ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...

Σάββατο 21 Απριλίου 2012

Η ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΔΕΞΙΟΥ ΛΟΓΟΥ: Αποκωδικοποιώντας μια προεκλογική ομιλία.

Προεισαγωγικά: η Χρυσή Αυγή - μερικές σκέψεις

Τη Χρυσή Αυγή ποιοι την υποστηρίζουν; Εκτός από τους γνήσιους χρυσαυγίτες, που πιστεύω ότι ακόμη και σήμερα είναι μια θλιβερή ανθυπομειοψηφία (τύποι του ξύλου και του μπαλτά, με αυθόρμητα ρατσιστικά, ναζιστικά και βίαια ένστικτα), κυρίως είναι οι τρομοκρατημένες κυριούλες του Αγ. Παντελεήμονα και όλης της υπόλοιπης Ελλάδας, που το μυαλό τους δε φτάνει πιο πέρα από τη λογική ότι:
-ο τόπος έχει γεμίσει ξένους
-ο τόπος έχει γεμίσει εγκληματικότητα και ανασφάλεια
-άρα έξω οι ξένοι
-άρα ψήφο σ' αυτούς που έχουν δείξει ότι θέλουν στ' αλήθεια να διώξουν τους ξένους.

Άνθρωποι δηλαδή που δεν είναι κατ' ανάγκην ρατσιστές και εθνικιστές, πόσο μάλλον βίαιοι, απλώς γυρεύουν μια ομαλή ζωή όπως παλιά.

Αυτοί οι άνθρωποι δεν ενοχλούνται από το γεγονός ότι η Χρυσή Αυγή, εκτός από πολιτικό κόμμα, είναι μια εγκληματική συμμορία; (Δύο παραδείγματα εδώ.) Θα την υποστήριζαν εξίσου αν υποσχόταν κάτι ακόμη πιο ακραίο, π.χ. θάνατο στους λαθρομετανάστες;


Είναι δυνατόν να μην ξέρουν ότι ο τρόπος που ασκεί η Χρυσή Αυγή τη μεταναστευτική πολιτική της είναι η σκέτη και απροκάλυπτη βία; Ότι κατεβαίνουν ακριβώς όπως οι στρατοί, με στολή, εξοπλισμό, παράταξη, και ανοίγουν (στην καλύτερη περίπτωση) κεφάλια; Η Χρυσή Αυγή δεν προπαγανδίζει απλώς τον πόλεμο, τον έχει ήδη ξεκινήσει.
Ίσως αυτά να μην είναι τόσο γνωστά στους απλούς τηλεθεατές και αναγνώστες εφημερίδων. Ίσως να προβάλλονται μόνο μέσα από το διαδίκτυο, το οποίο δεν είναι για όλους πηγή ενημέρωσης. Δεν ξέρω τι δείχνει η τηλεόραση και οι εφημερίδες. Στο διαδίκτυο, και μάλιστα όχι σε κανένα κρυφό σάιτ που να το ξέρουν μόνο οι μυημένοι αλλά φόρα παρτίδα, στο ΥΤ και αλλού, η Χρυσή Αυγή καθόλου δεν προσπαθεί να αποκρύψει ποια είναι. Αν δεν έχετε δει τέτοια βιντεάκια, δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να τα μάθετε από μένα. Απλώς πιστέψτε με ότι υπάρχουν.
Ίσως ο μέσος «φιλήσυχος πολίτης» να δέχεται περισσότερα ερεθίσματα προς την κατεύθυνση άλλων πτυχών της πολιτικής της Χρυσής Αυγής, όπως:
-τον εθνικισμό, που, αν προβληθεί σε μια πιο ήπια και όχι κατάφωρα βίαιη μορφή, μπορεί να κολακεύσει τη φιλαυτία κάθε Έλληνα που να έχει γαλουχηθεί με το ιδεώδες των περασμένων μεγαλείων και διηγώντας τα να κλαις.
-τον αντίλογο στο δικομματικό κατεστημένο: η άκρα δεξιά είναι αντιμνημονιακή. Προσφέρει μια εναλλακτική σ' όποιον, ενώ έχει ήδη αγανακτήσει από την πολιτική των κυρίως συστημικών δυνάμεων, εντούτοις δεν είναι αριστερός.

Οπότε, τελικά, η Χρυσή Αυγή εμφανίζεται υπό δύο πρόσωπα: αφενός το πραγματικό, τις ένοπλες επιθέσεις κατά ξένων και αλληλέγγυων προς τους ξένους, τους ναζιστικούς χαιρετισμούς, τη στρατιωτική οργάνωση κλπ.. Αφετέρου ένα πολύ γενικό πλαίσιο ιδεών στο οποίο εγγράφονται αυτές οι πρακτικές, ιδεών με τις οποίες -αν τις δούμε αδιαβάθμιστα- δε χρειάζεται να είσαι πολύ ακραίος για να συμφωνήσεις: με δυο λόγια, ότι η ζωή μας είναι υποβαθμισμένη.
Το κόλπο έγκειται στην απόκρυψη της διαβάθμισης. Αν η κυριούλα από τον Άγιο Παντελεήμονα, που νοσταλγεί την παλιά όμορφη ζωή της με τις ξεκλείδωτες πόρτες, δει τα παλικάρια με τα ξυρισμένα κεφάλια, τους σβαστικοειδείς μαιάνδρους, τα ρόπαλα, και της πουν «τους ψηφίζεις αυτούς; ετοιμάζονται τώρα να υλοποιήσουν αυτά που σου υποσχέθηκαν» δε θα πει απλώς όχι, θα πάθει και κάνα καρδιακό προηγουμένως. Το μυστήριο είναι ότι, παρά ταύτα, το πραγματικό της πρόσωπο δεν το έχει πια και τόσο πολύ μυστικό!


Κλικ στην εικόνα για να τη δείτε σε μέγεθος που να διαβάζεται.

____________________________________________

Και τώρα, ας δούμε αυτό:


Προεκλογικό σποτ της ΝΔ (αν δεν ανοίγει, κλικ εδώ.)

1. Ο Σαμαράς τρέχει να μαζέψει όση κρίσιμη μάζα ψηφοφόρων θα διέρρεαν προς τη Χρυσή Αυγή αλλά δεν είναι ακόμη αμετάκλητα βαμμένοι φασίστες. Υιοθετεί τα στοιχεία εκείνα από τον ακροδεξιό λόγο που είναι ελκυστικά στον φιλήσυχο πολίτη, αφαιρώντας τα καθαρά χρυσαυγίτικα στοιχεία που τρομάζουν τον καθένα εκτός από τους βέρους ναζί χουλιγκάνους.
Μιλάει για φυλακίσεις / απελάσεις ξένων (κέντρα φύλαξης στα οποία μετ' ολίγον προσθέτει «παύλα φιλοξενίας»!!), για νόμο και τάξη (κάτι που ακούγεται σαν εύλογο αίτημα κάθε πολίτη φυσιολογικής χώρας αλλά δεν παύει να ήταν ένα από τα συνθήματα του Χίτλερ), για άνοιγμα νέων φυλακών (τώρα που έκλεισαν πολλά σχολεία), για μια αστυνομία που να διαθέτει ακόμη πιο σύγχρονα μέσα, κάνει λόγο για καθάρισμα (άλλος ένας όρος με ανατριχιαστικούς συνειρμούς) των πόλεων, κλπ..
Δε μιλάει όμως καθόλου (ευθέως τουλάχιστον) για βία, για καταστολή, για αίμα, για φυλές, για οτιδήποτε χωρίζει τον συνειδητό νεοναζί από τον απλό, φιλήσυχο, από σπόντα ψηφοφόρο της Χρυσής Αυγής. Αντίθετα όλα θα γίνουν με διάλογο, αναδεικνύοντας τις ωφέλειες που θα έχουν οι δήμοι και οι δημότες από τα κέντρα κράτησης, και, φυσικά, πάντα με επίκεντρο τον Ηλία, το Φώτη, την Πέγκυ από τη Ρόδο (χαμογελάκι - αχ τι μου θύμισε), την κυρία που τη λήστεψαν έξι φορές και είπε «ρε Αντώνη ήμαρτον», εσένα, εμένα και τον άνθρωπο της διπλανής πόρτας.
Ρατσιστές δεν είμαστε. Και για να μη μας πουν ρατσιστές (γιατί αν μας πουν είμαστε, αν δε μας πουν δεν είμαστε) θα πρέπει να συνεννοηθούμε με άλλες χώρες της νότιας Ευρώπης ώστε να κάνουμε όλοι τα ίδια, να υπάρξει δηλαδή συνενοχή και ομερτά.

2. Βέβαια παρατηρούμε εμβόλιμα και μερικά δείγματα παραδοσιακού δικομματικού λόγου:

-Τι εξωθεί όλους αυτούς τους ανθρώπους στο έγκλημα;
(Καμία απάντηση - το ερώτημα παρασιωπάται)
-Γιατί υπάρχουν όλοι αυτοί οι άνθωποι εδώ μέσα;
Δουβλίνο 2
-Και αφού, καλώς ή κακώς, υπάρχουν και εγκληματούν, γιατί τους αφήνουμε να γίνουν κράτος εν κράτει;
Γιατί μέχρι τώρα (δηλαδή άκρες μέσες επί ΠΑΣΟΚ -λες και το ΠΑΣΟΚ ήταν στα πράγματα από κτίσεως κόσμου) η μεν αστυνομία δεν κάνει σκούπες, επειδή δεν είναι σε κατάλληλη διάθεση, οι δε φυλακές, δεν ξέρω γιατί, δεν έχουν ανοιξει και οι παλιές δεν επαρκούν. Προφανώς μόλις έρθουμε εμείς στα πράγματα η αστυνομία θα αλλάξει διάθεση και οι φυλακές θα ανοίξουν διάπλατα τις αγκαλιές τους σε όλους.

Το στυλ που τα έχωνε η ΝΔ στο ΠΑΣΟΚ και αντιστρόφως από τον καιρό του Χάρρυ Κλυνν.

3. Εξωγλωσσικά στοιχεία ρητορικής:

-Δεν πουλάω κύρος και εξουσία. Κάθομαι στραβοχυμένος σε μια καρέκλα λες και αράζω στο καφενείο του Βαγγέλη. Είμαι ένας από σας. Άλλωστε έχω προσωπική επικοινωνία με τον Ηλία, το Φώτη, την Πέγκυ από τη Ρόδο (βρε την ατιμούλα!). Γυναίκες σαν τη μάνα σας μ' έχουν σαν παιδί τους, και μου λένε «ρε Αντώνη κλπ». Αφουγκράζομαι τον παλμό της κοινωνίας.
-Δεν είμαι άγριος, βίαιος, ορμητικός. Είμαι απλά ρεαλιστής και λογικός, παράλληλα δε και ένας άνθρωπος πλούσιος σε συγκινήσεις. Μιλώ σε χαμηλούς τόνους, αργά, ήρεμα. Δε συνθηματολογώ, εξηγώ -ακόμη και την αποφασιστικότητά μου δεν την προβάλλω, απλώς την αφήνω να διαφανεί. Ανεπαίσθητες αλλαγές στο χρωματισμό της φωνής μου και στη ματιά μου προδίδουν κάθε τόσο και μια συγκίνηση που δονεί την ευαίσθητη (προσπαθώ να το κρύψω αλλά κρύβεται;) ψυχή μου. Ξέρετε, ήμουν και στον Πρετεντέρη προχτές (ξέρω ότι το είδατε, άρα είναι σχεδόν σα να το είδαμε όλοι μαζί από τον ίδιο καναπέ, όπως κάνει η κάθε οικογένεια - ή αλλιώς: ξέρω ότι ξέρετε πού ήμουν προχτές, σάμπως τι έχω να σας κρύψω;).

____________________________________

Σούμα:

Όσα είδαμε στο 3 είναι η συνταγή του Γιωργάκη Παπανδρέου. Μπορεί ο Σαμαράς να κοπιάρει από εκείνον, ή μπορεί να την καλλιέργησαν μαζί. Είναι στοιχεία που σαφώς τους διαφοροποιούν από άλλους ρήτορες όπως ο Βενιζέλος, ο Καρατζαφέρης, ο Πάγκαλος.
Στο 2 είναι απίστευτο και όμως αληθινό ότι η ρητορική της εποχής της Μεταπολίτευσης επιζεί ακόμη σαν την κατσαρίδα. Την πιστεύυμε ακόμα; Μα είναι δυνατόν; Φαίνεται πως ναι. Αν έτσι νομίζει ο Σαμαράς και οι προπονητές του, πολύ φοβούμαι ότι κάτι θα ξέρουν.
Στο 1 όμως βρίσκεται όλη η φρίκη. Αφού επί χρόνια η ΝΔ έχανε κόσμο που διέρρεε προς τα δεξιότερα και προς τον Καρατζαφέρη, αφού στη συνέχεια ο Καρατζαφέρης έχασε πολύ από αυτό τον κόσμο που διέρρευσε ακόμη δεξιότερα στη Χρυσή Αυγή, τώρα ο Σαμαράς προσπαθεί να υφαρπάξει αυτό τον κόσμο πουλώντας τους ότι «ελάτε, κι εμείς μια Χρυσή Αυγή είμαστε στο κάτω κάτω». Δεν προσπαθεί να τους φέρει προς το μέρος του, τρέχει προς το δικό τους μέρος κυνηγώντας τους. Εκεί δηλαδή στην άκρα δεξιά.
Βέβαια είναι ιδιαίτερα πιθανόν να μην πρόκειται για πραγματικά ακροδεξιές πολιτικές, αλλά απλώς για έναν λαϊκίστικο ελιγμό ψηφοθηρίας, σαν του ίδιου του Καρατζαφέρη που πλέον κανείς δεν αμφιβάλλει ότι μόνο καιροσκόπος είναι και όχι συνεπής φασίστας ή οτιδήποτε άλλο με συνέπεια. Ακόμη κι έτσι όμως, το αποτέλεσμα είναι ότι ο Σαμαράς κάνει ένα περαιτέρω βήμα προς τη νομιμοποίηση του ακροδεξιού λόγου. Ο αναποφάσιστος φιλήσυχος, που μπορεί μέχρι τώρα να άκουγε τη Χρυσή Αυγή με επιφυλακτικότητα (έξω οι ξένοι; μωρέ σωστό, δε λέω, αλλά κάπως σκληρό / αίμα, βία, φυλετική καθαρότητα; μωρέ δεν ξέρω, εγώ φοβάμαι με κάτι τέτοια), θα ακούσει τώρα από τον Σαμαρά το πρώτο σκέλος χωρίς το τρομακτικό δεύτερο και θα του φανεί, συγκριτικά, ό,τι πιο ήπιο και ανθρωπιστικό.
Συνδυάζοντας αυτό το συμπέρασμα με τις πρόσφατες σκούπες της αστυνομίας, την Αμυγδαλέζα κλπ., βλέπουμε τις δύο δυνάμεις που παραδοσιακά βρίσκονταν γύρω από το κέντρο (λίγο δεξιότερα και λίγο αριστερότερα αντίστοιχα) να συναγωνίζονται ποια θα είναι η ακροδεξιότερη. Το κέντρο του πολιτικού φάσματος ήδη βρίσκεται στην άκρα δεξιά. Οπότε και η αυθεντική ακροδεξιά δεν είναι πια καμιά εξτρεμιστική επιλογή, ένα κλικ παραδίπλα από τα μέινστριμ κόμματα είναι.

__________________________________________________
Παρεμπιπτόντως, μία παρατήρηση για τα κέντρα φιλοξενίας λαθρομεταναστών:

Είναι γνωστό ότι το Σύνταγμα απαγορεύει να συλλαμβάνεται κανείς χωρίς συγκεκριμένη κατηγορία. Ωστόσο σε κάθε πορεία συλλαμβάνεται σωρηδόν κόσμος προληπτικά. Αυτό γίνεται νόμιμα. Πώς; Με το να μην το ονομάζουν σύλληψη (που απαγορεύεται) αλλά προσαγωγή (που το Σύνταγμα δε σκέφτηκε να την προβλέψει). Αντίστοιχα, δεν μπορείς να μπεις φυλακή αν δεν έχεις καταδικαστεί για κάτι. Μπορείς όμως κάλλιστα να φυλακιστείς σ' ένα χώρο που δε γράφει απέξω «Φυλακή» αλλά κάποια άλλη λέξη, π.χ. «Καλωσήλθατε αγαπημένοι μας λαθρομετανάστες».



__________________________________________________
Προσθήκη: 3 μέρες αργότερα δημοσιεύθηκε στο tvxs ένα κείμενο πάνω στην ίδια ακριβώς λογική, αν και πολύ αυστηρότερο και στηριγμένο σε ευρύτερο σώμα παραδειγμάτων.






__________________________________________________
Νεότερη προσθήκη: Τις σκέψεις μου τις γράφω κυρίως για να τις ξεκαθαρίσω. Αυτό το κείμενο εντάσσεται στον προβληματισμό που απασχολεί εμένα και κάθε Έλληνα αυτές τις προεκλογικές μέρες. Επρόκειτο να είναι το πρώτο από μια σειρά, αλλά μέσα στις επόμενες ημέρες γέμισε ο τόπος από κείμενα πάνω στον ίδιο προβληματισμό, κάποια από τα οποία περιλαμβάνουν αυτά περίπου που θα ήθελα κι εγώ να γράψω. Συνεπώς περιττεύει να τα γράψω κι εγώ, μη φορτώνουμε αδίκως το ίντερνετ.




Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011

ΕΜΦΥΛΙΟΣ (20/10/2011)

Η διαδήλωση της 20ής Οκτωβρίου 2011 ήταν ό,τι πιο μαύρο και τρομαχτικό έχω δει. Πιο μαύρη και πιο τρομαχτική από εκείνην της 29ης Ιουνίου, που επίσης ήταν ό,τι πιο μαύρο και πιο τρομαχτικό είχα δει μέχρι τότε. (Σας θυμίζω πώς τα πέρασα.)

Σ' αυτήν εδώ, μέχρι κάποια στιγμή το χαρακτηριστικότερο πράγμα που υπήρχε ήταν η παρουσία του ΠΑΜΕ. Πολλές άλλες φορές την παρουσία του ΠΑΜΕ την έχω αισθανθεί ως κάτι εχθρικό ή τουλάχιστον ξένο. Σε κάποιες περιπτώσεις με έχουν κάνει να νιώσω τρομερή οργή. Διαθέτουν ορισμένα όπλα, όπως η πειθαρχία, η διαδηλωτική αγωγή και εμπειρία, η ασφάλεια στις περιφρουρήσεις τους, που συνήθως τα χρησιμοποιούν για να διαχωρίσουν τον εαυτό τους από όλους τους υπολοίπους. Μια μορφή διαχωρισμού είναι "εσείς τρώτε ξύλο, εμείς όχι". Μια άλλη είναι "εσείς είστε εδώ και τρώτε ξύλο, εμείς πάμε αλλού και δεν τρώμε".
Αυτή τη φορά το ΠΑΜΕ έθεσε τα όπλα του στη διάθεση όλης της διαδήλωσης και όχι μόνο της δικής του. Αυτή την αίσθηση αποκόμισα, παρόλο που ξέρω ότι πολλοί μένουν με την ακριβώς αντίθετη. Ανθρώπινες αλυσίδες του ΠΑΜΕ είχαν περικυκλώσει τη Βουλή. Δεν ξέρω αν η περικύκλωση της Βουλής ήταν ο κοινός στόχος στον οποίο είχαν συμφωνήσει όλες οι εκατοντάδες χιλιάδων που κατέβηκαν. Μπορεί κάποιοι να προτιμούσαν να μπούμε στη Βουλή. Αν όμως επιχειρούσαμε κάτι τέτοιο, είναι απολύτως προφανές ότι δε θα γινόταν παρά ένα ακόμη μπάχαλο, και φυσικά κανείς δε θα έμπαινε στη Βουλή.
Δεν είναι λίγοι πλέον αυτοί που λένε ότι οι ειρηνικές διαδηλώσεις δεν έχουν νόημα. ΟΚ, είναι κι αυτή μια άποψη, αλλά αν η βία έχει κάποιο νόημα, η άσκοπη σπατάλη βίας δεν έχει κανένα.
Το ΠΑΜΕ λοιπόν έκρινε -έτσι μου φάνηκε εμένα- ότι προκειμένου να μην μπει κανείς στη Βουλή ούτως ή άλλως, θα ήταν προτιμότερο αυτό να γίνει χωρίς θύματα και απώλειες, χωρίς άσκοπη σπατάλη βίας, και διαδηλώνοντας για όσο περισσότερη ώρα γίνεται. Για να γίνει αυτό πρέπει κάποιος να κάνει κουμάντο. Ανέλαβε λοιπόν το ίδιο να κάνει κουμάντο. Ε ναι, γιατί όχι δηλαδή; Ποιος θα έκανε, εγώ; Αν ήξερα να κάνω τέτοια δουλειά θα την αναλάμβανα ευχαρίστως, αλλά, μέχρι να τη μάθω, καλύτερα ας την κάνει κάποιος που την ξέρει ήδη. Το ΠΑΜΕ την ξέρει.
Ανέλαβε κουμάντο λοιπόν με δύο τρόπους. Ο ένας ήταν αυτή η περιφρούρηση. Ο άλλος ήταν ότι είχαν μικρόφωνα και μεγάφωνα (όχι ντουντούκες) από τα οποία φώναζαν αδιάκοπα διάφορα που εμψύχωναν τον κόσμο και διατηρούσαν ζωντανό τον διαδηλωτικό παλμό -κάτι που έχει λείψει πολύ έντονα από άλλες πρόσφατες πορείες. Αυτά που έλεγαν δεν ήταν κνίτικα. Από όλα όσα πιστεύουν και θέλουν, έλεγαν εκείνα στα οποία συμφωνούσαμε άκρες-μέσες όλοι.
Φυσικά καταλαβαίνω και όσους σπάστηκαν από αυτή τη στάση. Σου λέει ο άλλος, η πορεία είναι ολωνών, η πλατεία είναι ολωνών, ποιος σας διόρισε εσάς ντερβεναγάδες; Κατανοητή άποψη, αλλά δεν είναι η δική μου.

Κάποια στιγμή βρισκόμουν στην Αμαλίας. Μεταξύ Αγνώστου και κυρίως Συντάγματος, πάνω στην Αμαλίας, ήταν η εν λόγω αλυσίδα του ΠΑΜΕ. Γύρω, ή τουλάχιστον από την πλευρά του Συντάγματος (από την άλλη δεν έβλεπα) ήταν κόσμος εκτός μπλοκ. Παντού αλλού, στην κάτω πλατεία και σε όλους τους γύρω δρόμους, ήταν επίσης κόσμος, σε άλλα μπλοκ και εκτός μπλοκ. Εγώ ήμουν στους εκτός μπλοκ εκεί πάνω. Όλοι οι επί της Αμαλίας μέτωπο προς Σταδίου, δηλαδή έχουμε τη Βουλή στο δεξί μας χέρι.
Γενικά είχε τόσο κόσμο ώστε, όπως συνήθως, κανείς δεν ήξερε τι γίνεται στα δέκα μέτρα. Εγώ είχα την περιέργεια να δω. Δεν υπήρχε εκεί γύρω κανένας στύλος ή πεζούλι για ν' ανέβω ψηλά να βιγλίσω. Στάθηκα όμως στα νύχια και, καθώς είμαι ψηλός, είδα λίγο παραπέρα.
Πέτρες ίπταντο από και προς διάφορες διευθύνσεις. Ορισμένες ήταν τεράστιες. Έρχεται πια κόσμος με σφεντόνες στην πορεία; Ή με καταπέλτη;
Οι περισσότερες έμοιαζαν να κατευθύνονται προς εκείνους που ήταν καμιά εικοσαριά μέτρα μπροστά μου. Λέω: ή κάπου εκεί, μπροστά από τους μπροστινούς του ΠΑΜΕ και τους εκτός ΠΑΜΕ, είναι παραταγμένη καμιά διμοιρία και δεν τη βλέπω (αλλά πώς την πετροβολάνε έτσι; δε θέλει και πολύ να φύγει καμιά αδέσποτη στους διαδηλωτές) ή κάτι δεν πάει καλά με την οπτική μου γωνία και οι πέτρες κατευθύνονται αλλού από εκεί που νομίζω.
Ή όχι; Ρε μπας και πετροβολάνε ΤΟΥΣ διαδηλωτές; Ποιοι όμως; Οι μπάτσοι; Όχι πως δεν έγινε κι αυτό τόσες φορές τελευταία, αλλά είχα την εντύπωση ότι συνήθως λίγοι μπάτσοι πετάνε λίγες πέτρες σε λίγους διαδηλωτές που πετάνε κι εκείνοι. Τόσο πολλές πέτρες (μιλάμε για βροχή) κατά ολόκληρης πορείας, λίγο ξεφεύγει από τα εσκαμμένα.
Τελικά όχι. Αυτό που οι αισθήσεις έδειχναν αλλά η λογική αρνούνταν να το δεχτεί, ήταν ότι διαδηλωτές πετροβολούσαν διαδηλωτές. Εκεί που στεκόμουν εγώ ήμουν σε μια σχετική ασφάλεια, εκτός βεληνεκούς (προς το παρόν τουλάχιστον). Πιο μπροστά όμως ήταν άνθρωποι που τις τρώγαν ωραιότατα, άνθρωποι χωρίς ασπίδες και κράνη. Και η πέτρα, αντίθετα από τα όπλα της αστυνομίας, δε σε προειδοποιεί ότι έρχεται. Πέφτει αθόρυβα ουρανόθεν.
Μια φίλη μου με ρώταγε τι βλέπω από κει πάνω. Τι να της πω; Ότι μας πετροβολάνε; Να το ακούσουν και παραδίπλα, να κυκλοφορήσει η φήμη σα φλόγα, και τελικά να μην ισχύει; Της είπα τα μόνα για τα οποία ήμουν σίγουρος: ότι πέτρες πετάνε προς διάφορες κατευθύνσεις, και προς εδώ πιο μπροστά. Μετά από λίγο όμως άκουσα τον διπλανό μου ψηλό να μεταδίδει στη δική του παρέα την είδηση αυτούσια. Τον ρώτησα: ρε φίλε, κι εμένα έτσι μου φάνηκε αλλά ...δεν μπορεί. Είσαι σίγουρος; Δεν ήταν κι εκείνος απόλυτα. Αν και το είχε δει ξεκάθαρα. Απλώς δεν το πίστευε.
Εν πάση περιπτώσει το γεγονός ήταν αυτό. Εξακολουθούσα να μην το πιστεύω μέχρι πολύ αργότερα, όταν το διασταύρωσα και με άλλους που ήταν εκεί και με ειδήσεις από τηλεόραση και σάιτ. Μάλιστα δεν ήταν μόνο πέτρερς, ήταν και μολότωφ.
Είχε αρχίσει όμως να με απασχολεί κάτι άλλο: Μέχρι εδώ, καλά πάμε. Έστω κι αν μας πετροβολούν, εγώ είμαι εκτός βολής. Άλλωστε και η παρουσία της συμπαγούς και συγκροτημένης αλυσίδας δίπλα μου μου δημιουργούσε κάποια αίσθηση ασφάλειας. Αν όμως προκύψει κάτι άλλο και χρειαστεί να φύγουμε σβέλτα, πού θα πάμε; Σ' ένα τέτοιο ενδεχόμενο η αλυσίδα δε μου φαινόταν ότι θα διευκόλυνε πολύ τα πράγματα. Λέω, ας πάω σε καμιά άλλη μεριά, σε κάνα σταυροδρόμι, να έχω επιλογές άμα χρειαστεί να το στρίψω.
Βέβαια, το να πας οπουδήποτε μέσα σε τόσο στριμωξίδι ήθελε πολλή ώρα. Τέλος πάντων, κάποια στιγμή βρέθηκα στην κάτω πλατεία, δε μου άρεσε γιατί είναι γούβα και δε βλέπεις τι γίνεται, και είχα την πανέξυπνη έμπνευση να κατευθυνθώ προς τη γωνία της Μεγάλης Βρετανίας.
Πώς διάολο τον λένε το δρόμο με τα ξενοδοχεία; Την ας πούμε συνέχεια της Βασιλίσσης Σοφίας; Καραγεώργη Σερβίας; Τέλος πάντων, βρέθηκα εκεί. Με το που πάτησα το πόδι μου, κατάλαβα ότι είμαι στο λάθος σημείο. Ήμουν ακριβώς εκεί όπου δεν έπρεπε να είμαι: στα μετόπισθεν εκείνων που πετροβολούσαν. Πλήθος κουκουλοφόρων γύρω. (Την απεχθάνομαι αυτή τη λέξη, έχει τύχει πολύ δόλιας μεταχείρισης, αλλά πώς αλλιώς να τους πεις όταν φοράνε κουκούλες;)
Συνήθως ο κουκουλοφόρος σκεπάζεται από τα μάτια και πάνω με κάτι (π.χ. μαντίλι) και από τα μάτια και κάτω με κάτι άλλο (π.χ. δεύτερο μαντίλι, γιακά από ζιβάγκο κλπ). Ή υπάρχει ένας ειδικός τρόπος που φοράνε στη μούρη τους την μπλούζα, μία μόνο, αφήνοντας ακάλυπτα τα μάτια. Ή κανονική κουκούλα σαν των ληστών στα έργα, με ένα άνοιγμα πάλι για τα μάτια. Είδα όμως κι έναν που δε φόραγε τίποτα απ' όλα αυτά, αλλά μία μαύρη κουκούλα με δύο στρογγυλές τρύπες για τα μάτια. Σαν μαύρος ΚουΚλουξΚλαν.



Ή σαν τα σκιτσάκια με τους καταδότες των Γερμανών στον πόλεμο.




Ή, ακόμη ακριβέστερα: σαν δήμιος.



Πήρα φύσημα ως τάχιστα από εκείνο το λάθος σημείο.

Πέρασα από διάφορα άλλα σημεία, είδα διάφορα κλπ.. Κάποια στιγμή αποφάσισα να φύγω. Δε μ' έπαιρνε να κάτσω άλλο. Είχα συνηθίσει από τις προηγούμενες φορές ότι άμα δε σε τρώει ο κώλος σου δεν κινδυνεύεις: βλέπεις τον εχθρό, δεν κάθεσαι μες στα πόδια του, βλέπεις και ποιοι τον προκαλούν με πέτρες, μπουκάλια με νερό, μολότωφ ή έστω με λόγια, και κρίνεις αν θες να είσαι εκεί ή κάπου αλλού. Μπορεί να εισπνεύσεις λίγο δακρυγόνο αλλά μέχρι εκεί. Δε θα σκάσει επάνω σου αν δεν είσαι εκεί όπου πρόκειται να το ρίξουν.
Εδώ ήμουν σε εντελώς νέες συνθήκες. Ο εχθρός δεν ήταν οι μπάτσοι (οι οποίοι κυρίως έξυναν τ' αρχίδια τους χαζεύοντας τον πετροπόλεμο). Δεν ήξερες ποιος ήταν ο εχθρός, ούτε πού είναι -μέχρι να βρεθείς μέσα στις τάξεις του όπως εγώ ή κάτω από την πέτρα του όπως μερικοί άλλοι. Κι άμα δεν ξέρεις ποιος είναι ο εχθρός, δεν ξέρεις και ποιοι είμαστε Εμείς. Δεν υπήρχαμε Εμείς. Όλοι ήταν δυνάμει Άλλοι.
Από διάφορα στενά βγήκα στη Σταδίου. Ήταν πλέον σχεδόν έρημη (πιο πριν έβραζε από κόσμο). Ανέβηκα σ' ένα κάθετο προς Κολωνάκι. Ξαφνικά, ποδοβολητά πίσω μου. Είναι μια παρέα και τρέχουν, αδειάζοντας πέτρες από τις τσέπες τους και φωνάζοντας "το νου σας πίσω, έρχονται μπάτσοι". Πίσω μας, στη Σταδίου, μια ομάδα ματατζήδες κυνηγούσαν μια ομάδα λιθοβολητές, εκείνοι έτρεχαν, και κάποιοι από εκείνους έκοψαν από το στενάκι μου. Οι μπάτσοι δεν έστριψαν: ή ακολούθησαν τους υπόλοιπους που ίσως ήταν περισσότεροι (δεν έβλεπα), ή ποιος ξέρει, ίσως τους άφησαν επίτηδες να ξεφύγουν παριστάνοντας για λίγο ότι τους κυνηγάνε για τα μάτια του κόσμου. Το θέμα είναι ότι τα χρειάστηκα για τα καλά: έστω ότι οι μπάτσοι θέλουν στ' αλήθεια να τους πιάσουν, και όχι βέβαια για να τους σφίξουν το χέρι. Έτσι και μπουν στο δικό μου δρόμο, σιγά μην κάτσουν να ψειρίσουν αν είμαι κι εγώ από αυτούς που κυνηγάνε ή όχι. Δεν έχω ιδέα τι θα έκανα σε μια τέτοια περίπτωση. Ευτυχώς δε χρειάστηκε να κάνω τίποτε, αφού οι μπάτσοι συνέχισαν στη Σταδίου. Ήταν όμως πλέον τελείως σαφές ότι δεν έχει καμία σημασία αν προσέχεις ή δεν προσέχεις. Ο κίνδυνος είναι παντού.

Κάτι ακόμα.

Άκουσα από πολλούς βαρύτατες κατηγορίες κατά του ΠΑΜΕ. Ότι φύλαγαν τους μπάτσους, ότι φύλαγαν τη Βουλή, ότι οι μπάτσοι τους φύλαγαν, κλπ.. Αν αυτά ισχύουν, είναι φοβερό το τι έκανε το ΠΑΜΕ. Αν δεν ισχύουν, είναι φοβερό το πώς σκέφτονται μρικοί άνθρωποι και το ποιοι μηχανισμοί έχουν λειτουργήσει για να στρέψουν τη σκέψη τους σ' αυτή την κατεύθυνση.
Αλλά αυτά δεν είναι τίποτα. Το μόνο πραγματικά φοβερό είναι ότι μια μεγάλη μερίδα διαδηλωτών τρέφει καχυποψία προς μια μεγάλη μερίδα συνδιαδηλωτών τους. Μου είναι απολύτως αδιάφορο αν ισχύουν οι υποψίες: το τι νομίζω εγώ για το ΠΑΜΕ το είπα πιο πάνω και έχω πλήρη συνείδηση ότι αυτή δεν είναι παρά η γνώμη μου και άλλος μπορεί να έχει την αντίθετη. Αλλά αυτή η διάσπαση της όποιας τυχόν ομόνοιας, αλληλεγγύης, ενότητας, είναι σημαντική επιτυχία του Εχθρού. Για άλλον ένα λόγο πέρα από τους προηγούμενους, "Εμείς" δεν υπάρχουμε, υπάρχουν μόνο Άλλοι.

Ότι σκοτώθηκε άνθρωπος, το έμαθα αργότερα, σπίτι μου.

__________________________________________
[Συμπλήρωση μερικες μέρες αργότερα]

Οι συζητήσεις και οι καβγάδες σχετικά με τα γεγονότα βράζουν. Μεταξύ άλλων, κυκλοφορούν φωτογραφίες και βίντεα που δείχνουν ροπαλοφόρους των ΚΝΑΤ να πλακώνουν διαδηλωτές.
Ό,τι δείχνει η φωτογραφία έχει γίνει (δε θα αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τώρα αν είναι φωτοσοπιά ή αν είναι από άλλο γεγονός, αυτό μας έλειπε). Αλλά αυτό απέχει από του να αποδεικνύει ποιο ήταν το συνολικό γεγονός.
Αυτά που εγώ προσωπικά είδα με τα μάτια μου ήταν δύο πράγματα: πρώτον, πέτρες να έρχονται πάνω στο ΠΑΜΕ. Δεύτερον, τους μπροστινούς ΠΑΜίτες να κάνουν κάποια στιγμή ένα ντου και μετά από λίγο να επιστρέφουν χειροκροτούμενοι. Τις πέτρες τις έβλεπα χωρίς να βλέπω αυτούς που τις έριχναν (στη φάση που ήμουν στην Καραγεώργη είδα ποιοι τις ρίχναν αλλά όχι πού έπεφταν, και αυτό κράτησε ελάχιστη ώρα γιατί έφυγα). Από το ντου είδα μόνο πλάτες ΠΑΜιτών να τρέχουν. Όταν έφτασαν στον προορισμό τους ήταν εκτός του οπτικού μου πεδίου. Αργότερα έμαθα ότι όντως έκαναν επίθεση και πλάκωσαν με τα στειλιάρια των σημαιών αυτούς που τους πετροβόλαγαν.
Το να πλακώσεις με τα στειλιάρια αυτόν που σε πετροβολάει δεν είναι βία. Είναι νόμιμη άμυνα. Είναι το στοιχειώδες που θα έκανε ο καθένας, εκτός βέβαια αν προτιμούσε να σηκωθεί να φύγει. Στις σκηνές που είδα, πρώτα οι άλλοι πετροβολούσαν και μετά από αρκετή ώρα τους την έπεσαν οι ΠΑΜίτες. Δεν ξέρω τι είχε προηγηθεί, δεν ξέρω τι ακολούθησε, και ακόμη κι εκείνες τις στιγμές δεν ξέρω τι γινόταν πέρα από εκεί όπου έφτανε το μάτι μου. Αν όμως γινόταν μια δίκη και με καλούσαν μάρτυρα και με ρωτούσαν τι είδα, θα έλεγα με καθαρότατη συνείδηση αυτά που είδα, από τα οποία δεν προκύπτει καμία απολύτως πρόκληση εκ μέρους του ΠΑΜΕ ενώ προκύπτει βαρύτατη πρόκληση εις βάρος του.
Να υποθέσω ότι πιο πριν, την ώρα που ήμουν αλλού, το ΠΑΜΕ είχε προβεί σε κάποια ενέργεια τόσο κατάφωρα προκλητική ώστε κανένας άνθρωπος στον κόσμο δεν θα είχε περιθώριο για οποιαδήποτε άλλη αντίδραση παρά, εκών-άκων, να πετάξει πέτρα ; Ε ωραία, ας το υποθέσω. Το υπέθεσα ήδη. Σαν τι μπορεί να ήταν αυτή η τόσο προκλητική ενέργεια;...

Οι πάντες στην πορεία, με μοναδικές εξαιρέσεις εμένα και τα 10-20 άτομα που ήταν ακριβώς δίπλα μου, είχαν διαφορετικό οπτικό πεδίο από το δικό μου. Διαφορετικό και μεταξύ τους φυσικά. Κάποιοι θα είχαν προνομιακή θέα, και θα είδαν πολλά πράγματα καθαρότερα από εμένα. Άλλοι θα είχαν εξίσου κακή θέα με τη δική μου αλλά όχι την ίδια. Άλλοι πάλι θα βρίσκονταν σε εντελώς διαφορετικό σημείο και θα έβλεπαν καλά ή κακά τι άλλο συνέβαινε ταυτόχρονα.
Η απορία μου είναι πώς τόσες χιλιάδες συμπολίτες μας έχουν την πεποίθηση ότι τα είδαν όλα και ότι ξέρουν μετά βεβαιότητος τι συνέβη, και βγάζουν ακράδαντα συμπεράσματα είτε περί ροπαλοφόρων των ΚΝΑΤ είτε περί του αντιθέτου. Φίλε, ακόμη κι αν σε βάλουν ολομόναχο σ' ένα αδειανό καλοφωτισμένο δωμάτιο 2Χ2, όλο δε θα το βλέπεις. Κάποιο σημείο θα είναι πίσω από την πλάτη σου ή κάτω από τις πατούσες σου.
Άιντε τώρα, όλοι οι φωτισμένοι παντογνώστες...

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

ΤΟ ΣΚΟΥΠΙΔΑΡΙΟ ΕΙΝΑΙ ΜΙΣΗ ΑΡΧΟΝΤΙΑ

Τι κάνετε όταν, ενώ έχετε ήδη διασχίσει το πρώτο από τα 7-8 μέτρα του στενού (περίπου μισό μέτρο) διαδρόμου που έχει δημιουργηθεί στο πεζοδρόμιο, επειδή το υπόλοιπο έχει καλυφθεί από σκουπίδια, εμφανίζεται από την απέναντι πλευρά γέρος με ψώνια;

Μια λύση είναι να συνεχίσετε την πορεία, οπότε στα μισά περίπου της διαδρομής θα πρέπει να γίνει κονταροχτύπημα σύμφωνα με τους κανόνες της ιπποσύνης.

Η πιθανότερη όμως απάντηση είναι ότι θα οπισθοχωρούσατε ευγενώς, επιστρέφοντας στην αρχή του διαδρόμου -δηλαδή στο τέλος των σκουπιδιών-, όπου όμως ενδεχομένως θα διαπιστώνατε ότι δεν μπορείτε να σταθείτε γιατί το δεντράκι της δεντροστοιχίας, παρά τα 4 μέτρα του ύψους του, έχει απλώσει κλωνάρια μέχρι κάτω στο ύψος της μάπας σας, οπότε πρέπει να οπισθοχωρήσετε κι άλλο, ίσως μάλιστα να αναζητήσετε και ένα σημείο στο πεζοδρόμιο με αρκετή άπλα ώστε να μπορείτε να κάνετε κανονική μεταβολή και όχι απλώς να πηγαίνετε με την όπισθεν.

Όλη αυτή η μανούβρα δεν περνά απαρατήρητη από τον γέρο με τα ψώνια. Έτσι, αφού διασχίσει το δερβένι και περάσει από μπροστά σας, το πιθανότερο είναι ότι θα σας ευχαριστήσει -αν δεν αρχίσει να λέει και περισσότερα (εύγε νέε μου, αποτελείτε λαμπρή εξαίρεση στην εποχή μας κλπ κλπ). Οπότε κι εσείς κάτι θα του απαντήσετε. Μετά μπορεί εκείνος να προσθέσει, μια κι έσπασε ο πάγος, κάποιο σχόλιο για τα σκουπίδια, και έτσι να προκληθεί ένας σύντομος διάλογος. Για να μην πω ότι, καθώς όλα αυτά εκτυλίσσονται στο μοναδικό διαβατό σημείο του πεζοδρομίου, δεν αποκλείεται να εμπλακούν στη συζήτηση κι άλλοι περαστικοί.

Κι έτσι αποκαθίστανται οι χαμένες σχέσεις οικειότητας με τους συμπολίτες μας, συσφίγγονται οι δεσμοί μέσα στις γειτονιές, καλιεργείται η κοινωνικότητα, ανταλλάσσονται αβρότητες που μας φτιάχνουν το κέφι και που ανεβάζουν το επίπεδο ποιότητας της καθημερινότητάς μας.

Θα γίνονταν ποτέ αυτά αν υπήρχαν σκουπίδια μόνο μέσα στους κάδους, και αν τα περισσευούμενα, αντί να τα βγάλουμε στο δρόμο, τα φυλάγαμε στο μπαλκόνι μας μέχρι να ξαναρχίσει η αποκομιδή τους;

Δε θα γίνονταν. Θα παραμέναμε στην απρόσωπη εχθρική μεγαλούπολη όπου κανείς δε λέει μια καλημέρα ή δεν κοιτάει τον περαστικό από απέναντι.

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011

ΠΡΕΖΑ, ΤΣΑΜΠΟΥΝΑ, ΑΡΧΑΙΟΚΑΠΗΛΕΙΑ

Η οδός Τοσίτσα είναι ο πεζόδρομος ανάμεσα στο Πολυτεχνείο και το Αρχαιολογικό Μουσείο. Παρ' ότι είναι σε κεντρικότατο σημείο της Αθήνας, πάνω στην Πατησίων, παρουσιάζει μια εικόνα ολοζώντανου, ασπαίροντος θανάτου, που παλιότερα τη γνώριζα μόνο από κάτι ταινίες για υποβαθμισμένες συνοικίες σε πόλεις της Λατινκής Αμερικής.
Στην Τοσίτσα ανθεί το εμπόριο της πρέζας. Σ' όλο της το μήκος βλέπεις, ανά πάσα ώρα της ημέρας και της νύχτας, πρεζάκηδες που σουτάρουν μπροστά στα μάτια σου, ή που βαράνε ντάγκλες και δεν ξέρεις αν ζουν ή πέθαναν, ή που κοιμούνται μέσα σε κάτι σωρούς από κουρέλια και σκουπίδια, ή που τσακώνονται μεταξύ τους, ή που απλώς βρίσκονται εκεί. Ανάμεσά τους και αρκετοί άστεγοι που δεν είναι πρεζάκηδες, σε περισσότερο ή λιγότερο προχωρημένο βαθμό εξαθλίωσης.
Ορισμένοι άνθρωποι είπαν ότι είναι κρίμα αυτή η κατάσταση, και ότι πρέπει κάπως να ξαναζωντανέψει αυτός ο όμορφος εγκαταλελειμμένος πεζόδρομος. Αυτοί οι άνθρωποι είναι τριώ λογιώ: αρχαιολόγοι από το Μουσείο, αρχιτέκτονες από το Πολυτεχνείο και κάτοικοι της περιοχής. Οργάνωσαν λοιπόν τις «7 Ημέρες Ζωής στην Τοσίτσα». Συζητήσεις, προβολές ταινιών, θεάματα δρόμου, παιδικές δραστηριότητες κλπ.


Μια από τις εφτά μέρες ήμουν εκεί. Έφτασα με το τρόλεϊ στην Πατησίων στις 6 το απόγεμα. Κοίταξα πάνω προς την Τοσίτσα, αλλά πουθενά δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι κάτι οργανώνεται. Περίμενα να δω κόσμο συγκεντρωμένο κάπου και κάποια εξέδρα ή κάτι τέτοιο, και οι νεκροζώντανοι και τα ζάκια να λείπουν. Αντ' αυτού είδα την κλασική εικόνα του πρεζόδρομου, που παραπέμπει σε μεσαινωικούς εφιάλτες με λεπρούς και αρρώστους που κυλιούνται σαν μισοπατημένα σκουλήκια ή σε εικόνες της Κόλασης. Αυτά μέχρι τη συμβολή με την Πατησίων, όπου το σκηνικό άλλαζε άρδην και φυσιολογικοί άνθρωποι ανεβοκατέβαιναν στα τρόλεϊ, ψώνιζαν στο περίπτερο ή περνούσαν πεζή.
Ξεκίνησα να ανεβαίνω τον πρεζόδρομο αλλά στα μισά κόλωσα και γύρισα πίσω.
Τελικά διέκρινα ότι κάπου στα 50-τόσα μέτρα υπήρχε μια μικρή συγκέντρωση με καρέκλες τύπου καταστρώματος. Πιο αποφασιστικά αυτή τη φορά διέσχισα την Κόλαση κι έφτασα εκεί.
Γινόταν μια μικρή συνέλευση γειτονιάς. Οι άνθρωποι που προανέφερα συζητούσαν ακριβώς για το ζήτημα του ξαναζωντανέματος του δρόμου, μ' ένα μικρόφωνο που πήγαινε από χέρι σε χέρι. Ήταν καμιά εικοσαριά ή τριάντα άτομα. Δίπλα τους ένα τεράστιο σκάκι δαπέδου, όπου έπαιζαν ένας πρεζάκιας κι ένας μετανάστης, και παρακολουθούσαν μερικοί περαστικοί. Ακριβώς από πίσω, μια άστεγη κοιμόταν με σουλουμπάμια. Τα παιδάκια μερικών από τους συμμετέχοντες στη συνέλευση έπαιζαν τρέχοντας πάνω κάτω και κάθε τόσο έρχονταν να κάτσουν για λίγο με τη μαμά ή τον μπαμπά τους πριν ξανατρέξουν στο παιχνίδι.


Σκακισταί. Στο βάθος η κοιμωμένη της Τοσίτσα.

Η συζήτηση ήταν ενδιαφέρουσα, γιατί ήταν μια από τις σπάνιες φορές όπου σε μια λαϊκή συνέλευση πέτυχα να συμμετέχουν άνθρωποι που είναι ειδικοί επί του θέματος. Αναφέρομαι στους αρχιτέκτονες, που ξέρουν από δρόμους, κτίρια, αναπλάσεις κλπ. Το κύριο ζητούμενό τους ήταν να φύγει το πρεζεμπόριο από την Τοσίτσα, κι όπου θέλει ας πάει. Η στάση τους απέναντι στους ίδιους τους πρεζάκηδες, όπως και τους αστέγους, ήταν φιλική: πολλοί δήλωναν ευθέως ότι δε θέλουν να τους διώξουν, ότι δεν αποτελούν ενόχληση, ότι έτσι κι αλλιώς δεν έχουν πού αλλού να πάνε και το να τους διώχνουν από παντού δεν είναι λύση.

Η κοιμωμένη της Τοσίτσα και η συνέλευση.

Εδώ θα παρεμβάλω μερικές σκέψεις που μου γέννησε αυτή η συζήτηση, και επανέρχομαι μετά στην αφήγηση της ημέρας. Ήρθα σε μια εσωτερική αντίφαση. Αφενός, μου φάνηκε εντελώς μάταιο το να συζητάει κανείς πώς θα διώξουμε τους εμπόρους από μια πιάτσα για να πάνε σε άλλην. Το πρόβλημα με την πρέζα δεν είναι πού πουλιέται. Είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι που γίνονται πρεζάκηδες. Αν δεν εκλείψουν οι γενικότερες αιτίες που τους οδηγούν στα ναρκωτικά, ό,τι άλλο και να γίνει είναι ασπιρίνη. Το ίδιο και με τους άστεγους: ωραία, τους σεβόμαστε, δεχόμαστε να τους παραχωρήσουμε δύο τετραγωνικά μέτρα για να ξαπλώσουν, μπορεί να τους φέρουμε και κάποια βοήθεια, αλλά αυτό δε λύνει το πρόβλημα. Το ζήτημα είναι να πάψει να υπάρχει φτώχεια, αβεβαιότητα, ανασφάλεια, απελπισία, εξαθλίωση. Και αυτό το πρόβλημα δε θα πάψει να υπάρχει στο ορατό μέλλον: οι φτωχοί, οι άστεγοι, οι δυνάμει ναρκομανείς θα εξακολουθήσουν να αυξάνονται σε μια κοινωνία όπου ο καθένας φτωχαίνει κάθε μέρα κι από λίγο. Βάλτε παρακαλώ έναν αστερίσκο σ' αυτή την τελευταία φράση, θα μας φανεί χρήσιμη παρακάτω.
Αφετέρου, από το να προσπαθεί κανείς να σώσει αόριστες και αφαιρετικές οντότητες όπως «η κοινωνία», «το ρωμαίικο» κλπ., είναι πολύ προτιμότερο και λυσιτελέστερο να αρχίσει από εκεί που φτάνει το χέρι του. Όσοι γειτονεύουν ή αισθάνονται υπεύθυνοι για την οδό Τοσίτσα αποφάσισαν να φροντίσουν την οδό Τοσίτσα. Αν το ίδιο έκαναν όλοι για το δρόμο τους, τη γειτονιά τους, την πλατεία τους, θα είχαμε μια ολόκληρη κοινωνία που κόπτεται και μεριμνά για τη χώρα. Δηλαδή μια ώριμη κοινωνία, μια κοινωνία πολιτών. Και εννοείται ότι σε μια ώριμη κοινωνία πολιτών οι κοινωνικές μάστιγες θα είχαν κάθε προϋπόθεση να περιοριστούν. Αν... Αλλά εδώ το ζήτημα ήταν πώς θα φύγει το εμπόριο από εδώ για να πάει αλλού, χωρίς καμιά συνεννόηση με τους κατοίκους του «αλλού» -αν υπάρχουν και αν έχουν κάποια συλλογικότητα.

Εν πάση περιπτώσει κάποια στιγμή η συνέλευση έληξε, και ήρθε η ώρα για τη μουσική εκδήλωση. Όπως μάθαμε, αυτή ήταν προγραμματισμένο να καλυφθεί από μια ομάδα καλλιτεχνών της Λυρικής. Επειδή όμως για κάποιο λόγο αυτοί δεν ήρθαν, ήρθαν στη θέση τους ένα ζευγάρι τσαμπουνιέρηδες. Ντάξει, τι Λυρική τι τσαμπούνα.
Το σύστημα ηχητικής κάλυψης αποτελούνταν από το ένα μικρόφωνο της συνέλευσης. Αυτό δε θα έκανε δουλειά για δύο όργανα και δύο φωνές, οπότε όλοι προτίμησαν να γίνει η συναυλία unplugged, όπως άλλωστε είναι και το κανονικό για τέτοια μουσική. Οπότε οι δυο οργανοπαίχτες έκατσαν στις καρέκλες καταστρώματος μαζί με τα άτομα της συνέλευσης, όλοι μαζί μια παρέα, και η μουσική άρχισε.
Σε κάποια παύση ανάμεσα σε δύο τραγούδια, σηκώθηκε κάποιος και άρχισε να αγορεύει. Δεν είχα προσέξει αν ήταν από πριν στη συνέλευση ή όχι. Μίλησε για το θέμα που υποτίθεται ότι είχε ήδη κλείσει για σήμερα, δηλαδή για τη διάσωση του πεζοδρόμου. Δε θυμάμαι τι ακριβώς είπε, δεν ήταν ο σοφότερος λόγος που έχω ακούσει αλλά ούτε και εντελώς ασυνάρτητος. Κάποια στιγμή ο αγορητής ακούμπησε σε παρακείμενο τραπεζάκι τη σύριγγα που βαστούσε στο χέρι του. Κάποιος τον ρώτησε ποιους εκπροσωπεί. Ποιους λες;

Ο αγορητής με τη σύριγγα.

Ποιους εκπροσωπείς;

Η μουσική συνεχίστηκε. Καναδυό από τη συνέλευση και καναδυό πρεζάκια παρακολουθούσαν, άλλοι παρευρίσκονταν εξακολουθώντας σε μικρότερους ιδιωτικούς κύκλους την προηγουμένως δημόσια συζήτηση, άλλοι στέκονταν παραπέρα συνεχίζοντας τη ζωή τους. Το σκάκι προχωρούσε. Η άστεγη με τη σουλουμπάμια κοιμόταν. Κάποιοι αργοπέθαιναν, άλλοι σούταραν. Ένα κοριτσάκι είχε πιάσει παρέα με τους οργανοπαίχτες και στα διαλείμματα ανάμεσα στα κομμάτια τους ρωτούσε για τα όργανα ή τους έλεγε για ένα τραγούδι που ήξερε που έμοιαζε μ' εκείνο που είχαν μόλις παίξει.


Η μουσική παίζει, η ζωή και ο θάνατος συνεχίζονται.

Αίφνης έπεσε ένας σιωπηλός συναγερμός. Μάζες ανθρώπων άρχισαν να τρέχουν από την κάτω μεριά της Τοσίτσα (Πατησίων) προς την πάνω (Εξάρχεια). Ξύπνιοι και κοιμισμένοι, νεκροί και ζωντανοί, ενώθηκαν όλοι μαζί σ' ένα μαραθώνιο αγάπης. Παρόλο που δεν έχω ασχοληθεί με το εμπόριο πρέζας, δεν ήταν δύσκολο να αποκρυπτογραφήσω το κωδικό μήνυμα: Έρχονται οι μπάτσοι.
Η μουσική συνέχισε, όπως και το σκάκι, αλλά το κοινό είχε σκορπίσει πλην ελαχίστων. Βέβαια σ' αυτούς τους ελάχιστους είχαν προστεθεί και μερικά πρεζάκια που ξαφνικά ανέπτυξαν ενδιαφέρον γι' αυτά τα πολιτιστικά δρώμενα, για το ξεκάρφωμα.
Στην Τοσίτσα, λίγο πιο πάνω από αυτό το σημείο, είναι μια πλαϊνή είσοδος του Μουσείου. Παρατήρησα ότι όσοι δεν ήταν πρεζάκηδες είχαν συγκεντρωθεί κυρίως εκεί, όπου υπήρχαν και πολλοί μπάτσοι. Άρχισαν να κυκλοφορούν διάφορες φήμες. Έχει έρθει ο Υπουργός Πολιτισμού. Έχει έρθει και ο Προστάτης του Πολίτη. Έχει έρθει, λέει, ο ίδιος ο Γιωργάκης. Έχουν έρθει κάτι κλεμμένα αρχαία... Μέσα σ' όλη την ασυνάρτητη ατμόσφαιρα ήταν κάπως δύσκολο να καταλάβω τι είχε γίνει, αλλά τελικά έμαθα την επόμενη μέρα (σήμερα) ότι όντως αυτό είχε γίνει: κάναν τσακωτούς κάτι αρχαιοκάπηλους που προσπαθούσαν να σμπρώξουν αρχαία, έφεραν τα αρχαία στο Μουσείο και ήρθαν οι δύο Υπουργοί και ο Πρωθυπουργός. Ιδού η είδηση, από την ιστοσελίδα του Υπουργείου Πολιτισμού.
Φυσικά για να έρθουν τόσο σημαντικοί Πολίτες έπρεπε να κινητοποιηθεί και όλος ο σχετικός μηχανισμός Προστασίας τους: κλούβες, διμοιρίες, Δίες, Δελτάδες, Ζητάδες, Αλφάδες, Βητάδες, Γιωτάδες κι όλοι αυτοί οι διαόλοι -σάμπως ξέρω και να τους ξεχωρίζω; Έπρεπε να αποκλειστεί η κίνηση στους γύρω δρόμους -για λίγο, ομολογουμένως. Και έπρεπε να φύγουν και τα πρεζάκια και οι άστεγοι, μη τυχόν και τους δει ο Πρωθυπουργός και νομίσει ότι σ' αυτή την πόλη ζουν πρεζάκια και άστεγοι.
Αφού ο απροσδόκητος ερχομός της τριανδρίας διέλυσε το λάιβ, φύγαμε. Κοιτάξαμε αν έχουν συγκεντρωθεί πουθενά εκεί γύρω προπηλακισταί -προσωπικά δεν είχα ποτέ μέχρι σήμερα την ευκαιρία να γιαουρτώσω κανέναν πολιτικό άνδρα, τους δε τρεις συγκεκριμένους δεν τους έχω δει από κοντά και θα είχα μεγάλη περιέργεια να δω με τι μοιάζουν εκτός οθόνης- αλλά δε βρήκαμε κανέναν. Κρίμα, γιατί μια ματιά στη φάτσα του Gap μπορεί να φώτιζε λίγο το ζήτημα στο οποίο βάλαμε προηγουμένως αστερίσκο.
'Ετσι πήγαμε στα Εξάρχεια για μπίρες.

Ευχαριστώ τον Χρήστο για το οπτικοακουστικό υλικό.

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2011

ΠΕΡΙ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 8

1η Αυγούστου 2011:
Πορεία στο Δημαρχείο

Σύμφωνα με απόφαση της χτεσινής Συνέλευσης, έγινε σήμερα πορεία από το Σύνταγμα προς το Δημαρχείο για να διαμαρτυρηθούμε για το ξήλωμα των σκηνών. Δε συνέβη τίποτε συγκλονιστικό: συγκεντρωθήκαμε με πανώ και τύμπανα, περπατήσαμε φωνάζοντας συνθήματα, σταματήσαμε για όχι πολλή ώρα έξω από το Δημαρχείο, επιστρέψαμε στην πλατεία, και εκεί στήθηκε η σημερινή Συνέλευση που ξεκίνησε μετά από λίγη ώρα. Όλη η πορεία πρέπει να κράτησε γύρω στη μιάμιση ώρα, το δε πλήθος διάβασα κάπου ότι ήταν γύρω στα 250 άτομα και μου φαίνεται σωστή προσέγγιση.
Η είσοδος του Δημαρχείου φυλασσόταν από μερικά ΜΑΤ. Ίσως μισή διμοιρία. Αργότερα, επιστρέφοντας στο Σύνταγμα, ενώ ήμασταν στη Σταδίου και κοντεύαμε την πλατεία, ξεπρόβαλαν δυο κλούβες μπροστά μας και παρατάχτηκαν κάμποσα ΜΑΤ ακόμη. Κοίταγα τις φάτσες τους και έχω την εντύπωση, χωρίς να παίρνω όρκο, πως ήταν οι ίδιοι! Όταν τελικά φτάσαμε στην πλατεία, και πριν κατέβουμε για τη συνέλευση σταθήκαμε λίγο στην Αμαλίας, είχε πάλι ΜΑΤ και νομίζω ότι και πάλι ήταν οι ίδιοι. Είναι συμπαθητικό. Σε λίγο θα πιάσουμε φιλίες και κουβέντες, που θα τις συνεχίζουμε σε κάθε στάση.

Φυσικά ήμασταν λίγοι. Εδώ και καιρό είμαστε πάντα λίγοι, και αν σήμερα, που ήταν ένα ιδιαίτερο κάλεσμα, ισχύει η εκτίμηση για 250 άτομα, στις απλές καθημερινές προφανώς είμαστε ακόμη λιγότεροι.
Όμως:
Στη συνέλευση της προηγουμένης είχε συζητηθεί το δρομολόγιο της πορείας, και είχαν προταθεί διάφορες ιδέες, όλες με κριτήριο το πού θα βρίσκαμε περισσότερο κόσμο είτε για να ενωθεί κανείς μαζί μας είτε τουλάχιστον για να γίνουμε αντιληπτοί. Επιλέχτηκε η διαδρομή που, κατά την εκτίμηση της πλειοψηφίας, θα κάλυπτε καλύτερα αυτό το κριτήριο. Συγκεκριμένα πήγαμε από Ερμού - Μοναστηράκι - Αθηνάς και γυρίσαμε από Ομόνοια - Σταδίου. Ε λοιπόν, ούτε στο πήγαινε, που θα είχε τουρίστες και καφεπότες, ούτε στο έλα, που θα είχε αυτοκίνητα και περαστικούς, δε συναντήσαμε ούτε γάτα. Έμοιαζε λες και ήταν στημένο, να απομακρύνουν τους πολίτες από όπου θα περνάγαμε! Αλλά δεν ήταν στημένο φυσικά.
Επιστρέφοντας στην πλατεία, λίγο αργότερα κατά τη διάρκεια της Συνέλευσης, συνάντησα ένα ζευγάρι φίλους από επαρχία που είχαν μόλις έρθει. Μου είπαν για μια βόλτα που έκαναν σε άλλες περιοχές του κέντρου, και έμειναν έκπληκτοι (δυσάρεστα έκπληκτοι) από την ερημιά: χολέρα έπεσε; με ρώτησαν. Δεν είχε λεωφορεία, δεν είχε τρόλεϊ, κατεβασμένα ρολά, και δεν είχε και περαστικούς. Βέβαια είναι Δευτέρα απόγευμα (κλειστά μαγαζιά) και είναι και κατακαλόκαιρο, αλλά και τα παιδιά από την πλευρά τους ξέρουν από Αθήνα, είχαν μια ιδέα τι να περιμένουν τέτοια μέρα και ώρα, και όμως αιφνιδιάστηκαν.
Δεν ξέρω πού έχει πάει όλος ο κόσμος. Λεφτά δεν έχουμε, άρα διακοπές δεν πάμε. (...) Να κάθονται σπίτια τους να απολαύσουν τη ζέστη; Να τους απήγαγαν εξωγήινοι; Να συνέβη κάποιο τρομερό γεγονός την ώρα της πορείας που δεν το 'μαθα; Πάντως το θέμα είναι ότι αν η Αθήνα είναι τόσο έρημη, ίσως τελικά 250 άτομα για πορεία και μετά συνέλευση δεν είναι και τόσο λίγα.
Μ' αυτή τη σκέψη αναθάρρησα.

ΠΕΡΙ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 7

Γ. Καμίνης - Το ξήλωμα των σκηνών από την πλατεία

Πολύ αργά τη νύχτα Παρασκευής 29 προς Σάββατο 30 Αυγούστου 2011 συνεργεία του Δήμου Αθηναίων, με τη βοήθεια των ΜΑΤ και κατ' εντολή του δημάρχου, σήκωσαν από την πλατεία Συντάγματος όλες τις σκηνές και τα πανώ.
Στις σκηνές, εκτός από ανθρώπους, στεγάζονταν τα οιονεί γραφεία των διάφορων ομάδων. Υπήρχε σκηνή-γραμματεία, σκηνή-ιατρείο, κλπ. Δε γνωρίζω τι απέγιναν οι σκηνές και τα υλικά που υπήρχαν μέσα. Επιδόθηκαν στους νόμιμους κατόχους;
Ο δήμαρχος Αθηναίων Γ. Καμίνης είχε δηλώσει ότι στο Σύνταγμα δεν έχουν απομείνει παρά μερικοί περιθωριακοί, πρεζάκηδες κλπ., που η παρουσία τους και η παρουσία των σκηνών τους δεν είχε καμία σχέση με το νόμιμο δικαίωμα του συναθροίζεσθαι. Θέλησε λοιπόν να καθαρίσει την πλατεία από αυτούς. Προσωπικά δε νομίζω ότι στις γραμματείες και τα ιατρεία στεγάζονταν πρεζάκηδες. Φυσικά δε χρειάζεται να επαναλάβω κι εγώ μαζί με τόσους άλλους ότι σε δεκάδες άλλες πλατείες, όπως η ακόμη κεντρικότερη πλατεία Ομονοίας, υπάρχουν περιθωριακοί και πρεζάκηδες που δεν κρύβονται σε σκηνές και που δεν απομακρύνθηκαν.
Συνεπώς το επιχείρημα του δημάρχου (λες και χρειαζόταν να επιχειρηματολογήσει, αφού έτσι κι αλλιώς μόνος του αποφάσισε -τα επιχειρήματα έχουν κάποια χρησιμότητα μόνο σε περίπτωση διαλόγου) δεν πείθει. Αλλά λέμε, δεν πείθει καθόλου. Θα μπορούσε να σκεφτεί κάτι που να στέκει κάπως καλύτερα, αλλά δεν το έκανε. Γιατί;

Γιατί ο δήμαρχος είναι μαζί μας. Κι αν ακόμη δεν είναι, ωστόσο για μας δουλεύει. Προσέξτε:
Ο δήμαρχος διαπίστωσε ότι όσο δραστικότερα ήταν τα μέτρα της κρατικής καταστολής, τόσο πιο πολλοί και πιο αποφασισμένοι ήμασταν. Τις μέρες που στη Β. Σοφίας η αστυνομία ύψωσε το σιδηρόφρακτο τείχος, μαζεύτηκαν εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές. Όταν έπεσαν τα χημικά στην πλατεία, ο κάθε διαδηλωτής πολλές φορές έφυγε αναζητώντας κάπου παραπέρα καθαρό αέρα, κι όμως κάθε φορά ξαναγύρναγε στην πλατεία. Αντίθετα, όσο οι αρχές δε μας έδιναν σημασία, κι εμείς ατονούσαμε και χαλαρώναμε. Όταν η πλατεία Αγνώστου Στρατιώτη άνοιξε, και τα κάγκελα και τα ΜΑΤ που απέκλειαν την πρόσβαση απομακρύνθηκαν, οι «Αγανακτισμένοι» της πάνω πλατείας που μέχρι τότε συγκεντρώνονταν ακριβώς εκεί με συνθήματα, πανώ, τύμπανα και μούντζες, ξαφνικά δεν είχαν πού να πάνε και έσπασαν. Σήμερα είχε καμιά τριανταριά άτομα εκεί όλα κι όλα, που απλώς κάθονταν στο πεζούλι.
Ο δήμαρχος λοιπόν είδε ότι χρειαζόμαστε κάποια ερεθίσματα για να τονώνεται το ηθικό, η αποφασιστικότητα και η ενότητά μας. Ότι χρειαζόμαστε να μας δίνει έναν ορατό στόχο ο εχθρός για να μην ξεχνιόμαστε. Και προσφέρθηκε να καλύψει ο ίδιος αυτό το κενό. Έτσι, όχι μόνο ξερίζωσε τις σκηνές, αλλά προσέθεσε και μια σειρά καλομελετημένες λεπτομέρειες:
-το αποφάσισε πραξικοπηματικά
-το έκανε νύχτα σαν κλέφτης
-το έκανε σε εποχή που ο κόσμος της πλατείας είχε αραιώσει, σαν κλέφτης και πάλι (που χτυπάει στην Αθήνα το 15αύγουστο και στα εξοχικά το καταχείμωνο)
-το έκανε με συνοδεία ΜΑΤ
-το στήριξε σε καταφανώς αστήρικτη λογική.
Είναι φανερό ότι προσπάθησε συνειδητά να είναι όσο πιο προκλητικός μπορούσε: σου λέει, αν δε φτάσει η μία πρόκληση, ας υπάρχει εφεδρικά και μια δεύτερη και μια τρίτη. Τι στο διάβολο, στο τέλος θα ξυπνήσουν.
Το ίδιο είχαν κάνει στις 24 Μαΐου οι Ισπανοί Αγανακτισμένοι, με το περίφημο πανώ «Ησυχία μην ξυπνήσουμε τους Έλληνες», εξ αφορμής του οποίου ξεκίνησε ολόκληρο το κίνημα. Θυμάμαι καθαρά ότι την πρώτη μέρα, ίσως και τη δεύτερη, αυτό μάς είχε τσούξει. Ποιοι στο διάλο είναι αυτοί που θα μας την πουν; Φυσικά όταν είδαμε το αποτέλεσμα αυτού του εναύσματος αλλάξαμε γνώμη.
Έτσι και με τον δήμαρχο. Θέλω προσωπικά και εκ μέρους όλης της πλατείας να τον ευχαριστήσω. Σ' αυτόν οφείλω το ότι σήμερα ήμουν πάλι στο Σύνταγμα. Χτες, που από το πρωί μέχρι τις 9 το βράδυ ήμουν στο δρόμο της επιστροφής από ταξίδι και δεν μπόρεσα να πάω, πήγαν άλλοι, περισσότεροι. Κι αυτοί στο δήμαρχο το χρωστούν. Να 'ναι καλά ο άνθρωπος.

Γενικές σκέψεις για τα τεκταινόμενα

Μέσα στην πλατεία, στις συνελεύσεις, έχω ακούσει του κόσμου τις πίπες. Έξω από την πλατεία, σε ιδιωτικές συζητήσεις μεταξύ ατόμων που έχουν συστηματική και συνεπή παρουσία στην πλατεία, έχω ακούσει πολύ πιο ενδιαφέρουσες και σοβαρές γνώμες. Τέλος, στη συναναστροφή μου με άτομα που δεν έχουν καμία συμμετοχή στο κίνημα, διαπιστώνω ότι δεν έχουν ιδέα τι γίνεται αλλά δεν τους πολυενδιαφέρει κιόλας: δε συμμερίζονται τη γνώμη μου ότι στις πλατείες γίνεται κάτι κοσμοϊστορικό.
Αυτά τα τρία είναι αντιφατικά. Φυσικά αντιλαμβάνομαι ότι και μόνο η προσωπική μου εκτίμηση είναι από μόνη της αντιφατική: πόσο κοσμοϊστορικό μπορεί να είναι το ότι λέγονται ένα σωρό πίπες;
Και όμως, όλες οι αντιφάσεις πρέπει να έχουν κάποια εξήγηση. Ας ξεκινήσουμε από την πρώτη: άτομα από το ίδιο σύνολο, τους ανθρώπους της πλατείας, σκέφτονται και εκφράζονται πιο συγκροτημένα στην παρέα παρά στο δημόσιο βήμα. Έτσι από το δημόσιο βήμα λέγονται πράγματα που δίνουν την εικόνα ότι στην πλατεία συγκεντρώνονται άνθρωποι χωρίς συγκροτημένη άποψη, ενώ στις ιδιωτικές συζητήσεις δίνεται ακριβώς η αντίθετη εικόνα.
Ίσως αυτοί με την πιο συγκροτημένη άποψη δε σηκώνονται στο βήμα. Γιατί όμως; Ίσως επειδή ακριβώς έχουν πιο συγκροτημένη άποψη. Η πλατεία προσπαθεί να λειτουργήσει αμεσοδημοκρατικά. Δίνει λοιπόν στον καθένα το δικαίωμα να εκφραστεί και να θέσει τις απόψεις του στην κρίση της συνέλευσης. Δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω ότι όλοι όσοι παίρνουν το λόγο προσπαθούν για το καλύτερο. Αν όμως εγώ θέλω να γίνει το καλύτερο, παναπεί ότι θέλω να γίνει αυτό που νομίζω καλύτερο. Άρα θέλω να πω οπωσδήποτε τη γνώμη μου. Επειδή είμαι πολιτισμένος και δημοκράτης, δε θα προσπαθήσω να την επιβάλω σε κανέναν (αν και οπωσδήποτε αν εγκριθεί θα νοιώσω κολακευμένος). Τουλάχιστον όμως θα κάνω ό,τι μπορώ για να της δοθεί μια ευκαιρία. Δε θ' αφήσω το δικαίωμά μου σε ενάμιση λεπτό δημόσιου λόγου να πάει χαμένο.
Άρα τελικά στη σκέψη μου δεν πρυτανεύει το κοινό καλό αλλά ο εγωισμός. Ο εγωισμός φοράει πολλές παραπλανητικές μεταμφιέσεις: σπάνια θα ακούσουμε κάποιον να λέει «θα γίνει το δικό μου» έτσι απερίφραστα, και όμως πάρα πολύ συχνά φερόμαστε κατά τρόπο εγωιστικό χωρίς ούτε οι ίδιοι να το αντιλαμβανόμαστε.
Συνεπώς με κάτι τέτοια δεν υπηρετούμε το κοινό καλό, και άρα τελικά δε λειτουργούμε και τόσο δημοκρατικά. Πού είναι το πρόβλημα; Όχι στο πλαίσιο λειτουργίας. Εξυπακούεται ότι το δικαίωμα να ακουστούν όλοι πρέπει να παραμείνει αναμφισβήτητο. Πρέπει όμως ο καθένας να έχει και κάτι ουσιαστικό να πει, πέρα από το κοντό του και το μακρύ του. Και αν δεν έχει, να το κρίνει από μόνος του από πριν, και τελικά να μην πάρει το λόγο. Το πρόβλημα λοιπόν είναι η χαμηλή αυτοκριτική και αυτοπειθαρχία.
Οι έχοντες πιο συγκροτημένη άποψη είναι πιθανόν να μην έχουν αυτό το πρόβλημα: έχουν συγκροτημένη άποψη επειδή έχουν την απαιτούμενη παιδεία ώστε να τη διαμορφώσουν. Σ' αυτή την παιδεία περιλαμβάνεται και η αυτοκριτική και η αυτοπειθαρχία. Μιλάμε για άτομα που είναι σε θέση να σκεφτούν «δε θα χαλάσει ο κόσμος αν δεν προσθέσω κι εγώ την αποψάρα μου στην ατελείωτη συλλογή από αποψάρες». Την ικανότητά τους να σκέφτονται συγκροτημένα δεν την τσιγκουνεύονται, δεν τη στερούν από τον κοινό αγώνα, απλώς την αξιοποιούν στη μεν συνέλευση κρίνοντας και ψηφίζοντας, εκτός συνέλευσης δε συζητώντας και συμμετέχοντας έτσι στη διαμόρφωση κοινής γνώμης.
Οι υπόλοιποι λειτουργούν πιο παρορμητικά. Έχω ακούσει αρκετούς να ξεκινούν με την ομολογία ότι δεν ξέρουν να τα πουν ακριβώς. Μαγκιά τους που το αναγνωρίζουν, αλλά αν δεν ξέρεις να τα πεις ακριβώς τότε ούτε στο μυαλό σου τα έχεις πολύ ξεκάθαρα, φίλε. Καλό θα ήταν να τα ξεκαθαρίσεις πρώτα και μετά να έρθεις να μας τα πεις. Και τότε μην ανησυχείς για τις λέξεις, θα δεις ότι θα μπουν από μόνες τους στη σωστή σειρά.
Όμως εγώ για πάρτη μου θα υπερασπίζομαι για πάντα το δικαίωμά σου να λες το κοντό σου και το μακρύ σου. Όχι μόνο για να επιδείξω την ασύγκριτη ανωτερότητά μου που έχω διαβάσει Βολταίρο (άλλωστε, όπως οι πάντες, δεν έχω διαβάσει Βολταίρο, παρά μόνο αυτή τη συγκεκριμένη φράση), αλλά και για δύο πολύ πιο πρακτικούς λόγους:
Ο ένας είναι ότι αυτοί είμαστε στο Σύνταγμα, όχι άλλοι. Την όποια λύση εμείς θα τη δώσουμε: ναι, εμείς, που τόσα χρόνια τους ψηφίζαμε, που είχαμε βολευτεί στον καναπέ μας, και που τώρα ξυπνήσαμε επειδή το αγγούρι είναι πολύ βαθιά. Τι να κάνουμε ρε παιδιά; Ξέρετε καμιά χώρα με ώριμους πολίτες, ετοιμοπαράδοτους, να κάνουμε εισαγωγή; Μακάρι μεν ο Έλληνας να μην είχε όλα τα παραδοσιακά του ελαττώματα, γιατί τότε θα βρίσκαμε όλες τις λύσεις στο πιτς φυτίλι, αλλά από την άλλη αν δεν τα είχε δε θα υπήρχε και πρόβλημα να λύσουμε. Γιατί φυσικά το πρόβλημα δεν είναι το Μεσοπρόθεσμο και το χρέος, ούτε οι κλέφτες πολιτικοί. Είναι η άνευ κοινωνικής συνειδήσεως κοινωνία μας που επέτρεψε να φτάσουμε εκεί. Αυτό το πρόβλημα προσπαθούμε να λύσουμε. Το να κατέβεις στο Σύνταγμα, να σηκωθείς στο μικρόφωνο, και να πεις μια μπούρδα επειδή δε σκέφτεσαι ούτε κάτι καλύτερο να πεις ούτε ότι αυτή την μπούρδα θα ήταν προτιμότερο να μην την πεις, είναι μεν σημείο ότι η κοινωνική σου συνείδηση απέχει του τελείου, αλλά από την άλλη συνιστά τεράστια πρόοδο σε σχέση με το να μείνεις σπίτι σου. Οπότε, αντί να κοιτάμε μπροστά πόσος δρόμος μας λείπει μέχρι να πετύχουμε το τέλειο, γιατί να μην κοιτάμε πίσω πόσο δρόμο έχουμε ήδη καλύψει;
Ο δεύτερος λόγος είναι ότι την ωριμότητα και την κοινωνική συνείδηση που μας λείπει, μέσα από αυτές τις διαδικασίες θα την αποκτήσουμε. Αυτό όμως είναι μια διαδικασία μακροχρόνια. Κι εδώ καλό είναι να θυμόμαστε ότι άμεση δημοκρατία δε σημαίνει να γίνονται τα πράγματα αμέσως. Θέλει υπομονή. Όμως εγώ έχω καταλήξει ότι το σημαντικότερο που γίνεται στην πλατεία είναι ακριβώς το πλαίσιο. Στο περιεχόμενο χάνουμε, αλλά το περιεχόμενο δεν είναι και τόσο σημαντικό. Δεν έχουμε ασκηθεί να λέμε σταράτα τη γνώμη μας, ούτε καν να έχουμε μια σαφή γνώμη, γιατί δεν έχουμε συνηθίσει να έχουμε γνώμη. Δε μας ενδιέφερε να έχουμε γνώμη. Αυτό ήταν το πρόβλημα της κοινωνίας μας: εγώ να 'μαι καλά, και τι με νοιάζει τι θα γίνει παραέξω; Εδώ όμως βλέπουμε τα πράγματα να λειτουργούν αλλιώς. Η πλατεία είναι ένας οργανισμός που δε θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς τη συμμετοχή όλων. Έτσι όλοι συμμετέχουν. Όχι μόνο μιλώντας και ψηφίζοντας στη συνέλευση, αλλά και παίρνοντας μέρος σε όλες τις υποστηρικτικές λειτουργίες. Είναι η πλατεία ΜΑΣ, τη νοιαζόμαστε, και αυτό φαίνεται πολύ περιοσσότερο στην πράξη, στο πώς λειτουργούν όλες οι ομάδες, στο πώς ο χώρος μένει καθαρός και η λειτουργία της συνέλευσης αδιατάρακτη, παρά στο τι λέγεται. Το να σε νοιάζει για την πλατεία σου είναι το πρώτο βήμα. Όταν το εμπεδώσεις, αρχίζεις σταδιακά να νοιάζεσαι και για τη γειτονιά σου, την πόλη σου, τη χώρα σου, τον κόσμο σου.
Το να νοιάζεσαι δε σημαίνει αυτόματα ότι θα νοιάζεσαι και με τον σωστό, τον αποτελεσματικότερο τρόπο. Εδώ τίθεται το θέμα της παιδείας. Αλλά η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Μόλις πρωτομπείς στη θάλασσα δεν ξέρεις κολύμπι, σιγά σιγά όμως μαθαίνεις. Αν μείνεις για πάντα έξω δε θα μάθεις ποτέ.
Συνεπώς το ότι εκφράζονται ανώριμες, ασόβαρες, παρορμητικές απόψεις δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να μας αποθαρρύνει. Αν τις δούμε ως προτεινόμενες λύσεις για το άμεσα ορατό μέρος του προβλήματος, δηλαδή για το χρέος και τους κλέφτες, τότε φυσικά δεν είναι καλές λύσεις. Όμως αυτό δεν είναι παρά το εξωτερικό τους περίβλημα. Στην ουσία οι πίπες που λέγονται είναι οι δικαιολογημένα αδέξιες προσπάθειές μας να αρθρώσουμε λόγο, στο πλαίσιο του να πάψουμε να παραμένουμε σιωπηροί και αδιάφοροι. Δηλαδή τα πρώτα τσαλαβουτήματα μέχρι να μάθουμε άψογο κρόουλ. Είναι ανώριμο το κίνημα; Ε φυσικά είναι ανώριμο. Δυο μήνες έχει που ξεκίνησε, τι περιμένατε; Η συνέλευση δεν είναι κανένα μαγικό ραβδάκι. Έχουμε πάρα πολύ δρόμο μπροστά μας. Τα κινήματα που ανέτρεψαν τη ροή της ιστορίας ποτέ δεν ανδρώθηκαν από τη μια μέρα στην άλλη. Αλίμονο αν στους πρώτους δυο μήνες είχαν καταδικαστεί ως ανώριμα.

Να έρθω και στην άλλη αντίφαση, το ότι γίνονται κοσμογονικές αλλαγές που όσοι δε συμμετέχουν σ' αυτές δεν τις θεωρούν καθόλου κοσμογονικές:
Για όλους τους πραπάνω λόγους εγώ θεωρώ ότι οι πλατείες μπορούν όντως να ανατρέψουν την ιστορία. Μπορεί να συγκεντρωθήκαμε για να μην ψηφιστεί το Μεσοπρόθεσμο και το Μεσοπρόθεσμο τελικά να ψηφίστηκε, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είχαμε μια μοναδική ευκαιρία για ανατροπή και η ευκαιρία χάθηκε. Είναι ηλίου φαεινότερο ότι το Μεσοπρόθεσμο θα ψηφιζόταν ανεξάρτητα από τη δική μας θέληση.
Δεν είναι όμως αυτό το μόνο πεδίο ανατροπής. Ο απέξω, που δεν έρχεται στην πλατεία, αυτό βλέπει: δε θέλατε το Μνημόνιο, το Μνημόνιο πέρασε. Σας φταίνε οι κλέφτες, οι κλέφτες είναι στη θέση τους. Έχετε μαζευτεί εκειπέρα τρεις κι ο κούκος και αλληλοκολακεύεστε με το να έχετε όλοι δικαίωμα λόγου. Τι νομίζετε ότι θα βγάλετε; Να, σας είδαμε τώρα, λίγο έσφιξαν οι ζέστες κι όλοι λακίσατε από το Σύνταγμα προς τις παραλίες.
Δεν είναι έτσι. Αλλιώς είναι, αλλά αν δεν έρθεις από κοντά να δεις δε θα το καταλάβεις. Μας φταίει και το Μνημόνιο, μας φταίνε κι οι κλέφτες, αλλά μας φταίει κι ο εαυτός μας. Και αυτόν πολεμάμε ν' αλλάξουμε. Τις αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες δεν τις θέλουμε επειδή θα μας γλιτώσουν από το Μνημόνιο και τους κλέφτες, αλλά επειδή μέσα από αυτές θα μάθουμε να αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας. Θεωρώ ότι πρόκειται για την αυθόρμητη, μη συνειδητή αντίδραση αυτοΐασης ενός πάσχοντος ζωντανού οργανισμού, που είναι η κοινωνία μας.
Αυτό δεν είναι δηλωμένο πουθενά. Είναι δικό μου συμπέρασμα. Η πλατεία δεν το λέει αυτό, το κάνει όμως.
Από πού το συμπέρανα;
Για δείτε λίγο: αν σου φταίνε οι κλέφτες και το μνημόνιο, πόσο λογική αντίδραση είναι να πας να στήσεις ένα αυτοοργανωμένο ιατρείο, μια αυτοοργανωμένη ομάδα κοινωνικής αλληλεγγύης, μια αυτοοργανωμένη ομάδα σίτισης; Γιατί δεν πας καλύτερα να φτιάξεις μια (αυτοοργανωμένη ή όχι) ομάδα που να διώξει τους κλέφτες;
Ο καθένας εκειμέσα βλέπει κυρίως αυτό που τον τσούζει: το Μνημόνιο και τους κλέφτες, που χάριν συντομίας τους χρησιμοποιώ εδώ ως παράδειγμα, ή τις περικοπές στον προσωπικό του μισθό, ή τη δουλειά που ο ίδιος προσωπικά έχασε, κλπ. Είμαι όμως της γνώμης ότι η πλατεία ως σύνολο, ή μάλλον ο κόσμος όλων μαζί των πλατειών, κάπου παρακάτω από την επιφάνεια της άμεσα συνειδητής σκέψης, εντοπίζει την πραγματική ρίζα του προβλήματος και τη χτυπάει. Δεν μπορώ να φανταστώ άλλη εξήγηση για τα όσα έχουν γίνει στην πλατεία και που δεν έχουν προφανή σύνδεση με τους κλέφτες και το μνημόνιο: εννοώ όχι μόνο τις ομάδες αλλά και τη σταθερή επιμονή στον ειρηνικό χαρακτήρα της συγκέντρωσης, παρά την εμβληματική αγανάκτησή της, και στο πόσο η πλατεία έχει λειτουργήσει ως χώρος κοινωνικοποίησης με την απλή καθημερινή έννοια της πλατείας του χωριού όπου κατεβαίνεις και τους βρίσκεις όλους, και στα γλέντια που έγιναν εκεί, και στους έρωτες που διαδραματίστηκαν, και σε όλα όσα στοχειοθετούν την έκδηλη και διάχυτη καλή διάθεση που ακτινοβολεί η πλατεία και που την ένοιωσαν όσοι πήγαν αλλά φυσικά όχι όσοι δεν πήγαν.
Κάπου είχα διαβάσει: «Αν μπει κλέφτης στο σπίτι σας, μουντζώστε τον και χορέψτε του ένα καλαματιανό, να δούμε αν θα φύγει». Αυτός εννοούσε ότι αν αυτά είναι τα μόνα σας μέσα για έναν τέτοιο στόχο, δε θα κάνετε τίποτε. Αντίθετα εγώ πιστεύω ότι αν αυτά είναι τα μέσα, τότε μάλλον κάποιος άλλος είναι ο στόχος.
Αυτόν λοιπόν το στόχο διακρίνω εγώ: το να αλλάξουμε τους εαυτούς μας. Αν αυτό πετύχει, ασφαλώς και θα είναι ανατροπή της ιστορίας -μιλάμε για ένα έθνος που κατά παράδοση βουλιάζει στον αυτοθαυμασμό και στην επίρριψη ευθυνών στα «400 χρόνια σκλαβιάς» και δεν ξέρω σε ποιαν άλλη άσχετη αιτία. Αν δεν πετύχει, και μόνο που τέθηκε ως στόχος δεν είναι καθόλου αμελητέο.
Όποιος κάθεται απέξω, λογικό είναι να μην τα ξέρει αυτά και να βλέπει μόνο ένα αυτάρεσκο και αυτοαναλισκόμενο κίνημα γραφικών. Αυτό που δεν είναι λογικό είναι το να αρνείται στον εαυτό του τη δυνατότητα να έχει ιδία πείρα: τι διάολο ρε φίλε, στην πλατεία της πόλης σου είμαστε. Τι θα πάθεις να κατέβεις να δεις τι γίνεται; Εσύ μπορεί να πιστεύεις ότι δε θα γίνει ποτέ τίποτε επειδή ο Έλληνας είναι πίξας και δείξας, αλλά εδώ μιλάμε για συνθήκες στις οποίες ο Έλληνας δεν έχει ξαναδοκιμαστεί ώστε να ξέρουμε αν θα κάνει τίποτε της προκοπής.
Και στο κάτω κάτω, να σας πω και κάτι ακόμα. Έστω και δεν πετυχαίνουμε στο τέλος τίποτε. Ούτε σε επίπεδο μνημονίου και κλεφτών, ούτε σε επίπεδο διαμόρφωσης συνειδήσεων. Δε με νοιάζει τόσο. Δε ζω για ένα καλύτερο αύριο. Ή, εν πάση περιπτώσει, όχι μόνο γι' αυτό. Το αύριο είναι μια έννοια υπερβολικά αφηρημένη για να χωρέσει στο μικρό μου μυαλό. Σκεφτείτε το με προσοχή, απροκατάληπτα, και πολύ πιθανόν να συμβαίνει το ίδιο και μ' εσάς: τι θα πει αύριο; Μόνο όταν το αύριο πάψει να είναι αύριο θα το γνωρίσουμε. Εγώ στο Σύνταγμα ζω ένα καλύτερο σήμερα. Ακόμα και με τις φτωχές σε περιεχόμενο συνελεύσεις, ακόμα και με την όλο και μειούμενη προσέλευση, ακόμη και με το πεσμένο ηθικό, έχω την άνευ προηγουμένου χαρά να συμμετέχω στη διαμόρφωση της στιγμής που ζω μαζί με άλλους. Ένα καλύτερο σήμερα είναι το χτεσινό καλύτερο αύριο.



Παρασκευή 8 Ιουλίου 2011

ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Απουσίασα από την Αθήνα για ένα τριήμερο ταξίδι. Έτσι, όχι μόνο δεν κατέβηκα στο Σύνταγμα, αλλά έζησα ένα κάποιο πλήθος συσσωρευμένων εμπειριών τελείως άσχετων με τις συγκεντρώσεις της πλατείας. Συνεπώς φρεσκάρισε το μυαλό μου: τα προηγούμενα είχαν μια ευκαιρία να κατακάτσουν και ίσως, κάπως, να ωριμάσουν.

Και σκέφτηκα: Τι ακριβώς κάνω όλον αυτό τον καιρό στο Σύνταγμα; Τι είναι αυτό που με έχει απορροφήσει τόσο πολύ στην «επανάσταση»; Το κεντρικό αίτημα, η άμεση δημοκρατία, δε με έχει πείσει −αυτό είναι φανερό και από τα προηγούμενα κείμενά μου· η διαμαρτυρία και η αγανάκτησή μου είναι εξίσου γνήσια με του καθενός, ωστόσο το αντικείμενό τους είναι κάπως θολό στο μυαλό μου, γιατί οι ικανότητές μου στις πολιτικοοικονομικές αναλύσεις είναι ιδιαίτερα περιορισμένες. Οπότε, τι;

Για να είμαι ακριβέστερος, τις μέρες που το μυαλό μου άλλαζε αέρα δε σκεφτόμουν ακριβώς αυτά τα ερωτήματα, σκέφτηκα όμως την απάντηση. Τα ερωτήματα τώρα που γράφω μου ήρθαν.

Στο Σύνταγμα υπάρχει ελευθερία. Δεν ισχύουν απαγορεύσεις. Η ζωή μας είναι γεμάτη απαγορεύσεις, όπως επίσης και γεμάτη με περιττά τιμήματα που πρέπει να καταβάλεις για να κάνεις το καθετί. Αυτό άρχισα να το νιώθω, νομίζω, τα χρόνια που ήμουν στην Κάρπαθο. Πρώτον, γιατί εκεί ξεκίνησα την καριέρα μου στο σχολείο, και ήμουν υποχρεωμένος να επιβάλλω στα παιδιά ένα πλήθος απαγορεύσεων. Δεύτερον, γιατί σ' ένα μέρος με πιο αραιή κατοίκηση η ζωή είναι πιο απλή, τα περιττά τιμήματα (του τύπου φάε δέκα ώρες στην αναμονή για να πας οπουδήποτε να κάνεις οτιδήποτε) είναι πολύ λιγότερα, κι έτσι συνειδητοποίησα πόσο έντονη και παράλογη είναι η παρουσία τους στην Αθήνα.
Η απαγόρευση συνιστά τρομοκρατία. Ιδίως όταν υπάρχουν πάρα πολλές και όχι ξεκάθαρα γνωστές. Όμως η απαγόρευση είναι μια λανθασμένη στη βάση της ιδέα. Αυτό φαίνεται ολοκάθαρα στην περίπτωση του στρατού: πουθενά αλλού δεν υπάρχουν τόσο πολλές, τόσο αναίτιες και τόσο θολές απαγορεύσεις, είναι δυνατόν λ.χ. να τιμωρηθεί κανείς επειδή δεν έχει κουμπώσει τη στολή του όπως προβλέπεται, και το αποτέλεσμα είναι ότι στο στρατό δε λειτουργεί απολύτως τίποτε, από το σημαντικότερο (άμυνα της πατρίδας) μέχρι τη μικρότερη λεπτομέρεια της καθημερινότητας. Όσο διαλυμένο ήταν το αντιαρματικό όπλο που κουβαλούσα στις ασκήσεις, τόσο ήταν και οι ραφές στις στολές μας. Το μόνο που λειτουργεί αδιαλείπτως είναι η μόνιμη ανησυχία της καμπάνας. Στα λογοπαίγνια των φαντάρων η παρουσία οποιουδήποτε υψηλού βαθμοφόρου είναι ταυτόσημη του ύψους των ποινών που μπορεί να επιβάλει.
Αυτό λοιπόν που γίνεται στο στρατό σε ακραίο βαθμό, γίνεται λίγο πιο μαζεμένα και στην κοινωνία. Οδηγείς, σε σταματάει η τροχαία, δεν έχεις πιει, δεν έχεις περάσει με κόκκινο, δεν κουβαλάς όπλα και ναρκωτικά, κι όμως δεν αισθάνεσαι ασφαλής: άμα θέλουν, κάπου θα σε τσακώσουν ένοχο. Ακόμη και ο κανονισμός της πολυκατοικίας μπορεί να σε καθιστά ένοχο παραβάσεων που δε γνωρίζεις. Αθώος δεν είναι όποιος, πράττοντας κατά συνείδηση, αποφεύγει καθετί κακό, αλλά όποιος έχει την τύχη να μην καταγγελθεί, να μη συλληφθεί, ή να κάνει τους κατάλληλους ελιγμούς ώστε να ξελασπώσει.

Στο Σύνταγμα λοιπόν είδα αιφνιδίως να λάμπει ο ήλιος της ελευθερίας. Απλές μικρές δραστηριότητες της ζωής, που παντού αλλού τις απαγορεύει είτε κάποιος νόμος / κανόνας / ρύθμιση είτε η ίδια η δική μας συνήθεια, ξαφνικά ξανατέθηκαν στη σωστή τους βάση και επιτράπηκαν.
Λίγο πριν το Σύνταγμα είχα δει σε μια σύντομη φλασιά ένα άλλο τέτοιο μέρος. Ήταν το Πάρκο στα Εξάρχεια: ένα άδειο οικόπεδο, πρώην πάρκινγκ, που το κατέλαβαν οι κάτοικοι, έφτιαξαν ένα υπέροχο παρκάκι με παρτέρια, δέντρα και μια παιδική χαρά, και βρέθηκα μία μοναδική φορά, σ' ένα πάρτι. Στο Πάρκο μαζεύεται ο καθένας, είναι ένα είδος πλατείας του χωριού, ένας τόπος συνάντησης όπου μπορείς να «βγεις» χωρίς αυτό να σε περιορίζει σ' ένα συγκεκριμένο μαγαζί όπου κάτι πρέπει να πάρεις, και όπου με θαυμαστό τρόπο κανείς δεν ενοχλεί κανέναν. Πουθενά δεν έγραφε λ.χ. ότι απαγορεύονται οι μηχανές πάνω στο πάρκο, κι όμως δεν υπήρχε ούτε μία, παρόλο που σίγουρα πολλοί έρχονται με μηχανές. Σε κάποια γωνιά γινόταν το πάρτι όπου ήμουν κι εγώ, και σ' όλο τον υπόλοιπο χώρο συνεχιζόταν η καθημερινότητα του πάρκου, όπου άνθρωποι που δεν είχαν σχέση με το πάρτι μας δεν ενοχλούνταν και δε μας ενοχλούσαν. Ο σεβασμός ήταν αυθόρμητος, γιατί οι περισσότεροι εκειπέρα ήταν −εικάζω− από τους ανθρώπους που το είχαν φτιάξει οι ίδιοι, οπότε φυσικά σέβονταν το δημιούργημά τους, και οι υπόλοιποι ήταν κόσμος που αν δεν είχαν διάθεση να το σεβαστούν δε θα έρχονταν καν. Το να απευθύνεις το λόγο στον διπλανό σου ή να του χαμογελάσεις ήταν πολύ πιο απλό απ' ό,τι στο δρόμο, σ' ένα καφενείο ή σε οποιονδήποτε άλλο δημόσιο χώρο.
Έτσι λοιπόν είναι και στο Σύνταγμα. Μπορείς να κατέβεις μια βόλτα και να βρεις γνωστούς χωρίς να έχεις κανονίσει τίποτε με κανέναν. Μπορείς να κάτσεις σταυροπόδι στο γκαζόν και να πίνεις μπίρες μαζί με μια παρέα από γνωστούς ή και πρώην αγνώστους. Μπορείς να τραγουδήσεις, να παίξεις μουσική, να χορέψεις. Μπορείς να μιλήσεις στον διπλανό σου. Μπορεί να έρθει κάποιος, να σου πει «να κάνω μια ερώτηση», και η ερώτηση να μην είναι μήπως σου περισσεύει ένα ευρώ. Και φυσικά, και όλα τα σημαντικότερα: μπορείς να έχεις το μερίδιό σου από το χρόνο του δημόσιου βήματος, μπορείς να προτείνεις αυτό που θεωρείς καλό για τα κοινά, μπορείς να συμμετάσχεις στις ομάδες που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους για να λειτουργήσει αυτή η κοινότητα. Δε συμμετέχω σε καμία κι έτσι δεν ξέρω από πρώτο χέρι τι γίνεται εκειμέσα, αλλά σίγουρα δε θα λειτουργούν με τους περιορισμούς ενός εργασιακού χώρου (ωράριο, ιεραρχία, υποχρεώσεις και δικαιώματα, απαγορεύσεις).
Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις. Αλλά μαζεύονται άνθρωποι που σε γενικές γραμμές θέλουν παρόμοια πράγματα. Έτσι η ελευθερία δεν είναι ασυδοσία. Ο φασιστικός παραλογισμός ότι η ελευθερία μου συναντάει ένα φράχτη εκεί όπου αρχίζει η ελευθερία του αλλουνού, εκεί καταργείται: οι ελευθερίες του καθενός δεν είναι μικρά αγροτεμάχια ιδιωτικής περιουσίας, αλλά ένας μεγάλος κάμπος που τον έχουμε εξ αδιαιρέτου, και άρα χωρίς εσωτερικούς φράχτες. Στο Σύνταγμα μπορείς να περάσεις μερικές ώρες χωρίς να φοβάσαι μήπως ό,τι κάνεις ανά πάσα στιγμή υπόκειται σε κάποια άγνωστη απαγόρευση, χωρίς την απειλή ποινών σε περίπτωση που συλληφθείς να παραβιάζεις αυτή την απαγόρευση, χωρίς σύννεφα να σκιάζουν τον ουρανό της ελευθερίας.

Ε λοιπόν, αυτό φαίνεται ότι τους ενοχλούσε αφόρητα. Έτσι μας το έσπασαν. Μετά τα δύο μεγάλα μπάχαλα, στις 15 και το διήμερο στις 28-29 Ιουνίου, αυτή η πρωτόπλαστη ξεγνοιασιά δεν υπάρχει πια. Ήδη στο κείμενο για την επομένη της 29ης έγραφα ότι μόλις ξέσπασε ένα σούσουρο σε κάποιο σημείο εκτός οπτικού πεδίου, η άμεση αντίδραση ήταν «αμάν, πέσιμο». Όλοι μιλάν για ασφαλίτες που κυκλοφορούν ανάμεσα στους ανθρώπους −και κάποιοι όντως έχουν γίνει τσακωτοί. Και όπως είναι φυσικό η παρουσία της Ασφάλειας δημιουργεί ανασφάλεια (όπως έγραφε κάποιος, μας έκλεψαν τις λέξεις: παλιά η Ελλάς ήταν η πατρίδα μας, τώρα ΕΛ.ΑΣ. είναι η αστυνομία...): δεν μπορείς με την ίδια άνεση όπως πριν να απευθύνεις το λόγο στον διπλανό σου, αντιθέτως πολλοί χαμηλώνουν τον τόνο της φωνής τους όταν μιλάν στο φίλο τους και κάποιος περνάει δίπλα. Άμα συναντήσεις κάποιον που είχες μέρες να δεις, η πιο κλασική κουβέντα για να ξεκινήσεις θα είναι: «ήσουν στα μπάχαλα; ήπιες δακρυγόνο; είδες το ξύλο; εσύ τις έφαγες; έριξες και καμιά;». Συνέλαβαν μερικούς διαδηλωτές, και μας έριξαν στη λούμπα να συζητάμε «συμφωνήσατε όλοι να πάμε στα δικαστήρια για συμπαράσταση και δεν ήρθε κανείς − όχι ήρθα εγώ − κλπ.»

Αυτό είναι ό,τι πιο άσχημο μπορούν να μας κάνουν. Ή ίσως να μην είναι το χειρότερο, ίσως να μην είναι πιο σκληρό από τα μέτρα του Μεσοπρόθεσμου, αλλά είναι κάτι που το καταλαβαίνω πιο άμεσα, με το μικρό μου το μυαλό. Είχαμε ένα χώρο να βαδίζουμε με την πλάτη ίσια και το μέτωπο αζάρωτο, και μας τον πήραν. Καμιά θυσία δεν είναι υπερβολική προκειμένου να τον πάρουμε πίσω, και να τον επεκτείνουμε μέχρι όλη μας η ζωή, στη δουλειά, στην οικογένεια, στο δρόμο, στην οποιαδήποτε επαφή μας με έναν ή πολλούς συνανθρώπους, να γίνει Σύνταγμα. Το Σύνταγμα ήταν η μεγαλύτερη ανθρώπινη κατάκτηση από τότε που ζω. Με όλα του τα στραβά, με όλη μου τη δυσπιστία προς τα αιτούμενά του, το Σύνταγμα ήταν ένα μέρος όπου δε φοβόμουν, δεν ήμουν ούτε ύποπτος ούτε καχύποπτος, ο άλλος άνθρωπος δεν ήταν ο δυνάμει εχθρός μου.

Πρέπει να το πάρουμε πίσω.