ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2010

HAUTE CUISINE

Τις προάλλες επισκέφθηκα ένα γκουρμέ εστιατόριο. Πολύ γκουρμέ. Εδώ που τα λέμε, πιο γκουρμέ απ' ό,τι έχω δει ακόμα και σε ταινίες.


Ο συνήθης τρόπος της αυτοσυντήρησής μου γενικά δε συνίσταται σε γαριδάκια και χάμπουργκερ. Χωρίς να είμαι γκουρμέ ο ίδιος, δεν τυγχάνω εντελώς άμοιρος αυτής της τέχνης. Στο συγκεκριμένο εστιατόριο όμως την είδα σε τόσο έντονο βαθμό ώστε με προβλημάτισε. Έχουν ήδη περάσει μερικές μέρες που το σκέφτομαι κι ακόμη δεν έχω καταλήξει σε μια οριστική γνώμη: μου άρεσε; δε μου άρεσε; άξιζε τον κόπο ή όχι;


Συνήθως περιγράφω την γκουρμέ κουζίνα ως «τεράστια πιάτα με ελάχιστη τροφή στο κέντρο». Διασκεδάζω να διαβάζω τα χριστουγεννιάτικα μενού που ανακοινώνουν διάφορα εστιατόρια στο Αθηνόραμα, τα οποία αποτελούνται από πιάτα που δεν έχουν όνομα παρά μόνο περιγραφή, και συνήθως πρόκειται για περιγραφές του τύπου «τάρτα από ρουθούνια εβραϊκής πέρκας μαριναρισμένα σε χυμό φραγκοστάφυλου με κόκκινο εστραγκόν και σοταρισμένα σε λάδι ταμαρίνθου ψυχράς εκθλίψεως, με σάλτσα από ροκφόρ, σοκολάτα και φύλλα χρυσού». Αλλά παρά την ειρωνική διάθεση, έχω φάει κατά καιρούς τέτοια εδέσματα από απροσδόκητους συνδυασμούς υλικών που όντως είχαν κάτι να πουν.


Το συγκεκριμένο εστιατόριο έχει χαρακτηριστεί «το καλύτερο εστιατόριο της Ελλάδας» -προσοχή: όχι το καλύτερο γκουρμέ εστιατόριο ή το καλύτερο γαλλικό εστιατόριο αλλά το καλύτερο νέτα σκέτα, υπονοώντας ότι θα κέρδιζε συγκρινόμενο με οποιοδήποτε μέρος προσφέρει τροφές οπουδήποτε στη χώρα. Πράγματι δε η είσοδός του κοσμείται από ένα σωρό χρυσούς σκούφους, βραβεία, πλακέτες και διακρίσεις που του έχουν απονεμηθεί. Με λίγη κοινή λογική ο καθένας φαντάζεται ότι «το καλύτερο», «το μοναδικό», «το γνησιότερο» και όλοι αυτοί οι υπερθετικοί χαρακτηρισμοί έχουν αναπόφευκτα ένα βαθμό υποκειμενικότητας. Δεν υπάρχει ένας που να είναι «ο» μεγαλύτερος συνθέτης των εποχών, «ο» σημαντικότερος ζωγράφος, «ο» σοφότερος διανοητής, «ο» καλύτερος άνθρωπος. Συνεπώς και μόνο που λέει κάποιος κάτι τέτοιο θεωρώ ότι αυτόματα μας επιτρέπει να εννοήσουμε «ένας από τους μεγαλύτερους». Μ' αυτό το δεδομένο δεν πήγα περιμένοντας το καλύτερο εστιατόριο της Ελλάδας, ούτε θα θεωρούσα ότι εξαπατήθηκα αν έβρισκα ένα άλλο καλύτερο. Βέβαια αν βρω είκοσι, τριάντα που να είναι μακράν καλύτερα, εκεί θα μπορώ να πω ότι αυτός που το χαρακτήρισε «το» καλύτερο μας δούλευε.

Πρόκειται σαφώς για εστιατόριο πολυτελείας. Αυτό από μόνο του συνιστά κατηγορία, και πρέπει να τονίζεται. Ένα είδος πολυτελείας δεν είναι κατ' ανάγκην καλύτερο από ένα αντίστοιχο πιο λαϊκό, έχει όμως διαφορετικό χαρακτήρα. Πρόκειται για ένα μαγαζί όπου οφείλει κανείς να πηγαίνει προετοιμασμένος για μεγαλεία. Δεν πας εκεί αν η παρουσία ενός σερβιτόρου που θα σου γεμίζει όλη την ώρα το ποτήρι και θα σου σπρώχνει το κάθισμα όποτε κάθεσαι σου προκαλεί αμηχανία. Ούτε αν θεωρείς ότι το να τρως με όρθια πλάτη και τους αγκώνες κολλημένους στο σώμα είναι υποκρισία και ψευτοσαβουάρ βιβρ. Θα έλεγα ακόμη ότι δεν πας εκεί ούτε σαν προστάδιο για να συνεχίσεις μετά κάπου αλλού την έξοδό σου. Τέλος δε, σε καμία περίπτωση δεν πας εκεί απλώς επειδή πείνασες.

Μιας και νήστευα, πήρα ένα έτοιμο νηστήσιμο μενού που πρότεινε το κατάστημα. Αυτό ήταν πολύ εξυπηρετικό, γιατί το να φτιάξει κανείς μόνος του ένα σωστό συνδυασμό από ορντέβρ, πρώτο πιάτο, δεύτερο πιάτο, ενδιάμεσα, συνοδευτικά και επιδόρπια θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο, τουλάχιστον για μένα. Πέρα από το ότι δεν ήμουν καθόλου βέβαιος για το πώς συνδυάζεται το κάθε διαθέσιμο πιάτο με τα υπόλοιπα, δεν είχα και καμία ένδειξη για την ποσότητα ώστε να ξέρω πόσα να παραγγείλω. Άλλωστε το προτεινόμενο μενού, όπως -υποθέτω- και τα δυο-τρία αρτύσιμα μενού που επίσης διετίθεντο, ήταν ένα ολοκληρωμένο έργο στο οποίο ο σεφ είχε ήδη μελετήσει τις αλληλουχίες των γεύσεων. Αφού τον εμπιστευόμαστε λοιπόν ως προς τη μαγειρική του, ας τον εμπιστευτούμε και στα υπόλοιπα.

Υπήρχαν τρεις σερβιτόροι που μας εξυπηρετούσαν: ένας σύμβουλος παραγγελιών, ο οποίος μας βοήθησε στην επιλογή και στη συνέχεια μας εξηγούσε τι είναι το καθετί που ερχόταν (κι ευτυχώς, γιατί από την εμφάνιση δε θα το μαντεύαμε ποτέ), ένας για τα κρασιά κι ένας που απλώς έφερνε κι έπαιρνε τα πιάτα.

Οι ποσότητες ήταν μικροσκοπικές. Το εικαστικό μέρος ήταν αδιαλείπτως εντυπωσιακό και μυστηριώδες -χωρίς όμως να εκπίπτει στο φαντεζί και το φτηνιάρικο. Κάθε πιάτο που ερχόταν ήταν κι ένας πίνακας ζωγραφικής. Κι όταν λέω πιάτο είναι τρόπος του λέγειν, γιατί ορισμένα σερβίρονταν σε σκεύη και δοχεία που δεν ξέρω καν να τα ονομάσω. Σε επίπεδο γεύσης ίσχυαν τα ανάλογα: κάθε πιάτο και μία γευστική εμπειρία, που για να τη βιώσει κανείς πλήρως έπρεπε να την απολαύσει αργά, χωρίς βιασύνη. Ανάμεσα σε κάθε δύο πιάτα μεσολαβούσε ένα διάστημα αρκετών λεπτών, που αναμφίβολα ήταν σχεδιασμένο για να μας «κάτσουν» οι γεύσεις και οι επιγεύσεις και να είμαστε έτοιμοι για την επόμενη χωρίς κίνδυνο να καταπλακώσει την προηγούμενη ή να μπερδευτεί μαζί της. Το λέω αυτό γιατί αποκλείεται το κενό να ήταν απλώς καθυστέρηση στο σέρβις: κάθε άλλη στιγμή υπήρχε ένας σερβιτόρος έτοιμος να μας εξυπηρετήσει πριν καν σκεφτούμε να τον αναζητήσουμε, και μάλιστα αυτό γινόταν χωρίς κατά τα άλλα η παρουσία τους να είναι ούτε κατ' ελάχιστον φορτική, αδιάκριτη ή περιοριστική.

Ένα από τα πιάτα ήταν χτένια. Αποτελούνταν από τρία κυβάκια από σάρκα χτενιού, άσπρα στις πέντε πλευρές και κοκκινωπά στην έκτη, την πάνω πάνω, το καθένα κοσμημένο με μικρά και κομψά φυλλαράκια από κάποιο αρωματικό φυτό ή κάποιο άλλο καρύκευμα. Το κόκκινο στην πάνω πλευρά μάς εξήγησαν ότι είναι ταντούρι, ένα μείγμα από 22 μπαχαρικά. Δεν μπορέσαμε να καταλάβουμε πώς από τα χτένια, που είναι κοχύλια, φτιάχνουν αυτά τα κυβάκια. Υποθέσαμε ότι είναι κάτι σαν τις μάζες από καβουρόψιχα. Ο γευστικός συνδυασμός ήταν εξαιρετικός. Απροσδόκητος μεν, αλλά χωρίς το ένα συστατικό να συσκοτίζει τη γεύση του άλλου -τουναντίον την ανεδείκνυε. Ωστόσο δεν είμαι βέβαιος αν το τελικό αποτέλεσμα ήταν καλύτερο από απλά χτένια όπως τα τρώμε εδώ στην Ελλάδα, ζωντανά από το κοχύλι με λεμόνι και προαιρετικό πιπέρι.

Το όλο μενού ήταν άκρως ερωτική εμπειρία. Φυσικά, ένα νηστήσιμο μενού πολλών πιάτων σε τέτοιο εστιατόριο δεν μπορούσε παρά να στηρίζεται στα θαλασσινά, που οι αφροδισιακές τους ιδιότητες είναι τόσο συζητημένες ώστε ακόμη κι αν στην πραγματικότητα αποτελούν μύθο δεν μπορεί κανείς παρά να αυθυποβληθεί. Αλλά ο ερωτισμός δεν περιοριζόταν σ' αυτό. Κάθε πιάτο ήταν μία γευστική έκρηξη, ανάλογη όχι με μία εκσπερμάτιση αλλά μάλλον με ένα ερωτικό γαργάλημα. Ο ερεθισμός εντεινόταν με κάθε επόμενο πιάτο, όπου κάθε φορά γινόταν και κάτι διαφορετικό, διεγείρονταν κάποια άλλα νεύρα. Δεν υπήρχε κάποιο συγκεκριμένο σημείο του μενού που θα ονόμαζα κορύφωση, έκλυση: ήταν μάλλον ένας ήπιος αλλά κλιμακούμενος οργασμός μακράς διαρκείας, ίσως ένας ταντρικός οργασμός.

Διακρινόταν μία ιδιαίτερη επιμονή στο να προβάλλεται αυτό το λεπτό και τεχνήεν γαργάλημα έναντι του κορεσμού. Αφενός καμία γεύση δεν ήταν πολύ έντονη, κυριαρχούσε το μέτρο. Αφετέρου, πέρα από τις μικρές ποσότητες (που παρέμειναν μικρές ακόμη και όταν αθροίστηκαν όλες μαζί), σε κάθε πιάτο υπήρχε και κάτι που να είναι πάρα πολύ μικρό από μόνο του: ένα μοναδικό φυλλαράκι από κάτι σαν μαϊντανό, μία φέτα μήλου λεπτή κυριολεκτικά σαν τσιγαρόχαρτο, ένας κόκκος μπαχαρικού.
Η όλη διαδικασία διήρκεσε αρκετά, γύρω στις δυόμιση ώρες υπολογίζω. Ήταν δυόμιση ώρες πραγματικής, υψηλής απόλαυσης, που θεωρώ ότι την έζησα στο ακέραιο, χωρίς να χάσω κάτι από έλλειψη εξοικείωσης -όχι γιατί η εξοικείωσή μου με τέτοιες γεύσεις είναι τόσο προχωρημένη, όσο γιατί τελικά δεν πρόκειται για μια τόσο εσωστρεφή τέχνη ώστε να γίνεται κατανοητή μόνο από εξειδικευμένους βαθείς γνώστες. Βέβαια κάποιος ακόμη πιο ανεξοικείωτος κάτι θα έχανε. Ήμουν τυχερός που ήταν στο επίπεδό μου.

Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι απόλαυσα το εκλεκτό αυτό δείπνο δεν επαρκεί για να θεωρήσω ότι όλα αυτά ήταν καλώς καμωμένα. Ήταν σαφές κατά τη γνώμη μου ότι ο σεφ έχει συνείδηση καλλιτέχνη. Οι καλές τέχνες δεν έχουν καμία πρακτική χρησιμότητα. Σκοπός τους είναι αποκλειστικά το Ωραίο. Με άλλα λόγια, φύγαμε πεινασμένοι. Είναι άραγε θεμιτό να ανάγεται η τροφή σε καθαρή τέχνη; Μήπως κάτι τέτοιο συνιστά εκζήτηση, μήπως παραπέμπει σε ρωμαϊκή παρακμίλα;

Πιστεύω ότι για να βγει μία λεπτή σαν τσιγαρόχαρτο φέτα από το κέντρο ενός μήλου, το υπόλοιπο μήλο πρέπει να πεταχτεί. Δεν ήμουν στα παρασκήνια, δεν ξέρω: ίσως υπάρχει τρόπος να το κρατήσουν και να το χρησιμοποιήσουν κάπου αλλού, αλλά το όλο στυλ του μαγαζιού μού έδωσε την εντύπωση ότι θα απαξιούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο, θα το θεωρούσαν μικροπρέπεια ακόμη και όταν ο πελάτης δε βλέπει. Κυριαρχούσε η αίσθηση ότι εδώ ξεκάνουμε ένα ολόκληρο βουνό για να εξορύξουμε ένα διαμάντι. Μήπως είναι ύβρις η τόση πολυτέλεια; Θα μου πείτε, για ένα μήλο προβληματίζεσαι τόσο; Ε ναι, για ένα μήλο. Δεν είναι τίποτα πολύτιμο, αλλά εν πάση περιπτώσει ο σκοπός που υπάρχει είναι για να τρώγεται, όχι για να είναι απλώς το περίβλημα της μιας και μόνης λεπτής κεντρικής φέτας.

Ένα από τα πρώτα «πιάτα» σερβιριζόταν όχι σε πιάτο, αλλά σ' ένα ποτήρι. Δε θυμάμαι αυτή τη στιγμή τι ήταν, ούτε αν το τρώγαμε με πηρούνι ή κουτάλι ή κανένα άλλο πιο ειδικό εργαλείο. Οπωσδήποτε το θέμα είναι ότι αφού τρώγαμε, κάπου θα έπρεπε να ακουμπήσουμε το όποιο μαχαιροπήρουνό μας. Γι' αυτό το σκοπό προοριζόταν το καθαυτού πιάτο, εκείνο που μας είχαν στρώσει εξ αρχής στο τραπέζι αλλά δεν είχε έρθει η ώρα να το χρησιμοποιήσουμε ακόμα. Ήταν αχανούς εκτάσεως, με ανάγλυφους ομόκεντρους κύκλους στην περιφέρεια, και χρυσό. Πορσελάνινο ήταν βέβαια, αλλά το χρώμα του ήταν χρυσό. Το ποτήρι με αυτό που τρώγαμε μας το είχαν ακουμπήσει μέσα σ' αυτό το εντυπωσιακό πιάτο. Φάγαμε, ακουμπήσαμε στο πιάτο το χρησιμοποιημένο μαχαιροπήρουνο, και ήρθαν και μας τα μάζεψαν όλα για να τα πάνε, υποθέτω, για πλύσιμο. Το επόμενο που μας σέρβιραν δεν ήταν σε ίδιο χρυσό πιάτο, αλλά σε κάποιο άλλο. Πράγμα που σημαίνει ότι πράγματι το χρυσό πιάτο είχε εκπληρώσει την υπηρεσία του, μας το είχαν φέρει μόνο γι' αυτό το σκοπό και όχι για να φάμε κάτι άλλο στη συνέχεια -άλλωστε το κάθε φαγητό ερχόταν σερβιρισμένο, κανένα πιάτο δεν ήρθε άδειο για να το γεμίσουμε εμείς.

Ε, εκεί αισθάνθηκα άσχημα. Ζούμε σε οικονομική κρίση, και σε περιβαλλοντική κρίση. Είναι προκλητική σπατάλη να χρησιμοποιούμε ένα τεράστιο χρυσό πιάτο μόνο και μόνο για ν' ακουμπήσουμε ένα μαχαιροπήρουνο, μετά το πιάτο να πηγαίνει για πλύσιμο, και όταν με τα πολλά πλυσίματα φθαρεί και ο χρυσός του ξεφτίσει να βγει στη σύνταξη χωρίς ποτέ να έχει φιλοξενήσει έστω και μια μικροσκοπική ποσότητα τροφής στο κέντρο του.

Εδώ θα μπορούσε κανείς να μου αντιτείνει: καλά, αυτό σε πείραξε; Εσύ ο ίδιος δε διάλεξες την περίοδο της οικονομικής κρίσεως για να πας σ' ένα μαγαζί όπου με τα λεφτά που θα χόρταιναν δεν ξέρω πόσοι άστεγοι εσύ τελικά έφυγες πεινασμένος; ...Δεν ξέρω τι να πω. Θεωρώ ότι ορισμένες πολυτέλειες αξίζει να τις προσφέρουμε μια στα τόσα στον εαυτό μας ή στην παρέα μας, αλλά δεν ήξερα μέχρι ποιο σημείο φτάνει η συγκεκριμένη πολυτέλεια.

Αλλά μπορεί να υπάρξει κι ένας αντίλογος: δε νομίζω ότι θα διενοείτο κανείς να διαμαρτυρηθεί γιατί να υπάρχουν συμφωνικές ορχήστρες των ογδόντα οργάνων, χώρια το μαέστρο (που πιθανώς να φαντάζει σε πολλούς περιττός και αργόμισθος), με το επιχείρημα ότι ένας μερακλής μ' ένα μπαγλαμαδάκι μπορεί να κάνει περισσότερους ανθρώπους να γλεντήσουν. Άλλες ανάγκες εξυπηρετεί η μία μουσική και άλλες η άλλη.

Παρατήρησα ότι πάνω στο τραπέζι δεν υπήρχε αλάτι. Πόσο μάλλον πιπέρι, ή -θου Κύριε- λαδόξιδο. Δεν ξέρω τι θα γινόταν αν ζητούσαμε αλάτι, γιατί δε χρειάστηκε να ζητήσουμε. Το πιθανότερο είναι να μας έφερναν. Δε φαντάζομαι να είναι τόσο ψώνια ώστε να θεωρούν ότι ο σεφ έχει βάλει ακριβώς την ποσότητα αλατιού που χρειάζεται και ότι οποιαδήποτε προσθήκη θα αποτελούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση στη δημιουργία του και θα αλλοίωνε τις γευστικές ισορροπίες. Αλλά παραμένει γεγονός ότι δεν είχαν αλάτι στο τραπέζι, άρα δε μας ενθάρρυναν να βάλουμε αλάτι στο φαγητό μας. Και ερωτώ: γιατί στην τρέχουσα κουζίνα θεωρείται δεδομένο και αποδεκτό ότι ο κάθε πελάτης έχει το προσωπικό του μέτρο για το πολύ και το λίγο αλάτι, κι εδώ όχι; Σε άλλου είδους μαγειρικές, μη-γκουρμέ, υπάρχει κάλλιστα περιθώριο να είναι κάποιος εξαιρετικός μάγειρας, εμπνευσμένος, δημιουργικός, καλλιτέχνης. Αλλά αυτό δεν περιορίζει την ελευθερία του πελάτη να κάνει μικροπροσαρμογές της δημιουργίας του σεφ στο προσωπικό του γούστο.

Τέλος, μια άλλη επιφύλαξη που είχα είναι η εξής: όσο απολαυστικός κι αν ήταν αυτός ο συγκεκριμένος τρόπος να τρως θαλασσινά, δεν είμαι βέβαιος αν υπερτερεί του παραδοσιακού. Ένα φρέσκο χτένι ή αστακός ή καβούρι Αιγαίου είναι αφ' εαυτού αρκετά ωραίο. Χρειάζεται να το ομορφήνουμε κι άλλο; Με ειδικά μείγματα 22 μπαχαρικών ή με μαρινάδες περγαμόντου μπορεί κανείς να αναδείξει άλλες όψεις της γεύσης και του αρώματός του, όχι υποδεέστερες, αλλά ούτε κατ' ανάγκην και ανώτερες. Σε πλήθος ψαροταβέρνες στα νησιά μας ή ακόμη και στον Πειραιά μπορεί κανείς να φάει ολόφρεσκα ψαρικά με απλούστερα (όχι χειρότερα) μαγειρέματα [και με πολύ καλύτερη σχέση τιμής-χόρτασης. Εντάξει, το γκουρμελίκι δεν είναι για χόρταση. Το κατανοώ αυτό, αλλιώς θα πήγαινα για σουβλάκια. Αλλά γιατί να μη συνδυάζονται όλα τα υπόλοιπα και με λίγο περισσότερη χόρταση;] Και σε κάποιες πιο σπάνιες ψαροταβέρνες μπορείς να βρεις όχι μόνο φρέσκο και καλό θαλασσινό, αλλά και τον εμπνευσμένο εκείνο μάγειρα που θα δομήσει ένα μενού κατά τρόπον εφάμιλλο αυτού του ταντρικού οργασμού που περιέγραφα πιο νωρίς.

Προσοχή: δεν κατηγορώ τον σεφ μας για άσκοπες βιρτουοζιές. Δεν υπελείπετο σε σεβασμό ούτε προς τα υλικά του ούτε προς την τέχνη του ούτε προς εμάς. Δεν ήταν σαν τον Νταλάρα ή τον Παβαρότι, που αντί να ακούς το τραγούδι ακούς τους ίδιους και τις ακροβασίες τους. Τη δική του δεξιοτεχνία την ήλεγχε απολύτως, και την είχε πιστά ταγμένη στο σκοπό του. Και γενικότερα άλλωστε το μαγαζί δεν ήταν σνομπ. Σε όλα υπήρχε γνήσια ευγένεια και πραγματική, υψηλή ποιότητα. Δεν αμφιβάλλω ότι σε τέτοια μέρη θα συχνάζουν νεόπλουτοι και φαντασμένοι, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είναι μαγαζί για νεόπλουτους και φαντασμένους. Μπορεί κάλλιστα να καλύψει τις αναζητήσεις ενός ρέκτη που κατά τα άλλα παραμένει φυσιολογικός και προσγειωμένος. Διατηρώ όμως ένα σκεπτικισμό: υπάρχει νόημα στο να είναι κανείς τόσο πια ρέκτης;

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

ΤΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ


Το παρακάτω βιντεάκι έχει τραβηχτεί στις Ινδίες, σε κάποιο άγνωστο σταυροδρόμι κάποιας άγνωστης πόλης.


Αυτό που βλέπουμε είναι τόσο απίστευτο ώστε καταντά αστείο. Δεκάδες αυτοκίνητα, μηχανάκια, ποδήλατα, λεωφορεία και πεζοί συρρέουν από και προς κάθε κατεύθυνση, χωρίς κανείς να περιμένει τον άλλο, και χωρίς παρά ταύτα να συγκρούονται ή έστω να ενοχλούν αλλήλους. [Αν τυχόν δεν ανοίγει το βίντεο, κάντε κλικ επαέ.]
Όμως αν το καλοσκεφτούμε, δεν είναι αστείο. Είναι ένα επίτευγμα που απέχει έτη φωτός απ’ ό,τι θα μπορούσαμε ποτέ να καταφέρουμε στην Ελλάδα. Το σταυροδρόμι δεν έχει φανάρια, καμία κατεύθυνση δεν είναι απαγορευμένη, και −χωρίς βέβαια να έχω μελετήσει τον ινδικό Κ.Ο.Κ., κρίνοντας από ό,τι βλέπω− δε φαίνεται να υπάρχουν κανόνες για το ποιος έχει προτεραιότητα. Το τι θα κάνει ο κάθε οδηγός ή πεζός δεν υπαγορεύεται από κανέναν εξωτερικό κανονισμό, το επιλέγει ο ίδιος κρίνοντας και αυτοσχεδιάζοντας κάθε στιγμή. Όμως όλοι είναι τόσο καλά μαθημένοι σ’ αυτό το σύστημα, ώστε ενώ τα οχήματα είναι πολλά η ροή της κυκλοφορίας είναι εντούτοις απρόσκοπτη, δε δημιουργείται μποτιλιάρισμα, και κανείς δεν ενοχλεί κανέναν.
Το να μην υπάρχουν κανόνες θα μπορούσε κάποιος βιαστικά να το καταδικάσει ως σημάδι καθυστέρησης και πρωτογονισμού. Όμως το αποτέλεσμα τον διαψεύδει: εφόσον το ζητούμενο, η ομαλή κυκλοφορία, επιτυγχάνεται, πάει να πει ότι ο τρόπος είναι σωστός, όσο κι αν σε κάποιον με άλλες συνήθειες φαίνεται παράδοξος. Κι ακόμα παραπάνω: όχι απλώς ο τρόπος είναι σωστός, είναι και πιο σωστός από τον δικό μας, αφού το αποτέλεσμα είναι πιο πετυχημένο από το αντίστοιχο δικό μας (σ’ εμάς η κίνηση θα μπλοκάριζε, όλοι θα καθυστερούσαν, θα εκνευρίζονταν, θα κόρναραν και θα μισούσαν αδυσώπητα αλλήλους).
Η πρακτική των Ινδών οδηγών μοιάζει να στηρίζεται στην εξής φιλοσοφία: «Δεν περιμένω κανέναν, φροντίζω μόνο για την προσωπική μου εξυπηρέτηση». Ακούγεται απαίσιο: τι μίζεροι μικροεγωιστές, τι απολίτιστοι! Κι όμως, ούτε αυτό είναι αλήθεια. Με τα δεδομένα που επικρατούν παρ’ ημίν, όποιος ενεργεί μ’ αυτό τον τρόπο είναι πράγματι απολίτιστος, μίζερος και μικροεγωιστής, και επιβαρύνει το σύνολο για ένα αμελητέο (και δη αμφίβολο) προσωπικό κέρδος. Να όμως που υπό άλλες συνθήκες η νοοτροπία «πρώτα εγώ» μπορεί να συντελέσει, μ’ ένα τρόπο ακατανόητο ίσως σ’ εμάς, στην αρμονικότερη και επιτυχέστερη συνύπαρξη πολλών ανθρώπων. Στο βιντεάκι βλέπουμε ότι τα καταφέρνουν μια χαρά, και ως σύνολο και ο καθένας προσωπικά. Άρα όλα σχετικά είναι.
****************************************************
Δεν έχω βιντεάκι από αντίστοιχες σκηνές σε δυτικοευρωπαϊκές πόλεις, αλλά όλοι λίγο-πολύ ξέρουμε τι γίνεται: όλοι τηρούν τις προτεραιότητες, όλοι μένουν στη λωρίδα τους, όλοι σταματάν στο πορτοκαλί αφήνοντας ελεύθερη τη διάβαση πεζών, και το αποτέλεσμα είναι ότι κι εκεί η κυκλοφορία ρέει ανεμπόδιστα και ο καθένας μπορεί να φτάσει στον προορισμό του σε προβλέψιμους χρόνους.
Μόνο που σ’ αυτή την περίπτωση το ίδιο αποτέλεσμα επιτυγχάνεται με τους ακριβώς αντίθετους τρόπους: πρώτον, υπάρχουν έξωθεν ρυθμίσεις για το τι ακριβώς θα κάνει ο καθένας σε κάθε περίπτωση, και δεύτερον, στο μικρό περιθώριο αυτοσχεδιασμού που απομένει στον καθένα δεν πρυτανεύει ο ατομισμός αλλά η εξυπηρέτηση του συνόλου.
Θα μπορούσε κουτοπόνηρα να σκεφτεί κανείς: «αφού κι ετούτοι κι εκείνοι τα καταφέρνουν, εγώ μαλάκας είμαι να βάλω τον εαυτό μου τελευταίο; Άρα, ζήτω το ινδικό σύστημα. Πρώτος εγώ.» Αυτό δείχνει βέβαια πως δεν έχει καταλάβει κανένα από τα δύο συστήματα. Εξίσου βιαστική είναι και η αντίθετη άποψη: «τι ζώα αυτοί οι Ινδοί! αφού έτσι κι αλλιώς θα τα κατάφερναν, τι τους έπιασε να τα κάνουν όλα πρώτοι;». Ούτε οι Ινδοί είναι ζώα ούτε οι Δυτικοευρωπαίοι κορόιδα. Και οι δύο λειτουργούν με τρόπο που είναι ουσιαστικότατα πολιτισμένος. Τα συστήματά τους εκ πρώτης όψεως διαφέρουν, αλλά το μυστικό είναι ότι και οι δύο έχουν αφομοιώσει εις βάθος ο καθένας το σύστημά του και παραμένουν συνεπείς σ’ αυτό.

Χρόνης Μπότσογλου: Αυτοκινητόδρομος
Ας δούμε τώρα την τρίτη περίπτωση. Στην Ελλάδα, σταυροδρόμι Ανατολής και Δύσης και χωνευτήρι των πολιτισμών, κάνουμε λίγο απ’ τό ’να και λίγο απ’ τ’ άλλο. Αφενός αναθέτουμε στους νόμους να μας βρουν τον τρόπο, αφετέρου θεωρούμε ότι μόνοι μας μπορούμε να βρούμε καλύτερο τρόπο, οπότε παρακάμπτουμε τους νόμους. Οι νόμοι μας στηρίζονται στη λογική «πρώτα οι άλλοι», οι λύσεις που βρίσκουμε μόνοι μας στη λογική «πρώτα εγώ», και το αποτέλεσμα είναι ότι δεν περνάει κανείς ούτε πρώτος ούτε τελευταίος, μένουμε όλοι κολλημένοι στην ακίνητη κίνηση βρίζοντας, συσσωρεύοντας εκνευρισμό και υποσχόμενοι ενδόμυχα ότι το επόμενο φανάρι θα το περάσουμε πάση θυσία, δεν πα να ’ναι και βαθυπόρφυρο. Δεν έχουμε κανένα σύστημα στο οποίο να μένουμε συνεπείς, και φυσικά τα κάνουμε σκατά. Δε λειτουργούμε πολιτισμένα.
Κι όμως, η Ελλάδα είναι όντως σταυροδρόμι των πολιτισμών. Από αρχαιοτάτων χρόνων υπάρχει αυτή η παράδοση της δημιουργικής ενσωμάτωσης ξένων πολιτιστικών στοιχείων. Ακόμη κι αν ένας σημερινός ανθελληναράς (ένας από εκείνους που από υπερβολική αντίδραση στις εμμονές των εθνόκαυλων φτάνει να μην παραδέχεται τίποτε καλό για τους Έλληνες) μπορέσει να αποδείξει ότι οι ρίζες οποιουδήποτε από τα πολιτιστικά επιτεύγματα που κατά παράδοση αποδίδουμε στους Έλληνες στην πραγματικότητα ξεκινάνε από κάποιον άλλο λαό, παραμένει αναντίρρητο γεγονός ότι η συγκεκριμένη μίξη από την οποία βγήκαν όλα αυτά είναι καθαρά ελληνική. Ίσως τελικά αυτό να είναι και το χαρακτηριστικότερο, σημαντικότερο και διαχρονικότερο στοιχείο του ελληνικού πολιτισμού.
Σε μία σύντομη παρέκβαση θα δώσω ένα πολύ γνωστό παράδειγμα του τι εννοώ, και επανέρχομαι στο κυρίως θέμα μου. Είναι γνωστό και επιστημονικά τεκμηριωμένο ότι το λατινικό και το κυριλλικό αλφάβητο προέρχονται από το ελληνικό. Ο ελληναράς χαίρεται και καμαρώνει γι’ αυτό: «χρωστάτε τη γραφή σας σ’ εμάς, όλος ο πολιτισμός προέρχεται από μας». Ο ανθελληναράς αντιδρά σ’ αυτό: «Αμάν πια, οι Έλληνες όλα τα καπηλεύονται. Είναι πασίγνωστο ότι το ελληνικό αλφάβητο προέρχεται με τη σειρά του από το φοινικικό. Το λέει κι ο Ηρόδοτος, ανοίχτε κάνα βιβλίο. Κάτσε κάτω βλάκα και μην κουνιέσαι, καμιά πρωτιά δεν έχουμε.» Η αλήθεια είναι ότι τα σχήματα, τα ονόματα και η σειρά των ελληνικών γραμμάτων προέρχονται όντως από τα φοινικικά. Αλλά η φοινικική γραφή δεν ήταν αλφαβητική: έγραφε μόνο τα σύμφωνα, τα φωνήεντα τα μάντευε κανείς. Είναι σαν να λέμε ότι έγραφαν ΠΝΤΣ και έπρεπε να μαντέψει κανείς αν εννοούσαν πόντος, πάντως, Πόντιος, πού ’ν’ τος, πάντες, πόντσο, άπαντες, απάνω τους, απανωτές, πένητες, ύπνο της... Ήταν ένα δύσκολο και ατελές σύστημα γραφής. Οπωσδήποτε τεράστιο πολιτιστικό επίτευγμα για την εποχή του, αλλά πολύ πιο πίσω από τα σημερινά αλφαβητικά συστήματα όπου κάθε φθόγγος γράφεται με ένα μονοσήμαντο τρόπο. Η επινόηση της αλφαβητικής γραφής είναι όντως ελληνική. Το έναυσμα προήλθε από τους Φοίνικες, αλλά η εφεύρεση, στη μορφή που την κάνει πραγματικά σημαντική, να αλλάζει τον κόσμο και να κάνει τη γραφή αρκετά εύκολη ώστε να μαθαίνεται απ’ όλους και όχι μόνο από τους ιερείς ή τους εμπόρους, συντελέστηκε στην Ελλάδα. Κατά τούτο, όλα τα αλφάβητα προέρχονται από το ελληνικό. Για παράδειγμα το αρμενικό, που οπτικά δε μοιάζει καθόλου με το ελληνικό, αξιοποιεί την ίδια ιδέα −ένα σύμβολο για κάθε φθόγγο. Το γλαγολικό, το παλιό αλφάβητο της σλαβωνικής (εκκλησιαστικής σλαβικής) γλώσσας, είναι αυτό που στην πραγματικότητα σχεδιάστηκε από τον Μεθόδιο και τον Κύριλλο. Δε μοιάζει με κανένα ιδιαίτερα, ούτε με το ελληνικό ούτε με το σημερινό σλαβικό αλφάβητο (που αποτελεί μεταγενέστερη τροποποίηση, παρόλο που παραπλανητικά το λέμε κυριλλικό), αλλά κι αυτό στηρίζεται στην αρχή της αλφαβητικής γραφής. Προέρχεται από το ελληνικό. Τα κινέζικα ιδεογράμματα και τα ινδικά συλλαβογράμματα, που δεν προέρχονται από το ελληνικό αλφάβητο, δεν είναι αλφάβητα, είναι άλλα συστήματα γραφής.
Με τον ίδιο τρόπο οι Έλληνες ανέκαθεν υιοθετούσαν, αφομοίωναν, εξείλισσαν και παρέδιδαν οποιοδήποτε αξιόλογο πολιτιστικό στοιχείο μάθαιναν από κάποιον άλλο λαό. Αυτός ο άλλος λαός μπορούσε να είναι ανατολίτικος, δυτικός, βόρειος ή νότιος, χωρίς καμία διάκριση, αρκεί να είχε κάτι καλό να δώσει. Στις απαρχές της ιστορίας οι υψηλοί και μεγάλης επιρροής πολιτισμοί αναπτύσσονταν κυρίως στα θερμά μέρη της Ανατολής (π.χ. Μεσοποταμία, Αίγυπτος), αργότερα το κέντρο μεταφέρθηκε προς Δυσμάς και προς Βορράν. Αλλά τα δάνεια που έπαιρναν οι Έλληνες δεν προήρχοντο αποκλειστικά από «υψηλούς» πολιτισμούς. Λαοί όπως οι Φρύγες και οι Λυδοί ποτέ δεν ήταν στο κέντρο του παγκόσμιου πολιτιστικού γίγνεσθαι, αλλά οι Έλληνες δεν απαξίωσαν να πάρουν κι απ’ αυτούς στοιχεία μουσικής και θρησκευτικά. Η σημερινή μας γλώσσα, ανάμεσα σε παμπλήθη λεξιλογικά δάνεια από την τουρκική, τις λατινογενείς γλώσσες, τα αγγλικά κλπ., έχει και κάποια λίγα αλλά σημαντικά που προέρχονται από την αλβανική (π.χ. μπέσα), τη γλώσσα ενός λαού που ποτέ δεν ήταν στην πρωτοπορία του πνεύματος. Αλλά οι Αλβανοί, μπορεί να μην έχτισαν πυραμίδες, καλλιέργησαν όμως την έννοια της μπέσας και αυτό ήταν αρκετό.
**************************************************
Αυτό είναι το σταυροδρόμι των πολιτισμών. Δεν είναι μύθευμα. Σήμερα όμως δε λειτουργεί πια. Ή πάντως σίγουρα δε λειτουργεί προς όφελός μας. Σήμερα είμαστε ένας απολίτιστος λαός, που προσπαθεί να επιβάλει στον εαυτό του νόμους δυτικού προτύπου, δηλαδή με κυρίαρχο το στοιχείο της κανονικότητας και της ρύθμισης, τους εφαρμόζει όμως με τρόπο ανατολίτικο, δηλαδή αυτοσχεδιάζοντας κατά περίπτωση (κάτι για το οποίο έχουμε χάσει την ικανότητα αλλά μας έχει μείνει η συνήθεια), και καταφέρνουμε:
−να μην μπορούμε να βάλουμε πέντα αμάξια σε μια σειρά στο δρόμο
−να μας αναγνωρίζουν σε όλα τα διεθνή αεροδρόμια επειδή είμαστε οι πιο σαματατζήδες τουρίστες
−οι φοιτητές μας στο Παρίσι να κλέβουν σοκολάτες από τον Άραβα της γωνίας, να μπαίνουν στο μετρό χωρίς εισιτήριο πηδώντας την μπάρα και να αντιγράφουν στις εξετάσεις
−και, σε σοβαρότερο επίπεδο, να έχουμε ένα κράτος παντάπασιν αναποτελεσματικό, αποτυχημένο σε όλα και που αδυνατεί να εμπνεύσει σεβασμό σε οποιονδήποτε Έλληνα ή ξένο.
Πώς καταφέραμε το πλέον ακαταμάχητο προσόν μας επί χιλιετίες, το ότι είμαστε «μεταξύ Ανατολής και Δύσης», να το μετατρέψουμε σε 100% καθαρό μειονέκτημα; Θεωρώ ότι αυτό είναι κατόρθωμα σχεδόν εφάμιλλο του να καταστρέψει κανείς από το ’60 μέχρι σήμερα ένα νησί που η φυσική του ομορφιά χρειάστηκε εκατομμύρια χρόνια για να διαμορφωθεί.
Το πρόβλημα είναι ότι δεν αποδεχόμαστε την κουλτούρα μας. Οι Ινδοί οδηγοί στο βιντεάκι λένε «έτσι ξέρουμε, έτσι κάνουμε, δεν είμαστε Ευρωπαίοι». Οι δυτικοευρωπαίοι ομόλογοί τους το ίδιο: «έτσι το ’χουμε εμείς εδώ, δεν είμαστε Ινδοί». Εμείς δεν έχουμε τον αυτοσεβασμό να πούμε «δεν είμαστε καθαροί Ανατολίτες, δεν είμαστε καθαροί Δυτικοί, είμαστε Έλληνες και το κάνουμε ελληνικά»: προσπαθούμε να είμαστε δυτικοί, να πιθηκίσουμε τους δυτικούς, γιατί από τον καιρό που συστήθηκε το ελληνικό κράτος τα πρότυπα από τη Δύση προέρχονταν, αρνούμαστε τα ανατολίτικα στοιχεία μας, και αφού αντικειμενικά δεν μπορούμε να τα ξεριζώσουμε τα έχουμε περιορίσει σε ελαττώματα. Ελαττώματα όχι γιατί είναι αφ’ εαυτών κακά αλλά γιατί έρχονται σε σύγκρουση με τα δυτικά πρότυπα που προσπαθούμε όχι πια να αφομοιώσουμε αλλά να αντιγράψουμε αυτούσια.
****************************************************
Στους τελευταίους αιώνες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας το κράτος ήταν υπό διάλυση. Δεν μπορούσε να εξασφαλίσει στους υπηκόους του τίποτε. Η αναγκαστική λύση επιβίωσης ήταν να την παλέψει κανείς μόνος του, όχι σύμφωνα με τους νόμους −που έτσι κι αλλιώς κανείς δεν τους γνώριζε, υπήρχε μόνο ένας καδής σε κάθε τόπο που τους εφήρμοζε όπως τον βόλευε− αλλά σύμφωνα με τις ευκαιρίες. Αν κάποιος τα κατάφερνε να βρει τη λύση, η πρώτη του μέριμνα θα ήταν να εξασφαλίσει τη βόλεψή του και μετά να τη μοιραστεί με τους πολύ δικούς του ανθρώπους: συγγενείς, κανένα κουμπάρο, κανένα συγχωριανό. Έτσι όπως το περιγράφω παραπέμπει άμεσα σε νεοελληνικές μικροπονηριές του τύπου «βρήκα άκρη για το βουλευτή που θα μου διορίσει τα παιδιά και θα κάαααθονται», αλλά δεν είναι μόνο έτσι. Οι περισσότεροι Έλληνες εκείνων των χρόνων που κατάφεραν να διακριθούν είτε στα γράμματα είτε στο εμπόριο, έτσι τα κατάφεραν: με προσωπικό αγώνα, βρίσκοντας μόνοι τους τις λύσεις.
Το Οθωμανικό κράτος δεν ήταν πάντα υπό διάλυση. Κάποτε λειτουργούσε όπως έπρεπε −όπως ήθελε δηλαδή. Και τότε όμως, η αυτενέργεια καλλιεργούνταν: «Κύριοι, μπορείτε να έχετε τη θρησκεία σας, την τοπική σας αυτοδιοίκηση, το εθιμικό σας δίκαιο. Εγώ αυτό που ζητάω είναι πέντε πραγματάκια: να πληρώνετε τους φόρους, λίγο παιδομάζωμα και τα λοιπά. Κατά τα άλλα είστε ελεύθεροι να την παλέψετε όπως νομίζετε καλύτερα.» Δεν προσπαθώ να εξωραΐσω τα περίφημα πεντακόσα χρόνια σκλαβιάς: δεν ήταν παραδείσιες συνθήκες, σε καμία περίπτωση. Ήταν όμως τέτοιες ώστε το να βρίσκει κανείς μόνος του λύσεις ήταν και αναγκαίο και θεμιτό. Και όποτε παρά ταύτα οι άνθρωποι (που τότε δεν ήταν βέβαια πολίτες, ήταν υπήκοοι) δεν κατάφερναν να βρουν μεταξύ τους την άκρη και χρειαζόταν να προσφύγουν στις αρχές, οι αρχές ενεργούσαν πιο σωστά και πιο ελεγχόμενα απ’ ό,τι στα μετέπειτα χρόνια της παρακμής. Όταν η παρακμή και η διάλυση έφτασε στο σημείο ο κάθε καδής, ο κάθε φορατζής και ο κάθε πασάς να δουλεύει για πάρτη του εις βάρος τόσο του λαού όσο και του κράτους, τότε πολλές φορές η λύση επιβίωσης ήταν η κομπίνα, το βόλεμα, το γλείψιμο και το λάδωμα.
Ακόμη πιο παλιά, επί Βυζαντίου, δεν ξέρω τι γινόταν. Δεν έχω δεδομένα να αναγάγω αυτή την παράδοση ελιγμών πιο πίσω. Πάντως είναι νομίζω φανερό ότι το να την ψάχνει κανείς μόνος του δεν είναι αφ’ εαυτού τόσο κακό όσο το έχουμε καταντήσει σήμερα.
Σήμερα έχουμε φορέσει στον εαυτό μας ένα σύστημα που δεν αφήνει περιθώριο να την ψάχνεις μόνος σου ει μη μόνον με αθέμιτους τρόπους. Είναι φανερό ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει. Μεταφέρουμε αυτούσια κόλπα από χώρες της Δύσης, που εκεί λειτουργούν, όχι γιατί είναι σωστά αλλά γιατί εκεί είναι σωστά. Ο Γερμανός ή ο Σκανδιναυός θα κάνει αυτό που του ζητά ο νόμος, το κράτος, όχι γιατί είναι κουτόφραγκος αλλά γιατί έχει χίλιους δυο βάσιμους λόγους να εμπιστεύεται το κράτος του. Θα κάνει μια ειλικρινή φορολογική δήλωση, γιατί ξέρει ότι μ’ αυτά τα λεφτά θα έρθει ένα συνεργείο να μπαλώσει τις λακκούβες στο δρόμο έξω από το σπίτι του. Θα περιμένει στο κόκκινο, γιατί ξέρει πως όταν ανάψει το πράσινο θα έχει χώρο να προχωρήσει, δε θα μείνει για πάντα στο ίδιο σημείο. Ο Έλληνας δεν έχει λόγο να εμπιστεύεται ούτε το κράτος ούτε το νόμο, γιατί ξέρει ότι οι λειτουργοί του κράτους και του νόμου είναι σαν τον ίδιον. Δε θα πληρώσει το φόρο, γιατί έτσι κι αλλιώς οι λακκούβες δε θα μπαλωθούν. Αλλά κι αν καμιά φορά έρθει το συνεργείο να τις μπαλώσει, οι μισές θα μείνουν έτσι επειδή ο ίδιος δεν ενδιαφέρθηκε να πάρει το αμάξι του παρόλο που επί μια βδομάδα έβλεπε την ανακοίνωση «παρακαλώ τσακίδια από δω χάμου, θα έρθει συνεργείο οδοποιίας την Τρίτη». Φαύλος κύκλος.

***************************************************
Κι όμως, υπάρχουν και μερικά σημεία όπου ο σύγχρονος απόγονος του πολυμήχανου Οδυσσέα έχει ακόμη το περιθώριο να αυτενεργεί χωρίς να κάνει τίποτε κακό. Εγώ διασχίζω το δρόμο την ώρα που δεν περνάν αμάξια −για την ακρίβεια, διασχίζω το κάθε σημείο του δρόμου τη στιγμή που δεν περνάνε αμάξια από το συγκεκριμένο σημείο. Όταν μια φορά είδα μια παρέα Γερμανούς, τρεις μετά τα μεσάνυχτα καθημερινής, στην παντέρημη επί χιλιάδες μίλια δεξιά και αριστερά Πανεπιστημίου, να περιμένουν να ανάψει ο Γρηγόρης, ε δεν μπορώ να πω, τους χλεύασα από μέσα μου. Αυτό που έκαναν δεν είχε νόημα. Ο Έλληνας που δεν έχει το χρόνο ή τα φράγκα να πάει ακριβώς αυτή τη στιγμή στο συνεργείο, άμα λάχει θα δέσει και την εξάτμισή του μ’ ένα κομμάτι σύρμα −κάτι αδιανόητο υποθέτω στη Ζυρίχη, αλλά δεδομένο στο Κάιρο. Ο Έλληνας που οι γιατροί τού λένε «η περίπτωσή σου δεν έχει καμία ελπίδα», είναι πιο πρόθυμος από τον αντίστοιχο Ευρωπαίο να ψάξει μήπως κάπου αλλού υπάρχει μία ελπίδα που ο συγκεκριμένος γιατρός δε γνώριζε. Μπορεί κανείς να την ψάχνει μόνος του χωρίς να γίνεται παράσιτο της κοινωνίας, φτάνει η κοινωνική οργάνωση να του το επιτρέψει.
Ο Έλληνας τα κατάφερε τόσες χιλιάδες χρόνια όχι επειδή ήταν καβαντζόπουστας, αλλά επειδή ήταν πολυμήχανος: μία ευρύτερη έννοια που βέβαια κάπου περιλαμβάνει και αυτήν του καβαντζόπουστα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται μαζί της. Γιατί δεν τον αφήνουμε να το αναπτύξει; Δεν είναι φανερό ότι τώρα δεν τα καταφέρνει;

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009

ΕΚΚΛΗΣΗ ΓΟΝΕΩΝ ΤΟΥ 3ου ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΝΕΑΣ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ

Σε 70 περίπου σχολεία της Α΄ Αθηνών πρόκειται να γίνουν μισοχρονίς αλλαγές διευθυντών. Τα προβλήματα που δημιουργεί αυτή η κίνηση, με τον κάθε διευθυντή να πρέπει να παρατήσει τη δουλειά του στη μέση και να πιάσει τη μισοξεκινημένη δουλειά κάποιου συναδέλφου του, έρχονται να προστεθούν στα υπόλοιπα προβλήματα της φετεινής χρονιάς: καταλήψεις, κλειστά σχολεία λόγω γρίππης κλπ..

Ένα από αυτά τα σχολεία, το 3. Γυμνάσιο Νέας Φιλαδέλφειας, ξεκίνησε μία προσπάθεια να αλλάξει η απόφαση και οι αλλαγές διευθυντών να γίνουν μια πιο λογική στιγμή, δηλαδή το καλοκαίρι.

Παραθέτω το κείμενο της διαμαρτυρίας. Δημοσιεύτηκε αρχικά στο μπλογκ "Nelly's Κι αυτά κι εκείνα", και έκτοτε αναδημοσιεύτηκε σε αρκετά άλλα μπλογκ. Εγώ το πήρα από το "Δυοσμαράκι".


Προς την Υπουργό Παιδείας δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων



Κυρία Άννα Διαμαντοπούλου

Προς τον Περιφερειακό Διευθυντή Α/βάθμιας και Β/βάθμιας Εκπαίδευσης Αττικής

Κύριο Παρασκευά Γιαλούρη

Προς την Διευθύντρια του Α' ΠΥΣΔΕ Αττικής

Κυρία Πολυξένη Ζαβού-Ράδου


Προς όλα τα μέλη του ΠΥΣΔΕ

Προς όλους τους Συλλόγους και τις Ομοσπονδίες των Καθηγητών


Προς όλους τους Εκπαιδευτικούς


Προς όλους τους Γονείς

Προς όλους τους Μαθητές


Προς κάθε ενδιαφερόμενο


Έχω την χαρά και την τιμή να είμαι Πρόεδρος του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων του 3ου Γυμν. Ν. Φιλαδέλφειας.

Παίρνω το θάρρος να σας γράψω ζητώντας τη βοήθειά σας για ένα θέμα, που μας καίει όλους πολύ, τις κρίσεις των διευθυντών.

Στο καταταλαιπωρημένο σχολείο μας που υπέφερε από δεινά τουλάχιστον την τελευταία δεκαετία είχαμε την τύχη, μετά τις κρίσεις του 2007, να έρθει μια Διευθύντρια, η κυρία Μαρία Χατζηιωάννου, που κατάφερε το ακατόρθωτο: Από αχούρι, με μορφή εγκαταλελειμμένου, ξεχαρβαλωμένου αναμορφωτηρίου να το μετατρέψει σε σχολείο- αγκαλιά για όλα τα παιδιά.

Το σχολείο μας δεν είχε τίποτα σωστό. Ηταν όλα ξεχαρβαλωμένα, δεν παρείχε ούτε τα στοιχειώδη και επιπλέον λειτουργούσε και υπό ένα καθεστώς τρομοκρατίας και χαφιεδισμού. Τα παιδιά έκαναν συνεχώς καταλήψεις διεκδικώντας τα αυτονόητα. Μέχρι και το βάψιμο των αιθουσών το κάναμε οι γονείς κάποιες Κυριακές.

Και ήρθε αυτή η γυναίκα και έβαλε τάξη σε όλα, μα κυρίως έβαλε αγάπη.

Και το σχολείο μας έγινε αυτό, που έπρεπε να είναι τα σχολεία όλου του κόσμου.

Μια κυψέλη δημιουργίας και αγάπης.

Τέρμα τα προβλήματα, τέρμα η παραβατικότητα, τέρμα οι καταλήψεις.

Τα παιδιά ξεκίνησαν δράσεις και προγράμματα, που θα ζήλευε και το καλύτερο ιδιωτικό σχολείο.

Τα παιδιά αγάπησαν αυτήν, αγάπησαν τα μαθήματα, αγάπησαν το σχολείο τους σαν το σπίτι τους.

Το φροντίζουν. Το προσέχουν.

Και τώρα έρχεται το Α' ΠΥΣΔΕ, μ΄αυτήν την παράνομη, όπως διαβάζω, διαδικασία και τα ακυρώνει όλα.

Θέλει να μας πάρει την Διευθύντρια, παρόλο που η ίδια δήλωσε ότι δεν θέλει να μετακινηθεί, άλλωστε σε λίγο μπορεί να συνταξιοδοτηθεί, αν θέλει.

Και ερωτώ, μήπως τηρώντας τους τύπους χάνουμε την ουσία;

Ποιός ο ρόλος του εκπαιδευτικού;

Ποιός ο ρόλος του σχολείου;

Ποιός ο ρόλος όλων αυτών, που διορίζονται ή εκλέγονται για να καλύψουν θέσεις καίριες, όπως αυτές των ΠΥΣΔΕ;

Πώς τιμάται ένας επιτυχημένος Διευθυντής; Με το να τον αλλάζετε πόστο παρά τη θέλησή του;

Προσπάθησα να επικοινωνήσω με την Διευθύντρια του ΠΥΣΔΕ και τηλεφωνικά, να της εκφράσω την αγωνία μας και την επιθυμία μας, όμως αν και κατανοώ την έντασή της και τις πιέσεις που δέχεται πανταχόθεν, δεν μπορώ να κατανοήσω την αντίληψή της, πως "οι γονείς δεν έχουν κανένα λόγο για τα παιδιά τους και ουδείς αναντικατάστατος"!!!!

Πώς μπορεί κάποιος που ασχολείται με την εκπαίδευση, να γελοιοποιεί την αγωνία ενός γονιού, εκλεγμένου στη θέση του Προέδρου του ΔΣ του Συλλόγου μας κλείνοντάς του το τηλέφωνο;

Ουδείς αναντικατάστατος, μου είπε! Μα, είμαστε όλοι ίδιοι; Δεν υπάρχουν καλοί, καλύτεροι και χειρότεροι;

Η ίδια η διαδικασία των κρίσεων δεν το αποδεικνύει αυτό;

Και αν εμείς οι γονείς δεν έχουμε λόγο για το καλό των παιδιών μας, τότε ποιός έχει;

Το άρθρο 3 της χάρτας για τα δικαιώματα και τα καθήκοντα των γονέων της ευρωπαϊκής κοινότητας, ορίζει πως:

"ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΛΗΡΟΥΣ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΤΟ ΕΠΙΣΗΜΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥΣ ΒΑΣΕΙ ΤΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ, ΔΕΞΙΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΞΙΩΝ ΤΟΥΣ.



ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΚΑΘΗΚΟΝ ΝΑ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ ΩΣ ΕΤΑΙΡΟΙ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΤΟΥΣ."

Και το άρθρο 8:

"ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΛΛΟΓΟΙ ΤΟΥΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΙΚΑ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΑΠΟΨΉ ΤΟΥΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΖΗΤΑΤΑΙ ΕΝΕΡΓΑ, ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΣΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΒΑΘΜΙΔΕΣ."

Και ναι, η Διευθύντριά μας είναι αναντικατάστατη!!!

Μα και όλα τα σχολεία θα αναστατωθούν με τις μετακινήσεις στη μέση της χρονιάς. Από τη μια η γρίπη, από την άλλη οι καταλήψεις, τώρα συμβαίνει και αυτό, τί θα πάρουν τα παιδιά από τη φετινή χρονιά; Γιατί δεν έγιναν οι κρίσεις το καλοκαίρι, που μας πέρασε ή γιατί δεν γίνονται το καλοκαίρι που θα έρθει;

Γιατί δεν ζητάτε εκ νέου δηλώσεις προτίμησης σχολείων;

Οι προτιμήσεις των υποψηφίων είναι φυσικό να έχουν αλλάξει σε αυτά τα δυο χρόνια. Γιατί έγινε καταμέτρηση μορίων χωρίς δηλώσεις; Και οι συνεντεύξεις τι νόημα είχαν;

Σας παρακαλώ λοιπόν θερμά, βοηθήστε μας να κρατήσουμε τη Διευθύντριά μας!

Μην αφήσετε να αναστατωθούν τόσα σχολειά στο μέσον της χρονιάς!

Αφουγκραστείτε τις αγωνίες των γονιών!

Τις επιθυμίες των παιδιών!

Αυτά είναι το μέλλον της Ελλάδας.

Πάρτε τα στα σοβαρά!

Ας μην χάνουμε την ουσία και ας δούμε το θέμα προς όφελος των παιδιών μας.

Με εκτίμηση

Η Πρόεδρος του ΔΣ του Συλλόγου Γονέων και Kηδεμόνων του 3ου Γυμν. Ν. Φιλαδέλφειας


Στο μπλογκ της αρχικής δημοσίευσης η συντάκτρια της ανάρτησης, πρόεδρος του Συλλόγου Γονέων του εν λόγω σχολείου, συμπληρώνει:

ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ
το θέμα είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό του μικρού μας σχολείου:

Είναι περίπου 70 σχολεία στην Α' Περ. Αθήνας, που θα ανακυκλωθούν οι Διευθυντές μές στο μέσον της σχολικής χρονιάς!

Και ερωτώ:

Α. Τίνος το αυτί ιδρώνει, που αυτοί οι 70 διευθυντές αυτή τη στιγμή δεν μπορούν να προγραμματίσουν τίποτα στην αναμονή της μετακίνησης;

Β. Που οι νέοι που θα τοποθετηθούν, θα χρειαστούν ένα χρονικό διάστημα εγκλιματισμού και ενημέρωσης, αρα πάλι μηδέν δράσεις και προγραμματισμός;

Γ.Που όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περιοχή, όπου πολλά σχολειά είχαν κλείσει με καταλήψεις και σχεδόν όλα έκλεισαν βδομάδες λόγω γρίπης;

Δ.Που τις ανεπιθύμητες μετακινήσεις διευθυντών οι μαθητές θα τις αντιμετωπίσουν με δυναμικές κινητοποιήσεις;

Ε. Μήπως τελικά η φετινή χρονιά για τα σχολεία μας θα πάει χαμένη;

Αναρωτιέμαι εγώ μια απλή μαμά
αλλά
Οι ιθύνοντες;

Οι καθήμενοι σε διευθυντικές καρέκλες;

Οι υπογράφοντες εντολές;

Οι συνδικαλιστικοί φορείς;

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009

ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ

Δε γέμισε η Αθήνα σκουπίδια επειδή απεργούν οι σκουπιδιάρηδες. Γέμισε επειδή οι κάτοικοι εξακολουθούν να τα βγάζουν. Να τα κρατήσεις στο σπίτι σου, βρωμύλο! Τι πρέπει δηλαδή να γίνει για να βγεις λίγο από τον εαυτό σου και να δεις την πραγματικότητα, σεισμός;

Πιο λίγο ενοχλεί μια σακούλα σκουπίδια στο σπίτι, παρά εκατοντάδες σακούλες στο δρόμο. Δύσκολο να το σκεφτείς;

Ύστερα, όταν εκ των πραγμάτων ο κάδος είναι ξέχειλος, και δεν μπορείς να τα αφήσεις παρά στο δρόμο, και ξέρεις ότι δε θα φύγουν από εκεί άμεσα, τι έχεις κάνει; Απλούστατα, έχεις πετάξει τα σκουπίδια σου στο δρόμο. Άμα είσαι τόσο ζώον, τότε ακόμη κι όταν οι σκουπιδιαρέοι δουλεύουν εσένα δε σου αξίζει να ζεις σε μια πόλη με σκουπιδιαρέους.

Περίμενε να γίνει καμιά νεροποντή να τα σύρει παντού, ή να τα σκεπάσει το χιόνι και να γίνουν γλυπτική, για να γκρινιάξεις...

Βλάκα, υπάνθρωπε!

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2009

ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ




Στην πολιτεία όπου τοποθετείται η δράση του "1984" του Όργουελ υπήρχαν τρία υπουργεία. Έχει ενδιαφέρον η σχέση ανάμεσα στις αρμοδιότητες του καθενός και το πώς ονομάζεται:

Ένα ήταν υπέυθυνο για τη διεξαγωγή του πολέμου. Η πολιτεία, ονόματι Ευρασία, είναι το ένα από τα τρία τεράστια και μοναδικά κράτη της Γης. Τα τρία αυτά κράτη βρίσκονται σε διαρκή πόλεμο μεταξύ τους, παρόλο που οι συμμαχίες μεταξύ τους αλλάζουν από καιρού εις καιρόν. Κάθε τόσο έρχονται ειδήσεις για μια νέα περιφανή νίκη της Ευρασίας κατά του εκάστοτε αντιπάλου της, μια νίκη που ναι μεν θα φέρει την τελική νίκη πιο κοντά, αλλά μέχρι τότε απαιτούνται θυσίες... Εντωμεταξύ, καθώς το κράτος είναι απέραντο και ο πόλεμος γίνεται κάπου μακριά και κανείς δεν έχει δυνατότητα να ενημερώνεται, υπάρχουν αμφιβολίες για το αν όντως γίνεται πόλεμος, ακόμη και για το αν όντως υπάρχουν τα άλλα δύο κράτη...
Αυτό είναι το Υπουργείο Ειρήνης.

Το δεύτερο αντιστοιχεί στα δικά μας οικονομικά Υπουργεία. Όλα τα αγαθά διανέμονται στους πολίτες από το κράτος, και όλοι είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Όμως τα αγαθά είναι ελάχιστα και κακής ποιότητας, και μάλιστα κάθε τόσο γίνονται ακόμη λιγότερα και χειρότερα. Παρά ταύτα το Υπουργείο βγάζει κάθε τόσο πανηγυρικά ανακοινωθέντα του τύπου "αυξήθηκε κατά 25% φέτος η παραγωγή παπουτσιών" -ενώ όλοι βλέπουν ότι οι ξυπόλητοι είναι περισσότεροι από πέρσι. Αλλά έτσι κι αλλιώς, μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στην κρίσιμη περίοδο θυσιών, λίγο πριν την τελική νίκη -μια περίοδο που διαρκεί για πάντα...
Αυτό είναι το Υπουργείο Αφθονίας.

Το τρίτο ασχολείται με την ενημέρωση των πολιτών. Είναι αυτό που τους πληροφορεί για τις νίκες, για την αύξηση παραγωγής και για όλα τα ευχάριστα. Όμως, κάθε τόσο η ενημέρωση αλλάζει: π.χ. από τα δύο άλλα κράτη, δεν είναι πλέον το ένα σύμμαχός μας και το άλλο ο εχθρός, αλλά το αντίστροφο. Αυτό όμως δεν παρουσιάζεται ως αλλαγή, αλλά ως κάτι που συνέβαινε ανέκαθεν. Έτσι το Υπουργείο είναι αρμόδιο να αλλάξει κάθε παλιά πηγή όπου αναφερόταν η πληροφορία που πλέον δεν ισχύει. Αρχειακά φύλλα εφημερίδων ξανατυπώνονται, με το υπόλοιπο περιεχόμενό τους ίδιο όπως στην αρχική (αρχική... την προηγούμενη τέλος πάντων) έκδοσή τους, αλλά με τα ονόματα του σύμμαχου και του εχθρικού κράτους αντεστραμμένα. Επίσης, όταν κάποιος πολίτης πέσει σε δυσμένεια, εξαφανίζεται. Τον τρώει το μαύρο σκοτάδι, και το Υπουργείο είναι αρμόδιο να εξαλείψει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι αυτός ο άνθρωπος υπήρξε ποτέ επί γης: τον σβήνουν από τους καταλόγους του σχολείου όπου εφοίτησε πριν δεκαετίες, από όλες τις φωτογραφίες όπου εικονίζεται, κλπ...
Αυτό είναι το Υπουργείο Αλήθειας.

Πρόκειται περί φανταστικής λογοτεχνίας βέβαια.



Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009

ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Ήταν μια χρονιά που στο Γυμνάσιό μας, όπως και σε ολόκληρο το νησί, δεν είχαν στείλει καθηγητή ούτε Μουσικής ούτε Καλλιτεχνικών. Γι’ αυτά τα μαθήματα προβλέπεται από μία ώρα την εβδομάδα σε κάθε τάξη. Έτσι, μας περίσσευαν έξι ώρες κενές, δύο στην Πρώτη τάξη, δύο στη Δευτέρα και δύο στην Τρίτη. Στην αρχή τα παιδιά σ’ αυτές τις ώρες απλώς είχαν κενό, δηλαδή έβγαιναν στο χωριό και βωλοδέρνανε. Όταν σιγουρευτήκαμε ότι δεν πρόκειται να έρθει καθηγητής, κάναμε τις αναγκαίες αλλαγές στο συνολικό πρόγραμμα, και οι κενές ώρες ήρθαν στο τέλος κάποιας ημέρας. Έτσι τα παιδιά σχολάγαν νωρίτερα.

Με «γνωστικά» κριτήρια, αυτή η απώλεια είναι πολύ πιο ασήμαντη απ’ ό,τι αν δε γινόταν Φυσική ή Μαθηματικά ή Λογοτεχνία. Η Αισθητική Αγωγή (δηλαδή τα Καλλιτεχνικά και η Μουσική μαζί) θεωρείται το κατεξοχήν δευτερεύον, ασήμαντο μάθημα. Άλλωστε δεν εξετάζεται, και σχεδόν δε βαθμολογείται καν −για την ακρίβεια μπαίνει ένας βαθμός αλλά δε συνυπολογίζεται στο μέσο όρο, και κατά παράδοση σχεδόν όλοι οι καθηγητές βάζουν πολύ ψηλούς βαθμούς, από 17 έως 20.

Ωστόσο στην πραγματικότητα ένα σχολείο όπου δε γίνονται αυτά τα δύο μαθήματα είναι κάτι τραγικό, γιατί χωρίς αυτά τι μένει; Μένουν όλα τα άλλα, που στηρίζονται κατά βάση στην ίδια λογική: διαβάζω, εξετάζομαι, περνάω ή κόβομαι· αν έχω κενά από τις προηγούμενες τάξεις δυσκολεύομαι· αν παραδυσκολευτώ και τα παρατήσω, το μάθημα γίνεται εφιάλτης· μπορεί να αρχίσουν τα ιδιαίτερα και τα φροντιστήρια· αν είμαι καλός προχωράω, αλλά πάντα με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή το λογικό και γνωστικό χτίσιμο καινούργιων στοιχείων πάνω σε παλιά. Φυσικά αυτό δεν είναι κακό. Γίνεται απαίσιο όμως, όταν είναι το μοναδικό πράγμα που γίνεται στο σχολείο από την προσευχή της Δευτέρας μέχρι το σχόλασμα της Παρασκευής. Τα Καλλιτεχνικά και η Μουσική στηρίζονται σε άλλες βασικές αρχές. Είναι δυνατόν να προχωρήσουν χωρίς το βούρδουλα του βαθμού, που ρεαλιστικά είναι αναπόφευκτος στα άλλα μαθήματα. Ο κακός μαθητής, που συνήθως είναι γενικά κακός και όχι μόνο στα θεωρητικά ή μόνο στα φυσικομαθηματικά, έχει την ευκαιρία να δοκιμαστεί σε τελείως άλλους τομείς όπου πιθανόν να είναι πολύ καλός. Ο καλός μαθητής πάλι, που κι αυτός συνήθως είναι γενικά καλός και όχι επιλεκτικά, έχει την ευκαιρία να καλλιεργήσει και άλλες νοητικές και πρακτικές δεξιότητες, πέρα από αυτές των «γνωστικών» μαθημάτων, αποφεύγοντας τον ενδεχόμενο κίνδυνο να αναπτυχθεί μονόπαντα. Ο μέτριος μαθητής, που κινείται με βάση όχι τις ικανότητες που έχει ή δεν έχει αλλά την αδιαφορία, ίσως να βρει σ’ αυτά τα μαθήματα το κίνητρο, την ευχαρίστηση που δεν του προσφέρουν τα υπόλοιπα, φτάνοντας πιθανώς στο σημείο να αναθεωρήσει τη συνολικά απαξιωτική του γνώμη για το σχολείο.

Εν ολίγοις πρόκειται για μαθήματα που σπάνε τη μονοτονία των άλλων μαθημάτων. Δεν είναι καλύτερα ή χειρότερα από τα υπόλοιπα, αλλά είναι εξαιρετικά σημαντικά από την άποψη ακριβώς ότι είναι διαφορετικά. Μ’ αυτά (και, θεωρητικά, και με τη Γυμναστική −άλλο πώς γίνεται συνήθως) είναι που παύεις πια να πηγαίνεις σχολείο για μια μοναδική δουλειά.

Στα μικρά σχολεία είναι αρκετά πιθανό ένας καθηγητής να μη συμπληρώνει το ωράριό του. Εκεί για παράδειγμα ήμασταν δύο φιλόλογοι για όλο το Γυμνάσιο, με υποχρεωτικό ωράριο 21+21 ώρες, αλλά το σύνολο των φιλολογικών μαθημάτων και στις τρεις τάξεις ήταν λιγότερο από 42 ώρες. Γι’ αυτόν και για μία σειρά άλλους λόγους τη βγάζαμε πολύ ξεκούραστα. Σε σχέση μ’ αυτό που γνώρισα αργότερα στην Αθήνα τη βγάζαμε αφάνταστα ξεκούραστα, μπορώ να πω. Έτσι αποφάσισα να αναλάβω, με δική μου πρωτοβουλία, το μάθημα της Μουσικής. Το πρότεινα στο διευθυντή. Θα ήταν κάτι ανεπίσημο, ανάμεσα σ’ εμάς και τα παιδιά, χωρίς εμπλοκή της Υπηρεσίας. Με άλλα λόγια δε θα έμπαινε βαθμός, και επισήμως θα ήταν σαν να πήγαινα στο κενό τους να τους απασχολήσω.

Μέσα στην εβδομάδα είχα δύο τελευταίες ώρες που δεν είχα μάθημα, και που συνέπιπταν μ’ εκείνες που ούτε τα παιδιά είχαν. Έτσι, θα τους λέγαμε ότι την τάδε μέρα η μία τάξη και τη δείνα η άλλη τάξη δε θα σχολάνε πιο νωρίς, αλλά κανονικά. (Αυτό έπιανε τις δύο μεγαλύτερες τάξεις. Για την πρώτη γυμνασίου το πρόγραμμα δε βόλευε.) Όμως, το να σχολάνε νωρίτερα είναι ένα προνόμιο που δε θα το απαρνούνταν εύκολα: αν τους λέγαμε ότι θα το χάσουν για να κάνουμε Μουσική θα διαμαρτύρονταν, θα λέγανε «εμείς θέλουμε το κενό μας» (την έχω ακούσει αρκετές φορές αυτή την απίστευτη ατάκα) και θα γινόταν κακή αρχή. Έτσι έκανα επιπροσθέτως μία εσωτερική αλλαγή στο δικό μου πρόγραμμα: μετέφερα στην τελευταία ώρα κάποιο μάθημα που είχα μαζί τους πιο νωρίς, και στο κενό που δημιουργήθηκε έβαλα τη Μουσική. Αυτό δε χρειαζόταν να το ανακοινώσω σε κανέναν, μόνο στα παιδιά. Ο διευθυντής δε θα συμφωνούσε, γιατί η τελευταία ώρα είναι πάντα καμένη στο συγκεκριμένο σχολείο: για κάποιο μυστηριώδη λόγο που σχετίζεται με τα δρομολόγια των λεωφορείων, κρατάει μόνο 25 λεπτά και γενικά αντιμετωπίζεται ως η αναγκαία καθυστέρηση που θα κάνει το σχόλασμα πιο γλυκό, και όχι ως ωφέλιμος χρόνος μαθήματος. Οπότε δεν ήθελε να χαντακώσουμε σ’ αυτή την ώρα ένα «κανονικό» μάθημα, όπως τα Αρχαία ή τα Νέα. Εγώ πάλι, δολίως σκεπτόμενος, έκρινα ότι καλύτερα να βάζαμε εκεί το «κανονικό» μάθημα, αφού έτσι κι αλλιώς υπήρχε και άλλη ώρα μέσα στην εβδομάδα όπου θα είχαμε όλο τον κανονικό χρόνο και τις επιθυμητές συνθήκες, παρά τη Μουσική που είναι μια φορά την εβδομάδα.

Μ’ όλη αυτή τη σκευωρία λοιπόν κατάφερα να κάνω Μουσική στη Β΄ και τη Γ΄ Γυμνασίου. Κρίμα για την Α΄, αλλά δε χωρούσε πουθενά στα προγράμματα. Για να κάνω και σ’ αυτούς θα έπρεπε να αναθεωρηθεί ολόκληρο το πρόγραμμα του Γυμνασίου, πράγμα που δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει: είναι τόσο περίπλοκη, κουραστική και εκνευριστική διαδικασία για όλους και μετά βεβαιότητος θα δημιουργούσε προβλήματα για τα οποία θα έβγαινα εγώ υπόλογος, οπότε μόνο αν έκανα όλους τους μαθητές Παγκανίνηδες και Μαρίες Κάλλας θα ξεπλενόμουνα κάπως. Ενώ έτσι όπως το κάναμε, χωρίς να μπω σε κανενός το μάτι, οι δύο τάξεις θα συμπλήρωναν ένα χαμένο μάθημα και η πρώτη, τι να κάνουμε, θα έμενε χωρίς μουσική όπως την είχε εξαρχής καταδικάσει η Υπηρεσία.

**********

Εγώ δεν είχα σκοπό να κάνω κανέναν Παγκανίνι ή Μαρία Κάλλας. Βασικά ήθελα να κάνουμε ένα μάθημα για τα μουσικά όργανα. Έχει ανθρώπους που όταν βλέπουν ένα συγκρότημα δεν ξεχωρίζουν την κιθάρα από το μπάσο, ή (σε μια ορχήστρα) το βιολί από τη βιόλα, και άλλους που τα ξεχωρίζουν. Είμαι της γνώμης ότι όποιος τα ξεχωρίζει κερδίζει κάτι. Άλλο είναι να ξέρεις να ονομάζεις με ακρίβεια τα αντικείμενα του γύρω κόσμου κι άλλο να λες «αυτό το πωστολένε» ή να ονομάζεις όλα τα όργανα κιθάρες. Ήδη είχα σοκαριστεί όταν μια φορά τούς είπα κάτι για τον ευκάλυπτο που ήταν πίσω από το σχολείο και μερικά παιδιά δεν ήξεραν ποιος είναι ο ευκάλυπτος, γιατί μια ζωή τον ονόμαζαν απλώς «δέντρο». Όταν ξέρεις να ξεχωρίζεις το ένα δέντρο από το άλλο και το ένα όργανο από το άλλο έχεις πιο σαφή εικόνα του κόσμου που σε περιβάλλει. Δε χρειάζεται να ξέρεις κάθε απίθανο είδος δέντρου, αλλά ο ευκάλυπτος, διάβολε, είναι κάτι αρκετά κοινό. Όπως αντιλαμβάνεσθε, αυτό το σκεπτικό ήταν άμεσα επηρεασμένο από τις γλωσσολογικές μου σπουδές: «Τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου».

Σημειωτέον ότι ούτε ήξερα ούτε με απασχόλησε ποια είναι η κανονική ύλη του Υπουργείου για το μάθημα της Μουσικής σε κάθε τάξη. Αποφάσισα ότι θα έβρισκα αυτό που εγώ θέλω να τους κάνω και θα το έκανα, ίδιο και στις δύο τάξεις.

Θεωρούσα ευνοϊκή συγκυρία το ότι είχα στη διάθεσή μου αρκετά όργανα που θα μπορούσα να τους παρουσιάσω στ’ αλήθεια. Είχα στο σπίτι δείγματα των οργάνων που παίζονται στο νησί, λύρα, τσαμπούνα και λαούτο, καθώς και ένα φιλοξενούμενο σαντούρι, είχα δύο φίλους συναδέλφους που έπαιζαν κιθάρα και ακορντεόν και θα μπορούσαν να μου τα δανείσουν ή ακόμη και να έρθουν, αν ήθελαν, να τα παρουσιάσουν οι ίδιοι στα παιδιά, και με παρόμοιους τρόπους όλο και κάπου θα βρισκόταν μια φλογέρα, ένα μπουζούκι και μερικά άλλα όργανα. Επίσης είχα ένα πολύ καλό βιβλίο για τα όργανα, φτιαγμένο λες επίτηδες για σχολική χρήση, που παρουσιάζει μερικές δεκάδες γνωστά και λιγότερο γνωστά όργανα του κόσμου σ’ ένα δισέλιδο το καθένα, με φωτογραφίες και λίγες εύληπτες και ουσιαστικές πληροφορίες.

Τελικά, μία σειρά σκέψεων με οδήγησε σε κάτι άλλο, που νομίζω ότι ήταν ακόμη καλύτερο. Κάναμε την παρουσίαση των οργάνων, αλλά πριν από αυτήν έγινε μία σειρά μαθημάτων με θέμα την εισαγωγή στην ακουστική: πώς παράγονται οι μουσικοί ήχοι.

Ξεκινήσαμε με ένα χάρακα που τον κρατάς στην άκρη του θρανίου και τον τινάζεις και κάνει τόινγκ τόινγκ. Ανάλογα πόσο μακρύ είναι το κομμάτι του χάρακα που είναι στον αέρα, αλλάζει ο τόνος του τόινγκ τόινκγ. Πώς ακριβώς όμως αλλάζει; Βρήκαν μόνοι τους ότι άμα μακρύνουμε το ελεύθερο κομμάτι του χάρακα ο ήχος γίνεται πιο μπάσος, κι άμα το κοντύνουμε γίνεται πιο ψηλός. Τους ρώτησα αν ξέρουν πώς λέγεται η κίνηση που κάνει ο χάρακας. Όταν κάποιος θυμήθηκε από τη Φυσική ότι αυτό είναι ταλάντωση, το θυμήθηκαν και οι άλλοι. Όλοι το είχαν ακούσει, αλλά δεν το είχαν βέβαια μάθει όλοι.

Το να τους ρωτάω πράγματα από την ύλη της Φυσικής χωρίς να είμαι ο Φυσικός τους τους έκανε να συζητάνε πιο ελεύθερα: δεν ήταν εξέταση, δεν είχαν τίποτα να φοβηθούνε. Δε θα μπορούσα ποτέ να κάνω με την ίδια άνεση μια ανάλογη κουβέντα για τα φιλολογικά μαθήματα, γιατί όλοι θα επηρεαζόμασταν από το γεγονός ότι εγώ τους τα έχω διδάξει (ή και άλλος να ήταν, ξέρω τι περίπου τους έχει κάνει) και άρα το να τα ξέρουν είναι κάποιου είδους υποχρέωση απέναντί μου, που είτε την τηρούν και μπράβο είτε όχι και κακώς. Στη Φυσική κάναμε απλώς κουβέντα.

Τους εντυπωσίασα με το ότι, αν και φιλόλογος, ήξερα κάποια πράγματα από τη Φυσική. Τους έκανα να γελάσουν παίζοντας στοιχειώδεις μελωδίες με το τόινγκ τόινγκ του χάρακα. Τους δημιούργησα μία αίσθηση απενοχοποίησης ενθαρρύνοντάς τους να παίζουν κι εκείνοι με το χάρακα. Και απέφυγα τον κίνδυνο να γίνουμε παιδική χαρά συνδέοντας, με τρόπο που φαινόταν απροσδόκητος και συνάμα απόλυτα φυσικός, το αστείο αυτό παιχνιδάκι με τους κανόνες της Φυσικής.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά ανακαλύψαμε έναν κανόνα, ότι ο πιο μακρύς χάρακας βγάζει πιο μπάσα φωνή και αντιστρόφως. Τον ελέξγαμε πειραματικά, και παίξαμε λίγο προσπαθώντας να μαντέψουμε τι φωνή θα έκανε ο καθένας μας να βγάλει ο χάρακας αν τον κράταγε λίγο πιο έξω ή λιγο πιο μέσα στο θρανίο. Εμπεδώσαμε αυτό τον κανόνα, κι εκεί τέλιωσε το πρώτο μάθημα.

Στο επόμενο μάθημα φτιάξαμε το Μονόχορδο του Πυθαγόρα. Το Μονόχορδο του Πυθαγόρα είναι ένα πειραματικό μουσικό όργανο, επί του οποίου μελετώνται οι κανόνες ακουστικής των εγχόρδων. Αποτελείται από μία έδρα, ένα σκουπόξυλο και μία καλούμπα σπάγκο. Δένουμε τη μια άκρη του σπάγκου κάπου κάτω από την τάβλα της έδρας, τον φέρνουμε να διασχίσει όλο το πλάτος της τάβλας, και τον τεντώνουμε τραβώντας δυνατά την καλούμπα από την άλλη άκρη. Πάνω στην έδρα έχουμε και το σκουπόξυλο, ξαπλωμένο κάθετα στο σπάγκο, και περασμένο από κάτω του. Κρατάει τον τεντωμένο σπάγκο σε μια απόσταση από την τάβλα, δηλαδή λειτουργεί σαν καβαλάρης. Με το τμήμα του τεντωμένου σπάγκου από το σκουπόξυλο μέχρι την άκρη της έδρας μπορούμε να βγάλουμε και πάλι ήχους: τόινγκ, τόινγκ. Αφού το έφτιαξα και τους έδειξα πώς δουλεύει, ζήτησα να σηκωθεί όποιος ήθελε να με βοηθήσει. Προσφέρθηκαν σχεδόν όλοι. Διάλεξα τον πιο καμένο μαθητή της τάξης, ας τον πούμε Γρηγόρη. Δε θα σας πω αυτή τη στιγμή όλη την ιστορία της περίπτωσης Γρηγόρη, αλλά ήταν σαφώς ένας καμένος μαθητής, σχεδόν αναλφάβητος και που συνέχεια έμπλεκε σε καβγάδες και κάθε είδους προβλήματα. Ήταν πρώτη φορά που προσφερόταν να βοηθήσει στο μάθημα.

Σηκώθηκε λοιπόν, και του είπα να κρατάει τεντωμένη την καλούμπα. Εγώ έκανα τόινγκ τόινγκ με τη χορδή μετακινώντας μπρος πίσω το σκουπόξυλο, και τα παιδιά έπρεπε να βρουν, βάσει του κανόνα του προηγούμενου μαθήματος, αν η νότα θα ψήλωνε ή θα χαμήλωνε. Το πήγαιναν καλά: το είχαν πάρει λίγο σαν παιχνίδι, κι έτσι συμμετείχαν και μάλιστα αμιλλώνταν κιόλας. Όμως καμιά φορά η νότα άλλαζε χωρίς να μετακινήσουμε το σκουπόξυλο. Όποτε γινόταν αυτό, έκανα παρατήρηση στο Γρηγόρη. Τελικά κάποια στιγμή του είπα: τέντωσέ το γερά. Έκανα τόινγκ με τη χορδή. Πιο γερά, του είπα. Ξαναέκανα τόινγκ, και ήταν πιο ψηλό από πριν. Τι έγινε εδώ; Ξέρουμε ότι η νότα αλλάζει αν αλλάξει το μήκος της χορδής· τώρα πώς άλλαξε η νότα με το ίδιο μήκος χορδής;

Έτσι ανακαλύψαμε τον δεύτερο κανόνα: ότι εκτός από το μήκος, άλλος παράγοντας που επηρεάζει τη νότα είναι το πόσο τεντωμένη είναι η χορδή. Έβαλα το Γρηγόρη να αλλάζει το τέντωμά του ενώ εγώ έκανα τόινγκ τόινγκ με τη χορδή, κι έβγαιναν δίαφοροι αστείοι ήχοι· κι ενώ εκείνος έκανε κάτι που θα μπορούσε να το δει σα μια βλακεία για να γελάσουμε μέσα στο μάθημα, είδε έκπληκτος την κάθε του βλακεία να οδηγεί σ’ ένα επιστημονικό συμπέρασμα, που όλοι −ακόμα κι ο ίδιος− το καταλάβαιναν χωρίς προσπάθεια.

Πάμε παραπέρα. Αν το τέντωμα είναι σταθερό, τότε η νότα αλλάζει αν μετακινούμε το σκουπόξυλο. Θεωρητικά μπορούμε να παίξουμε τραγούδια μ’ αυτό τον τρόπο. Στην πράξη όμως δεν είναι εύκολο να πηγαίνουμε κοτζάμ σκουπόξυλο πέρα-πώε με τόση ταχύτητα και ακρίβεια στις κινήσεις ώστε να βγουν μελωδίες. Πώς αλλιώς μπορούμε να το κάνουμε;

Κάποιος (μπορεί να ’ταν και ο ίδιος ο Γρηγόρης, που αιφνιδίως είχε πάρει φόρα) σκέφτηκε ότι με το ένα χέρι μπορούμε, χωρίς να κουνάμε το σκουπόξυλο, να πατάμε το σπάγκο πάνω στην έδρα, σε διαφορετικά κάθε φορά σημεία, και με το άλλο να κάνουμε το τόινγκ τόινγκ. Αυτό ήταν πράγματι πιο αποτελεσματικό. Τους έβαλα να παίξουν μ’ αυτό. Όχι πως οι ήχοι είχαν καμιά ιδιαίτερη μουσικότητα, αλλά είχε πλάκα, και ταυτόχρονα η κίνηση θύμιζε πλέον αρκετά ξεκάθαρα τις κινήσεις κάποιου που παίζει ένα αληθινό όργανο.

Στη συνέχεια είπαμε τους άλλους δύο κανόνες: ότι μία χορδή πιο χοντρή βγάζει πιο χαμηλή νότα από μία πιο λεπτή και αντιστρόφως, και ότι μία από υλικό μεγαλύτερης πυκνότητας βγάζει πιο χαμηλή νότα από μία από υλικό μικρότερης πυκνότητας. Αυτούς τους είπαμε θεωρητικά, χωρίς παιχνίδια, αλλά πλέον υπήρχε η δυνατότητα να τους καταλάβουν, έχοντας εμπεδώσει καλά τους δύο πρώτους.

Μετά από αυτά ήταν πλέον καιρός να αρχίσουμε με τα πραγματικά όργανα. Τους έφερα ένα λαούτο στην τάξη. Το περιεργαστήκαμε, το πειράξαμε. Τους άφηνα να το πιάνουν και να το κάνουν ό,τι θέλουν χωρίς να τους λέω «μη μου το σπάσεις». Δοκιμάσαμε διάφορα: παίζεις σε μία χορδή· με το ένα χέρι την πατάς σε διάφορα σημεία, της αλλάζεις το μήκος του ελεύθερου τμήματος κι έτσι βγάζεις διαφορετικές νότες· όμως η πιο χαμηλή νότα που μπορείς να παίξεις είναι όταν η χορδή είναι ανοικτή, δηλαδή το ελεύθερο τμήμα της είναι ολόκληρο το μήκος της· αν η μελωδία που πας να παίξεις καταβαίνει και σε πιο χαμηλές νότες, τι κάνεις; Ήταν εύκολο πλέον να βρούνε ότι θα χρησιμοποιήσουμε μια άλλη χορδή, πιο χοντρή. Καθώς μάλιστα το έβλεπαν από πολύ κοντά, φαινόταν ποια χορδή είναι χοντρή και πια λεπτή. Με ανάλογους τρόπους βρήκαν το νόημα του κουρδίσματος: στρίβοντας τα κλειδιά αλλάζουμε το τέντωμα της κάθε χορδής, κι έτσι ανεβοκατεβάζουμε τον τόνο της μέχρι εκεί που θέλουμε.

Τους ρώτησα ποιος ήθελε να μας παίξει «κάτι» στο λαούτο. Στην αρχή ήθελαν λίγοι, αλλά σιγά σιγά πήραν θάρρος σχεδόν όλοι. Στο τέλος τους έπαιξα εγώ λίγη πραγματική μουσική κι είπαμε ένα-δυο τραγούδια.

Σε άλλο μάθημα τους έφερα το σαντούρι. Το σαντούρι έχει δύο ακαταμάχητα προσόντα: πρώτον, είναι φτιαγμένο λες επίτηδες για να βλέπεις αυτούς τους κανόνες ολοκάθαρα μπρος στα μάτια σου, με τις μακριές / κοντές και τις λεπτές / χοντρές χορδές. Δεύτερον, αν αρχίσεις να το κοπανάς στην τύχη, σχεδόν ό,τι κι αν κάνεις θα ακουστεί ωραίο. Εγώ δεν ξέρω σαντούρι, αλλά τόσο καιρό που το είχα σπίτι μου όλο και το έψαχνα, και έτσι είχα αποκτήσει μια μίνιμουμ εξοικείωση. Τους το έδειξα, και τους έπαιξα λίγο κάτι ό,τι να ’ναι, για να πάρουν ένα δείγμα του ήχου. Πολλοί το ήξεραν επειδή εκείνα τα χρόνια υπήρχε μια πιτσιρίκα που έπαιζε σαντούρι με τον Νταλάρα και είχε γίνει φίρμα της τηλεόρασης. Με το που ακούστηκε η πρώτη νότα, τα παιδιά γοητεύτηκαν από τον όντως μαγικό του ήχο, που μπορεί να κατευνάζει τα πάθη, να ηρεμεί τις ψυχές και να εγγυηθεί ότι σήμερα θα είχαμε ένα μάθημα πιο ήσυχο: δε θα κοπανάγαμε χάρακες, δε θα κάναμε αστεία, δε θα φωνάζαμε όλοι μαζί «κύριε κύριε εγώ εγώ». Το μάθημα ήταν λίγο συζήτηση και λίγο παίξιμο. Στο συζητητικό μέρος, για άλλη μια φορά ανακυκλώναμε τους ίδιους κανόνες περί κοντής χορδής και τα λοιπά. Εφόσον τους εφαρμόζαμε κάθε φορά με ένα διαφορετικό όργανο, δεν υπήρχε η αίσθηση ότι ξαναλέμε αιωνίως τα ίδια, κι έτσι το μάθημα δεν ήταν βαρετό. Στο παίξιμο, ο καθένας από όσους ήθελαν ανέβηκε με τη σειρά στην έδρα όπου καθόταν το σαντούρι κι έπαιξε κάτι. Λόγω της φύσης του οργάνου, ολωνών τα παιξίματα ακούγονταν ωραία. Θυμάμαι όμως σα σήμερα την ιδιαίτερη επιτυχία που είχε ο Γρηγόρης: κάπως έτυχε και αυτό το κουτουρού παίξιμό του ήταν τόσο ωραίο, ώστε όλοι τον παρακολουθούσαν με ιδιαίτερη προσήλωση. Όταν τελείωσε όλοι χειροκροτήσαμε αυθόρμητα.

**********

Όλα αυτά γίνονταν με την Τρίτη Γυμνασίου, μία τάξη που γενικώς ήταν απείθαρχη και προβληματική (η ίδια που αναφέρω και στο κείμενο Ένα εκπαιδευτικό πείραμα). Στη Δευτέρα Γυμνασίου είχα σκοπό να ακολουθήσω το ίδιο πρόγραμμα. Όμως εκείνοι ήταν αλλιώτικη ομάδα. Ήταν πιο πειθαρχημένοι, πιο συγκροτημένοι, και όχι απλώς δεν είχαν ανάγκη από τόση εναλλακτικούρα και βιωματική γνώση αλλά ίσα ίσα που μαζί τους αυτό δεν έπιανε καν. Έτσι, μετά από την εισαγωγή στην ακουστική με το χάρακα κλπ. περάσαμε πιο γρήγορα στην καθαυτό οργανογνωσία. Λίγο με όργανα που έφερνα εκεί επιτόπου, λίγο με το βιβλίο που σας έλεγα πιο πριν, μπήκαμε αρκετά σύντομα σε μία ύλη παρόμοιας δομής με των άλλων μαθημάτων: χωρίσαμε τα όργανα σε έγχορδα-κρουστά-πνευστά, κλπ..

Έγινε βέβαια κι εκεί λίγο από αυτό το νταλαβέρι με τα όργανα που βλέπαμε και παίζαμε στην τάξη. Υπήρχε ένα παιδί που έπαιζε τσαμπούνα, και την έφερε αλλά ντρεπόταν και δε δεχόταν με τίποτα να παίξει. Θυμάμαι χαρακτηριστικά τη μέρα που ένας φίλος Φυσικός, που έκανε επίσης κάποιο μάθημα σ’ αυτό το τμήμα και ήταν από την Κρήτη, ήρθε στο μάθημα ως γκεστ-σταρ με την κιθάρα του. Εκτός από το να παίξει, τους μίλησε λίγο για το όργανο, με ιδιαίτερη έμφαση σ’ ένα θέμα που εγώ δεν είχα θίξει καθόλου, το πώς ο ήχος μεταδίδεται και δυναμώνει μέσω του ηχείου του οργάνου. Γενικά τα παιδιά τον υποδέχτηκαν με τόση αγάπη και ενθουσιασμό όσο αμφιβάλλω αν του έδειχναν ποτέ την ώρα που είχαν κανονικό μάθημα μαζί του. Δυο-τρεις ωστόσο σχολίασαν χαμογελώντας τον τρόπο που πρόφερε τη λέξη ηχείο, στα κρητικά (ηshείο). Θεώρησα ότι μας ανοίγεται δρόμος για ένα νέο κεφάλαιο, το οποίο θα έπρεπε να αξιοποιήσουμε με κάθε διαθέσιμο μέσο, ακόμα και αυτό τον μάλλον άπρεπο χαβαλέ που δημιουργήθηκε από την προφορά του. Έτσι στο επόμενο μάθημα τους μίλησα για τη μετάδοση των κυμάτων του ήχου, επανερχόμενος κάθε τόσο στη λέξη ηshείο που μπορούσαμε πλέον εύκολα να τη θυμόμαστε συνειρμικά, και σε άλλα που μας είχε πει ο Φυσικός, ενώ ως πειραματική εφαρμογή κάναμε το κόλπο με το σπάγκο και τα δύο χάρτινα ποτηράκια, που δουλεύει σαν τηλέφωνο. Μερικοί το ήξεραν, άλλοι όχι, πάντως οι περισσότεροι ενθουσιάστηκαν.

Ωστόσο σε γενικές γραμμές μ’ αυτό το τμήμα κάναμε πιο πολλή θεωρία και λιγότερο παιχνίδι. Εντωμεταξύ κάποια μέρα, χαζολογώντας στο σπίτι μου με το ίντερνετ, βρήκα ένα ωραίο βιντεάκι με το Μπολερό του Ραβέλ. Είναι ένα κομμάτι όπου πάρα πολλά όργανα της κλασικής ορχήστρας εναλλάσσονται μεταξύ τους ως σολιστικά, ενώ παράλληλα η υπόλοιπη ορχήστρα τα συνοδεύει, και το βίντεο έδειχνε πολύ ευκρινώς και τον εκάστοτε σολίστα και τους υπόλοιπους. Αποφάσισα λοιπόν ότι θα τους το πάω για να δούνε στην πράξη τα όργανα που είχαμε μάθει επί χάρτου. Πρώτα όμως έπρεπε να μάθουμε επί χάρτου όλα τα όργανα που εμφανίζονταν στο βίντεο. Το κάναμε λοιπόν κι αυτό, με φωτοτυπίες από το βιβλιαράκι. Στην πορεία είχαμε την ευκαιρία να ανακαλύψουμε και πάλι μερικά πράγματα, όπως ότι ένας αυλός όσο πιο μακρύς είναι τόσο πιο μπάσα παίζει, όπως συμβαίνει και με τις χορδές, τι γίνεται όμως όταν φτάνουμε στο όριο ενός εύχρηστου μήκους και θέλουμε να φτάσουμε σε ακόμη πιο μπάσες νότες; Μπορούμε να φτιάξουμε ένα όργανο δυο ή τρία μέτρα μακρύ; Και βρήκαμε ότι μπορούμε, ερκεί να το διπλώσουμε για να είναι εύχρηστο. Μετά είδαμε όντως στο βιβλίο το φαγκότο, το κόντρα φαγκότο, την τούμπα και άλλα τέτοια διπλωτά όργανα, και στο τέλος μια μέρα είδαμε και το βιντεάκι στον προτζέκτορα, όπου τους έβαλα να αναγνωρίσουν όσα όργανα μπορούσαν. Το Μπολερό είναι επιπλέον ένα κομμάτι ιδανικό σαν πρώτο δείγμα κλασικής μουσικής για όποιον δεν έχει ξανακούσει. Είναι εύληπτο, δεν είναι απαιτητικό από τον ακροατή. Ακόμη όμως κι αν εκείνων τους έπεφτε δύσκολο, αν π.χ. τους έλεγα «ελάτε να ακούσουμε αυτό» και κάποια στιγμή το βαριόντουσαν, το βίντεο σε συνδυασμό με την άσκηση βοηθούσε να τους βάλω πλαγίως, δολίως να το ακούσουν χωρίς να έχουν στραμμένη την προσοχή τους στη μουσική. Θε έπρεπε να δούμε όλο το βίντεο και ο καθένας να σημειώνει σ’ ένα χαρτί τα όργανα που αναγνώριζε, όχι να φωνάζουν την ίδια στιγμή «κύριε κύριε φλάουτο, κύριε κύριε βιόλα» γιατί αυτό δε θα μας έβγαζε πουθενά. Έτσι, ενώ αυτοί πρόσεχαν να κάνουν σιωπηλά την άσκηση, η μουσική έκανε κρυφά τη δουλειά της κι έμπαινε απαρατήρητη στις ψυχές των παιδιών.

Δε λέω, μπορεί αυτή η τελευταία σκέψη να είναι μια δικιά μου ανυπόστατη μπούρδα, αλλά όπως και να ’χει κανένας δε βλάφτηκε που άκουσε και λίγο Ραβέλ. Μετά συγκρίναμε ποια όργανα είχε αναγνωρίσει ο καθένας.

****************

Αυτό το μάθημα δε συνεχίστηκε μέχρι το τέλος της χρονιάς. Για κάποιο λόγο που πλέον δε θυμάμαι, τράβηξε μόνο κάνα δίμηνο. Μετά κάτι άλλαξε με το πρόγραμμα, και τη μουσική την πήρε το ποτάμι. Είχα τσαντιστεί κρυφά με το διευθυντή, γιατί είχα την αξίωση να με υποστηρίξει λίγο πιο ενεργά αφού εγώ οικειοθελώς είχα προσφερθεί να κάνω όλη αυτή την ιστορία, αλλά τέλος πάντων με κάποιο τρόπο με άδειασε και μείναμε στη μέση. Δεν πειράζει, ήταν καλός διευθυντής και με είχε υποστηρίξει σε διάφορα άλλα, οπότε χαλάλι αυτή η ιστορία που μάλιστα την έχω ξεχάσει κιόλας.

Το ορατό αποτέλεσμα που είδα όσο καιρό κάναμε το μάθημα ήταν ότι αρκετά παιδιά έμαθαν αρκετά πράγματα από τα επιμέρους που ήθελα να τους μάθω, πώς λέγεται το τάδε όργανο ή ποιος κανόνας εξηγεί το δείνα φαινόμενο. Επίσης ότι κατάφερα για μοναδική φορά στη ζωή μου να κάνω ένα μάθημα στο οποίο οι μαθητές δεν είχαν καμία απολύτως υποχρέωση. Μάθαιναν όσα μάθαιναν χωρίς να τους βάζω να διαβάζουν ή να κάνουν οποιαδήποτε συνειδητή προσπάθεια.

Πέρα από αυτά τα επιμέρους, είχα δύο πολύ υψηλούς στόχους που δεν είμαι σε θέση να πω αν επετεύχθησαν ή όχι. Ο ένας είναι αυτός που έγραψα στην αρχή, να διευρύνουμε τα όρια του κόσμου μας διευρύνοντας τα όρια της γλώσσας μας. Ο άλλος ήταν να καταλάβουν τα παιδιά ποια φυσικά φαινόμενα κρύβονται πίσω από το γεγονός ότι ένας μουσικός παίζει λύρα στο πανηγύρι του χωριού ή μπουζούκι στην τηλεόραση. Αν γινόταν αυτό, ήλπισα ότι θα τους οδηγούσε σταδιακά στη συνειδητοποίηση ότι υπάρχει μία αντικειμενική επιστημονική ερμηνεία, μερικές φορές όχι ιδιαίτερα δυσνόητη, πίσω από οτιδήποτε συμβαίνει στον κόσμο· ότι, για να το πω σχηματικά, οι κεραυνοί είναι ηλεκτρικές εκκενώσεις και όχι κάτι που το ρίχνει ο Δίας. Είμαι της γνώμης ότι όποιος δεν το ξέρει αυτό ζει τη ζωή του σαν περαστικός, βλέπει διάφορα να συμβαίνουν γύρω του και το μόνο που έχει να πει είναι «πω πω!», και κινδυνεύει να καταλήξει άβουλος και παθητικός, χωρίς να του περάσει από το νου ότι μπορεί κι ο ίδιος να επέμβει σε ό,τι του συμβαίνει, αν αποκωδικοποιήσει τους μηχανισμούς −πράγμα που δεν πρόκειται να γίνει με κάποιον που ούτε καν φαντάζεται ότι υπάρχουν μηχανισμοί, κάποιον που δε συνδέει τα αποτελέσματα με τα αίτια αλλά περιορίζεται να βλέπει τα αποτελέσματα σαν κάτι ουρανοκατέβατο.

Δεν ξέρω αν πέτυχε όλο αυτό το μεγαλόπνοο σχέδιο. Είναι κάτι που ποτέ δε θα το μάθω: ακόμη κι αν συναντήσω τους μαθητές μου όταν θα είναι μεγάλοι, και δω ότι είναι ή δεν είναι άβουλοι κλπ. ή το αντίθετο, τίποτε δεν μπορεί να αποδείξει πώς θα ήταν τα πράγματα αν δεν είχαμε κάνει αυτό το δίμηνο Μουσική ή αν είχαμε κάνει όλη τη χρονιά.

Πάντως ο Γρηγόρης ήταν μία πολύ ορατή ανταμοιβή. Αφού έζησε μια φορά την πρωτόγνωρη εμπειρία τού να γίνεται κέντρο της προσοχής όχι για κάποια αταξία που έκανε αλλά επειδή είπε καλό μάθημα, και μετά αυτό επαναλήφθηκε και μερικές φορές ακόμη, η όλη του στάση στο σχολείο άλλαξε. Δεν ξεπέρασε βέβαια τον αναλφαβητισμό του, όμως εγκατέλειψε την εδραιωμένη μέχρι τότε πεποίθηση πως οτιδήποτε ζητάνε οι καθηγητές από τους μαθητές είναι πέρα από τις δικές του δυνάμεις και συνεπώς περιττεύει ακόμη και να προσπαθήσει, και άρχισε να προσπαθεί μερικά πράγματα. Εκείνο τον καιρό άρχισε να σηκώνει χέρι και στα Αρχαία, και μάλιστα μία μέρα μού έκλινε και έναν Αόριστο. Παράλληλα σταμάτησε να δημιουργεί μπελάδες και να τον τραβάμε όλη την ώρα στο γραφείο. Δηλαδή, από εκεί που (κατά τα φαινόμενα) δεν είχε κάνει ποτέ τίποτα καλό στο σχολείο και αρκετά κακά, έπαψε να κάνει οτιδήποτε κακό και έκανε και μερικά καλά. Και το πίστεψε και ο ίδιος. Σημαντικότατο, νομίζω. Έστω και μόνο γι’ αυτή τη μικρή πρόοδο του Γρηγόρη θεωρώ ότι η όλη ιστορία με το μάθημα της Μουσικής άξιζε τον κόπο.

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2009

ΟΙ ΤΑΜΠΟΥΡΑΔΕΣ

Η λαογραφία, όπως είναι γνωστό, γεννήθηκε στην εποχή του Ρομαντισμού, παράλληλα με την ιδέα του έθνους όπως αυτό νοείται σήμερα. Συγκεκριμένα η ελληνική λαογραφία ήταν εξ αρχής μία επιστήμη με προγραμματικό στόχο: να φέρει στο φως έθιμα και συνήθειες των Ελλήνων που να παρουσιάζουν άμεση και εμφανή σύνδεση με αντίστοιχα αρχαία, ώστε να αποδειχθεί ότι οι κάτοικοι της Ελλάδας είναι όντως απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και συνεχιστές του δικού τους πολιτισμού, και όχι οι εκφυλισμένοι Σλάβοι που είδε ο Φαλμεράγερ -τους οποίους οι εν Ευρώπη θαυμαστές της αρχαίας Ελλάδας δε θα είχαν κανένα ιδιαίτερο λόγο να υποστηρίξουν στις εθνικές τους επιδιώξεις. Δηλαδή ήταν μια στρατευμένη επιστήμη. Αυτό είναι κάτι που, με τα σημερινά δεδομένα, ακούγεται χυδαίο: η επιστήμη καλείται να ανακαλύψει την αλήθεια, και όχι να προαποφασίσει μια αλήθεια και μετά να την αποδείξει. Αλλά για εκείνη την εποχή υπηρετούσε μια ιστορική αναγκαιότητα.
Αργότερα κάποια στιγμή ανακαλύφθηκε και έγινε της μόδας το Βυζάντιο, η περίοδος που γεφυρώνει τον αρχαίο με το νεότερο ελληνισμό. Η βυζαντινή γραμματεία, αρχαιολογία κλπ. άρχισαν να μελετώνται και να τους αποδίδεται αξία και προσοχή ανάλογη με της αρχαίας. Καθετί που υπήρχε στο σύγχρονο ελληνισμό χωρίς να κατάγεται από τον αρχαίο, εφόσον αποδεικνυόταν ότι είχε ρίζες στο Βυζάντιο ήταν εξίσου δόκιμο.
Μετά, τα χρόνια πέρασαν. Ο κόσμος προχώρησε. Οι Έλληνες απέδειξαν ότι είναι όσο χρειάζεται απόγονοι των αρχαίων και των βυζαντινών, οι εθνικές επιδιώξεις ικανοποιήθηκαν όσο ικανοποιήθηκαν, και η ιστορία πέρασε στις επόμενες φάσεις. Και οι επιστήμες, όπως και κάθε τι άλλο -οι Τέχνες, η πολιτική, η τεχνολογία κλπ.- επίσης προχώρησαν τη ζωή τους.
Ωστόσο, ακόμη και σήμερα υπάρχουν Έλληνες που εξακολουθούν να κυνηγάνε τον Φαλμεράγερ. Κάποιους από αυτούς τους συναντώ συχνά στο ίντερνετ, σε διάφορους χώρους δημόσιου διαλόγου (π.χ. φόρουμ, μπλογκ, σχόλια σε βιντεάκια του Γιουτιούμπ κλπ.) να ανταλλάσσουν κουβέντες απίστευτης, ενίοτε, φραστικής βίας με Τούρκους, Σκοπιανούς, Αλβανούς και διάφορους άλλους εξίσου θερμοκέφαλους και ανεγκέφαλους με τους ίδιους. Τα θέματά τους καλύπτουν μία μεγάλη γκάμα: από το αν η ύπαρξη του ελληνικού επωνύμου Βούλγαρης ακυρώνει την ελληνική κυριαρχία στη Μακεδονία μέχρι αν το τζατζίκι και τον μπακλαβά τα κλέψαμε από τους Τούρκους. Και τα βλέπει κανείς αυτά σε σελίδες που δεν είναι κατ' ανάγκην εθνικιστικού χαρακτήρα: συχνά κάποιος αθώος ανεβάζει ένα βίντεο με τη χορευτική ομάδα του συλλόγου του χωριού του, δυο τρεις έρχονται και γράφουν από κάτω «Ώπα, αυτά είναι κέφια!», και όλα είναι ωραία μέχρι που εμφανίζεται κάποιος που λέει «αυτά δεν είναι δικά σας, είναι δικά μας και μας τα κλέψατε» και τότε μέσα σε dt αρχίζουν οι e-σφαλιάρες.
Όμως, αυτοί οι e-νταήδες είναι απλώς ταλαίπωροι καθυστερημένοι. Είναι θλιβερό ότι υπάρχουν, έως και τρομαχτικό καμιά φορά, αλλά [ελπίζουμε ότι] δε χαρακτηρίζουν το σύνολο της κοινωνίας τους. Είναι τελείως διαφορετικό όμως όταν άνθρωποι με κάποια παιδεία και με θέση που επηρεάζει τα πράγματα ακολουθούν το ίδιο πνεύμα. Οι άνθρωποι κάποιας παιδείας βέβαια έχουν μια κομψότητα στη συμπεριφορά τους: δε βρίζουν, δεν απειλούν, δε μιλάνε για κλοπές. Ωστόσο συχνά δεν έχουν ενδοιασμούς να δημιουργήσουν μία φανταστική αλήθεια που, προβάλλοντας τη σύνδεση κάποιου πολιτισμικού στοιχείου της σύγχρονης Ελλάδας με αντίστοιχα αρχαία ή βυζαντινά, του προσδίδει ιδιαίτερη αξία -την οποία υποτίθεται ότι αλλιώς δε θα είχε.
Το δημοτικό τραγούδι προέρχεται από τη βυζαντινή μουσική. Ε όχι ρε παιδιά, το δημοτικό τραγούδι δε θα μπορούσε με τίποτα να προέρχεται από τη βυζαντινή μουσική! Το δημοτικό τραγούδι είναι απλό, η συντριπτική πλειοψηφία των δημοτικών μελωδιών οποιασδήποτε ελληνικής περιοχής έχει ένα περιορισμένο αριθμό από νότες και φράσεις, ενώ το εκλησιαστικό μέλος είναι σύνθετο, περίτεχνο, επεξεργασμένο και λεπτουργημένο. Δεν μπορεί το απλό να προέρχεται από το περίτεχνο, δεν είναι προφανές; Υπόκειται ένας κοινός πυρήνας, αυτό ναι. Δε θα υποστηρίξω ότι είναι δύο άσχετα πράγματα. Και σίγουρα υπάρχουν κάποιες δημοτικές μελωδίες που έχουν επηρεαστεί από την εκκλησιαστική μουσική, ιδίως εκείνες που -σε αντίθεση με τις περισσότερες- είναι όντως πιο εκτεταμένες και πιο περίτεχνες. Αλλά υπάρχουν και άλλες που είναι επηρεασμένες από κάτι άλλο, από φράγκικα ή τούρκικα ή βουλγάρικα ακούσματα. Και στη γλώσσα μας έχουμε δάνεια από χίλιες δυο γλώσες, αυτό δεν αποδεικνύει τίποτε (ή μάλλον, αποδεικνύει απλώς ότι είχαμε επαφές με άλλους λαούς).
Ύστερα: το δημοτικό τραγούδι είναι εύκολο. Τις εποχές που οι τοπικές μουσικές παραδόσεις ήταν ζωντανές και ακμαίες, σε κάθε τόπο όλοι ήξεραν να τραγουδάνε και να χορεύουν τα τοπικά τραγούδια, χωρίς να κάνουν κάποια ιδιαίτερη συνειδητή προσπάθεια, απλώς με το να «μεγαλώνουν μέσα στη μουσική». Βέβαια δεν ήταν όλοι βιρτουόζοι, όλοι όμως μετείχαν αυτής της κουλτούρας. Αντίθετα η ψαλτική τέχνη κατακτάται μόνο μέσα από μακροχρόνιες συστηματικές σπουδές, σε συνδυασμό με την έμπρακτη εμπειρία, και πάλι ούτε οι ψαλτάδες γίνονται όλοι βιρτουόζοι. Πώς λοιπόν θα μπορούσε το δύσκολο, που απαιτεί σύστημα, μέθοδο και λογική επεξεργασία, να προηγείται του εύκολου, εύληπτου, που μαθαίνεται μόνο με την εμπειρία; Μόνο αν θεωρήσουμε το δημοτικό τραγούδι ως το εκφυλισμένο, παρηκμασμένο απότοκο του βυζαντινού μέλους. Αλλά αν είναι έτσι, τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος να ψάξουμε να του αποδώσουμε καμιά ιδιαίτερη αξία: δεχόμαστε ότι δεν έχει αξία, και ξεμπερδεύουμε.
Και όμως, το δημοτικό τραγούδι -συνήθως με τον τίτλο «Παραδοσιακό»- διδάσκεται με όρους βυζαντινής μουσικής σε πολλά Ωδεία και μουσικά σχολεία, και αναλύεται με βάση τη θεωρία της βυζαντινής μουσικής. Το αποτέλεσμα είναι νέοι μουσικοί, που πήγαν να διδαχτούν γιατί η παλιά αλυσίδα της προφορικής μετάδοσης έχει σπάσει, να βγαίνουν άχρηστοι: μαθαίνουν να προσέχουν λεπτομέρειες που για τον αυθεντικό παραδοσιακό μουσικό δεν υφίστανται καν, και να παραβλέπουν άλλα ζητήματα που γι' αυτόν είναι κεφαλαιώδη.
Το ίδιο αποτέλεσμα προκύπτει και όταν αντί της βυζαντινής χρησιμοποιείται η οθωμανική θεωρία και προσέγγιση. Η λόγϊα οθωμανική μουσική, εξίσου μελετημένη και λεπτουργημένη με τη βυζαντινή, ήταν η μουσική που άκουγαν οι ευγενείς και οι μορφωμένοι στην Κωνσταντινούπολη. Σήμερα είναι η «κλασική» μουσική της Τουρκίας. Έχει θεμελιώδεις ομοιότητες και αναλογίες με τη βυζαντινή, αλλά και αρκετές διαφορές. Μάνι μάνι, η βυζαντινή είναι αποκλειστικά εκκλησιαστική και φωνητική, ενώ η οθωμανική είναι κοσμική και χρησιμοποιεί όργανα. Πέρα από αυτό, υπάρχουν μικροδιαφορές στις δύο παραδόσεις και στην πράξη και στη θεωρητική προσέγγιση. Αλλά οπωσδήποτε οι ομοιότητες ανάμεσα στις δύο είναι περισσότερες απ' ό,τι ανάμεσα σε καθεμία από αυτές και στο δημοτικό ελληνικό τραγούδι, γιατί απλούστατα και οι δύο είναι έντεχνες, επώνυμες παραδόσεις, ενώ το δημοτικό τραγούδι είναι δημώδες.
Οπότε και η οθωμανικού τύπου προσέγγιση της λαϊκής παράδοσης βγάζει λάθος αποτελέσματα. Τουλάχιστον όμως είναι απαλλαγμένη από το σύμπλεγμα του να αποδείξουμε την ελληνικότητα και -άρα- την αξία της μουσικής. Μετά από αυτή την παρένθεση, αφήνω κατά μέρος την οθωμανοπρεπή διδασκαλία για να ξαναγυρίσω στη βυζαντινοπρεπή.
Βασικό εργαλείο στην εκμάθηση και των δύο σκελών της ελληνικής μουσικής, δημοτικού τραγουδιού και εκκλησιαστικού μέλους, είναι το εθνικό μας όργανο: όχι βέβαια το μπουζούκι, όπως ίσως να νόμιζε κανείς, ούτε το κλαρίνο, αλλά ο παγκοσμίως άγνωστος ταμπουράς.
Τι είναι ο ταμπουράς;
Η λέξη χρησιμοποιείται με διαφορετική σημασία σε τρία διαφορετικά επίπεδα. Στο πρώτο, το στενότερο, ταμπουρά ονόμαζαν σε διάφορες περιοχές ένα τοπικό όργανο που χονδρικά μοιάζει με σάζι ή μπουζούκι, αλλά στις λεπτομέρειες μπορεί να διέφερε από τον ταμπουρά μιας άλλης περιοχής. Με μία ευρύτερη έννοια ταμπουράδες είναι όλα αυτά τα τοπικά όργανα, καθώς και άλλα που είχαν τα ίδια βασικά χαρακτηριστικά αλλά η τοπική τους ονομασία μπορεί να ήταν άλλη. Και με μία ακόμη ευρύτερη έννοια ταμπουράς είναι ένας γενικός όρος που περιλαμβάνει όλα τα αλλιώς λεγόμενα «μακριά λαούτα», δηλαδή όλα τα απανταχού έγχορδα που αποτελούνται από ένα σχετικά μικρό ηχείο και ένα σχετικά μακρύ χέρι και παίζονται όχι με δοξάρι αλλά με πένα ή με το νύχι ή με το δάχτυλο, άρα και το μπουζούκι, και το ιρανικό ταρ, και το ινδικό σιτάρ, ακόμη και το μπάντζο. Εδώ θα χρησιμοποιούμε τη λέξη με τη δεύτερη σημασία: ένας γενικός τύπος ελληνικού οργάνου με διάφορες τοπικές παραλλαγές.
Η ονομασία ταμπουράς προέρχεται από το βυζαντινό πανδούρα / πανδουρίς. Σε πολλές γλώσσες υπάρχουν ονόματα οργάνων που είναι παραλλαγές αυτής της λέξης, και μερικές φορές πρόκειται για τελείως διαφορετικά όργανα (μπορεί να μην είναι καν έγχορδα αλλά κρουστά ή πνευστά), αν και συνήθως πρόκειται για όντως ταμπουροειδή όργανα: tanbura στην Τουρκία είναι ένα είδος σαζιού · ταμπουρίτσα στη Βουλγαρία ένα τετράχορδο μπουζουκοειδές · τανπούρα στην Ινδία ένα όργανο που μοιάζει με σιτάρ, πιο απλοποιημένο, που χρησιμοποιείται μόνο για ισοκρατήματα · αλλά tambour στα γαλλικά είναι το τύμπανο, και tambourine στα αγγλικά / tamburello στα ιταλικά το ντέφι, ενώ μπαντούρα ή μαντούρα στην Κρήτη είναι το μονοτσάμπουνο (μικρό καλαμένιο πνευστό, ένας μεμονωμένος αυλός τσαμπούνας -άλλωστε και η τσαμπούνα στην Κρήτη λέγεται ασκομ(π)αντούρα). Η πρώτη αρχή της λέξης έχω διαβάσει ότι είναι το σουμεριακό παν-τουρ, που κυριολεκτικά σημαίνει «μικρό τόξο».
Ταμπουράδες παίζονταν παλιά σε όλη λίγο-πολύ την Ελλάδα. Αλλού ήταν μικρότεροι, αλλού μεγαλύτεροι · με πιο στρογγυλό ή πιο αμυγδαλόσχημο ηχείο · με δύο ή τρεις ή και τέσσερις χορδές, μονές ή διπλές, και με ποικίλα κουρδίσματα. Και βέβαια με ποικίλες ονομασίες. Ανάλογη ποικιλία βρίσκουμε και στα σάζια της Τουρκίας, που είναι πολύ παρόμοια όργανα.
Σήμερα οι ταμπουράδες έχουν χαθεί από παντού στην Ελλάδα. Σώζονται άπειρες μαρτυρίες, απεικονίσεις, μνεία των οργάνων σε δημοτικά τραγούδια, φωτογραφίες, ακόμη και τα ίδια τα όργανα (π.χ. ο ταμπουράς του στρατηγού Μακρυγιάννη εκτίθεται, επισκευασμένος και έτοιμος να παίξει, στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο), αλλά δεν ξέρουμε πώς παίζονταν. Δεν υπάρχουν ούτε ηχογραφήσεις ούτε άνθρωποι που να πρόλαβαν την αλυσίδα της ζωντανής παράδοσης. Με κάποιες εξαιρέσεις: το μπουλγαρί, ο ταμπουράς της Κρήτης, παιζόταν μέχρι προ εικοσαετίας περίπου από τον τελευταίο παλιό οργανοπαίχτη, το Στέλιο Φουσταλιεράκη, ο οποίος πρόλαβε και να ηχογραφήσει και να βιντεοσκοπηθεί και να έρθει σε επαφή με ερευνητές που κατέγραψαν την τέχνη του, κι έτσι αργότερα υπήρξε η δυνατότητα αναβίωσης του οργάνου και σήμερα παίζουν πολλοί. Στο Άγκιστρο Σερρών έχει δυο γριές που παίζουν έναν τοπικό δίχορδο ταμπουρά, και κάποια στιγμή τούς έγινε αφιέρωμα σε μια εκπομπή στην τηλεόραση. Αλλά σε γενικές γραμμές οι ταμπουράδες όλης της Ελλάδας είτε μετασχηματίστηκαν σε μπουζούκια, τζουράδες και μπαγλαμάδες (που στη συνέχεια ακολούθησαν τελείως άλλη πορεία) και σε λαούτα (το σημερινό ελληνικό λαούτο μοιάζει να είναι υβρίδιο μεταξύ των καθεαυτού λαούτων, με κοντό χέρι, όπως το ούτι, και των ταμπουράδων) είτε σίγησαν. Κι έτσι δεν είναι γνωστό ούτε πώς κουρδίζονταν, ούτε τι πενιές χρησιμοποιούνταν, ούτε πώς ταιριάζονταν οι κλίμακες στα διαστήματά τους. Πρόκειται για μία παράδοση που έχει χαθεί.
Βέβαια η συγκριτική μουσικολογία μπορεί να αντλήσει κάποιες ενδείξεις σχετικά με αυτά τα ερωτήματα μελετώντας αφενός τα όργανα που διαδέχτηκαν τους ταμπουράδες και αφετέρου τα συγγενή τους όργανα άλλων λαών που παίζονται ακόμα, δηλαδή κυρίως τα τούρκικα σάζια. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι όπως παίζεται το τούρκικο σάζι έτσι παιζόταν και ο ελληνικός ταμπουράς της Α ή Β περιοχής. Άλλωστε και στην Τουρκία έχει επέλθει ένας συγκρητισμός: σήμερα θεωρείται ότι το σάζι είναι ένα όργανο, που βγαίνει στα τάδε και τάδε μεγέθη, το καθένα με την τονικότητά του και το όνομά του, και όλα κουρδίζονται με τρεις ή τέσσερις κοινούς για όλα τρόπους, και έτσι διδάσκεται. Εκ παραδόσεως όμως κάθε περιοχή είχε ένα μέγεθος, με το δικό του κούρδισμα και τη δική του τεχνική, που ήταν βέβαια σχετική και με το ιδιαίτερο τοπικό ρεπερτόριο.
Παρά λοιπόν τη σχεδόν πλήρη και μη αναστρέψιμη άγνοιά μας για το πώς παιζόταν, ο ταμπουράς έχει εσχάτως αναγορευθεί σε εθνικό μας όργανο. Είναι υποχρεωτικό για όσους μαθητές των μουσικών σχολείων παίρνουν παραδοσιακή μουσική, και χρησιμοποιείται επίσης και στη διδασκαλία της βυζαντινής. Τα όργανα που χρησιμοποιούνται είναι τούρκικα σάζια ενός συγκεκριμένου μεγέθους. Μόνο που αντί για την τρύπα στο κάτω μέρος του ηχείου που έχουν συνήθως τα σάζια αυτά την έχουν στο καπάκι όπως τα μπουζούκια και γενικώς τα περισσότερα έγχορδα. Έτσι, για να υπάρχει μία διαφορά. Και υπάρχει και μία ακόμη διαφορά, στους μπερντέδες (διαστήματα, τάστα): το μπράτσο χωρίζεται σε ημιτόνια και ορισμένα από τα ημιτόνια χωρίζονται σε τρία διαστήματα, ενώ οι Τούρκοι τα χωρίζουν σε δύο. Έτσι υποτίθεται ότι αποδίδονται με ακρίβεια τα διαστήματα των βυζαντινών κλιμάκων και άρα και των δημοτικών.
Μέσα σ' αυτή τη φαινομενικά αθώα συνήθεια, να χρησιμοποιείται ένα όργανο για την άσκηση του αφτιού στα διαστήματα, κρύβεται μία ολόκληρη σωρεία παραχαράξεων:
1. Ποτέ δεν υπήρξε «ταμπουράς» ως ένα ενιαίο πανελλήνιο όργανο.
2. Οι κατά τόπους παραλλαγές του ταμπουρά έχουν χαθεί. Ακόμα και όπου σώζονται δείγματα δεν ξέρουμε πώς παίζονταν.
3. Με απόλυτη βεβαιότητα κανένα είδος ταμπουρά, ακόμη και από αυτά που δε σώζονται δείγματα, δεν μπορεί να είχε αυτή τη διάταξη μπερντέδων: δεν είναι ίδιον των λαϊκών οργάνων να ορίζουν με τόση ακρίβεια τα διαστήματα. Τα όργανα με μπερντέδες έχουν πάντα λίγους μπερντέδες, έναν ανά ημιτόνιο ή και λιγότερους ακόμα. Αν ο παραδοσιακός οργανοπαίχτης έπαιζε μ' αυτούς τους λίγους μπερντέδες και δεν πετύχαινε το διάστημα σύμφωνα με το Μέγα Θεωρητικόν του Χρυσάνθου, τόσο το χειρότερο για το Χρύσανθο. Αυτή η συνήθεια με τους πολλούς μπερντέδες που σπαν το ημιτόνιο σε όλες τις λεπτές υποδιαιρέσεις προέρχεται από τα όργανα της λόγιας οθωμανικής μουσικής, που εξυπηρετούσε άλλες αισθητικές απαιτήσεις απ' ό,τι η λαϊκή μουσική. Ακόμη και τα τούρκικα σάζια, που είναι λαϊκά όργανα, σπάνε κάποια ημιτόνια αλλά πολύ λιγότερα απ' όσα βλέπουμε τώρα που το σάζι έχει μπει στα Ωδεία.
4. Ο συγκεκριμένος ταμπουράς των ελληνικών Ωδείων και μουσικών σχολείων είναι ξεκάθαρα τούρκικο σάζι. Αν εξαιρέσουμε αυτή τη λεπτομέρεια με τους μπερντέδες, που είτε για την Ελλάδα είτε για την Τουρκία είναι εξίσου ανιστόρητη, κατά τα άλλα είναι ένα όργανο που παίζεται σήμερα στην Τουρκία ενώ δεν παίζεται στην Ελλάδα, και είναι φτιαγμένο στην Τουρκία (ή στην Ελλάδα από μαστόρους που έχουν μάθει εμμέσως ή απευθείας από Τούρκους), κουρδίζεται όπως στην Τουρκία, και ο δάσκαλος το έμαθε από Τούρκους δασκάλους ή από Έλληνες μαθητές Τούρκων δασκάλων. Πριν το 1980 κανείς στην Ελλάδα δεν είχε ακούσει ούτε σάζι ούτε ταμπουρά. Μετά ξεκίνησε το έθνικ. Εμφανίστηκαν μουσικοί όπως ο Ρος Ντέιλι και οι Δυνάμεις του Αιγαίου που είχαν πάει στην Τουρκία και είχαν μάθει σάζια, λάφτες, νέγια, μπεντίρ, πολίτικες λύρες και διάφορα άλλα όργανα που εκεί καλλιεργούνταν ενώ εδώ ήταν άγνωστα, τα έφεραν εδώ, και επειδή η μουσική τους ήταν ωραία τα όργανα απέκτησαν απήχηση. Ήρθαν μερικοί και έγιναν μαθητές τους, οι μαθητές έγιναν δασκάλοι κι έβγαλαν καινούργιους μαθητές, εντωμεταξύ η επαφή με την πηγή (την Τουρκία) δε διακόπηκε γιατί κάθε μαθητής που σεβόταν τον εαυτό του ήθελε κάποια στιγμή να πάει κι από κει να δει το real thing και να μάθει από το δάσκαλο του δασκάλου του, και σήμερα αυτά τα όργανα έχουν γίνει πλέον πάγκοινα στην Ελλάδα, και χρησιμοποιούνται σε διάφορες μουσικές πέρα από την αυθεντική τούρκικη.
Όλα αυτά είναι καλά και γόνιμα. Όμως ούτε ο Ρος Ντέιλι ούτε οι Δυνάμεις ήρθαν ποτέ να μας πουν «αυτό είναι ένα παλιό ελληνικό όργανο». Ήταν τούρκικα, τα δήλωναν για τούρκικα, κατονόμαζαν με όλο το δέοντα σεβασμό τους Τούρκους δασκάλους τους, και από κει και πέρα τα χρησιμοποιούσαν είτε για δικές τους διασκευές ελληνικής ή άλλης μουσικής είτε για πρωτότυπη δική τους μουσική με επιρροές τούρκικες, ελληνικές και οτιδήποτε άλλο.
Αντίθετα στα μουσικά σχολεία, που επιτέλους ανήκουν στο Υπουργείο Παιδείας, στο Κράτος, δεν είναι ιδιώτες να λένε ό,τι θέλουν με ατομική τους ευθύνη, έρχονται οι μαθητές των μαθητών των Τούρκων σαζιστών και σου λένε «ταμπουράς!», κι εσύ ψαρώνεις: πω πω, η βυζαντινή Πανδουρίς! Σμίξαν τα μπουζούκια και ο μπαγλαμάς με τον ταμπουρά του Μακρυγιάννη! Τι λεπτός ήχος! Για δες πώς αποδίδει όλα τα διαστήματα! Τρεις χιλιάδες χρόνια μικρασιάτικου ελληνισμού!

Δε θα είχα αντίρρηση αν έκαναν ακριβώς το ίδιο, αλλά το ονόμαζαν σάζι. Και μετά κάποια στιγμή, ευκαιρίας δοθείσης, να εξηγούσαν κιόλας: δεν είναι το κανονικό τούρκικο σάζι, είναι ένα ειδικό όργανο μαθητείας, τροποποιημένο έτσι ώστε να βοηθάει να μάθουμε τα διαστήματα. Άλλωστε δεν αποκλείεται να το κάνουν κιόλας μερικοί δασκάλοι. Σαν ιδιωτική πρωτοβουλία όμως, όχι σαν επίσημη γραμμή.

Τώρα, σε όλο αυτό που υποστηρίζω, μπορεί να υπάρξει η εξής αντίρρηση: μα ο ταμπουράς ήταν ελληνικό όργανο, και από εμάς το έμαθαν οι Τούρκοι! Άσε μας ρε φίλε! Μας πήραν τον ταμπουρά και σε αντάλλαγμα μας έδωσαν το τζατζίκι; Αυτά είναι αστειότητες. Ελληνικό όργανο είναι όποιο παίζουν οι Έλληνες, και τούρκικο όποιο παίζουν οι Τούρκοι. Ελληνικό όργανο δεν είναι όποιο δεν παίζουν οι Έλληνες. Το κλαρίνο είναι ελληνικότατο, γιατί μ' αυτό γλεντάει και εκφράζεται όλη η Ήπειρος, η Θεσσαλία, η Ρούμελη, η Πελοπόννησος, μεγάλο μέρος της Μακεδονίας και της Θράκης και ακόμη και αρκετά νησιά. Τι σημασία έχει ότι προέρχεται από την κλασική δυτικοευρωπαϊκή ορχήστρα; Το τζατζίκι είναι ελληνικό, γιατί το φτιάχνει η μάνα μας και όλες οι ταβέρνες. Το «άει σιχτίρ» είναι ελληνικό, γιατί το λέμε και γεμίζει ο στόμας μας κι αλαφρώνει η ψυχή μας, κι ας μην ξέρουμε αν στα τούρκικα είναι ρήμα ή ουσιαστικό και τι σημαίνει κυριολεκτικά. Ο μέλας ζωμός δεν είναι ελληνικό φαγητό, κι ας τον έτρωγαν μονοφάι οι Σπαρτιάτες επί πέντε αιώνες, γιατί δεν τον φτιάχνει (ευτυχώς!) η μάνα μας, ούτε καμία ταβέρνα. Ποια πρακτική σημασία μπορεί να έχει η ιστορική πληροφορία ότι κάποιο όργανο ή φαγητό ή προϊόν ή λέξη δεν προέρχεται από το λαό που το χρησιμοποιεί τώρα;
Θα μου πεις, μ' αυτή τη λογική και το σάζι πλέον είναι ελληνικό, αφού το παίζουν τόσοι Έλληνες. Εντάξει... οριακά. Το παίζουν πολλοί Έλληνες, αλλά κυρίως σε τούρκικη μουσική. Και αυτό συμβαίνει εδώ και λίγα χρόνια. Να δεχτώ ότι το σάζι είναι ένα όργανο που πήραμε από τους Τούρκους και έχει αρχίσει να ενσωματώνεται στην ελληνική μουσική. Αλλά έστω κι έτσι, το σάζι δεν είναι σε καμία περίπτωση ο ταμπουράς. Γιατί αν το σάζι είναι ταμπουράς, τότε και τα ερείπια της Εφέσου είναι τούρκικα, και ο Μέγας Αλέξανδρος Σλάβος, και να που ξαναγυρίζουμε στον Φαλμεράγερ...


[ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αρκετές πληροφορίες και ιδέες αυτού του κειμένου προέρχονται από το βιβλιαράκι "Παραδοσιακά μουσικά όργανα" του Ρος Ντέιλι. Πρόκειται για το φυλλάδιο / κατάλογο μιας έκθεσης παραδοσιακών οργάνων από την Ελλάδα, Μ. Ανατολή, Β. Αφρική, Κεντρική Ασία και Ινδία, που είχε γίνει το 1996 στο Αετοπούλειο Πολιτιστικό Κέντρο στο Χαλάνδρι. Υποθέτω πως είναι δυσεύρετο, αλλά είναι εξαιρετικό. Μέσα σε λιγότερο από 40 σελίδες μαθαίνει κανείς όσα άλλοι χρειάζονται τόμους για να τα εξηγήσουν, σχετικά με τα όργανα, τις σχέσεις μεταξύ τους, την ιστορία και την εξέλιξή τους.
Σχετικά με την ιστορία του πώς ξανάρχισαν να ακούγονται ανατολίτικα όργανα στην Ελλάδα υπάρχει ένα άρθρο του Χρήστου Τσιαμούλη σε κάτι παλιές Επτά Ημέρες (σελ. 29). Ολόκληρη μελέτη για το ίδιο θέμα αποτελεί το «Paradosiaka: music, meaning and identity» της Ελένης Καλλιμοπούλου, όπου όλη η ιστορία αυτού του μουσικού κινήματος εξετάζεται λεπτομερώς και εις βάθος. Το διάβασα αφού είχα γράψει το παρόν κείμενο, και διαπίστωσα ότι στο ζήτημα των ταμπουράδων η έρευνά της, βασισμένη σε προσωπικές συνεντεύξεις των πρωταγωνιστών της ιστορίας αυτής, λέει λίγο-πολύ τα ίδια που λέω κι εγώ.]