώ στα Ημερολόγια είδαμε ένα άλλο πρωτεϊκό τραγούδι να καταλήγει, μεταξύ δεκάδων άλλων εκδοχών, και σε γηπεδικό παιάνα. Επίσης η έτοιμη μελωδία εξυπηρετεί και την ταχύτητα: ένα τέτοιο τραγούδι θα μπορούσε ακόμη και στη δεκαετία '40, φαντάζομαι, να γραφτεί, να ηχογραφηθεί, να κυκλοφορήσει σε τιράζ και να ακουστεί σε γραμμόφωνα και ραδιόφωνα μέσα σε λίγες μέρες από το γεγονός που το ενέπνευσε. Τέλος, δεν ξέρω κατά πόσο, για ορισμένους συνθέτες, πέρα από τον πατριωτισμό υπήρχε και το κίνητρο του εύκολου σουξέ.

Παρ' ότι η Βαρβάρα έχει αποκτήσει θρυλικές διαστάσεις μεταξύ όσων ψάχνονται με τα ρεμπέτικα, είναι τραγούδι που ακούγεται σπάνια σήμερα. Δεν έχω υπόψη μου καμία νεότερη ηχογράφηση και καμία επανακυκλοφορία της αρχικής ηχογράφησης σε δίσκο. Από σημερινούς μουσικούς την έχει στο ρεπερτόριό του ο Αγάθων Ιακωβίδης, τον οποίο βλέπουμε εδώ να λέει σ' ένα κορδόνι και την αυθεντική Βαρβάρα και τη Μαρίκα και τον Μπενίτο. (Ο ηλικιωμένος κύριος που βλέπουμε να κάθεται σε μιαν άκρη και να μουρμουρίζει τους στίχους είναι κάποιος ανιψιός του Τούντα).

Έτσι λοιπόν παρακολουθήσαμε τα ταξίδια ενός σκοπού που συνδέει τα αποκριάτικα έθιμα με το έπος του '40, τα τελειώματα του παλιού ελληνικού κινηματογράφου με τα σημερινά λαϊκά πάλκα, τα αθυρόστομα δημοτικά τραγούδια με τη λογοκρισία του ρεμπέτικου, την ελληνική Μικρά Ασία με την τούρκικη Θράκη και πιθανώς και με την Ρουμανία.

Καλές Απόκριες!

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

LOOK WHAT THEY 'VE DONE TO MY SONG! (2: ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ ΚΗΛΑΗΔΟΝΗΣ, ΧΑΡΡΥ ΚΛΥΝΝ)

Άλλες δύο όμορφες μουσικές ετυμολογίες. Δυστυχώς ο Blogger μού κάνει νερά. Αν τα βιντεάκια δε δουλεύουν, δείτε τα στο Γιουτιουμπ κάνοντας κλικ εκεί που λέει κλικ.


Η πρώτη:




Λ. Κηλαηδόνης, Τζιν τζιν τζιν.
Από το δίσκο «Ψυχραιμία παιδιά!», 1979.
(κλικ)




Elvis Presley, Wooden Heart.
Από την ταινία G.I.Blues, 1960.
Σε σιγκλάκι βγήκε το 1964.
(κλικ)





Muss i denn: παραδοσιακό τραγούδι της ξενιτιάς από την περιοχή
της Σουηβίας στη Βάδη - Βυρτεμβέργη (νότια Γερμανία). Ορισμένοι
στίχοι θεωρούνται μεταγενέστερη προσθήκη του 1824!
Εδώ τραγουδούν οι Comedian Harmonists.
(κλικ)


Και η δεύτερη:




Χάρρυ Κλυνν, «Μαλακά, πιο μαλακά»,
από τον ομώνυμο δίσκο, 1984.

(κλικ)




Benny Bell, «Shaving cream», 1946.
(κλικ)

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ

Μετά από κάποια γεγονότα τα οποία και αυτοπροσώπως τα έζησα και στο Γιουτιουμπ τα είδα, δημοσίευσα σ' ένα φόρουμ τις παρακάτω σκέψεις:


ΔΙΣ ΙΖ Ε ΦΡΙ ΚΑΝΤΡΙ

Γεια σας.

Η «Ημέρα του δρόμου», όπως και η Παγκυκλαδική της Σύρας και όπως και τα περισσότερα τσαμπουνογεγονότα των τελευταίων ετών, έχει καλυφθεί από διάφορα βιντεάκια που δημοσιεύτηκαν στο ΓιουΤιουμπ. Δυστυχώς, τα περισσότερα από αυτά (για την ακρίβεια όλα όσα έτυχε να δω) δεν έχουν κανέναν απολύτως λόγο ύπαρξης. Δημοσιεύτηκαν από ανθρώπους χωρίς την παραμικρή συναίσθηση ευθύνης του τι κάνουν ανεβάζοντάς τα.
Όταν, κάποια βραδιά, σε μια παρέα, πολύ αργά, μεθυσμένος και μερακλωμένος, πιάσω ένα ξεκούρδιστο όργανο και τραγουδήσω φάλτσα ένα τραγούδι του οποίου ξεχνάω τους μισούς στίχους, είναι πιθανόν να δημιουργηθεί μία μαγική ατμόσφαιρα μέθεξης (σε γενική πτώση), γιατί είναι η στιγμή όπου δε μετράει η μουσική ποιότητα αλλά η συναισθηματική: εγώ και οι άλλοι γύρω ξέρουμε ότι το τραγούδι που προσπαθώ να πω είναι ωραίο και αληθινό, και κανείς δεν κοιτάει (και ορθώς) αν εκείνη τη στιγμή το λέω τόσο ωραία ή το αλλοιώνω. Δεν έχω όμως δικαίωμα να ανέβω σε κάποιο δημόσιο βήμα και να παρουσιάσω αυτή τη μουντζούρα ισχυριζόμενος ότι αυτό είναι λ.χ. ένα τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι, γιατί απλούστατα το τραγούδι δεν είναι έτσι.
Στο Γιουτιουμπ γενικά απουσιάζει αυτή η συναίσθηση. Ο καθένας ανεβάζει τη μουντζούρα του, ισχυριζόμενος ότι αυτό ήταν η Μέρα του δρόμου ή οτιδήποτε άλλο. Όχι φίλε, δεν είναι η Μέρα του δρόμου αυτό! Αυτό είναι ένα βίντεο με κακή εικόνα και κακό ήχο, που δείχνει μια άμορφη μάζα ανθρώπων να θορυβούν. Ήσουν εκεί, έζησες μια ωραία εμπειρία, προσπάθησες να την αποτυπώσεις για να τη μοιραστείς με όλο τον κόσμο, αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφερες! Γιατί το ανεβάζεις; Τι σου φταίνε όσοι θα το δούνε, και τι σου φταίει το γεγονός το οποίο προδίδεις;
Με λίγη στοιχειώδη αυτοκριτική, μπορεί κανείς να πει: «Αυτό το βίντεο δεν είναι πολύ σπουδαίο, άρα δεν είναι για ανέβασμα. Την επόμενη φορά θα προσπαθήσω να αποφύγω το τάδε και δείνα λάθος, και ίσως κάποια στιγμή φτάσω να κάνω καλά βίντεα που αξίζει τον κόπο να τα μοιραστώ με όλο τον κόσμο». Αντ' αυτού, έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι μόνο επειδή βρεθήκαμε σε μια ωραία φάση, αυτό αυτόματα κάνει τις βιντεοσκοπήσεις μας (ή τις φωτογραφίες, ηχογραφήσεις, κείμενα κλπ.) άξιες να τις δείξουμε και παραπέρα.
Συνήθως λέμε «ντάξει μωρέ, ένα ερασιτεχνικό βιντεάκι με το κινητό είναι, μη γυρεύεις πολλά». Γιατί να μη γυρεύω πολλά; Έχουμε καταργήσει τις αξιώσεις ποιότητας από τη ζωή μας; Δεν απαιτώ να είναι οπωσδήποτε καλό, απαιτώ όμως να προσπαθεί να είναι καλό.
Βέβαια υπάρχουν και κάποιες εξαιρέσεις. Εδώ και εδώ βλέπουμε τη δουλειά κάποιου που δε θεωρεί αυτονόητο δικαίωμά του να μας πετάει μια λάσπη στην καραβάνα και να μας λέει «άμα δε σ' αρέσει νέος, παρήγγειλε σουβλάκια».



Μετά από μερικές μέρες ένας φίλος απάντησε με τις δικές του σκέψεις:


ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΙΚΑ ΦΙΛΜΑΚΙΑ

Με αφορμή το κείμενο "ΔΙΣ ΙΖ Ε ΦΡΙ ΚΑΝΤΡΙ" 05/11/10 θέλω να γράψω μια άποψη:

Συμφωνώ ότι είναι άτεχνα και κακής ποιότητας τα πιο πολλά φιλμάκια που ανεβάζονται, συντελούσης και της ποιότητας του You Tube. Ψάχνοντας όμως θέματα σαν αυτά που μας απασχολούν, ή και ό,τι άλλο, πέρα από τους αυτονόητα πρακτικούς λόγους της καταγραφής του περιθωριακού ή τουλάχιστον μη επίσημου πολιτισμικού περιβάλλοντος στη χώρα μας και διεθνώς, όταν πρόκειται για έρευνα στο παρελθόν η "όποια" καταγραφή είδαμε γίνεται πολύτιμη.
Αλλά αυτά τα άτεχνα φιλμάκια έχουν και τη δική τους αξία ειδικά αν τα δεις μέσα από άλλο πρίσμα, και εξηγούμαι.
Δούλεψα και δουλεύω με καταγραφές (φωτογραφία βίντεο ήχο) εδώ και χρόνια, άλλοτε στεγνά επαγγελματικά (τηρώντας τους κανόνες της αγοράς), άλλοτε αδέσμευτα ακολουθώντας τις δικές μου απαιτήσεις. Θα πω πολύ σχηματικά τις παρατηρήσεις μου. Στην "επαγγελματική" φάση λοιπόν είσαι σχεδόν υποχρεωμένος να δείξεις σε πρώτο πλάνο με κοντινό ήχο και με κοινώς αποδεκτή αισθητική το θέμα ή "ζητούμενο" , ενώ στην "ερασιτεχνική" τα πράγματα είναι πιο χαλαρά (σαν απελευθέρωση απο το επαγγελματικό), συνεπώς έχεις την άνεση να κοιτάξεις γύρω, να καταλάβεις πού βρίσκεσαι και τι συμβαίνει παράλληλα με το "ζητούμενο". Εδώ έχεις τη δυνατότητα να καταγράψεις και το "δάσος" που λέει η παροιμία, ακόμα να δοκιμάσεις διαφορετικές αισθητικές, να ρισκάρεις την αλήθεια... Μερικές φορές μου έτυχε να φιλμάρω απλώς πλάτες άλλων φωτογράφων και κινηματογραφιστών ή να δείχνω σκουντήματα της κάμερας ή να ακούμε θορύβους και ομιλίες με μακρινή τη μουσική του "ζητούμενου". Άλλοτε μου έτυχε να ξεχνιέμαι, να μου ξεφεύγει η σκόπευση γιατί κάτι άλλο μου τράβηξε την προσοχή και να ανακαλύπτω όταν ξανάβλεπα το βίντεο ότι κατέγραφα χαρτοπετσέτες στο πάτωμα, φαγιά σε πιάτα, αλλά και πολλές άλλες όψεις του γλεντιού, φευγαλέες εκφράσεις, έπιπλα, αυτοκίνητα και περιβάλλον κατά λάθος ή εξεπίτηδες.
Μετά τα πρώτα σιχτίρια για το αποτέλεσμα κατώτερο άσχετου πρωτάρη, άλλαξα γνώμη και μέσα σε όλες αυτές τις κακές λήψεις ανακάλυψα δυνατές αλήθειες γύρω από το "ζητούμενο" αλλά και τις δικές μου αντιδράσεις πάνω στη μουσική, στο χορό ή στο περιβάλλον. Πολλά δήθεν πρότυπα είχαν εξαλειφθεί, η καταγραφή ήταν όντως ρεαλιστική. Έκτοτε οι αντιλήψεις μου είναι ανοιχτές στην εμπειρία παρά στο στήσιμο.
Προφανώς βοήθησε και η κουλτούρα του πειραματικού σινεμά ήδη από τη δεκαετία του 70 που ανέδειξε το ερασιτεχνικό και την αξία του τυχαίου. Είχαμε τόσο ενθουσιαστεί μάλιστα εκείνη την εποχή που οργανώναμε δημόσιες προβολές με ερασιτεχνικά φιλμάκια που όπως καταλαβαίνετε προβαλλόμενα μετουσιώθηκαν σε υπερρεαλιστικά ντοκιμαντέρ.
Έτσι όταν βλέπω όλα αυτά τα φιλμάκια του You Tube χωρίς "ποιότητα", μου μένει η αίσθηση ότι είναι τουλάχιστον αληθινά. Αυτές οι ερασιτεχνικές καταγραφές ακόμα και όταν μιμούνται την τηλεόραση δεν ισχυρίζονται τίποτα παραπάνω από αυτό που είναι. Αλλά περιέχουν συχνά αποκαλυπτικές αλήθειες, άμεσες αντιδράσεις και προσωπικά βιώματα που σε κανένα καλοστημένο ντοκιμαντέρ δεν θα βρούμε. Η αξία τους θα λέγαμε έγκειται στις διαφορετικές ή προσωπικές αντιλήψεις χρόνου, χώρου, θέματος που επιτρέπουν στον θεατή να εμβαθύνει σε λεπτομέρειες ή διάρκειες. Αντίθετα πολλά άρτια τεχνικά και διδακτικά ντοκιμαντέρ παρά τις σημαντικές ποιότητες στην έρευνα υπόκεινται σε μια δομή που επεξηγεί χαρακτηρίζει ή εξιδανικεύει το περιεχόμενο μην αφήνοντας τον θεατή να κρίνει. Δεν είναι σκοπός μου εδώ να αναλύσω το επαγγελματικό ντοκιμαντέρ. Το ευχάριστο είναι ότι οι νέες τάσεις στο εθνολογικό ντοκιμαντέρ είναι πιο ευαίσθητες στην εικόνα, στον ήχο και στην παρατήρηση.

Ελπίζω να συμπλήρωσα κάτι με την άποψή μου.

Το μόνο σχόλιο που θα ήθελα να κάνω είναι: όσο μ' ενοχλεί να χαμηλώνουμε ή να καταργούμε τις αξιώσεις μας για ποιότητα σε οτιδήποτε, άλλο τόσο χαίρομαι όταν κάποιος ανακαλύπτει την ποιότητα εκεί όπου εγώ δεν τη βλέπω.


Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

ΒΑΜΠΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΑΠΡΟΦΑΓΙΑ

Όπως είναι γνωστό, την Πέμπτη 26 Αυγούστου τρέχοντος έτους έγινε ένα αεροπορικό δυστήχημα στην Κρήτη: δύο μαχητικά F16 συγκρούστηκαν κατά τη διάρκεια άσκησης. Ένας αεροπόρος σκοτώθηκε κι έναν τον μαζέψαν σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση. (Tvxs, Ελευθεροτυπία)
Δύο μέρες μετά, το Σάββατο, ο νεκρός κηδεύτηκε στην πατρίδα του, την Άρτα, με τιμές και παρουσία εκπροσώπων της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. (Tvxs) Ο δεύτερος πιλότος ακόμη χαροπάλευε. (Tvxs, Ελευθεροτυπία)
Τελικά ο δεύτερος ξεψύχησε μερικές ώρες μετά την κηδεία του πρώτου, στο γύρισμα Σαββάτου προς Κυριακή, και κηδεύτηκε την Κυριακή το απόγευμα στο χωριό του, τη Γέργερη Ηρακλείου (Κρήτη). Επίσης με τιμές, με κήρυξη και εν συνεχεία παράταση του επίσημου πένθους στις Ένοπλες Δυνάμεις. (Tvxs, Ελευθεροτυπία, Καθημερινή, Βήμα)

Όμως έτυχε εκείνες ακριβώς τις μέρες να βρίσκομαι στη Γέργερη, και να ξέρω ότι τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι.
Όπως είναι φυσικό, ολόκληρο το χωριό είχε συγκλονιστεί από το δυστύχημα του συγχωριανού τους, που όλοι τον ήξεραν και πολλοί ήταν συγγενείς του. Επί δύο μέρες, Πέμπτη και Παρασκευή, όπου και να στεκόσουν κάποιος θα είχε λάβει τελευταία νέα από την οικογένεια του αεροπόρου ή θα είχε μόλις γυρίσει ο ίδιος από το νοσοκομείο.
Το Σάββατο το μεσημέρι ο αεροπόρος ήταν ήδη νεκρός. Είχε ξεψυχήσει κάποια στιγμή μέσα στο πρωινό ή αργά την προηγούμενη νύχτα. Το Σάββατο το απόγευμα έγινε στην Άρτα η άλλη κηδεία, και ο θάνατος του Κρητικού αεροπόρου ανακοινώθηκε επίσημα μόνο τα ξημερώματα της Κυριακής.
Έτσι, σύμφωνα με τις επίσημες ειδήσεις ο ένας παρέμεινε νεκρός δύο μέρες μέχρι να κηδευτεί ενώ ο άλλος μόνο μισή. Αν όμως η κηδεία του δεύτερου είχε γίνει στ' αλήθεια τόσο γρήγορα, θα συνέπιπτε με την κηδεία του πρώτου. Οι αρχές δε θα μπορούσαν να γίνουν δυο κομμάτια και να παρευρεθούν ταυτόχρονα και στις δύο κηδείες, στην Άρτα και στην Κρήτη, να αποδώσουν τις δέουσες τιμές, να εκφράσουν τη συμπαράστασή τους και γενικά να φανούν κοντά στον άνθρωπο. Έτσι απέκρυψαν το θάνατο του δεύτερου μέχρι να βολεύει να γίνουν δύο ξεχωριστές κηδείες.
Το Σάββατο το μεσημέρι αυτά που σας γράφω τα ήξερε όλη η Γέργερη. Λογικά σήμερα Δευτέρα θα τα ξέρει ήδη όλη η Κρήτη. Ο άνθρωπος δεν πέθανε στη σκοτεινή πλευρά της σελήνης ώστε τα καθέκαστα να μείνουν άγνωστα και οι αρχές να μαγειρεύουν τις ειδήσεις όπως τις βολεύει. Νά όμως που παρά ταύτα δε δίστασαν να τις μαγειρέψουν. Κράτησαν το μακαρίτη ζωντανό, και όποιος το πιστέψει το πίστεψε.

Τρίτη 24 Αυγούστου 2010

ΕΝΑ ΣΛΑΒΟΦΩΝΟ ΧΩΡΙΟ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Τις προάλλες επισκέφτηκα για λίγες μέρες ένα χωριό Σλαβόφωνων στα Σέρρας. Πιστεύω να ξέρετε τι είναι οι Σλαβόφωνοι. Αν όχι, είναι ένα τεράστιο και απίστευτα μπερδεμένο θέμα, για το οποίο έχουν γραφτεί τόνοι ψεμάτων που εξυπηρετούν διάφορες ιδεολογίες. Ακροθιγώς θα μπορούσα να πω ότι είναι το εξής:
Πληθυσμοί που κατοικούν σε διάφορα χωριά της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, που βρίσκονταν εκεί άγνωστο από πότε αλλά πάντως πριν τους πρόσφυγες, εφ' ώ και αυτοπροσδιορίζονται συνήθως ως Ντόπιοι, και οι οποίοι μιλούν μία σλάβικη γλώσσα που χονδρικά μάλλον προσεγγίζει αυτήν των Σκοπίων*. Τη γλώσσα την ονομάζουν Ντόπια ή Ντόπικα, ή επίσης Μακεδονικά. Από τους ίδιους άκουσα επίσης αόριστες περιγραφές του στιλ «η παλιά γλώσσα» ή «παλιά το λέγαμε έτσι», ενώ ο όρος Σλαβομακεδόνικα ή Σλαβομακεδονικά χρησιμοποιείται κυρίως από άλλους.
Το αν αυτοί οι άνθρωποι κατάγονται από ελληνόφωνους Έλληνες που εκσλαβίσθηκαν γλωσσικά ή από Σλάβους, και από ποιους συγκεκριμένα Σλάβους, και αν σήμερα είναι Έλληνες ή Μακεδονική μειονότητα ή κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο, πιστεύω ότι είναι εντελώς άγνωστο. Κατά καιρούς τούς έχουν διεκδικήσει όλα τα γύρω κράτη, και έχουν προσπαθήσει είτε να αποδείξουν ιστορικά ότι είναι το Α ή το Β είτε να τους πιέσουν να γίνουν το Α ή το Β. Από το ελληνικό κράτος τον τελευταίο αιώνα περίπου έχουν υποστεί έντονο διωγμό προκειμένου να αποβάλουν τη γλώσσα τους και οποιοδήποτε άλλο πολιτισμικό στοιχείο θα μπορούσε να δώσει λαβή για διεκδικήσεις σε άλλα κράτη, ιδίως δε να αποβάλουν καθετί που θα δικαιολογούσε τα Σκόπια (ΠΓΔΜ) να κάνουν λόγο για δικούς τους αλύτρωτους. Σ' αυτό το πλαίσιο έχουν μάθει κι οι ίδιοι να σκίζονται να αποδείξουν ότι είναι οι πιο φλογεροί και καθαροί Έλληνες.
Κυκλοφορεί άφθονη μυθολογία (πολλή από αυτήν σε «έγκριτες» ιστορικές, εθνολογικές και γλωσσολογικές μελέτες) σχετικά με τους Σλαβόφωνους. Έτσι όταν πήγα εκεί είχα μεγάλη περιέργεια να δω από πρώτο χέρι τι παίζει.

Δεν είδα σχεδόν τίποτε. Δεν άκουσα κανέναν να μιλάει τίποτε άλλο εκτός από ελληνικά. Ο φόβος μη τυχόν κάποιος που να μην είναι του χωριού (εγώ δηλαδή και η παρέα μου) τούς ακούσει να μιλάνε Ντόπια, ή έστω αντιληφθεί ότι αυτή η γλώσσα υπάρχει ή υπήρξε κάποτε, πλανάνται διάχυτος. Όπως είναι εύλογο, κι εμείς καταληφθήκαμε από αυτό το πνεύμα και φροντίζαμε να είμαστε άκρως διακριτικοί, μη τυχόν και πέσει κάτι στην αντίληψή μας.
Υπάρχουν βέβαια κάποιοι στο χωριό που δεν παριστάνουν ότι αυτή η γλώσσα δεν υπήρξε ποτέ. Αυτοί όμως είναι τα μαύρα πρόβατα, είναι τσακωμένοι με τους υπόλοιπους και στιγματισμένοι με την κατηγορία ή πάντως την υποψία της αντεθνικής δράσης. Από αυτούς λοιπόν έμαθα ότι η γλώσσα μιλιέται κανονικά, όχι μόνο μέσα στο σπίτι αλλά και στο καφενείο ή το δρόμο, εκτός αν φανεί να πλησιάζει ξένος. Δε μου προσδιόρισαν αν μιλιέται εξίσου από όλες τις ηλικίες ή μόνο από τους μεγαλύτερους, σαν να ψιλοκατάλαβα όμως ότι πέρα από τους γέρους και οι σαραντάρηδες-σαρανταπεντάρηδες την ξέρουν.
Από αυτούς τους εθνικά υπόπτους έμαθα ακόμη μερικές συγκεκριμένες λεπτομέρειες σχετικά με το διωγμό που υπέστησαν από το ελληνικό κράτος. Πέρα από τις μετονομασίες των χωριών, που τις ήξερα**, έχουν γίνει και μετονομασίες των ίδιων των ανθρώπων. Ο Ιβάν έγινε Γιάννης, ο Μπλάγκο (από μια λέξη που σχετίζεται με την έννοια της ευλογίας) έγινε Βαγγέλης (ευλογία = ευαγγελισμός ;;τέλος πάντων), τα επώνυμα απέβαλαν τα -ιτς και -οφ και έγιναν -ης και -ος ή -ίδης και -άκης.
(Κατ' ιδίαν όμως αρκετοί εξακολουθούν να προσφωνούνται με το σλάβικο όνομά τους, π.χ. ο Μπλάγκο έγινε στην παρέα Μπλάγος και έξω Βαγγέλης.)
Αυτά για τους ζωντανούς. Τους πεθαμένους δεν μπορούσαν να τους αλλάξουν, οπότε απλώς τους εξαφάνισαν: ξεπάτωσαν όλα τα μνήματα, όπου τα σλαβομακεδόνικα ονόματα ήταν γραμμένα με κυριλλικό αλφάβητο.
Όλα τα σπίτια του χωριού, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, γκρεμίστηκαν και ξαναχτίστηκαν σε νέο αρχιτεκτονικό στιλ (δηλαδή μάλλον χωρίς κανένα στιλ), για να μη μοιάζουν με τη λαϊκή αρχιτεκτονική των γειτονικών χωρών.
Δεν ξέρω για το συγκεκριμένο χωριό, αλλού όμως, στα επίσης σλαβόφωνα μέρη της Φλώρινας, γκρεμίστηκαν ακόμη και οι εκκλησιές, επειδή είχαν το σλάβικο στιλ με τους δύο τρούλους, και έγιναν καινούργιες. Φαίνεται δε ότι σ' αυτό, που είναι πολύ πρόσφατο γεγονός, δεν αντέδρασαν όχι παπάδες ή λαϊκοί αλλά ούτε καν αρχιτέκτονες ή εφορίες βυζαντινών αρχαιοτήτων. (Έτσι άκουσα, έτσι λέω. Δεν εγγυώμαι για την ακρίβεια των πληροφοριών μου.)
Έμαθα επίσης για τα Σπίτια του Παιδιού: ιδρύματα που είχε κάνει η Φρειδερίκη όπου φυλάσσονταν τα παιδιά από αυτά τα χωριά, με βασικό στόχο όχι απλώς να γαλουχηθούν σύμφωνα με την εθνικοπατριωτική και βασιλόφρονα/προσωπολατρική προπαγάνδα της εποχής, να μάθουν μεταξύ άλλων να αποστρέφονται τη σλάβικη γλώσσα τους, αλλά και κάτι πιο συγκεκριμένο και πρακτικό: να μάθουν ελληνικά.
Ο πολιτιστικός σύλλογος του χωριού οργανώνει εκδηλώσεις και καταγραφές της τοπικής παραδοσιακής μουσικής, στις οποίες τα τραγούδια εκτελούνται οργανικά, χωρίς λόγια, και οι ερευνητές απαγορεύεται (δε συνίσταται εν πάση περιπτώσει) να ρωτήσουν τίποτε σχετικά. Ενθαρρύνονται να παριστάνουν ότι το θεωρούν φυσικό ένα ολόκληρο χωριό να μην έχει τραγούδια παρά μόνο οργανικούς σκοπούς. Αυτά σήμερα, όχι επί Φρειδερίκης.

Από την εφημερίδα Εμπρός, 1959

Γιατί τα γράφω όλα αυτά;

Όχι για να ενημερώσω κανέναν για την ιστορία αυτών των πολύπαθων περιοχών. Άκρες μέσες είναι γνωστό τι έχουν περάσει αυτοί οι άνθρωποι για την ατυχή τους επιλογή να παν να γεννηθούν σ' ένα περιβάλλον όπου η ζώσα, μητρική γλώσσα δεν ήταν η ίδια με την επίσημη του κράτους. Κι εγώ ο ίδιος έχω διαβάσει πολύ περισσότερα από αυτά που σας μεταφέρω εδώ προχείρως, δεν έχω κάνει όμως συστηματική μελέτη και γι' αυτό τα αναφέρω όπως θα τα αναφέραμε σε οποιαδήποτε πρόχειρη κουβέντα.
Δύο ήταν τα πράγματα που μου έκαναν βαθειά εντύπωση: Πρώτον, η πληροφορία για το γκρέμισμα των σπιτιών και των μνημάτων. Το ελληνικό κράτος διέγραψε το παρελθόν. Αυτοί οι άνθρωποι έχασαν το δικαίωμα στη γλώσσα τους, στο χωριό τους (νέα κτίσματα, νέα ονόματα), στα μνήματα των προγόνων τους -που παρά ταύτα κάπου εκεί είναι θαμμένοι-, και δεν τους επετράπη να κρατήσουν ούτε το όνομά τους. Δεύτερον, το πώς βιώνεται σήμερα (2010) όλη αυτή η τρομοκρατία. Προφανώς αυτοί οι άνθρωποι συνειδητοποίησαν ότι η μόνη λύση για την επιβίωσή τους θα ήταν να υιοθετήσουν αυτό το νέο παρελθόν που τους φορέσανε. Κι έτσι ζουν σ' ένα καθεστώς καθημερινής φοβίας μήπως ο κάθε διπλανός τους, ιδίως ο ξένος, είναι χαφιές και πάει και τους δώσει ως σκοπιανούς πράκτορες έτσι και τους ξεφύγει καμιά σλάβικη κουβέντα.


Πίναξ μετονομασιών ξενογλώσσων τοπωνυμιών
(περιοχή Αγράφων) της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού.

Παρ' ότι πιστεύω (και το έχω υποστηρίξει σε άλλες αναρτήσεις μου) ότι γενικά ζούμε τον φουτουριστικό εφιάλτη ενός ολοκληρωτισμού τύπου 1984, αυτές τις μέρες είδα ότι οι εφιάλτες των ολοκληρωτικών καθεστώτων του παρελθόντος σε κάποια μέρη της όμορφης πατρίδας μας παραμένουν ολοζώντανοι.



__________________________________________________
* Όπως είναι φυσικό, από χωριό σε χωριό υπάρχουν ιδιωματικές αποκλίσεις. Το ίδιο συμβαίνει και με τα Ελληνικά των ίδιων περιοχών (και της υπόλοιπης Ελλάδας άλλωστε). Πρέπει όμως να έχουμε υπόψη μας ότι οι Σλαβικές γλώσσες γενικά μοιάζουν πολύ περισσότερο μεταξύ τους απ' ό,τι άλλες γλώσσες που ανήκουν στην ίδια οικογένεια μεταξύ τους. Ρώσος με Βούλγαρο συνεννοούνται σχετικά άνετα μεταξύ τους, μιλώντας ο καθένας τη δική του γλώσσα. Η διάλεκτος ή το ιδίωμα που μιλάει ένας Βούλγαρος στα δυτικά άκρα της χώρας, στα σύνορα με Σερβία ή Σκόπια, μοιάζει πολύ περισσότερο με τη σερβική (σερβοκροατική για την ακρίβεια) ή σκοπιανή (σλαβομακεδονική) διάλεκτο ή ιδίωμα που μιλιέται πέντε μέτρα παραπέρα, στην άλλη μεριά των συνόρων, παρά με τα βουλγάρικα της ανατολικής άκρης της Βουλγαρίας. Συνεπώς δεν είναι πάντα εύκολο να πει κανείς αν μία συγκεκριμένη γλωσσική μορφή, εν προκειμένω η γλώσσα των σλαβόφωνων χωριών της Ελλάδας, ανήκει ως διάλεκτος ή ιδίωμα στα Βουλγάρικα, τα Σκοπιανά ή τα Σερβοκροατικά ή είναι ξεχωριστή γλώσσα.
Ωστόσο υπάρχει ένα κριτήριο που το θεωρώ σχετικά ασφαλές: οι περισσότερες σλάβικες γλώσσες κλίνουν τα ουσιαστικά με πτώσεις (
το τραπέζι / του τραπεζιού), όπως και τα Ελληνικά. Ειδικά τα Σκοπιανά δεν έχουν πτώσεις, τις εκφράζουν με τη χρήση προθέσεων όπως συμβαίνει στις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες (π.χ. Αγγλικά: the table, of the table, to the table...). Το ίδιο συμβαίνει και με τα Ντόπια. Άρα τα Ντόπια είτε ανήκουν ως διάλεκτος/ιδίωμα/ντοπιολαλιά στην ίδια γλώσσα με τα Σκοπιανά, δηλαδή τη Μακεδονική όπως την ονομάζουν οι ίδιοι οι Σκοπιανοί, είτε εν πάσει περιπτώσει προσεγγίζουν πολύ περισσότερο τη γλώσσα των Σκοπίων παρά οποιαδήποτε άλλη σλάβικη γλώσσα.

** Οι αλλαγές των τοπωνυμίων ξεκίνησαν σποραδικά από συστάσεως του ελληνικού κράτους, έλαβαν πιο συστηματικό και εντατικό χαρακτήρα το 1909 και συχεχίζονταν μέχρι και την προηγούμενη δεκαετία. Πριν γίνουν, σε πολλές περιοχές της Ελλάδας τα περισσότερα ή και όλα τα χωριά και αρκετές πόλεις είχαν τούρκικα ή σλάβικα ονόματα. Τα νέα ονόματα, είτε μεταφράσεις των παλιών είτε εντελώς καινούργια, συνήθως βγάζουν μάτι με τον αδέξιο και αφύσικο χαρακτήρα τους: Μηλοχώρι (πρ. Λίγκα), Δασόλοφος (πρ. Ορμάν Μαγούλα), Αχλαδοχώρι (πρ. Μανδαρές, πιο πρώην Κισλάρ), Καρυδοχώρι, Καπνόφυτο, Βαμβακόφυτο, Ψωμοτόπι, Εμμανουήλ Παππάς (έλεος! ο κάτοικος πώς λέγεται, Εμμανουηλπαππαδιώτης; -πρ. Δοβίστα), Ορεινή (πρ. Φράστενα ή Φραστάνη), καθώς και τα διάφορα Ελληνικά, Βασιλικά, Προμαχώνας, Εύζωνοι, αλλά και Πρώτη (πρ. Κιούπκιοϊ), Καλλιθέα, Καλλίπολη, ενώ μερικά είναι αναβιώσεις αρχαίων τοπωνυμίων της περιοχής ή απλώς αρχαΐζοντα, όπως Ηράκλεια (πρ. Κάτω Τζουμαγιά), Έδεσσα (πρ. Βοδενά), Πτολεμαΐδα (πρ. Καϊλάρια), Αγριανή (πρ. Αχριάν Ντουμάρ), Αραβησσός (πρ. Όμπαρ). Ακόμη και στην Τουρκία την ελληνική ή και ελληνική πόλη του Τσεσμέ (τσεσμές σημαίνει κρήνη) μερικές φορές τη βλέπουμε να αναφέρεται σε ελληνικές πηγές ως Κρήνη. Για αδιευκρίνιστους λόγους επιβίωσαν μερικά σλάβικα όπως Αράχωβα, Ζαγορά / Ζαγοροχώρια, Μέτσοβο (υποθέτω λόγω των εθνικών ευεργετών, που άλλωστε δεν ήταν Σλαβόφωνοι αλλά Βλάχοι), Τύρναβος, από τούρκικα το ιστορικό Κιλελέρ, και αρκετά αρβανίτικα όπως Βάρκιζα.
Περισσότερα εδώ, απ' όπου πήρα και τη φωτογραφία του εγγράφου της ΓΥΣ. Σημειώνω ότι η πηγή όπου παραπέμπω παρέχει μεν αντικειμενικά στοιχεία, το σύνολο όμως του ιστοτόπου όπου εντάσσεται διαπνέεται από μία ιδεολογία που δε συμμερίζομαι.

Κυριακή 15 Αυγούστου 2010

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΡΕΑΡΗΣ

Το πανηγύρι του Άη Γιάννη της Βρουκούντας ανήκει, μαζί με τα Αναστενάρια, το καρναβάλι της Σκύρου και μερικά ακόμη, στις πιο γνωστές, προβεβλημένες και μελετημένες παραδοσιακές εκδηλώσεις που γίνονται στην Ελλάδα. Είναι ένα πανηγύρι που γίνεται όπως παλιά, όταν δεν υπήρχε ούτε τουρισμός, ούτε εκβιομηχάνιση της ζωής, ούτε ρεύμα και οδικό δίκτυο, και όταν στις αγροτικές κοινωνίες οι άνθρωποι δεν ήταν καταναλωτές αλλά έφτιαχναν μόνοι τους τα πάντα, από το ψωμί και τα ρούχα τους μέχρι τη μουσική τους.
Ως εκ τούτου το πανηγύρι του Άη Γιάννη της Βρουκούντας κάθε χρόνο κατακλύζεται από στίφη ερευνητών, μουσικολόγων, ανθρωπολόγων, λααογράφων, χορολόγων και τουριστών, ενί λόγω ατόμων με κάμερες και μαγνητοφωνάκια, που συρρέουν εκεί να δουν και να πάρουν μαζί τους εικόνες από ένα ζωντανό παρελθόν, της εποχής που δεν υπήρχαν κάμερες, μαγνητοφωνάκια, ανθρωπολόγοι και τουρίστες.
Όταν το επισκέφθηκα, μία μοναδική φορά, το 2003, είχα σαφώς την αίσθηση ότι όλα όσα έβλεπα να γίνονται έρχονται από πολύ μεγάλο βάθος χρόνου. Βέβαια κάποια ξεκινούσαν μεν από βάθος χρόνου αλλά δεν έφταναν μέχρις εμάς, χάνονταν στο δρόμο κάπου λίγο πριν το τέλος. Η παρουσία όλων των άσχετων δεν προσέφερε τίποτε και σε μερικές περιπτώσεις αφαιρούσε κιόλας. Οπωσδήποτε όμως δεν αφαιρούσε τα πάντα. Το πανηγύρι έγινε: ήρθαν οι Ολυμπίτες της ξενιτιάς να συναντήσουν τους Ολυμπίτες της πατρίδας, να ζήσουν όλοι μαζί την ενότητα του χωριού όπου αισθάνονται τόσο έντονα ότι ανήκουν, δεμένοι σ' ένα μοναδικό χορευτικό κύκλο που δεν κόπηκε ούτε μία στιγμή μέχρι το πρωί, με κέντρο τα λυροτσάμπουνα, τα όργανα που ακόμη κι ο γεροντότερος εκεί μέσα τα θυμόταν από τη μακρινή του παιδική ηλικία να μην έχουν λείψει από καμία σημαντική στιγμή της ζωής του και της ζωής της κοινότητας, που επίσης χωρίς διακοπή όλη νύχτα έπαιζαν για χιλιοστή φορά τους ίδιους σκοπούς με πέρσι, με πρόπερσι και με πάντα, και πάνω σ' αυτούς τους σκοπούς οι μερακλήδες να εναλλάσσουν τις παμπάλαιες μπαλάντες για την αγάπη, τον πόλεμο, το θάνατο και τη ζωή με τις δικές τους ολοκαίνουργιες φτερωτές μαντινάδες, που καμιά τους δεν υπήρχε πριν τραγουδηθεί για πρώτη και τελευταία φορά. Τραγούδησαν την αγωνία τους να πιστέψουν πως όσα κι αν φέρει η ζωή, κάποια πράγματα που η διάρκειά τους μέσα στο χρόνο τούς κάνει να τα εμπιστεύονται ανεπιφύλακτα θα συνεχίσουν να στέκουν. Πως οι ρίζες τους είναι ακόμη μέσα στη γη τους, κι αυτή η γη εξακολουθεί να τις τρέφει. Με άλλα λόγια, ετέλεσαν το χρέος που τελούσαν οι Έλληνες από τότε που εφευρέθηκε η ξενιτιά, και που οι αποικίες έστελναν αντιπροσώπους να συμμετάσχουν και να αναβαπτιστούν στις μεγάλες εορτές της μητρόπολης. Έστω κι αν ετούτοι εδώ υποχρεώθηκαν να τα κάνουν όλα αυτά ενώπιον κοινού.

Μία από τις πολλές σκηνές που μου εντυπώθηκαν ήταν η εξής:
Έχει απολύσει ο εσπερινός, έχουν στρωθεί οι τάβλες. Έχουμε φάει, κι έχουν αρχίσει τα τραγούδια της τάβλας, προστάδιο πριν αρχίσει το κυρίως γλέντι. Τα πρώτα «τραγούδια» της τάβλας δεν είναι τραγούδια, είναι εκκλησιαστικά τροπάρια. Ακολουθούν τα καθαυτού τραγούδια, που λέγονται χωρίς όργανα και που, μακρόσυρτα καθώς είναι, δεν ακούγονται πολύ διαφορετικά από τα τροπάρια που έψελναν λίγο πριν οι ίδιοι άνθρωποι. Και τελικά έχουν βγει και τα όργανα: τσαμπούνα, λύρα και λαούτο. Και παίζουν τον Συρματικό, το σκοπό όπου τραγουδιούνται τα περισσότερα από αυτά τα παμπάλαια αφηγηματικά τραγούδια που λέγαμε, και με τον οποίο ξεκινάνε απαρέγκλιτα όλα τα γλέντια.
Παίζουν την εισαγωνή του Συρματικού, μια σειρά από οργανικές «βόλτες» που δεν έχουν συγκεκριμένη διάρκεια αλλά μπορούν να κρατήσουν όσο χρόνο κι αν χρειαστεί, μέχρι να αποφασίσει κάποιος να μπει μ' ένα τραγούδι. Το να λέει κανείς καλά Συρματικό θεωρείται ό,τι πιο απαιτητικό υπάρχει για έναν μερακλή. Είναι λίγοι εκείνοι που μπορούν να φέρουν επιτυχώς εις πέρας αυτή την αποστολή, που μέσα στην τάξη του γλεντιού αποτελεί τιμή και προνόμιο αλλά και ευθύνη. Στην τάβλα γύρω από τους οργανοπαίχτες κάθονταν, μεταξύ άλλων, δυο τρεις πρωτομερακλήδες που θα μπορούσαν να το αναλάβουν. Φαίνεται πως με διάφορους άδηλους τρόπους έκαναν μεταξύ τους μια σιωπηρή συνεννόηση:
-Θα το πεις ή να το πω;
-Πες το.
-Σίγουρα; Δε θες εσύ;
-Παρακαλώ, σ' εσένα η τιμή.
-Εντάξει, θα το πω.
-Μπορείς; Αν θες το λέω εγώ.
-Πες το εσύ καλύτερα.
-Εντάξει. Κάτσε να δούμε ποιο θα πω...

Μέχρι να γίνουν όλα αυτά οι οργανοπαίχτες εξακολουθούσαν να παίζουν την εισαγωγή. Οι υπόλοιποι γλεντιστάδες δεν αδημονούσαν, γιατί σ' αυτά τα γλέντια όποιος βιάζεται δεν έχει καμία ελπίδα. Τελικά προκύπτει ότι θα το πει ο Γιώργος Πρεάρης. Ο Πρεάρης είναι ένας «αρχαίος» άνθρωπος, φορέας και θεματοφύλακας μιας βαριάς κληρονομιάς: μόνο τα τραγούδια και οι σκοποί που ξέρει είναι ένα σημαντικό κεφάλαιο στον πολιτισμό της Ολύμπου και κατ΄επέκταση, τολμώ να πω, στον νεοελληνικό πολιτισμό.
Τη στιγμή λοιπόν που ο Πρεάρης είναι έτοιμος κι έχει ήδη ανοίξει το στόμα του για ν' αρχίσει το τραγούδι, έρχεται τρέχοντας ένα πιτσιρίκι και τον τραβάει από το μανίκι.
-Θείο, θείο!
-Τι έγινε;
-Τρέχα, φωνάζει η θεία.
-Δεν μπορώ τώρα.
-Όχι, να έρθεις. Είπε η θεία...
Το πανηγύρι δεν είναι μόνο τραγούδια, όργανα και χορός. Γίνονται κι ένα σωρό άλλα πράγματα, πέρα από το προσκήνιο. Ένα από αυτά είναι ότι κάθε οικογένεια προσκυνητών, με το που θα φτάσει στο χώρο μετά από κανένα τετράωρο πεζοπορίας από την Όλυμπο, πρέπει να εξασφαλίσει ένα μέρος να κοιμηθεί το βράδυ. Υπάρχει ένα πλάτωμα όπου στρώνουν μπατανίες, αλλά δε χωράει απεριόριστους. Όποιος αργήσει την πάτησε. Φαίνεται λοιπόν ότι η θεία είχε στρώσει κάπου για όλη την οικογένεια και μετά προέκυψε κάποιο πρόβλημα, κάποιοι δε χώραγαν, τσακώθηκε με κανένα γείτονα, ποιος ξέρει τι, και φώναζε τον άντρα της να έρθει να καθαρίσει, αλλιώς κινδύνευαν να μην έχουν τόπο να πλαγιάσουν.
Τα όργανα έπαιζαν ακόμη εισαγωγή. Ο γερομερακλής κοίταξε τον πιτσιρικά μ' ένα ύφος σαν να του έλεγε «Είσαι με τα καλά σου; Εδώ εγώ έχω να πω Συρματικό, κι εσύ μου λες για τις μπατανίες;», του ξέκοψε ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση να παρατήσει το πόστο του ειδικά αυτή την κρίσιμη στιγμή για να πάει να ασχοληθεί με τετριμμένα ζητήματα του καθ' ημέραν βίου, και τραγούδησε.
Αυτός είναι ο μερακλής. Το τραγούδι τού το είχαν εμπιστευτεί οι πρόγονοί του, που το είχαν από τους δικούς τους προγόνους, για να το πει σήμερα ώστε να ξεκινήσει το γλέντι με τους χωριανούς που μαζεύτηκαν από τα πέρατα της γης για να πάρουν αμπάριζα και να βγουν, και η νοητή κοινότητα να γίνει για μια νύχτα ξανά πραγματική, και για να το ξαναπεί και κάθε άλλη αντίστοιχη φορά που θα γίνεται το ίδιο, μέχρι να το μάθουν οι νεότεροι και να το λένε όταν εκείνος θα 'χει φύγει, και το πανηγύρι να διαιωνιστεί, κι έτσι ο κόσμος να συνεχίσει να υπάρχει, ενώ αλλιώς δε θα συνεχίζει, θα είναι κάθε μέρα ένας καινούργιος κόσμος χωρίς παρελθόν και χωρίς βάση. Σ' όλα αυτά να προσθέσουμε και κάτι που μάλλον δε θα απασχολούσε τον Πρεάρη, αλλά το σκέφτηκα εγώ: ότι οι παλιοί παλιοί αυτά τα τραγούδια δεν τα 'χαν εμπιστευτεί μόνο στους δικούς του προγόνους, αλλά στους προγόνους όλων των Ελλήνων (για να μην επεκταθώ και στα αντίστοιχα άλλων λαών), αλλά όταν στα περισσότερα άλλα μέρη τα 'χαν ξεχάσει στην Όλυμπο τα κρατάγαν ακόμα.
Ο Πρεάρης δεν είπε τίποτε από όλα αυτά. Δεν έδειξε αν έχει ή δεν έχει την αίσθηση που είχα εγώ, ότι τελεί ένα ιερό χρέος εκείνη τη στιγμή. Απλώς κατέστησε σαφές ότι είναι αδιανόητο να παρατήσει το τραγούδι, αφού στο κάτω κάτω δεν είχε πιάσει και καμιά φωτιά.

Αργότερα σκέφτηκα πως ανάμεσα σ' όλους τους άσχετους που δεν είχαν δουλειά εκεί, δηλαδή ούτε με λυροτσάμπουνα είχαν μεγαλώσει ούτε είχαν να επιβεβαιώσουν και να ανανεώσουν τους δεσμούς τους με κανέναν, ήμουν κι εγώ. Η παρουσία μου δεν προσθέτει τίποτε στην ουσία του πανηγυριού. Είχα πάει από το δικό μου προσωπικό ενδιαφέρον γι' ατό το μέρος και για τα έθιμα και τα τραγούδια του, δηλαδή, αν το καλοσκεφτούμε, για ατομιστικούς λόγους. Ενώ το πνεύμα του πανηγυριού είναι ακριβώς η συλλογικότητα. Κι έτσι δεν ξαναπήγα μέχρι τώρα στον Άη Γιάννη.
Πήγα όμως σε πολλά άλλα πανηγύρια, όσα δεν έχουν αυτό τον τόσο ιδιαίτερο, καθαρά τοπικό χαρακτήρα, και όσα δεν είναι τόσο φημισμένα για την αυθεντικότητά τους ώστε να μπασταρδεύονται από τις συνέπειες της ίδιας τους της φήμης.

Λίγα χρόνια μετά λοιπόν, γινόταν το πανηγύρι της Λαμπρής Τρίτης στην Όλυμπο. Μια παρέα μερακλήδες είχαν στελιάσει καθιστό γλέντι γύρω από ένα τραπέζι στο Πλατύ. Τα πράγματα ήταν ακόμα ανεπίσημα: η παρέα ήταν μικρή, οι οργανοπαίχτες κάθονταν στους πάγκους μαζί με τους άλλους και όχι σε καρέκλες πάνω στο τραπέζι, όπως γίνεται στο χορό, και ο πολύς ο κόσμος που θα ξεκίναγε το χορό δεν είχε ακόμα μαζευτεί. Είχαν ξεκινήσει και πάλι με ένα Συρματικό, και τώρα έλεγαν μαντινάδες απευθύνοντας ο ένας στον άλλο παίνια και φιλοφρονήσεις.
Κάποια στιγμή ξεπρόβαλε από ένα στενό ο Γιώργος ο Πρεάρης. Κοίταξε μ' ένα αβέβαιο και κάπως παράξενο ύφος γύρω γύρω, μετά πλησίασε κι έπιασε θέση σ' ένα πάγκο. Έκατσε χωρίς να χαιρετήσει άνθρωπο. Οι άλλοι του φέρθηκαν με ιδιαίτερα τιμητικό και σεβαστικό τρόπο, του έκαναν τόπο να καθήσει, και πολύ σύντομα άρχισαν να του τραγουδούν μαντινάδες. Ήταν η μία πιο επαινετική από την άλλη. Ακούγοντάς τις αντιλήφθηκα ότι η κοινή γνώμη γι΄αυτό τον σημαντικό άνθρωπο ήταν λίγο πολύ η ίδια με τη δική μου: οι μερακλήδες τον αναγνώριζαν ως πρωτομερακλή τους, και θεωρούσαν σαφώς ότι αποτελεί σπουδαίο κεφάλαιο για την Όλυμπο, ότι είναι ένας από τους διαύλους που εξασφαλίζουν την επικοινωνία του παρόντος με όλες τις γενιές του παρελθόντος. Κάτι σαν τους ραψωδούς ή τους μάντεις της αρχαιότητας, που ήξεραν οι πρώτοι το παρελθόν (σε εποχή που δεν υπήρχε γραφή, οπότε την ιστορία την ήξεραν μόνο οι παραμυθάδες) και οι δεύτεροι το μέλλον. Όλα αυτά είναι δικά μου λόγια βέβαια, αλλά κι εκείνοι με τα δικά τους αυτό πάνω κάτω έλεγαν.
Ο Πρεάρης δεν έδειξε καμία προσοχή στα λόγια που του απηύθυναν οι γλεντιστάδες, δεν τραγούδησε, δεν απήντησε τίποτε, εξακολουθούσε να κοιτάει στα χαμένα, και κάποια στιγμή σηκώθηκε κι έφυγε, πάλι χωρίς να χαιρετήσει, στη μέση μιας μαντινάδας που του έλεγε κάποιος.

Αλτσχάιμερ, μου είπαν αργότερα. Δεν ξέρω αν ισχύει η πληροφορία, αλλά ότι ήταν άρρωστος είναι βέβαιο.

Αγανάκτησα. Αν το είχε η μοίρα του να αρρωστήσει, ας αρρώσταινε. Υπάρχουν χίλιες δυο αρρώστιες που χτυπάνε στο αίμα, στα κόκκαλα, στο συκώτι, στα πόδια, στα χέρια, στα μάτια, όπου θες. Ήταν ανάγκη αυτόν τον άνθρωπο να τον χτυπήσει ειδικά στη μνήμη; Ή αντίστροφα: αν ήταν να πέσει μια αρρώστια που χτυπάει στη μνήμη, ήταν ανάγκη να πέσει ειδικά σ' αυτόν;

Επιτρέπεται να γίνονται τέτοια στον κόσμο; Δεν έχουμε πολλούς ανθρώπους σαν κι αυτόν, που ήταν ταμείο γνώσης και μνήμης και σοφίας, για να μας τους σπαταλάτε! Θα μου πεις, και τι να κάνεις; Να τα βάλεις με το θεό ή τη μοίρα; Χαμπάρι δε θα πάρουν ότι κάπου κάποιος μικρός, ελάχιστος άνθρωπος, κουνάει τη γροθιά του και φωνάζει. Το αποδέχεσαι, δεν υπάρχει άλλη λύση. Και στο κάτω κάτω έχει πολλούς που πόνεσαν πιο πολύ από μένα γι' αυτή την ιστορία: οι χωριανοί του και οι μερακλήδες τ' αγαπάνε πιο πολύ από μένα τα τραγούδια (ας πούμε ότι εγώ τ' αγαπάω από λίγο πιο μακριά, ίσως πιο πολύ τα θαυμάζω και τα καμαρώνω, ενώ εκείνοι τα 'χουν δικά τους), και φυσικά υπάρχουν οι δικοί του άνθρωποι που έζησαν το δράμα του από κοντά. Εγώ πού κολλάω; Κλαίνε οι χήρες, κλαίνε κι οι παντρεμένες;

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *

Ο Γιώργος Πρεάρης πέθανε χτές, παραμονή της Παναγίας 2010. Αιωνία του η μνήμη.