ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2016

Ο ασκομαντουράρης Μπαξές και το ρεπερτόριό του (2/2)

Συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση και τέλος.

Τελικά, ποιο ακριβώς είναι το καταγεγραμμένο ρεπερτόριο του Μπαξέ στην ασκομαντούρα; Οι τίτλοι σίγουρα δε θα μας βοηθήσουν: στις μεν εκπομπές ο ίδιος δεν αναφέρει κανέναν, και οι χρήστες του ΥΤ που τις ανέβασαν είτε ονόμασαν τα κομμάτια κατά την κρίση τους –μάλλον απλώς τα περιέγραψαν– ή, πιο συχνά, δεν τα ονόμασαν καν· όσο για τη δισκογραφία, η σχέση ανάμεσα στις μελωδίες και τους τίτλους (που τους έχει δώσει, το πιθανότερο, ο ίδιος ο Μπαξές) είναι τόσο χαλαρή ώστε καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι ο Μπαξές –άρα γενικά η πρφορική κουλτούρα την οποία εκπροσωπεί– δεν πολυσυνήθιζε να ταυτίζει τις μελωδίες μ' έναν τίτλο, όπως γίνεται όταν η μουσική διαμορφώνεται από τη δισκογραφία.
Αν λοιπόν παρακάμψουμε το ζήτημα των δοσμένων τίτλων και εστιάσουμε στο άκουσμα των 21 καταγραφών, αναγνωρίζονται τρεις βασικές μελωδίες που επαναλαμβάνονται πολλές φορές από καταγραφή σε καταγραφή, και άλλες δύο σε μία μοναδική καταγραφή η καθεμία.
Από τις τρεις βασικές μελωδίες, η μία, σχετικά πιο αργή, είναι μια σειρά από κοντυλιές. Οι άλλες δύο είναι γρήγοροι οργανικοί χοροί μοτιβικής δομής· δεδομένης της ανάγκης να συνεννοούμαστε με βάση μια ονοματολογία, θα τις ονομάσουμε, είτε έγκυρα είτε όχι, Πεντοζάλη και Πηδηχτό.
Η αντιστοιχία των τριών κομματιών με τις καταγραφές έχει ως εξής[1]:

Α. Κοντυλιές.
Χωρίς όλες οι εκτελέσεις να είναι ίδιες –στην πραγματικότητα χωρίς να υπάρχουν πουθενά δύο ίδιες εκτελέσεις–, η ίδια κατά βάση σειρά από κοντυλιές ακούγεται έντεκα φορές:
–στον δίσκο του Ντίτριχ, υπό τον τίτλο «Siganós» (Σιγανός)·
–στον δίσκο Ποιμένες Αγραυλούντες, με τίτλο «Ο Μπαξές στην "Όαση" (συναυλία 1985)», στα πρώτα 3 λεπτά και 15'' – μετά γυρίζει σε Πηδηχτό·
–στον δίσκο του περιοδικού Κρητόπολις, με τίτλο «Γρήγορος πεντοζάλης με ασκομαντούρα», στα δυόμισι περίπου πρώτα λεπτά – μετά και πάλι γυρίζει σε Πηδηχτό (εδώ υπάρχει σαφές λάθος στον τίτλο: όσο κι αν δεν είμαστε σίγουροι τι ακριβώς είναι στη συγκεκριμένη τοπική παράδοση ο γρήγορος πεντοζάλης της ασκομαντούρας και τι ο πηδηχτός, όσο κι αν έχει εγερθεί συζήτηση για την ορθότητα ή όχι του όρου «σιγανός πεντοζάλης», αυτές οι κοντυλιές των πρώτων δυόμισι λεπτών σίγουρα δεν είναι του «γρήγορου» πεντοζάλη)·
–στο Μουσικό οδοιπορικό με τη Δόμνα Σαμίου, στην επίδειξη / δειγματοληψία της ασκομαντούρας.
– σε δύο σημεία του ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ για την κατασκευή των ασκαύλων: το ένα είναι ένα πολύ σύντομο δοκιμαστικό παίξιμο με το οποίο ο Μπαξές ελέγχει το κούρδισμα παίζοντας τη σκάφη της ασκομαντούρας με το στόμα, χωρίς ασκί, και το δεύτερο ένα εκτενέστερο, κανονικό παίξιμο με ολόκληρη την ασκομαντούρα·
–στο βίντεο με τίτλο Μανόλης Φαραγκουλιτάκης ή Μπαξές Ο άφθαστος, από την εκπομπή του Βιτώρου (όπου περιλαμβάνεται και η συνέντευξη) και, φυσικά, στα άλλα δύο βίντεο με την ίδια καταγραφή·
–στο πρώτο από τα εφτά βίντεο της σειράς Μανώλης Φαραγκουλιτάκης Μπαξές 1 έως 7 (από την εκπομπή του Γαργανουράκη) – εδώ με μαντούρα·
–στο βίντεο της άλλης εκπομπής του Βιτώρου, με το αφιέρωμα στα Βορίζα (το μοναδικό όπου ακούμε και μαντινάδες να τραγουδιούνται πάνω στις κοντυλιές)·
–στο βίντεο 244 ΜΑΝΩΛΗΣ ΦΑΡΑΓΚΟΥΛΙΤΑΚΗΣ (ΜΠΑΞΕΣ) – ΣΙΓΑΝΟΣ από τη Γιορτή Μελιού· και, τέλος,
–στην ηχογράφηση του βίντεο Ασκομαντούρα Μπαξές, με την πιθανολογούμενη συμμετοχή του Ψαραντώνη.
Όπως τις μετρώ εγώ, πρόκειται για έντεκα συνολικά κοντυλιές.[2] Σε καμία καταγραφή δεν υπάρχουν και οι έντεκα. Οι δύο πρώτες, με τονική το Λα, είναι σταθερά πρώτες· συνήθως παίζονται αρκετές φορές πριν ακουστεί η τρίτη (δηλαδή 3-4 φορές η πρώτη, 3-4 φορές η δεύτερη, ξανά 3-4 φορές η πρώτη και ούτω καθεξής για κάποια ώρα) και, συνήθως, επανέρχονται και αργότερα μέσα στο κομμάτι αφού μεσολαβήσουν άλλες κοντυλιές. Η τρίτη είναι διαφορετική, έχει τονική το Σι. Από κει και πέρα η σειρά ποικίλλει. Δύο κοντυλιές, με τονική Λα, έχουν το χαρακτηριστικό ότι αντί για την κλασική τετράμετρη δομή είναι δίμετρες· παίζονται συνήθως η μία μετά την άλλη. Μια έκτη κοντυλιά, με τονική Λα, έχει το χαρακτηριστικό ότι είναι η μόνη που ξεκινάει από ψηλά, στη νότα Μι, και επιμένει αρκετά σ' αυτήν. Μια έβδομη, πάλι στο Λα, είναι αντιθέτως χαρακτηριστικά χαμηλή, αφού δεν εκτείνεται πιο πάνω από το Ντο. Υπάρχουν ακόμη δύο κοντυλιές, κι αυτές στο Λα, που είναι πολύ γνωστές από την ηχογράφηση του Ν. Ξυλούρη «Ανωγειανές κοντυλιές» (το γνωστό «Μαριό»,του 1975, με τον Θανάση Σταυρακάκη στην ασκομαντούρα[3])· ειδικά η δεύτερη από αυτές φαίνεται μέχρι στιγμής να είναι η ευρύτερα διαδεδομένη κοντυλιά της ασκομαντούρας γενικώς, αφού έχει καταγραφεί επιπλέον, μόνη της ή σε διάφορες σειρές, και με τον Αντώνη Στεφανάκη από τον Ζαρό, κοντά στα Βορίζα (με μαντούρα), κατ' επανάληψη και τουλάχιστον από το 1990, και με τον Δημήτρη Σηφάκη από την επίσης γειτονική Γέργερη το 1977, και με τον Μανώλη Σταυρακάκη, αδελφό τού ως άνω Θανάση, από τ' Ανώγεια, το 1954.[4] Τέλος, δύο ακόμη κοντυλιές, που θα μπορούσαν να εκληφθούν και ως μία σε δύο παραλλαγές, έχουν τονική το Σι και ακούγονται μόνο στο βίντεο με τη μαντούρα (Μανώλης Φαραγκουλιτάκης Μπαξές 1), μία μοναδική φορά η καθεμία χωρίς επαναλήψεις.
Για κάποιον που θέλει να περάσει τις κοντυλιές του Μπαξέ στο ρεπερτόριό του, αναλυτικότερη μελέτη των έντεκα καταγραφών αποκαλύπτει τις κανονικότητες που κρύβονται κάτω από τις διαφορές στη σειρά από εκτέλεση σε εκτέλεση (ότι π.χ. κάποια κοντυλιά μπορεί να παίζεται σε διάφορα σημεία αλλά ποτέ μετά από κάποια συγκεκριμένη άλλη· ότι ορισμένες κοντυλιές αποτελούν ενότητες που παίζονται, επαναλαμβάνονται ή παραλείπονται ολόκληρες, ενώ άλλες είναι πιο αυτόνομες· από πού μέχρι πού μπορεί να κυμαίνεται το τέμπο· κλπ.) ώστε να μπορεί να αυτοσχεδιάζει πιστά στο πνεύμα του Μπαξέ, αποφεύγοντας ταυτόχρονα την παγίδα του να τις τυποποιήσει σε μια σταθερή σειρά. Φυσικά, ιδιαίτερη σημασία για την πληρέστερη κατανόηση του κομματιού έχει η καταγραφή όπου ακούμε και τραγούδι, παρόλο που ο συντονισμός του Μπαξέ με τους τρεις τραγουδιστές δεν είναι άψογος.

Β. Πηδηχτός.
Μοτιβική παρατακτική σύνθεση, που προφανώς δεν προορίζεται για τραγούδι (αν και δε θα ήταν αδύνατο να προσαρμοστούν μαντινάδες πάνω σε κάποια από τα μοτίβα, δίκην κοντυλιάς), με ενότητες μοτίβων στο Λα, στο Σι και στο Ντο, που πάλι δεν παίζονται ποτέ σε αυστηρά συγκεκριμένη σειρά, ίδια σε δύο έστω εκτελέσεις, αλλά ούτε και σε εντελώς τυχαία σειρά, παρά με βάση κάποιες κανονικότητες. Θεωρώ ότι πρόκειται για αριστούργημα οικονομίας μέσων και μινιμαλιστικής τεχνικής, καθώς πετυχαίνει –και μάλιστα μέσα από μερικές διαφορετικές διαδρομές και όχι μία μόνο– μια πορεία από τη σχετική ηρεμία προς την κλιμάκωση, την κορύφωση και την αποκλιμάκωση, χρησιμοποιώντας σχεδόν αποκλειστικά τέσσερις νότες, από Λα έως Ρε (το Μι χρησιμοποιείται επιλεκτικότατα, και το Σολ μόνο ποικιλματικά) και με τα περισσότερα μοτίβα να διαφέρουν ελάχιστα το καθένα από το προηγούμενό του.
Τον ακούμε οχτώ φορές, στις εξής καταγραφές:
 –στον δίσκο του Σ. Καρά, με τίτλο «Πεντοζάλης και Πηδηχτός», στο δεύτερο μέρος της ηχογράφησης (μετά το 1'30'' περίπου – το πρώτο μέρος είναι Πεντοζάλης)·
–στον δίσκο του Ντίτριχ, με τίτλο «Malevizítiko» (εδώ να σημειωθεί ότι στους κατά τα άλλα σημαντικότατους δίσκους του Ντίτριχ παρατηρείται συστηματική αλλοίωση των ελληνικών ονομασιών και ανθρωπωνυμίων· προφανώς ο Μπαξές θα δήλωσε «Μαλεβιζιώτης» ή ίσως «Μαλεβιζιώτικο[ς]», όπως είναι ο πιο συνηθισμένος όρος για ένα χορό που ανήκει μεν στους πηδηχτούς, αλλά οι συνήθεις εκτελέσεις του με τη λύρα δεν έχουν, μελωδικά, σχέση με τον Πηδηχτό του Μπαξέ[5])·
–στον δίσκο Ποιμένες Αγραυλούντες, με τίτλο «Ο Μπαξές στην "Όαση" (Συναυλία 1985)», στο δεύτερο μέρος της ηχογράφησης (μετά το 3'15'' – μέχρι  εκεί είναι κοντυλιές)·
–στον προαναφερθέντα άγνωστο δίσκο, με τίτλο «Πεντοζάλης», στο δεύτερο μέρος της ηχογράφησης (από το 3'00'' περίπου – μέχρι εκεί είναι Πεντοζάλης)·
–στον δίσκο του Ψαραντώνη Νογώ, με τίτλο «Πηδηχτός»·
–στον δίσκο του περιοδικού Κρητόπολις, με τίτλο «Γρήγορος πεντοζάλης με ασκομαντούρα», στο δεύτερο μέρος της ηχογράφησης (από τα δυόμισι περίπου λεπτά – προηγούνται κοντυλιές)·
–προς την αρχή της εκπομπής της ΕΡΤ για την κατασκευή των ασκαύλων· και, τέλος,
–στο τέταρτο από τα εφτά βίντεο της σειράς Μανώλης Φαραγκουλιτάκης Μπαξές 1 έως 7 (από την εκπομπή του Γαργανουράκη).
Το αν είναι σωστός ή όχι ο τίτλος Πηδηχτός που, όχι αυθαίρετα αλλά ούτε και με σιγουριά, επιλέξαμε εδώ, και τι είδους πηδηχτός είναι, παραμένει προς διερεύνηση. Η μουσική είναι μοναδική, δηλαδή δεν ταυτίζεται ούτε μοιάζει με του Μαλεβιζιώτη (ή Καστρινού πηδηχτού), που μια φορά τον έδωσε ο Μπαξές (;) ως τίτλο, με του Γεργιανού πηδηχτού που παίζεται στην ίδια περιοχή από τους ασκομαντουράρηδες, του Ανωγειανού πηδηχτού είτε της ασκομαντούρας (που έχει καταγραφεί το 1954 από τον Σ, Μπο-Μποβί με τον Μανώλη Σταυρακάκη) είτε της λύρας (διαφορετικός, πολύ διαδεδομένος και σήμερα) που μαρτυρείται ότι παρά τη διαφορετική μουσική είναι ο ίδιος χορός με τον Γεργιανό, αλλά ούτε και του Πεντοζάλη ή γενικά κανενός γνωστού χορού.

Γ. Πεντοζάλης.
Επίσης μοτιβική σύνθεση, πολύ στοιχειωδέστερη. Ουσιαστικά αποτελείται από ένα τετράμετρο μοτίβο, που τα δύο τελευταία μέτρα του παίζονται και αυτόνομα ως ξεχωριστό μοτίβο ενώ σε διαφορετικές καταγραφές το ακούμε (το μοτίβο) σε δύο διαφορετικές παραλλαγές. Εντοπίζεται στις εξής τέσσερις καταγραφές:
 –στον δίσκο του Σ. Καρά, με τίτλο «Πεντοζάλης και Πηδηχτός», στο πρώτο μέρος της ηχογράφησης (μέχρι το 1'30'' περίπου – ακολουθεί Πηδηχτός)·
–στον άγνωστο δίσκο, με τίτλο «Πεντοζάλης», στο πρώτο μέρος της ηχογράφησης (πρώτα τρία λεπτά – ακολουθεί και πάλι Πηδηχτός)·
–στο ντοκιμαντέρ της Σαμίου Μουσικό Οδοιπορικό, στο σύντομο (περίπου μισό λεπτό) δείγμα της μαντούρας, και,
–στην εκπομπή της ΕΡΤ για την κατασκευή των ασκαύλων, με τον Αντώνη Στεφανάκη από τον γειτονικό Ζαρό (επίσης ασκομαντουράρη και κατασκευαστή, επιπλέον διακεκριμένο χορευτή, και φίλο του Μπαξέ) να χορεύει.
Ούτε εδώ ξέρω αν είναι έγκυρος ο τίτλος Πεντοζάλης, αν δηλαδή ο χορός για τον οποίο προορίζεται αυτή η μουσική είναι όντως Πεντοζάλης. Στην πραγματικότητα, δεν έχουμε καν τη βεβαιότητα ότι είναι διαφορετικό κομμάτι από τον Πηδηχτό – θα μπορούσαν να είναι άλλα μοτίβα της ίδιας σειράς. Βέβαιον είναι ότι δε θυμίζει σε τίποτε τους γνωστούς πεντοζάληδες της λύρας ή του βιολιού. Οπωσδήποτε η καταγραφή που δείχνει τον Στεφανάκη να χορεύει είναι πολύ σημαντική, δεδομένου ότι πρόκειται και για αναγνωρισμένης αξίας χορευτή, και για κοντοχωριανό συνασκομαντουράρη (άρα κατά τεκμήριο γνώστη της ίδιας παράδοσης), και για φίλο (άρα γνώστη του ρεπερτορίου του Μπαξέ)· όμως ο Στεφανάκης χορεύει μόνος και αυτοσχεδιάζει φιγούρες, χωρίς να εκτελεί τα τυπικά βήματα κάποιου συγκεκριμένου χορού. Πιθανόν κάποιος να μπορεί να «διαβάσει» ποιος χορός νοείται κάτω από αυτές τις φιγούρες, όχι όμως εγώ.

Δ. Άλλα κομμάτια.
–Στο τρίτο βίντεο της σειράς Μανώλης Φαραγκουλιτάκης Μπαξές 1 έως 7 (από την εκπομπή του Γαργανουράκη) ο Μπαξές παίζει στη μαντούρα σκοπούς συρτών. Αυτό είναι ιδιαίτερα αξιοπαρατήρητο, δεδομένου ότι τα συρτά γενικά δε φαίνονται να ανήκαν στο ρεπερτόριο των παλιών ασκομαντουράρηδων, ούτε και του ίδιου του Μπαξέ, ο οποίος, μέσα στις υπόλοιπες είκοσι καταγραφές (εκτός από αυτήν), δεν τα επέλεξε ούτε μία φορά, προτιμώντας αντ' αυτού να ξαναπαίζει τα ίδια τρία κομμάτια, ιδίως τις κοντυλιές (11 φορές) και τον Πηδηχτό (άλλες 8). Δεν ξέρω πόση σημασία έχει το γεγονός ότι εδώ παίζει μαντούρα και όχι ασκομαντούρα: κατ' αρχήν θα έλεγα καμία, αλλά το σπάνιο του πράγματος οπωσδήποτε δημιουργεί αμφιβολίες.
Πρέπει να σημειωθεί ότι στο σπικάζ της εκπομπής για την κατασκευή των ασκαύλων ακούγεται η πληροφορία (προφανώς προερχόμενη από τον ίδιο) ότι παίζει στην ασκομαντούρα πεντοζάλια, συρτά χανιώτικα, παλιές κοντυλιές. Αν όμως έλειπε η συγκεκριμένη καταγραφή, δε θα είχα αμφιβολία ότι άλλο είπε (ή ίσως άλλο εννοούσε) ο Μπαξές όταν μίλησε στους ερευνητές της εκπομπής και άλλο τελικά μεταδόθηκε: ότι δηλαδή παίζει γενικά (όχι ειδικά στην ασκομαντούρα, αλλά και στο σφυροχάμπιολο) αυτά τα κομμάτια. Πράγματι, στο σφυροχάμπιολο τον ακούμε να παίζει πολύ διαφορετικά πράγματα απ' ό,τι στην ασκομαντούρα: πολλά συρτά, κοντυλιές άλλες και διαφορετικού ύφους από αυτές της ασκομαντούρας, ακόμη και ριζίτικα. Στην ασκομαντούρα όμως περιορίζεται αυστηρά σε μελωδίες παρατακτικής δομής, είτε καθαρά μοτιβικές όπως είναι ο Πεντοζάλης κι ο Πηδηχτός είτε κοντυλιές, κάτι που άλλωστε συμφωνεί και με τη συνολική εικόνα που υπάρχει (στο περιορισμένο μέτρο που υπάρχει βέβαια) για την παλιά παράδοση της κρητικιάς ασκομαντούρας και, εξάλλου, και για τη γενικότερη (πανελλήνια) παράδοση της τσαμπούνας – τα συρτά είναι άλλου είδους συνθέσεις, μελωδικές και περιοδικής δομής.
Να όμως που η συγκεκριμένη καταγραφή το αμφισβητεί αυτό. Θα έλεγα ότι κι αυτό το ζήτημα παραμένει προς διερεύνηση, αλλά τι να διερευνήσει κανείς όταν ο Μπαξές είναι πλέον πεθαμένος; Ίσως από γνωστούς του ή από ιδιωτικές κασέτες που δεν έχουν έρθει στην επιφάνεια να μπορεί να προκύψει περισσότερο φως.
–Στον δίσκο Cretan Traditional Instruments υπάρχει το κομμάτι με τίτλο «Pentozalis apo bantoura» που δεν ταυτίζεται με κανένα από τα παραπάνω, ούτε και τους μοιάζει ως προς τη δομή (μοτιβικό πάλι, αλλά με διαφορετική διαχείριση των μοτίβων). Εδώ πρέπει να πω ευθέως ότι έχω αμφιβολίες κατά πόσο πρόκειται πράγματι για τον Μπαξέ. Στο οπισθόφυλλο αναφέρεται μεν ξεκάθαρα «Sfyrohabiolo, Bantoura: M. FARAGOULITAKIS» (υπάρχει κι ένα κομμάτι –συρτά– με σφυροχάμπιολο), αλλά ούτε η κλασική τεχνική του Μπαξέ, με την επίμονη «πάπια» στην πρώτη τρύπα, αναγνωρίζεται, ούτε καν το κούρδισμά του, που στη μαντούρα της ηχογράφησης είναι αρκετά αλλοιωμένο σε σχέση με όλες τις ασκομαντούρες και μαντούρες με τις οποίες έχει καταγραφεί ο Μπαξές. Πρόκειται για δίσκο χωρίς φυλλάδιο, με εντελώς στοιχειώδη τεκμηρίωση, χωρίς ούτε μία λέξη γραμμένη στα ελληνικά, άρα προορισμένο για τους τουρίστες (αυτό προκύπτει και από τη θεματική του –παραδοσιακά  κρητικά όργανα, αποκλειστικά οργανικές εκτελέσεις– αλλά και από το ίδιο το γεγονός ότι πωλείται σε πλοία, στο αεροδρόμιο του Ηρακλείου, σε τουριστικά καταστήματα κλπ.), και δε θα ήταν απίθανο να έχουν γίνει προχειρότητες στην έκδοση.


Συμπεράσματα

Ο καθένας θα μπορούσε να βγάλει πολλά. Ένα που είναι ολοφάνερο είναι ότι το ρεπερτόριο του Μπαξέ στην ασκομαντούρα ήταν πολύ περιορισμένο. Αυτό δεν προξενεί κατάπληξη, αν σκεφτεί κανείς τη λειτουργική και όχι ακροαματική διάσταση της παλιάς μουσικής: οι κοντυλιές καλύπτουν έναν σχετικά αργό χορό (λογικά τον Σιγανό) και την ανταλλαγή μαντινάδων (στον χορό ή και χωρίς χορό: στην τάβλα ή στην καντάδα κλπ.), ενώ με τους άλλους δύο σκοπούς έχουμε δύο ακόμη χορούς, γρήγορους, πιθανώς έναν παλιό ντόπιο πηδηχτό και τον νεωτεριστικό (χανιώτικης προέλευσης) πεντοζάλη.  Αν υποθέσουμε ότι θα υπήρχαν και μερικοί ακόμη σκοποί ειδικών χρήσεων, π.χ. του γάμου, για τα κάλαντα κλπ., που ο Μπαξές ευρισκόμενος εκτός πλαισίου δε σκέφτηκε ποτέ να τους παίξει σε κάποιον ερευνητή (γιατί να παίξουμε του γάμου αν δεν έχουμε γάμο;), μια τοπική παράδοση θα μπορούσε να είναι απολύτως επαρκής μ' αυτό το ρεπερτόριο.
 Ένα άλλο συμπέρασμα, στο οποίο θα ήθελα να μείνω γιατί έρχεται να αμφισβητήσει ορισμένες παραδοχές που θεωρούσα δεδομένες, είναι ότι ο Μπαξές φαίνεται πως έπαιζε άλλα στην ασκομαντούρα και άλλα στη μαντούρα. Οπωσδήποτε, τρεις ή τέσσερις καταγραφές με τη μαντούρα έναντι δεκαεφτά με την ασκομαντούρα είναι ένα πολύ μικρό δείγμα και τα συμπεράσματά του επισφαλή. Έστω κι έτσι όμως: Έχουμε τρεις βέβαιες καταγραφές του με τη μαντούρα και μία ακόμη με ερωτηματικά· από τις τρεις, στη μία παίζει τις γνωστές κοντυλιές αλλά προσθέτει και δύο (ή μία σε δύο παραλλαγές) που δεν έχει παίξει σε καμία από τις 9 καταγραφές, με ασκομαντούρα, της ίδιας σειράς από κοντυλιές, στην άλλη παίζει συρτά που εξήγησα γιατί προκαλούν κατάπληξη (και που επίσης δεν έχει παίξει σε καμία καταγραφή με ασκομαντούρα), και μόνο στην τρίτη παίζει τον γνωστό Πεντοζάλη του. Όσο για την τέταρτη καταγραφή, την αμφισβητούμενη, αν όντως πρόκειται για τον Μπαξέ τότε ακούμε όχι μόνο ένα κομμάτι που, και πάλι, δεν το έχει παίξει σε καμιά καταγραφή με ασκομαντούρα, αλλά επιπλέον και άλλη τεχνική στους δακτυλισμούς, άλλη τεχνική στη διαχείριση του μοτιβικού υλικού, άλλο κούρδισμα, γενικά τελείως άλλο παίξιμο.
Δεδομένου ότι τα δύο όργανα δεν παρέχουν, από την κατασκευή τους και τις μουσικές τους δυνατότητες, κανένα λόγο διαφορετικής αντιμετώπισης, καταλήγουμε ότι πιθανώς να σκεφτόταν διαφορετικά όταν βαστούσε το καθένα: πιο συντηρητικά με την ασκομαντούρα, πιο φιλοπερίεργα με τη μαντούρα.
Τέλος, παραμένει η διαπίστωση ότι μέσα σε 17 καταγραφές ασκομαντούρας (21 μαζί με τις διπλές) ούτε μία φορά δεν έπαιξε συρτά, και συμφωνεί με την άποψή μου ότι τα συρτά δεν ανήκαν στο ρεπερτόριο της ασκομαντούρας, αλλά δεν παύουμε να έχουμε και μία καταγραφή συρτών, έστω και με μαντούρα, κάτι που καθιστά την παραπάνω άποψή μου συζητήσιμη.


Και γιατί ψειρίζουμε τη μαϊμού;

Εύλογα θα διερωτηθεί κανείς ποιος ο λόγος της τόσης ανάλυσης, ιδίως μάλιστα προκειμένου για έναν μουσικό που ο τρόπος της μουσικής του σκέψης, μετά βεβαιότητος, δεν ήταν καθόλου τόσο αναλυτικός, το αντίθετο μάλιστα.
Για μένα, ο λόγος είναι να μπορούμε να παίξουμε. Η ασκομαντούρα είναι ένα πάρα πολύ άγνωστο όργανο σήμερα, παρά το εντυπωσιακό πλήθος των ασκομαντουράρηδων που έχουν γεμίσει την Κρήτη την τελευταία δεκαετία περίπου. Επαγγελματίες, ερασιτέχνες και μαθητευόμενοι θα πρέπει να ξεπερνάν κατά πολύ τους εκατό, μεταξύ των οποίων αρκετοί με ιδιαίτερα αξιόλογο επίπεδο χειρισμού του οργάνου. Σχεδόν όλοι είναι από παιδιά μέχρι το πολύ 45 ετών. Αντικειμενικά οι πιθανότητες να έχουν προλάβει κάποιον παλιό ασκομαντουράρη που να εγγραφόταν όντως στην παράδοση είναι ελάχιστες, και αυτό ακριβώς προκύπτει και ακούγοντάς τους. Με λιγοστές εξαιρέσεις, η σημερινή χρήση της ασκομαντούρας είναι σαν μιας λύρας με λιγότερες νότες αλλά πιο εντυπωσιακό ήχο: αν ένας σκοπός (συρτός ή κοντυλιά, συνήθως) χωράει στις 6 νότες του οργάνου, τον παίζω (και αν στην επόμενη αλλαγή μπει σκοπός που δε χωράει, σκαντζάρω με τη λύρα)· αν ένας χορός (μαλεβιζιώτης, πεντοζάλης...) θέλει ένταση σαν της ασκομαντούρας αλλά η μελωδία του δε χωράει στις 6 νότες, φτιάχνω μερικά καινούργια μοτίβα που να χωράνε και, πάλι, κάνω μια σύντομη σκάντζα με τον λυράρη. Από την εποχή που η ασκομαντούρα διέθετε πλήρες, αυτόνομο δικό της ρεπερτόριο και δεν αντιμετωπιζόταν σαν εντυπωσιακό όργανο αλλά σαν όχημα λόγου, χορού, επικοινωνίας, δε σώζεται σχεδόν τίποτε. Ένας τεράστιος πλούτος γνώσης έχει χαθεί, αφήνοντας μόνο ελάχιστα σκόρπια ίχνη, όπως είναι αυτά τα 3 ή 5 κομμάτια του Μπαξέ. Αυτά τα ίχνη πρέπει να μάθουμε να τα διαβάζουμε.
Ο σκοπός της ανάλυσης είναι η ερμηνεία. Τα ελάχιστα αυτά στοιχεία που διαθέτουμε, αν εξασφαλίσουμε τον ασφαλέστερο και σωστότερο δυνατό τρόπο να τα ερμηνεύσουμε, επαρκούν για να μας οδηγήσουν όχι βέβαια σ' όλο τον χαμένο πλούτο αλλά σίγουρα σε πολύ περισσότερα από ένα ρεπερτόριο συνολικής διάρκειας 10 λεπτών, όσο περίπου είναι το καταγεγραμμένο ρεπερτόριο του Μπαξέ. Αν, αντίθετα, πούμε «εκτός από τα καινούργια έχουμε και τρία παλιά κομμάτια από τον Μπαξέ, κι άλλα 3-4 από άλλους, ας κάτσω να τα μάθω κι αυτά απέξω να τα κάνω ρεπερτόριο», το μόνο που θα καταφέρουμε είναι να τα αποκόψουμε κι αυτά από το παγόβουνο του οποίου είναι η κορυφή, και να τα φέρουμε στο ίδιο ρηχό και επιφανειακό επίπεδο με τα καινούργια.




[1] Ο αναγνώστης ας μην μπερδευτεί αν 11 καταγραφές των κοντυλιών, 8 του Πηδηχτού, 4 του Πεντοζάλη και 2 άλλων κομματιών βγάζουν άθροισμα 25, ενώ έχουν μετρηθεί συνολικά 21 καταγραφές: τέσσερις από τις δισκογραφημένες καταγραφές περιλαμβάνουν από δύο κομμάτια καθεμιά (κοντυλιές και Πηδηχτό ή Πεντοζάλη και Πηδηχτό).
[2] Προσοχή, τα νούμερα μπορεί να μπερδεύουν: έντεκα κοντυλιές, έντεκα καταγραφές – απλή σύμπτωση.
[3] Δίσκος Νίκος Ξυλούρης: Τα που θυμούμαι τραγουδώ, Columbia 70158 & 832974· το τραγούδι στο ΥΤ εδώ
[4] Στεφανάκης: στο προαναφερθέν επεισόδιο της σειράς της ΕΡΤ Τα λαϊκά όργανα και η κατασκευή τους που αφορά τη φλογέρα, το σουραύλι και τη μαντούρα· επίσης στη συναυλία «Ποιμένες αγραυλούντες» που έγινε στη Γέργερη το 2006, που αποσπάσματά της (μεταξύ των οποίων οι κοντυλιές του Στεφανάκη, με τίτλο «Κοντυλιές της Νύχτας») κυκλοφόρησαν στον δίσκο Ποιμένες Αγραυλούντες στη Γέργερη, συνάντηση 1η: Τσαμπούνες του Αιγαίου (Πάρος, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κρήτη), Seistron, Α.Μ.Α. 168, 2007 (έχει ανέβει στο ΥΤ εδώ). Σηφάκης: στην εκπομπή της Δόμνας Σαμίου Μουσικό Οδοιπορικό, που ήδη αναφέρθηκε. Σταυρακάκης: στις καταγραφές του Σ. Μπο-Μποβί στην Κρήτη, που έχουν εκδοθεί στο: Μουσική καταγραφή στην Κρήτη 1953-1954 / Υλικό από την εθνομουσικολογική έρευνα του Samuel Baud-Bovy σε συνεργασία με την Αγλαΐα Αγιουτάντη και τη Δέσποινα Μαζαράκη, επιμ. Λ. Λιάβας, Αθήνα (Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών − Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο Μέλπως Μερλιέ) 2006 [Έκδοση με δίτομο βιβλίο και δύο σιντί]. Το κομμάτι με τη συγκεκριμένη κοντυλιά τιτλοφορείται «Σκοπός χυματικός (Ανώγεια)».
[5] Ένα άλλο λάθος που εμφανίζεται κάποτε στις εκδόσεις του Ντίτριχ, τουλάχιστον στη συγκεκριμένη, είναι να δίνεται σ' ένα κομμάτι του δίσκου ο τίτλος που στην πραγματικότητα ανήκει σε άλλο κομμάτι, που δεν περιλαμβάνεται στον δίσκο (αλλά που προφανώς καταγράφηκε κι αυτό). Έτσι, θα μπορούσε κανείς να υποψιαστεί ότι ίσως, κατά την καταγραφή, ο Μπαξές έπαιξε και κανονικό Μαλεβιζιώτη στο σφυροχάμπιολο (που φυσικά δεν περιλήφθηκε στον δίσκο, ο οποίος είναι αφιερωμένος στους ασκαύλους και συγκροτήθηκε από καταγραφές ενός ευρύτερου αρχείου που έχει καταρτίσει ο Ντίτριχ μέσα από καταγραφές τριών δεκαετιών), και ο τίτλος του δόθηκε από λάθος στο κομμάτι αυτό της ασκομαντούρας. Αλλά φυσικά δεν αποκλείεται και να μην υπάρχει λάθος, παρά να ονόμαζε ο ίδιος ο Μπαξές αυτό το κομμάτι αδιακρίτως Μαλεβιζιώτη ή Πηδηχτό.

Ο ασκομαντουράρης Μπαξές και το ρεπερτόριό του (1/2)

Ο Μανώλης Φαραγκουλιτάκης ή «Μπαξές» (περ. 1923-2004), από τα Βορίζ(ι)α Ηρακλείου, στην Πάνω Ρίζα, ήταν ερασιτέχνης μουσικός των κρητικών λαϊκών πνευστών: έπαιζε σφυροχάμπιολο (σουραύλι) και ασκομαντούρα (τσαμπούνα), και, όπως κάθε τσαμπουνιέρης, και μαντούρα. Αν έχω καταλάβει σωστά, το επάγγελμά του ήταν βοσκός, ενώ κατασκεύαζε και λαϊκά ξυλόγλυπτα.[1] Όπως όλοι οι μουσικοί αυτού του είδους μέχρι και τη γενιά του, έφτιαχνε ο ίδιος τα όργανά του. 

Ο Μπαξές ήταν φορέας και εκπρόσωπος μιας τέχνης που πρέπει να ήταν πάρα πολύ διαδεδομένη τουλάχιστον μέχρι τα νιάτα του. Τη συνέχισαν όμως λίγοι από τη γενιά του, και στις επόμενες η μετάδοσή της διακόπηκε σχεδόν με το μαχαίρι. Έτσι, οι σκοποί που έπαιζαν στα πνευστά οι παμπλήθεις ερασιτέχνες μουσικοί, σκοποί με τους οποίους γινόταν ο χορός, η ανταλλαγή μαντινάδων, η τελετουργία των ανεπίσημων παρεΐστικων γλεντιών, κάποτε-κάποτε ακόμη και των γάμων και των πανηγυριών –με δυο λόγια, ένα μεγάλο κεφάλαιο της μουσικής που αποτελούσε τον καμβά κάθε είδους κοινωνικής εκδήλωσης στα κρητικά χωριά– μας είναι σχεδόν άγνωστη. Σε γενικές γραμμές, κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να καταγράψει αυτούς τους μουσικούς. Υπάρχουν κάποιες ελάχιστες εξαιρέσεις, είτε ηχογραφήσεων κατά παραγγελία με σκοπό την καταγραφή και διάσωση, είτε προσωπικών βιντεοσκοπήσεων από γιορτές, είτε τηλεοπτικών εκπομπών, που σώζουν κάποια σπαράγματα αυτής της τέχνης.

Μέσα σ' αυτή τη γενική έλλειψη τεκμηρίων, ο Μπαξές αποτελεί μια φωτεινή εξαίρεση, όντας ο μοναδικός που έχει ηχογραφηθεί και βιντεοσκοπηθεί κατ' επανάληψη. Έτσι υπάρχει μια αρκετά καλή εικόνα του ρεπερτορίου και της τεχνικής του· καθώς μάλιστα  υπάρχουν πολλαπλές καταγραφές των ίδιων κομματιών, μπορούν επιπλέον να εξαχθούν συμπεράσματα και για τον τρόπο διαχείρισης της πρώτης ύλης, για το πώς δηλαδή δουλεύει τον κάθε σκοπό που στο μυαλό του υπάρχει σε μια ιδεατή στοιχειώδη μορφή αλλά στην κάθε συγκεκριμένη εκτέλεση πραγματώνεται με ορισμένα αυτοσχέδια στοιχεία. Τα στοιχεία αυτά αφορούν όχι μόνο το ξόμπλιασμα των μελωδιών αλλά, κυρίως, τη σειρά όπου παρατάσσονται, τον ρυθμό των επαναλήψεων κάθε φράσης ή κύκλου φράσεων, τον τρόπο δημιουργίας παραλλαγών για κάθε μοτίβο κλπ. – πράγματα που πολύ πιο δύσκολα θα προέκυπταν από μοναδικές καταγραφές.

Στις καταγραφές αυτές έχει αποτυπωθεί το παίξιμό του και στα δύο κύρια όργανά του, την ασκομαντούρα και το σφυροχάμπιολο. Είναι αξιοσημείωτο ότι όχι μόνο το ύφος και η τεχνική, αλλά ακόμη και το ρεπερτόριο, είναι εντελώς διακριτά μεταξύ των δύο οργάνων. Φαίνεται δηλαδή ότι κρατάει στεγανά τα όρια μεταξύ τους, χωρίς να επηρεάζεται από το ένα όταν παίζει το άλλο. Η μαντούρα, από την άλλη, είναι όργανο με λιγότερη αυτοτέλεια, αφού ουσιαστικά είναι (και αντιμετωπίζεται σαν) μια ατελής μορφή της σκομαντούρας. Η τεχνική είναι ίδια με της ασκομαντούρας (πέρα από τις προφανείς διαφορές ανάμεσα στο φύσημα με το στόμα και το φύσημα με το ασκί, και ανάμεσα στον μονό και τον διπλό αυλό), και το ρεπερτόριο έχει κανείς κάθε λόγο να θεωρεί εκ προοιμίου ότι επίσης είναι κοινό. Με τη μαντούρα είναι γνωστές πολύ λιγότερες καταγραφές του.

Εδώ θα εξεταστούν μόνο οι καταγραφές με ασκομαντούρα και μαντούρα, αφήνοντας το εντελώς διαφορετικό σφυροχάμπιολο απέξω.



Οι καταγραφές που έχουν εντοπιστεί είναι 21, από τις οποίες στις τέσσερις παίζει μαντούρα και στις υπόλοιπες ασκομαντούρα. Αναλυτικά:

Α. Δίσκοι.
1. Ένα κομμάτι με τίτλο «Πεντοζάλης και Πηδηχτός», καταγεγραμμένο από τον Σίμωνα Καρά στον δίσκο του ΣΔΕΜ Τραγούδια της Κρήτης, 1976. Σόλο ασκομαντούρα (υπάρχει και στο ΥΤ).
2-3. Δύο κομμάτια, με τίτλους «Siganós» και «Malevizítiko», καταγεγραμμένα από τον Wolf Dietrich το 1983 στον δίσκο Bagpipes of Greece που κυκλοφόρησε το 2005. Σόλο ασκομαντούρα.
4. Ένα κομμάτι με τίτλο «Ο Μπαξές στην "Όαση" (συναυλία 1985)», που περιλαμβάνεται στον 4ο από τους πέντε δίσκους της έκδοσης Ποιμένες Αγραυλούντες: Γέργερη 2006-2010. Ασκομαντούρα με συνοδεία λαούτου, κιθάρας και νταουλιού.  
5. Ένα κομμάτι με τίτλο «Πεντοζάλης», που το έχω αντιγραμμένο από ένα δίσκο που έχω χάσει δυστυχώς τα στοιχεία του. Σόλο ασκομαντούρα. (Το ανάρτησα εδώ, με τη θερμή παράκληση, όποιος το αναγνωρίσει, να με ενημερώσει για τα στοιχεία του δίσκου.)
6. Ένα κομμάτι με τίτλο «Πηδηχτός» στον δίσκο του Ψαραντώνη Νογώ, 1998. Ορχήστρα με ασκομαντούρα, λύρα, δύο λαούτα, μπουλγαρί και νταούλι. (Στο ΥΤ εδώ.)
7. Ένα κομμάτι με τίτλο «Γρήγορος πεντοζάλης με ασκομαντούρα», στον δίσκο Αυλοί και έγχορδα: μουσικοί διάλογοι της Κρήτης, που κυκλοφόρησε το 1999 με το περιοδικό Κρητόπολις και περιλαμβάνει ηχογραφήσεις από την εκδήλωση με τίτλο «Αυλοί και έγχορδα» που οργάνωσε το περιοδικό στο Ωδείο Ρεθύμνου. Σόλο ασκομαντούρα. (Στο ΥΤ εδώ.)
8. Ένα κομμάτι με τίτλο «Pentozalis apo bantoura», στον δίσκο Cretan traditional instruments. Μαντούρα με συνοδεία λαούτου.

Β. Βίντεο στο διαδίκτυο.
9-10. Μουσικό οδοιπορικό με τη Δόμνα Σαμίου – ΚΡΗΤΗ, ΗΡΑΚΛΕΙΟ (YT, Αρχείο ΕΡΤ): Εκπομπή της ΕΡΤ του 1976-1977. Ο Μπαξές καταγράφεται καθώς παίζει σόλο δύο κομμάτια, ένα με μαντούρα κι ένα με ασκομαντούρα. (Παίζει επίσης κι ένα τρίτο με το σφυροχάμπιολο.) 
11-14. Τα λαϊκά όργανα και η κατασκευή τους – ΓΚΑΙΝΤΑ, ΤΣΑΜΠΟΥΝΑ: (ΥΤ εδώ και εδώ, Αρχείο ΕΡΤ εδώ.) Εκπομπή της ΕΡΤ του 1990. Καταγράφεται η κατασκευή της τσαμπούνας από τον Μπαξέ, ο οποίος σε τέσσερα σημεία της εκπομπής ακούγεται και να παίζει, είτε δοκιμάζοντας είτε μετά την ολοκλήρωση του οργάνου. (Σε άλλο επεισόδιο της ίδιας εκπομπής, αφιερωμένο στην κατασκευή της φλογέρας, του σουραυλιού και της μαντούρας, εμφανίζεται και πάλι ο Μπαξές ως κατασκευαστής σουραυλιού, όπου και πάλι τον ακούμε και να παίζει, ενώ για τη μαντούρα εμφανίζεται ο Αντ. Στεφανάκης.) 
15. Βίντεο στο ΥΤ με τίτλο Μανόλης Φαραγκουλιτάκης ή Μπαξές Ο άφθαστος (κανάλι: Γιώργος Βιτώρος), από την εκπομπή του Γ. Βιτώρου «Κρήτη μου όμορφο νησί» που προβλήθηκε στο ΚΡΗΤΗ TV το 1992. Περίπου 12 λεπτά, που περιλαμβάνουν κυρίως συνέντευξη του Μπαξέ στον Γ. Βιτώρο· σε κάποιο σημείο παίζει κι ένα οργανικό κομμάτι με σόλο ασκομαντούρα.

16-18: Τρία από μια σειρά εφτά σύντομων βίντεο με τίτλους Μανώλης Φαραγκουλιτάκης Μπαξές 1 έως 7 (κανάλι: Admitos Mpoulgari). Από τα 7 βίντεο μας ενδιαφέρουν εδώ τα #1 και  #3 όπου παίζει μαντούρα και το #4 όπου παίζει ασκομαντούρα. Στα #2, #6 και #7 παίζει σφυροχάμπιολο, ενώ στο #5 έχει απομονωθεί το απόσπασμα με τη μουσική από την ίδια εκπομπή του Γ. Βιτώρου (1992, με τη συνέντευξη) όπως στο προαναφερθέν βίντεο. Από τα υπόλοιπα έξι βίντεο, πλην του #5, τα τέσσερα πρώτα προέρχονται από αχρονολόγητη εκπομπή του Χαράλαμπου Γαργανουράκη στο ΚΡΗΤΗ TV, ενώ τα δύο τελευταία αποτελούν ουσιαστικά μόνο ηχητικό ντοκουμέντο (επενδυμένο με άσχετη εικόνα) από κάποια ραδιοφωνική εκπομπή. Σε όλα ο Μπαξές παίζει σόλο.
Η αρχή του ίδιου μουσικού αποσπάσματος από την εκπομπή του Βιτώρου του 1992, που περιλαμβάνεται στο #5, ακούγεται και σ' ένα τρίτο βίντεο (μόνο ηχητικό ντοκουμέντο, καλυμμένο οπτικά με φωτογραφίες), με τίτλο ΑΣΚΟΜΑΝΤΟΥΡΑ-ΜΠΑΞΕΣ (κανάλι: vereris1).
19: Βίντεο με τίτλο ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΑ ΒΟΡΙΖΑ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΙΤΩΡΟΣ - ΜΕΡΟΣ 1ο (κανάλι: KOSTAS KAMPOURAKIS NEO KANALI). Το πρώτο από μια σειρά 8 δεκάλεπτων περίπου βίντεο με ολόκληρο το επεισόδιο μιας άλλης εκπομπής, του Γ. Βιτώρου και πάλι, στο ΚΡΗΤΗ TV. Η εκπομπή αρχίζει μ' ένα κομμάτι που παίζει ο Μπαξές, με συνοδεία δύο λαούτων και, για πρώτη και μόνη φορά, και με τραγούδι – τρεις συγχωριανοί του τραγουδούν μαντινάδες, με τον ένα εκ περιτροπής  να είναι πρωτοτραγουδιστής και τους άλλους δύο να επαναλαμβάνουν.
Στο 6ο μέρος της ίδιας εκπομπής ο Μπαξές παίζει κι ένα κομμάτι στο σφυροχάμπιολο, μόνος του. Το απόσπασμα με την ασκομαντούρα και τις μαντινάδες το έχει απομονώσει ο ίδιος χρήστης του ΥΤ, ανεβάζοντάς το και ξεχωριστά με τίτλο ΜΑΝΟΛΗΣ ΦΑΡΑΓΚΟΥΛΙΤΑΚΗΣ (ΜΠΑΞΕΣ) ΑΣΚΟΜΑΝΤΟΥΡΑ ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ.
20: Βίντεο με τίτλο 244 ΜΑΝΩΛΗΣ ΦΑΡΑΓΚΟΥΛΙΤΑΚΗΣ (ΜΠΑΞΕΣ) – ΣΙΓΑΝΟΣ (στο ίδιο κανάλι). Σε αχρονολόγητη Γιορτή Μελιού στα Βορίζα, που προβλήθηκε από το ΚΡΗΤΗ TV, ο Μπαξές παίζει ένα οργανικό κομμάτι με συνοδεία από τους ίδιους, όπως προηγουμένως, δύο λαουτιέρηδες. Όπως προκύπτει από άλλα αποσπάσματα της εκπομπής, που έχει αναβάσει ο ίδιος χρήστης, ο πρωταγωνιστής του μουσικού προγράμματος ήταν ο λυράρης και τραγουδιστής Γιώργης Στιβακτάκης, με σύντομες ενδιάμεσες εμφανίσεις κι άλλων τοπικών μουσικών, ένας από τους οποίους ήταν κι ο Μπαξές.
21: Βίντεο με τίτλο Ασκομαντούρα Μπαξές (κανάλι: Γιώργος Τσικουδής, ). Ηχητικό ντοκουμέντο, επενδεδυμένο οπτικά με μια νεανική φωτογραφία του Μπαξέ. Ασκομαντούρα με συνοδεία λύρας και δύο λαούτων. Από σχόλια του χρήστη που το ανέβασε μαθαίνουμε ότι προέρχεται από δίσκο με τον Ψαραντώνη, χωρίς κι ο ίδιος ο χρήστης να γνωρίζει περισσότερες λεπτομέρειες.


Ωστόσο, απ' όσο μπόρεσα να διαπιστώσω, στη δισκογραφία του Ψαραντώνη δε φαίνεται να υπάρχει άλλη συνεργασία του με τον Μπαξέ ως ασκομαντουράρη, πέρα από τον δίσκο Νογώ που ήδη αναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, 6), αν και παίζει σφυροχάμπιολο σ' άλλον ένα δίσκο του, το «Ιδαίον Άντρον» (1999). Αντίθετα, στο ίντερνετ εντοπίζεται μια αναφορά σε άλλη μια δισκογραφική εμφάνιση του Μπαξέ με ασκομαντούρα, στον συλλογικό δίσκο Υακίνθεια – Ο χορός της Πέτρας· αναζητώντας με βάση αυτό τον τίτλο, βρήκα στα ονλάιν δισκάδικα ότι ο δίσκος εμφανίζεται άλλοτε ως προσωπικός του Λουδοβίκου των Ανωγείων και άλλοτε ως συλλογικός (δεν ξέρω ποιο από τα δύο ισχύει) και με πλήρη τίτλο είτε Υακίνθεια – Ο χορός της Πέτρας – Αναφορά στον Δία είτε απλώς Μαντινάδες για τον Δία, και ότι ο τίτλος του κομματιού είναι «Ασκομπαντούρα  Ορχηστρικό  Γιώργος [??sic] Φαραγκουλιτάκης». Ο δίσκος πρέπει να είναι από τις εκδηλώσεις «Υακίνθεια 2001»: ετήσιο φεστιβάλ που διοργανώνει ο Λουδοβίκος των Ανωγείων στ' Ανώγεια, και που εκείνη τη χρονιά ήταν αφιερωμένο στον Δία. Δεν το έχω ακούσει, δεν έχω βρει αν συμμετέχει ο Ψαραντώνης (αλλά γιατί όχι, αφού πρόκειται για τον Δία), ομολογουμένως δε σκοπεύω να το αγοράσω, πάντως σκέφτομαι ότι θα μπορούσε να είναι αυτό. Αν πάλι κάνω λάθος, τότε στον δίσκο Υακίνθεια – Ο χορός της Πέτρας θα υπάρχει μία ακόμη ηχογράφηση του Μπαξέ, εικοστή δεύτερη με ασκομαντούρα και μαντούρα συνολικά, δέκατη όγδοη με ασκομαντούρα. 
(Την ίδια ηχογράφηση βρίσκουμε και σ' άλλο βίντεο, με τίτλο Ασκομαντούρα Σιγανός σκοπός, κανάλι: Jordan Eggon, επενδεδυμένη οπτικά με διάφορες φωτογραφίες ασκαύλων.)

...Συνεχίζεται στην επόμενη ανάρτηση.



[1] Κάποια βιογραφικά του στοιχεία προκύπτουν από τη συνέντευξή του στον Γιώργο Βιτώρο και από την εκπομπή του τελευταίου «Αφιέρωμα στα Βορίζια»· και τα δύο περιλαμβάνονται στα βίντεο του ΥΤ που αναφέρονται παρακάτω.

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

Ένα καρπάθικο τραγούδι, «Άρκοντες τρων και πίνουσι»

Αφορμή γι' αυτή την ανάρτηση, που μας γυρίζει για λίγο στον από ετών ξεχασμένο καρπάθικο χαρακτήρα των Καρπάθικων Ημερολογίων, είναι η λέξη ακράνης, που απαντά σ' ένα καρπάθικο δημοτικό τραγούδι, και που τη συζητεί ο Νίκος Σαραντάκος στις Λέξεις που χάνονται και στο μπλογκ του.
Οι Λέξεις που χάνονται (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2011) ξανακυκλοφόρησαν πρόσφατα ως προσφορά με την εφημερίδα Το Βήμα. Το βιβλίο περιλαμβάνει 366 λέξεις που, ενώ με τον ένα ή τον άλλο τρόπο παραμένουν ζωντανές στην ελληνική γλώσσα, ωστόσο είναι αθησαύριστες από όλα ή τα περισσότερα λεξικά της σύγχρονης ελληνικής. Για την καθεμία παρατίθεται σύντομη συζήτηση: περίπου μισή σελίδα σχετικά με την ετυμολογία και τη χρήση της λέξης.

Γράφει λοιπόν για τον ακράνη ο Σαραντάκος:

Ακράνης είναι ο φίλος, ο συμπολεμιστής, ο σύντροφος. Η λ. είναι δάνεια από το τουρκικό akran, που σημαίνει «συνομήλικος», «όμοιος»· αραβικής αρχής. Δεν ακούγεται πια στις μέρες μας, αλλά τα παλιότερα λεξικά την έχουν. Τη βρίσκουμε σε ακριτικό τραγούδι από την Κάρπαθο, όπου «κι ο Κωσταντίνος ο μικρός ας ελιανοτραούει τ' ακράνη του τ' Ανδρόνικου του νιου του παινεμένου».
Ο ακράνης αποδίδει ακριβώς το αρχαίο εταίρος, και γι' αυτό το χρησιμοποίησαν πολύ οι Καζαντζάκης-Κακριδής στις ομηρικές μεταφράσεις τους, π.χ. «σέρνει φωνή κι ανακαλέστηκε τον γκαρδιακό του ακράνη» (Ψ 179) ....κλπ. (Λέξεις... 24)


Το τραγούδι είναι αυτό. Ας σχολιάσω ότι, αντίθετα προς τα περισσότερα ακριτικά τραγούδια αλλά και προς τα περισσότερα τραγούδια της Καρπάθου, το συγκεκριμένο δεν έχει εντοπιστεί παρά μόνο στην Κάρπαθο. Στις Εκλογές του ο Ν. Πολίτης, ενώ κατά γενικό κανόνα παραθέτει τις υποθετικές αρχικές μορφές των διάφορων πανελλήνιων τραγουδιών όπως τις ανασυνέστησε βάσει των τοπικών παραλλαγών που συνέλεξε ανά τον Ελληνισμό, ειδικά γι' αυτό παραθέτει αυτούσια την καρπάθικη εκδοχή, γιατί άλλην δε βρήκε, και το σημειώνει.

Έστειλα λοιπόν ένα σχόλιο στον Σαραντάκο, ο οποίος μου έκανε την τιμή να του αφιερώσει ειδική ανάρτηση στο μπλογκ του, όπου και το σχολιάζει με τη σειρά του. Είναι το εξής:

Το αναφερόμενο καρπάθικο τραγούδι (Άρχοντες τρων και πίνουσι) αποτελεί ολοζώντανο στοιχείο της τοπικής δημοτικής παράδοσης. Στην Όλυμπο, το κατεξοχήν «παραδοσιακό» χωριό του νησιού, ήταν παλιότερα το εναρκτήριο τραγούδι των γαμήλιων γλεντιών. Σήμερα είναι το εναρκτήριο τραγούδι σχεδόν κάθε γλεντιού, είτε πρόκειται για γάμο ή βάφτιση, είτε για πανηγύρι, είτε για γλέντι μεταξύ φίλων που μπορεί να προέκυψε και απρογραμμάτιστα. Τις τελευταίες δεκαετίες αυτή του η χρήση επεκτείνεται και στα υπόλοιπα χωριά, τη λεγόμενη Κάτω Κάρπαθο.
Όμως η συγκεκριμένη λέξη, προ γενεών ήδη χαμένη από το ενεργό λεξιλόγιο των Καρπαθίων, δε λέγεται σχεδόν ποτέ. Συνήθως λένε τ’ Αντρόνικου τ’ αήττητου. Αήττητος είναι εμφανώς λέξη που δεν μπορεί να προέρχεται από δημοτικό τραγούδι.
       Είμαι της γνώμης ότι αρχικά το ακράνη του εξελήφθη ως μία λέξη, ακράνητου (ο *ακράνητος). Ύστερα, είτε λόγω άγνοιας της σημασίας και παρετυμολογικής επίδρασης είτε από απλό παράκουσμα, θα έγινε ακράτητου. Τι μπορεί να σημαίνει του Αντρόνικου τ’ ακράτητου; Μάλλον θα εννοούσε −σκέφτηκε κάποιος (υποθέτω)− «ασυγκράτητου, ορμητικού, δεινού στη μάχη». Από κει, το πέρασμα στις λέξεις ανίκητος (που δεν είμαι βέβαιος αν το έχω ακούσει) και αήττητος (που το έχω ακούσει πολλάκις) είναι εύκολο.
Ο στίχος στην παλιά μορφή, τ’ Αντρόνικου τ’ ακράνη του, ακούγεται σήμερα μόνο από ανθρώπους που ναι μεν συμμετέχουν στα παραδοσιακά γλέντια με ενεργό ρόλο, ταυτόχρονα όμως έχουν διαβάσει και Μιχαηλίδη Νουάρο ή ίσως και Νικόλαο Πολίτη, είναι δηλαδή όχι απλώς γραμματιζούμενοι αλλά σχεδόν λόγιοι. (Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της καρπάθικης κουλτούρας και ζωής είναι ότι στο γλέντι συχνά δασκάλοι, γιατροί, δικηγόροι κλπ. συμμετέχουν και συμπεριφέρονται σαν παραδοσιακοί  Έλληνες της υπαίθρου του 19ου αιώνα, με πλήρως αφομοιωμένους −εμπειρικά− τους κώδικες του προφορικού πολιτισμού.) 

Εις επίρρωσιν της τελευταίας παραγράφου, ιδού η επανεκτέλεση του καρπάθικου τραγουδιού από τη Δόμνα Σαμίου. Η Σαμίου λέει τ' ακράνη του, όπως το κατέγραψε ο Πολίτης το 1914 αλλά και ο Μπο-Μποβύ (Τραγούδια των Δωδεκανήσων) το 1938, ενώ οι σημερινοί Καρπάθιοι στην άλλη εκτέλεση, που κατέγραψα εγώ το 2005, λένε τ' αήττητου.

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

Μια ασκομαντούρα



Αυτή η ασκομαντούρα (κρητικιά τσαμπούνα) ανήκει σ' ένα φίλο μου. Την βρήκε στα κατάλοιπα του μακαρίτη του πατέρα του, σ' ένα μπαούλο μαζί με διάφορα αλλά οργανάκια (φλογέρες κλπ.). Ο μακαρίτης δεν ήταν από την Κρήτη. Ήταν ένας άνθρωπος που αγαπούσε τα πνευστά και την έψαχνε με διάφορα που έβρισκε σε ταξίδια. Η ασκομαντούρα όμως φαίνεται πως του έπεσε πιο δύσκολη, δεν μπόρεσε να τη μάθει όπως τις φλογέρες, κι έτσι την άφησε στο μπαούλο και η ύπαρξή της δεν έγινε γνωστή παρά μετά το θάνατό του.
Έτσι δεν έχουμε καμία πληροφορία για την προέλευσή της. Ο φίλος μου εκτιμά πως πρέπει να χρονολογείται γύρω στο 1980, κι εκεί τελειώνουν όλα όσα μπορούμε να ξέρουμε γι' αυτήν.

Όμως το όργανο είναι γεμάτο ιστορίες από μόνο του.

1. Η σκάφη.                                                                      




















Η σκάφη είναι από κάποιο χοντρό, πολύ βαρύ ξύλο, πελεκημένο με άκρα λιτότητα, χωρίς ίχνος στολιδιού. Οι Κρητικοί είναι από τους λίγους που συνηθίζουν να πελεκάνε περίτεχνες και ψιλολογημένες διακοσμήσεις στις τσαμπούνες τους -τους ευνοεί άλλωστε και η μονοκόμματη ξύλινη σκάφη χωρίς κέρατο-, αλλά βέβαια αυτό δε συμβαίνει πάντοτε.
Η σκάφη είναι αρκετά μεγάλη. Για να φανεί συγκριτικά το μέγεθος, ιδού μια φωτογραφία μαζί με άλλες δύο τσαμπούνες, μια καλύμνικη (πάνω αριστερά) και μια ναξιώτικη (κάτω), που και οι δύο είναι γενικά στο μέσο μέγεθος.




Οι απολήξεις των τριών οργάνων μπορεί να συσκοτίσουν το συσχετισμό μεγεθών. Ότι η κρητικιά είναι μεγαλύτερη φαίνεται στο μήκος των αυλών και στο συνολικό φάρδος. Είναι επίσης πολύ μασίφ, πελεκημένη με τρόπου που αφήνει πολύ «ψωμί» στη σκάφη, με αποτέλεσμα να είναι τόσο βαριά που θυμίζει ρόπαλο.



Στην αποπάνω φωτογραφία φαίνεται πόσο χοντρά είναι τα χείλη της καμπάνας, κι επίσης πόσο πολύ κερί έχει χρησιμοποιηθεί για να γεμίσει τα κενά. Το κερί αυτό είναι η μόνη κολλητική ουσία που χρησιμοποιούν οι τσαμπουνιέρηδες στις κατασκευές τους. Γεμίζει όλα τα κενά ανάμεσα στο ξύλο της σκάφης και τα καλάμια των αυλών, τα οποία κενά εδώ είναι μπόλικα. Ο σκοπός του κεριού είναι και να αποκλείσει τις διαρροές αέρα και να κολλήσει τα διάφορα μέρη μεταξύ τους. Αν χρειαστεί κάποια επισκευή ή αντικατάσταση, ό,τι είναι κολλημένο με κερί ξεκολλάει πολύ εύκολα, από την άλλη όμως δεν πρόκειται ποτέ να ξεκολλήσει μόνο του κατά λάθος.

2. Οι αυλοί.


Ο γενικός κανόνας είναι ότι οι 5 τρύπες των αυλών είναι ισομεγέθεις και ισαπέχουσες. Εδώ δεν είναι ακριβώς ισαπέχουσες, αλλά η απομάκρυνσή τους από τον κανόνα δεν είναι μεγάλη, κινείται μέσα στα όρια του προβλεπόμενου.
Θα φανταστεί κανείς ότι, αν οι τρύπες δεν ακολουθούν ένα αυστηρά μαθηματικό μοντέλο, το όργανο θα βγάζει φάλτσες νότες. Αυτό δεν ισχύει, για τον εξής λόγο: Προκειμένου για φυσικά υλικά με αστάθμητα όλα τα μεγέθη τους (μήκος, διαμέτρημα, πυκνότητα κλπ.), η μαθηματική ακρίβεια είναι ούτως ή άλλως αδύνατον να επιτευχθεί· κάποια μικροανωμαλία πάντα θα υπάρχει, και ο τσαμπουνιέρης εκμεταλλεύεται το περιθώριο που του αφήνουν όλες μαζί οι μικροανωμαλίες για να κουρδίσει πρακτικά. Με άλλα λόγια, αν κάπου του τα χαλάει το ύψος όπου βρίσκεται μια τρύπα, θα το διορθώσει αυξομειώνοντας το μέγεθος της τρύπας, ή με το κούρδισμα του γλωσσιδιού, ή επεμβαίνοντας στο διαμέτρημα του αυλού. Αν έκανε τις τρύπες με μαθηματική ακρίβεια, αυτό και πάλι δεν θα του εξασφάλιζε αυτόματα το σωστό κούρδισμα, αφού το εσωτερικό του αυλού δεν είναι ένας γεωμετρικά τέλειος κύλινδρος, οπότε το να επεμβαίνει στα υπόλοιπα μεγέθη για να κουρδίσει είναι κάτι που έτσι κι αλλιώς δεν αποφεύγεται.
Παρά ταύτα, στη συγκεκριμένη ασκομαντούρα υπάρχει ένα σημείο που μας απομακρύνει αισθητά από το στάνταρ. Αυτό είναι η απόσταση ανάμεσα στο τελευταίο ζευγάρι τρύπες, κάτω κάτω, και στην άκρη των αυλών. Ήδη η απόσταση που φαίνεται στο ορατό τμήμα των αυλών είναι μεγαλούτσικη· αν υπολογίσουμε ότι οι αυλοί συνεχίζουν ακόμη μερικά εκατοστά μέσα στην καμπάνα, η απόσταση μεγαλώνει ακόμα.
Έτσι το διάστημα ανάμεσα στις δύο χαμηλότερες νότες, που κανονικά είναι ένας τόνος (ας πούμε Σολ με όλες τις τρύπες κλειστές - Λα με το τελευταίο ζευγάρι ανοιχτό και τις υπόλοιπες κλειστές) αυξάνει πολύ, πλησιάζοντας προς τον ενάμιση τόνο. Αυτό διαταράσσει την κλίμακα, και δεν μπορώ να φανταστώ πώς το διαχειριζόταν ο μάστορης που την έφτιαξε και την έπαιζε. Αν το όργανο ήταν δικό μου θα άνοιγα κάτω από τις τελευταίες τρύπες άλλες δύο μικρές τρυπίτσες κουρδίσματος, μία σε κάθε αυλό, για να φέρω τη χαμηλότερη νότα εκεί που την θέλω, δηλαδή περίπου μισό τόνο ψηλότερα (σε σχέση με την επόμενη ψηλότερή της) απ' ό,τι είναι τώρα. Ο παλιός όμως δεν το έκανε. Θα είχε κάποιο λόγο. Δεν μπορώ να τον φανταστώ, αλλά πρέπει να τον σεβαστούμε.
Αυτή την ιδιορρυθμία την έχω δει και σ' άλλες παλιές ασκομαντούρες, καθώς και σε παλιές μαντούρες. Δεν την έχω συναντήσει σε κανένα όργανο που να το έχω δει να παίζεται. Πάντως δεν αποτελεί μοναδικότητα, άρα δεν πρέπει να θεωρηθεί λάθος. Είναι δε γεγονός ότι στους παραδοσιακούς κρητικούς σκοπούς της ασκομαντούρας η χαμηλότερη νότα, το ας-πούμε-Σολ (που εδώ είναι παράταιρο), χρησιμοποιείται από ελάχιστα έως καθόλου. Παρά ταύτα σ' όλους τους σημερινούς ασκομαντουράρηδες και σ' όσους παλιούς έτυχε να ηχογραφηθούν (οι οποίοι αποτελούν το μοναδικό διαθέσιμο πρότυπο και για τους καινούργιους) το διάστημα αυτό είναι τόνος, όπως ακριβώς και σ' όλες τις τσαμπούνες εκτός Κρήτης.
Η ιδιορρυθμία αυτής της απόστασης προσπαθεί να μας σφυρίξει κάποιο μυστικό σχετικά με το ρεπερτόριο και την τεχνική.

3. Τα μπιμπίκια.

Εδώ ανοίγει άλλη ιστορία. Τα μπιμπίκια της ασκομαντούρας είχαν χαλάσει. Ο κάτοχός της, ο φίλος μου, τα άλλαξε. Τα παλιά δεν τα έχω δει. Τα καινούργια τα έφτιαξε κάποιος που δεν τον γνωρίζω, αλλά που προφανώς δεν είναι παραδοσιακός κατασκευαστής, είναι κάποιος που την ψάχνει και με παραδοσιακές και με πειραματικές μεθόδους, πιθανότατα αντλώντας και από τα παραδείγματα οργάνων από άλλες παραδόσεις ή σύγχρονων.
Έφτιαξε λοιπόν ένα ζευγάρι μπιμπίκια όχι από καλάμι αλλά από μπαμπού. Το μπαμπού έχει πιο χοντρό τοίχωμα -επομένως πιο μικρό εσωτερικό διαμέτρημα-, και είναι και απείρως πιο σκληρό. 


Για να βρει το εσωτερικό κενό χρειάστηκε να τα κόψει πολύ βαθειά, σχεδόν στη μέση: βλέπουμε ότι τα κεφαλάκια των μπιμπικιών είναι σχεδόν ημικυκλικά, ενώ κανονικά είναι κύκλοι ή το πολύ πολύ κύκλοι μείον μια μικρή φέτα.
Για να μπορεί να πάλλεται ένα γλωσσίδι από τόσο σκληρό υλικό, το έχει κόψει πολύ πιο λεπτό από τα παραδοσιακά καλαμένια γλωσσίδια. Είναι τόσο λεπτά που αν ήταν καλαμένια θα ήταν μέχρις υπερβολής ευαίσθητα στην αλλαγή φυσήματος, και επιπλέον ευπαθή. Με το μπαμπού δεν υπάρχουν αυτά τα προβλήματα.
Εκεί όμως όπου κατεξοχήν φαίνεται η πιο μοντέρνα προσέγγιση αυτού του μπιμπικοποιού είναι στο ότι το γλωσσίδι δεν ενώνεται στη ρίζα του με το κυρίως μπιμπίκι, αλλά είναι ξεχωριστό κομμάτι, δεμένο εκ των υστέρων στο μπιμπίκι:


Όλα τα σύγχρονα μπιμπικόφωνα όργανα, από τις βουλγάρικες και σκοτσέζικες γκάιντες μέχρι τα κλαρινέτα, ακολουθούν αυτή τη λογική. Είναι ετερόγλωσσα, δηλαδή με το γλωσσίδι ως ξεχωριστό σώμα, και αυτό επιτρέπει στον παίχτη να έχει μεγαλύτερο έλεγχο στο κούρδισμα. Τα ομοιόγλωσσα όργανα είναι μόνο όσα παραμένουν σ' ένα παλαιινό μοντέλο κατασκευής, όπως οι ελληνικές τσαμπούνες.

Παρά ταύτα, το αποτέλεσμα δεν ήταν καλό. Τα μπαμπουδένια μπιμπίκια είναι πάρα πολύ «βαριά», απαιτούν δηλαδή τόσο πολύ αέρα για να παίξουν που σου βγαίνει η ψυχή. Ιδιαίτερα δε στην περίφημη εκτός κλίμακας χαμηλότερη νότα, αν το ήδη δυνατό φύσημα δεν είναι λίγο ακόμη πιο δυνατό, δηλ. τέρμα πλεμόνια, βγαίνει μια τσιρίδα που δεν έχει καμία σχέση ούτε με την (έστω περίεργη) κλίμακα του οργάνου ούτε με οποιαδήποτε έννοια μουσικότητας -μια απλή στριγγλιά. Ωστόσο, στο μέτρο που κατάφερνε κανείς να φυσήξεις και να βγουν σωστές νότες, αυτές ήταν εντυπωσιακά δυνατές και λαμπερές σε σχέση με μια συνηθισμένη τσαμπούνα.

4. Το τουλούμι.

Το τουλούμι είναι πολύ παλιό, καταταλαιπωρημένο. Είχε τόσες διαρροές, και από τους πόρους και από τρυπίτσες που είχαν ανοίξει, ώστε θα ήταν αδύνατο να παίξει έστω και με πιο εύκολα μπιμπίκια. Με τα σκληρά μπαμπουδένια δυο φορές αδύνατο. Χώρια που ήταν και αρκετά μικρό.
Χρειαζόταν λοιπόν ένα καινούργιο τουλούμι. Ο φίλος μού ζήτησε και του βρήκα ένα από την Κάλυμνο, το οποίο το διάλεξα σκοπίμως έτσι ώστε να είναι κατά το δυνατόν απολύτως στεγανό, μιας και θα έπρεπε να ανταποκριθεί σε πολύ απαιτητικό φύσημα λόγω των σκληρών μπιμπικιών.
Ορίστε η τσαμπούνα με το καινούργιο της τουλούμι:


Ο μάστορης που το έφτιαξε, ο Νικόλας Μίχας από το Χωριό της Καλύμνου, είναι ο ίδιος που έχει φτιάξει και την καλύμνικη τσαμπούνα που εικονίζεται σε προηγούμενη φωτογραφία. Βλέπουμε το χαρακτηριστικό καλύμνικο μασούρι / φυσηστήρι, δηλ. το επιστόμιο, που είναι ξύλινο και κωνικό.
Ακόμη και με ολοκαίνουργιο γερό ασκί, η ασκομαντούρα ήταν πάρα πολύ δύσκολο να παιχτεί. Ή τα μπαμπουδένια μπιμπίκια θέλουν ρεγουλάρισμα, ή θέλει κανονικά παραδοσιακά καλαμένια μπιμπίκια. Πάντως εντελώς αδύνατο δεν ήταν, απλώς πάρα πολύ κουραστικό. Ίσως με επίμονη εξάσκηση μπορεί κανείς να το συνηθίσει.
Το παλιό ασκί ήταν άχρηστο, κάτι λογικό αναλόγως της ηλικίας του. Ωστόσο είναι γεμάτο ενδιαφέρον  αν κάτσει κανείς να το παρατηρήσει.


Πρώτη διαπίστωση: είναι πολύ μικρό (αυτό φαίνεται καλύτερα στη φωτογραφία με τις τρεις τσαμπούνες). Προφανώς τον παίχτη δεν τον ένοιαζε να τραγουδάει ταυτόχρονα.
Δεύτερη διαπίστωση: το μασούρι είναι καλαμένιο και κυλινδρικό. Αυτό είναι κανόνας σ' ορισμένα νησιά. Σε άλλα ο κανόνας είναι το επίσης κυλινδρικό κόκκαλο (όπως στην ναξιώτικη). Στην Κρήτη δεν πρέπει να υπήρχε ποτέ κανόνας, ο καθένας όπως προτιμούσε. Και σε λίγα συγκριτικώς νησιά ο κανόνας είναι το ξύλινο κωνικό μασούρι. 
Τρίτη διαπίστωση: έτσι όπως είναι συναρμολογημένο, η τσαμπούνα κρατιέται κάτω από τον αριστερό αγκώνα. Συνήθως η συναρμολόγηση είναι αντίστροφη: το μασούρι μπαίνει στο άλλο ποδαράκι, αυτό που εδώ το βλέπουμε αδειανό, οπότε το πάνω (σε σχέση μ' αυτή τη φωτογραφία) γίνεται κάτω, και η τσαμπούνα κρατιέται στον δεξή αγκώνα, όπως δηλαδή οι άλλες δύο της ομαδικής φωτογραφίας πιο πάνω. (Να διευκρινίσουμε ότι το ασκί που βλέπουμε είναι το δέρμα ενός σχεδόν ολόκληρου κατσικιού: άκρη αριστερά είναι ο λαιμός, με το κεφάλι να λείπει και το άνοιγμα να είναι δεμένο· βλέπουμε τα δύο μπροστινά ποδαράκια, το ένα με το μασούρι και το άλλο αδειανό για να υποδεχτεί τη σκάφη· και βλέπουμε και το κορμί μέχρι λίγο πιο πριν από τα πίσω πόδια: σ' εκείνο το σημείο κόβεται, για να το βγάλουν από το κρέας, και δένεται).
Οι Κρητικοί κατά κανόνα συναρμολογούν τις τσαμπούνες τους όπως και οι περισσότεροι άλλοι νησιώτες -ενώ αντίθετα οι γκαϊτατζήδες φτιάχνουν τις γκάιντες τους ανάποδα. Έτσι οι περισσότερες τσαμπούνες παίζονται στον δεξή αγκώνα και οι περισσότερες γκάιντες στον αριστερό. Σε μερικά νησιά, όπως η Τζια και η Χίος, ισχύει ο αντίστροφος κανόνας (αριστερός αγκώνας). Ανεξάρτητα όμως από τη συναρμολόγηση, ειδικά οι Κρητικοί μερικές φορές κρατάνε τα όργανά τους ανάποδα απ' ό,τι υποδεικνύει (σύμφωνα με τη λογική των άλλων νησιών) η κατασκευή : σ' αυτό το βιντεάκι βλέπουμε μια ασκομαντούρα συναρμολογημένη σαν τη δικιά μας εδώ, που κάθε άλλος θα την κράταγε στον αριστερό αγκώνα, αλλά ο παίχτης την κρατάει στον δεξή, παρουσιάζοντας μια συνολική εικόνα που μόνο στην Κρήτη συναντιέται.
Τέταρτη διαπίστωση: είναι χιλιομπαλωμένο. Στο αδειανό ποδαράκι φαίνεται το πιο ευδιάκριτο μπάλωμα, που αποτελείται από ένα κομμάτι ξύλου. Είναι κολλημένο πάνω στο δέρμα, και από μέσα υπάρχει άλλο ένα όμοιο, κολλημένο στην άλλη όψη του δέρματος (την τριχωτή). Στο σημείο της τρύπας τα δύο κομμάτια ξύλο είναι κολλημένα μεταξύ τους.
Υπάρχουν άλλα τρία μπαλώματα, φτιαγμένα με τον παλιό παραδοσιακό τρόπο που έχω συναντήσει στη βιβλιογραφία, μου τον έχουν περιγράψει ηλικιωμένοι τσαμπουνιέρηδες από διάφορα νησιά, αλλά δεν τον είχα ξαναδεί με τα μάτια μου: με τη μέθοδο του βότσαλου.


Αυτή η φωτογραφία είναι λεπτομέρεια από ένα σημείο κοντά στο κάτω άκρο του ασκιού. Είχε ανοίξει μια τρυπίτσα εκεί όπου βλέπουμε το στρογγυλό γρομπαλάκι που μοιάζει με κουμπί. Ο ασκομαντουράρης έβαλε ένα μικρό στρογγυλό βοτσαλάκι στο σημείο της τρύπας από μέσα από το τουλούμι (έβγαλε τη σκάφη και το πέρασε από το άνοιγμά της). Από μέσα το ζούπαγε να μείνει στο ίδιο σημείο και να έρχεται εφαρμοστά στο δέρμα, κι απ' έξω το τύλιξε σφιχτά με ψιλό σπάγκο (ή πολύ γερή κλωστή), δημιουργώντας αυτό το σχήμα που βλέπουμε. Η μαύρη τελίτσα είναι το ίδιο το βότσαλο, που διακρίνεται μέσα από την τρύπα.


Δεύτερο ίδιο μπάλωμα, στο αντίστοιχο περίπου σημείο στην πίσω πλευρά του ασκιού.


Το τρίτο είναι κοντά στο μασούρι και είναι φτιαγμένο αντίστροφα: το βότσαλο είναι στην εξωτερική πλευρά και το δέσιμό του στην εσωτερική, με αποτέλεσμα τελικά το γρομπαλάκι να είναι κρυμμένο μέσα στο ασκί και να μη βλέπουμε παρά μόνο τις σούρες που δημιουργεί το δέσιμο.
Γιατί αυτό το μπάλωμα είναι ανάποδα από τα άλλα; Ο τσαμπουνιέρης προφανώς προτιμούσε να τα φτιάχνει έτσι, εσωτερικά. Στα άλλα δύο σημεία όμως δεν μπορούσε. Εδώ η τρύπα είναι αρκετά κοντά στο άνοιγμα του άλλου ποδιού, όπου δένει η σκάφη. Είχε λοιπόν τη δυνατότητα, αφαιρώντας τη σκάφη, να φέρει την εσωτερική μεριά κοντά στο άνοιγμα και να κάνει τα δεσίματά του από μέσα, σ' ένα σημείο που αν είναι πιο μακριά δεν έχει εσωτερική πρόσβαση (if you see what I mean... Καταλαβαίνω ότι τα λέω λίγο περίπλοκα αλλά πιο απλά δε γίνεται, μόνο αν το δεις τη στιγμή της διαδικασίας).
Σημειώνω ότι μερικές από τις λεπτομέρειες που ήθελα να τονίσω στις φωτογραφίες φαίνονται καλύτερα με φλας, οπότε το ασκί δείχνει πιο άσπρο, και άλλες χωρίς φλας, οπότε δείχνει πιο κίτρινο.
Παρόλο που τα ίδια τα βοτσαλάκια είναι πολύ μικρά, δημιουργούν τόσες σούρες ώστε μικραίνουν το συνολικό μέγεθος του ασκιού κατά ένα υπολογίσιμο ποσοστό. Δε θα απέκλεια το ασκί να ήταν αρχικά τόσο μεγάλο όσο σχεδόν το καινούργιο ή τα άλλα δύο της ομαδικής φωτογραφίας, και να τσουρούτεψε σταδιακά από τα μπαλώματα.
Εκτός από τις τέσσερις μπαλωμένες τρύπες, αυτή τη στιγμή το ασκί έχει κι άλλες, που καθιστούν τη χρήση του ανέφικτη. Πλέον έχει μόνο ιστορική αξία.
Αν η τσαμπούνα αποκτήθηκε γύρω στο 1980 και ήδη τότε είχε τέσσερα μπαλώματα, αυτό οδηγεί στην υποψία ότι ο μάστορης που την έφτιαξε την έπαιζε ήδη πολλά χρόνια τότε. Μέσα σε καμιά τριανταριά χρόνια αχρησίας άνοιξαν άλλες δυο-τρεις τρύπες ακόμα, έτσι μόνες τους, από την παλαιότητα. Οι άλλες τέσσερις, οι παλιές, δε θα πήραν, λέω εγώ, τουλάχιστον καμιά δεκαριά χρόνια χρήσης να γίνουν; Θα πρέπει λοιπόν να υπολογίσουμε ίσως την ηλικία του οργάνου αρκετά πιο πίσω από την εποχή της απόκτησης.
Μου κάνει εντύπωση το εξής: τα μπαλώματα έχουν γίνει από κάποιον που ολοφάνερα γνωρίζει πολύ καλά την τέχνη της κατασκευής και επισκευής τουλουμιών. Γιατί άραγε επέμενε να το μπαλώνει τρίτη και τέταρτη φορά αντί να φτιάξει ένα καινούργιο;...

5. Η βαλβίδα.

Συνήθως οι τσαμπούνες έχουν στην εσωτερική άκρη του επιστομίου κάποιο μηχανισμό που εμποδίζει τον αέρα να φύγει από το ασκί, επιτρέποντας έτσι στον τσαμπουνιέρη να φυσάει πολύ πιο ξεκούραστα και, υπό προϋποθέσεις, ακόμη και να τραγουδάει ενώ ταυτόχρονα παίζει. Αν δεν υπάρχει βαλβίδα θα πρέπει, τις υπόλοιπες στιγμές εκτός από όσες φυσάει, να κλείνει το επιστόμιο με τη γλώσσα του (ή με άλλους πιο περίπλοκους τρόπους).
Οι μηχανισμοί της βαλβίδας είναι εν μέρει παραδοσιακοί και εν μέρει αυτοσχέδιοι. Παλιά συνήθως χρησιμοοιούσαν ένα κρεμμυδόφυλο. Σήμερα αυτό έχει αντικατασταθεί από μπαλόνι, δάχτυλο πλαστικού γαντιού, ή προφυλακτικό. Άλλοι χρησιμοποιούν έτοιμες βαλβίδες από φουσκωτά στρώματα, μπουκάλες ποτών κλπ..
Εδώ ο μάστορης εφήρμοσε μια μέθοδο εντελώς παλαιού τύπου μεν, αλλά (τουλάχιστον για μένα) πρωτοφανή:


Είναι δύσκολο να φωτογραφηθεί -σαφέστερα δε γίνεται. Αυτό που βλέπουμε είναι το αδειανό πόδι όπου δένει η σκάφη, και από μέσα του να ξεπροβάλλει η εσωτερική άκρη του επιστομίου, από την οποία διακρίνεται αν προσέξετε λιγάκι καλάμι. Τα σύρματα σχηματίζουν στο στόμιο του καλαμιού ένα κλουβί, κάπως σαν εκείνο που κρατάει το φελλό της σαμπάνιας. Μέσα στο κλουβί υπάρχει ένα γκριζόμαυρο πραματάκι: είναι μια ροδέλα από χοντρό λάστιχο, κατά πάσα πιθανότητα από λάστιχο αυτοκινήτου. Είναι ένας κυκλικός δίσκος ελάχιστα μεγαλύτερος από το άκρο του καλαμένιου σωλήνα. Η ροδέλα δεν είναι πιασμένη πουθενά, χοροπηδάει ελεύθερα μέσα στον περιορισμένο χώρο του συρμάτινου κλουβιού της. Όταν ο παίχτης φυσά από το επιστόμιο, τη διώχνει, αυτή κολλάει στην άκρη του κλουβιού, και ο αέρας περνάει ανεμπόδιστα προς τα μέσα. Μόλις θελήσει να ξεκουραστεί χωρίς να σταματήσει το παίξιμο, αρκεί να ρουφήξει στιγμιαία: η ροδέλα έρχεται και κολλάει στα χείλη του καλαμιού, και μένει εκεί, εμποδίζοντας την έξοδο του αέρα, συγκρατούμενη από την πίεση που υπάρχει εσωτερικά του ασκιού. Σύμφωνα με κάποιον φυσικό κανόνα που δεν μπορώ να σκεφτώ, το παράδοξο αυτό σύστημα είναι απόλυτα αποτελεσματικό: το δοκίμασα και η εφαρμογή της ροδέλας στο καλάμι είναι τέλεια και αεροστεγής.
Κάποιος κάποτε μου είχε αναφέρει ότι την ίδια πατέντα είχε εφεύρει μόνος του ένας γκαϊτατζής. Σε τσαμπούνα δεν την έχω ξανακούσει, και ασφαλώς δεν την είχα δει άλλη φορά.
Βέβαια υπάρχει ένα πρόβλημα: οι μυτίτσες του σύρματος τραυματίζουν το δέρμα και ανοίγουν τρύπες, οπότε όλο το αεροστεγές σύστημα πάει περίπατο...

Επίλογος...

Ως ιστορικό τεκμήριο, αυτή η ασκομαντούρα αποδεικνύει εμπράκτως κάποιες πληροφορίες που ήταν γνωστές μόνο έμμεσα για τα παλιά όργανα, όπως αυτή για το βοτσαλάκι, και αποκαλύπτει κάποιες άλλες που ήταν ολωσδιόλου άγνωστες, όπως αυτή για τη βαλβίδα. Φέρει ακόμη πληροφορίες που συμφωνούν με όσα είναι ευρέως γνωστά χωρίς να τα αναιρούν ή να προσθέτουν κάτι, απλώς επιβεβαιώνοντάς τα, και τέλος ανοίγει και κάποια ερωτήματα χωρίς να μας δίνει την απάντηση, όπως κατεξοχήν στο ζήτημα του παράξενου διαστήματος ανάμεσα στις δύο χαμηλότερες νότες.
Πέρα από αυτό πρόκειται για ένα όργανο τόσο δουλεμένο και χιλιομανταρισμένο ώστε αναμφίβολα έχει περάσει μια πλούσια ζωή. Ποιος ξέρει πόσοι, ποιοι, πού και πότε το άκουσαν, το τραγούδησαν, το χόρεψαν και το γλέντησαν... Να είχε άραγε ένα κύκλο από θερμούς θιασώτες στο χωριό; Ή μήπως ο μάστοράς της, φτάνοντας κοντά στο τέλος της μακραίωνης παράδοσης της ασκομαντούρας, να είχε απομείνει μόνος του παίζοντας στο βουνό για τα οζά του, τις ραχούλες και τον εαυτό του;
Ως σημερινό όργανο πάλι, είναι έργο τουλάχιστον τριών μαστόρων: υπάρχει ο άγνωστος αρχικός Κρητικός κατασκευαστής, που το ασκί του και τα μπιμπίκια του δεν την έβγαλαν μέχρι σήμερα κι έτσι επιβιώνει μόνο η κυρίως τσαμπούνα, η σκάφη δηλαδή με τους αυλούς (συνήθως έτσι γίνεται, τα μπιμπίκια και ιδίως τα ασκιά δεν είναι για πάντα). Υπάρχει ο επίσης άγνωστος σε μένα μάστορης που έκανε τα σύγχρονα μπαμπουδένια μπιμπίκια, και υπάρχει και ο Καλύμνιος μάστορης που έκανε το ασκί. Και πάλι το όργανο δεν είναι έτοιμο να παίξει. Αν αυτός που έκανε τα μπιμπίκια δεν μπορέσει να τα ρεγουλάρει ικανοποιητικά, θα πρέπει ο ίδιος ή κάποιος άλλος να φτιάξει ξανά καινούργια μπιμπίκια. Και τότε, όταν η ασκομαντούρα θα μπορεί να βγάλει, χωρίς υπερβολικό ζόρι, τις έξι νότες της, θα ανοίξει ένα ακόμη ζήτημα: ο σημερινός της κάτοχος θα κρατήσει τις έξι νότες ως έχουν, με μια κλίμακα που είναι άγνωστο πώς χρησιμοποιόταν, και θα προσπαθήσει να ανιχνεύσει τα χαμένα μυστικά της; Ή θα προτιμήσει να κάνει άλλη μία επέμβαση, φέρνοντας την κλίμακα στο κούρδισμα που είναι σήμερα γνωστό, ώστε να παίξει αυτά που ο ίδιος ξέρει; Με άλλα λόγια, θα κάνει αυτός το βήμα προς το όργανο ή θα φέρει το όργανο ένα βήμα προς τον εαυτό του;