ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2009

ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΣΑΣ!

Τα τελευταία χρόνια έχω παρατηρήσει ότι υπάρχει μία τάση σε καφετέριες, εστιατόρια και μπαρ, οι σερβιτόροι να ακολουθούν ένα τυπικό στις εκφράσεις της (υποτιθέμενης) ευγένειας προς τους πελάτες. Το τυπικό ποικίλλει από μαγαζί σε μαγαζί, αλλά σε κάθε μαγαζί είναι σταθερό: ο κάθε σρεβιτόρος, στον κάθε πελάτη, θα πει τα ίδια πράγματα. Για παράδειγμα, θυμάμαι σε ένα κουλτουριάρικο εστιατόριο, από αυτά που σερβίρουν τεράστια πιάτα με ελάχιστο φαγητό στο κέντρο και συνταγές τόσο εξωφρενικές που δεν έχουν όνομα αλλά μόνο περιγραφή, να λένε οι σερβιτόροι στερεότυπα «καλή σας απόλαυση», με κάθε πιάτο που έφερναν στο τραπέζι. Θεωρητικά είναι μία έξυπνη, πρωτότυπη έκφραση, με νόημα: πρώτον, εδώ τα πιάτα μας αποτελούν γευστικές εμπειρίες· δεύτερον, εσείς ανήκετε στην εκλεκτή εκείνη κατηγορία καλλιεργημένων γκουρμέδων που θα είναι σε θέση όντως να τα εκτιμήσουν· τρίτον, δεν ήρθατε εδώ για να ικανοποιήσετε το ταπεινό ένστικτο του κορεσμού της χυδαίας πείνας σας (γι’ αυτό άλλωστε και το μεγαλύτερο μέρος του πιάτου είναι άδειο), αλλά για να απολαύσετε. Με μία έκφραση καταφέρνεις να παινέσεις και το μαγαζί σου και τον πελάτη. Στην πράξη όμως είναι μία ανούσια κοινοτοπία: από τη στιγμή που λέγεται μηχανικά, είναι σαν να σου λένε κατάμουτρα «είναι μέρος της δουλειάς μου να σου πω κι αυτό, αντίθετα δεν είναι μέρος της δουλειάς μου να σκεφτώ κάτι να σου πω».
Βέβαια, θα μου πει κανείς, και το κοινό «καλή όρεξη», και όλες οι τυποποιημένες ευγένειες, ευχαριστώ, παρακαλώ, καλημέρα, όλα αυτά το ίδιο δεν είναι;

Αυτό είναι ένα θέμα προς συζήτηση. Γενικά όλοι ξέρουμε ότι μπορεί κανείς να λέει όλη την ώρα ευχαριστώ και παρακαλώ, και επί της ουσίας να μην είναι ευγενικός, ή και το αντίστροφο. Αλλά φυσικά, μπορεί κανείς και να είναι ευγενικός τόσο τύποις όσο και στην ουσία. Όμως, άλλο το αν θα θέτεις τον τύπο στην υπηρεσία της ουσίας ή όχι, άλλο το αν θα τηρείς ή όχι και τον τύπο αφενός αλλά και την ουσία αφετέρου, και άλλο το να υποκαθιστάς την ουσία με τον τύπο. Όταν σε ένα χώρο εφαρμόζεται η πολιτική «στην τάδε περίσταση θα λέμε πάντα την τάδε ατάκα», αυτό σημαίνει ότι θα ασχοληθούμε μόνο με τον τύπο. Δε θα κοιτάξουμε καθόλου το ζήτημα της ουσίας, ενώ και αυτόν ακόμη τον τύπο θα τον ξεπετάξουμε με δυο-τρεις ετοιματζήδικες φράσεις. Στις οποίες επιπλέον θα δείξουμε και ένα πνεύμα πρωτοτυπίας, δε θα λέμε καλή όρεξη αλλά καλή απόλαυση, έτσι ώστε η απομίμηση ευγένειας να είναι ακόμη πιο τέλεια. Όλο το ζήτημα είναι πώς θα μοιάζουμε ευγενικοί. Λες και το να είμαστε ευγενικοί δεν υφίσταται ως θέμα.

(Καλά, και τι σου φταίνε οι έρμοι οι σερβιτόροι; Δουλειά τους κάνουνε κι αυτοί.) Α, όχι. Αυτό το επιχείρημα δεν μπορώ να το δεχτώ. Όσο εργαζόμενος κι αν είσαι, όσο κι αν σε εκμεταλλεύονται τα αφεντικά σου, δεν παύεις να είσαι υπεύθυνος των πράξεών σου. Λες και θα πάει κάνας πελάτης στο διευθυντή και θα πει «αυτό το ζώον η σερβιτόρα δε μου είπε καλή σας απόλαυση, μου είπε καλή σας όρεξη, απαιτώ να απολυθεί πάραυτα».

Αλλά κατά τα άλλα, ναι, φυσικά μού φταίει και το αφεντικό. Αυτές οι βιομηχανοποιημένες ευγένειες εντάσσονται στο πνεύμα της εποχής μας με τα βιομηχανοποιημένα τρόφιμα, τη βιομηχανοποιημένη αισθητική, τα βιομηχανοποιημένα τραγούδια, τις βιομηχανοποιημένες διακοπές κλπ.. Η ντομάτα στο μανάβη, για να μοιάζει περισσότερο με ντομάτα, πρέπει να είναι γυαλιστερή και να έχει ένα συγκεκριμένο σχήμα και μέγεθος, ίδιο με όλων των άλλων ντοματών. Μπορεί από μέσα να είναι τίγκα στο φάρμακο, μπορεί η προσωπική της ιστορία να μην έχει παρά ελάχιστα κοινά σημεία με την ιστορία της παλιάς ντομάτας που την έσπερναν μια συγκεκριμένη εποχή, τη σκάλιζαν, την πότιζαν και όταν ωρίμαζε την έκοβαν και την έτρωγαν, μπορεί επί της ουσίας να μην είναι ντομάτα, ούτε στη χημική σύσταση ούτε στη γεύση, αλλά δεν έχει σημασία· σημασία έχει να μοιάζει με αυτό που έχουμε θασπίσει ως πρότυπο της ντομάτας, ένα πρότυπο με εξωτερικά μόνο χαρακτηριστικά.

Έτσι και με την ευγένεια. Ορίζουμε ένα πρότυπο, με εξωτερικά μόνο χαρακτηριστικά −που έχουν όμως οριστεί με αυστηρότητα, αποκλείοντας την ευελιξία− και όσο πιο πιστά το τηρούμε τόσο καλύτερα έχει πετύχει ο στόχος. Ο οποίος ποιος είναι; Τι εξυπηρετεί να σου λένε σε κάθε πιάτο «καλή σας απόλαυση»; Ό,τι εξυπηρετεί και το να τρως μη-ντομάτες.

**************************************

Άλλο παράδειγμα αυτής της τυποποιημένης συμπεριφοράς είναι ότι, όταν φεύγεις από το μαγαζί, όποιον σερβιτόρο συναντήσεις θα πρέπει να σου πει «ευχαριστούμε πολύ, καληνύχτα σας». Ακόμη κι αν δεν ήταν αυτός που σε εξυπηρετούσε, κι αν δεν ξαναείχες ποτέ πριν οποιαδήποτε επαφή μαζί του. (Καλά, κι αυτό σε πειράζει;) Ναι ρε φίλε, με πειράζει. Αν αυτή είναι η πρώτη φορά που ανταλλάσσω μια κουβέντα με τον άνθρωπο, πού ακούστηκε να ξεκινάμε την επαφή μας με το «καληνύχτα»; Είναι κάτι πολύ πέρα από την ουσία και το νόημα της καληνύχτας, που κανονικά χρησιμοποιείται για να θέσει τέρμα, και όχι αρχή, σε μία επαφή. Είναι κοροϊδία. Κατά βάθος, είναι αγένεια. Είναι άλλη μία υπενθύμιση του ότι εδώ κάνουμε τα πάντα για να προσαρμοζόμαστε στο πρότυπο ευγένειας που υποκαθιστά την ευγένεια.

***********************************

Εκεί όμως που το πράγμα γίνεται άνω ποταμών, είναι στη βλακώδη έκφραση «στην υγειά σας». Σου φέρνουν το νερό ή το ποτό ή τον καφέ σου, και σου λένε «στην υγειά σας». Αυτό δεν είναι απλώς επίφαση ευγένειας, είναι μία πολύ κακή επίφαση, που συνιστά καταστρατήγηση όλων των πολυσύνθετων λόγων που οδήγησαν στη δημιουργία αυτής της έκφρασης.

Γιατί λέμε «στην υγειά σας», κανονικά; Ποιο είναι το νόημα των προπόσεων, των ευχών και του τσουγκρίσματος;

1. Τα ατομικά ποτήρια δεν υπήρχαν πάντα. Όταν στην αρχαία Μεσοποταμία ανακαλύφθηκε η μπίρα (που είναι το πρώτο αλκοολούχο ποτό, αρχαιότερο από το κρασί) και διαδόθηκε η χρήση της, αρχικά έπιναν από ένα μεγάλο, κοινό δοχείο, με καλάμια που τα χρησιμοποιούσαν σαν καλαμάκια. Αυτός ο τρόπος δημιουργεί πολύ πιο έντονα και ανάγλυφα την αίσθηση της συντροφικότητας απ’ ό,τι το να πίνει ο καθένας από το δικό του κύπελλο.

Το ότι στην πορεία εφευρέθηκαν τα ατομικά κύπελλα δεν οφείλεται σε πρακτικούς λόγους: έτσι κι αλλιώς, οι άνθρωποι έπιναν νερό χιλιάδες χρόνια πριν ανακαλύψουν το αλκοόλ, και το ζήτημα του ποτηριού δεν τους είχε απασχολήσει. Δοχεία υγρών υπήρχαν μόνο για αποθήκευση και μεταφορά. Με το αλκοόλ όμως, υπήρχαν κι άλλες ανάγκες εκτός από τις πρακτικές. Σε όλους τους αρχαίους πολιτισμούς που είτε ανακάλυψαν είτε έμαθαν από άλλους το αλκοόλ, αυτό σχεδόν αμέσως συνδέθηκε με μαγικές συνδηλώσεις και τελετουργίες. Αφενός το φαινόμενο της μέθης φαινόταν από απλώς ανεξήγητο έως ένα είδος επαφής με το Θείο· αφετέρου η ζύμωση που παράγει το αλκοόλ, δηλαδή η διαδικασία του να αφήνεις κάποια υλικά που δεν περιλαμβάνουν αλκοόλ και μετά από κάποιο διάστημα να βρίσκεις αλκοόλ, επίσης τους φαινόταν μαγική. Σε κάθε περίπτωση, το να πίνεις αλκοόλ ήταν πάντα μία ιδιαίτερη πράξη, εντελώς διαφορετική από το να πίνεις νερό επειδή δίψασες ή να τρως επειδή πείνασες. Είτε σε μαγικοθρησκευτικά πλαίσια είτε σε κοινωνικά, διαμορφώθηκαν τελετουργικοί τρόποι να πίνεις. Έτσι, κάποια στιγμή αποφασίστηκε ότι για Χ ή Ψ λόγους είναι πρέπον να έχει ο κάθε συμπότης το δικό του ποτήρι.

Θεωρείται ότι το τσούγκρισμα των ποτηριών αποτελεί ανάμνηση του αρχαίου κοινού δοχείου: για μια στιγμή, όταν όλοι έχουν σερβιριστεί κρασί (ή ό,τι άλλο ποτό) αλλά κανείς δεν έχει ακόμα πιει, ενώνουμε συμβολικά τα ποτήρια μας σε ένα μεγάλο δοχείο. Μετά πίνουμε όλοι την πρώτη γουλιά. Στη συνέχεια ο καθένας πίνει με το ρυθμό που θέλει.

2. Είναι γνωστή η θεωρία ότι το ποτό, και ιδιαίτερα το κρασί, πρέπει να τέρπει όχι μόνο τη γεύση αλλά και τις πέντε αισθήσεις: την όσφρηση με το άρωμά του, την όραση με το χρώμα του, καλά μέχρις εδώ. Για την ακοή και την αφή επιστρατεύονται τα ποτήρια, αφού το ίδιο το ποτό ούτε πιάνεται ούτε, πόσω μάλλον, ακούγεται. Δε νομίζω ότι αυτή η θεωρία στέκει ιστορικά, ότι δηλαδή κάποιος παλιός πολιτισμός είχε συγκεκριμένους λόγους να το ζητά αυτό, αλλά δεν έχει σημασία: για τη δική μας εποχή, είναι αναμφισβήτητη αλήθεια ότι τα καλά ποτήρια φτιάχνονται με αυτό το κριτήριο, όχι μόνο να αναδεικνύουν τη γεύση και το άρωμα του κρασιού, αλλά να είναι και εύηχα στο τσούγκρισμα και ευχάριστα στο πιάσιμο.

3. Αυτά λίγο-πολύ ισχύουν ακόμη και για όσους ούτε τα ξέρουν, ούτε τα δέχονται, ενδεχομένως, ούτε τους δίνουν καμία σημασία. Απλοί άνθρωποι, που δεν τους καίγεται καρφί για την ιστορία του ποτού και που δεν είναι γευσιγνώστες (ούτε εγώ είμαι, σημειωτέον), και που μπορεί να μην έχουν δει ποτέ στη ζωή τους αυτό που θεωρείται «ένα καλό ποτήρι», εύηχο κλπ., και πάλι αποδίδουν συνήθως στην πόση ένα μίνιμουμ τελετουργικότητας. Αυτή η τελετουργικότητα επικεντρώνεται στην αρχή της κατανάλωσης αλκοόλ: κατά κανόνα όλες οι παρέες, στην αρχή τσουγκρίζουν, λένε «στην υγειά μας» ή οτιδήποτε ανάλογο, και στη συνέχεια απλώς πίνουν. Άρα, είτε το τσούγκρισμα συνδέεται με την πρόποση είτε όχι, βέβαιον είναι ότι και τα δύο είναι τελετουργικές πράξεις. Έτσι συγκεντρώνονται στην αρχή.

4. Προσωπικά τείνω να πιστέψω ότι η πρόποση είναι ανεξάρτητη από το τσούγκρισμα. Γίνονται ταυτόχρονα απλώς επειδή η ώρα τους είναι η ίδια και για τα δύο, δηλαδή στην αρχή. Όμως, ενώ το τσούγκρισμα γίνεται είτε εις ανάμνησιν του αρχαίου κοινού δοχείου είτε προς τέρψιν της ακοής, η πρόποση γίνεται για άλλους λόγους. Νομίζω δε ότι αυτούς τους φαντάζεται κανείς πολύ πιο εύκολα.

Η πρόποση είναι μία ευχή: άλλοτε ένα απλό «εις υγείαν», άλλοτε στην υγεία κάποιου συγκεκριμένου προσώπου, άλλοτε εις ευόδωσιν κάποιου σκοπού (π.χ. πίνουμε για την παγκόσμια ειρήνη ξέρω ’γω), ή, σε εορταστικά γεύματα, για αυτό το οποίο εορτάζεται, π.χ. χρόνια πολλά, να ζήσει το ζευγάρι, και ούτω καθ’ εξής. Αν η πρόποση δεν είναι ευχή, τότε συνήθως είναι πανηγυρισμός για κάποιο χαρμόσυνο γεγονός. Μπορούμε να πιούμε «για τη νίκη» πριν από έναν αγώνα, οπότε ευχόμαστε να νικήσουμε, ή μετά τον αγώνα, οπότε γιορτάζουμε το ότι νικήσαμε.

Δεν είναι δύσκολο να τα αναγάγει κανείς αυτά στις αρχαίες σπονδές. Οι αρχαίοι συνήθιζαν, σε ορισμένες περιπτώσεις που είχαν κάτι να κάνουν με τους θεούς τους (δηλαδή είτε να τους ζητήσουν κάτι είτε να τους ευχαριστήσουν για κάτι που δόθηκε), να τους προσφέρουν κρασί. Υποθέτω ότι εκτός από τους αρχαίους έλληνες, και οι άλλοι λαοί θα είχαν παρόμοιες συνήθειες. Λέω δε σε ορισμένες περιπτώσεις, γιατί σε άλλες περιπτώσεις προσέφεραν άλλα πράγματα: σιτηρά, ζώα, ανθρώπους. Ή και απλά δώρα - αφιερώματα.

Όλα αυτά είναι θυσίες. Ό,τι προσφέρεις στο θεό σου είναι θυσία. Συνήθως σήμερα η λέξη μάς φέρνει στο νου τις αιματηρές θυσίες, δηλαδή το σφάξιμο ζώων και σε ακραίες περιπτώσεις ανθρώπων. Αλλά υπάρχουν και οι αναίμακτες θυσίες: είτε στάξεις λίγο κρασί στο βωμό, είτε χαρίσεις στην Παναγιά ένα τάμα (π.χ. ένα ασημένιο χεράκι), είτε ανάψεις ένα κερί, είτε προσφέρεις χρήματα στην εκκλησία ή σε ένα ευαγές ίδρυμα, είτε βοηθήσεις στο ασβέστωμα της εκκλησίας πριν τη μέρα που γιορτάζει, όλα αυτά θυσίες είναι. Άλλες μικρές, άλλες μεγάλες. Και η θυσία είναι μάλλον φυσική τάση όλων των ανθρώπων και όλων των πολιτισμών. Γίνεται δε σ’ αυτές τις δύο περιπτώσεις που είπαμε: όταν ζητάς κάτι και όταν ευχαριστείς για κάτι.

Τώρα, ειδικά στην περίπτωση που προσφέρονται φαγώσιμα, είτε πρόκειται για αιματηρή είτε για αναίμακτη θυσία, τίθεται ένα θέμα: ο θεός δεν πρόκειται να κατέβει αυτοπροσώπως και να φάει το σφάγιο ή να πιει το κρασί. Μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις απλώς να το άφηναν να καεί, αλλά γενικά υπήρχε ανέκαθεν η τάση να γίνεται συμβολικά η προσφορά, ενώ την πραγματική κατανάλωση την αναλάμβαναν οι θνητοί. Και σήμερα στη βασιλόπιττα κόβουμε συνήθως ένα κομμάτι για το Χριστό (άλλοι για τον Άη Βασίλη, την Παναγία κλπ.), αλλά το τρώμε κιόλας. Έτσι και με τη σπονδή: αφιερώνουμε ένα ποτήρι κρασί σε κάποια απροσδιόριστη υπέρτατη δύναμη, από την οποία ζητάμε να μας χαρίσει υγεία ή ευόδωση των στόχων μας ή την ευχαριστούμε για τη νίκη μας στις εκλογές ή την επιτυχία μας στις πανελλήνιες, αλλά το πίνουμε οι ίδιοι.

Νομίζω ότι μία λεπτομέρεια που ενισχύει αυτή την άποψη είναι και η εξής: η πρόποση μπορεί να συνοδεύεται από τσούγκρισμα, αλλά υπάρχει και η άλλη περίπτωση, να υψώσουμε απλώς τα ποτήρια μας. Αυτό μάλιστα συχνά όχι απλώς το κάνουμε, αλλά το λέμε κιόλας φραστικά. Από συνήθεια βέβαια το κάνουμε, αλλά η συνήθεια πρέπει να έχει κάποια προέλευση. Πιστεύω ότι αν θεωρήσουμε την ύψωση ως συμβολική κίνηση προσφοράς του ποτηριού κάπου «επάνω», στο Θεό ή στην Τύχη ή στην όποια απροσδιόριστη ανώτερη ύπαρξη, δε θα ήταν μια παρακινδυνευμένη θεωρία.

5. Αν, αντίθετα με τα παραπάνω, υποθέσουμε ότι τελικά η πρόποση και το τσούγκρισμα δεν είναι δύο ανεξάρτητες συνήθειες αλλά συνδέονται μεταξύ τους, τότε σκέφτομαι ότι το τσούγκρισμα μπορεί να έχει κι ένα άλλο νόημα: την πρόκληση θορύβου για να τρομάζουν τα κακά πνεύματα, δηλαδή για γούρι. Ακούγεται τόσο παγανιστικό ώστε καταντάει παρατραβηγμένο, αλλά πρόκειται για μια συνήθεια που επιβιώνει στο χτύπημα ξύλου, όταν αναφερόμαστε σε δυσάρεστα ενδεχόμενα, καθώς και στους πανηγυρικούς πυροβολισμούς σε γεννήσεις, γάμους, την Πρωτοχρονιά, στα βαρελότα του Πάσχα και σε ένα σωρό άλλες συνήθειες −δεν ξέρω αν και το ίδιο το χειροκρότημα δεν έχει την ίδια προέλευση.

6. Η πιο συνηθισμένη πρόποση είναι εις υγείαν. Υγεία ευχόμαστε και σε άλλες περιπτώσεις: όταν κάποιος φταρνίζεται, του λέμε «γεια σου» ή «υγεία» ή «γείτσες». Ο απλός χαιρετισμός «γεια σου» (yassoo) είναι μια ευχή υπέρ υγείας, αρχαϊστί «υγίαινε» και «έρρωσο» (=να ’σαι γερός). Στο τέλος ενός χορού, λέμε στους χορευτές «με τις υγείες σας». Το ίδιο λέμε και σε κάποιον που μόλις κουρεύτηκε. Για καινούργια αποκτήματα, συμπεριλαμβανομένου και του κουρέματος πάλι, λέμε «με γεια». Άλλοτε πάλι λέμε την ίδια ευχή με πλήρη, ανεπτυγμένη διατύπωση: «Ευχόμαστε ο νέος χρόνος να χαρίσει σε όλους υγεία, χαρά, ειρήνη κλπ.».

Όμως ο συγκεκριμένος τρόπος που το εκφράζουμε στις προπόσεις, αρμόζει μόνο στις προπόσεις. Ναι μεν δε λέγεται μόνο «εις υγείαν» ή «στην υγειά σου / μας / σας / του τάδε» αλλά και σκέτο «υγεία» ή «γεια μας»· όταν όμως χρησιμοποιούμε τη σύνταξη με την πρόθεση εις ή σε, αυτό το κάνουμε μόνο στις προπόσεις. Θεωρητικά, η πλήρης διατύπωση θα ήταν (όπως και το λέμε καμιά φορά) «πίνω στην υγειά σου», ή στην ομορφιά σου, στην επιτυχία σου, στο αντρόγυνο κλπ.. Στον απλό χαιρετισμό ή στο φτάρνισμα ή στις ευχές για το νέο έτος ποτέ δε λέμε «εις υγείαν» ή «στην υγειά σου», το λέμε με άλλες συντάξεις. Οι μόνες άλλες, θα έλεγα, περιπτώσεις όπου χωρίς να πίνουμε ευχόμαστε με τη συγκεκριμένη σύνταξη είναι «και στα δικά σου» και «και εις ανώτερα» −άντε και το «και εις άλλα με υγεία»· αλλά είναι διαφορετικές περπτώσεις: γιορτάζουμε κάτι και ταυτόχρονα ευχόμαστε να γίνει μελλοντικά και κάτι ακόμη, μία επιπλέον πρόοδος −εξού και το «και».

*******************************

Όλα αυτά υποκρύπτονται πίσω από το απλό «στην υγειά μας». Παραδόσεις αρχαιότερες από τον δικό μας πολιτισμό, κάποιες αρχαιότερες και από κάθε συγκεκριμένο πολιτισμό, με ρίζες στην εποχή που ο άνθρωπος ένοιωθε γνήσια την ανάγκη να επικαλείται διαρκώς το Θείο στην κάθε περίσταση της ζωής του.

Δεν μπορείς όλα αυτά να μου τα ξεφτιλίζεις στο όνομα μιας επίφασης ευγένειας. Υπάρχουν όρια! Πώς μου φέρνεις να πιω και χωρίς να πιεις κι εσύ, χωρίς να τσουγκρίσεις, χωρίς οποιαδήποτε συμμετοχή, μου λες «στη υγειά σας»; Τι πράμα στην υγειά μας; Εγώ πίνω στην υγειά σου, δηλαδή κάνω μια θυσία ευχόμενος υπέρ της υγείας σου. Εσύ τι προσφέρεις, τι θυσιάζεις; Με ξένα κόλλυβα κάνεις ξόδι; Με ξένο κώλο κλάνεις; Και το θεωρείς κι ευγένεια αυτό; Μάλλον, γιατί η πιο αναμενόμενη απάντηση είναι «ευχαριστούμε».

Ντροπή σου ρε! Και ξανά ντροπή σου γιατί κατά βάθος ξέρεις πόσο άστοχο είναι αυτό που κάνεις. Μπορεί εγώ να χρειάστηκα τόσες σελίδες για να το εξηγήσω −και πάλι ακροθιγώς, χωρίς να ανατρέξω σε συγκεκριμένες πηγές πληροφοριών και αναλύσεων για την ιστορία του πολιτισμού−, αλλά εσύ ξέρεις πάρα πολύ καλά ότι δεν το κάνατε έτσι σπίτι σου, ούτε στις παρέες σου, ούτε πουθενά που να έχεις βρεθεί, ακόμη και σε ταινίες όπου βλέπουμε ανθρώπους άλλων εποχών και πολιτισμών ποτέ δεν είδες να γίνεται κάτι τέτοιο, άρα δεν υπάρχει, το ξέρεις άριστα. Κι όμως το κάνεις. Και διεκδικείς και τα εύσημα γι’ αυτό. Και μου έχεις επιπλέον αποκλείσει και τη δυνατότητα να σου το πω, γιατί αν κάποιος μου πει «στην υγειά σας» κι εγώ τον κατακεραυνώσω γι’ αυτό, όλοι ξέρουμε πως θα ακουστεί και ποιος θα φανεί ότι είναι ο γάιδαρος. Άρα, μου βγαίνεις και καπάκι! Απατεώνες, μονά ζυγά δικά σας! Σε λίγο θα μας δέρνουνε κιόλας και θα πρέπει να τους ευχαριστάμε!

Σάββατο 27 Ιουνίου 2009

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΕΝΟΣ ΧΟΥΛΙΓΚΑΝΟΥ

Το κείμενο που ακολουθεί είναι έκθεση ενός μαθητή Γ' Λυκείου, με θέμα "Βία". Το δημοσιεύω γιατί το βρήκα συγκλονιστικό. Βέβαια, μιλάει για πράγματα που δεν είναι άγνωστα (εκτός από μία συγκεκριμένη λέξη που δεν ξέρω τι σημαίνει), ωστόσο είναι η πρώτη φορά που πέφτω πάνω σε μία μαρτυρία από πρώτο χέρι.
Έχω διορθώσει την ορθογραφία και (λίγο) τη στίξη, προς αποφυγή της εντύπωσης ότι μπορεί να το ανέβασα με χλευαστική διάθεση. Κατά τα άλλα, η αντιγραφή είναι πιστή.

Πάμε λοιπόν:

Το φαινόμενο της βίας στα χρόνια μας είναι πολύ μεγάλο, σε πάρα πολλούς τομείς: στα γήπεδα, στους δρόμους, στις πλατείες, στις παρέες. Εγώ έχω ακούσει πολλά πράγματα για τη βία, και έχω περάσει πολλά, στο γήπεδο που πηγαίνω. Έχω ακούσει στην τηλεόραση για ανθρώπους που σκοτώνονται μεταξύ τους για βλακείες, και πολλά άλλα, όπως που μπαίνουν στα σχολεία παρέες και δέρνουν μικρότερούς τους, ή άλλους στην ηλικία τους, επειδή θέλουν να δείξουν ότι είναι πιο δυνατοί από αυτούς.
Εγώ τόσα χρόνια που πάω γήπεδο έχω περάσει πάρα πολλά σε σχέση με τη βία: έχω πάει σε εκτός έδρας αγώνες, έχουμε παίξει ξύλο με πολλούς, με πέτρες, ξύλα, μολότωφ, σέρβικες, φορούσαμε κράνη, αφού να φανταστείτε έχω πολλά ράμματα από πέτρες και μαχαίρια. Παίζαμε ξύλο με άλλες περιοχές, είκοσι άτομα εμείς, είκοσι αυτοί, αίματα παντού, παίζαμε ξύλο με τα ΜΑΤ, δακρυγόνα, φωτοβολίδες λάμψης και πολλά άλλα.
Τα πιο πολλά σκηνικά έχουν γίνει Ολυμπιακός - Παναθηναϊκός. Εγώ βέβαια είμαι με τους Ολυμπιακούς, αλλά παρ' όλα αυτά η βία δεν κάνει καλό σε κανέναν και πουθενά.

Πέμπτη 21 Μαΐου 2009

ΑΛΒΑΝΙΚΟ ΧΙΠ ΧΟΠ


Τις προάλλες είχαμε γιορτή για τη λήξη της σχολικής χρονιάς. Το πλήρες πρόγραμμα της ημέρας είχε ως εξής:
-Τρεις πρώτες ώρες: μάθημα. Μάθημα εδώ και καμιά δεκαριά μέρες δε γίνεται, πώς να γίνει. Αλλά ειδικά την εντελώς τελευταία μέρα ήταν ηλίθιο και μόνο να το σκεφτεί κανείς. Υποτίθεται πως έπρεπε να τους μαντρώσουμε στην αίθουσα, να πάρουμε απουσίες ψαρωτικά χωρίς σκοπό να τις περάσουμε μετά, και να τους απασχολήσουμε για να μην κυκλοφορούν πάνω κάτω σκάζοντας δυναμιτάκια και πίνοντας μπάφους. Την πρώτη ώρα έπαιξα αυτή την παράσταση για κανα εικοσάλεπτο. Τη δεύτερη (στην ίδια τάξη) απλώς μπήκα και έκανα πως υπογράφω στο απουσιολόγιο. Την τρίτη ώρα (σε άλλη τάξη) δεν έκανα τον κόπο να πάω ούτε για καλημέρα. Προτίμησα να κάτσω στο γραφείο να χιλιοξαναματαμετράω τις απουσίες.
-Μετά την τρίτη ώρα, γύρω στις έντεκα: δώσαμε το πρόγραμμα των εξετάσεων.
-Έντεκα και μετά: γιορτή. Η γιορτή χωριζόταν σε δύο σκέλη, μαθητική και καθηγητική. Η μαθητική ήταν στην αυλή, η καθηγητική στο γραφείο, τους διαδρόμους και μερικές αίθουσες. Η μαθητική γιορτή περιλάμβανε λάιβ με διάφορα συγκροτήματα από μαθητές μας, ενώ τα πριν, τα μετά και τα ενδιάμεσα τα κάλυπτε ένας άλλος μαθητής με πρόγραμμα ντι-τζέι. Τα συγκροτήματα ήταν ένα (ή δύο;) χέβι μέταλ και δύο χιπ χοπ. Μόνο το ένα χιπ χοπ σχήμα, που ήταν δύο αγόρια όλο κι όλο, αποτελούνταν κατά 100% από δικούς μας μαθητές. Στα άλλα συμμετείχαν και εξωσχολικοί.
Υποτίθεται ότι τη μαθητική γιορτή την είχα οργανώσει εγώ. Στην πραγματικότητα την είχε οργανώσει ένα παιδί, ο ίδιος που ήταν και ο ντι-τζέι. Εγώ είχα περιοριστεί σε ρόλο "πλάτης" (είχα πάει μαζί με το παιδί στο διευθυντή και είχα υποστηρίξει την πρόταση του πάρτυ) και στο να ρίξω μερικές ιδέες. Η γιορτή δεν ήταν σε καμία περίπτωση έργο μου, όπως οι εθνικές γιορτές, ήταν όμως υπό την αιγίδα μου. Παρά ταύτα δεν έκατσα να την παρακολουθήσω, γιατί οι συνθήκες πίεζαν να παραστώ στην άλλη γιορτή, των καθηγητών. Απλώς κάθε τόσο πεταγόμουν έξω να δω πώς πάνε τα πράγματα.
Το πρόγραμμα της άλλης γιορτής περιελάμβανε χιλιοματαξαναμέτρημα απουσιών, αντιπαραβολή απουσιολογίων με βιβλία φοίτησης, μέτρημα και επιβεβαίωση δικαιολογητικών, σβήσιμο απουσιών σε όσους υπήρχε γραμμή, αντιγραφή της τελικής κατάστασης απουσιών σε ένα διαφορετικό έντυπο, πέρασμα του τελικού αποτελέσματος στις καρτέλες, όλα αυτά για τους πιο προχώ συναδέλφους, ενώ για όσους είχαν μείνει πιο πίσω υπήρχαν οι επιπλέον οψιόν του περάσματος βαθμολογιών, της αντιγραφής βαθμολογιών στις καταστάσεις, της αντιγραφής από τις καταστάσεις στις καρτέλες, της υπαγόρευσης από τις καρτέλες (ή από τις καταστάσεις) στη γραμματέα που τα πέρναγε στον υπολογιστή. Στο τρελό κέφι που επικρατούσε στη μέσα γιορτή συντελούσε και ο απόηχος των ντεσιμπελιών από τους μεταλλάδες και τους χιπχοπάδες της έξω γιορτής που πλανιόταν παντού ηδονίζοντας τους τοίχους, τα τζάμια και το έδαφος.
Εν πάση περιπτώσει, δεν ήθελα να χάσω και όλο το πανηγύρι των παιδιών. Πέρα από τη συναισθηματική εμπλοκή που είχα με τη γιορτή, και από το γεγονός ότι όλοι οι μουσικοί του σχολείου είναι προστατευόμενοί μου (ναι, είμαι η στέγη τεχνών του ΕΠΑΛ Καισαριανής!), ήθελα κιόλας. Καθώς δεν αντιμετωπίζω τα προβλήματα μεγαλύτερων σε ηλικία συναδέλφων που δεν μπορούν να ακούσουν αυτές τις μουσικές και τις θεωρούν ηχορρύπανση, και καθώς συναισθανόμουν απόλυτα ότι, όταν κάποιοι είναι έξω και παίζουν ή ακούν μουσική και χορεύουν και γουστάρουν, και κάποιοι άλλοι είναι μέσα και γράφουν και σβήνουν άχρηστες πληροφορίες για να ταΐσουν το αδηφάγο τέρας της γραφειοκρατίας, τότε κάποιοι από τους δύο έχουν πιαστεί μαλάκες, ήθελα να είμαι, έστω και για λίγο, με τους έξω.

Κι έτσι ήρθα για πρώτη φορά στη ζωή μου σε επαφή με το χιπ χοπ. Παιδιά, έπαθα μουνόπλακα! Δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο. Είχα ακούσει βέβαια από ραδιόφωνο και μαγαζιά, αλλά στο λάιβ είναι τελείως αλλιώς. Το χιπ χοπ δεν έχει όργανα, έχει μία μουσική υπόκρουση που είναι φτιαγμένη με πρόγραμμα στον υπολογιστή, υπάρχει κάποιος εκτός σκηνής που τη χειρίζεται (δεν κατάλαβα αν είναι τελείως κονσέρβα και αυτός πατάει απλώς το πλέη ή αν την φτιάχνει στ' αλήθεια εκείνη τη στιγμή), και στη σκηνή είναι μόνο οι φωνητικάδες. Το πρώτο από τα δύο σχήματα ήταν το καλό. Ήταν δύο Αλβανοί, 16-17 χρονών, που σπάγανε κόκαλα. Οι στίχοι, άλλοι στα ελληνικά και άλλοι στα αλβανικά, ήταν δικοί τους. Τους αλβανικούς βέβαια δεν τους κατάλαβα. Κατάλαβα όμως όσο μπορούσα τους ελληνικούς, και κατάλαβα πάρα πολύ καλά την ανταπόκριση των παιδιών από κάτω -αλλά και τη δική μου. Οι δύο τυπάδες στη σκηνή ήταν η φωνή όλων των παιδιών που είχαν μαζευτεί εκεί γύρω. Τα τραγούδια τους ήταν δυνατά, λέγαν την αλήθεια. Και δεν έλεγαν μόνο "κωλοκοινωνία" και τέτοια, τζάμπα μαγκιά και πρόκληση. Είχαν βέβαια και τραγούδια αγανάκτησης, αλλά και τραγούδια χαράς, χορού, έρωτα. Είχαν ρυθμό. Η μουσική υπόκρουση ήταν όμορφη. Το σόου ήταν καλό, οι τύποι ήξεραν πολύ καλά το μουσικό ιδίωμα - ένα μουσικό ιδίωμα που ουσιαστικά το έχουν βγάλει αυτοί, και μερικοί σαν αυτούς λίγο πιο παλιά στα Δυτικά προάστεια, και μερικοί σαν εκείνους ακόμα λίγο πιο παλιά στα μαύρικα των αμερικάνικων πόλεων. Δεν είναι καθόλου εύκολο να περιγράψω και να εξηγήσω τι ακριβώς ήταν αυτό που με μαγνήτισε στα τραγούδια τους, αλλά πλέον ξέρω πώς ένιωσε κάποιος που το 1930 στον Πειραιά πρωτοάκουσε ρεμπέτικα, ή μερικά χρόνια πιο πριν στη Νέα Ορλεάνη πρωτοάκουσε μπλουζ. Μαγεία, σαγήνη και κίνδυνος. Κατάλαβα γιατί κάποιες μουσικές κατά καιρούς θεωρήθηκαν τόσο απειλητικές ώστε απαγορεύθηκαν από το καθεστώς. Και κατάλαβα ακόμη γιατί οι ίδιες αυτές μουσικές ασκούσαν τόσο ακαταμάχητη έλξη ώστε οι θεράποντες και θιασώτες τους να αψηφούν την απαγόρευση και να συνεχίζουν, κρύβοντας τον μπαγλαμά στο σακάκι. Και κατάλαβα το νόημα της γνωστής αφήγησης από τα απομνημονεύματα του Βαμβακάρη, όπου περιγράφει πώς ένοιωσε όταν πρωτοάκουσε μπουζούκι από τον μπάρμπα Τάδε το Σμυρνιό, κι έκανε όρκο ότι ή θα μάθει να παίζει αυτό το όργανο ή αλλιώς θα τσακίσει τα δάχτυλά του με τον μπαλτά του χασάπη, με αποτέλεσμα να περάσει μια ζωή μπαινοβγαίνοντας στα κρατητήρια και σήμερα να είναι θρύλος. Και κατάλαβα το νόημα της επισήμανσης "Σώστε τα παιδιά σας: μην τα αφήνετε να ακούνε νέγρικη μουσική", που κυκλοφορούσε σε αφίσες στην Αμερική στις αρχές του 20ού αιώνα.
Δεν μπόρεσα να τα πω όλα αυτά στα παιδιά, που άλλωστε δεν τα ήξερα κιόλας (δεν είναι σε δικό μου τμήμα). Απλώς τους είπα ότι είναι πολύ δυνατοί, μπράβο, και με ευχαρίστησαν πολύ ευγενικά αλλά και με καμάρι. Οι μαθητές που ήταν στο κοινό χάρηκαν που μου άρεσε. Το άλλο σχήμα δεν ήταν καλό. Οι μεταλλάδες, που γενικά είναι καλοί, σήμερα δεν έπαιξαν καλά. Αλλά και καλά να έπαιζαν, όπως άλλη φορά που τους έχω ακούσει, δε συγκρίνονται.
**********************************************************
Κατά τα άλλα, η γιορτή είχε ορισμένα προφανή μειονεκτήματα:
-Τέτοια πράγματα δεν έχει και πολύ νόημα να γίνονται τελευταία μέρα. Αν γίνονται από νωρίς, κάπου αρχές της χρονιάς, εξυπηρετούν κατά το ότι δίνουν στους μαθητές το στίγμα του σχολείου: «Εδώ δεν ερχόμαστε μόνο για αγγαρεία, έχει και ευχάριστα πράγματα. Και, αν έχεις κάτι να πεις (όπως αυτά τα παιδιά που παίζουν μουσική), εμείς θέλουμε να το ακούσουμε, και θέλουμε να το ακούσουν και οι συμμαθητές σου.» Και με κάτι τέτοια είναι δυνατόν να δημιουργηθεί στα παιδιά μία πιο θετική εθκόνα για το σχολείο, να το αγαπήσουν και να το σεβαστούν. Τέλος της χρονιάς, αυτό το τρένο το 'χουμε χάσει.
-Κανείς δεν κατάλαβε ότι ήταν γιορτή του σχολείου. Έμοιαζε να είναι μία εκδήλωση που αφορά αποκλειστικά τους μαθητές. Εμείς λάμψαμε διά της απουσίας μας. Το πράγμα δεν είχε ανακοινωθεί μερικές μέρες πιο πριν (για την ακρίβεια, ούτε καν εκείνη την ίδια ημέρα), στην έναρξη της γιορτής δε σηκώθηκε κανείς από εμάς να πει μια κουβέντα στο μικρόφωνο, και κατά τη διάρκεια του προγράμματος η φυσική παρουσία καθηγητών περιοριζόταν σε τρεις - τέσσερις που κάναν ένα σύντομο διάλειμμα από τη χαρτοδουλειά τους. Αλλά και επί της ουσίας, οι μόνοι που είχαν εμπλακεί ήταν ο μαθητής που ανέφερα πιο πάνω, άλλος ένας που έκανε τα κονέ για να νοικιάσουμε μηχανήματα, εγώ, και σε μικρότερο βαθμό ο διευθυντής. (Και βέβαια οι μουσικοί, αλλά οι μισοί από αυτούς ήταν εξωσχολικοί.) Από τον υπόλοιπο κόσμο, μαθητές και δασκάλους, οι πιο πολλοί δεν το ήξεραν καν.
**********************************************************
Μια - δυο μέρες αργότερα, τα συζητάγαμε με το παιδί που είχε την πρωτοβουλία. Λίγο έως πολύ συμφωνήσαμε σ' αυτά που σας είπα. Έμαθα όμως και τα παραλειπόμενα της γιορτής. Φαίνεται ότι κάποια στιγμή, αφού και τα δύο χιπ-χοπ συγκροτήματα είχαν τελειώσει το πρόγραμμά τους, εκείνος τούς έπαιξε ένα μπιτ και ανέβηκαν ένας από το ένα συγκρότημα και ένας από το άλλο, να κάνουν λάιβ διάλογο - κόντρα, ραπάροντας αυτοσχέδιους στίχους. Όταν το άκουσα αυτό κυριολεκτικά ανατρίχιασα. Έγινε τέτοιο πράγμα και δεν ήμουν;
Προσπάθησα να τους εξηγήσω τι είναι το γλέντι με αυτοσχέδιες μαντινάδες, που είναι ζώσα παράδοση στο νησί όπου έμενα τέσσερα χρόνια, και πόσες φορές έχω παραστεί ή και συμμετάσχει σε τέτοια γλέντια και πόσο εξαιρετική σημασία αποδίδω σ' αυτή την πρακτική. Δεν ξέρω αν τους μετέδωσα τη συγκίνησή μου, αλλά, αφού εκείνοι ήταν εκεί όταν εγώ δεν ήμουν, νομίζω ότι δεν έχει και τόση σημασία.

Τρίτη 17 Μαρτίου 2009

Ο ΧΡΟΝΟΔΙΑΚΟΠΤΗΣ

ΛΑΙΒ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΣΑΣ!

Το απόλυτο γκάτζετ για όσους έχουν πρόβλημα με το πρωινό ξύπνημα.
.
.
Μερικοί συνάνθρωποί μας ξυπνάνε το πρωί μία ώρα πριν χρειαστεί να φύγουν για τη δουλειά τους, και ξεκινάνε την ημέρα τους όμορφα και πολιτισμένα με ένα πλούσιο πρωινό, ντους, εφημερίδα, ακόμα και δουλειές.
Αυτή η ανάρτηση δεν τους αφορά!
Άλλοι πάλι, παρά τους χίλιους τρόπους που μηχανεύονται, δεν καταφέρνουν ποτέ να είναι εκτός κρεβατιού πάνω από δέκα λεπτά πριν την ώρα που πρέπει να φύγουν. Πηδάνε πανικόβλητοι μέσα στο παντελόνι τους, ρίχνουν ένα βιαστικό νερό στη μούρη τους, φεύγουν σαν κυνηγημένοι, κάνουν το πρώτο τσιγάρο ξηροσφύρι στο αυτοκίνητο, κάνουν μάθημα πρώτη ώρα, στο διάλειμμα πρώτης προς δεύτερη βάζουν καφέ στην καφετιέρα, μέχρι να γίνει κάνουν το δεύτερο τσιγάρο ξηροσφύρι, εκείνη την ώρα χτυπάει το κουδούνι για μέσα, κάνουν δεύτερη ώρα μάθημα, και μόνο τότε, γύρω στις δέκα, πίνουν επιτέλους καφέ.
Αυτούς αφορά η ανάρτηση!
.
.
.
Πρόσφατα έμαθα ότι, εκτός από τους φούρνους με χρονοδιακόπτη, τα στερεοφωνικά με χρονοδιακόπτη και άλλες παρόμοιες συσκευές, υπάρχουν επίσης και σκέτοι χρονοδιακόπτες. Ο σκέτος χρονοδιακόπτης είναι σαν ένα μικρό πολύπριζο ή ταυ: έχει μια αρσενική πρίζα που μπαίνει στον τοίχο για να παίρνει ρεύμα, μία θηλυκή στην οποία συνδέεις κάποια άλλη ηλεκτρική συσκευή, αλλά επιπλέον και ένα σύστημα που δεν αφήνει να περνάει το ρεύμα εκτός από κάποιες ώρες που εσύ επιλέγεις.
Χρησιμοποιείται ως εξής:
1. Τον βάζεις στο δωμάτιό σου, στην πλησιέστερη προς το κρεβάτι σου πρίζα.
2. Τον ρυθμίζεις να δουλέψει δέκα λεπτά πριν το ξυπνητήρι.
3. Τον συνδέεις με μια καφετιέρα, φορτωμένη με νερό και καφέ και γυρισμένη στο ΟΝ.
4. Πέφτεις για ύπνο.
5. Ξυπνάς με έτοιμο φρέσκο καφέ στο κρεβάτι!
.
.
.
Ομάδα επιστημόνων του ΜΙΤ μελετά τη δυνατότητα επέκτασης των εφαρμογών του χρονοδιακόπτη, όπως π.χ. τη σύνδεσή του, εκτός από την καφετιέρα, και με τοστιέρα ή αυτόματο πορτοκαλοστίφτη.
.
Ο δικός μου κοστίζει μόλις 9 ευρώ!

Κυριακή 8 Μαρτίου 2009

ΓΛΩΣΣΑΜΥΝΤΟΡΙΚΑ

Δε συμπαθώ τις κινδυνολογίες. Το ότι η γλώσσα μας απειλείται είναι μία καραμέλα που ακούγεται από παλαιοτάτων χρόνων, και όμως η γλώσσα μας συνεχίζει την πορεία της αδιάφορη για τις δικές μας φοβίες.
Οι νέοι, αντί να μιλούν «σωστά» ελληνικά, μιλούν αργκό. Καλά κάνουν! Η αργκό των νέων μπορεί να είναι μία εκφραστικότατη γλωσσική μορφή, με δύναμη, χιούμορ και άποψη. Δεν οδηγεί σε λεξιπενία: αυτός είναι απλώς ο φόβος όσων θεωρούν λεξιπενία τη χρήση άλλου λεξιλογίου από αυτό που χρησιμοποιούν οι ίδιοι. Άλλωστε, πώς γίνεται εδώ και τόσες γενιές μόνο οι νέοι να μιλούν αργκό; Σε ποια ηλικία την εγκαταλείπει κανείς; Σε καμία, βέβαια. Και οι γέροι τη χρησιμοποιούν, απλώς δε θεωρείται πια αργκό. Εκφράσεις όπως «την πατήσαμε» ή «θα σ' τις βρέξω», απολύτως αποδεκτές και ενταγμένες στον κοινό νεοελληνικό προφορικό λόγο, αρχικά θα ήταν αργκό. Εφόσον πέρασαν τα χρόνια και δεν έπαψαν να λέγονται, αλλά ίσα ίσα γενικεύτηκε η χρήση τους, δε θεωρούνται πλέον καινούργιες, πρωτοφανείς, δεν ξενίζουν, δεν προκαλούν, άρα δεν είναι αργκό.
Οι νέοι χρησιμοποιούν πολλές αγγλικές λέξεις. Και πάλι, καλά κάνουν. Οι ξένες λέξεις χρησιμοποιούνται κυρίως για έννοιες που δεν υπήρχαν από παλιά στη γλώσσα μας (γιατί παλιά δεν υπήρχαν ολωσδιόλου), και που όταν μάθαμε την έννοια από κάποιον ξένο λαό την πήραμε μαζί με το ξένο της όνομα. Οι αρχαίοι έλληνες δεν ονόμαζαν το πισί «προσωπικό υπολογιστή», ούτε το ασανσέρ «ανελκυστήρα». Δεν τα ονόμαζαν τίποτε, γιατί δεν τα είχαν. Αν είναι κακό να χρησιμοποιούμε την ξένη λέξη, μήπως είναι κακό να χρησιμοποιούμε και το ξενόφερτο πράγμα; Πόσο παράφρων θα έπρεπε να είναι κανείς για να πει «Μη χρησιμοποιείτε ασανσέρ, ανεβείτε από τη σκάλα, γιατί το ασανσέρ δεν το εφεύρε Έλληνας»; Ε, ξένος το εφεύρε, ξένος το βάφτισε, κι εμείς το μάθαμε με το ξένο του όνομα. Όταν θυμόμαστε ότι τη «Φιλοσοφία» ή τη «Δημοκρατία» (για να χρησιμοποιήσω δύο από τα πιο βαρύγδουπα παραδείγματα) τις εφεύραν Έλληνες και οι ξένοι τις πήραν έτοιμες με το όνομά τους, η ίδια διαδικασία δεν ακολουθείται; Βέβαια, τότε οι Έλληνες βρίσκονταν στην κορυφή της παγκόσμιας πρωτοπορίας. Σήμερα που δε βρίσκονται, πιο πολύ καλό θα τους κάνει να ακολουθήσουν εκείνους που βρίσκονται παρά να μείνουν απέξω.
* * * * * * * *
Λεξιπενία δεν είναι να ξέρεις λίγες λέξεις. Πόσο μάλλον, δεν είναι το να ξέρεις άλλες λέξεις από αυτές που θα ήθελα εγώ. Λεξιπενία είναι η δυσκολία ή αδυναμία να εκφράσεις με σαφήνεια αυτό που έχεις κατά νου, με όλες του τις αποχρώσεις. Αν δεν μπορείς λ.χ. να ξεχωρίσεις μεταξύ τους έννοιες όπως εγωισμός, εγωκεντρισμός, αυταρχισμός, ναρκισσισμός, πληθωρικότητα, πλεονεξία, αυτό είναι λεξιπενία: αν δε γνωρίζεις όλες αυτές τις λέξεις και την ακριβή έννοια της καθεμιάς, τότε δε διακρίνεις και τις ίδιες τις έννοιες μεταξύ τους, και θεωρείς ότι όποιος θέτει τον εαυτό του στο κέντρο (το όποιο κέντρο), καθ' οιονδήποτε τρόπο, είναι γενικώς «εγωιστής». Αυτό είναι λεξιπενία.
Αναντίρρητα, αυτό είναι όντως ένα υπαρκτό φαινόμενο. Υπάρχουν άνθρωποι, αρκετοί, που δεν είναι σε θέση να κάνουν λεπτές εννοιολογικές διακρίσεις, και που ο λόγος τους είναι φτωχός και υστερεί σε διαύγεια. Αλλά, προσωπικά, δεν το θεωρώ ανησυχητικό. Πιστεύω ότι πάντοτε υπήρχαν τέτοιοι άνθρωποι. Αλλά πάντοτε υπήρχαν, όπως υπάρχουν και τώρα, και άλλοι που ο λόγος τους (και κατά συνέπεια και η σκέψη τους) ήταν καλλιεργημένος και λεπταίσθητος. Όπως σε κάθε άλλο πεδίο του ανθρώπινου πνεύματος, έτσι και στη γλώσσα η πρόοδος δε γίνεται από όλους μαζί αλλά από τους καλύτερους.
* * * * * * *
Ωστόσο, υπάρχουν κάποια σημεία στα οποία, ακόμη κι εγώ με τη γενικότερη αισιοδοξία μου, βλέπω τη γλωσσική μας καλλιέργεια να πάσχει.
Ως φιλόλογος σε σχολεία, παρατηρώ ότι είναι εντυπωσιακό το ποσοστό παιδιών που έχουν πρόβλημα με την ορθογραφία. Για την ακρίβεια, δε θυμάμαι να συνάντησα κάποιον μαθητή που να μην έχει κανένα απολύτως πρόβλημα με την ορθογραφία. Οι καλοί μαθητές κάνουν λίγα λάθη, οι κακοί τα κάνουν με το τσουβάλι. Και το πρόβλημα πολλών δεν περιορίζεται στο ότι δεν ξέρουν πώς γράφεται μία λέξη ή μία κατάληξη, ή ότι δεν έχουν συνειδητοποιήσει την κοινή ρίζα (που συνεπάγεται κοινή ορθογραφία) ανάμεσα σε δύο λέξεις. Υπάρχουν πολλοί που δεν ξέρουν καν ότι υπάρχει ορθογραφία: δε θεωρούν ότι κάθε λέξη έχει συγκεκριμένο τρόπο που γράφεται, αλλά πιστεύουν ότι όλες οι ομόηχες γραφές είναι ισοδύναμες. Σε συνειδητό επίπεδο βέβαια δε γυρίζει κανείς να πει έτσι άμεσα ότι πιστεύει κάτι τέτοιο, στην πράξη όμως, από σειρά σε σειρά του γραπτού τους εναλλάσσουν με άνεση διαφορετικές γραφές της ίδιας λέξης.
Δεν ξέρω από πού ξεκινάει αυτό το πρόβλημα. Τώρα που δουλεύω σε Λύκειο, βλέπω ότι ελάχιστα πράγματα προλαβαίνω να κάνω για να βοηθήσω παιδιά που έχουν τόσο παγιωμένες συνήθειες (με άλλα λόγια, φταίει το Γυμνάσιο). Μέχρι πέρσι, που ήμουν σε Γυμνάσιο, υπήρχε ένα κάπως μεγαλύτερο περιθώριο, αλλά και πάλι για πολλά παιδιά ήταν αργά (ήτοι, έφταιγε το Δημοτικό). Υποθέτω ότι αν ήμουν δάσκαλος σε Δημοτικό θα έβρισκα πάλι κάποιον τρόπο να ρίξω το φταίξιμο στο Νηπιαγωγείο, και αν ήμουν νηπιαγωγός θα έφταιγαν οι γονείς. Σίγουρα υπάρχει κάποιο λάθος στο εκπαιδευτικό μας σύστημα, και, ακόμη κι αν κατά βάθος φταίνε όντως οι γονείς ή η κοινωνία ή η παγκοσμιοποίηση ή κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο, το σχολείο είναι αυτό που κατ' εξοχήν είναι αρμόδιο να λύσει το πρόβλημα. Αλλά δεν έχω βρει ακόμη τη λύση. Μόλις τη βρω θα σας την ανακοινώσω και όλα μας τα προβλήματα θα λυθούν.
* * * * * * *
Προς το παρόν, θα αρκεστώ να επισημάνω κάποιες επιμέρους πτυχές της δημιουργίας του προβλήματος που έχω σκεφτεί.
Μία από αυτές είναι τα γκρίκλις. Πολύ συχνά, σε διάφορες μορφές ηλεκτρονικής αλληλογραφίας (μηνύματα κινητού, διαδικτυακά φόρουμ, μέιλ κλπ.) η ελληνική γλώσσα γράφεται με το λατινικό αλφάβητο. Αυτό από μόνο του δε θα το θεωρούσα πρόβλημα. Το λατινικό αλφάβητο, με πολλές και ποικίλες μικροπαραλλαγές και προσαρμογές, χρησιμοποιείται κατά τρόπο απολύτως επαρκή για δεκάδες, πιθανώς εκατοντάδες γλώσσες. Ασφαλώς και δε θα αποδεχόμουν με χαρά την αντικατάσταση του ελληνικού αλφαβήτου από το λατινικό. Αλλά το να δαιμονοποιούμε το ξενόφερτο έναντι του πατροπαράδοτου είναι μια αντίδραση καθαρά συναισθηματική. Θα ήθελα να αναφέρω ενδεικτικά δύο μόνο περιπτώσεις, όπου στη μία η αντικατάσταση του πατροπαράδοτου από το ξενόφερτο δε δημιούργησε προβλήματα και στην άλλη έδωσε και λύσεις: πρόκειται για τη σερβοκροατική και την τουρκική γραφή.
Η σερβοκροατική γλώσσα είναι η κοινή γλώσσα που μιλούν οι Σέρβοι και οι Κροάτες. Πέρα από κάποιες μικροδιαφορές στο λεξιλόγιο και ίσως και στη γραμματική, που δεν επαρκούν ούτε καν για να μιλάμε για διαφορετικές διαλέκτους, βασικά κανείς δεν αμφισβητεί ότι πρόκειται για μία ενιαία γλώσσα. Όμως οι Σέρβοι, όπως οι περισσότεροι Ορθόδοξοι Σλάβοι, τη γράφουν με το κυριλλικό αλφάβητο, ενώ οι Κροάτες, όπως οι περισσότεροι Καθολικοί Σλάβοι, με το λατινικό. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε ειδικές προσαρμογές των αλφαβήτων: το σερβικό κυριλλικό αλφάβητο δεν ταυτίζεται απόλυτα με το ρωσικό ή το βουλγαρικό, έχει κάποιες διαφοροποιήσεις που ακολουθούν τις φωνητικές ιδιαιτερότητες της σερβοκροατικής γλώσσας. Και το κροατικό λατινικό αλφάβητο με τη σειρά του, χρησιμοποιώντας κάποια ειδικά επιπλέον σύμβολα, μοιάζει με το τσέχικο ή άλλα σλαβικά αλφάβητα αλλά και πάλι είναι προσαρμοσμένο στον ιδιαίτερο χαρακτήρα της γλώσσας. Το σημαντικό όμως είναι ότι υπάρχει απόλυτη αντιστοιχία μεταξύ των δύο, όπως και ανάμεσα στο καθένα από αυτά και στο πώς προφέρεται η γλώσσα. Κανένα από τα δύο δεν είναι πιο πιστό, πιο ακριβές ή πιο εύκολο από το άλλο. Ξέροντας κανείς τη γλώσσα με τη μία γραφή, αρκεί να αφιερώσει μερικές ώρες για να μάθει το σχήμα των γραμμάτων της άλλης γραφής και την έχει ήδη μάθει στην εντέλεια.
Ως προς τα Τουρκικά: εκ παραδόσεως γράφονταν με την αραβική γραφή, η οποία υποθέτω ότι εισήχθη μαζί με το Ισλάμ. Η αραβική γραφή, πέρα από τις αντικειμενικές δυσκολίες που έχει ούτως ή άλλως, επιπλέον είναι φτιαγμένη βάσει μιας παράδοσης που στηρίζεται στην αραβική γλώσσα, όχι την τουρκική. Δεν έχει την εγγενή ευελιξία του λατινικού. Το αποτέλεσμα ήταν ότι απέδιδε την τουρκική γλώσσα τόσο υπαινικτικά, υπήρχαν τόσες λεπτομέρειες που ο αναγνώστης όφειλε να συμπληρώσει μόνος του, ώστε ήταν υπερβολικά δύσκολη στην εκμάθηση. Έτσι, επί οθωμανικής αυτοκρατορίας εγγράμματοι ήσαν σχεδόν μόνο αυτοί που η γραφή ήταν η δουλειά τους: δασκάλοι, γραμματικοί, ανώτερο ιερατείο κλπ.. Πέρα από αυτούς, ένα ολόκληρο έθνος ήταν καταδικασμένο στην αμάθεια. Λες και μιλάμε για την αρχαία Αίγυπτο! Όταν λοιπόν ο Κεμάλ εισήγαγε τη λατινική γραφή, έκανε κάτι πολύ παραπάνω από μία απλή συμβολική κίνηση εξευρωπαϊσμού και ρήξης με την παράδοση: με βάση τον απλό κανόνα «κάθε γράμμα ένας φθόγγος - κάθε φθόγγος ένα γράμμα», κατέστησε τη γραφή προσιτή στον καθένα.
Όλα αυτά για να υποστηρίξω ότι το λατινικό αλφάβητο δεν είναι αφ' εαυτού κακό. Τα γκρίκλις όμως είναι!
Το πρόβλημα με τα γκρίκλις είναι ότι δεν έχουν μια συγκεκριμένη, κοινά αποδεκτή αντιστοιχία με το ελληνικό αλφάβητο. Το «ω» άλλοι το γράφουν με το λατινικό «ο», επειδή έτσι προφέρεται, άλλοι με «w» που είναι οπτικά πλησιέστερο. Αντίστοιχα το «η» άλλοι το γράφουν «i» και άλλοι «h». Για το «ξ» υπάρχουν τρεις εκδοχές: είτε «ks», η καθαρά φωνητική μεταγραφή, είτε «x», που είναι το παραδοσιακά αντίστοιχο γράμμα, είτε «3» (τρία), που μοιάζει οπτικά. Το «ks» και το «3» επιλέγονται από εκείνους που φυλάν το λατινικό «x» για να μεταγράψουν το ελληνικό «χ». Και πάει λέγοντας... Έτσι, η απλή λέξη «έξω» μπορεί να γράφεται: exw, exo, eksw, ekso, e3o, e3w. Αλλά στις δύο πρώτες περιπτώσεις μπορεί τελικά να μην είναι «έξω» αλλά «έχω»!
Πού οδηγεί αυτό; Νομιμοποιεί την εντύπωση ότι μια λέξη δεν έχει συγκεκριμένη γραφή, δεν αντιστοιχεί σε μία και μοναδική εικόνα, μπορεί να γράφεται όπως να 'ναι. Άντε να διαβάζεις ένα φόρουμ, όπου ο καθένας στην ιδανική περίπτωση χρησιμοποιεί τα δικά του γκρίκλις αλλά στην πράξη, συνήθως, όλους τους κώδικες εναλλάξ και αδιακρίτως, και μετά, επιστρέφοντας στο ελληνικό αλφάβητο, να πρέπει να γράψεις «συνειδητοποίηση» ή «εισιτήριο».



Δεν έχω καταλάβει πώς επικράτησαν τα γκρίκλις. Πάντως, όχι για ευκολία. Είναι δυνατόν, κάποιος που ξέρει να κινηθεί στο ίντερνετ, να μην ξέρει πώς γυρίζουμε σε ελληνική γραμματοσειρά; Ή θεωρείται πιο εύκολο να διαβάσεις τις έξι διαφορετικές γκρίκλις γραφές του «έξω» από τη μία και μοναδική ελληνική; Βέβαια, με λίγη εξάσκηση (e3askhsh!) εξοικειώνεσαι, και λησμονείς ότι είναι δύσκολο. Και επιπλέον, η ευκολία του να γράφεις όπως λάχει κάνει λιγότερο εμφανή τη δυσκολία του να διαβάζεις όταν ο άλλος γράφει όπως λάχει.
* * * * * * *
Έτσι λοιπόν καταστρατηγείται η ορθογραφία. Και χάνοντας την ορθογραφία συσκοτίζονται οι σχέσεις μεταξύ των λέξεων, και συνακόλουθα φτωχαίνει η γλώσσα μας, και άρα και η σκέψη μας. Διότι μπορεί η ελληνική γλώσσα να έχει δεν ξέρω πόσα εκατομμύρια λέξεις, αλλά κανένα μυαλό δε φτάνει για να τις απομνημονεύσει όλες. Ξέρουμε μερικές βασικές λέξεις και μερικούς κανόνες παραγωγής, και τις υπόλοιπες τις καταλαβαίνουμε επειδή καταλαβαίνουμε από πού βγαίνουν. Αν γράφουμε έτσι ώστε να χάνεται η ετυμολογική διαφάνεια, θα καταλήξουμε να χρειαζόμαστε ένα ξεχωριστό κουτάκι του μυαλού μας για κάθε μία λέξη. Και τα κουτάκια θα γεμίσουν πολύ πριν τις χωρέσουμε όλες! Ιδίως σήμερα, που οι ρυθμοί των εξελίξεων οδηγούν στη ραγδαία δημιουργία νέων λέξεων, και ιδίως ξένων -άρα, εξ ορισμού, ετυμολογικά αδιαφανών.
* * *
* * * * * * * * *
* * *
Ένα άλλο πρόβλημα είναι το εξής: τη γλώσσα ξεκινάμε βέβαια να τη μαθαίνουμε μωρά στο σπίτι μας, αλλά εξακολουθούμε να τη μαθαίνουμε για πολλά χρόνια ακόμη. Συνεπώς στη διαμόρφωσή της επηρεαζόμαστε όχι μόνο από το οικογενειακό μας περιβάλλον και, μετά, στο σχολείο, από τους δασκάλους, αλλά και από τον καθένα που ακούμε, ακόμη και τους συνομηλίκους μας. Συμβαίνει λοιπόν σήμερα, ένα μεγάλο ποσοστό των ελληνικών που ακούει ένα παιδί να προέρχεται από ανθρώπους που τα ελληνικά δεν είναι η μητρική τους γλώσσα. Αφήνουμε κατά μέρος το πρόβλημα του μετανάστη που στο σπίτι του μιλάει μία γλώσσα που δεν τη διδάσκεται ποτέ και στην υπόλοιπη ζωή του μιλάει ελληνικά, που τα διδάσκεται μεν αλλά δεν είναι η μητρική του γλώσσα. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν μια τραγική μοίρα: εκτός από κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις, συνήθως καταδικάζονται να είναι άγλωσσοι και να μην το συνειδητοποιήσουν και ποτέ. Πέρα από αυτούς όμως: ποια θα είναι η μητρική γλώσσα του παιδιού π.χ. μιας Αιγύπτιας και ενός Αλβανού, που συνεννοούνται μεταξύ τους σε σπαστά ελληνικά; Τα σπαστά ελληνικά! Έστω μια τάξη νηπιαγωγείου με είκοσι παιδάκια, που ανά ένα ή ανά δύο είναι Ελληνόπουλα, Αλβανάκια, Βουλγαρόπουλα, Φιλιππινεζάκια, Κινεζάκια, Ρουμανόπουλα, Πακιστανάκια κλπ. Η δασκάλα μιλάει βέβαια ελληνικά, αλλά δεν επηρεάζονται μόνο από τη δασκάλα αλλά και μεταξύ τους. Τι γλωσσική παιδεία θα αποκομίσουν από κει μέσα; Ή, τι θα μάθει να μιλάει ένα ξένο παιδάκι που γεννήθηκε στην Ελλάδα, και έμαθε από μικρό τα ελληνικά, αλλά τα αδέλφια του (με τα οποία είναι πολύ πιθανόν ότι θα καταλήξει να μιλάει [και] ελληνικά) γεννήθηκαν στην πατρίδα και τα ελληνικά τα έμαθαν μεγαλύτερα;
* * * * *
Η ιστορία έχει να επιδείξει και άλλες περιόδους όπου συνέβαιναν αυτά. Τέτοια ελληνικά μάθαιναν και στην αυτοκρατορία του Μεγαλέξαντρου, και το αποτέλεσμα ήταν ότι αφενός χάθηκαν οι αρχαίες διάλεκτοι, με όλη την ιδιαίτερη καλλιέργεια που τους είχαν επιφέρει οι στοχαστές και συγγραφείς των παλιότερων αιώνων (οι οποίοι, προσοχή: ζούσαν σε μικρές πόλεις κράτη, όχι σε αυτοκρατορίες!), αφετέρου δημιουργήθηκε μία κοινή γλώσσα, κατανοητή από όλους και πρόδρομος της σημερινής ελληνικής. Τέτοια λατινικά μάθαιναν και στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, με το αντίθετο αποτέλεσμα: να σπάσει η γλώσσα σε ιδιώματα, στη συνέχεια σε διαλέκτους, και, προϊούσης της διαφοροποιήσεως των διαλέκτων, να φτάσουμε στα σημερινά Ιταλικά, Γαλλικά, Ρουμάνικα, Προβηγκιανά, Ισπανικά, Πορτογαλικά κλπ..
Μόνο που η σημερινή Ελλάδα δεν είναι αυτοκρατορία. Και, επιπλέον, ζούμε σε μια εποχή όπου η επίσημη εκπαίδευση, όσα κι αν είναι τα επιμέρους προβλήματά της, υπάρχει ως θεσμός και είναι απείρως πιο καθιερωμένη απ' ότι επί Μεγαλέξαντρου ή επί Ρωμαίων. Άρα, επανέρχομαι σ' αυτό που είχα πει και πιο πάνω, το σχολείο είναι που πρέπει να επωμιστεί τη λύση του προβλήματος.
* * * * *
Για να λυθεί ένα πρόβλημα πρέπει πρώτα να οριστεί με ακρίβεια. Νομίζω ότι με βάση τα παραπάνω, το πρόβλημά μας είναι ότι η συνύπαρξη και επαφή πολλών γλωσσικών κωδίκων (αφενός λόγω της παγκοσμιοποίησης της πληροφορίας και αφετέρου λόγω των μεταναστών), αντί να οδηγεί σε εμπλουτισμό του καθενός από αυτούς, αντίθετα τους φτωχαίνει. Οι Αλβανοί της Ελλάδας μαθαίνουν φτωχά Ελληνικά και ακόμη φτωχότερα ή και καθόλου Αλβανικά, και οι Έλληνες μαθαίνουν περίπου τα ίδια Ελληνικά και τέρμα. Μήπως θα έπρεπε να δοθεί κάποιο βάρος στην εκμάθηση της μητρικής γλώσσας των μεταναστών; Σκέφτομαι ότι, αν ο Αλβανός που στο σπίτι του ακούει από την πρώτη στιγμή Αλβανικά, επιπλέον τα διδαχτεί και με τρόπο συστηματικό, ίσως η σχέση του με τα Ελληνικά ξεφύγει από το «πώς το λέτε εσείς εδώ γιατί ξέχασα πώς το λέγαμε εμείς εκεί». Η καλή, γερή γνώση μιας γλώσσας διευκολύνει την εκμάθηση μιας δεύτερης ως ξένης. Ενώ έτσι όπως είναι σήμερα τα πράγματα, πολλά μεταναστόπουλα ξέρουν όλες τις γλώσσες μόνο σαν ξένες. Δε θα μπορούσε άραγε να μπει στο Δημοτικό μία υποχρεωτική δεύτερη γλώσσα, η οποία για μεν τους καθαρούς Αλβανούς, Αιγυπτίους κλπ. θα είναι αντίστοιχα η Αλβανική ή η Αραβική κλπ., για τα παιδιά μικτών γάμων μία από τις δύο γλώσσες των γονέων, και για τα Ελληνόπουλα μία οποιαδήποτε κατ' επιλογήν; (Στο κάτω κάτω, κι αν δεν ωφελήσει, τι θα βλάψει να μάθουμε μερικά Αλβανικά;) Είναι βέβαιον ότι μέσα στις στρατιές των μεταναστών που εδώ είναι εργάτες, κάποιοι στις χώρες τους θα ήταν δασκάλοι ή φιλόλογοι και θα μπορούν να επιστρατευτούν για να διδάξουν.
Βέβαια αυτό δε λύνει το πρόβλημα του ανορθόγραφου και λεξιπένητος καθαρού Ελληνόπουλου. Αυτό το Ελληνόπουλο είναι βέβαιον ότι, πέρα από την επαφή του με γκρίκλις μηνύματα και με ξένους που δε μιλάνε καλά ελληνικά, κυρίως έχει δεχτεί μία λειψή γλωσσική εκπαίδευση. Γιατί αυτή είναι λειψή; Δεν ξέρω, δεν έχω δει τι γίνεται μέσα στα Νηπιαγωγεία και τα Δημοτικά. Ίσως τους φταίει που έχουν αυξηθεί τα γνωστικά αντικείμενα. Ήδη στο Γυμνάσιο υπάρχουν ένα σωρό μαθήματα που στον καιρό μου δεν υπήρχαν: πληροφορική, τεχνολογία, δεύτερη ξένη γλώσσα... Και αυτά είναι απαραίτητα, δεν μπορούμε να τα διώξουμε, αλλά και το μυαλό και ο χρόνος έχουν όρια. Άρα, θέλει μέθοδο. Ποια μέθοδο;
...Δεν ξέρω. Αν ήξερα, δε θα 'μουν εδώ. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι δε θα πρέπει ποτέ να πούμε «η ελληνική γλώσσα είναι πολύ δύσκολη, ας την απλουστεύσουμε». Ριζικές μεταβολές, όπως π.χ. η αλλαγή του αλφαβήτου, θα έθεταν στο περιθώριο όλους όσοι έχουν μάθει τη γλώσσα στην παρούσα της μορφή (και φυσικά, και όλα τα βιβλία που έχουν ήδη τυπωθεί). Με την εισαγωγή της Δημοτικής (που δεν ήταν «απλούστευση», αλλά ένας αναγκαίος εκσυγχρονισμός) και του μονοτονικού και την εμπέδωσή τους, η επίσημη μορφή της γλώσσας μας έχει φτάσει σε ένα σημείο που πολλοί την έχουν μάθει πλέον πολύ καλά, και την καλλιεργούν παράγοντας λόγο, επικοινωνία, σκέψη και τέχνη. Όσο αυτό υπάρχει, μπορεί και να συνεχίσει να υπάρχει. Το θέμα μας είναι πώς αυτό θα το μεταδώσουμε στις νέες γενιές, όχι πώς θα τους μεταδώσουμε κάτι οτιδήποτε. Δε μεταδίδεται πιο εύκολα κάτι που μπορεί να είναι μεν απλούστερο, αλλά ο διδάσκων δεν το έχει διδαχθεί και καλλιεργήσει ο ίδιος.
Πέραν αυτών των γενικοτήτων, δεν καταλήγω πουθενά. Απλώς καταθέτω τις σκέψεις μου.
Σας ευχαριστώ.

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2008

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΠΑΙΝΩΝ ΚΑΙ ΠΟΙΝΩΝ

Σήμερα έκανα κάτι που χρειαζόταν, που γενικότερα χρειάζεται να γίνεται πού και πού, και που μ’ έκανε να νιώσω πολύ ωραία.

Το φετεινό μου σχολείο σε γενικές γραμμές είναι χάλια. Ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των μαθητών είναι βουτηγμένοι σε ένα βούρκο αδιαφορίας, θρασύτητας, αρπακτικότητας, αχαριστίας. Έχει τμήματα στα οποία ούτε μία φορά μέσα σε τρεις μήνες δεν έχω κάνει μάθημα −εννοώ μάθημα, αυτό που εκ παραδόσεως ξέρουμε όλοι ότι σημαίνει η λέξη. Στις καλύτερες μέρες κάνω κάτι που θυμίζει κάπως μάθημα, και στις υπόλοιπες κάνω τον μπάτσο, το δικαστή, το βρεφονηπιοκόμο. Και έχει και τμήματα όπου μπορώ μεν να κάνω μάθημα, αλλά και πάλι όχι καλό μάθημα. Καλό μάθημα δεν έχω κάνει ποτέ.

Αφού το κλίμα είναι αυτό, αντιλαμβάνεται κανείς ότι έχω συνέχεια μαθητές που προξενούν προβλήματα. Στην πραγματικότητα δεν είναι εύκολο να πεις ότι κάποιος ή κάποιοι μαθητές είναι αυτοί που δημιουργούν το πρόβλημα και οι άλλοι όχι, γιατί το πρόβλημα είναι διάχυτο. Αλλά οπωσδήποτε μέσα σ’ όλο το ενορχηστρωμένο μπάχαλο, ξεχωρίζουν κάποιοι σολίστ. Αυτοί τους οποίους αναγκάζομαι να πετάξω έξω ή να κατεβάσω στο γραφείο για τα περαιτέρω. Και μερικές φορές φωνάζω κάποιους να έρθουν μαζί μου στο γραφείο και αυτοί στο δρόμο διαρρέουν, οπότε το μόνο που μου μένει είναι να δώσω το όνομά τους στο Διευθυντή.

Γίνομαι έξαλλος όταν τα παιδιά με αναγκάζουν να υποδυθώ αυτό τον άσχημο ρόλο: όχι μόνο μπάτσος και δικαστής, αλλά και σχεδόν καταδότης. Αλλά κι απ’ την άλλη τι να κάνω; Κάπως πρέπει να εξασφαλιστεί η τήρηση των ορίων, όσο κουνημένα κι αν είναι αυτά. (Δε θέλω να ακούσω θεωρίες για άλλη, πιο φιλική αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων. Τις ξέρω καλύτερα από τον καθένα, και δεν πιάνουν. Ξέρετε γιατί; Γιατί δε θέλουν τα παιδιά.) Το αποτέλεσμα είναι ότι έχω στείλει αρκετό κόσμο για αποβολή.

Όμως μέσα σ’ όλο το χάλι, κάποια παιδιά ξεχωρίζουν. Από αρχές Οκτωβρίου έχω αναλάβει την ορχήστρα και τη χορωδία που θα έλεγαν τα τραγούδια στην 28η Οκτωβρίου και θα τα πουν και στη 17η Νοεμβρίου.

Για την πρώτη γιορτή, σας έχω γράψει πώς πήγαν τα πράγματα. Η δεύτερη είχε την επιπλέον δυσκολία ότι είχαμε στη διάθεσή μας μόνο δύο εβδομάδες για να την ετοιμάσουμε. Η 17 Νοέμβρη πέφτει Δευτέρα. Την προηγούμενη Παρασκευή (αύριο) θα πάμε για πρόβα τζενεράλε στο χώρο που μας παρέχει ο Δήμος για αυτές τις εκδηλώσεις, που βρίσκεται εκτός σχολείου. Σήμερα Πέμπτη ήταν η τελευταία πρόβα στο σχολείο. Κατόπιν ειδικής συνεννοήσεως με το διευθυντή, τόσο τα παιδιά όσο κι εγώ πήραμε για σήμερα απαλλαγή από κάθε άλλη υποχρέωση και κάναμε εφτά ώρες πρόβα.

Πήρα όμως την εξής πρωτοβουλία: έληξα την πρόβα στην έκτη ώρα, και έδιωξα όλα τα παιδιά εκτός από κάποια που είχα σταμπάρει. Μ’ αυτούς καθαρίσαμε και συγυρίσαμε το χώρο όπου επί δυο βδομάδες αφήναμε άδειους καφέδες, χαρτιά από σάντουιτς και λοιπά, και μετά τους είπα να με ακολουθήσουν.

−Πού;

−Θα δείτε.

−Ελάτε κύριε, πού;

−Δε σας λέω.

−Για τη φασίνα μας θέλατε;

−Όχι.

−Αλλά;

−Δε θα απαντήσω καμία ερώτηση.

Αφήνοντάς τους έτσι σε απορία, τους έφερα στο γραφείο του διευθυντή. Μόλις μας δέχτηκε, ζήτησα από τα παιδιά να πουν τα ονόματα και τα τμήματά τους, και μετά άρχισα:

−Με τα συγκεκριμένα παιδιά είχα εξαιρετική συνεργασία. Ποτέ δε χρειάστηκε να τους θυμίσω ποιος είναι ο καθηγητής εδώ μέσα. Ήταν όλοι πρόθυμοι να πάρουν αυτό που είχα να τους προσφέρω, να το εκτιμήσουν, και αντίστοιχα να προσφέρουν οι ίδιοι αυτό που είχαν. Πέρα από αυτό όμως: αυτός και αυτός έκατσαν κατ’ επανάληψη μετά το σχόλασμα να με βοηθήσουν με τα μικρόφωνα, τα κουβαλήματα και άλλα ζητήματα· εκείνος και εκείνη (κάποιοι που ξέρουν μουσική) έκατσαν και στην πρόβα αλλά και σε απογεύματα να δείξουν στους άλλους τα κομμάτια, κατά τρόπο συχνά πιο αποτελεσματικό από τον δικό μου· ο άλλος μας διέθεσε με δική του πρωτοβουλία όλο τον ηλεκτρονικό του εξοπλισμό, την (όποια) τεχνογνωσία του, τα αρχεία του με τραγούδια / κείμενα / βίντεο, και πολύ από τον χρόνο του· τέλος, εκείνη κι εκείνη αποτελούσαν ανεκτίμητο παράγοντα ηρεμίας στην ομάδα, και μπορούσαν να μαζεύουν τους υπόλοιπους ακόμη κι όταν εγώ έχανα τον έλεγχο. Και ήθελα ενώπιόν σας (λέω στο Διευθυντή) να τους συγχαρώ και να τους ευχαριστήσω.

Ο διευθυντής υπερθεμάτισε, και σημείωσε τα ονόματά τους στο βιβλίο Ποινών, που απ’ έξω γράφει Βιβλίο Επαίνων και Ποινών, αλλά σχεδόν κανείς δε θυμάται ότι είναι και για επαίνους.



Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2008

ΜΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΥΛΟΥΡΙΑ;

Πόσο κακός κουλουρτζής μπορεί να είναι κανείς;

Και όμως μπορεί. Θεωρώ μάλιστα ότι όλοι λίγο-πολύ οι κουλουρτζήδες που κυκλοφορούν σήμερα στην Αθήνα είναι ακριβώς εξίσου κακοί. Κάνουν τη δουλειά τους με τόση υποκρισία και με τόσο λίγο μεράκι, όσο δε φανταζόταν κανείς ότι χωράει σ’ ένα τέτοιο επάγγελμα. Και σε μία κοινωνία όπου η υποκρισία και η έλλειψη φαντασίας και στιλ έχει φτάσει μέχρι τους κουλουρτζήδες, μάλλον κάτι δεν πάει καλά γενικότερα.
Προσωπικά, προκειμένου να τσιμπήσω ένα σνακ στο δρόμο, συχνά προτιμώ το κουλούρι έναντι άλλων επιλογών. Όχι τόσο για την ανεπανάληπτη γεύση του −σιγά τ’ αβγά!− όσο γιατί συμπαθώ το θεσμό. Οι κουλουρτζήδες υπήρχαν στην πόλη μου (υποθέτω και σε άλλες) από τότε που τη θυμάμαι, και σίγουρα και πολύ πιο πριν. Και μαζί με τους λαχειοπώλες και τους καστανάδες, που το καλοκαίρι γίνονται καλαμποκάδες, αποτελούν χαρακτηριστικά στοιχεία της φυσιογνωμίας της πόλης. Επίσης, οι τρεις αυτές κατηγορίες αποδεικνύουν ότι μπορεί κανείς ακόμη και σήμερα να κυκλοφορεί στους δρόμους, χωρίς μαγαζί, πουλώντας κάτι φτηνό, και να παραμένει απόλυτα αξιοπρεπής, αντίθετα προς άλλους γυρολόγους που στην ουσία είναι σαφώς επαίτες (π.χ. αυτοί με τα στυλό και τα χαρτομάντηλα στο λεωφορείο, οι κωφάλαλοι με τους γελοίους αναπτήρες κλπ.).
Αλλά τον τελευταίο καιρό αισθάνομαι να έχω όλο και λιγότερα κίνητρα να συμπαθώ το θεσμό.
Κατ’ αρχήν, τα κουλούρια είναι άθλια. Τι διάολο, πάντα προχτεσινά είναι; Πώς το καταφέρνουν; Θα απαιτεί πολύ καλό προγραμματισμό. Για να φάω ένα διπλό, κυριολεκτικά κουράζω τις μασέλες μου. Αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Δεν άπτεται ούτε του μερακιού ούτε της υποκρισίας.
Παλιά θυμάμαι τον κουλουρτζή, όπως άλλωστε και το λαχειοπώλη, να διαλαλάει την πραμάτεια του. Και είχα παρατηρήσει ότι ανέπτυσσαν διάφορες τεχνικές με τη φωνή τους, ώστε να ακούγονται δυνατά χωρίς να φωνάζουν και να χαλάν τα λαρύγγια τους. Έτσι ο καθένας είχε διαμορφώσει το προσωπικό του φώναγμα. Τους ξεχώριζες όπως ξεχωρίζεις τα κοκόρια, που όλα κικιρίκου λένε, αλλά το καθένα με ένα συγκεκριμένο τρόπο που δεν τον αλλάζει. Τώρα δε φωνάζουν. Άλλωστε δεν περπατούν κιόλας. Κάθονται σαν μπάστακες και σε περιμένουν. Δηλαδή έχουν υποβαθμίσει τον εαυτό τους σε ταμία ή ταμειακή μηχανή του ταμπλά με τα κουλούρια. Φαίνεται ότι, παρόλο που η πόλη μας είναι απίστευτα θορυβώδης και γίνεται όλο και χειρότερη, εντούτοις το να φωνάζεις τι πουλάς δεν είναι πολιτικά ορθό. Πλέον οι μόνοι που το κάνουν είναι οι γύφτοι με τα ντάτσουν: μανάβηδες, ανθοπώλες, παλιατζήδες κλπ.. Οι γύφτοι γενικά δε σκοτίζονται τόσο για πολιτικές ορθότητες· αλλά κι αυτοί, συχνά δε φωνάζουν αυτοπροσώπως αλλά βάζουν κασέτα.
Ύστερα: τελευταία οι κουλουρτζήδες, για να σου δώσουν το κουλούρι, βάζουν εκείνο το αντιπαθέστατο πλαστικό γάντι, για να μην το πιάσουν με το χέρι τους, μην τυχόν κι έχουν ξύσει προηγουμένως τις αιμορροΐδες τους. Ήμαρτον! Λες και ξέρω εγώ αν τις έχουν ξύσει και με το γάντι! Το κουλούρι που εκτίθεται χύμα στους ρυπαρούς και μολυσμένους δρόμους της Αθήνας είναι ένα προϊόν που εξ ορισμού δεν απευθύνεται σε υποχόνδριους. Δεν είναι αυτονόητο; Υπάρχει κανείς που σιχαίνεται το γυμνό χέρι του κουλουρτζή, ενώ δε σιχαίνεται τίποτε άλλο απ’ όσα είναι δυνατόν να έχουν έρθει σ’ επαφή με το κουλούρι; Και στο κάτω κάτω, αν είναι να τηρούμε τα προσχήματα, υπάρχει και η τσιμπίδα που είναι λιγότερο αντιαισθητική.
Εμένα μ’ ενοχλεί και η ποικιλία που έξαφνα έχει κατακλύσει τους ταμπλάδες. Πρώτα ήταν μόνο κουλούρια. Μετά ήταν σκέτα και διπλά κουλούρια. Τα διπλά ήταν είτε απλώς μεγαλύτερα, είτε δύο κουλούρια στριμμένα μαζί. Καλά μέχρις εδώ. Άλλος πεινάει περισσότερο, άλλος λιγότερο. Άλλος θέλει την τραγανάδα του λεπτού κι άλλος την αφρατοσύνη του διπλού (λέμε τώρα, γιατί στην πράξη όλα κινούνται μεταξύ πέτρας και λάστιχου). Αλλά τώρα που βγάλανε και με σοκολάτα, και με τυρί και δεν ξέρω τι άλλο, ποιο το νόημα; Άμα είναι, κάν’ το μια και καλή τυροπιττάδικο. Αν δε σε προτιμάει η πελατεία, δε σου πέρασε από το νου μήπως φταίει η ποιότητα και όχι η ποικιλία; Ναι, εκσυγχρονίσου! Βάλε και χυμούς, βάλε και κανα καφέ, βάλε και ερκοντίσιον. Μόνο που τότε θα το κάνεις ένα Γρηγόρη, και ο κανονικός Γρηγόρης θα είναι πάντα καλύτερος. Αφεντικό, εμένα μου φτάνει που στο σουπερμάρκετ θέλω μισή ώρα για να βρω ένα σαμπουάν που να μην είναι ούτε για έντονο φιλάρισμα, ούτε για βαμμένα και ταλαιπωρημένα μαλλιά, ούτε για μοναδικό όγκο, να είναι απλώς για λούσιμο, και άλλη μισή ώρα για να διαλέξω τυρί για τοστ, και για να παραγγείλω ένα καφέ χρειάζομαι λεξικό (φραπουτσίνο, φρεντοτσίνο, μοκατσίνο, στρέτο, λούνγκο, κον λάτε, αλέγκρο μα νον τρόπο... Όπως έλεγε και ο κόκορας του Αρκά, τι γίνεται στην περίπτωση που θες απλώς να γαμήσεις;). Δεν είναι η ποικιλία επιλογών αυτό που λείπει από την καταναλωτική μου ζωή. Πούλα ένα πράμα, ή έστω δυο τρία, και να ’ναι καλά, και να έχεις και το στιλ σου, και κανείς δε θα διαμαρτυρηθεί αν δεν έχεις με σοκολάτα, ούτε αν δε φοράς γάντι.
Άειντε μπράβο!