ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...

Τρίτη 22 Μαΐου 2007

¡PASARÁN!

Ἐγὼ εἶμαι δάσκαλος. Ἐσεῖς ἴσως νὰ μὴν εἶστε. Σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση, πιθανότατα ἀγνοεῖτε κάποια ἀπὸ τὰ ἑφτασφράγιστα μυστικὰ τοῦ λειτουργήματός μας. Μπορεῖ πάλι καὶ νὰ τὰ ξέρετε· ἴσως νὰ εἶναι παγκοίνως γνωστά, νὰ τά ’χει ὁ κόσμος τούμπανο κι ἐμεῖς κρυφὸ καμάρι...
Τὰ παιδιὰ πηγαίνουν στὸ σχολεῖο γιὰ νὰ μάθουν ἕνα σωρὸ πράγματα. Τὰ «γράμματα» εἶναι μόνο ἑνα ἀπὸ αὐτά. Καλοῦνται ἀκόμη νὰ μάθουν τὴ διαδικασία τῆς κοινωνικοποίησης, καὶ νὰ μυηθοῦν σὲ μία σειρὰ ἀπὸ ἰδανικὰ ποὺ θὰ τὰ κάνουν «σωστοὺς ἀνθρώπους» στὴν κοινωνία. Σὰν κι ἐμᾶς, καλή μας ὥρα –ὅπου κι ἂν εἴμαστε.
Μέσα στὸν ροῦ τῆς ἱστορίας οἱ δασκάλοι μετῆλθαν πολλὲς καὶ διάφορες μεθόδους γιὰ νὰ τὰ πετύχουν ὅλα αὐτά. Οἱ παλιὲς μέθοδοι (ξύλο, φοβέρα...) ἔχουν ξεπεραστεῖ, εὐτυχῶς. Οἱ ἄνθρωποι τότε ἦσαν βάρβαροι καὶ ζῶα, καὶ δὲν ἔδιναν δεκάρα γιὰ τὴν εὐαίσθητη ψυχὴ τοῦ μαθητῆ. Ἀκούγοντας ἱστορίες τῶν παλιῶν γιὰ τοὺς δασκάλους τους, ποὺ τοὺς βασάνιζαν σωματικὰ καὶ ψυχικά, πάντα ἀποροῦσα: κι ὅταν, μετὰ ἀπὸ χρόνια, συναντήσει κανεὶς τὸν παλιό του δάσκαλο, μὲ τί αἰσθήματα καὶ μὲ τί ματιὰ χαιρετιοῦνται; Εὐτυχῶς στὴ δική μου γενιὰ επῆλθε ὁ ἐκπολιτισμὸς καὶ ἡ φώτιση. Ἔτσι πλέον ἡ Ε.Ψ.Μ. (Εὐαίσθητη Ψυχὴ τοῦ Μαθητῆ) βρίσκεται σὲ καλὰ χέρια.
Ὦ ναί! Ἐμεῖς μποροῦμε σήμερα, καὶ θὰ μποροῦμε καὶ αὔριο, νὰ ἀτενίσουμε τὸν μαθητή μας ἴσια στὰ μάτια, ξέροντας ὅτι ποτὲ δὲν ἐπράξαμε παρὰ συνείδησιν· καὶ ξέρουμε ὅτι κι ἐκεῖνος τίποτε ἄλλο δὲ σκέφτεται γιὰ μᾶς, παρὰ μόνον: «Γειά σου Δάσκαλε! (μὲ πολὺ κεφαλαῖο Δέλτα). Σὺ μ’ ἔκανες ἄνθρωπο, σὺ μοῦ ’μαθες νὰ ἀγωνίζομαι γιὰ κάθε τι τὸ ὡραῖο καὶ δίκαιο, σὺ μὲ δίδαξες νὰ σέβομαι τὸν ἑαυτό μου καὶ τοὺς ἄλλους, σὺ μοῦ ἀποκάλυψες τὶς μεγάλες ἀξίες καὶ τὰ ἰδεώδη τῆς Ζωής!»
Πῶς τὰ καταφέρνουμε ὅλα αὐτά; Ὁ δρόμος τῆς Ἀρετῆς εἶναι στενὸς καὶ δύσβατος, καὶ τὰ μυστικά του δὲ μεταβιβάζονται. Ἀλλά, μιᾶς καὶ μὲ πιάσατε μπόσικο, θὰ σᾶς ψιθυρίσω κάποια μικρὰ tips:
Σύμφωνα μὲ ἀνεπιβεβαίωτες φῆμες, ὑπάρχουν κάποιες διαταγὲς ἢ ὁδηγίες γιὰ τοὺς ἐκπαιδευτικοὺς Γυμνασίου καὶ Λυκείου ποὺ μᾶς ἀποτρέπουν ἀπὸ τοῦ νὰ προξενήσουμε ὄχι ἁπλῶς δυσεπούλωτα τραύματα, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τὴν παραμικρὴ σκιὰ δυσαρέσκειας στὴν Ε.Ψ.Μ.. Ἔτσι ὁ μαθητὴς πρέπει πάντοτε νὰ περνάει τὴν τάξη, ἀκόμη κι ἄν εἶναι ἀναλφάβητος (οἱ πολὺ ἀναλφάβητοι μποροῦν ἐνδεχομένως νὰ μένουν μετεξεταστέοι, ἀλλὰ σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση θὰ πρέπει τὸ Σεπτέμβρη νὰ προβιβαστοῦν ὁπωσδήποτε)· ἀκόμη κι ἂν ἔχει ὑπερβολικὰ πολλὲς ἀπουσίες (ὅσοι δὲν ἔχουν πατήσει ποτέ, παραπέμπονται στὶς ἐξετάσεις Σεπτεμβρίου καὶ μετὰ ἀκολουθεῖται ἡ προηγούμενη περίπτωση)· ἀκόμη κι ἂν συνδυάζουν τὰ ἀνωτέρω προσόντα· ἀκόμη κι ἂν δείχνουν πὼς θέλουν νὰ μείνουν (διότι, φέρ’ εἰπεῖν, θέλουν ἔτσι νὰ περάσουν ἕνα μήνυμα στοὺς γονεῖς τους ἢ σὲ κάποιον ἄλλο)· ἀκόμη κι ἂν τοῦς χρειάζεται νὰ ἐπαναλάβουν τὴν τάξη, γιὰ ὁποιονδήποτε πιθανὸ λόγο. Ὄχι, κύριε μαθητά. Ποὺ νὰ χτυπιέσαι, δὲ θὰ σὲ ἀφήσουμε. Θὰ φανοῦμε ἀταλάντευτα πιστοὶ στὶς ὑποχρεώσεις μας, τὶς ὁποῖες μᾶς ὑπαγορεύουν διαταγὲς ποὺ προσωπικὰ δὲν τὶς ἔχω δεῖ μὲ τὰ μάτια μου.
Ὅμως, ὑπάρχουν περιπτώσεις ὅπου τὰ ἀριθμητικὰ δεδομένα (βαθμοὶ καὶ ἀπουσίες) τοῦ μαθητῆ μοιάζουν νὰ μᾶς ὠθοῦν σὲ ἀπείθεια πρὸς τὶς διαταγές. Λέω «μοιάζουν», γιατὶ φυσικὰ στὴν πραγματικότητα ἁπλῶς ὁ θεὸς δοκιμάζει τὴν πίστη μας. Ὁ καλὸς ἐκπαιδευτικὸς θὰ βρεῖ πάντα τρόπο νὰ συμβιβάσει τὰ ἀσυμβίβαστα (π.χ. τὸ βαθμὸ κάτω ἀπὸ τὴ βάση μὲ τὸν προβιβασμό), κι ἂν δὲν τὸ καταφέρει μόνος του, θὰ τὸ καταφέρει ὁ Σύλλογος.
Τρόποι ὑπάρχουν. Μία ἁπλῆ καβάντζα εἶναι οἱ ἐξετάσεις τοῦ Σεπτεμβρίου: προβλέπεται ὁ μαθητὴς νὰ ἐξεταστεῖ καὶ γραπτὰ καὶ προφορικά, πράγμα ποὺ δὲν ἰσχύει γιὰ τὶς κανονικὲς ἐξετάσεις τοῦ Ἰουνίου. Ὁπότε, ἀκόμη κι ἂν σοῦ δώσει λευκὴ κόλλα (ποὺ πιάνει γιὰ 02), στὰ προφορικὰ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐλέγξει ὅτι δὲ σοῦ εἶπε γιὰ 17, ποὺ τοῦ ἔβαλες, κι ἔτσι ἔβγαλε μέσο ὅρο 9,5 = 10 καὶ πέρασε. Συνεπῶς ἡ προφορικὴ ἐξέταση δὲ χρειάζεται κὰν νὰ γίνει· γι’ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ δὲ γίνεται. Ἁπλῶς ὑπολογίζουμε πόσο θέλει γιὰ νὰ περάσει, τοῦ τὸ βάζουμε, καὶ περνάει. Aussi simple que ça!
Στὴν περίπτωση κάποιων Ε.Ψ.Μ. γιὰ τὶς ὁποῖες ἀκόμη καὶ ἡ λύση τοῦ Σεπτέμβρη ἀντενδείκνυται, μποροῦν νὰ τροποποιηθοῦν ἐκ τῶν ὑστέρων οἱ βαθμοὶ τῶν περασμένων τριμήνων. Γιατί ὄχι; Ἂν δὲν εἶναι ὅσο ψηλοί πρέπει, τότε προφανῶς θέλουν ψήλωμα. Σοφία θέλει;
Ἀντίστοιχα ἰσχύουν καὶ γιὰ τὶς ἀπουσίες. Ὅμως ἐδῶ ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ ἀναφέρω συγκεκριμένα παραδείγματα. Τὸ ἕνα εἶναι πολὺ πρόσφατο, αὐτῶν τῶν ἡμερῶν, καὶ εἶναι ἴσα - ἴσα αὐτὸ ποὺ μοῦ ἐνέπνευσε τὴν παροῦσα ἐπιστολή, καὶ τὸ ἄλλο εἶναι παλιότερο καὶ τὸ θυμήθηκα συνειρμικά. Τὰ ὀνόματα εἶναι φυσικὰ παραλλαγμένα. Καὶ οἱ δύο ἱστορίες, ὅπως καὶ τὰ ὑπόλοιπα παραδείγματα τοῦ κειμένου, στηρίζονται σὲ πραγματικὰ περιστατικὰ ποὺ ἔλαβαν χώρα σὲ διάφορα σχολεῖα ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ ποὺ τὰ ξέρω εἴτε ἀπὸ ἄμεση εἴτε ἀπὸ ἔμμεση ἐμπειρία.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΠΡΩΤΟ: Ἡ Ζωὴ καὶ ἡ Ἄννα εἶναι συμμαθήτριες στὴ Γ΄ Γυμνασίου καὶ πρῶτες ἐξαδέλφες. Περὶ τὰ μέσα Δεκεμβρίου οἱ μητέρες τους, ποὺ εἶναι ἀδελφές, τὶς παίρνουν ταξίδι νὰ δοῦν τὸν παπποῦ καὶ τὴ γιαγιά, ποὺ ζοῦν στὸ ἐξωτερικό. Τὸ ταξίδι κρατάει ἕνα μῆνα καὶ κάτι. Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ διάστημα πέφτουν οἱ διακοπὲς τῶν Χριστουγέννων, ὅπου φυσικὰ δὲν μπαίνουν ἀπουσίες. Ὅμως πέφτουν καὶ δύο ἢ τρεῖς ἐργάσιμες ἑβδομάδες, ὅπου μπαίνουν. Κατὰ τὸ ὑπόλοιπο διάστημα τῆς χρονιᾶς οἱ δύο μαθήτριες κάνουν κι ἄλλες ἀπουσίες: μιὰ ἄρρωστες, μιὰ ἀποβολή, ὅ,τι εἶναι πιθανόν νὰ συμβεῖ στὸν ὁποιονδήποτε. Λίγο πρὶν τὸ τέλος τῆς χρονιᾶς γίνεται ἡ καταμέτρηση, καὶ διαπιστώνεται ὅτι οἱ δύο κόρες μένουν. Τὸ πρῶτο μέτρο ποὺ ἐφαρμόζεται πάντοτε εἶναι νὰ σβηστοῦν οἱ μονόωρες ἀπουσίες. Ἀνοίγω μία παρένθεση γιὰ νὰ τὸ ἐξηγήσω αὐτό:
Ἡ μονόωρη ἀπουσία συνήθως ὀφείλεται σὲ ὡριαία ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴν τάξη. Εἶναι δηλαδὴ ποινή. Γιὰ νὰ ἔχει ὅμως ἐπίσημη ἰσχὺ μία ποινή, πρέπει νἀ εἶναι περασμένη σ’ ἕνα εἰδικὸ βιβλίο, τὸ Ποινολόγιο. Κατόπιν τούτου ἔχει ληφθεῖ μέριμνα ὥστε τὸ Ποινολόγιο νὰ παραμένει ἀσυμπλήρωτο ἀπὸ πρόπερσι, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ ἀντιμετωπίζονται τέτοιες ἔκτακτες περιπτώσεις. Ἔτσι, σβήνονται ὅλες οἱ μονόωρες ἀπουσίες ἀπὸ ἀποβολή, (καὶ ἐπειδὴ εἶναι λίγο μανούρα νὰ ψάχνεις ποιά εἶναι ἀπὸ ἀποβολὴ καὶ ποιά εἶναι κανονικὴ ἀπουσία, σβήνονται ὅλες οἱ μονόωρες γενικῶς) καθὼς καὶ τὶς τυχὸν ὁλοήμερες ἀποβολές –ποὺ γενικὰ σπανίζουν, λόγῳ Ε.Ψ.Μ..
Ἐπανέρχομαι στὴν ἱστορία μου. Τὸ πρῶτο αὐτὸ μέτρο ἔφερε κάποια πρόοδο, ἀλλὰ ὄχι τὴν ἐπιθυμητή: πλέον τὸ σύνολο τῶν ἀπουσιῶν τῶν δύο κοριτσιῶν δὲν ξεπερνᾶ τὸ ὅριο· ὅμως ἔχουν πολλὲς ἀδικαιολόγητες. Πάλι μένουν! Οἱ ἀπουσίες δικαιολογοῦνται μὲ χαρτὶ γιατροῦ ἤ, ὑπὸ κάποιους ὅρους, μὲ χαρτὶ ἀπὸ τὸν κηδεμόνα, μέσα σὲ δέκα μέρες ἀπὀ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ γίνουν. Βέβαια, ποιός κοιτάει προθεσμίες... Στὴν πράξη τὸ δικαιολογητικὸ γίνεται ὅποτε ἀναφανεῖ ὁ κίνδυνος, καὶ φυσικὰ μπορεῖ νὰ ἔχει καὶ παλιότερη ἡμερομηνία –σὲ περιπτώσεις ἀμφιβολίας μᾶς τὸ φέρνουν καὶ χωρὶς καθόλου ἡμερομηνία, καὶ τὴ συμπληρώνουμε ἐμεῖς!
Ἐνημερώνουμε σχετικὰ τὴ Ζωὴ καὶ τὴν Ἄννα. Μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες ἡ Ἄννα μᾶς φέρνει μία συλλογὴ δικαιολογητικῶν ἀπὸ ὅλους σχεδὸν τοὺς γιατροὺς τῆς περιοχῆς: ἀπὸ τόσο μέχρι τόσο τοῦ μηνὸς εἶχε γρίππη, ὕστερα ὠτίτιδα, ὕστερα ἰλαρά, AIDS, σφράγισμα στὰ δόντια καὶ πᾶσα νόσο καὶ μαλακία. Ὁ συνάδελφος ποὺ ἦταν ὑπεύθυνος γιὰ τὶς ἀπουσίες τοῦ τμήματος, ἐλαφρῶς ἔκπληκτος, ἀρχικὰ ἀρνήθηκε νὰ τὰ λάβει ὑπ’ ὄψιν: σοῦ λέει, τὸ νὰ παραβλέψουμε τὴν προθεσμία κάπως τρώγεται, ἂς ποῦμε πὠς εἶναι μία διευκόλυνση πρὸς τὸ παιδὶ ὄχι πολὺ παράτυπη· ὅταν ὅμως πρόκειται γιὰ κανονικὴ πλαστογραφία, δὲ θὰ ἤθελα νὰ εἶμαι ἐγὼ αὐτὸς ποὺ θὰ τὸ διδάξει στοὺς μαθητές. [Ἴσως πλαστογραφία νὰ μὴν εἶναι ὁ ἀκριβὴς ὅρος: τὰ δικαιολογητικὰ ἦταν γνήσια, ἁπλῶς ἔλεγαν ψέματα.] Ἀναγκάστηκε ὅμως νὰ συναινέσει τελικά, διότι: οἱ μητέρες τών δύο κοριτσιῶν εἶχαν ἔρθει, ἤδη πρὶν ἀπὸ τὸ ταξίδι, σὲ συνεννόηση μὲ κάποιους ἀπὸ ἐμᾶς, καὶ μᾶς εἶπαν, «ἔτσι κι ἔτσι, ἐμεῖς θὰ πᾶμε αὐτὸ τὸ ταξίδι, τί θὰ γίνει μὲ τὶς ἀπουσίες;», κι ἐμεῖς τοῦς εἴπαμε «βρεῖτε ἕνα ὁποιοδήποτε δικαιολογητικό, κι ἐμεῖς ἔννοια σας», ὁπότε τώρα εἴμαστε δεσμευμένοι ἀπέναντί τους καὶ δὲν μποροῦμε νὰ ἐκτεθοῦμε –στὸ κάτω κάτω γιὰ τί ζοῦμε; γιὰ ἕνα φιλότιμο! Ἔ, τώρα, κι ἂν τὸ ἄργησαν λίγο τὸ δικαιολογητικό, τί σημασία ἔχει;
Κι ἔτσι η Ἄννα πέρασε, και ἡ Ε.Ψ.Μ. της σώθηκε. Ἀμ’ ἡ Ζωή; Τέλος -τέλος τῆς χρονιᾶς διαπιστώνεται ὅτι ἐκείνη χρωστάει ἀκόμη τὀ δικαιολογητικό, καὶ δὲν ἔχει κανένα περιθώριο νὰ τὸ φέρει. Τί νὰ τὴν κάνω αὐτήν; λέει ὁ καθηγητὴς τοῦ τμήματος. Προσπαθοῦμε νὰ τοὺ δικαιολογηθοῦμε: ἒ νά, μᾶς εἶχε ὑποσχεθεῖ ὅτι θὰ ἔφερνε τὸ δικαιολογητικό, τώρα ποιός ξέρει γιατί τὸ καθυστέρησε τόσο...
Καὶ ὁ συνάδελφος ἀναγκάστηκε νὰ ὑποπέσει σὲ μία παρατυπία: δικαιολόγησε τὶς ἀπουσίες χωρὶς νὰ ἔχει δικαιολογητικό.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ: Ὁ Λευτέρης εἶναι 20 χρονῶν καὶ πάει δευτέρα Γυμνασίου. Ὅταν ἦταν στὰ κανονικά του χρόνια εἶχε παρατήσει τὸ σχολεῖο. Ἔκτοτε ἀλήτεψε, δούλεψε, πῆγε φαντάρος, καὶ τώρα στὰ γεράματα μάθε γέρο γράμματα. Ἀποφάσισε νὰ ξαναγραφτεῖ στὴν τάξη ποὺ εἶχε σταματήσει, γιὰ νὰ πάρει τὸ χαρτί. Ἡ ἐγγραφὴ δὲν ἔγινε Σεπτέμβριο, ἀλλὰ μερικοὺς μῆνες ἀργότερα. Δὲν ξέρω μέχρι ποιά ἐποχὴ μπορεῖ κανεὶς νὰ γραφτεῖ, τὸ βέβαιο ὅμως εἶναι ὅτι πρὶν γραφτεῖ ἕνας μαθητὴς δὲν παίρνει ἀπουσίες. Λογικό: ἀφοῦ δὲν εἶσαι γραμμένος, δὲν μπορεῖς νὰ θεωρηθεῖς ἀπών. Ἄλλο ἂν δὲν εἶσαι οὔτε παρών.
Ὁ Λευτέρης λοιπὸν ἄρχισε νὰ ἔρχεται στὸ σχολεῖο, ἀλλὰ ἡ παρουσία του ὡς μαθητῆ ἦταν μηδαμινή: δὲ διάβαζε ποτὲ τίποτε, δὲν ἤξερε ποτὲ τίποτε, δὲν εἶχε τσάντα γιὰ νὰ παίρνει τὰ βιβλία κι ἔτσι τὰ ἄφηνε μονίμως στὸ σχολεῖο. Ὡστόσο δὲν προκαλοῦσε προβλήματα (ὅπως φοβοῦνταν οἱ παλιοὶ συνάδελφοι, ποὺ τὸν εἶχαν καὶ παλιὰ μαθητή, ὅταν εἶχε τὰ μυαλὰ πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι του), ἦταν εὐγενικός, φερόταν μὲ σεβασμὸ σ’ ἐμᾶς καὶ μὲ κατανόηση στοὺς πιτσιρικάδες συμμαθητές του, κι ἐπιπλέον ἔδειχνε ὅτι δὲν ἦταν ρεμάλι, εἶχε καὶ μυαλὸ καὶ εὐαισθησίες. Συζητήσαμε μιὰ φορὰ τὴν περίπτωσή του στὸ Σύλλογο.
Ἕνας εἶπε: τί θὰ γίνει ρὲ παιδιὰ μ’ αὐτόν; εἶναι ἔξυπνος, ἀλλὰ δὲν κάνει τίποτε. Καταλαβαίνω ὅτι αὐτὸ ποὺ ἔχει ἤδη κάνει, νὰ ρίξει τὰ μοῦτρα του καὶ νὰ γυρίσει στὰ θρανία πλάι πλάι μὲ τοὺς δεκατριάχρονους, ἀπαιτεῖ μεγάλα κότσια, ἀλλὰ ἀφ’ ἧς εἶδα τὶς δυνατότητές του θέλω κάτι παραπάνω ἀπὸ αὐτόν. Ἂς μὴ διαπρέψει, τουλάχιστον ὅμως ἂς δείξει μία προσπάθεια.
Ἄλλος εἶπε: δὲ συμφωνῶ. Δὲν ξέρεις τὴ ζωή του, δὲν ξέρεις πραγματικὰ πόσο δύσκολο εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνει. Ἐγὼ δὲ ζητάω τίποτε παραπάνω ἀπὸ αὐτόν· καὶ μόνο γιὰ τὸ ὅτι ἔρχεται καὶ δὲν προκαλεῖ προβλήματα, καὶ μόνο ποὺ δὲν καπνίζει στὸ προαύλιο ἐνῶ εἶναι ἐνήλικος, γιὰ νὰ μὴν τὸν δοῦν οἱ μικροί, ἐγὼ τοῦ εἶχα καλὸ βαθμὸ καὶ θὰ τοῦ τὸν ἀνεβάσω κι ἄλλο.
Αὐτὴ ἡ δημηγορία συγκίνησε καὶ ἔπεισε ὅσους συναδέλφους ἦταν ἀρχικὰ τῆς ἀντίθετης γνώμης. Σὲ ὁρισμένους ἀπὸ ἐμᾶς ποὺ εἶχαν ἤδη κάνει αὐτὴ τὴν κουβέντα μὲ τὸν ἴδιο τὸ Λευτέρη, ἐκεῖνος εἶχε ἐξηγήσει: ἔχετε δίκιο, θέλω πολὺ νὰ προσπαθήσω, ἀλλὰ δουλεύω κιόλας, καταλαβαίνετε... Ὁπότε τὸ ζήτημα ἔκλεισε: ὁ Λευτέρης μᾶς ἀρκεῖ νὰ ἔρχεται.
Τὸ ζήτημα ξανάνοιξε ὅταν διαπιστώθηκε ὅτι ὁ Λευτέρης κι αὐτὸ πήγαινε νὰ τὸ κόψει: ἀπὸ κάθε μέρα ἄρχισε νὰ μὴν ἔρχεται τὴ μία στὶς τρεῖς, μετὰ ἐρχόταν μέρα παρὰ μέρα, μετὰ μία μέσα δέκα ἔξω, καὶ στὸ τἐλος τὸν χάσαμε γιὰ τὰ καλά. Στὶς ἀρχὲς τοῦ τρίτου τριμήνου βγῆκε φερμάνι νὰ μὴν τὸν γράφουμε πιὰ στὸ ἀπουσιολόγιο. Θεωρήθηκε ὅτι ὁ Λευτέρης διέκοψε.
Ὅμως κλείνοντας τὴ χρονιὰ τὸν ξαναθυμηθήκαμε: τί θὰ γίνει μὲ τὸ Λευτέρη; Ὁρισμένοι ἀπὸ ἐμᾶς αἰφνιδιάστηκαν ἀπὸ τὴν ἐρώτηση, γιατὶ δὲν πίστευαν ὅτι ὑπῆρχε κάτι νὰ γίνει μ’ αὐτόν. Ἀφοῦ διέκοψε! Ἄλλοι πάλι δὲν αἰφνιδιάστηκαν ποσῶς. Πάντως τὸ δίλημμα ἦταν πολὺ συγκεκριμένο: ὁ Σύλλογος ἀποφασίζει ἂν θέλει νὰ τὸν ἀφήσει στὸν τόπο (δηλαδὴ νὰ ἐπαναλάβει τὴν τάξη ἄνευ ἑτέρου) ἢ νὰ τὸν παραπέμψει γιὰ ἐξετάσεις σὲ ὅλα τὰ μαθήματα τὸ Σεπτέμβρη. Οἴκοθεν νοεῖται ὅτι ἂν πάει Σεπτέμβρη θὰ περάσει, ἔστω καὶ γιὰ μόνο τὸ λόγο ὅτι ἀποκλείεται νὰ γράψει. Ἀκούστηκαν οἱ ἑξῆς ἀπόψεις:
–Σεπτέμβρη, γιατὶ δὲν ξέρεις τί περνάει αὐτὸ τὸ παιδί· ἡ φοίτηση μέχρι καὶ τὸ Γυμνάσιο εἶναι ὑποχρεωτική· τοῦ ἀξίζει μιὰ δεύτερη εὐκαιρία· πρέπει νὰ τὸν βοηθήσουμε· ἀντικειμενικὰ δὲν μπορεῖ νὰ ἔρχεται στὸ σχολεῖο καὶ ταυτόχρονα νὰ δουλεύει, ἄλλωστε ἡ περιοχὴ δὲν ἔχει νυχτερινὸ σχολεῖο.
–Στὸν τόπο, γιατὶ ὅ,τι κι ἂν περνάει αὐτὸ τὸ παιδὶ δὲν εἶναι ἀπὸ δικό μας φταίξιμο· ἡ ζωὴ εἶναι δύσκολη, δὲν τὴν κάνουμε ἐμεῖς δύσκολη· γιατὶ εἶχε ἤδη μία δεύτερη εὐκαιρία, τὸ Σεπτέμβρη ἢ τοῦ χρόνου θὰ εἶναι ἡ τρίτη, καὶ κανεὶς δὲν θὰ τοῦ ἀρνηθεῖ μία τέταρτη ἢ πέμπτη· γιατὶ τὸν ἔχουμε ἤδη βοηθήσει, ἀλλὰ δὲν μποροῦμε νὰ βοηθᾶμε μόνοι μας, διάβολε, ἂς κάνει κάτι κι ὁ ἴδιος· γιατὶ ἀνοίγουμε κακὸ προηγούμενο: ἂν δὲν κόψουμε αὐτὸν τώρα, δὲ θὰ μπορέσουμε ποτὲ νὰ κόψουμε κανέναν (λὲς καὶ τίθεται τέτοιο ζήτημα!)· γιατὶ θὰ δείξουμε ὅτι ὅσοι πᾶνε σχολεῖο εἶναι μαλάκες, δὲν ἔχουν παρὰ νὰ διακόψουν, καὶ μετά, στὰ εἴκοσί τους, νὰ ἔρθουν νὰ κάνουν μία ἐγγραφή· γιατὶ ἂν τοῦ χρόνου ἔρθει πάλι νὰ κάτσει μὲ τοὺς συμμαθητές του θὰ μᾶς κρεμάσουν κουδούνια· γιατὶ θὰ μποροῦσε κάλλιστα νὰ ἔρχεται στὸ σχολεῖο, νὰ μὴν πηγαίνει στὴ δουλειά, καὶ ἁπλῶς νὰ πληρώνεται (–Τώρα συνάδελφε γίνεσαι παράλογος: αὐτὸ δὲ γίνεται. –Ἂν μπορεῖ νὰ μὴν ἔρχεται στὸ σχολεῖο χωρὶς νὰ θεωρεῖται ἀπὼν μὲ ὅ,τι αὐτὸ συνεπάγεται, τότε δὲ νομίζω ὅτι γίνομαι παράλογος)· γιατὶ ὁ ἄνθρωπος μέχρι στιγμῆς δείχνει νὰ μᾶς σέβεται, καὶ ἂν τοῦ στήσουμε κῶλο θὰ χάσει δικαίως τὸ σεβασμό του γιὰ μᾶς.
–Σεπτέμβρη, γιατὶ συμφωνῶ μὲν μὲ ὅλα αὐτά. ἀλλὰ καὶ τί νὰ τὸν κάνουμε;
Ψηφίσαμε καὶ ἀποφασίσαμε Σεπτέμβρη. Καὶ τότε σκάει ἡ παραμύθα: παρόλο ποὺ ὁ Λευτέρης δὲν ἔχει σχεδὸν καθόλου ἀπουσίες στὸ πρῶτο τρίμηνο, ἀφοῦ κατὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος του δὲν ἦταν γραμμένος, οὔτε καὶ στὸ τρίτο ποὺ δὲν πάτησε οὔτε μία φορὰ γιὰ καλημέρα, γιατὶ δὲν τοῦ τὶς γράφαμε (καὶ λογικὰ μᾶλλον γι’ αὐτὸ ἔπαψε νὰ ἔρχεται), ἐντούτοις καὶ μόνο τοῦ δεύτερου τριμήνου οἱ ἀπουσίες του εἶναι τόσες ὥστε νομικῶς δὲν καλυπτόμεθα νὰ μὴν τὸν ἀφήσουμε στὸν τόπο. Τί θὰ κάνουμε;
Ἡ συνολικὴ κατάσταση ἀπουσιῶν εἶναι ἕνα βιβλίο στὸ ὁποῖο ἀπαγορεύεται νὰ βάλουμε μπλάνκο. Ἀφοῦ ἀπαγορεύεται, ἐννοεῖται πὼς δὲν μποροῦμε ἐμεῖς νὰ τὸ κάνουμε. Τί εἴμαστε, τίποτε παράνομοι; Θεός φυλάξοι!
Ἔλα ὅμως ποὺ μᾶς περισσεύουν ἀπουσίες! Ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε, σχίσαμε τἠ σελίδα καὶ τὴν ξαναγράψαμε. Στὴν ἴδια συνεδρίαση ἀποφασίσαμε καὶ κάτι ἄλλο: στὴν τάξη ὅπου φοιτᾶ ἡ ἀνεψιὰ τοῦ καθηγητῆ τῶν μαθηματικῶν, τὰ θέματα τῶν ἐξετάσεων θὰ τὰ βγάλει ὁ ἄλλος καθηγητὴς μαθηματικῶν, γιὰ νὰ μὴ δημιουργηθοῦν ὑπόνοιες ὅτι ὁ θεῖος τὰ σφύριξε στὴν ἀνεψιά του. Διότι, ἐδῶ εἴμαστε ἀδιάβλητοι. Δὲ θέλουμε νὰ δίνουμε ἀφορμὲς νὰ μᾶς πιάνει ὁ κόσμος στὸ στόμα του!

Παρασκευή 27 Απριλίου 2007

ΣΥΒΑΡΙΤΙΣΜΟΙ ΣΤΗ ΝΗΣΟ ΤΟΥ ΜΠΟΝΕΝΤΗ

Δρίλλα!

Τσουρέκι με δρίλλα.

Αυγά (κατά προτίμηση από κοτέτσι και της ημέρας) τηγανητά με δρίλλα.

Φράουλες με δρίλλα: ψιλοκομμένες, με μαύρη ζάχαρη.

Δρίλλα με πετουμέζι (θυμίζει λίγο κρεμ καραμελέ).

Ψιλοκούλλουρα με δρίλλα και μέλι κηρήθρας.

Ψωμί ολυμπίτικο, ζυμωμένο με σχινόκαρπα, με δρίλλα και μέλι κηρήθρας. Τα σχινόκαρπα έχουν άρωμα μαστίχας.

Αααχ!

Κυριακή 15 Απριλίου 2007

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ

Καλησπέρα σας και Χριστός ανέστη.

Ως μαθητής, και μετέπειτα φοιτητής Φιλολογίας, είχα διδαχθεί μερικά πράγματα για το Δημοτικό τραγούδι ως λογοτεχνικό είδος. Επίσης είχα κάποια απόμακρα ακούσματα δημοτικού τραγουδιού: ήξερα λ.χ. ότι το Πάσχα ορισμένοι Έλληνες βάζουν κασέτες με κλαρίνα. Η παιδεία μου χρειάστηκε να περάσει από χίλιες δυο στροφές και κορδέλες, μέχρι να συνειδητοποιήσω τη σχέση ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο πράγματα. Για ένα φιλόλογο δεν είναι σπάνιο να έχει μεγαλώσει σε ένα κόσμο όπου οι μόνες πληροφορίες για το δημοτικό τραγούδι είναι αυτές οι δύο: αφενός λίγες δεκάδες τυπωμένα ποιήματα υψηλής λογοτεχνικής αξίας, προορισμένα να διαβάζονται (είτε για απόλαυση είτε για μελέτη και ανάλυση), και αφετέρου μία μάλλον άσχημη μουσική που την ακούν κάποιοι άλλοι άνθρωποι, μάλλον υπανάπτυκτοι αν κρίνουμε από τα γούστα τους, ενώ εμείς την ακούμε μόνο κατά τύχη και με κάποιον αποτροπιασμό, και που πάντως ούτε τα λόγια της προδίδουν οποιαδήποτε λογοτεχνική αξία ούτε άλλως παρέχουν την παραμικρή ένδειξη κάποιας ποιότητας. Θα συμφωνήσετε πως αν ξεκινάει κανείς με αυτά τα δεδομένα είναι πράγματι δύσκολο να αντιληφθεί ότι εκείνα τα λίγα σπουδαία ποιήματα και αυτά τα λίγα ελεεινά τραγούδια είναι εκφάνσεις του ίδιου φαινομένου. Θα μου πεις, αφού και τα μεν και τα δε ονομάζονται Δημοτικά, αυτό δε σε υποψίασε; Όχι, δε με υποψίασε. Υπάρχει και Δημοτικό σχολείο, και Δημοτικά συμβούλια, και Δημοτική γλώσσα. Οι λέξεις δεν είναι μονοσήμαντες.

Μετά, κάποια στιγμή, ανέπτυξα ενδιαφέρον για τη δημοτική μουσική (παραδοσιακή τη λέγαμε τότε), και σιγά σιγά έμαθα όλα αυτά που ξέρω τώρα και που λίγο-πολύ ξέρουμε όλοι μας. Άκουγα μουσική, και μεταξύ των πολλών τραγουδιών άρχισα που και που να πέφτω πάνω σε μερικά που συνέπιπταν με εκείνα τα «αριστουργήματα» ποίησης. Τότε κατάλαβα ποία η σχέσις, και γιατί και αυτά και εκείνα είχαν το ίδιο όνομα. Επίσης, τότε απέκτησα για πρώτη φορά προσωπικό κίνητρο να κατανοήσω (όπως και κατενόησα, τελικά) γιατί τα ονομάζαμε αριστουργήματα.

Τα δημοτικά ποιήματα που συνήθως μελετώνται στα φιλολογικά μαθήματα σχολείων και πανεπιστημίων είναι κυρίως Ακριτικά και Παραλογές, και σε κάπως μικρότερη κλίμακα Ιστορικά, Κλέφτικα, της Αγάπης, της Ξενιτιάς και του Θανάτου. Όχι κάλαντα, όχι του γάμου, ασφαλώς όχι αποκριάτικα, πού και πού ίσως μοιρολόγια και νανουρίσματα, και πάντως όχι δίστιχα, όλο μακροσκελή τραγούδια. Με άλλα λόγια, κυρίως όσα είναι λιγότερο πιθανό να ακούσει κανείς να τραγουδιούνται. Αποδείχθηκε παρά ταύτα ότι κάτι τέτοιο δεν είναι και τελείως απίθανο. Υπάρχουν στη Θράκη, στον Πόντο, στην Ήπειρο, στα Δωδεκάνησα –λίγο πολύ παντού– τοπικές παραλλαγές από το Γιοφύρι της Άρτας, το Γυρισμό του Ξενιτεμένου, το Θάνατο του Διγενή, το Κάστρο της Ωριάς κλπ., που δεν έχουν ξεχαστεί ακόμη. Όποτε πετύχαινα κάποιο από αυτά σε ηχογράφηση ή σε συναυλία, πάντοτε με συγκινούσε ιδιαίτερα. Πόσο μάλλον να το ακούσω ζωντανά, από κάποιον που το έμαθε προφορικά.

Σε γενικές γραμμές αυτά τα «σημαντικά» τραγούδια είναι πανελλήνιας διάδοσης. Φυσικά από κάπου προέρχονται, δε φύτρωσαν ταυτόχρονα σε όλη την Ελλάδα. Όμως αυτό συνέβη πολύ παλιά. Έκτοτε διεσπάρησαν ανά τον ελληνικό κόσμο (εννοώ Ελλάδα, Κύπρο, Μ. Ασία και Πόντο, και τις διάφορες περιοχές με γηγενείς Ελληνόφωνους που είναι εκτός των σημερινών συνόρων), και σε κάθε τόπο ενσωματώθηκαν, προσαρμόστηκαν στο τοπικό γλωσσικό ιδίωμα και στην τοπική μουσική, και γενικώς ακολούθησαν μία πορεία σαν της αμοιβάδας: κάθε αμοιβάδα προέρχεται από τη διάσπαση μιας άλλης αμοιβάδας στα δύο, όμως από τη στιγμή της διάσπασης και μετά ο βίος και η πολιτεία της καινούργιας αμοιβάδας σχετίζεται μόνο με το δικό της περιβάλλον, όχι με το τι κάνουν τα αδελφάκια της και τα ξαδερφάκια της. Κάθε παραλλαγή του κάθε τραγουδιού αλλού ρίζωσε, αλλού όχι, αλλού δεν έφτασε καν ποτέ. Κι εκεί που ρίζωσε, αλλού διατηρήθηκε σε μορφή κοντινή προς την αρχική, αλλού άλλαξε, στο ένα μέρος ξεχάστηκε η μέση και το τέλος, στο άλλο μέρος το μισό τραγούδι συμφύρθηκε με με το μισό από ένα άλλο τραγούδι, πιο πέρα διανθίστηκε με πρωτότυπους τοπικούς στίχους, αλλού δυο στίχοι αποσπάστηκαν και έμειναν ως αυτόνομο δίστιχο ή και ως παροιμία, κλπ. κλπ.. Επίσης, υπήρξαν περιοχές των οποίων η παράδοση υπήρξε συνολικά φιλική προς το συγκεκριμένο είδος τραγουδιών, και άλλες όπου αυτά μαράζωσαν και χάθηκαν.

Το αποτέλεσμα από όλες αυτές τις διεργασίες είναι ότι σήμερα, αν πιάσουμε λ.χ. το τραγούδι του Νεκρού Αδερφού, και αναζητήσουμε όλες τις γνωστές τοπικές παραλλαγές του, θα βρούμε ότι υπάρχουν μέρη όπου το τραγουδούσαν, όλο ή την αρχή, σε μία μελωδία που σώζεται ακόμη, άλλα όπου η μελωδία έχει λησμονηθεί αλλά κάποιος πρόλαβε να καταγράψει τους στίχους, και φυσικά πάρα πολλά μέρη όπου δε σώζεται κανένα ίχνος και άρα δεν μπορούμε να ξέρουμε αν το τραγούδι πέρασε ποτέ ολωσδιόλου από εκεί. Αν όμως βρούμε και κάποιο χωριό όπου στ’ αλήθεια το τραγουδούν οι σημερινοί άνθρωποι, τότε για τα δικά μου τουλάχιστον γούστα έχουμε χτυπήσει διαμάντι. Γιατί οι σημερινοί άνθρωποι το έμαθαν από τους χτεσινούς, κι εκείνοι από τους προχθεσινούς, και έτσι βρίσκουμε μία ψηφίδα συλλογικής μνήμης που η αλυσίδα της μετάδοσής της μάς οδηγεί πάρα πολύ πίσω, σε εποχές από τις οποίες πολύ λίγα πράγματα είναι ακόμη ζωντανά. Πιο σαφές είναι το παράδειγμα των ιστορικών τραγουδιών: έστω ότι η φιλολογική μελέτη αποδείξει ότι το Χ τραγούδι, που μιλάει για μία μάχη χωρίς πολλές ιστορικές λεπτομέρειες, στην πραγματικότητα αναφέρεται στη Μάχη του Τάδε, που έλαβε χώρα στο Ναύπλιο (λέω μία τυχαία πόλη) τον Ψ αιώνα μ.Χ.. Λογικά το τραγούδι συνετέθη σχεδόν αμέσως μετά τη μάχη, πιθανότατα από τους ίδιους τους συντελεστές της ή τις γυναίκες τους ή τους περιοίκους ή πάντως κάποιον εμμέσως ή αμέσως εμπλεκόμενο. Και το άκουσαν από αυτούς κι άλλοι, και το μετέδωσαν παραπέρα. Και ο χρόνος ξέπλυνε τις λεπτομέρειες, αλλά όχι το ίδιο το τραγούδι. Λοιπόν, το να συναντήσεις σήμερα κάποιον που το έμαθε προφορικά, και που ακολουθώντας νοερά την αλυσίδα «από στόμα σε αυτί» με αντίστροφη πορεία σε οδηγεί στους ίδιους τους μάρτυρες ή τους πρωταγωνιστές του θρυλούμενου γεγονότος, είναι μία πολύ ξεχωριστή εμπειρία. Είναι ένα παράθυρο στο παρελθόν, έστω και με θαμπωμένο τζάμι.

Η Κάρπαθος είναι από τα μέρη όπου αυτές οι ψηφίδες βρίσκονται ακόμη σε αρκετό πλήθος. Ζώντας εδώ τρία χρόνια και έχοντας και μία προηγούμενη εμπειρία μερικών καλοκαιριών, έχω ακούσει να τραγουδιούνται αρκετά από τα παμπάλαια ακριτικά τραγούδια, τις παραλογές και τα άλλα συναφή. Κάποια μάλιστα, όπως το Κάστρο της Ωριάς, είναι και σουξέ. Όμως όλα όσα έχω ακούσει, μαζί με τα υπόλοιπα τραγούδια άλλων κατηγοριών που έχω ακούσει να τραγουδιούνται στο νησί, είναι μία σταγόνα εν συγκρίσει προς τον ωκεανό καρπάθικων τραγουδιών που έχω βρει σε έντυπες συλλογές, καταρτισμένες πριν από μερικές δεκαετίες. Μέσα σ’ αυτά τα βιβλία υπάρχουν τοπικές παραλλαγές από όλα τα «σημαντικά» πανελλήνια τραγούδια, και ακόμη ένα πλήθος από άλλα τραγούδια που μπορεί να μην είναι πανελλήνια αλλά ορισμένα δεν υπολείπονται σε ποιητική αξία. Πού βρίσκονται σήμερα αυτά τα τραγούδια; Τα τραγουδούν ακόμη, στα γλέντια όπου δεν έτυχε να παρευρίσκομαι, ή μήπως ο συλλογέας τα πήρε προ δεκαετιών από το στόμα του τελευταίου υπέργηρου που τα θυμόταν από τα νιάτα του;

Μία από τις πρώτες χρονιές που είχα έρθει ως παραθεριστής στην Κάρπαθο, βρέθηκα σε ένα οιονεί γλέντι με Ολυμπίτες και τουρίστες. Τραγουδούσε και έπαιζε λύρα ένας ντόπιος, πενηντάρης, που σύντομα φάνηκε ότι ξέρει πολλά. Μετά από αρκετή ώρα μουσικής, κάποια τουρίστρια, προφανώς κι αυτή όχι ανίδεη, τον ρωτάει:
–Του Νεκρού Αδερφού, το λέτε εδώ;
–Ποιο είναι αυτό; τη ρωτάει εκείνος.
–Μάνα με τους εννιά σου γιους...
–Α ναι, πώς δεν το λέμε!
Και αρχίζει. Ρε, λέω μέσα μου με θαυμασμό, κοίτα πού πέσαμε! Όμως ο Ολυμπίτης δεν το ήξερε καλά. Κάθε τόσο σκόνταφτε. Η κοπέλα, που ήξερε απέξω το ποίημα από τη συλλογή του Πολίτη (δηλαδή την υποτιθέμενη «αρχική», υπερτοπική εκδοχή), τον έσπρωχνε λίγο, και έτσι το τραγούδι κάπως τσούλαγε. Στο τέλος ο λυράρης τα παράτησε, με την εξής συγκλονιστική ομολογία:
–Δεν το θυμάμαι πια... Μου το έλεγε η γιαγιά μου!

Επί χρόνια θυμόμουν αυτό το περιστατικό ως ένα από τα πιο ξεχωριστά μέσα στην πορεία της γνωριμίας μου με τη δημοτική παράδοση. Δεν άκουσα μεν το τραγούδι, γνώρισα όμως κάποιον που η γιαγιά του το ήξερε, χωρίς φυσικά να έχει ακούσει ποτέ το παραμικρό περί Νικολάου Πολίτη (υποθέτω πως η γιαγιά ούτε γράμματα δε θα ήξερε). Έτσι, κι αν δεν κοίταξα μέσα από το θαμπό παράθυρο προς το παρελθόν, όμως το ότι είδα τα χαλάσματα του τοίχου όπου κάποτε έστεκε το παράθυρο δεν το θεωρούσα ολίγου άξιον.

Και χτες άκουσα να το τραγουδούν! Είχα μόλις επιστρέψει στο νησί μετά τις διακοπές του Πάσχα, και ήμουν σ’ ένα γάμο. Τα διάφορα στάδια του καρπάθικου γάμου έχουν φυσικά, τα περισσότερα, μουσική. Όμως περιέργως στην Κάρπαθο δεν υπάρχουν ειδικά γαμήλια τραγούδια ως ξεχωριστή κατηγορία: υπάρχουν αφενός γαμήλιες μαντινάδες, τις οποίες ο καθένας αυτοσχεδιάζει εκείνη τη στιγμή για να εκφράσει τις ευχές του ή ό,τι άλλο έχει να πει, αλλά αυτές είναι έπεα πτερόεντα: λέγονται άπαξ, δεν επαναλαμβάνονται ποτέ και δεν αποτελούν κυρίως ειπείν ρεπερτόριο. Και αφετέρου υπάρχουν και τα «στερεότυπα» τραγούδια, δηλαδή τα πολύστιχα και όχι αυτοσχέδια. Από αυτά στους γάμους μπορεί να ακουστεί οποιοδήποτε που να είναι κάπως σχετικό με αγάπες ή με γαμήλια θέματα, ακόμη κι αν καταλήγει σε στεναχώριες, χωρισμούς, θανάτους, χυλόπιτες ή απιστίες. (Ορισμένοι λένε ότι ο σωστός μερακλής ξέρει να διαλέγει εκείνα τα τραγούδια που η κάθε λέξη τους ταιριάζει με το πνεύμα της περίστασης όπου αυτός τα τραγουδάει, αλλά φαίνεται ότι αυτή την ειδική τέχνη δεν την κατέχουν πλέον πολλοί.)

Και καθώς λοιπόν εκτυλίσσονταν ταυτόχρονα διάφορα μικρά γλεντάκια, άλλο έξω από την εκκλησία την ώρα της στέψης, άλλο σε ένα τραπέζι στην αίθουσα του δείπνου κλπ., μετά από τα δύο μεγάλα καθιστά γλέντια στο πατρικό της νύφης και στο πατρικό του γαμπρού και πριν από το τρίτο καθιστό γλέντι στο σπίτι του ζευγαριού, και πριν, επίσης, από τον μεγάλο γαμήλιο χορό στο Μέγαρο, έτυχα σε μία παρέα όπου κάποιος τραγουδούσε ακριβώς αυτό το τραγούδι, το τραγούδι του Νεκρού Αδερφού, την παμπάλαιη και χιλιομελετημένη παραλογή για το προξενιό της Αρετής πολύ μακριά στα ξένα, εκπληρώνοντας όλες μου τις φαντασιώσεις! Μόλις το αναγνώρισα, άρχισα να ψάχνω με το βλέμμα μου γύρω γύρω για να βρω κάποιον που θα μπορούσε να συμμεριστεί αυτή την εμπειρία από την ίδια οπτική με μένα. Ο μόνος που βρήκα ήταν ένας μαθητής μου της πρώτης γυμνασίου, που τον φώναξα και του είπα να προσέξει πάρα πολύ καλά τα λόγια, αλλά φυσικά το άκουσε από τη μέση μέχρι τη μέση και δεν κατάλαβε τίποτε. Θα του εξηγήσω κάποια μέρα, αλλά προς το παρόν το ελάχιστο που μπορούσα να κάνω ήταν να αφιερώσω δυο ώρες από τη σχόλη μου στη σύνταξη του κειμένου που μόλις τελείωσα.

Παρασκευή 30 Μαρτίου 2007

ΕΘΝΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ

Την 25η Μαρτίου στα Πηγάδια, πρωτεύουσα της Καρπάθου, γίνεται μεγάλος εορτασμός. Είναι μάλλον η μεγαλύτερη γιορτή του χρόνου για την πόλη. Αφενός, έχουμε την εθνική επέτειο, που τιμάται με παρέλαση όλων σχεδόν των σχολείων του νησιού, ήτοι: δύο Γυμνασίων, δύο Λυκείων και τουλάχιστον 6-7 Δημοτικών και άλλων τόσων Νηπιαγωγείων, από όσα χωριά είναι σε σχετικά κοντινή απόσταση. Αφετέρου έχουμε τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, στον οποίον είναι αφιερωμένη η κεντρική εκκλησία των Πηγαδιών, συνεπώς τελείται πανηγύρι.
Δεν πήγα, για μία σειρά λόγων: ένας ήταν ότι μένω τρία χωριά πιο πέρα, και ήταν Κυριακή πρωί. Ένας άλλος ήταν ο συνωστισμός. Το πρόγραμμα της ημέρας περιλαμβάνει: κάθοδο των μαθητών, δασκάλων και πολλών γονέων από όλα αυτά τα σχολεία, και πιθανώς και άλλων από τα χωριά που κατεβαίνοιυν για τη γιορτή χωρίς να έχουν προσωπική σχέση με την παρέλαση· μεγάλη λειτουργία στην Ευαγγελίστρια, όπου φυσικά γίνεται το αδιαχώρητο· παρέλαση, όπου δεν ξέρω αν εκτός από τα σχολεία συμμετέχουν και οι άλλες δυνάμεις του νησιού: στρατός, αστυνομία, πυροσβεστική κλπ.. Σίγουρα εκφωνούνται κάποιοι λόγοι και παρευρίσκονται όλες οι αρχές (δημοτικές, εκκλησιαστικές κλπ.) και όλος αυτός ο κόσμος, περίπου η μισή Κάρπαθος. Μετά την παρέλαση όλοι προσπαθούν να πάνε κάπου για καφέ, αλλά είναι περισσότεροι από όσους χωράνε σε όλες αθροιστικά τις καφετέριες και τα καφενεία της πόλης, με αποτέλεσμα να υπάρχουν όρθιοι, ουρές που περιμένουν, και γενικά μία έλλειψη άνεσης. Καθώς μεσημεριάζει, αρχίζει το πανηγυρικό γεύμα στο Μέγαρο (μεγάλη αίθουση συνεστιάσεων που ανήκει στην εκκλησία). Τα ψάρια για το συγκεκριμένο πανηγύρι είχαν αρχίσει να τα ετοιμάζουν από τη Δευτέρα! Για να μπορέσουν να εξυπηρετηθούν τόσοι άνθρωποι, η μόνη λύση είναι οι στρώσεις: γίνεται η πρώτη στρώση, τρώει ο κόσμος, φεύγουν, έρχονται να φάνε οι επόμενοι και πάει λέγοντας. Όσο η μία στρώση είναι μέσα, απαγορεύεται η είσοδος σε καινούργιους. Εννοείται ότι ο καθένας οφείλει να φάει και να την κάνει το συντομότερο, γιατί περιμένουν κι άλλοι. Υπάρχουν άνθρωποι επιφορτισμένοι με το άχαρο και δύσκολο καθήκον να προτρέπουν όσους είναι μέσα σε επίσπευση των διαδικασιών, και να ελέγχουν πόσοι καινούργιοι μπαίνουν κάθε φορά. Όσο οι προηγούμενοι τρώνε, οι επόμενοι περιμένουν στριμωγμένοι έξω από την είσοδο, εκνευρίζονται από την αναμονή, τσακώνονται και τα βάζουν με τους άμοιρους τους ταξιθέτες. Στην τελευταία στρώση, που πλέον δεν υπάρχει βία, βγαίνουν και τα όργανα. Αν υπάρχει παρέα και κέφι, γίνεται καθιστό γλέντι το οποίο τραβάει μέχρι το βράδυ, και κάποια στιγμή καταλήγει σε χορό. Αν το καθιστό δεν πετύχει, πάνε όλοι σπίτια τους και ξανάρχονται κατευθείαν για το χορό. Βέβαια ο χορός γίνεται με όρους περίπου λαϊκού κέντρου διασκέδασης· ήτοι, τα όργανα παίζουν από καθέδρας με τα μικρόφωνα, και αυτοί που χορεύουν είναι απλώς όσοι έχουν όρεξη, όχι όσοι έχουν κάτι να εκφράσουν με αυτό το χορό –π.χ. την οικογενειακή ή κοινοτική τους ενότητα, το να τιμήσουν την εορτάζουσα Παναγία ή κάτι άλλο.
Ο τρίτος λόγος που δεν πήγα ήταν ότι δεν είχα όρεξη να δω τον εορτασμό της εθνικής επετείου. Δεν τον έχω δει και ποτέ, αλλά έχω δει την 28η Οκτωβρίου και η εμπειρία μου δεν ήταν διόλου ενθαρρυντική. Αν λοιπόν ληφθεί υπόψιν ότι η 28η Οκτωβρίου είναι μικρότερη γιορτή, υπέθεσα ότι τώρα θα ήταν ακόμη χειρότερα.
Στην 28η Οκτωβρίου το κάθε χωριό γιορτάζει χώρια. Τη μεν παραμονή το κάθε σχολείο κάνει εσωτερικά τη γιορτή του και ακολουθεί δοξολογία στην εκκλησία και παρέλαση, ανήμερα δε της επετείου γίνεται μόνο στα Πηγάδια μία τελετή με κατάθεση στεφάνων, παρουσία πάλι των Αρχών και των σχολείων της πόλης (δύο Νηπιαγωγεία, δύο Δημοτικά, ένα Γυμνάσιο, ένα Λύκειο, και για αδιευκρίνιστους λόγους και ένα Λύκειο Ελληνίδων). Άρα δεν κατεβαίνει τόσος κόσμος από τα χωριά, ο πληθυσμός είναι όσος και κάθε μέρα.
Και όμως, όταν παρέστην μια φορά σ’ αυτή τη συγκριτικά σεμνή γιορτή, μου ήρθε σύγκρυο από αυτά που είδα!
Ο χώρος συγκέντρωσης είναι μία πλατεία όπου υπάρχει Ηρώο. Έχουν στηθεί μεγάφωνα, και μέχρι να συγκεντρωθούν όλοι και να αρχίσει η τελετή, τα μεγάφωνα παιανίζουν εμβατήρια σε εκκωφαντικές εντάσεις, λες κι είμαστε στη Χούντα. Τα διάφορα σχολεία προσέρχονται εν παρατάξει και παίρνουν τις θέσεις τους. Προσέρχονται και οι δημάρχοι, επάρχοι, ένστολοι, δεσποτάδες και λοιποί, και παίρνουν κι αυτοί τις δικές τους. Οι θεατές είναι γύρω γύρω. Όταν έρθει η στιγμή, παύουν τα εμβατήρια και έρχεται ο χειριστής του μικροφώνου, ο Μέγας Τελετάρχης, ένας άνθρωπος που με απαράμιλλο πάθος και στόμφο, λες και είναι ερωτευμένος με τη φωνή του, δίνει τα παραγγέλματα: «Κατάθεση στεφάνου από το πρώτο Νηπιαγωγείο Καρπάθου!!! Από το δεύτερο νηπιαγωγείο Καρπάθου!!!» κ.ο.κ..
Η σειρά είναι από τα μικρά σχολεία προς τα μεγάλα. Ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι από το κάθε σχολείο παίρνουν το στεφάνι τους και το καταθέτουν στο Ηρώο. Τα παιδιά αυτά είναι μασκαρεμένα ποικιλοτρόπως: άλλα τσολιαδάκια και αμαλίες, άλλα με καρπάθικες φορεσιές, άλλα σαν φαντάροι με παραλλαγές. Αφού καταθέσουν το στεφάνι, λένε το ποίημά τους. Προσωπικά δε γνώριζα ότι ο απάνθρωπος θεσμός του ποιήματος υπάρχει ακόμη. Άλλοι λένε απλά πατριωτικά ποιηματάκια του τύπου «Είμαι εγώ μια Ελληνοπούλα που σα μια Σουλιωτοπούλα αγαπώ με την καρδιά μου την πατρίδα τη γλυκειά μου», και άλλοι δοκιμάζουν τις ικανότητες απαγγελίας τους με αποσπάσματα Παλαμά, Σολωμού και άλλων ποιητών. Φυσικά το ύφος της απαγγελίας δεν προσπαθεί να κρύψει ότι τα παιδάκια δεν καταλαβαίνουν γρυ από ό,τι λένε. Ούτε τα βάσανα και τα κλάματα που χρειάστηκαν μέχρι να το μάθουν κρύβονται. Όταν μάλιστα το ποίημα είναι και κάπως εκτενές, συχνά ξεκινάνε ξεφωνίζοντας με φόρα και καταλήγουν να μουρμουρίζουν ξέπνοα και άνευρα τους τελευταίους στίχους, όπου συνήθως η πατριωτική έξαρση κορυφώνεται με μία κορώνα του τύπου «...και θα βρωντοφωνάξω ΟΧΙ!», που μόλις ακούγεται.
Οι γονείς και το υπόλοιπο κοινό, αισθανόμενοι την εθνική τους υπερηφάνεια να διεγείρεται από αυτή τη σκηνή λιτού μεγαλείου, ξασπάνε σε καταρρακτώδη χειροκροτήματα. Τα παιδάκια επιστρέφουν στην παράταξή τους (όπου οι συμμαθητές τους είναι ντυμένοι με στολή παρέλασης, μπλε-άσπρο). Ο Μέγας Τελετάρχης ανακοινώνει με αδιάπτωτο στόμφο την κατάθεση από το επόμενο σχολείο.
Στα μεγαλύτερα σχολεία η κατάσταση είναι πιο αξιοπρεπής. Οι μαθητές δε φορούν ούτε στολή παρέλασης ούτε φουστανέλα-τσαρούχ’-φουνταφές, απλώς είναι σχετικά καλοντυμένοι –όχι με σχισμένα–, και αντί ποιήματος λένε μία λογική φράση του στυλ «Από το τάδε σχολείο με ευγνωμοσύνη».
Τη χρονιά που τα παρακολούθησα αυτά, το επόμενο στάδιο ήταν μία αναμέτρηση δυνάμεων μεταξύ των δύο Δημοτικών. Στο ένα είχαν ετοιμάσει ποιήματα, στο άλλο τραγούδια. Μιά ομάδα επίλεκτων μαθητών από το ένα έκαναν ουρά μπροστά στο μικρόφωνο και απήγγειλαν με τη σειρά μερικές στροφές ο καθένας από κάποιο μακρύ ποίημα, με την ίδια ερμηνευτική δεινότητα όπως και προηγουμένως. Το κοινό παραληρούσε, ο Μέγας Τελετάρχης έσκαγε από καμάρι –αλλά κανείς δεν καμάρωνε όσο η υπεύθυνη δασκάλα. Όμως το δεύτερο σχολείο απάντησε με κάτι ακόμη δυναμικότερο: η χορωδία του δεν αποτελούνταν από επίλεκτη ομάδα αλλά από όλους τους μαθητές! Μία μεγαλοπρέπεια άνευ προηγουμένου! Κάποια δασκάλα είχε κρίνει ότι θα είναι ωραίο και ταιριαστό, αντί να περιοριστούμε σε ποιήματα των οποίων δεν καταλαβαίνουμε τα λόγια, να επεκτείνουμε τη σφαίρα των επιδόσεών μας και σε τραγούδια των οποίων δεν καταλαβαίνουμε τη μουσική. Χωρίς να ξέρει προφανώς η ίδια από μουσική, ώστε να μεταδώσει στα παιδιά αν μη τι άλλο το πώς ταιριάζουμε όλοι τις φωνές μας σε ένα τόνο και ένα ρυθμό, απλώς τους είπε ότι το πατριωτικό περιεχόμενο των τραγουδιών υποδεικνύει μία ζωηρή ερμηνεία, όχι σερνάμενη. Τα έρμα τα παιδιά γκαρίξαν λες και βρίσκονταν στο γήπεδο. Νέο κύμα εθνικού οργασμού συγκλόνισε το κοινό.
Μετά το πέρας της τελετής τα μεγάφωνα παιάνισαν για λίγο αόμη τα εμβατήρια (τα ίδια με πριν βέβαια: πού να βρεθεί ολόκληρη συλλογή από κασέτες!) και μετά σκορπίσαμε.
Η εντύπωση που αποκόμισα ήταν η ίδια όπως σε ένα τσίρκο. Όπως εκεί βλέπουμε άλογα, ελέφαντες και σκυλάκια να εκτελούν άθλους που για μας είναι θεαματικοί (π.χ. να κάνουν ποδήλατο) αλλά για τα ίδια τα ζώα και για όποιον άλλο μπορεί να πλησιάσει τη στέρεη λογική τους είναι απολύτως μάταια (τι με εξυπηρετεί το να ξέρει ποδήλατο ένας ελέφαντας; γιατί να το θαυμάσω;) και εξευτελιστικά, και επιπλέον αποτελούν το προϊόν γύρευε πόσων βασανιστηρίων, και συνοδεύονται από στολίδια, φτερά, μουσικές και έναν πομπώδη τελετάρχη με μικρόφωνο, έτσι ακριβώς ήταν και αυτό που είδαμε στην εθνική εορτή. Ξέρετε πώς μαθαίνει η αρκούδα να χορεύει; Αν δεν ξέρετε, τη βάζουν να σταθεί σε μια λαμαρίνα που από κάτω έχει αναμμένα κάρβουνα, και της παίζουν ντέφι. Αυτή φυσικά χοροπηδάει γιατί καίγεται, και σιγά σιγά συνηθίζει να χοροπηδάει όποτε ακούει ντέφι. Χρόνια πριν τον Παυλώφ, οι Έλληνες και λοιποί Βαλκάνιοι αρκουδιάρηδες είχαν μάθει να προκαλούν στα δύστυχα αυτά ζώα την αίσθηση της πυρωμένης λαμαρίνας χωρίς να υπάρχει η ίδια η πυρωμένη λαμαρίνα.
Με την ίδια μέθοδο, παιδιά του νηπιαγωγείου που δεν ξέρουν ανάγνωση αποστηθίζουν ποιήματα (που αν ο ποιητής τους μπορούσε να προβλέψει τη μοίρα των έργων του, μάλλον θα γινόταν ζωγράφος) και στολίζονται με φτερά για να τα απαγγείλουν. Το να μάθουν μερικά τραγούδια είναι μάλλον λιγότερο βασανιστικό ως διαδικασία, αλλά ακόμη εξευτελιστικότερο ως παράσταση, αφού μία κακή απαγγελία μπορεί να είναι στη χειρότερη περίπτωση «μη επιτυχημένη», ενώ το φάλτσο και κακόφωνο ομαδικό τραγούδι είναι κάτι παραπάνω, είναι γνησίως δυσάρεστο και οικτρό.
Η 28η Οκτωβρίου είναι η επέτειος του ΟΧΙ. Την ημέρα αυτή τιμάμε την επιλογή μιας μικρής και ανίσχυρης χώρας να ακολουθήσει τα δικά της ιδανικά και όχι τις ξένες επιταγές, τις απειλές και την υπεροπλία. Εν ολίγοις τιμάμε την ελεύθερη βούληση. Και την τιμάμε εξασκώντας τα παιδιά εξ απαλών ονύχων να παπαγαλίζουν ποιήματα και να μασκαρεύονται όπως τους πούμε, όποτε τους πούμε. Μη χειρότερα Θεέ μου...
Από συζητήσεις με συναδέλφους κατέληξα στο απροσδόκητο συμπέρασμα ότι μόνον εγώ δεν είχα ξαναδεί τέτοια γιορτή. Για όλο τον υπόλοιπο κόσμο ήταν κάτι δεδομένο. Να επαναλάβω ότι όλο αυτό το πανηγύρι δεν ήταν η σχολική εορτή, στην οποία ας δεχτούμε (αν και γιατί να το δεχτούμε;...) ότι οι απαγγελίες ποιημάτων και οι μεταμφιέσεις έχουν μια κάποια θέση, ήταν η εορτή της πόλης! Μέσα στα σχολεία είχε ήδη γίνει από την προηγούμενη ημέρα ό,τι ήταν να γίνει.
Οι εορταστικές εκδηλώσεις, όπως και στην 25η Μαρτίου και στη 17η Νοέμβρη, έτσι και στην 28η Οκτωβρίου ολοκληρώνονται με ένα φινάλε που και πάλι δεν ξέρω αν αποτελεί καρπάθικη πρωτοτυπία ή έχει ευρύτερη διάδοση: είναι καθιερωμένο αυτές τις ημέρες κάποιο από τα τμήματα της Β΄ ή της Γ΄ ενός από τα δύο Λύκεια του νησιού να οργανώνει πάρτυ σε μαγαζί. Αυτά τα πάρτυ έχουν ως κύριο σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων, συνήθως για τις πενταήμερες. Γίνονται σε νυχτερινά μαγαζιά, αλλά σε ημερήσιες ώρες: συνήθως έχουν έναρξη γύρω στη 1:30΄ το μεσημέρι, και προσέρχονται κυρίως οι υπόλοιποι μαθητές από τα Γυμνάσια και τα Λύκεια. Μια φορά που είχα πάει κι εγώ, ήταν υπέροχα. Δεν είναι μόνο ότι μερικά δεκατριάχρονα έως δεκαεξάχρονα κάπνιζαν και μεθοκοπούσαν, ενώ οι υπόλοιποι μαθητές πλήττουν μη έχοντες τι να κάνοντες, ακούγοντας σκυλάδικα από κακά ηχεία που θα παραμόρφωναν και ευγενέστερες μουσικές: ήταν κυρίως το ντεκόρ. Το συγκεκριμένο μαγαζί έχει γύρω γύρω τζαμαρίες. Κανονικά δουλεύει μόνο νύχτα. Για να μπορέσουν λοιπόν να δημιουργήσουν νυχτερινή ατμόσφαιρα μέρα μεσημέρι, είχαν κάνει συσκότιση κολλώντας με μονωτική μαύρες σακκούλες σκουπιδιών πάνω στα τζάμια.
Βασισμένος λοιπόν σε αυτές τις τρεις ξεχωριστές εμπειριίες μου, μία από το πανηγύρι του Ευαγγελισμού, μία από την τελευταία 28η Οκτωβρίου και μία από ένα σχολικό πάρτυ, θεώρησα καλό φέτος να κάτσω στο χωριό στην 25η Μαρτίου. Οι μαθητές μου παραπονέθηκαν λίγο που δεν ήρθα να τους καμαρώσω, αλλά ομολόγησαν ότι από την παρέλαση δεν έχασα πολλά πράγματα: επειδή, λέει, τα κορίτσια (με αφορμή τη μοναδική μέρα που βάζουν φούστα) ντύνονται όχι για παρέλαση αλλά για πασαρέλα, και δεν μπορούν να κάνουν βήμα με τα τακούνια, προσπαθούν να κρατήσουν την ισορροπία τους με σπασμωδικές κινήσεις των χεριών και τους φεύγουν τα τσαντάκια... Δεν πειράζει, αυτό το έχω δει κι άλλη φορά. Κι η ίδια η παρέλαση δεν καταλαβαίνω τι νόημα έχει, αν είναι να γίνεται έτσι γελοία. Βέβαια, θα αντιτείνει κανείς ότι δεν μπορεί να γίνει κι αλλιώς, αφού οι μαθητές δεν είναι φαντάροι για να έχουν εκπαιδευθεί στο βήμα. Αυτό πάλι ανοίγει ένα άλλο μεγάλο θέμα: ακόμη και οι φαντάροι, τι δουλειά έχουν να εκπαιδεύονται στο βήμα; Δεν έχουν τίποτε πιο χρήσιμο να μάθουν σχετικά με την εθνική μας άμυνα;
Όμως κάποια στιγμή αυτό το κείμενο πρέπει να κλείσει. και το κλείνω
ακριβώς
εδώ.

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2007

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ ΤΣΑΜΠΟΥΝΙΕΡΗ (Bad Piper's Blues)

Η παρούσα επιστολή γράφεται εν θερμώ.

Πρωτοήρθα στην Κάρπαθο πριν οκτώ ή εννέα χρόνια. Με παρότρυνε ένας φίλος μου που ήμασταν μαζί στο Ωδείο (εγώ μάθαινα σάζι κι εκείνος πολίτικη λύρα), και ανταλλάσσαμε, όπως και με άλλους, δίσκους, ακούσματα και μουσικές εμπειρίες τον καιρό που ήμασταν όλοι αμύητοι στην καθαυτό παραδοσιακή μουσική αλλά θέλαμε να μυηθούμε. Εκείνος λοιπόν είχε πάει ένα δυο καλοκαίρια πιο πριν, και μου είπε: εκεί πρέπει να πας οπωσδήποτε. Εκεί θα καταλάβεις! Πήγα λοιπόν. Έφυγα παίρνοντας μαζί μου από εκεί έναν αυλό (μονοτσάμπουνο) και μερικά τοπικά σιντί. Ξαναπήγα το επόμενο καλοκαίρι, και πήρα μια τσαμπούνα και μερικά σιντί ακόμη. Το χειμώνα άκουγα και ξανάκουγα τα σιντί και προσπαθούσα να κατανοήσω τη μουσική και να την παίξω, πρώτα στον αυλό, σιγά σιγά στην τσαμπούνα. Το καλοκαίρι πήγαινα στην Όλυμπο και, βλέποντας και ακούγοντας τους άλλους να παίζουν, καταλάβαινα κάθε φορά και λίγο καλύτερα, λόγω της προεργασίας όλο το χειμώνα. Γύρναγα στην Αθήνα το χειμώνα, με μερικά ακόμη σιντί, και ξανάβαζα μπροστά το νέο κύκλο προεργασίας, ευρισκόμενος όμως ένα σκαλοπάτι πιο μπροστά κάθε φορά λόγω της πρόσφατης εμπειρίας στον τόπο παραγωγής. Και ούτω καθεξής.
Αυτή η ιστορία συνέχισε για πέντε - έξι χρόνια. Μόνο ένα καλοκαίρι δεν πήγα, γιατί ήμουν φαντάρος. Στο στρατό είχα πάρει μαζί μου ένα γουώκμαν, και δύο κασέτες στις οποίες είχα αντιγράψει όλους τους καρπάθικους σκοπούς που είχα σε σιντί (μόνο σκοπούς· όχι συρματικά, πάνω χορούς κλπ.). Δεν πήρα μαζί μου καμία άλλη μουσική. Σχεδόν κάθε βράδυ άκουγα είτε τη μία είτε την άλλη κασέτα, με τα ακουστικά, πριν κοιμηθώ, περιμένοντας ότι κάποια στιγμή θα μου γίνουν βίωμα (οι σκοποί εννοώ βέβαια: δεν είχα την αφέλεια να πιστεύω ότι το ίδιο το γλέντι θα μου γινόταν βίωμα από τις κασέτες!). Κάποια στιγμή με πήραν από τη μονάδα και με έστειλαν σε φυλάκιο. Για όποιον δεν έχει πάει φαντάρος, το φυλάκιο είναι ένα μίνι στρατόπεδο με καμιά δεκαριά άτομα συνήθως αλλά αρκετά μεγάλο σε έκταση, κάπου στις ερημιές του Αδάμ, μακριά από το κυρίως στρατόπεδο και με πολύ πιο ελεύθερους όρους διαβίωσης. Μόλις ευκαίρησα πήρα εκεί την τσαμπούνα. Στις ελεύθερες ώρες, που ήταν μπόλικες, ανέβαινα στα όρη στα βουνά και προβάριζα αυτά που άκουγα τόσον καιρό στις κασέτες. Εκεί δεν είχα να ενοχλήσω κανέναν, ούτε να τους μπω στο μάτι σαν «ο εκκεντρικός με το σκωτσέζικο όργανο». Τα βράδυα εξακολουθούσα να βάζω τις κασέτες.
Αυτό που λέμε ως σχήμα λόγου για μια κασέτα που ακούμε πολύ, ότι «την λιώσαμε», το έκανα στην κυριολεξία, όχι με τις κασέτες αλλά με το κασετόφωνο: έφαγε όλα του τα ψωμιά με αυτές τις δύο κασέτες. Μέχρι να απολυθώ είχε φτάσει να φαλτσάρει οικτρά.
Έκανα δύο Αύγουστους στο στρατό, αλλά στον δεύτερο ήμουν σε άδεια απόλυσης, οπότε μπόρεσα να ξαναπάω στην Όλυμπο. Ξέχασα να αναφέρω ότι είχα βάλει βύσμα για να υπηρετήσω στην Κάρπαθο, αλλά δε δούλεψε κι έτσι βρέθηκα στη Λήμνο.
Εν τω μεταξύ είχα καταλάβει τη λογική της μαντινάδας, και είχα αρχίσει δειλά δειλά να λέω και καμία. Εννοείται ότι αυτό γινόταν μόνο σε πολύ ελαφρές περιστάσεις, σε παρέες που να υπάρχουν πολλοί μη Ολυμπίτες, και με απαραίτητη προϋπόθεση να παρευρίσκεται ο Μιχάλης ο Ζωγραφίδης, ένας από τους ελάχιστους ντόπιους που ήταν ανεπιφύλακτα ενθαρρυντικός. Ιδανικές συνθήκες γι’ αυτό ήταν όχι στην Κάρπαθο, αλλά στην Αθήνα, όποτε τύχαινε να ανέβουν οι Ζωγραφίδηδες για κάποια συναυλία, οπότε κάποιες φορές βρισκόμασταν και για ένα γλέντι, με Αθηναίικες παρέες. Αυτά τα γλέντια για τους Καρπάθιους δε θα θεωρούνταν ούτε καταχρηστικώς γλέντια, ούτε καν «τούτα-κείνα», αλλά για μας τους πτωχοαθηναίους ήταν assez bons pour l’ Orient.
Την περίσταση όπου είπα την πρώτη μου μαντινάδα τη θυμάμαι ολοκάθαρα. Περιείχε την ευρηματική ομοιοκαταληξία «μπονέντη - γλέντι» (και ο μπονέντης και το γλέντι θεωρούνται «εθνικά σύμβολα» του νησιού, και είναι ζήτημα αν έχουν ξανασυνδυαστεί άλλες χίλιες φορές σε μαντινάδα!), και φυσικά ήταν προσχεδιασμένη. Παρά ταύτα την έβγαλα με ιδιαίτερο άγχος. Η θεματολογία των μαντινάδων γυρόφερνε, και περίμενα πότε θα έρθει η στιγμή που η δική μου θα κολλάει με τις προηγούμενες, ελπίζοντας ταυτόχρονα ότι ο σκοπός εκείνη την ώρα θα ήταν ή κάποιος που να ξέρω να τον τραγουδήσω, ή τουλάχιστον κάποιος όχι τόσο παράξενος, ώστε να μπορώ να γυρίσω σε άλλον που να τον ξέρω. Τελικά την είπα, αλλάζοντας δέκα χρώματα αλλά με σχετικά λίγα λάθη στο σκοπό.
Έτσι έσπασα την παρθενιά. Αυτά ήταν στο σπίτι μου, που κατά τεκμήριο ήταν ο κατεξοχήν χώρος όπου θα αισθανόμουν πιο άνετα. Έκτοτε, έχοντας φάει την πρώτη κρυάδα, πήρα μια σχετική φόρα. Το ίδιο βράδυ βέβαια δεν ξανατραγούδησα (καλά μου ήταν!), αλλά στα επόμενα ένα-δύο χρόνια, όποτε τύχαιναν μερικές τέτοιες περιστάσεις, είχα αρχίσει πλέον να λέω από μία έως δυο-τρεις μαντινάδες κάθε βραδιά.
Κάποιαν άλλη φορά θα έρχονταν ο Μιχάλης και ο γιος του ο Γιώργος να παίξουν, χωρίς τον Αντώνη ή άλλο τσαμπουνιέρη. Λέω με το νου μου: να η ευκαιρία! Όλο και κάπου θα πάμε να φάμε και να τραγουδήσουμε, θα βρω μια ευκαιρία να παίξω και τσαμπούνα! Παρουσία Καρπάθιου τσαμπουνιέρη δεν είχα μέχρι τώρα τολμήσει να παίξω, κι ένας λόγος ήταν και το ότι, ακόμη και σ’ αυτά τα «ελαφρά» γλέντια, εφαρμόζονταν κάποιοι από τους δαιδαλώδεις και αυστηρότατους κανόνες του ολυμπίτικου γλεντιού. Λοιπόν, η τσαμπούνα σε άλλες στιγμές επιτρέπεται και σε άλλες όχι, αλλά άντε βρες ποιες είναι αυτές! Ο μόνος τρόπος να είσαι σίγουρος είναι να δεις τον άλλον να παίζει, οπότε βέβαια δεν πας να του πεις «σταμάτα λίγο να παίξω εγώ»! Οπότε, δεν έπαιζα. Τώρα λοιπόν θα μπορούσα, έστω και με ρίσκο να παραβώ λίγο εξ αγνοίας το πρωτόκολλο, να παίξω. Θα έπρεπε όμως να παίξω Πάνω χορό: δεν είναι δυνατόν να παίζεις τσαμπούνα στους σκοπούς και να μην παίζεις στο χορό. Έλα όμως που δεν τον ήξερα! Τόσες φορές που τον είχα ακούσει, και ζωντανά (συχνά μάλιστα και με διάρκεια αρκετών ωρών) και στα σιντί, και ακόμη δεν τον είχα καταλάβει. Λέω, ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα. Θα κάτσω να τον βγάλω. Διάλεξα μία ηχογράφηση που μου φαινόταν ότι έμοιαζε αρκετά με άλλες εκτελέσεις που είχα ακούσει λάιβ, όσο μπορούσα να κρίνω, και άρα είχε αρκετά εχέγγυα ότι είναι ένας σχετικά στάνταρ Πάνω χορός, που δε θα γύριζε κανείς να μου πει «τι είν’ αυτά που παίζεις». Τον άκουσα ένα εκατομμύριο φορές. Πήγα να τον παίξω, τίποτα. Λέω, εδώ θέλει μέθοδο. Έκατσα να ξεχωρίσω μία μία τις πιαυλές, και τις έγραψα με νότες. Τις χώρισα σε ενότητες, και άρχισα να μαθαίνω πρώτα μία πιαυλέα, μετά την επόμενη, σταδιακά όλη την ενότητα. Μετά την πρώτη πιαυλέα της δεύτερης ενότητας, και ούτω καθεξής. Πρώτα έμαθα να τις παίζω στο σάζι (που είναι το κανονικό μου όργανο, και που εξυπηρετούσε γιατί μπορούσα να το κουρδίσω στον τόνο της ηχογράφησης, ενώ με την τσαμπούνα δε γινόταν αυτό). Έπαιζα στο σάζι, ακούγοντας την κασέτα και βλέποντας τις νότες. Μετά στο σάζι, με κασέτα χωρίς νότες. Μετά στο σάζι χωρίς κανένα βοήθημα. Μετά στον αυλό, και τελικά στην τσαμπούνα. Έκανα ένα μήνα πρόβες. Όταν πήγαινε αργά το βράδυ και δεν μπορούσα να παίξω τσαμπούνα στο διαμέρισμα, συνέχιζα τις πρόβες με μια φλογέρα. Μιλάμε, ούτε Πανελλαδικές!
Έρχεται η μέρα. Πέφτουν τα τηλέφωνα, κανονίζουμε ένα ραντεβού σε μία ταβέρνα που δεν τη γνώριζα, μαζί με ένα σωρό κόσμο που επίσης δε γνώριζα. Προς μεγάλη μου έκπληξη, ήταν μία ταβέρνα με ζωντανό πρόγραμμα κρητικής μουσικής. Καλά, εδώ θα τραγουδήσουμε; Αφού τραγουδούν άλλοι! Τέλος πάντων οι Κρητικοί ήταν μιλημένοι. Κάποια στιγμή βγάζουν ένα ανακοινωθέν ότι έμαθαν πως ένας κοντονησιώτης τους λυράρης είναι εδώ, και πολύ τον παρακαλούν να ανέβει κι αυτός να παίξει λίγο. Ξέρετε οι πιο πολλοί πώς είναι όταν ο Μιχάλης παίζει «λίγο»!
Λοιπόν μου λέει ο Μιχάλης, έλα κι εσύ να παίξεις τσαμπούνα. Έρχομαι, αλλά βέβαια δεν είχα προβλέψει ότι πρώτη φορά στη ζωή μου που θα έπαιζα θα είχαμε και μικρόφωνα. Η επόμενη έκπληξη ήταν όταν έμαθα, ή μάλλον κατάλαβα, ποιοι ήταν όλοι αυτοί οι άγνωστοι της παρέας: ήταν μία χορευτική ομάδα που συνεργαζόταν με το Μιχάλη. Τι παίζουμε λοιπόν σε μία χορευτική ομάδα; Φυσικά, Πάνω Χορό!
Η πρώτη νότα που έβγαλα ήταν λίγο οφσάιντ, λόγω τρακ. Κατόπιν τούτου ο Μιχάλης ανέλαβε ο ίδιος τα ηνία (κανονικά ό,τι παίζει η τσαμπούνα, η λύρα το ακολουθεί· αλλά πρέπει κι ο τσαμπουνιέρης να ξέρει.). Ξεκίνησε με μια δοξαριά που δεν ήταν μέσα στις πεντακόσιες που είχα προβάρει. Αυτό ήταν! Για όση ώρα χόρευαν, εγώ στεκόμουν με την τσαμπούνα εκτός μικροφώνου και γυρισμένη ανάποδα, να ακούγεται όσο το δυνατόν πιο λίγο, προσπαθώντας μάταια να πιάσω κάπου μες στις δοξαριές του Μιχάλη την άκρη του νήματος, και νιώθοντας εντελώς μα εντελώς ηττημένος. Μα εντελώς!


Πέρασε καιρός. Έδωσα ΑΣΕΠ για καθηγητής. Πέτυχα, και ζήτησα τοποθέτηση στην Όλυμπο. Μέχρι το τέλος Αυγούστου είχα μάθει ότι θα πάω στην Δ΄ Δωδεκανήσου, αλλά το ακριβές νησί και σχολείο ακόμη εκκρεμούσε. (Η Δ΄ Δωδεκανήσου ούτε λίγο ούτε πολύ περιλαμβάνει: Πάτμο, Λέρο, Λειψούς, Νίσυρο, Σύμη, Χάλκη, Αστυπάλαια, Τήλο, Κάρπαθο, Κάσο και Καστελόριζο.) Έπρεπε να παρουσιαστούμε 1η Σεπτεμβρίου, αλλά είχε πάει τρεις ή τέσσερις του μηνός για να μάθω ειδικά εγώ, όχι όλοι, σε ποιο νησί θα ήμουν. Ήταν η Κάρπαθος, αλλά το χωριό ακόμη εκκρεμούσε. Παραμονή του Αγιασμού φτάνω με το αεροπλάνο στο νησί, αυγή αυγή, μπαίνω σε ένα ταξί και δεν ήξερα να του πω πού να με πάει! Του εξήγησα την ιστορία της ζωής μου, και μου είπε: αν δεν ξέρεις αν πας Όλυμπο ή Απέρι, καλύτερα να σε πάω Απέρι. Πήγαμε στο Απέρι, με άφησε σ’ ένα καφενείο και από εκεί άρχισα τα τηλέφωνα. Ο προϊστάμενος, που τον είχα ενοχλήσει και όλες τις προηγούμενες ημέρες, ήταν σαφής: «Εσύ είσαι που θες να πας Όλυμπο, ε; Έχουνε βάλει μια γυναίκα ρε γαμώτο... Να πας να τη βρεις να τη ρωτήσεις αν θέλει να σκαντζάρετε. Θα θέλει.» Με διάφορους τρόπους βρήκα το τηλέφωνο της γυναίκας... της κοπέλας τέλος πάντων, της είπα άκρες μέσες περί τίνος επρόκειτο, μάλλον δεν ανέπτυξα όλη την παροιμιώδη ευφράδειά μου, τελικά δεν την έπεισα. Βρήκα κάπου να μείνω στα Πηγάδια μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση. Πέρναγε η μέρα, και είχα αρχίσει να αδημονώ: τι κάθομαι και κάνω εδώ στα Κάτω χωριά; Το απόγευμα δεν άντεξα άλλο. Πήρα ένα ταξί και ανέβηκα στην Όλυμπο (100 ευρώ). Βρήκα και τη συνάδελφο, η οποία είχε αρχίσει να ενοχλείται από την πίεσή μου, δέχτηκε κάπως σφιχτομούνικα να πιούμε ένα καφέ και να της ξαναεκθέσω το αίτημά μου, και με απέπεμψε. Μάλιστα κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια αυτού του καφέ με πήρε στο κινητό ο Μιχάλης, και μου λέει, πού είσαι; Του λέω, στο Διαφάνι (το μόνο χωριό που είναι κοντά στην Όλυμπο· εκεί έμενε η κοπέλα και όλοι γενικώς οι εκπαιδευτικοί της Ολύμπου). Ανέβα στην Όλυμπο, μου λέει, τι δουλειά έχεις στο Διαφάνι; Εκεί είναι το χωριό σου; Εκεί κόντεψα να δακρύσω.
Έμεινα λοιπόν στο Γυμνάσιο Απερίου, και έπιασα σπίτι στα Πηγάδια, την πρωτεύουσα. Η πρώτη μου χρονιά εκεί ήταν και η πρώτη εμπειρία που είχα από την Κάτω Κάρπαθο, που μέχρι τότε, ακούγοντας από τους Ολυμπίτες, την είχα σε χαμηλή εκτίμηση. Τελικά είναι μια χαρά άνθρωποι, μην ακούτε! Στην αρχή βέβαια το έφερα βαρέως, ιδίως καθώς όλοι οι εκπαιδευτικοί της Ολύμπου καταριόντουσαν τη μοίρα τους και όλοι οι εκπαιδευτικοί του υπόλοιπου νησιού τους λυπούνταν, και έλεγα, μα δεν υπάρχει Θεός; Ένας μόνο βρέθηκε να θέλει να πάει εκεί, και πήγε αλλού, και οι άλλοι που δεν ήθελαν πήγαν; Αλλά σιγά σιγά μού πέρασε. Βέβαια ανέβαινα στην Όλυμπο μια-δυο φορές το μήνα (και είδα για πρώτη φορά πόσο διαφέρει η χειμερινή από την αυγουστιάτικη Όλυμπο!), αλλά και στα Κάτω χωριά γνώρισα ένα σωρό κόσμο και αγάπησα το μέρος. Έτσι τελικά δε ζήτησα να μετακινηθώ την επόμενη χρονιά. Άλλωστε ήταν και ορισμένοι μαθητές που δε μου ’κανε καρδιά να τους παρατήσω.
[Σφήνα: ξέρετε, τώρα μόλις θυμήθηκα ότι δύο καλοκαίρια πριν το διορισμό μου είχα πάει στο πανηγύρι του Άη Γιάννη της Βρουκούντας, και έκανα τάμα στον Άη Γιάννη να με φέρει στην Όλυμπο. Δηλαδή τι παραπάνω έπρεπε να κάνω;]
Τη χρονιά που έμενα στα Πηγάδια, είχε ακριβώς κάτω από το σπίτι μου μία ταβέρνα που άραζε ο Ζωγραφίδης, και έπαιζε κάθε βράδυ μουσική. Τον άκουγα από το παράθυρο και κατέβαινα. Κατά καιρούς έπαιζαν κι άλλοι. Εκεί ήταν το μεγάλο σχολείο για μένα. Το ίδιο στυλ «ελαφρών» γλεντιών που λέγαμε και πιο πριν, όπου στο περιεχόμενο και την ουσία του γλεντιού υπάρχει πολύ μεγαλύτερη χαλαρότητα παρά σ’ ένα κανονικό γλέντι στο Πλατύ, αλλά στη μουσική (εννοώ νότες, ρυθμό, κούρδισμα, αυτά τα βασικά) δε γίνονταν εκπτώσεις. Εκεί ήταν που ξεθάρρεψα με τις μαντινάδες. Επίσης και με το λαούτο, το οποίο αγόρασα εκείνη τη χρονιά. Όσα καρπάθικα ήξερα, δηλαδή αρκετά πλέον, τα είχα περάσει στο σάζι, και τα έπαιζα κατά μόνας, μέχρι που ωρίμασε μέσα μου η σκέψη ότι ουσιαστικά λαούτο παίζω, οπότε γιατί να μην πάρω ένα πραγματικό λαούτο; Και πήρα, κι άρχισα να το μαθαίνω. Σε απείρως λιγότερο καιρό απ’ όσο ασχολιόμουν με την τσαμπούνα, είχα φτάσει να παίζω όχι καλά ίσως, αλλά πάντως αποδεκτά από τους αυστηρούς κριτές μου. Αφού είχα απορήσει: «Μα καλά, δεν το βλέπουν ότι δεν ξέρω; Ούτε βλέπουν ότι τσαμπούνα ξέρω, έστω κάτι ψιλά;»
Καμιά φορά μου έλεγε ο Μιχάλης να φέρω και την τσαμπούνα. Εγώ πλέον την είχα φοβηθεί, και προφασιζόμουν διάφορα και δεν την έφερνα. Όμως το άκουγαν οι θαμώνες, και σιγά σιγά είχε κυκλοφορήσει ότι παίζω και τσαμπούνα. Τελικά μια φορά κάποιος είχε μία τσαμπούνα, και εξαναγκάστηκα –τραβάτε με κι ας κλαίω– να παίξω. Τη φουσκώνω, βλέπω ότι το τσαμπουνοκαύκαλο ήταν λίγο γυρισμένο μέσα στο ασκί και δε με βόλευε. Πάω να το γυρίσω λίγο να το φέρω ση βολή μου. «Σιγά, μου λέει ο Μιχάλης, μην το σπάσεις!» Πάμε να κουρδίσουμε. Παίζω μια, ήθελε ταίριασμα. «Τι είν’ αυτά, μου λέει, ξεταίριαστη είναι!» (λες κι έφταιγα εγώ!). Την ταιριάζουμε, δηλαδή ο Μιχάλης την ταίριαξε. Του παίζω να ταιριάξει τη λύρα. «Όχι έτσι, πού να σ’ ακούσω; Προς τα πάνω το τσαμπουνοκαύκαλο!» Μέχρι να βρω πόσο πάνω το ήθελε, δεν μπορούσα να την κρατήσω καλά, και ο αέρας δεν έβγαινε σταθερά και φάλτσαρε. «Σταθερά τον αέρα!» Τέλος πάντων, αφού όλοι οι παριστάμενοι έχουν πεισθεί ότι πρώτη φορά στη ζωή μου πιάνω το όργανο, και κοντεύω κι εγώ να το πιστέψω, κάποια στιγμή είμαστε έτοιμοι. «Πάμε», μου λέει. «Πάνω χορό!!!»
Μιχάλη, του λέω, δεν τον ξέρω τον Πάνω χορό, σ’ το ’πα και τις προάλλες. Δεν πειράζει, μου λέει, παίζε. Εμ τι δεν πειράζει, άμα πριν την πρώτη νότα μου έχεις ήδη κάνει δέκα παρατηρήσεις, με τι ηθικό να παίξω κάτι που δεν το ξέρω;... [Παρακαλώ να μη λησμονήσετε ότι παρ’ όλα αυτά επιμένω: όση ενθάρρυνση έχω λάβει από το Μιχάλη δεν είχα λάβει, μέχρι τότε τουλάχιστον, από κανέναν Καρπάθιο. Απλώς στην τσαμπούνα είναι κομμάτι απαιτητικός.] Παίζει τον Πάνω χορό μόνος του με τον λαουτιέρη. Μετά πιάνουμε ένα Συρματικό, που το ήξερα. Έπαιξα τσαμπούνα. Τελειώνοντας το τραγούδι, τον βλέπω κι επιταχύνει επικινδύνως τις δοξαριές του. Να δεις που αυτός θα το γυρίσει πάλι στον Πάνω χορό! Όσο λοιπόν το τέμπο το επέτρεπε ακόμη, προλαβαίνω εγώ πρώτος και το γυρίζω στα «Μάρμαρα του Γαλατά». Με κατακεραυνώνει πάλι. «Τι είναι αυτά; Τραγούδησα εγώ τα Μάρμαρα; Τον τραγουδιστή θα ακολουθάς!»... Έτσι μας πήγε εκείνη η βραδιά. Κάποια στιγμή με έσκασε, του την είπα κι εγώ, τσακωθήκαμε (εμμέτρως πάντα!), και κάναμε κάποιο καιρό να ξαναμιλήσουμε.
Εκ των υστέρων που το σκεφτόμουν, κατέληξα ότι όλη αυτή η ταπείνωση ίσως τελικά να μου περιποιεί τιμή. Η γνώση έχει κάποιο τίμημα. Φαντάζομαι ότι κι ο ίδιος δε θα έμαθε με τα χάδια να παίζει λύρα. Αλλά, τιμή-ξετιμή, σου κόβει τη φόρα.
Όλον αυτό τον καιρό έτρεχα σε όποιο χωριό είχε πανηγύρι, και έκανα και γενικότερα επισκέψεις στα χωριά. Είχα γνωρίσει πολύ κόσμο. Είχα αρχίσει να συμμετέχω και σε μερικά γλέντια. Επίσης είχα τύχει και σε μερικά μη καρπάθικα γλέντια, με ρεμπέτικα και τέτοια.
Προς το καλοκαίρι, κάτι παιδιά από το Όθος μου πρότειναν να πάω να παίξουμε σε ένα τουριστάδικο. Θα είχε ένα πρόγραμμα μισό καρπάθικο, μισό ρεμπέτικο. Η ιδέα ήταν να παίζω μπαγλαμά στα ρεμπέτικα· όμως δεν υπήρχε κανείς να παίζει κιθάρα, εγώ πρότεινα να βάλουμε λαούτο αντί κιθάρας κι ας μην έχουμε μπαγλαμά, και τελικά βρέθηκα να παίζω λαούτο και στα καρπάθικα. Το πρόγραμμα και το κοινό ήταν τόσο βρωμοτελευταία, που μπορούσε κανείς να κάνει ατιμωρητί οσαδήποτε λάθη. Ακόμη μετανιώνω που δεν τους είπα να παίξω τσαμπούνα, γιατί εκεί πραγματικά μ’ έπαιρνε (υπήρχε κι άλλος για λαούτο). Πάντως ακόμα κι έτσι, παίζοντας για κανένα μήνα τρεις φορές τη βδομάδα επί μια-δυο ώρες τα ίδια κομμάτια, και μ’ ένα δεύτερο λαούτο για να κλέβω πατήματα και πενιές, το προχώρησα αρκετά το πράγμα.
Παράλληλα προς όλα αυτά, είχα κάνει και διάφορες συνεντεύξεις για τη διατριβή μου. Έτσι είχε αρχίσει να γίνεται γνωστό ότι υπάρχει ένας καθηγητής που ασχολείται ποικιλοτρόπως με τη μουσική, και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα καρπάθικα, και τα ξέρει κιόλας. Γενικά οι Καρπάθιοι πιστεύουν ότι για να ξέρεις καρπάθικα πρέπει να είσαι ντόπιος από μάνα και πατέρα, οπότε τους φαίνεται πολύ παράδοξο ένας ξένος να τραγουδάει και να παίζει. Όσοι με είχαν ακούσει μόνο μια δυο φορές, ή δεν ήταν πολύ του γλεντιού οι ίδιοι, έμεναν εκστατικοί: «Μα εσείς είστε πιο Καρπάθιος από εμάς!» Όσοι πάλι μπορούσαν να κρίνουν καλύτερα, είτε επειδή ήταν πιο πεπειραμένοι είτε γιατί με είχαν ακούσει πιο πολλές φορές και τους είχε φύγει το πρώτο σάστισμα, καταλάβαιναν φυσικά τις ελλείψεις μου. Όμως γενικά οι κατωχωρίτες δεν ήταν τόσο αυστηροί όσο οι Ολυμπίτες.
Το δεύτερο χρόνο άφησα τα Πηγάδια και εγκαταστάθηκα στο Όθος, και δεν το μετάνιωσα στιγμή. Μπήκα για τα καλά στη ζωή του χωριού. Έκανα μερικούς προσωπικούς φίλους, γνωρίστηκα λίγο πιο χαλαρά με ένα σωρό κόσμο, συμμετείχα σε όλα τα έθιμα και τις εκδηλώσεις του χωριού. Οι χωριανοί με δέχτηκαν, με αγκάλιασαν και με υποστήριξαν στις διάφορες αντικειμενικές δυσκολίες που έχει η ζωή εδώ με τρόπο που δε θα ξεχάσω ποτέ. Ό,τι και να γίνει, όσο κι αν κάποια στιγμή τσαντιστώ από ένα περιστατικό κι αρχίσω να βρίζω θεούς και δαίμονες, τη φιλοξενία των Οθειτών δε θα την ξεχάσω –και όλης της Καρπάθου, άλλωστε. Δήλωσις.
Τη χρονιά εκείνη, δηλαδή την περσινή, συμμετείχα σε όλες τις μουσικές φάσεις του χωριού, ως λαούτο και λίγο και ως τραγουδιστής (όπως είναι εύλογο, σε πιο στενούς κύκλους τραγουδούσα πιο πολύ). Φτάσαμε να με καλούν σε γάμους και να παίρνω και μερτικό στα λεφτά. Μια δυο φορές έπαιξα και τσαμπούνα, μάλιστα την τσαμπούνα που έφτιαξα μόνος μου. Παράλληλα έκανα και διάφορα άλλα που θεωρούσα ότι αποτελούν χρέος ενός ευγνώμονος ανθρώπου, αλλά που τα γούσταρα κιόλας: στο σχολείο ενέτασσα στη διδασκαλία διάφορα στοιχεία της καρπάθικης παράδοσης· στο περσινό Συνέδριο καρπαθιακής Λαογραφίας έκανα μία εισήγηση για την καρπάθικη τσαμπούνα· κατά καιρούς δεν παρέλειπα και να τους τα ψέλνω για τα διάφορα στραβά που τους βρίσκω –και να μην αμφιβάλλετε ότι αυτό εκτιμάται, όταν προέρχεται από άνθρωπο εξακριβωμένα καλής προαιρέσεως.
Την επόμενη χρονιά, την οποία και διανύουμε αισίως, συνεχίσαμε στο ίδιο στυλ. Το καινούργιο που προστέθηκε είναι τα μαθήματα μουσικής. Μια φορά την εβδομάδα μαζεύουμε, μαζί μ’ έναν Οθείτη φίλο μου (που παίζει λύρα και λαούτο, έχουμε παίξει πάρα πολλές φορές μαζί και είναι αναμφίβολα ο επόμενος δάσκαλός μου μετά το Ζωγραφίδη) τα πιτσιρίκια του χωριού και τους δείχνουμε κομμάτια της τοπικής μουσικής. Είχαμε αρχίσει με τα στάνταρ τραγούδια, τώρα κάνουμε σκοπούς, και έχουμε κάνει εμβόλιμα και μερικά μαθήματα για τη σύνταξη της μαντινάδας, για φωνητική, για μια ψιλοεισαγωγή στις νότες κλπ.. Και άλλη μια φορά κάνω μόνος μου μαθήματα τσαμπούνας. Στην τσαμπούνα υπήρχαν εξ αρχής τρεις μαθητές· στο τραγούδι αρχικά ήταν καμιά ντουζίνα, αλλά οι μόνοι που παρέμειναν είναι τελικά οι ίδιοι τρεις που έρχονται και στην τσαμπούνα, και που επί μήνες δεν έπαψαν να ρωτούν πότε θα αρχίσουν μαθήματα για λύρα και λαούτο.
Πώς φτάσαμε να είμαι ειδικά εγώ που κάνω αυτά τα μαθήματα; Γενικά σε όλα τα χωριά υπάρχει μία τάση να γίνονται τέτοια μαθήματα, μερίμνη των τοπικών πολιτιστικών συλλόγων. Λέω «τάση» γιατί από χρόνο σε χρόνο τα πράγματα αλλάζουν. Μια βρίσκεται δάσκαλος, μια δε βρίσκεται (διότι φερ’ ειπείν παντρέυτηκε ή έπιασε δουλειά και δεν αδειάζει, ή πενθάει και δεν παίζει μουσική, ή έφυγε στην Αθήνα ή στην Αμερική, ή πέθανε, ή εξ άλλων λόγων δεν μπορεί), μια βρίσκεται χώρος, μια δε βρίσκεται, μια υπάρχει ενδιαφέρον από παιδιά και γονείς και μια όχι... Πέρσι στο Όθος δε γίνονταν μαθήματα, είχε όμως αρχίσει να συζητιέται να γίνουν. Οι διάφοροι μεταξύ των γονέων θαυμαστές μου, που πιστεύουν ότι τα ξέρω τόσο καλά, μου το είχαν προτείνει. Ιδιαίτερα μέτρησε για μένα η άποψη μιας κυρίας που έλεγε ότι αν γίνονταν μερικές τέτοιες δραστηριότητες τα παιδιά δε θα αλήτευαν στους δρόμους. Και καθώς η κόρη της συγκεκριμένης κυρίας ήταν ο μεγαλύτερος ταραξίας του σχολείου μας, αλλά εξαιρετικό παιδί όταν δεν έχεις τίποτε να χωρίσεις μαζί της (την αγαπάω πολύ), σκεφτόμουν ότι θα ήταν σπουδαία ευκαιρία αν κάναμε μαζί με τα παιδιά κάτι δημιουργικό και συνεργατικό, απαλλαγμένο από τις εντάσεις και τις προστριβές που δημιουργούνται στο σχολείο. (Τελικά η εν λόγω δεν πάτησε στα μαθήματα.) Η άλλη σκέψη ήταν πως ό,τι ξέρω από καρπάθικα το χρωστάω στους Καρπάθιους, οπότε είναι πολύ ταιριαστό να το επιστρέψω στα παιδιά τους. Όσο για το αν ήμουν ο καταλληλότερος, σαφώς δεν ήμουν· όμως πρώτον η δουλειά μου είναι δάσκαλος, οπότε κατά τεκμήριο δεχόμαστε ότι έχω κάποια μέθοδο, δεύτερον ξέρω «μουσική» (νότες), και επ’ αυτού θεωρώ ότι ένας βαθμός θεωρητικοποίησης της μουσικής είναι πλέον στην εποχή μας απαραίτητος για την εκμάθηση ακόμα και της πιο ζωντανής παράδοσης, για να αναπληρώνει το έλλειμμα εμπειρίας που αναπόφευκτα έχουν τα σημερινά παιδιά σε σύγκριση με τα προ πενήντα ή εκατό ετών παιδιά και για να συνάδει με τον τρόπο που μαθαίνουν όλα τα υπόλοιπα πράγματα, και τρίτον και κυριότερον εγώ ήμουν διαθέσιμος, ενώ από τους κανονικούς οργανοπαίχτες του χωριού ο μόνος άλλος που προσφέρθηκε ήταν αυτός που σας λέω ότι κάνουμε το τραγούδι μαζί. Στο κάτω κάτω ο σκοπός δεν είναι να τους κάνω ούτε βιρτουόζους της τσαμπούνας ούτε πρωτομερακλήδες του τραγουδιού: αυτό ή το ’χεις ή δεν το ’χεις. Αν όμως το ’χεις, χρειάζεσαι και κάποιον να σου δείξει τα πρώτα βήματα, από πού τη φουσκώνουν και με ποια δάχτυλα την πιάνουν. Εμένα οι διάφοροι δασκάλοι μου στη μουσική δεν ήταν εξίσου καλοί μουσικοί και δασκάλοι, μάλλον θα έλεγα ότι οι καλύτεροι στο μάθημα ήταν λιγότερο επιφανείς μουσικοί.
Όλα αυτά λοιπόν έχουν συμβεί μέσα στα τελευταία οκτώ ή εννέα χρόνια, από τότε που πρωτογνώρισα την τσαμπούνα και την Κάρπαθο. Έρχομαι τώρα στο ζουμί, στο γιατί τα γράφω όλα αυτά.
Προ ολίγου καιρού ήμουν σε ένα γλέντι, αυτό που σας το περιέγραψα και στο φόρουμ ως «το κακό γλέντι». Είχα γράψει ότι κάποια στιγμή προς το τέλος έπαιξα κι εγώ λίγη τσαμπούνα, και ότι θεωρώ πως δεν έπαιξα άσχημα. Λοιπόν. Προκύπτει ότι αυτό το γλέντι κάποιος το είχε ηχογραφήσει, και μας έδωσε μία κόπια. Ήμασταν σήμερα στο αυτοκίνητο του φίλου μου που παίζουμε μαζί και κάνουμε τα μαθήματα μαζί κλπ., και ακούγαμε αυτή την ηχογράφηση, και πηγαίναμε να πάρουμε έναν άλλον οργανοπαίχτη φίλο μας και να πάμε... τέλος πάντων, κάπου. Τον βρίσκουμε λοιπόν, μπαίνει, και μετά από κανένα δεκάλεπτο σχολιάζει για τη μουσική: «Αυτός που παίζει τσαμπούνα είναι πολύ άσχετος» (χωρίς να ξέρει ότι ήμουν εγώ).

Ε, μπάστα πια! Άει σιχτίρ, φαντασμένοι επαρχιώτες! Νομίζετε πια πως κατέχετε κανένα θησαυρό μοναδικό στον κόσμο, με τη μουσική σας και την παράδοσή σας και όλα τα έθιμά σας που τα ’χετε και ρημάζουν πεπαλαιωμένα και ανεδαφικά, και δεν έχετε ιδέα τι πάει να πει προσπάθεια, αφού εσείς γεννηθήκατε μες στα λυροτσάμπουνα και σας τα σέρβιραν με το γάλα της μάνας σας. Στρογγυλοκάθεστε και περιμένετε να έρθει ο δάσκαλος ο Αθηναίος να κάνει τζάμπα μάθημα στα παιδιά σας, γιατί εσείς είστε τού μπίζι, που λέμε και στα καρπάθικα (δωρική διάλεκτος), και κάνετε και κριτική από πάνω! Και μιλάμε για μια μουσική που δεν την επιλέξατε καν, δεν κάνατε τη διαδικασία να την ανακαλύψετε και να την προτιμήσετε από τα πεντακόσια άλλα είδη τοπικής ελληνικής μουσικής ή τα εκατομμύρια είδη μουσικής γενικώς ανά τον κόσμο, απλώς τη βρήκατε εκεί και την πήρατε έτσι, παθητικά. Δεν τρέξατε εσείς στην Όλυμπο να ξευτιλιστείτε μπροστά σε μία συνάδελφο, ζητώντας της να σας παραχωρήσει τη μοναδική θέση φιλολόγου στο πιο δυσπρόσιτο χωριό της Ελλάδας. Κανείς από εσάς, ούτε ένας, δεν άφησε την Αθήνα για τα Πηγάδια και μετά τα Πηγάδια για το Όθος, χωρίς να έχει καταγωγή και περιουσία εκεί. Έχετε το θράσος; Ακόμη δεν έχετε πάρει χαμπάρι ότι η Κάρπαθος δεν υπάρχει, ότι είναι ένας ονειρικός τόπος στον οποίον μένουν μια χούφτα φαντάσματα που παριστάνουν με αυτοκτονικό πείσμα τους Καρπάθιους του 1800 ενώ είναι Αμερικάνοι του 1950;
Πολύ άσχετος. Ναι ρε μάστορα, τόσο μπορώ. Για προσπάθησε κι εσύ να σε καμαρώσουμε!

Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2007

Η ΜΑΣΤΙΓΑ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Γιατί δηλαδή πρέπει ό,τι κάνουμε σ' αυτή τη ζωή να συνοδεύεται από μουσική; Άει σιχτίρ πια! Στα εστιατόρια και τις ταβέρνες, παίζει μουσική. Στα καφενεία και τις καφετέριες, παίζει μουσική. Στο ΚΤΕΛ μέσα, παίζει μουσική. Στο σουπερμάρκετ, παίζει μουσική. Παίρνεις τηλέφωνο κάποια υπηρεσία με τηλεφωνικό κέντρο, και ακούς μουσική μέχρι να έρθει η σειρά σου να σου απαντήσουν. Παίρνεις τηλέφωνο κάποιον βλάκα στο κινητό, και αντί για του-του μέχρι να το σηκώσει, ακούς μουσική (μάλιστα για την ακρίβεια, όχι αντί για του-του: παράλληλα με το του-του!). Και βέβαια, ακούς μουσική κάθε φορά που χτυπάει το κινητό κάποιου κοντά σου.
Γιατί οι άνθρωποι έχουν τόση ανάκγη να ακούν όλη την ώρα μουσική; Αξίζει μάλιστα να παρατηρήσει κανείς ότι αυτή η ανάγκη είναι τόσο έντονη, τόσο αδήριτη, ώστε ζητήματα όπως "τι ακούς" και "πώς ακούγεται" παρακάμπτονται τελείως. Έτσι, όταν η μουσική είναι από ραδιόφωνο, και κάποια στιγμή (ή και από την αρχή!) το ραδιόφωνο δεν πιάνει καλά και κάνει παράσιτα, αυτό δε συνιστά επαρκή λόγο για να το κλείσουμε. Αυτό συμβαίνει χαρακτηριστικά στα ΚΤΕΛ, που και τα ραδιόφωνά τους είναι συνήθως αρχαία, και οι διαδρομές τους, όταν ανεβοκατεβαίνουν στις κορδέλες των βουνών, ευνοούν την κακή λήψη.
Αντίστοιχα με τα κινητά: εδώ έχουμε τρεις περιπτώσεις. Έχουμε εκείνους που για ήχο χτυπήματος έχουν κάποιο τραγούδι σε κανονική ηχογράφηση, εκείνους με παλιότερα μοντέλα που έχουν απομίμηση μουσικής παιγμένη με εκείνο το γελοίο ηλεκτρονικό μπι-μπι-μπι, και εκείνους που έχουν βάλει μουσική για να την ακούει εκείνος που τους παίρνει, από το δικό του τηλέφωνο, μέχρι να το σηκώσουν (αυτό που έλεγα στην αρχή). Στην πρώτη περίπτωση, που είναι η ελαφρότερη, το πρόβλημα περιορίζεται στο ότι (α) ο καθένας είναι υποχρεωμένος να ακούει ξαφνικά και απροειδοποίητα αυτό το όποιο τραγούδι, (β) το τραγούδι είναι αιωνίως το ίδιο -σκεφτείτε τι γίνεται όταν προσπαθεί να τον πάρει κάποιος και δεν ακούει καλά ο ένας τον άλλον, και ο καλών ξαναπαίρνει και ξαναπαίρνει μέχρι να μπορέσει να συνεννοηθεί, και εσύ είσαι δίπλα στον καλούμενο και ακούς την αρχή του ίδιοιυ κομματιού τρεις-τέσσερις φορές το λεπτό, (γ) ο ήχος αναπόφευκτα είναι λίγο τριζάτος και δυσάρεστος, ιδίως αν συνδυάζεται και με δόνηση -οπότε βλέπουμε συχνά το τηλέφωνο όχι μόνο να τραγουδάει, αλλά και να χορεύει, και (δ) αν όλα αυτά συμβαίνουν σε χώρο όπου ήδη υπάρχει μουσική, η ενόχληση είναι ακόμη μεγαλύτερη. Στη δεύτερη περίπτωση, με τους ήχους των πιο παλιών κινητών, όλα τα παραπάνω συνδυάζονται με ένα δυσάρεστο άκουσμα που δε γεννήθηκε ακόμη άνθρωπος που να μπορεί να πει με ειλικρίνεια ότι του αρέσει. Στην τρίτη περίπτωση, όπου ο καλών ακούει μουσική, φαίνεται νομίζω πιο ανάγλυφα παρά στις άλες δύο ο παραλογισμός όλης αυτής της συνήθειας: το να ακούς μόνο ένα σύντομο μέρος από το τραγούδι, που μόλις τελειώσει ξαναρχίζει, σα δίσκος που κολλάει η βελόνα, και ταυτόχρονα να ακούς και το παραδοσιακό σήμα αναμονής (το του-του), αυτό είναι βάσανο! Και έστω ότι κάποιους δεν τους ενοχλεί. Υπάρχει όμως κανείς που πραγματικά να τον ευχαριστεί, που όντως να επιθυμεί να το υποστεί και που θα προτιμήσει να το έχει παρά να μην το έχει;
Ας πούμε πως σε ό,τι αφορά τα κινητά, το θέμα δεν είναι μόνο η μανία να ακούμε μουσική κάθε άσχετη στιγμή, αλλά συνδέεται και με την ιδιότητα που έχει το κινητό να καταστρατηγεί κάθε έννοια διακριτικότητας, σεβασμού και αποφυγής της ενόχλησης. Ας επανέλθουμε όμως στη μουσική σε δημόσιους χώρους.
Το πράγμα ξεκινάει, κατά τη γνώμη μου, από εκείνους τους δημόσιους χώρους όπου η μουσική είναι αυτοσκοπός. Σε ένα κλαμπ, ή έστω και σ' ένα μπαράκι, είναι προφανές ότι πάμε για ν' ακούσουμε μουσική. Άρα, παίζουν μουσική. Σου λέει λοιπόν ο άλλος: αφού εκεί βγαίνει ο κόσμος το βράδυ, πίνει ένα ποτό και ακούει και μουσική, πρέπει και όπου αλλού βγαίνουν και πίνουν να έχει μουσική. Μέχρι εδώ δε βρίσκω ότι υπάρχει κάτι παράλογο. Η μουσική, σε χώρους που προορίζονται για χαλάρωση και όχι για συγκέντρωση, ούτε για συζήτηση, μπορεί να βοηθήσει. Υπό κάποιους όρους όμως: αν γίνει ανεξέλεγκτα, οποιαδήποτε μουσική σε οποιαδήποτε ένταση σε οποιονδήποτε χώρο ανεξαρτήτως οποιουδήποτε κριτηρίου, πώς να βοηθήσει; Κοιτάξτε για παράδειγμα τον παρακμιακό θεσμό των ορθάδικων: χώροι που, αν το καλοσκεφτείς, προορίζονται για δύο μόνο δουλειές, για χορό και για φλερτ, όπου όμως δε γίνεται ούτε το ένα ούτε το άλλο, παρά μόνο μαζευόμαστε όλοι για να ενώσουμε τις μοναξιές μας, και στεκόμαστε σιωπηλοί πίνοντας το ποτό μας σαν ανώνυμοι αλκοολικοί και λικνίζοντας τη μύτη του ποδιού μας, χωρίς να κάνουμε παρέα ο ένας με τον άλλον.
Όταν βγαίνουμε να φάμε ή να πιούμε, κατά κανόνα δεν το κάνουμε επειδή δεν έχουμε φαγητό ή ποτό στο σπίτι μας, αλλά για λόγους κοινωνικούς: για να κάνουμε παρέα με την παρέα μας, πάνω από ένα πιάτο ή ένα ποτήρι που αποτελεί απλώς την αφορμή. Αντίθετα όταν βγαίνουμε στο σινεμά, στο θέατρο ή σε μία συναυλία, όσο κι αν η κοινωνική διάσταση της εξόδου είναι κι εδώ παρούσα, εντούτοις μάς ενδιαφέρει και το ίδιο το θέαμα ή το ακρόαμα (γι' αυτό και μέχρι στιγμής δε συνηθίζεται να παίζουν κι εκεί μουσική. Λέτε να ζήσουμε να το δούμε κι αυτό;). Το να κάνουμε λοιπόν παρέα, στις περισσότερες περιστάσεις στηρίζεται στην κουβέντα. Εξαιρώ την περίπτωση που βγαίνουμε για χορό, όπου μπορούμε να κάνουμε εξαιρετική παρέα χωρίς να μιλάμε, και όπου σαφώς έχει νόημα να υπάρχει μουσική. Κι όμως, πόσο συχνά, στις περιπτώσεις όπου υποτίθεται ότι θέλουμε να κουβεντιάσουμε, όλος ο ηχητικός χώρος είναι γεμάτος από μουσική. Και αν μεν η μουσική είναι στη διαπασών, ώστε να αποκλείει τελείως την κουβέντα, τότε ο κίνδυνος της απομάκρυνσης από την παρέα μας είναι άμεσος και σχετικά ορατός. Και με χαμηλή μουσική όμως, πάλι το ίδιο γίνεται, αλλά πιο ύπουλα: δε σε αναγκάζουν οι συνθήκες να κόψεις την κουβέντα, σε ενθαρρύνουν όμως πλαγίως να το κάνεις. Αφενός, γιατί δεν είναι εύκολο να αναπτυχθεί μία συζήτηση με πάνω από δύο συμμετέχοντες, πόσο μάλλον με μεγάλη παρέα απλωμένη σε ένα μακρύ τραπέζι όπου δυσκολεύεσαι να παρακολουθήσεις τι λένε στην άλλη άκρη, αν ακούς και θέλεις να παρέμβεις δυσκολεύεσαι να ακουστείς ο ίδιος, και έτσι είναι πολύ πιθανόν στο τέλος να βαρεθείς και να τα παρατήσεις. Αφετέρου, γιατί κι αν σταματήσει τελείως η κουβέντα και πέσει μούγγα, αυτή η μούγγα που μέσα στην ησυχία θα ήταν ανησυχητική, με τη μουσική εξωραΐζεται και περνάει απαρατήρητη. Έτσι, πέφτει ένας συναγερμός: δεν επικοινωνούμε, η παρέα δεν πάει καλά! Και κανείς δεν ακούει το συναγερμό.
Σας έτυχε ποτέ να πάτε για φαγητό ή για καφέ (ας αφήσουμε το ποτό) και να ενοχληθείτε από το ότι το μαγαζί δεν έχει μουσική; Εμένα ποτέ. Η μουσική κατά τη γνώμη μου χρειάζεται σε δύο περιπτώσεις: όταν θέλουμε να ακούσουμε μουσική, ως αυτοτελή ασχολία, και όταν θέλουμε να χορέψουμε. Ποτέ άλλοτε! Η λεγόμενη "μουσική για χαλί" είναι το χαλί κάτω από το οποίο κρύβουμε τις βρωμιές ενός ασκούπιστου σπιτιού.
Έχω κάνει αυτή την κουβέντα με αρκετούς ανθρώπους. Κάποιοι διαφωνούν, μερικοί μάλιστα μέχρι σημείου να μην καταλαβαίνουν καν τι εννοώ. Άλλοι έχουν μία γνώμη αρκετά κοντινή προς τη δική μου. Από τους τελευταίους, όταν φτάνουμε στο σημείο που διαπιστώνουμε ότι η άκαιρη μουσική χωρίζει και απομονώνει τους ανθρώπους, έχω ακούσει και την εξής άποψη: "Μα αυτός είναι ο σκοπός!" Δηλαδή ο σκοπός "τους" (των ακατονόμαστων).
Μάλιστα. Έστω λοιπόν ότι υπάρχει κάποιο σκοτεινό κύκλωμα (οι Εβραίοι, οι Μασόνοι, οι Αμερικάνοι, το Ισλάμ, οι κομμουνιστές, βάλτε όποιον δε χωνεύετε...) που μεθοδεύει την επιβολή ενός τρόπου διασκέδασης που θα οξύνει το πρόβλημα της έλλειψης επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, ώστε να μας χωρίσουν, να μας αποδυναμώσουν και να πετύχουν έτσι πιο εύκολα τους άνομους σκοπούς τους. Ο φουκαράς που έχει το σουβλατζήδικο της γωνίας, είναι κι αυτός στο κόλπο; Είναι μέλος της συνομωσίας; Δύσκολο να το φανταστώ. Οι ντι-τζέι στους γάμους και τις συνεστιάσεις, που δεν περιμένουν να τελειώσει το φαΐ και ν' αρχίσει ο χορός, αλλά επιμένουν να παίζουν μουσική από νωρίς, διασπώντας τις παρέες, το κάνουν κι αυτοί σκόπιμα, σύμφωνα με τη γραμμή της Οργάνωσης; Δεν το νομίζω.
Οι περισσότεροι άνθρωποι κατά τη γνώμη μου, προσπαθούν να κάνουν το καλύτερο ακόμη κι όταν τελικά κάνουν το χειρότερο. Το πολύ πολύ που μπορούμε να τους προσάψουμε είναι ότι όταν προσπαθούν, δεν προσπαθούν αρκετά. Φαντάζονται ότι είναι καλύτερα να ακούς μουσική την ώρα που τρως το σουβλάκι σου, ή και να βλέπεις τηλεόραση, δεν κάθονται να πολυψειρίσουν αν όντως είναι καλύτερα και γιατί, και ξεμπερδεύουν στα γρήγορα με μια πρόχειρη επιλογή. Ο ντι-τζέι στο γάμο πληρώνεται για να παίξει μουσική, και θεωρεί πρέπον να παίξει όσο το δυνατόν περισσότερη μουσική. Βλακώδες μεν, αλλά όχι κακοπροαίρετο. Πολύ απέχω από του να τους κατηγορήσω, όλους αυτούς, για σκοπιμότητα και συνομωσία. Οι θεωρίες συνομωσίας είναι ένας εύκολος και ανέξοδος τρόπος να φορτώσουμε στον κόκορα δικές μας ευθύνες. Επειδή δεν κάθομαι να σκεφτώ αν κάτι μ' αρέσει ή δε μ' αρέσει, και το παίρνω αβασάνιστα ό,τι κι αν είναι, ή επειδή δε μ' αρέσει αλλά δεν το καθιστώ σαφές σ' εκείνον που μου το σερβίρει παρά το υφίσταμαι αδιαμαρτύρητα μέχρι που ξεχνάω ότι δε μου άρεσε, δε φταίω εγώ, φταίει η απρόσωπη, ανώνυμη και απροσδιόριστη συνομωσία. Φαίνεται εξυπηρετικό, αλλά δεν είναι. Αν δεν παραδεχτώ ότι φταίω εγώ, δεν πρόκειται να λύσω το πρόβλημα.
Δείτε για παράδειγμα εμένα: δεν παραδέχομαι ότι είμαι γκρινιάρης και μυστήριος, αλλά επιμένω ότι φταίνε οι άλλοι που παίζουν ή ακούν μουσική τις λάθος ώρες. Φυσικά, δε λύνω κανένα πρόβλημα έτσι. Εξακολουθώ ν' ακούω μουσική τις λάθος ώρες κι εγώ, μόνο που εμένα μ' ενοχλεί ενώ τους άλλους όχι.

Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2007

ΚΑΛΕΣ ΑΠΟΚΡΙΕΣ

Από τη στιγμή περίπου που μπήκε το Τριώδιο, προσπαθούσα να οργανώσω εδώ στο χωριό μία ηχογράφηση, όπου θα κατέγραφα τα τοπικά αποκριάτικα τραγούδια. Από τις περσινές Απόκριες θυμόμουν ότι τα τραγούδια αυτά είναι πολύ περισσότερα από όσα είναι γνωστά, είτε από τους δίσκους και τα βιβλία είτε ως πανελλήνια. Λογικό άλλωστε, αφού σε οποιοδήποτε μέρος τα αποκριάτικα τραγούδια είναι αυτά που πιο δύσκολα θα δημοσιεύονταν. Ειδικά δε για την Κάρπαθο, το να είναι κανείς κάτοικος Όθους και να είναι κάθε μέρα εκεί είναι πολύ ευνοϊκή συγκυρία για μια τέτοια δουλειά. Το Όθος είναι το μόνο χωριό του νησιού όπου τα αποκριάτικα έθιμα τελούνται ακόμη συστηματικά κάθε χρόνο. Επομένως εκείνοι που ξέρουν αυτά τα τραγούδια (πρόκειται για μία ειδική κατηγορία τραγουδιστών: είναι εκείνοι που σε κάθε τόπο αρέσκονται σ' αυτό το είδος, ξέρουν πολλά, τα ερμηνεύουν με ιδιαίτερο μπρίο, και δεν αποκλείεται να είναι άνθρωποι που τον υπόλοιπο χρόνο δεν ανοίγουν το στόμα τους να τραγουδήσουν) είναι σε καλύτερη φόρμα από τους ομολόγους τους των άλλων χωριών, όπου γίνεται λιγότερη προπόνηση.

Ίσως έχετε υπόψη σας ένα βιβλίο, πρόκειται νομίζω για εγχειρίδιο ανθρωπολογικής έρευνας, που αναφέρει στο οπισθόφυλλο τα εξής: "Ο Τάδε, μελετητής των παραδοσιακών συμπεριφορών στην κοινωνία των Ακουμπαταμπαούλα, ξέρει τα πάντα για το πώς γίνεται η ανθρωπολογική έρευνα. Όμως οι ίδιοι οι Ακουμπαταμπαούλα δεν έχουν ιδέα!"... και συνεχίζει με τα προβλήματα που μπορεί να συναντήσει ένας ερευνητής λόγω της πολιτισμικής του διαφοράς με τους ανθρώπους τους οποίους μελετά.* Έπεσα λίγο σ' αυτή την περίπτωση, μόνο που δεν έχω διαβάσει το βιβλίο, κι έτσι δεν ήξερα πώς λύνονται αυτά τα προβλήματα. Εν ολίγοις, την ημέρα και ώρα της ηχογράφησης άλλοι δεν εμφανίστηκαν καθόλου και άλλοι εμφανίστηκαν μεν, αλλά όχι στο σημείο του ραντεβού αλλά σε διάφορα άσχετα μέρη. Μετά από ένα εξόχως δημιουργικό τρίωρο στο καφενείο, όπου περίμενα ποιος θα εμφανιστεί ή θα πάρει τηλέφωνο και ταυτόχρονα προσπαθούσα να συγκρατήσω εκείνους που είχαν ήδη εμφανιστεί, τελικά πήρα την απόφαση ότι η ηχογράφηση μάλλον δεν έγινε.**

Είχε προηγηθεί ένα γλέντι την Τσικνοπέμπτη, που το είχα ηχογραφήσει αλλά δεν ήταν αυτό που θέλω: εκτός από τη βαβούρα του καφενείου, παρουσίαζε και το σημαντικό πρόβλημα ότι δεν υπήρχαν όργανα, κι έτσι έπαιξα εγώ λύρα, που δεν ξέρω -αλλά και να ήξερα, ο σκοπός ήταν να γράψω εκείνους, όχι εμένα. Έτσι βγήκε μία καταγραφή πλούσια μεν σε τραγούδια και σε κέφι, αλλά πολύ μέτρια από άλλες απόψεις. Ήταν όμως μία καλή προθέρμανση.

Μετά από την Τσικνοπέμπτη και μετά από το αποτυχημένο ραντεβού, ακολούθησαν τα γενέθλιά μου, που έκανα μια μάζωξη με μικτή παρέα, και από το Όθος και από μη Καρπάθιους φίλους μου. Κάποια στιγμή βγήκαν και τα όργανα, πρώτα οι μπουζουκομπαγλαμάδες και αργοότερα τα καρπάθικα, και φυσικά υπήρξε και ένα αποκριάτικο πρόγραμμα. Πρέπει να πω ότι αρκετοί από εκείνους που ήθελα να καταγράψω είναι φίλοι μου που ούτως ή άλλως κάνουμε παρέα στο χωριό (γι' αυτό και βρέθηκαν στη μάζωξη), κάτι που ίσως δε διευκολύνει τα πράγματα όπως αρχικά θα νόμιζε κανείς. Πάντως έγινε άλλη μια προθέρμανση. Εννοείται ότι δεν έκατσα να ηχογραφήσω τα γενέθλιά μου.

Προκύπτει δε εκείνη την ημέρα, ότι έναν εκ των συντελεστών τον έχουν καλέσει να πάει στο καρπάθικο ραδιόφωνο να μιλήσει για το Πιπέρι, και μού πρότεινε να πάμε μαζί, για να ακουστεί και η γνώμη ενός μη ντόπιου, που τα βλέπει από μία διαφορετική οπτική. Ο εν λόγω συντελεστής είναι ο φίλος μου Μιχάλης Χ., φιλόλογος και αρκετά δημόσιο πρόσωπο στην Καρπαθιακή κοινωνία. Ειρήσθω εν παρόδω ότι ένα πό τα ασυνήθιστα με την καρπάθικη μουσική παράδοση είναι ότι οι ενεργοί φορείς της δεν είναι μόνο βοσκοί και ψαράδες, αλλά και δασκάλοι, γιατροί και γενικώς αστοί (άλλωστε σ' αυτό το τόσο παραδοσιακό από ορισμένες απόψεις νησί υπάρχει πάρα πολύ μεγάλος βαθμός αστικοποίησης). Ο Μιχάλης τώρα που σας λέω, έχει κάνει κι ο ίδιος ορισμένες έρευνες και συλλογές στοιχείων πάνω σε θέματα της καρπάθικης παράδοσης, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να είναι ταυτόχρονα ένας αυθεντικός γλεντιστής του χωριού, με συμμετοχή μεταξύ άλλων και στα αποκριάτικα.

Η εκπομπή θα γινόταν σήμερα το πρωί (Τετάρτη). Τη Δευτέρα λοιπόν, στα γενέθλια, μού το είπε, και κανονίσαμε να βρεθούμε την Τρίτη στο καφενείο για να οργανωθούμε. Ξαναμιλάμε την Τρίτη και επιβεβαιώνουμε το ραντεβού για τις οχτώ το βράδυ. Στις εφτάμιση με παίρνει ένας άλλος, από την παρέα που ήταν και στα γενέθλια και θα ήταν και στην ηχογράφηση, και μου λέει: Μίλησες με το Μιχάλη;
-Μίλησα.
-Άκου, μου λέει, εδώ στο καφενείο έχει πολύ θόρυβο, να έρθουμε καλύτερα σπίτι σου;
Με έπιασε κάπως απροετοίμαστο.
-Ποιοι να έρθετε;
-Μα όλοι! Δε θα κάνουμε την ηχογράφηση;
-Τι να σου πω, του λέω, τώρα το μαθαίνω. Να έρθετε, άκου λέει!

Ένα από τα θέματα που όλοι επέμεναν ήταν ότι για να γίνει αυτή η ηχογράφηση θα έπρεπε οι συμμετέχοντες να είναι στο κέφι, δηλαδή να έχουν τραβήξει τα ποτηράκια τους. Εγώ τη συγκεκριμένη στιγμή είχα μόλις ξυπνήσει και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν ένας καφές και μία ήρεμη συζήτηση μεταξύ φιλολόγων για το τι θα λέγαμε στην εκπομπή. Αλλά αν αυτοί θέλαν να γράψουμε τα τραγούδια, δεν ήμουν και τρελός να τους πω όχι!

Έρχονται λοιπόν. Ήρθαν όλοι! Ακόμη και οι πιο γλιστεροί, αυτοί που πραγματικά δεν ήξερα σε ποια γλώσσα να τους πω τη λέξη "ραντεβού" για να συνεννοηθούμε, ήταν εκεί απίκο. Κάναμε μία ωραία ηχογράφηση, και περάσαμε και μία υπέροχη βραδιά, με δημιουργικό κέφι και αίσθηση παρέας. Βρίσαμε με την ψυχή μας, χωρίς όμως να χυδαιολογήσουμε ούτε στιγμή. Όταν θεωρήσαμε ότι τελειώσαμε, οι τελευταίοι που αντέχαμε ακόμη πήγαμε στο καφενείο να φάμε. Εκεί ξεκινήσαμε την περίφημη συζήτηση για την εκπομπή, όπου φυσικά προέκυψε η ιδέα να παίξουμε κάποιες από τις ηχογραφήσεις μας.

Έτσι, στις δύο τη νύχτα που γύρισα σπίτι μου χρειάστηκε να κάτσω επιτόπου να αρχίσω το ξεκαθάρισμα των όσων είχαμε γράψει. Τα χτένιζα μέχρι τις πέντε το πρωί, για να απομονώσω τις κουβέντες και όλα τα άσχετα εκτός από τη μουσική, να γράψω τους τίτλους, να δω ποια είναι κατάλληλα για το ραδιόφωνο. Πήγα για ύπνο. Το πρωί οχτώ η ώρα είχα μάθημα. Στις εννιάμιση την κοπάνησα για τα Πηγάδια. Πήγα στο στούντιο. Η εκπομπή ήταν δέκα με έντεκα.

Η παρουσιάστρια μας ευχαρίστησε που διαθέσαμε το χρόνο μας και τις βαρυσήμαντες γνώσεις μας, καθώς και για ό,τι γενικώς έχουμε κάνει στην Κάρπαθο. Εμείς από την πλευρά μας την ευχαριστήσαμε για την πρόσκληση και την τιμή, καθώς και για τη γενικότερη προσφορά της ίδιας και του σταθμού. Μετά ο Μιχάλης ευχαρίστησε εμένα που αγάπησα το χωριό, και όλο το νησί, και έχω μπει στην τοπική κοινωνία και ψάχνω τη μουσική τους κλπ.. Εγώ τον ευχαρίστησα, και στο πρόσωπό του όλο το Όθος και την Κάρπαθο, που με υποδέχτηκαν και με αγκάλιασαν και με βοήθησαν τόσο στις μουσικές μου αναζητήσεις όσο και γενικότερα. Αναφερθήκαμε και στην ηχογράφηση, ο Μιχάλης με ευχαρίστησε που πήρα την πρωτοβουλία και αποτυπώθηκαν μερικά τραγούδια, κι εγώ τον ευχαρίστησα, μαζί με τους άλλους συμμετέχοντες, για τη συνεργασία τους και για το ότι μου εμπιστεύτηκαν τα τραγούδια τους. Η παρουσιάστρια μας ευχαρίστησε που φέραμε την ηχογράφηση μαζί μας.

Ήμασταν όλοι τόσο ευχαριστημένοι, που μπορούσαμε πια να ξεκινήσουμε. Θα σας επαναλάβω λίγο πολύ αυτά που είπα για το Πιπέρι, γιατί είναι μία ευκαιρία να τα γράψω. Από καιρό την περίμενα.

Το έθιμο το έχω δει μία μόνο φορά, πέρσι. Όλοι οι ντόπιοι λένε ότι δεν είναι αυτό που θυμούνται από τους παλιούς, έχει ξεφτίσει. Εγώ δεν έχω μέτρο σύγκρισης. Αυτό που είδα είναι το εξής:

Από το πρωί της Καθαράς Δευτέρας στελιάζεται ένα γλέντι στο καφενείο. Τρώνε, πίνουν και μνημονεύουν τους νεκρούς τους. Βγάζουν τα όργανα, και αρχίζουν τις μαντινάδες. Οι μαντινάδες αναφέρονται σε όσους έχουν πεθάνει πρόσφατα ή και παλιότερα και η απουσία τους παραμένει αισθητή, και λέγονται και μερικές γενικότερου γνωμικού χαρακτήρα για το εφήμερο της ζωής. Όπως λένε αυτές τις μέρες σε άλλα μέρη, τούτη η γης που την πατούμε, όλοι μέσα θε να μπούμε. Η συγκίνηση ανεβαίνει, μέχρι που ξεχειλίζει.

Όταν όλοι έχουν χορτάσει δάκρυ και τραγούδι, μετά την κάθαρση, το κλίμα αλαφρώνει. Αρχίζουν τα εύθυμα τραγούδια. Εν τω μεταξύ κάνουν την εμφάνισή τους και οι πρώτες καμουζέλλες, δηλαδή μασκαράδες. Οι μεταμφιέσεις που είδα πέρσι ήταν αυτές που θα βλέπαμε και στην Αθήνα ή την Πάτρα, όχι κάτι έκδηλα παραδοσιακό. Όταν η εύθυμη ατμόσφαιρα έχει γενικευθεί, ένας ένας οι γλεντιστάδες την κοπανάνε για λίγο, μασκαρεύονται και ξανακατεβαίνουν. Έφυγα κι εγώ κάποια στιγμή, και όταν κατέβηκα ντυμένος ο κόσμος είχε μεταφερθεί στο Μέγαρο (κοινοτικός χώρος για συνεστιάσεις και χορούς). Απ' ό,τι έμαθα, είχε μεσολαβήσει ένας σύντομος χορός στην πλατεία, όπου εμφανίστηκαν και κάποιες από τις παραδοσιακές καμουζέλλες. Αόριστα θυμάμαι μια φωτογραφία με κάποιον σε γάιδαρο.

Στο Μέγαρο αρχίζει κάποια στιγμή το Δικαστήριο ανηθίκων πράξεων. Οι άντρες που είναι ντυμένοι γυναίκες προσάγουν ενώπιον του Καδή άντρες που είναι ντυμένοι άντρες ή δεν είναι ντυμένοι τίποτε, με διάφορες κατηγορίες του τύπου "με αύτωσε αλλά δε με ικανοποίησε". Ανάλογα με το ταλέντο του Καδή και την ετοιμολογία κατηγόρων και κατηγορουμένων διαμείβονται πολύ σπιρτόζικοι διάλογοι. Τελικά κανείς δεν αθωώνεται. Η καταδίκη είναι πρόστιμο, που καταβάλλεται στ' αλήθεια.

Παράλληλα τα όργανα παίζουν σε άλλο σημείο του Μεγάρου. Ήδη από το μεσημέρι έχουν αρχίσει να συρρέουν άνθρωποι από όλα τα χωριά, οι περισσότεροι μασκαράδες. Έτσι μέσα στο Μέγαρο επικρατεί ένας πολύχρωμος πανικός με σερπαντίνες, μουτσούνες, τριχωτές γάμπες με δικτυωτά καλσόν, πολλά κεράσματα, μουσική και φασαρία. Κάποια στιγμή στήνεται ο χορός του Πιπεριού, ως εξής:
Σε μια περίοπτη εξέδρα ανεβαίνουν όσοι θέλουν να χορέψουν. Μόνο άντρες, μόνο μασκαρεμένοι και όχι πάρα πολλοί, για να φαίνονται. Ο κάβος (κορυφαίος του χορού) έχει μια λούρα και επιβλέπει αν όλα γίνονται όπως πρέπει. Ξεκινάει ο Κάτω χορός, με τραγούδια και μαντινάδες βωμολοχικού και σεξουαλικού περιεχομένου. Μετά από τρία τέσσερα λεπτά χορού, έρχεται ο στίχος: Πώς το τρίβουν το πιπέρι του διαόλου οι καλογέροι; Με τη μύτη τους (π.χ.) το τρίβουν και το διπλοκοπανίζουν. Λύνεται ο χορός, τρίβουν το πιπέρι με τη μύτη τους, ο κορυφαίος βαράει με τη λούρα όποιον δεν το κάνει καλά. Συγκεκριμένα πέρσι φαίνεται ότι το έκαναν όλοι καλά, και ο κορυφαίος κινδύνεψε να μην έχει δουλειά να κάνει, οπότε προέκρινε να βαράει γενικώς κι όποιον πάρει ο χάρος. Έφαγα μερικές με τη δερμάτινη ζώνη στη μούρη, κι ήταν όλες δικές μου. Στο Όθος το πιπέρι δεν το τρίβουν στη γη, όπως σε άλλα μέρη και όπως είναι το "κανονικό", αλλά ο ένας με τον άλλον. Αυτό μερικές φορές δημιουργεί κάποια συμπλέγματα ξεκαρδιστικά.

Ξαναδένεται ο χορός, και συνεχίζουν με τα γαμοτράγουδα και με τα βήματα του Κάτω. Μετά από λίγη ώρα επανέρχεται το πιπέρι. Το τρίβουν με άλλο μέρος του σώματος, τρώνε και μερικές, και συνεχίζεται η ίδια ιστορία. Ξέρετε βέβαια με τι το τρίβουν την τελευταία φορά.

Όταν τελειώσει ο χορός του πιπεριού γίνεται ένας κανονικός χορός, με συμμετοχή ντυμένων και άντυτων, με κανονικά τραγούδια. Αυτό τραβάει μέχρι όποια ώρα τη νύχτα υπάρχουν ακόμη κέφια.

Την άλλη μέρα ο κόσμος πάει στις δουλειές του. Το παρδαλό πανηγύρι έχει σχολάσει, και αρχίζει η Σαρακοστή.

Το πρώτο Σάββατο ή Κυριακή της Σαρακοστής γίνεται άλλο ένα γλέντι στο Μέγαρο, οι λεγόμενες Γίλλες. Είναι αφιερωμένο στα καινούργια ζευγάρια της χρονιάς και στα νεογέννητα παιδιά της χρονιάς. Όποιο ζευγάρι παντρεύτηκε ή έκανε παιδί κερνάει μία γίλλα (ένα ειδικό ψωμί, καρυκευμένο με διάφορα συμβολικά συστατικά). Το γλέντι αυτό γίνεται με τα λεφτά που έχει εισπράξει το Δικαστήριο από τα πρόστιμα.

Τι είναι λοιπόν το ιδιαίτερο με όλη αυτή την ιστορία; Κατά τη γνώμη μου είναι το ότι, ενώ το Πιπέρι είναι ένα έθιμο με πανάρχαιες καταβολές και μαγικο-ψυχολογικές προεκτάσεις, εντούτοις είναι σήμερα προσιτό στον καθένα. Όλος ο κύκλος των εκδηλώσεων αποτελεί ύμνο και γιορτή για τη ζωή που γεννιέται μέσα από το θάνατο: πρώτα το πένθιμο γλέντι της Καθαράς Δευτέρας πρωί (θάνατος), μετά οι γονιμικές τελετές με τα γαμοτράγουδα, το χορό του πιπεριού, τα φαλλικά σύμβολα όπως η λούρα του κάβου του χορού,το δικαστήριο κλπ. (έρωτας), και στο τέλος οι Γίλλες (γέννηση). Όμως, αν κάποιος δεν τα γνωρίζει όλα αυτά και δεν τον ενδιαφέρουν, έχει πάντα τη δυνατότητα να βάλει μια περούκα και να πάει απλώς για να καρναβαλίσει, να κάνει χαβαλέ. (Και θεωρώ ότι ο καρναβαλικός χαβαλές δεν είναι κάτι υποτιμητέο: δεν είναι καθόλου μικρή υπόθεση να μεταμφιεστείς και να βγεις από τον εαυτό σου, να γελάς και να πειράζεις και να σε πειράζουν όλη μέρα). Δεν είναι σαν άλλα αρχαιοπινή έθιμα που, διατηρώντας την παλιά τους μορφή, αποκλείουν εκ των πραγμάτων τη συμμετοχή του αμύητου. Το Πιπέρι είναι για όλους, από τα πολύ μικρά παιδιά μέχρι τους γέρους και τις γριές, ντόπιους και ξένους, για να μπουν μέσα σ' αυτό και όχι για να το παρακολουθούν. Είναι ένα σύγχρονο έθιμο, απολύτως ζωντανό και λειτουργικό, αλλά με ρίζες στα βάθη του χρόνου και στα έγκατα της ανθρώπινης ψυχής.

Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια, το ότι πολλές λεπτομέρειες έχουν ξεχαστεί ή αλλοιωθεί ή είναι καινούργιες και ξενόφερτες, προσωπικά δε με ενοχλεί καθόλου. Ο λέγόμενος Γύρος, όπου την προηγούμενη Κυριακή μια ομάδα καμουζέλλες και οργανοπαίχτες κάνει το γύρο των χωριών και στήνει ένα χορό σε κάθε πλατεία για να καλέσει τους χωριανούς στο Πιπέρι, είναι ένα καινούργιο έθιμο των τελευταίων δέκα ή δεκαπέντε χρόνων. Οι Γίλλες δεν είναι οθείτικες, τις πήραν από το Απέρι. Το πιπέρι κανονικά τρίβεται στη γη, όχι όπως το κάνουν εδώ. Οι παλιές μεταμφιέσεις, στις οποίες περιλαμβανόταν και ένας κουδουνάτος με προβιές (δηλαδή ούτε λίγο ούτε πολύ ένας Σάτυρος!) έχουν χρόνια να εμφανιστούν. Και τι μ' αυτό; Η ουσία παραμένει ζωντανή, το περίβλημα ας αλλάζει όπως θέλει.

Πάρτε και δυο τραγουδάκια, ένα κόσμιο και ένα βωμολοχικό:

1. Ο ΚΑΤΤΗΣ

Ένας κάττης μιαν ημέρα
βάζει ράσο σαν πατέρας.
Μπαίνει μες στο μοναστήρι
και διαβάζει το Ψαλτήρι,
και διαβάζει το Ρολόι
να 'ρθει το πεντικολόι.
-Πεντικοί, μη φοηθείτε,
'λάτε να ξαορευτείτε".
Κι απείτι και τους ήφερε στου φούρνου την καμάρα,
άγρια φωνή τους ήσυρε, τους ήπιασε τρομάρα.
Τα μικρά πεντικαλάκια
ήρπα 'πού τα κεφαλάκια.
Τους μιάλους πεντικάλους
ήρπαν απού τους κεφάλους.
Και μια γρα πεντικαλίνα
με τα μοιρολόγια εκίνα:
-Μη με φάεις μένα, κάττη,
να σου μαειρέψω ρύζι.
-Δεν το θέλω εγιώ το ρύζι,
κι εις τα 'όντια μου κα'ίζει.
-Μη με φάεις μένα, κάττη,
να σου μαειρέψω φά. (=φάβα)
-Δεν το θέλω εγιώ το φα
κι είν' τα 'όντια μου κουφά.
-Μη με φάεις μένα, κάττη,
να σου μαειρέψω χέλι.
-Δεν το τρώω εγιώ το χέλι,
και γλιστρά 'πού το πιατέλλι.
-Μη με φάεις μέας, κάττη,
να σου μαειρέψω αβγό.
-Δεν το θέλω εγιώ τ' αυγό,
μόνο θέλω ποντικό!

2. ΤΡΕΙΣ ΚΑΛΕΣ ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΕΣ

Τρεις καλές γειτόνισσες,
Καστελοριζιώτισσες,
ψωλοκόκκαλο βαστούσι,
στην ταβέρνα παν να πιούσι.
Βάλε κάπελλα κρασί,
φέρε μας και τη μισή.
Κι αουπόξω απ' την ταβέρνα
νιος πραματευτής επέρνα,
και φωνάζουν του κι οι τρεις:
-Βρε καλέ πραμετευτή,
τι πραματευτιά πουλάς,
και γυρνάς και διαλαλάς;
-Να το πω, να μην το πω;
Ντρέπομαι να σας το πω.
Να το πω, να μην το πω;
Δυο σακκιά ψωλές βαστώ,
κι όποια θέλει ν' αγοράσει
'πού τον πάγκο να περάσει.
'Κούσαν το οι λεύτερες,
πήραν από τέσσερες.
'Κούσαν το κι οι παντρεμένες,
πήραν δυο οι καημένες.
Και μια χήρα η καημένη,
ήτο παραπονεμένη.
Ξετινάσσει τα τσου'άλια,
πέφτει μια με δυο κεφάλια!
-Τουτη'ά 'ν' καλή για μένα,
που 'ν' τα μέσα μου καμένα.
Να τη βάλω στο λαήνι
να τραφεί να μι'αλύνει. (=μεγαλώσει)
Να τη βάλω στα μεριά μου
για να γιατρευτεί η καρδιά μου.


ΚΑΙ ΔΥΟ ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ:

-Να σ' αρωτήξω να μου πεις, στο λόγο της τιμής σου,
ωσάν τη μύτη σου μακριά αν είναι κι η ψωλή σου.

-Δεν είναι και πολύ μακρά, κανονική στο μπόι.
Μια χωριανή σου ρώτηξε απού τη συχνοτρώει.


Καλή Αποκριά!

____________________________________________

Δύο συμπληρώσεις σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο:

*Εντόπισα ξανά το βιβλίο. Nigel Barley, Ο ανυποψίαστος ανθρωπολόγος: σημειώσεις από μια χωμάτινη καλύβα, μτφρ. Γιώργος Σεφερλής, Αθήνα (Αιώρα) 2005. Το ακριβές κείμενο στο οπισθόφυλλο λέει: Όταν ο άγγλος ανθρωπολόγος Nigel Barley φτάνει στο Βόρειο Καμερούν για να μελετήσει την ορεσίβια φυλή των Ντοουάγιο, γνωρίζει πολύ καλά πώς πρέπει να διεξάγεται η επιτόπια έρευνα. Οι Ντοουάγιο, όμως, δεν έχουν ιδέα...
Το βιβλίο είναι κατά βάθος σοβαρότατο. Ωστόσο είναι γραμμένο με εξαιρετικό βρετανικό χιούμορ. Αυτοβιογραφικό και ανθρωπολογικό ταυτόχρονα, θα το συνιστούσα ακόμη και σε κάποιον εντελώς άσχετο από αυτό τον επιστημονικό χώρο, ως σπαρταριστό μυθιστόρημα.

**Σ' ένα άλλο κείμενο, που περιλαμβάνεται σ' ένα πολύ αυστηρότερα εξειδικευμένο συλλογικό τόμο με γενικό τίτλο Εαυτός και "Άλλος": Εννοιολογήσεις, ταυτότητες και πρακτικές στην Ελλάδα και την Κύπρο (επιμ. Δήμητρα Γκέφου-Μαδιανού, Αθήνα (Gutenberg) 2006), ένας έλληνας εθνομουσικολόγος περιγράφει πώς έζησε ακριβώς τον ίδιο καημό:
Στο Φιλώτι, ένα χωριό της ορεινής Νάξου, στο οποίο πραγματοποίησα το μεγαλύτερο μέρος της επιτόπιας έρευνάς μου σχετικά με την επιτέλεση του τραγουδιού, το φύλο και την έννοια της κοινότητας, ιδιαίτερα κατά το πρώτο διάστημα της παραμονής μου εκεί, βρέθηκα αρκετές φορές στη δυσάρεστη θέση να πηγαίνω σε ραντεβού τα οποία είχαν κλειστεί από ανδρικές «παρέες» με τη μεγαλύτερη σοβαρότητα και πειστικότητα, για να διαπιστώσω ότι κανείς άλλος δεν είχε εμφανιστεί. Όταν ζητούσα εξηγήσεις, οι χωριανοί μού έλεγαν κάτι σαν «δεν ταίριαξε τελικά, δεν πειράζει, την άλλη φορά...». Πολύ συχνά επίσης έφτανα πρώτος σε κάποιο ομαδικό ραντεβού, ενώ οι υπόλοιποι κατέφθαναν, με τους δικούς τους ρυθμούς ο καθένας, τις επόμενες ώρες. (Παναγιώτης Πανόπουλος, «Άμα ταιριάξει...»: φύλο, χρόνος και εντοπιότητα σ' ένα χωριό της Νάξου, στον ως άνω τόμο).

Ήτοι, μου πήρε πέντε χρόνια όχι βέβαια για να καταλάβω (ο καθένας το καταλαβαίνει) αλλά για να διασταυρώσω και μέσα από την επιστημονική βιβλιογραφία, ότι αυτό που μου συνέβη συμβαίνει και στας καλλιτέρας των οικογενειών.


12 Νοεμβρίου 2011