ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΡΠΑΘΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

Γεια σας. Στα «Καρπάθικα Ημερολόγια», που πλέον γράφονται από την Αθήνα το Ηράκλειο, δημοσιεύω σκέψεις και ιδέες που με απασχολούν και που προέρχονται από οτιδήποτε μπορεί να είδα, άκουσα, έζησα.
Για να είμαστε σύμφωνοι με τους κανόνες του παιχνιδιού, θα διατηρήσουμε την ανωνυμία μας. Ο σκοπός βέβαια δεν είναι να κρυφτούμε πίσω από ένα ψευδώνυμο για να πούμε όσα δε θα τολμούσαμε να πούμε ενυπόγραφα, γι' αυτό και κάθε σχολιαστής είναι φυσικά ελεύθερος να υπογράφει όπως θέλει, επωνύμως ή ψευδωνύμως. Ωστόσο, θέλω να μείνουμε σταθεροί σ' αυτή την έστω και σχετική ανωνυμία, δηλαδή να μη δημοσιεύουμε το όνομα του άλλου αν το ξέρουμε.
Όταν απαγορευτεί η ανωνυμία, βλέπουμε...

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2007

ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2007

[Το παρακάτω κείμενο το εκφώνησα στην εκκλησία του χωριού μας ανήμερα της 28ης, μετά τη δοξολογία. Διευκρινίζω ότι δεν επρόκειτο για σχολική εορτή -αυτή έγινε στις 26 και περιελάμβανε άλλα κείμενα.]
Στις 28 Οκτωβρίου 1940 οι Έλληνες αποφάσισαν, πρώτοι αυτοί από όλα τα έθνη, να αντισταθούν στον επεκτατισμό του ιταλογερμανικού Άξονα. Καθ’ όλη τη διάρκεια του ιταλοελληνικού και του γερμανοελληνικού πολέμου και της Κατοχής επέδειξαν ηρωικό και ανυπότακτο πνεύμα, και δοξάσαν την πατρίδα μας παγκοσμίως.

Αυτή η παγκόσμια δόξα της Ελλάδας έχει έκτοτε παρερμηνευθεί πολύ από εμάς, τους σύγχρονους Έλληνες. Στηριζόμενοι σε πλήθος πασίγνωστα ιστορικά παραδείγματα, από τους Τριακοσίους του Λεωνίδα και τους Μαραθωνομάχους, διά μέσου όλης της Αρχαιότητας και του Βυζαντίου, μέχρι την Επανάσταση του ’21 και τελικά μέχρι το ’40, βγάλαμε το συμπέρασμα ότι οι Έλληνες είναι από τη φύση τους γενναίοι και ανυπότακτοι.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερος μύθος. Σήμερα, που είναι ημέρα μνήμης και τιμής για τους πεσόντες (αλλά και τους επιζήσαντες) του ’40, ας συνειδητοποιήσουμε επιτέλους πόσο τους έχουμε υποτιμήσει: οι άνθρωποι αυτοί δε γεννήθηκαν ήρωες, όπως κανείς ποτέ δε γεννήθηκε ήρωας. Δεν παρέλαβαν τον ηρωισμό και τη γενναιότητα, έτοιμη κληρονομιά από τους ένδοξους προγόνους τους. Τον βρήκαν μέσα στις δικές τους καρδιές και μόνο. Ούτε βέβαια οι άλλοι λαοί, που επέδειξαν μικρότερο ή και καθόλου ηρωισμό απέναντι στους ίδιους κατακτητές, είναι δειλοί και αντιήρωες. Το ότι οι Έλληνες αντέδρασαν έτσι ενώ οι Γάλλοι π.χ. αλλιώς ερμηνεύεται από τις ιστορικές συνθήκες, όπως προσπαθήσαμε να καταδείξουμε προχθές στη σχολική εορτή. Σήμερα δε θα χρειαστεί να κάνουμε το ίδιο: η Ιστορία δεν είναι άγνωστη, υπάρχει γραμμένη στα βιβλία και ο καθένας μπορεί να τη μελετήσει και να βγάλει τα συμπεράσματά του.
Ας μείνουμε όμως στο θέμα του μύθου: γιατί υπάρχει, και γιατί επιμένουμε να τον συντηρούμε; Γιατί έχουμε οι Έλληνες αυτή τη συνήθεια, να αποδίδουμε τις δάφνες για το κάθε κατόρθωμα κάποιου κοντινού ή μακρινού προγόνου μας, όχι στον ίδιο, όπως του αξίζει, αλλά στο ανώνυμο και απροσδιόριστο γονίδιο του ελληνικού ηρωισμού;
Ο λόγος κατά τη γνώμη μου είναι απλός: το κάνουμε γιατί μάς κολακεύει. Μας χαϊδεύει τα αφτιά, και μας απαλλάσσει από τις δικές μας ευθύνες. Αν όλοι οι Έλληνες είναι γεννημένοι ήρωες, τότε είμαστε κι εμείς. Και δε χρειάζεται να το αποδείξουμε. Και ό,τι χρωστά η ανθρωπότητα στους Έλληνες του ’40, το χρωστά και σ’ εμάς. Όπως μας χρωστά τα φώτα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού που εξαπλώθηκε και καταύγασε όλο τον Δυτικό κόσμο, και όπως μας χρωστά τη δημοκρατία, τη φιλοσοφία, τις βάσεις των επιστημών, το ολυμπιακό ιδεώδες, το όνομα της Ευρώπης και χίλια δυο χρέη για τα οποία εμείς προσωπικά δεν κουνήσαμε το δαχτυλάκι μας.
Δεν είναι έτσι. Κανείς δε μας χρωστάει τίποτε. Εμείς είμαστε που χρωστάμε. Στους Έλληνες του ’40 χρωστάμε την ελεύθερη πατρίδα μας, χρωστάμε το χώμα που πατάμε και τον ανέφελο ουρανό που μας σκέπει, χρωστάμε ότι μας έδειξαν πώς λέει κανείς Όχι. Και επειδή η γενιά εκείνη φεύγει ή έχει ήδη φύγει, το χρέος οφείλουμε να το αποδώσουμε στα δικά μας παιδιά.
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με κάτι απλό: να μάθουμε το μάθημα που μας δίδαξαν εκείνοι. Να λέμε κι εμείς Όχι όπου πρέπει, και όχι μόνο Ναί.
Όχι λοιπόν στους μύθους που μας κολακεύουν και μας εφησυχάζουν.

ΓΛΩΣΣΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Καλησπέρα σας. Σήμερα γκρινιάζω.

Ξέρετε, υπάρχουν μερικά πράγματα που με ενοχλούν. Αρκετά ίσως. Ένα από αυτά είναι η καταστρατήγηση της γλώσσας. Δεν τραβάω κανένα κόλλημα με τη διατήρηση του ιερού γλωσσικού θησαυρού που μας κληροδότησαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι. Έτσι κι αλλιώς αυτός δεν απειλείται: ούτε στην αρχαιότητα ήσαν όλοι Όμηροι και Θουκυδίδηδες, ούτε σήμερα είναι ο καθένας υποχρεωμένος να είναι Όμηρος ή Θουκυδίδης ή έστω φιλόλογος. Μερικοί μπορεί να τους φτάνουν, και υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, που τα Ελληνικά τους είναι μουσική. Αν οι υπόλοιποι δεν ξέρουν καλή γραμματική και δεν έχουν πλούσιο λεξιλόγιο, δε χάθηκε ο κόσμος. Δεν το χρωστούσαν σε κανέναν.

Με ενοχλεί όμως να παραβιάζονται βασικές αρχές της επικοινωνίας, της αισθητικής και της κοινής λογικής, σε θέματα που δε χωράει η δικαιολογία ότι ο άλλος «δεν το ήξερε». Σας παραθέτω εδώ κάτω μία σειρά σκέψεων που έκανα τελευταία για τη χρήση της γλώσσας μας. Στην αρχική τους μορφή είχαν κυκλοφορήσει στο φόρουμ της «Άσπρης Λέξης», στη διεύθυνση http://www.asprilexi.gr/SnitzForum/default.asp.


1. Απεχθάνομαι τη φράση «φυσικός χυμός». Πρώτον, γιατί είναι παράλογη: θα ζήταγε κανείς ποτέ έναν αφύσικο χυμό; Και δεύτερον, γιατί είναι ψεύτικη, φτιαχτή. Αυτό που στα καφενεία ονομάζουμε φυσικό χυμό πορτοκάλι, στην υπόλοιπη ζωή μας το ονομάζουμε πορτοκαλάδα. Και επειδή στο καφενείο πρέπει να διευκρινίσουμε ότι δε θέλουμε πορτοκαλάδα Φάντα, υπάρχουν οι απλοί και φυσικοί τρόποι να πούμε: «Φέρτε μου μία στιφτή πορτοκαλάδα», ή «Στίψτε μου μια πορτοκαλάδα».

Όχι. Ακόμα κι έτσι δεν είναι αποδεκτό. Ο σερβιτόρος επιμένει ν’ ακούσει αυτό που επιβάλλουν οι ειδικοί γλωσσικοί κανόνες του καταστήματος. «Δηλαδή ένα φυσικό χυμό;»

Εντάξει, κέρδισες. Φυσικό χυμό θέλω.

Εκεί απειλείται η γλώσσα μας, κύριοι. Όχι όταν κάνουμε γραμματικά λάθη, ούτε όταν χρησιμοποιούμε ξένες λέξεις. Πρόβλημα με τη γλώσσα υπάρχει όταν μία λέξη που όλοι ξέρουμε τι σημαίνει την απορρίπτουμε έναντι μιας τεχνητά επιβεβλημένης που δεν ανήκει στο φυσικό, αυθόρμητο λεξιλόγιο κανενός. Ο άκρως αφύσικος «φυσικός χυμός» μού φαίνεται σαν να μου λένε: μπορεί από βρέφος να έμαθες να περπατάς με τα πόδια, όμως εδώ στο μαγαζί μας θα πρέπει να περπατάς με τα χέρια. Μπορώ ενδεχομένως να το κάνω, με λίγη εξάσκηση, αλλά γιατί; Τι και ποιον εξυπηρετεί;


Χημικός χυμός

2. Βρήκα ένα καινούργιο, στο ίδιο στιλ αλλά ακόμη χειρότερο. Ξέρετε πώς ονομάζεται το μεγάλο ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο κομμάτι τυριού (ένταμ, γκούντα κλπ.), από το οποίο ο μπακάλης μάς κόβει φέτες για τοστ; Φραντζόλα!

Μα έλεος πια! Η ετικέτα το γράφει απερίφραστα: «Ένταμ φραντζόλα». Μια φραντζόλα τυρί. Τι άλλο θα ακολουθήσει; Κανένα καρβέλι νερό, ένα τσαμπί κιμά, ένα ματσάκι καφέ;

Αυτό σηκώνει επανάσταση. Στα όπλα σύντροφοι! Δεν μπορούν να μας το κάνουν αυτό, δεν μπορούν να μας κλαδεύουν σε τέτοιο βαθμό τη γλώσσα μας. Τη χρειαζόμαστε, για να μπορούμε να συνεννοούμαστε. Αν μας την πάρουν θα μείνουμε ανάπηροι, ανήμποροι και άχρηστοι. Χωρίς αρωγή μπορούμε να ζήσουμε, με λάθος τα τελικά -ν μπορούμε να ζήσουμε, αλλά αν χάσουμε την ικανότητα να κατονομάζουμε τις τελείως στοιχειώδεις έννοιες όπως το ψωμί και το τυρί ΔΕΝ ΘΑ ΖΗΣΟΥΜΕ!!!

3. Ένα ένα μου ’ρχονται. Λοιπόν, έχετε προσέξει ότι στις ζωντανές εκπομπές ραδιοφώνου και τηλεόρασης ισχύει ένας ειδικός κώδικας με τον οποίο χαιρετιούνται οι άνθρωποι, εντελώς άγνωστος σε κάθε άλλη περίσταση του καθ’ ημέραν βίου;

«Καλό μεσημέρι, Γιώργο Ταδόπουλε». Τι καλό μεσημέρι βρε όρνιο; Οι ευχές που χρησιμοποιούνται στα Ελληνικά ως χαιρετισμοί και έχουν σχέση με τη φάση της ημέρας όπου βρισκόμαστε είναι δύο: Καλημέρα και καλησπέρα. Καμία απολύτως άλλη. Η καληνύχτα και τα καινοφανή «καλό μεσημέρι», «καλό απόγευμα» κλπ. δεν είναι χαιρετισμοί, είναι αποχαιρετισμοί. Γιατί είναι αποχαιρετισμοί; Δεν ξέρω, αλλά ζω στην Ελλάδα, μιλώ αυτή τη γλώσσα όλη μου τη ζωή και ξέρω μετά βεβαιότητος ότι αυτές οι φράσεις λέγονται στο τέλος μιας συνάντησης ή συνδιάλεξης, όχι στην αρχή.

Δηλαδή, εμφανίζεται ο καλεσμένος ή ο από τηλεφώνου ανταποκριτής ή ο συμπαρουσιαστής μιας εκπομπής, και, πριν προλάβει να ανοίξει το στόμα του, ο παρουσιαστής τον ξαποστέλνει. Αν καταδεχτούμε να επιστρέψουμε στις πραγματικές σημασίες των λέξεων και των εκφράσεων, αυτές που προκύπτουν όχι από τεχνοκρατικούς ψευτοσυλλογισμούς του τύπου «καλό + μεσημέρι = καλό μεσημέρι, ήτοι μία ευχή, άρα μία ευγενική κουβέντα» αλλά από την απλή, ταπεινή καθημερινή εμπειρία της πραγματικής ζωής που όλοι έχουμε, θα συνειδητοποιήσουμε ότι στο «Καλό μεσημέρι Γιώργο Ταδόπουλε» η μόνη λογική και εντός θέματος απάντηση είναι «Ευχαριστώ, επίσης» και να κλείσει το τηλέφωνο ή να φύγει από το στούντιο. Δηλαδή αν τον υποδέχονταν λέγοντάς του «Καληνύχτα, Γιώργο Ταδόπουλε» ή «Αντίο, Γιώργο Ταδόπουλε», τι θα όφειλε να κάνει; Αυτό δεν το είδαμε ακόμη να συμβαίνει, αλλά γιατί να το αποκλείσουμε; Η λογική δεν το απαγορεύει: «καληνύχτα» είναι μία όμορφη ευγενική ευχή για όταν είναι νύχτα, και «αντίο» σημαίνει στην ένδοξη γλώσσα του Δάντου «[πήγαινε] στο Θεό», ή λίγο πιο ελεύθερα «ο Θεός μαζί σου». Προσφυέστατο λοιπόν.

«Έχε γεια, Γιώργο Ταδόπουλε»!

Έγραφα πιο πάνω ότι το να χάσουμε την ικανότητα να εκφράζουμε στοιχειώδεις έννοιες όπως το ψωμί και το τυρί είναι επικίνδυνο. Ε, ιδού λοιπόν άλλη μία έννοια που καταστρατηγείται: ο χαιρετισμός. Και πρόκειται για τόσο βασική και στοιχειώδη έννοια, ώστε είναι πάντοτε από τις πρώτες λέξεις που μαθαίνει κανείς σε μία ξένη γλώσσα. Οι περισσότεροι άνθρωποι ξέρουν να λένε «Γεια σου» ή «Καλημέρα» σε αρκετές γλώσσες στις οποίες κατά τα άλλα δεν ξέρουν ούτε μία λέξη. Και έχουμε τώρα δημοσιογράφους, δηλαδή ανθρώπους που ο λόγος είναι η δουλειά τους και που επιπλέον βρίσκονται σε τέτοια θέση ώστε να επηρεάζουν την κοινωνία, οι οποίοι ξαφνικά ή δεν ξέρουν να χαιρετήσουν έναν άνθρωπο στη μητρική τους γλώσσα ή μας λένε εμμέσως ότι εμείς δεν ξέρουμε να το κάνουμε.

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2007

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Αν κάποιος κάνει παιδί με την αδελφή του, το παιδί του θα είναι συνάμα και ανήψι του, έτσι; Και αν το κάνει με τη μάνα του, το παιδί του θα είναι και αδέλφι του. Και αν το κάνει με την κόρη του, το παιδί του θα είναι και εγγόνι του.

Μπορείτε να το προχωρήσετε μόνοι σας και να δείτε τι θα βγει αν κάποιος κάνει παιδί με τη γιαγιά του κλπ..

Ας πιάσουμε όμως μερικές πιο ειδικές περιπτώσεις. Έστω ότι κάποιος είναι φανατικός και αμετανόητος αιμομίκτης. Κάνει με τη μάνα του μία κόρη (που είναι και αδελφή του), και ακολούθως, μόλις αυτή έλθει εις ηλικίαν, κάνει και μαζί της ένα παιδί. Τι θα του είναι; Από τον ίδιο, παιδί του. Από τη μάνα του παιδιού, αφενός εγγόνι του, αφού η μάνα του παιδιού είναι κόρη του μπαμπά, και αφετέρου ανήψι του, αφού η μάνα του παιδιού είναι συνάμα και αδελφή του μπαμπά.

Με παρακολουθείτε μέχρι εδώ; Έξοχα. Ας δούμε τώρα τις συγγένειες αυτού του παιδιού με τη μάνα του μπαμπά. Η μάνα του μπαμπά είναι προφανώς γιαγιά του παιδιού του μπαμπά, συμβαίνει όμως να είναι ταυτόχρονα και η δεύτερη γιαγιά του, αφού είναι μάνα και της μάνας του παιδιού. Επειδή όμως ο μπαμπάς είναι και παππούς του παιδιού, η διπλή γιαγιά είναι εν ταυτώ και προγιαγιά. Είναι δε, τέλος, και μεγάλη θεία του, ως μητέρα του θείου του (γιατί ο μπαμπάς είναι και θείος).

Πάμε τώρα στη μάνα του παιδιού: αυτή είναι επίσης και θεία του, ως αδελφή του μπαμπά του. Είναι ακόμη και αδελφή του, αφού ο πατέρας τους είναι ο ίδιος. Βέβαια αυτό προσδίδει στη μάνα της μάνας την πρόσθετη ιδιότητα της μεγάλης θείας του παιδιού (μάνα της θείας του). Νομίζω ότι αυτά είναι όλα.

Μια μέρα λοιπόν αυτό το παιδάκι γράφει στο σχολείο μια έκθεση με θέμα «Η οικογένειά μου». Και γράφει μέσα:

Η οικογένειά μου αποτελείται από τον μπαμπά μου, τη μαμά μου, τον παππού μου, τις δύο γιαγιάδες μου, την προγιαγιά μου, το θείο μου, τη θεία μου, δυο μεγάλες θείες μου, την αδελφή μου και εμένα. Ζούμε όλοι μαζί στο ίδιο σπίτι αλλά δεν έχουμε πρόβλημα χώρου, είμαστε μόνο τέσσερα άτομα.



Όπως έμαθα πολύ αργότερα,
το ζήτημα έχει απασχολήσει κι άλλους.

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2007

ΕΝΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΠΕΙΡΑΜΑ

Με την Τρίτη Γυμνασίου φέτος έχουμε πρόβλημα. Ψιλοείχαμε από τις προηγούμενες χρονιές μ’ αυτή την τάξη: δεν ήταν ιδιαίτερα σαματατζήδες, αλλά ως σύνολο ήσαν παντάπασιν αδιάφοροι μαθητές. Συχνά μου έδιναν την αίσθηση ότι μπαίνω σε μια άδεια αίθουσα και μιλώ στους τοίχους. Μερικά παιδιά που είναι από πάστα καλού μαθητή, σύντομα βαρέθηκαν να προσπαθούν για κάτι που δεν έχει καμία κοινωνική αναγνώριση. Θα έπαιρναν βέβαια τον καλό βαθμό, θα έπαιρναν ένα μπράβο από εμάς, αλλά κανείς από τους συμμαθητές τους δε θα έπαιζε ένα βλέφαρο μπροστά σ’ αυτό το κατόρθωμα. Έτσι κι αυτοί σιγά σιγά βούλιαξαν.

Φέτος που πάνε Τρίτη, ή, για την ακρίβεια, από τα μισά της Δευτέρας, είχαμε και κάτι επιπλέον: προστέθηκε στη σύνθεση της τάξης ένα παιδί που προερχόταν από αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος. Δε θα κάτσω να περιγράψω λεπτομερώς την περίπτωσή του, γιατί υπάρχει φόβος να τον αδικήσω. Η κεντρική ιδέα είναι ότι χαλάει την τάξη. Δημιουργεί μία διαρκή ανόητη θυμηδία, στην οποία παρασύρονται και οι επιρρεπέστεροι από τους υπόλοιπους. Το αποτέλεσμα είναι ότι στην τάξη επικρατούν τέτοιες συνθήκες ώστε η όποια προσπάθεια για ένα καλό μάθημα, εκ μέρους είτε του δασκάλου είτε των άλλων παιδιών, φαίνεται ακόμη πιο άπελπις και πιο μάταιη.

Χρειάζονται δραστικά μέτρα. Είναι μία τάξη που μπορεί εύκολα να σε εκνευρίσει και ν’ αρχίσεις να φωνάζεις ή να μοιράζεις τιμωρίες, και όλοι ξέρουμε ότι αυτό δε θα βοηθήσει σε τίποτε.
Είχα σκεφτεί ότι αυτά τα παιδιά πάσχουν από έλλειψη κινήτρου. Για ορισμένους από αυτούς το σχολείο είναι απλώς ένα βάρβαρο πρωινό ξύπνημα και ένα χασομέρι μέχρι το μεσημέρι που γυρνάνε σπίτι τους. Πιθανώς για τους μεγαλύτερους να είναι και κάτι σαν καταδίκη, που θα περάσει μεν ούτως ή άλλως όταν έρθει η ώρα της, αλλά μέχρι τότε καλύτερα να τη διασκεδάσουμε κάπως. Με αυτό το τελευταίο αναφέρομαι σε παιδιά που για τον ένα ή τον άλλο λόγο έχουν χάσει κάποιες χρονιές: άλλος είναι αλλοδαπός και μέχρι να προσαρμοστεί στο νέο γλωσσικό περιβάλλον καθυστέρησε μερικά χρόνια, άλλος έτρωγε όλη την ώρα αποβολές και έμεινε από απουσίες, κλπ.. Φυσικά, αυτοί που μας δυσκολεύουν περισσότερο είναι ακριβώς αυτοί οι τελευταίοι.
Πιστεύω γενικά (και δε διεκδικώ βέβαια την πατρότητα αυτής της εξυπνάδας) ότι το παιδί που δημιουργεί όλη την ώρα προβλήματα επιζητεί την προσοχή μας. Και όταν έχει πειστεί ότι δεν μπορεί να ελπίζει στην καλή προσοχή, το μπράβο, την αναγνώριση, καταφεύγει στο να διεκδικεί την κακή προσοχή, το μάλλωμα, ακόμη και την τιμωρία. Αν λοιπόν εγώ βρω ένα τρόπο να τον υποβοηθήσω να αποσπάσει ένα μπράβο, είναι πιθανόν να τον έχω ικανοποιημένο και να παρατήσει τις χαζομάρες. Ακόμη και με στοιχειώδεις τρόπους, όπως να ζητήσω ειδικά από αυτόν να μοιράσει τις φωτοτυπίες ή να πάει να φέρει κιμωλίες, του δείχνω ότι δεν ξεχνώ την παρουσία του, κι εκείνος αυτό είναι που θέλει. Έτσι, σιγά σιγά, πείθεται ότι η προσοχή που γυρεύει δε χρειάζεται να είναι αποκλειστικά η κακή, ότι η καλή προσοχή δεν είναι κάτι άπιαστο για κείνον, κι έτσι σταδιακά μπορεί ν’ αρχίσει να ανορθώνει την τραυματισμένη του αυτοπεποίθηση.
Πολύ όμορφη θεωρία, έτσι; Το πονηρό σημείο της είναι η λέξη «Σταδιακά». Με το να τον στείλω μια φορά για κιμωλίες δεν πρόκειται να ξεριζωθούν άξαφνα όλες οι αιτίες που τον οδηγούν σ’ αυτή τη συμπεριφορά. Ούτε και μπορώ να τον στέλνω δέκα φορές την ώρα για κιμωλίες. Θέλει υπομονή, επιμονή, ευελιξία, ευρηματικότητα, σωστό συγκερασμό επιείκειας και αυστηρότητας, κι εγώ δεν είμαι ούτε σοφός ούτε άγιος, είμαι απλώς ένας σχετικά καινούργιος δάσκαλος που ακόμη εξερευνώ τη δύσκολη και γοητευτική μας τέχνη.
Και έχουμε και άλλα παιδιά που δε μοιάζουν να επιζητούν κανενός είδους προσοχή, αλλά μοιάζουν ότι μάλλον θέλουν να την αποφύγουν. Βαριούνται που ζουν, βαριούνται που έρχονται στο σχολείο, βαριούνται που βλέπουν τη μάπα μου, και εύχονται ενδόμυχα να περιορίσουν τις επαφές μαζί μου στο ελάχιστο. Μοιάζουν να σκέφτονται: «Δε μας παρατάς; Εντάξει, ήρθα. Δε σου φτάνει; Κάνω και ησυχία, ούτε τώρα είσαι ικανοποιημένος; Άντε, την άλλη φορά θα σου φέρω και μισή άσκηση, κι ελπίζω πια να σκάσεις. Τι, τη γνώμη μου; Δεν έχω γνώμη (κι αν είχα, σιγά μη σ’ την έλεγα), δε με νοιάζει, αφήστε με ήσυχο.»
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *

Σε ένα από τα πρώτα μαθήματα φέτος, μπαίνω στην εν λόγω τάξη να κάνουμε Κείμενα. Μετά τα εισαγωγικά, φτάνω στο σημείο «Το πρώτο μας κείμενο θα είναι...» και πριν ολοκληρώσω, ακούω: Αχ, κύριε, όχι πάλι δημοτικό τραγούδι!
Από τα διάφορα κείμενα που ανθολογούνται στα σχολικά βιβλία, τα δημοτικά τραγούδια συγκαταλέγονται στις αγαπημένες μου κατηγορίες. Και αφού η επιλογή των κειμένων είναι στη διακριτική μου ευχέρεια, θεωρώ ότι αξίζει τον κόπο να εμμένουμε λίγο περισσότερο σ’ αυτά που μου αρέσουν, γιατί είναι πιο πιθανό να κερδίσουν οι μαθητές κάτι από το κείμενο που βλέπουν ότι παθιάζει τον άλλο παρά από ένα που ακόμη κι ο δάσκαλος το βαριέται − ή, εν πάση περιπτώσει, το αντιμετωπίζει με αμηχανία και αναγκάζεται να καταφύγει σε φιλολογίστικους σχολαστικισμούς για να αποδείξει την αξία του. Ιδού λοιπόν, διαπιστώνω ότι το πάθος που είχα εκδηλώσει στις προηγούμενες χρονιές δεν υπήρξε ιδιαίτερα μεταδοτικό. Εννοείται πως, αν με είχαν αφήσει να ολοκληρώσω τη φράση μου, θα έλεγα «Το πρώτο μας κείμενο θα είναι ένα δημοτικό τραγούδι, το Γιοφύρι της Άρτας.» Έφαγα την ψιλοψυχρολουσία μου, αλλά πάντως αφού αυτό το μάθημα είχα ετοιμάσει, αυτό θα κάναμε, πάει και τελείωσε.
Παρατήρησα όμως ότι, εν μέσω των φωνών που διαμαρτύρονταν, ακούστηκε και μία που έλεγε: «...εκτός αν μας το φέρετε να το ακούσουμε». Αχά! Να λοιπόν κάτι που τους ξυπνά. Εδώ θα πιαστώ. Πράγματι, τις προηγούμενες χρονιές, όποτε κάναμε κάποιο δημοτικό τραγούδι (ή και άλλο ποίημα που να υπάρχει σε μελοποιημένη εκδοχή, π.χ. Καββαδία) τους έφερνα να ακούσουν την ηχογράφηση, και φαίνεται πως αυτό τους άρεσε. Να αναφέρω εν παρενθέσει ότι έχω αγανακτήσει με τον τρόπο που αντιμετωπίζουν οι φιλόλογοι γενικώς τα δημοτικά τραγούδια: μοιάζουν να τα θεωρούν ποιήματα απολύτως ανάλογα και συγκρίσιμα με τα κυρίως ποιήματα, αυτά που γράφονται και διαβάζονται, και λησμονούν τελείως ότι το τραγούδι είναι άλλου είδους πράγμα. [Έχω ξανααναφερθεί, εκτενέστερα, σ’ αυτό το ζήτημα στο κείμενο για το τραγούδι του Νεκρού Αδερφού. Ρίξτε μια ματιά ύστερα.] Οπότε, το να τους το βάλω να το ακούσουν είναι το ελάχιστο που μπορώ να κάνω.
Αμ’ έλα που από το καλοκαίρι, που άδειασα το σπίτι μου εδώ για να μείνει η σπιτονοικοκυρά, δεν έχω ακόμη ανοίξει όλες μου τις κούτες; Έχω σιντί με σχεδόν οποιοδήποτε δημοτικό τραγούδι σε παραλλαγές από διάφορες περιοχές, αλλά αυτές τις μέρες αυτά τα σιντί ήταν αποθηκευμένα γύρευε πού.
Μιαν άλλη φορά, που είχαμε Ερωτόκριτο στο μάθημα, είχα ετοιμάσει, με τη συνεργασία ενός φίλου μου που έχει ωραία φωνή και ωραία κρητική προφορά, μία δική μας ηχογράφηση του συγκεκριμένου αποσπάσματος. Θα μπορούσα και τώρα να κάνω κάτι ανάλογο.
Μετά, σκέφτηκα κάτι καλύτερο: αν είναι να το ακούσουν από μένα, γιατί να το ηχογραφήσω; Μπορώ να φέρω κάποιο όργανο στην τάξη και να τους το παίξω λάιβ. Αλλά είναι κάπως τολμηρό να μετατρέψει κανείς το μάθημα σε συναυλία, ιδίως ενώπιον ενός κοινού με αμφίβολες αντιδράσεις.
Το βρήκα! Θα τους βάλω να το παίξουμε όλοι μαζί. Θα τους δείξω τρόπους και μέσα να παίξουν μουσική ανεξαρτήτως του αν ξέρουν ή όχι, και θα κάνουμε όλοι μαζί μία ενορχήστρωση - εκτέλεση του τραγουδιού.
Πήγα στο σχολείο κουβαλώντας σε μία τσάντα τρία βάζα με φακές, κουκιά και ρύζι, που παίζονται σαν μαράκες. Τους είπα την ιδέα μου. Μου είπαν: μα εγώ δεν ξέρω μουσική! Το είχα προβλέψει, και είχα έτοιμη την ατάκα που σκοτώνει: Όλοι οι άνθρωποι ξέρουν μουσική, θα δεις. (Υπολόγιζα ότι θα προκαλούσα αίσθηση με κάτι τέτοια.) Πρώτα τους έδειξα τη μελωδία. Ανάμεσα στις διάφορες τοπικές εκδοχές, είχα διαλέξει μία που τραγουδιέται εύκολα, σχετικά γρήγορα, και −το κυριότερο− που είναι αντιφωνική. Αντιφωνική σημαίνει ότι δε χρειάζεται να ξέρεις ή να διαβάζεις τα λόγια, αρκεί να τα ξέρω εγώ· εγώ λέω και οι άλλοι επαναλαμβάνουν. Αφού κάναμε πρόβα δυο - τρεις στροφές και το πιάσανε, προχώρησα στη μουσική υπόκρουση. Εσείς, στο τάδε σημείο θα χτυπάτε το πόδι κάτω, εσείς στο άλλο σημείο θα χτυπάτε τα χέρια, εσείς σε ένα τρίτο σημείο θα κάνετε στράκα με τα δάχτυλα, και θέλω και τρεις εθελοντές που να τα ψιλοκαταφέρνουν με το ρυθμό. Παίξαμε για λίγο αυτό το ρυθμικό σχήμα, μέχρι να το καταλάβουν. Μετά μοίρασα στους τρεις εθελοντές τα βάζα με τα όσπρια, και τους έδειξα σε ποιο σημείο τα χτυπάνε.
Όπως βλέπετε, ακολουθούσα ένα σχέδιο κλιμακούμενης επίθεσης: υποτίθεται ότι θα ξεκινάγαμε από το στάδιο «Μα τι μας βάζει να κάνουμε, μωρά είμαστε και θα βαράμε χέρια - πόδια;», και πριν το πάρουν χαμπάρι θα έπαιζαν μουσική και θα έλεγαν «Μπρε! Παίζω μουσική!».
Κάναμε δυο - τρεις στίχους πρόβα μαζί με τα χειροποδοκροτήματα και τις οσπριομαράκες. Μετά ζήτησα άλλον έναν εθελοντή. Τον πήρα κατ’ ιδίαν, και του λέω: Βγες, πήγαινε στο τάδε σημείο, βρες το αυτοκίνητό μου, είναι ξεκλείδωτο, φέρε μου το λαούτο. Α, κύριε, θα παίξετε και λαούτο; Όχι, του λέω, εσύ θα παίξεις. Ξαφνιάστηκε κάπως, αλλά πήγε και το έφερε.
Το λαούτο το είχα εκ των προτέρων κουρδίσει με ένα τρόπο ώστε να βγάζει μία συγκεκριμένη συγχορδία χωρίς να χρειάζεται να κάνεις κανένα δακτυλισμό. Απλώς έδειξα στο παιδί πώς κρατάμε την πένα, πώς βαράμε τις χορδές και σε ποιο σημείο του ρυθμού τις βαράμε, και εντάχθηκε κι αυτός στην ορχήστρα.
Είμαστε πλέον έτοιμοι να ξεκινήσουμε: ξεκινάμε πρώτα με σκέτο ρυθμό· ένα, δύο, τρία, τέσσερα, μπουμ, κλαπ, μπουμ, κλαπ, τσαφ (όσπρια), γκραν (λαούτο). Για λόγους ολίγον αστείους και ολίγον σοβαρούς, βαστάω και μια μπαγκέτα και διευθύνω. Μόλις έχουν πιάσει όλοι σχετικά καλά το ρυθμό, τραγουδώ τον πρώτο στίχο. Επαναλαμβάνουν. Δεύτερος στίχος. Τους ενθαρρύνω να τραγουδούν πιο ζωηρά, τους επαναφέρω στο ρυθμό όποτε τον χάνουν, τους λέω δεν πειράζει όταν κάνουν λάθη, και συνεχίζουμε. Τρίτος στίχος.
Μετά από μερικούς στίχους, όταν πλέον το πράγμα είναι αρκετά στρωμένο, βγάζω τον τελευταίο άσο από το μανίκι μου: την οκαρίνα. Είναι ένα πάρα πολύ μικρό όργανο, σαν καρύδι, με γλυκειά φωνή, σαν φλογέρας, στον ίδιο τόνο όπου έχω από πριν κουρδίσει και το λαούτο. Στα σημεία όπου εκείνοι επαναλαμβάνουν τα λόγια ή σε κάποια ενδιάμεσα χωρίς λόγια, παίζω οκαρίνα. Από το τίποτα έχουμε φτιάξει μια πλήρη ορχήστρα με πνευστά, έγχορδα, πολλά και ποικίλα κρουστά, και μικτή χορωδία. Δεν είναι μαγεία; Δεν είμαι ο σούπερ δάσκαλος, που μέσα από το παιχνίδι και την άρνηση της σοβαροφάνειας αποκαλύπτει στα παιδιά ανεξερεύνητους συναρπαστικούς κόσμους δημιουργικότητας και απολαυστικής γνώσης;
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *

Όχι βέβαια. Τίποτε απ’ όλα αυτά. Οι καλοί μαθητές τραγουδούσαν καλά, οι κακοί τραγουδούσαν κακά, και εκείνοι που στο μάθημα χαζογελάνε χαζογελούσαν και τώρα. Και κανείς, μέσα σε όλη αυτή τη σύνθετη προσπάθεια, δεν παρακολουθούσε τι λένε οι στίχοι − που υποτίθεται πως είναι ο βασικός σκοπός μας.

Από κάποια στιγμή και μετά περνούσα ακριβώς τόσο καλά όσο και όταν κάνω συμβατικό μάθημα με τη συγκεκριμένη τάξη, δηλαδή όχι μεν πολύ άσχημα αλλά όχι και όπως όταν παίζω μουσική με μουσικούς. Είχα την αφέλεια να πιστεύω ότι όλη αυτή η διαδικασία θα λειτουργούσε σαν μαγικό ραβδάκι, που αιφνιδίως θα άλλαζε όλη την παράδοση χαβαλέ και αδιαφορίας που τόσο καιρό με υπομονή έχουν χτίσει τα παιδιά. Δε γίνονται έτσι αυτά τα πράγματα, από τη μια στιγμή στην άλλη.

Βέβαια δεν το μετάνοιωσα. Αυτό δε σημαίνει ότι η προσπάθεια πήγε χαμένη. Ίσως, επειδή δεν τους έχει ξανατύχει να τους ζητάει ο φιλόλογος να κοπανάνε τα πόδια τους, να μην ήξεραν πώς να αντιδράσουν και να κατέφυγαν στις γνωστές και σίγουρες αντιδράσεις (χαζόγελα κλπ.). Υπάρχει πάντα μία ισχυρή πιθανότητα να έλαβαν ένα ερέθισμα με αποτελέσματα βραδυφλεγή, όχι άμεσα. Το θεωρώ εντελώς απίθανο να μην τους άρεσε ΚΑΘΟΛΟΥ η μουσική, να μην τους έκανε καν λίγη εντύπωση. Απλώς, θέλει υπομονή. Σε λίγο καιρό θα το ξανακάνουμε, ή θα κάνουμε κάτι άλλο (ίσως με θέατρο, με ζωγραφική, θα δούμε). Στο μεταξύ θα συνεχίσω να τους στέλνω για κιμωλίες, θα προσπαθήσω να μην ορύομαι πολύ συχνά, θα τιμωρώ και λίγο όπου κρίνω ότι χρειάζεται (γιατί κι αυτό είναι κάτι που το θέλουν: οι μαθητές δεν αγαπούν την ασυδοσία. Ναι μεν κοιτάνε να κάνουν αυτό που απαγορεύεται, αλλά εν μέρει το κάνουν επειδή ακριβώς απαγορεύεται. Αν επιτραπούν όλα η ζωή γίνεται μια νερόβραστη σούπα.), και βλέπουμε. Ντουμ σπίρο σπέρο.
Το πιο άμεσα ενθαρρυντικό σημείο αυτής της ιστορίας ήταν ότι όλες οι άλλες τάξεις ζήλεψαν, και ήθελαν κι εκείνες.

Καλή χρονιά.

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2007

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μακρινή χώρα της Ανατολής ζούσε μία πεντάμορφη βασίλισσα. Ο άντρας της ήταν ο βασιλιάς της χώρας. Εργαζόταν σκληρά στη διακυβέρνηση του κράτους του και ήταν πολύ πλούσιος. Της είχε χτίσει ένα θαυμαστό παλάτι, με μαρμάρινες κολώνες και μεγάλες χρυσές σάλες, στρωμένες με πολύτιμα χαλιά. Η πεντάμορφη βασίλισσα ζούσε εκεί μέσα, και ο άντρας της ο βασιλιάς φρόντιζε να μην της λείψει ποτέ τίποτα, κανένα λούσο, καμία περιποίηση ή διασκέδαση. Μέχρι και του πουλιού το γάλα έβρισκες μέσα στο παλάτι.
Όμως η πεντάμορφη βασίλισσα έπληττε. Μέρα με τη μέρα έχανε το χαμόγελό της και το ροδοκόκκινο χρώμα της. Επιτέλους κάποια μέρα ο βασιλιάς το πρόσεξε. Τη ρώτησε:
−Τι έχεις, πεντάμορφη κυρά, και κλαις κι αναστενάζεις;
−Αφέντη βασιλιά, αποκρίθηκε εκείνη, βαρέθηκα. Πλήττω εδώ μέσα, στο ολόχρυσο παλάτι. Θέλω να βγω έξω, να δω τον απέραντο κόσμο. Πήγαινέ με ένα ταξίδι!*
Ο βασιλιάς, αφού σκέφτηκε πολύ, της αποκρίθηκε:
−Θα γίνει το θέλημά σου, πεντάμορφη κυρά. Θα σε στείλω ταξίδι σ’ ένα εξωτικό νησί σε μια μακρινή χώρα, κατά κει που πέφτει ο ήλιος, να δεις όλα τα θαυμαστά του κόσμου. Όμως εγώ δεν μπορώ να έρθω μαζί σου. Είμαι πολύ απασχολημένος στη διακυβέρνηση του κράτους. Θα πας με τη συνοδεία σου, και έννοια σου: εγώ θα φροντίσω τίποτα να μη σου λείψει.
Η πεντάμορφη βασίλισσα χάρηκε για το ταξίδι. Όσο για το βασιλιά που δε θα τη συνόδευε, έτσι κι αλλιώς είχε συνηθίσει να μη τον πολυβλέπει. Ξεκίνησε λοιπόν να ετοιμάζεται για το μεγάλο ταξίδι. Στο μεταξύ ο βασιλιάς αρμάτωσε μια ολόχρυση φεργάδα, που ’χε πανιά μεταξωτά, κι αντένες ασημένιες. Έβαλε ναύτες τα πιο διαλεχτά παλικάρια της χώρας, και καπετάνιο τον πιο ψημένο θαλασσόλυκο. Όταν οι ετοιμασίες ολοκληρώθηκαν, η βασίλισσα ανέβηκε στην ολόχρυση φεργάδα μαζί με τη βασιλική της συνοδεία. Σήκωσαν την άγκυρα και ξεκίνησαν.
Ταξίδεψαν και ταξίδεψαν μέσα στα σαράντα κύματα. Πέρασαν θάλασσες και πέλαγα, άφησαν πίσω τους νησιά και νησακούλια, ώσπου μια μέρα φτάσαν εκεί που πέφτει ο ήλιος, στο μεγάλο, εξωτικό νησί της μακρινής χώρας που της είχε πει ο βασιλιάς. Μόλις έφτασαν στο λιμάνι, τους υποδέχτηκαν οι απεσταλμένοι από τους άρχοντες της περιοχής. Καλωσόρισαν την πεντάμορφη βασίλισσα. Την έβαλαν σε μία άμαξα με οχτώ κάτασπρα άλογα, που τρέχαν σαν τον άνεμο, να την οδηγήσουν εκεί που θα ’μενε. Σ’ όλο το δρόμο κάλπαζαν πίσω, μπροστά και γύρω από την άμαξα αρματωμένοι καβαλάρηδες με φτερά στις περικεφαλαίες τους, που τη φύλαγαν μην της τύχει κανένα κακό.
Δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν, καμιά φορά η άμαξα με τα οχτώ κάτασπρα άλογα σταμάτησε. Ανοίγει η πόρτα, και η βασίλισσα βλέπει έναν άνθρωπο με αρχοντικά ρούχα να της κάνει βαθύ τεμενά και να της λέει:
−Πολυχρονεμένη μου βασίλισσα, πεντάμορφη κυρά της Ανατολής, καλωσόρισες στα μέρη μας. Κόπιασε να σου δείξω πού θα μένεις. Εγώ είμαι ο οικοδεσπότης σου, κι είμαι στις διαταγές σου. Έχω εντολή από τον άντρα σου, τον πολυχρονεμένο βασιλιά, να φροντίσω να μη σου λείψει τίποτα.
Κατεβαίνει η πεντάμορφη βασίλισσα από την άμαξα, ξοπίσω της κι η βασιλική της συνοδεία, γύρω τους κι οι αρματωμένοι καβαλάρηδες με τα φτερά στις περικεφαλαίες. Κοιτάζει η πεντάμορφη, τι να δει! Έναν απέραντο κήπο, με όλα τα δέντρα και τα λουλούδια της γης κι όλα τα πουλιά του ουρανού, και μέσα ένα παλάτι, εκατό φορές μεγαλύτερο από το δικό της! Ψηλοί οντάδες με μαρμάρινες σκάλες κι αλαβάστρινες κολώνες, με δρύινα πατώματα και ιστορημένα ταβάνια, και γύρω χίλια δυο άλλα χτίρια: τι μαγεριά, με τους καλύτερους μαγείρους του κόσμου, με τους άσπρους τους σκούφους, που ετοίμαζαν τα πιο σπάνια και εκλεκτά φαγιά για τους καλεσμένους, τι λουτρά με ζεστά και κρύα νερά και με σκλάβους που περιποιούνταν όσους παίρναν το λουτρό τους και τους αλείφανε με ακριβά μυρωδικά, τι σάλες του χορού πλατιές και ψηλοτάβανες, τι τραπεζαρίες λουσάτες, τι μαγαζιά με πολύτιμες πραμάτειες! Γύρω γύρω, από τις τρεις μεριές του απέραντου κήπου, ήταν ένας ψηλός καστρότοιχος με πολεμίστρες, που τις εφύλαγαν στρατιώτες αρματωμένοι σαν τους αστακούς. Και στην τέταρτη τη μεριά απλωνότανε η γαλάζια θάλασσα, με τα κύματά της και με τα ψάρια της και μ’ όλα της τα καράβια.
Η πεντάμορφη βασίλισσα έμεινε εκεί κάμποσες μέρες. Είχε κι άλλους καλεσμένους εκεί, άρχοντες και πλούσιους απ’ όλης της γης τα μέρη. Κανείς άλλος όμως δεν ήταν από βασιλική γενιά. Τη μέρα κολυμπούσανε στη θάλασσα, πλένονταν στα μαρμαρένια λουτρά, ή ψωνίζανε στα μαγαζιά με τις ακριβές πραμάτειες, και τα βράδια διασκεδάζανε στις λουσάτες τραπεζαρίες και στις σάλες του χορού, τις πλατιές και ψηλοτάβανες.
Όμως η πεντάμορφη βασίλισσα πάλι έπληττε. Είχε βαρεθεί τις πολυτέλειες, ήθελε να δει τον απέραντο κόσμο κι όχι να πάει και να κλειστεί σ’ άλλο ένα ολόχρυσο παλάτι, ας ήταν κι εκατό φορές μεγαλύτερο από αυτό που είχε στη χώρα της. Είχε μια καμαριέρα που είχε γίνει της εμπιστοσύνης της και λέγαν όλα τους τα μυστικά. Τη ρωτάει λοιπόν μια μέρα:
−Πες μου, καλή μου καμαριέρα, πώς είναι το υπόλοιπο νησί σας, έξω από τον καστρότοιχο με τις πολεμίστρες;
−Κυρά μου και βασίλισσα, της λέει η καμαριέρα, έξω από τον καστρότοιχο, εκεί που τελειώνουν τα σύνορα του παλατιού, είναι άλλα τέτοια παλάτια σαν το δικό μας, μόνο λίγο μικρότερα, με απέραντους κήπους, κι εκεί έχει άλλους καλεσμένους, πλούσιους κι αρχόντους, μα όχι τόσο σπουδαίους όσο είναι οι δικοί μας. Ύστερα έχει κι άλλα τέτοια σπίτια, μα δεν είναι πια παλάτια, που μένουν οι απλοί καλεσμένοι. Και πιο πέρα, όσο να πάει η ακρογιαλιά, είναι μικρά χάνια για τους φτωχούς καλεσμένους από τις χώρες του Βορρά, που δεν κολυμπάνε ποτέ, μόνο πίνουν όλη τη νύχτα και κοιμούνται όλη τη μέρα.
−Μα μόνο καλεσμένους έχει σ’ αυτή τη χώρα; Κι όταν φύγουν αυτοί και πάνε στις δικές τους τις χώρες, κανείς δε μένει εδώ; ρώτησε η πεντάμορφη βασίλισσα της Ανατολής.
−Κυρά μου πολυχρονεμένη, της αποκρίνεται η καμαριέρα, πώς δε μένει κανείς! Είναι όλοι αυτοί που περιποιούνται τους καλεσμένους, οι καραβοκύρηδες και οι αμαξάδες που τους πάνε και τους φέρνουν, οι ταβερναραίοι κι οι χανιτζήδες, κι οι έμποροι που τους πουλούν ακριβά ακριβά τις πραμάτειες τους.
−Όλοι δηλαδή σ’ αυτή τη χώρα, μόνο με τους καλεσμένους έχουν να κάνουν; ρώτησε η βασίλισσα.
−Όχι, κυρά μου πεντάμορφη. Όχι όλοι. Μόνο όσοι ζούνε στην ακροθαλασσιά. Μέσα στα βουνά είναι άλλοι άνθρωποι, μεροκαματιάρηδες. Αυτοί πάνε τη μέρα στα ζώα και στα χωράφια, και το βράδυ στους καφενέδες. Πίνουν τη ρακή, κι αν καμιά βραδιά έρθουν σε κέφι, βγάζουν τη λύρα και τραγουδούν και χορεύουν. Αυτοί δεν έχουν πάρε-δώσε με τους καλεσμένους. Αν ποτέ ξεπέσει κανείς ξένος στα μέρη τους, δεν του πουλούν τίποτα, μόνο τον κερνάνε. Μα και να του πουλήσουν, δεν κοιτάνε να τον κοροϊδέψουν. Μα είναι φτωχοί ανθρώποι, τα ρούχα τους είναι λερωμένα, τα χέρια τους τραχιά και τα σπίτια τους χαμηλοτάβανα. Τι σε νοιάζει εσένα γι’ αυτούς, κυρά μου της Ανατολής;
Μα της βασίλισσας της έκαμαν εντύπωση τα λόγια της καμαριέρας. Όλη τη νύχτα, μέσα στα μεταξωτά της σεντόνια και τα πουπουλένια παπλώματα, άλλο δε σκεφτόταν, μόνο όσα της είπε για τα βουνά και τους βουνίσιους, που ήταν άνθρωποι φτωχοί και λεβέντες. Και το πρωί με την αυγή, σαν έστειλε ο θεός τον αφέντη τον Ήλιο να δώσει την ημέρα στους ανθρώπους και στ’ άλλα του τα πλάσματα, έκαμε την απόφασή της. Εμάζεψε όλη της τη βασιλική συνοδεία, και τους ορμήνεψε να ντυθούν όλοι απλά· οι κόρες έβγαλαν τις ακριβές τους φορεσιές και τα χρυσά λιλιά τους, κι εβάλαν ταπεινά φορέματα· τα παλικάρια άφησαν τ’ άρματά τους· κι η ίδια η πεντάμορφη βασίλισσα έβγαλε τη χρυσή κορώνα από το κεφάλι της, έβγαλε κι απ’ τους ώμους της τη γούνα την ερμίνα, κι έμεινε μ’ ένα φορεματάκι φτωχικό, μα καθαρό και καλοσιδερωμένο. Ε τότες πια, σαν έβγαλε τα χρυσά της που λάμπανε, έλαμψε η δική της νιότη, και φάνηκε πια για τα καλά πως είναι πεντάμορφη. Μέχρι κι ο αφέντης ο Ήλιος, που βλέπει όλο τον κόσμο, σαν είδε αυτή την ομορφιά κοντοχαμήλωσε για να της κάνει ένα τεμενά. Μα ας είναι· παίρνει λοιπόν η πεντάμορφη βασίλισσα τη συνοδεία της, κι έτσι, αγνώριστοι όπως ήτανε, παίρνουνε δυο αμάξια ξύλινα −όχι πια χρυσά−, με δυο ψαρήδες το καθένα, και κινάνε να πάνε στα βουνά. Την είχε ορμηνέψει η καμαριέρα της και της είχε πει για ένα χωριό, πάνω στα βουνά στα βράχια, που είναι τα σπίτια χαμηλά μα φρεσκοασβεστωμένα, κι οι ανθρώποι είναι εκεί φτωχοί μα όλο νοικοκυραίοι, κι έχει στη μέση μια μικρή πλατεία, και στη μέση της πλατείας ένα βαθύσκιωτο πλατάνι, και στη ρίζα του πλάτανου μια βρύση με κρουσταλλένιο νερό που τρέχει μέρα-νύχτα, κι ότι είναι στον ήσκιο του πλατάνου ένα καπηλειό που κάνουν τα καλύτερα φαγιά −όχι τίποτα σπάνια πράγματα και ακριβά, μα είναι όλα παστρικά και νόστιμα. Εκεί λοιπόν ερέχτη να πάει η βασίλισσα με τη συνοδεία της, και για κει κινήσανε.
Εφτάσανε στο χωριό ψηλά στα βουνά, στα βράχια, και τα βρήκαν όλα όπως τα είχε πει στην πεντάμορφη βασίλισσα η καμαριέρα της. Εκεί ήταν η πλατεία, εκεί κι ο πλάτανος, εκεί κι η βρύση με το κρουσταλλένιο το νερό, εκεί και το καπηλειό. Και καθώς είχε πια βραδιάσει (το παραμύθι λέγεται γρήγορα, μα το ταξίδι δε γίνεται γρήγορα), το καπηλειό κι όλη η πλατεία ήταν όλο κόσμο, που είχαν γυρίσει από τις δουλειές τους κι εβγήκαν να ξεσκάσουν, άλλος να πάει βόλτα κι άλλος να πιει τη ρακή του. Σαν είδαν τους ξένους με τα ταπεινά τα φορέματα, δεν τους εγνώρισαν βέβαια πως είναι η βασίλισσα από την Ανατολή με τη συνοδεία της. Εσάστισαν όμως με την ομορφιά της. Είδαν κιόλας που οι άνθρωποι αυτοί είχαν μιαν αρχοντιά στους τρόπους τους, που φαίνονταν ότι δεν ήταν όποιοι κι όποιοι. Δώσ’ του λοιπόν κουβέντες και σούσουρο, βρε ποιοι να ’ναι αυτοί οι ξένοι, βρε ποια να ’ναι αυτή η πεντάμορφη, κάπου ευρέθη κανένας να ερχόταν από της ακροθαλασσιάς τα μέρη και να ξέρει το μυστικό, τελικά την εγνωρίσανε. Και σαν την εγνωρίσανε που ’τανε βασίλισσα, ακόμα πιο πολύ την εθαμάξανε, που κανενούς δεν έδινε διαταγές, μήτε αρματωμένους έσερνε ξοπίσω της μήτε τίποτα, μόνο μιλούσε σ’ όλους με το χαμόγελο και με τον καλό τον τρόπο.
Στο μεταξύ η βασίλισσα με τη συνοδεία της εκάτσανε σ’ ένα τραπάζι στο καπηλειό και τους φέρνανε φαγιά και τρώγανε. Ας τους αφήσουμε λοιπόν να τρώνε, κι ας δούμε σ’ ένα άλλο τραπέζι δίπλα τι γινότανε.
Εκεί καθόντανε μια άλλη παρέα και τρώγανε και πίνανε κι είχαν γιορτή μεγάλη, γιατί είχαν έρθει φίλοι τους από τα ξένα κι είχαν καιρούς και ζαμάνια να τους δουν, κι εσμίξανε ίσα ίσα εκεί στο καπηλειό, στο διπλανό τραπέζι από τη βασίλισσα. Ήταν ο Γιώργης απ’ τ’ Ανάπλι με τ’ όνομα, με τους φίλους του από το χωριό εκεί ψηλά στα βουνά στα βράχια, και με το γιο του και τη θυγατέρα του που ’χαν έρθει από τα ξένα, και μ’ ένα φίλο του γιου του. Κι είχαν χαρά μεγάλη για το αντάμωμά τους, και δώσ’ του τσούγκριζαν τις κούπες, εβίβα ο ένας, καλώς μας ήρθατε, εβίβα ο άλλος, καλώς σας ηύραμε.
Σαν είδαν να καταφτάνει η πεντάμορφη η βασίλισσα με τη συνοδεία της, εσάστισαν κι αυτοί με την ομορφάδα της και με την αρχοντιά της. Και σαν είδαν που ήρθε κι έκατσε δίπλα τους, ακόμη πιο πολύ τα ’χασαν. Και σαν εμάθαν και το μυστικό, ποια είναι η πεντάμορφη, εκεί πια εξεσπάστηκαν για τα καλά. Κι όλο αφορμές γυρεύαν να σηκώνονται και να ξανακάθονται σ’ άλλη θέση, ίσαμε που να τη δουν όλοι τους καλά και να χορτάσουν την ομορφιά της. Αμ’ χορταίνεται τέτοια ομορφιά; Και δώσ’ του να τσουγκρίζουν τις κούπες και να λένε στην υγειά της πεντάμορφης, σιγά σιγά μην τους ακούσει. Και δώσ’ του ο Γιώργης απ’ τ’ Ανάπλι, με τ’ όνομα, να λέει μια στον ένα και μια στον άλλο, «την είδα εγώ, εσένα ξανοίγει, φαίνεται θα της άρεσες», και να τους φουσκώνει τα μυαλά. Μην τα πολυλογούμε, εξεχάσαν ό,τι είχαν να πούνε και μόνο με την πεντάμορφη είχαν πια να κάνουν.
Στο μεταξύ, με το πολύ εβίβα και εβίβα και να τσουγκρίζουν τις κούπες και να τις πίνουν στο κατόπι, ήρθανε και στο κέφι κι ήθελαν να τραγουδήσουν. Και λέει ο Γιώργης απ’ τ’ Ανάπλι, με τ’ όνομα: ε, δεν πιάνετε δα και τα όργανα; Γιατί ήταν στην παρέα και παιχνιδιατόροι, ένας με το λαούτο κι άλλος με την ασκομαντούρα. Κι αυτοί, όχι που δεν είχαν όρεξη και κέφι, αμ’ έλα που εντρέπονταν; Σου λέει, ν’ αρχίσουμε τώρα εμείς τη φασαρία με την ασκομαντούρα, να τρομάξει η πεντάμορφη να φύγει και να τη χάσουμε; Λέει ο Γιώργης απ’ τ’ Ανάπλι, με τ’ όνομα, όχι, λέει, θα της αρέσει και θα ’ρθει και πιο κοντά. Λέει, όχι, δεν παίζω. Εγώ ντρέπουμαι. Βρε τι να κάνουμε, τι να κάνουμε, που κι η παρέα είχε κεφίσει, λέει, τη βρήκα τη λύση: να φωνάξουμε το Μανολιό με τη λύρα, να παίξει αυτός να βγάλει το φίδι από την τρύπα, που είναι γλυκό το όργανο και δεν τρομάζουν οι όμορφες. Στέλνουν, τον φωνάζουν, έρχεται το Μανωλιό με τη λύρα.
Στο μεταξύ η βασίλισσα με τη συνοδεία της έφαγαν κι απόφαγαν, επλήρωσαν το λογαριασμό, άφησαν κι ένα γερό μπαχτσίσι στην ταβερναριά για τα ωραία της τα φαγιά, κι ήταν για να φύγουν. Με το που ακούει η πεντάμορφη τη λύρα και το λαγούτο, ετσίτωσε τ’ αυτί της. Σιμώνει τους, μπρε, λέει, ίντα όργανο είναι τούτο; Γλυκειά φωνή που την έχει! Εκείνοι πια, σαν την είδαν κι έρχεται σιμά και τους μιλεί, εκατάπιαν τη γλώσσα τους από τη σαστιμάρα τους. Με τα πολλά της λέει ο ένας, που ’παιζε το λαούτο, κόπιασε, της λέει, κι από κοντά να τ’ ακούσεις, κι έννοια σου, δεν τις τρώμε εμείς τις όμορφες. (Εμένα μου λες, που την έτρωε όλο το βράδυ με τα μάτια, μα ας είναι.) Και πιάνει καρέκλα η πεντάμορφη, κι από κει που ’τανε για να φύγει, ξανακαθίζει δίπλα τους ακριβώς, κι άκουγε τη λύρα και γουστάριζε. Τα όργανα πια, να τους έχει πιάσει ζάλη και ταραχή! Μα δεν είναι και κάθα μέρα αυτό, να παίζεις τη λύρα στη βασίλισσα, και σε τέτοια βασίλισσα μάλιστα! Σου λέει, μας ήκουσε, μας εμίλησε, τώρα κάθισε και κοντά μας, μετά τι;
Μετά τίποτα. Έκατσεν η πεντάμορφη, άκουσε ένα τραγούδι, δυο, μετά είχε και ταξίδι να γυρίσει, σηκώνεται. Μα πριν να φύγει, έπιασε και τους εχαιρέτησεν όλους έναν έναν και τους έδωσε το χέρι. Κατόπι πια επήρε τη συνοδεία της και μην την είδατε...

**********************************************************

Περνάνε καμιά δεκαριά μέρες, και μια λαμπρή, μια κυριακή, μιαν ακριβήν ημέρα, βγαίνει αυτή περίπου η ιστορία στην εφημερίδα. Κι αν εγώ σας τα ’γραψα να μοιάζουν με παραμύθι, είναι όμως αληθινά, γιατί ήμουν εκεί και τα έζησα πρώτο χέρι (τουλάχιστον από το σημείο που φτάνουν στο χωριό· τα πιο πριν τα φαντάστηκα). Αυτό που έγραφε η εφημερίδα απείχε αρκετά από τα γεγονότα. Περιέγραφε ούτε λίγο ούτε πολύ ένα γλέντι με τη βασίλισσα, με λύρες, ασκομαντούρες, λαούτα, με τους κτηνοτρόφους του χωριού πάνω στα βουνά, στα βράχια (δεν είμαστε κτηνοτρόφοι! Δε θα ντρεπόμασταν να είμαστε, αλλά πάντως δεν είμαστε!) να της τραγουδάνε μαντινάδες τη μία πίσω από την άλλη, ενώ κάποιοι από την παρέα τής τις μετέφραζαν στα Αγγλικά και τα Γαλλικά (δεν έφτανε μόνο στη μία γλώσσα, χρειαζόταν και δεύτερη για πιο σίγουρα). Η αλήθεια είναι ότι το γλέντι έγινε, αλλά αφού είχε φύγει η βασίλισσα. Κι επειδή ένα γλέντι μόνο με... κτηνοτρόφους δεν είναι θέμα για εφημερίδα, ο δημοσιογράφος παρέτεινε την παραμονή της βασίλισσας λίγο παραπάνω, ώστε να παραστεί κι εκείνη στο γλέντι κι έτσι να γεμίσει το κεντρικό σαλόνι της εφημερίδας, μιας κι ήταν καλοκαίρι και δεν υπήρχαν ειδήσεις (αυτά ήταν πριν τις πυρκαϊές).
Μεταξύ άλλων φωτογραφιών, που ήταν σκοτεινές και μέτριες γιατί είχαν τραβηχτεί λαθραία, η μόνη καθαρή και ευκρινής ήταν μία, τυπωμένη σε τεράστιο μέγεθος, που έδειχνε την πεντάμορφη βασίλισσα μαζί με έναν από την παρέα, έναν γραφικό ντόπιο, ασπρομάλλη με αφάνα και μουστάκα, δυο κεφάλια πιο κοντό από εκείνην, σαν να είναι η Χιονάτη με έναν από τους Εφτά Νάνους. Η ίδια φωτογραφία υπήρχε, σε μικρότερο μέγεθος, και στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας. Το όνομα του ανθρώπου μνημονευόταν και στο κείμενο, μαζί με κάποιες μαντινάδες που υποτίθεται ότι είχε πει στη βασίλισσα. Αναφερόταν και το όνομα ενός άλλου ντόπιου, πάλι από την παρέα, πάλι με τις μαντινάδες του, αλλά χωρίς φωτογραφία. Από κάποια αβλεψία όμως, ανάμεσα στη σωρεία ανακριβειών που προσπαθούσαν να βγάλουν είδηση εκ του μη όντος, είχε αποδοθεί και μία μαντινάδα του μη εικονιζόμενου στον εικονιζόμενο. (Αφού κανείς δεν είχε πει καμία μαντινάδα δεν κατάλαβα πώς έγινε αυτό το λάθος, αλλά πάντως όλοι στο χωριό δέχονταν ότι έγινε).
Την ίδια μέρα με την κυκλοφορία της εφημερίδας, στο χωριό ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος. Εκείνος που δεν είχε βγει φωτογραφία και που του είχαν αφαιρέσει την πατρότητα της μαντινάδας, φέρεται (δεν ξέρω αν είναι αλήθεια) να έκανε δριμύτατη φραστική επίθεση στον άλλον, που είχε γίνει σταρ των πρωτοσέλιδων και των κεντρικών σαλονιών. Στη συνέχεια ο καθένας μάζεψε το λαό του και όλοι μαζί έκοψαν την καλημέρα στο λαό του αλλουνού. Ο ανιψιός του αδικημένου, για παράδειγμα, που έχει ένα καφενείο όπου αράζαμε μέρα παρά μέρα και κάναμε παρέα, ξαφνικά δε μας μίλαγε πια, θεωρώντας ότι ανήκουμε στο λαό του αδικήσαντος. Ο ίδιος ο αδικήσας αφιέρωσε όλη την ημέρα στο να ανεβοκατεβαίνει την κεντρική περαντζάδα του χωριού, περιμένοντας ποιος θα του πει «σε είδα στην εφημερίδα με τη βασίλισσα». Όταν του το έλεγαν φούσκωνε σαν το παγώνι, όταν δεν του το έλεγαν έπαιρνε ένα ύφος «ε, πες το λοιπόν!» και δε μιλούσε, περίμενε. Σε κάθε ευκαιρία παραπονιόταν για την άδικη επίθεση που υπέστη από τον άλλο. Όλο το χωριό, ή −για να μην υπερβάλλουμε− όλοι οι καφενόβιοι του χωριού, είχαν εμπλακεί στον εμφύλιο εντασσόμενοι είτε στη μία παράταξη είτε στην άλλη. Εννοείται πως η ταβερναριά και η οικογένειά της τήρησαν ουδετερότητα, αφού είχαν λάβει τζάμπα εξαιρετική διαφήμιση από το άρθρο.

Και σκέφτομαι: οι άμεσα εμπλεκόμενοι ξέρουν πολύ καλά ότι το άρθρο γράφει αρλούμπες. Επίσης ξέρουν ότι δεν το έγραψε κανείς από τους δυο τους, ώστε να έχει λόγο να μειώσει τον άλλον. Και όμως τσιμπάνε! Θεωρούν ότι θίγονται, ή ότι ανεβαίνουν (ή ότι ανεβαίνει ο άλλος εις βάρος τους). Είναι βέβαια λογικό, δεδομένου ότι ούτε κάθε μέρα βλέπουν βασίλισσες, ούτε κάθε μέρα βλέπουν το χωριό τους στο κεντρικό άρθρο κυριακάτικης εφημερίδας πανελλήνιας κυκλοφορίας, πόσο μάλλον το όνομά τους, και μάλιστα τις μαντινάδες τους, και, η κορωνίδα όλων, τη φωτογραφία τους (ο ένας δηλαδή) μαζί με τη βασίλισσα, ΚΑΙ στο πρωτοσέλιδο! Εντάξει, ο καθένας θα ζαλιζόταν λίγο μ’ όλα αυτά. Το δημοσίευμα τάραξε τα νερά της ήσυχης καθημερινότητας του χωριού, έδωσε τροφή στις συζητήσεις και δουλειά στα καφενεία για μια βδομάδα (και στην ταβέρνα της πλατείας πολύ περισσότερη δουλειά: έλληνες και ξένοι τουρίστες συνέρρεαν σωρηδόν, και μετά από μερικές μέρες είχαμε και επίσκεψη του προέδρου της Μολδαυΐας −στο λόγο μου, δεν κάνω πλάκα!!! Αλλά αυτόν δεν πήγαμε να τον δούμε, ούτε μαντινάδες του μεταφράσαμε σε τρεις γλώσσες. Μετά την πεντάμορφη βασίλισσα τίποτε πια δε μας συγκινούσε.)

Και σκέφτομαι: ώστε έτσι δουλεύει ο Τύπος. Αν υπάρχει τόση σάλτσα και ανακρίβεια σ’ ένα τόσο απολύτως ασήμαντο άρθρο, και παρά ταύτα όσοι ξέρουν τα πραγματικά γεγονότα τσιμπούν, ενώ οι υπόλοιποι επίσης συγκινούνται από το θέμα μέχρι σημείου να εμπλακούν στη διχόνοια που προκλήθηκε, τι γίνεται όταν γράφουν για σημαντικά γεγονότα, εθνικής ή παγκόσμιας σημασίας, που συγκινούν (και πολύ περισσότερο) όλο τον κόσμο, όχι μόνο ένα μικρό χωριό, και που κανείς δεν τα ξέρει στις αυθεντικές τους διαστάσεις;
Μου ’ρθε ζάλη. Όχι πως δεν το ’χα ακουστά, ότι ο Τύπος ανεβοκατεβάζει κυβερνήσεις, αλλά ήταν η πρώτη φορά που είδα από κοντά πώς ακριβώς το κάνει.

* Ποιητική άδεια. Στην πραγματικότητα η Βασίλισσα δεν είναι καθόλου έξω από τον κόσμο, σαν κάτι συναδέλφους της.

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2007

ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΕΣ ΑΝΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ

Ο Νταλάρας τραγουδάει στο Ηρώδειο ρεμπέτικα τραγούδια σχετικά με το χασίσι και τα ναρκωτικά. Ποιοι θα πάνε; 

Όχι βέβαια οι καθαρόαιμοι ρεμπέτες. Αυτοί δε γουστάρουν Νταλάρα, είναι ένας εμπορικός τραγουδιστής της οκάς. Ούτε Ηρώδειο γουστάρουν, είναι για τους μικροαστούς, τους νεόπλουτους και τα ψώνια. 

Οι καθαρόαιμοι θαμώνες του Ηρωδείου επίσης δε θα πάνε. Καλό είναι το Ηρώδειο, ανεβαίνουν μερικές παραστάσεις της προκοπής –μία όαση, εδώ που τα λέμε–, αλλά τελευταία το έχουν εκχυδαΐσει τελείως. Ακούς, παίζουν χασικλήδικα! 

Επίσης, δε θα πάω εγώ. Και πολλοί άλλοι. Πάντως σίγουρα κάποιοι θα πάνε. Υποθέτω ότι χοντρά - χοντρά θα πάνε οι εξής δύο τύποι ακροατηρίου: 

1ος τύπος: τα ρεμπέτικα δεν είναι η αγαπημένη μου μουσική, αλλά τα ακούω ευχάριστα. Δεν τραβάω κανένα ζόρι με τα χασικλήδικα, επιτέλους δε ζούμε ούτε στο Μεσαίωνα ούτε επί Μεταξά. Άρα, αν είναι να πάω μια φορά σε ρεμπέτικα, ας είναι με την εγγύηση του Νταλάρα και του Ηρωδείου. 

2ος τύπος: το Ηρώδειο δεν είναι η καλύτερή μου, αλλά δεν είμαι και ιδεολογικά αντίθετος. Δεν έχω πάει και ποτέ (ή: δεν πάω συχνά), αλλά δεν ξέρεις, ίσως και να μου αρέσει. Αν είναι να πάω μια πρώτη φορά, ας είναι στα ρεμπέτικα που είναι και πιο εύπεπτα από την τραγωδία. Και στο κάτω κάτω ο Νταλάρας είναι εγγύηση. 

Άρα, θα είναι ένα άνοιγμα προς όσους ακούν πολύ λίγο ρεμπέτικα και προς όσους πάνε πολύ λίγο στο Ηρώδειο. 

Αυτό το άνοιγμα λέγεται αλλιώς εκλαΐκευση. Δηλαδή, η εκλαΐκευση του ρεμπέτικου περνάει από το Ηρώδειο. 

Δεν είναι λίγο ανάποδο;

ΜΙΚΡΗ ΕΡΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

«Πρέπει να χωρίσουμε. Όχι, δεν έχω βρει άλλον / άλλη. Όχι, δεν έχω κανένα παράπονο. Σ’ αγαπάω πάντα. Όμως αυτή η σχέση δε λειτουργεί πια. Πρέπει να χωρίσουμε. Όμως θα κατέχεις πάντα μία ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου. Άλλωστε μπορούμε να συνεχίσουμε να βλεπόμαστε, αλλά όχι ως ζευγάρι.»
Συνήθως αυτός είναι ο πρόλογος ενός κύκλου επεισοδίων που επαναλαμβάνονται με σταθερά προβλέψιμη αλληλουχία:
α) «Θέλω να χωρίσουμε» κλπ..
β) Κλάματα και οδυρμοί.
γ) Λόγοι παραμυθίας, αγκαλιές και χαδάκια.
δ) Σεξ.
ε) Προαιρετικά άλλος ένας γύρος κλάματα.
Μετά γυρίζουμε ο καθένας σπίτι του και συνεχίζουμε να διάγουμε τη ζωή των χωρισμένων. Ξαναβρισκόμαστε, και επαναλαμβάνουμε τον ίδιο κύκλο επεισοδίων. Σταδιακά, καθώς τον εμπεδώνουμε όλο και καλύτερα, αρχίζουμε να τον απλουστεύουμε. Τελικά απλώς πηδιόμαστε. Η διαφορά είναι ότι τώρα δεν είμαστε ζευγάρι.

Νέος άνδρας έχει πρόσφατα χωρίσει, και βρίσκεται σ’ αυτήν ακριβώς τη φάση. Εξακολουθούν κανονικά να πηδιούνται με την πρώην κοπέλα του, απλώς προσπαθούν να το αραιώσουν. Την πρώτη φορά αφήνουν να μεσολαβήσει μία μέρα, τη δεύτερη δύο μέρες κ.ο.κ.. Παράλληλα έχει γνωρίσει μία άλλη κοπέλα. Έχουν κάνει ένα-δύο αναγνωριστικά πηδήματα, αλλά ακόμη δεν έχουν αποφασίσει αν ενδιαφέρονται για κάτι πιο σταθερό.
Η δεύτερη κοπέλα πρόκειται να φύγει για ένα μεγάλο ταξίδι. Ο νέος άνδρας τής έχει υποσχεθεί ότι θα της γράψει κάτι κασέτες. Ως γνωστόν, μία κασέτα συχνά ισοδυναμεί με ερωτική επιστολή. Όμως έρχεται η παραμονή του ταξιδιού και ακόμη δεν έχουν συναντηθεί για να της τις δώσει. Δίνουν ραντεβού. Θα περάσει 7 το απόγευμα από το σπίτι της, να της... ευχηθεί καλό ταξίδι.
Πιο νωρίς ο νέος βρίσκεται στο σπίτι της πρώην κοπέλας του. Έχει περάσει για λίγο, όμως το λίγο γίνεται πολύ. Μπλέκει εκεί και δεν μπορεί να φύγει. Κλεφτά, από την τουαλέτα, καταφέρνει να στείλει στην άλλη μηνύματα: Άργησα, θα έρθω στις 8. Θα έρθω στις 9. Θα έρθω στις 10.
Τελικά κάποια στιγμή καταφέρνει να φύγει, τόσο βιαστικά που δεν προλαβαίνει ούτε να πλύνει την πασσαλειμμένη με κολπικά υγρά μούρη του. Φτάνει στης άλλης κατά τις 11:30, σκεπτόμενος: τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Πρωινό ξύπνημα αύριο για το ταξίδι, τι να γυρεύεις... Άσε που μυρίζω κιόλας!
Χτυπάει την πόρτα. Η κοπέλα τον υποδέχεται με τη νυχτικιά. Δεν ανάβει φώτα, δεν τον καλεί μέσα, και του μιλάει ψιθυριστά. Εκείνος διακρίνει κάποια αμηχανία.
–Ε, γεια... Σου έφερα τις κασέτες, λέει ο νέος (όπως άλλοτε ο κλεινός Γκουσγκούνης έλεγε «έφερα τα ψάρια!»).
–Ευχαριστώ. Συγγνώμη που δε σε βάζω μέσα, αλλά ε... κοιμάται ο Βαγγέλης.
Ωραία, σκέφτεται ο νέος. Κανένα ίχνος ζήλιας δεν του δαγκώνει την καρδιά. Αντίθετα, αισθάνεται ξαλαφρωμένος. Άργησε, την έστησε, αλλά δεν της προκάλεσε κανένα σοβαρό μπελά. Δε μένει παρά να αποχαιρετηθούνε για το ταξίδι. Όμως, υπάρχει ένα λεπτό σημείο: να τη φιλήσει; Δε γίνεται, με τέτοια μούρη. Να μην τη φιλήσει; Ούτε αυτό γίνεται. Από την άλλη, κι η κόρη δε δείχνει πολύ πρόθυμη να τον φιλήσει. Ο νέος εξακολουθεί να διακρίνει μία αμηχανία, αυξανόμενη πλέον ποικιλοχρόως. Το παίρνει απόφαση: θα τη φιλήσει.
–Ε, αυτά λοιπόν. Άειντε, καλό ταξίδι, λέει και την πλησιάζει. Η κόρη είναι πλέον σαν παντζάρι.
–Καλή αντάμωση. Συγγνώμη που δε σε φιλάω, αλλά... να, ε...μυρίζω!